Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται στην ουσία να αποφανθεί ως προς το αν ο θάνατος του διαχειριστή γεωργικής εκμεταλλεύσεως εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας κατά το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) 1294/96 , ώστε η παράβαση υποχρεώσεως για την υποβολή δηλώσεως να μην επισύρει τις έννομες συνέπειες που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Α - Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 822/87
2. Το άρθρο 3 του κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς , προβλέπει μεταξύ άλλων ότι, έκαστο έτος, οι παραγωγοί γλεύκους και οίνου δηλώνουν τις ποσότητες των προϊόντων της τελευταίας εσοδείας. Επιπλέον, οι παραγωγοί γλεύκους και οίνου καθώς και οι έμποροι, εκτός από τους λιανοπωλητές, υποχρεούνται να δηλώνουν τα αποθέματα που κατέχουν.
Β - Ο κανονισμός (ΕΚ) 1294/96
3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού εφαρμογής επιβάλλει στους οικείους επιχειρηματίες να υποβάλουν «δήλωση για τα αποθέματα συμπυκνωμένων γλευκών σταφυλιών, ανακαθαρισμένων συμπυκνωμένων γλευκών σταφυλιών και οίνων, που έχουν στην κατοχή τους στις 31 Αυγούστου». Το άρθρο 11, παράγραφος 2, προβλέπει ότι οι δηλώσεις αυτές «υποβάλλονται το αργότερο στις 7 Σεπτεμβρίου για τις ποσότητες που κατέχονται στις 31 Αυγούστου».
4. Οι επιβλητέες κυρώσεις σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας υποβολής της δηλώσεως προσδιορίζονται στο άρθρο 12 ως εξής:
«Οι υποκείμενοι στην υποχρέωση υποβολής δηλώσεων εσοδείας, παραγωγής, εμπορίας, κατεργασίας και αποθεμάτων που δεν υπέβαλαν τις δηλώσεις αυτές στις προβλεπόμενες στο άρθρο 11 ημερομηνίες, πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας, αποκλείονται του ευεργετήματος των μέτρων που προβλέπονται στα άρθρα 32, 38, 41, 45 και 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87, κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου εμπορίας, καθώς και των μέτρων που αποφασίζονται κατά την επόμενη περίοδο.
Εντούτοις, η υπέρβαση των προβλεπομένων προθεσμιών του πρώτου εδαφίου συνεπάγεται μείωση κατά 15 % του καταβλητέου ποσού κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου εμπορίας σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας μέχρι και κατά πέντε εργάσιμες ημέρες, και κατά 30 % σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας μέχρι και κατά δέκα εργάσιμες ημέρες.»
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
5. Με τη διάταξη παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τα προδικαστικά ερωτήματα στηριζόμενο στην υπόθεση ότι «τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτουν οι προσφεύγουσες στην κυρία δίκη είναι βέβαια». Με την επιφύλαξη αυτή, τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:
6. Η εταιρία Herederos Damián Parras CB είναι οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής οίνου, συνεστημένη ως κοινοκτημοσύνη αγαθών, μοναδικός διαχειριστής της οποίας ήταν ο σύζυγος της Adelina Parras Medina, ονόματι Antonio Moreno López.
7. Ο διαχειριστής απεβίωσε αιφνιδίως στις 28 Ιουλίου 1997, κατά τη διάρκεια των διακοπών.
8. Καίτοι η δήλωση αποθεμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1294/96, έπρεπε να υποβληθεί το αργότερο έως τις 7 Σεπτεμβρίου 1997, αυτή υποβλήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1997.
9. Με απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1997, που ελήφθη βάσει του άρθρου 12 του κανονισμού 1294/96, η αρμόδια αρχή, ήτοι η Delegación Provincial de Ciudad Real, μείωσε κατά 30 % το ποσό που η επιχείρηση έπρεπε να εισπράξει για την τρέχουσα περίοδο εμπορίας βάσει των διατάξεων του κανονισμού 822/87.
10. Με απόφαση της 23ης Μαρτίου 1998, η Consejería de Agricultura y de Medio Ambiente de la Junta de Comunidades de Castilla-La Mancha απέριψε τη διοικητική προσφυγή που είχαν ασκήσει κατά της εν λόγω αποφάσεως οι αδελφές Ι. και A. Parras Medina (στο εξής: προσφεύγουσες), εναπομείνασες ιδιοκτήτριες της εν λόγω οικογενειακής επιχειρήσεως.
11. Το Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως, δεδομένου ότι είχε ορισμένες αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία της οικείας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, εξέδωσε στις 3 Απριλίου 2001 διάταξη, με την οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) ρέπει η έννοια της ανωτέρας βίας που χρησιμοποιείται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) 1294/96, της 4ης Ιουλίου 1996, να διευρυνθεί, ώστε να συμπεριλάβει επίσης ορισμένες απρόβλεπτες και αναπόδραστες περιστάσεις που μπορούν να αποκλείσουν την ύπαρξη αμέλειας για την τήρηση της εν λόγω προθεσμίας, όπως αυτές που περιγράφονται στην παρούσα απόφαση;
2) Σε περίπτωση κατά την οποία η απάντηση στο παρόν ερώτημα θεωρηθεί αναγκαία προκειμένου να δοθεί η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, έχουν οι συνέπειες που προβλέπει το άρθρο 12 χαρακτήρα κυρώσεως ή ποινής και, εάν ναι, συνηγορεί τούτο υπέρ της ανάγκης διευρύνσεως της εν λόγω έννοιας της ανωτέρας βίας;»
IV - Νομική εκτίμηση
12. Ο πρώτος στόχος της κοινής οργανώσεως των αγορών (ΚΟΑ) του οίνου, η οποία πραγματοποιήθηκε σταδιακά από το 1962, είναι η επίτευξη και η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ της ζητήσεως και της παραγωγής . Στηρίζεται συναφώς σε διάφορες μορφές παρεμβάσεως στην αγορά και στη διαχείριση του αμπελοοινικού δυναμικού.
13. Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τις ενισχύσεις στην ιδιωτική αποθεματοποίηση, τις ενισχύσεις στην απόσταξη καθώς και τις ενισχύσεις στη χρήση του γλεύκους για σκοπούς άλλους από την παραγωγή οίνου.
14. Η εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων παρεμβάσεως εξαρτάται ιδίως από την υποβολή των δηλώσεων εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων. Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1294/96, ο προσδιορισμός προθεσμίας για την υποβολή των δηλώσεων επιβάλλεται για να διευκολύνεται η διαχείριση της αγοράς. Η προθεσμία της υποβολής των δηλώσεων αποθεμάτων προκύπτει από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1294/96.
15. λην της περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η εκπρόθεσμη υποβολή των εν λόγω δηλώσεων επισύρει έννομες συνέπειες, οριζόμενες στο άρθρο 12 του κανονισμού 1294/96, οι οποίες κλιμακώνονται ανάλογα με τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Τα ερωτήματα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο αφορούν στην ουσία το πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια της ανωτέρας βίας στο παρόν πλαίσιο.
16. Συνεπώς, επιβάλλεται κατ' αρχάς να εξετασθεί η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της ανωτέρας βίας.
Α - Η έννοια της ανωτέρας βίας κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου
17. Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η ανωτέρα βία έχει ως αποτέλεσμα τη μη επέλευση των εννόμων συνεπειών που συναρτώνται κανονικά προς την παράβαση υποχρεώσεως ή τη μη πλήρωση προϋποθέσεως. Η εν λόγω μη επέλευση ορισμένων εννόμων συνεπειών δικαιολογείται από τον έκτακτο χαρακτήρα των περιστάσεων που συνιστούν την ανωτέρα βία. Τούτο καταδεικνύει σαφώς τη συνάφεια μεταξύ της εν λόγω έννοιας και της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον αποτρέπει την εφαρμογή ενός κανόνα σε περιπτώσεις όπου η εφαρμογή αυτή θα ήταν δυσανάλογη .
18. Η Επιτροπή φρονεί ότι η ανωτέρα βία πρέπει να ερμηνεύεται στενά , λόγω του χαρακτήρα της ως εξαίρεση από την εφαρμογή του γενικού κανόνα. Το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε εντούτοις ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν έχει παγιωθεί ως προς το ζήτημα αυτό.
19. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, «η έννοια της ανωτέρας βίας δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο στα διάφορα πεδία εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και [...] η σημασία της πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου προορίζεται να παράγει τα αποτελέσματά της» . Λόγω του σχετικού αυτού χαρακτήρα της ανωτέρας βίας, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η έννοια δεν μπορούσε να περιλαμβάνει μόνο περιπτώσεις απόλυτης αδυναμίας : «[...] η έννοια της ανωτέρας βίας στο πλαίσιο των γεωργικών κανονισμών δεν περιορίζεται στην απόλυτη αδυναμία, αλλά καλύπτει και ξένες προς τον οικείο επιχειρηματία περιστάσεις, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά μόνο με το τίμημα υπερβολικών θυσιών, παρά την καταβολή κάθε επιμελείας· [...] η έννοια αυτή είναι αρκετά ελαστική όσον αφορά, όχι μόνο τη φύση του γεγονότος που επικαλείται [ο εξαγωγέας], αλλά ακόμη και την επιμέλεια που θα έπρεπε να καταβάλει ο εξαγωγέας για να το αντιμετωπίσει και την έκταση των θυσιών τις οποίες θα έπρεπε, για το σκοπό αυτό, να αποδεχτεί» .
20. Οι γενικές αυτές σκέψεις σχετικά με την έννοια της ανωτέρας βίας καταδεικνύουν επίσης ότι η πάγια νομολογία ερμηνεύει την εν λόγω έννοια ως περιλαμβάνουσα ταυτόχρονα ένα αντικειμενικό και ένα υποκειμενικό στοιχείο. Το αντικειμενικό στοιχείο συνίσταται στις ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, «ξένες προς τον ενδιαφερόμενο» . Η σύγκριση των κειμένων στις διάφορες γλώσσες δείχνει ότι το τελευταίο σκέλος της προτάσεως σκοπεί ειδικά να υπογραμμίσει τον ανοίκειο χαρακτήρα των επιδίκων περιστάσεων . Το υποκειμενικό στοιχείο συνίσταται στην εκτίμηση της συμπεριφοράς αυτού που επικαλείται την ανωτέρα βία: «το υποκειμενικό στοιχείο ενέχει την υποχρέωση προφυλάξεως κατά των συνεπειών του ασυνήθους γεγονότος με τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων (χωρίς υπερβολικές θυσίες)» .
21. Ο εν λόγω ορισμός της ανωτέρας βίας ως συνδυάζουσας ένα αντικειμενικό με ένα υποκειμενικό στοιχείο έχει παραμείνει ουσιωδώς ίδιος από τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1970 .
Β - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση
22. Εν προκειμένω, η έννοια της ανωτέρας βίας κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 1294/96 πρέπει, συνεπώς, να ερμηνευθεί εντός του ως άνω νομικού πλαισίου. Συναφώς, έχω ήδη τονίσει τη σημασία της εμπρόθεσμης υποβολής των απαιτουμένων δηλώσεων . Θεωρώ, επομένως, ότι ενδείκνυται να εξαρτάται η εφαρμογή της έννοιας της ανωτέρας βίας κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 1294/96 από αυστηρά κριτήρια.
23. Εφόσον γίνει δεκτή η βάση εκκινήσεως του συλλογισμού του αιτούντος δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο θανών ήταν ο μοναδικός διαχειριστής της γεωργικής εκμεταλλεύσεως, επιβάλλεται να θεωρηθεί, ως προς το αντικειμενικό στοιχείο της ανωτέρας βίας, ότι ο απροσδόκητος θάνατος του διαχειριστή πρέπει να χαρακτηρισθεί ασύνηθες και γενικά απρόβλεπτο γενονός, επί του οποίου οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν, φυσικά, να ασκήσουν καμία επιρροή. Βέβαια, ο θάνατος είναι εξ ορισμού απολύτως προσωπική περίσταση και, άρα, ουδόλως ξένη υπό στενή έννοια · εντούτοις, πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να θεωρηθεί ανεξάρτητος της θελήσεως του ενδιαφερομένου και απρόβλεπτος, λόγω του αιφνιδίου χαρακτήρα του.
24. Η ύπαρξη ανωτέρας βίας θα εξαρτηθεί, συνεπώς, εν προκειμένω, από το υποκειμενικό στοιχείο και, ως εκ τούτου, από την εκτίμηση της συμπεριφοράς των υποχρέων και των δυνατοτήτων τους να αντιδράσουν κατάλληλα στο γεγονός.
25. Η Επιτροπή ορθώς υπογραμμίζει ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι περιστάσεις εν προκειμένω δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ανωτέρας βίας. Εφόσον υποτεθεί ότι ο θανών ήταν όντως ο μοναδικός διαχειριστής της γεωργικής εκμεταλλεύσεως (γεγονός το οποίο προδήλως αμφισβητεί η καθής διοικητική), το εθνικό δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει αν ο θάνατός του μπορεί, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, να θεωρηθεί ως απροσδόκητος, και άρα ως απρόβλεπτος από τους κληρονόμους. Η μη δυνατότητα προβλέψεως συνεπάγεται πράγματι την αδυναμία των κληρονόμων να προετοιμάσουν τη διαδοχή στη διαχείριση της εκμεταλλεύσεως.
26. Σε περίπτωση μη δυνατότητας προβλέψεως, ο εθνικός δικαστής θα πρέπει ακόμη να αποφανθεί ως προς το αν οι κληρονόμοι επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια, δεδομένης του διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ του θανάτου και της παρόδου της προθεσμίας για την υποβολή δηλώσεως. Επιβάλλεται, συναφώς, να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι μεταξύ του θανάτου, της παρόδου της προθεσμίας για την υποβολή δηλώσεως και της πραγματικής υποβολής δηλώσεως. Η ανωτέρα βία θα μπορούσε π.χ. να αποκλεισθεί ιδίως αν ο εθνικός δικαστής σχηματίσει την πεποίθηση ότι η αναστάτωση που οφείλεται στον δεσμό συγγενείας με τον θανόντα και η ρύθμιση των πράξεων διαδοχής, αν ληφθεί υπόψη ότι ο θάνατος επήλθε λιγότερο από δύο μήνες νωρίτερα, δεν αρκούν να εξηγήσουν τις δέκα ημέρες καθυστερήσεως στην υποβολή της δηλώσεως.
Γ - Το δεύτερο ερώτημα
27. Το δεύτερο ερώτημα υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση όπου η απάντηση στο πρώτο ερώτημα εξαρτάται από αυτό. Εντούτοις, οι σκέψεις που προηγήθηκαν δείχνουν ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των διατάξεων του άρθρου 12 του κανονισμού 1294/96 δεν ασκεί καμία επιρροή στην ερμηνεία τους, ώστε δεν είναι απαραίτητο να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο.
28. ροσθέτω ότι κατ' αρχήν δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό στο γεγονός ότι οι κυρώσεις σε περίπτωση μη υποβολής ή καθυστερημένης ή ελλιπούς υποβολής δηλώσεως δεν εξαρτώνται από την ύπαρξη πταίσματος . Επισημαίνω επίσης ότι οι διατάξεις του άρθρου 12 του κανονισμού 1294/96 δεν απευθύνονται στους γεωργούς λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, αλλά λόγω του χαρακτήρα τους ως δικαιούχων ενισχύσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αρμόδια υπηρεσία για την καταβολή των ενισχύσεων πρέπει κατ' αρχήν να έχει επίσης τη δυνατότητα να εξαρτά τη χορήγησή τους από την τήρηση ορισμένων όρων.
V - ρόταση
29. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha την εξής απάντηση:
«Η έννοια της ανωτέρας βίας, κατά το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) 1294/96, της 4ης Ιουλίου 1996, πρέπει να ερμηνεύεται ως περιλαμβάνουσα ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, που είναι ξένες προς αυτούς που την επικαλούνται και οι συνέπειες των οποίων θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, παρά την επιδειχθείσα επιμέλεια, μόνο με τίμημα υπέρμετρων θυσιών. Ο θάνατος είναι κατά κανόνα περίσταση ασυνήθης και ξένη προς αυτούς που τον επικαλούνται. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι άλλες προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, και υπό την προϋπόθεση ότι ο θανών ήταν όντως ο μοναδικός διαχειριστής της γεωργικής εκμεταλλεύσεως, το εθνικό δικαστήριο πρέπει, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κυρίας δίκης, να προσδιορίσει αν ο θάνατος μπορεί να θεωρηθεί απροσδόκητο γεγονός για τους κληρονόμους και αν, δεδομένων των συγκεκριμένων περιστάσεων, και ιδίως του συγγενικού τους δεσμό με τον θανόντα και της θέσεώς τους στην επιχείρηση, καθώς και του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ του θανάτου, της παρόδου της προθεσμίας για την υποβολή της δηλώσεως και της πραγματικής υποβολής της, οι κληρονόμοι επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια, αφότου ανέλαβαν τη διαχείριση της εκμεταλλεύσεως.»
Full & Egal Universal Law Academy