Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα αναίρεση έχει ασκηθεί κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 20 Μαρτίου 2001 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-52/99, T. Port κατά Επιτροπής (1). Ουσιαστικά δε αποτελεί τη συνέχεια της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 1998, C-364/95 και C-365/95, T. Port (2).
2 Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το 1995 το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) είχε εκφράσει αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (3). Αποφαινόμενο επί αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το δικαστήριο αυτό είχε αποφασίσει να μην εφαρμόσει προσωρινά τον κανονισμό 404/93 και να υποβάλει διάφορα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Με τα ασφαλιστικά αυτά μέτρα, επέτρεψε επίσης στην εταιρία T. Port GmbH & Co. KG να εισαγάγει ορισμένη ποσότητα μπανανών στην Ευρωπαϋκή Κοινότητα. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν η ποσότητα αυτή, που καθορίστηκε δικαστικώς και προσωρινώς, μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς που χορηγείται, κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 2362/98 της Επιτροπής (4), στους παραδοσιακούς επιχειρηματίες.
Ι - Νομικό πλαίσιο
3 Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς μπορεί να περιγραφεί ως εξής (5).
4 Ο κανονισμός 404/93 θέσπισε κοινό σύστημα εισαγωγής μπανανών, το οποίο αντικατέστησε τα διάφορα εθνικά συστήματα. Συναφώς έγινε διάκριση μεταξύ των «κοινοτικών μπανανών», δηλαδή των μπανανών κοινοτικής συγκομιδής, και των «μπανανών τρίτων χωρών», προελεύσεως άλλων τρίτων χωρών πλην των κρατών της Αφρικής, της Καραϋβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ), των «παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ» και των «μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ». Οι παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ και οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ αντιστοιχούσαν στις ποσότητες τις εξαγόμενες από τις χώρες ΑΚΕ αφενός μέχρι το όριο και αφετέρου καθ' υπέρβαση των ποσοτήτων που εξήγε παραδοσιακώς καθένα από τα κράτη αυτά, όπως καθορίζονταν στο παράρτημα του κανονισμού 404/93.
5 Ο κανονισμός 404/93 προέβλεπε αρχικά το άνοιγμα ετήσιας δασμολογικής ποσόστωσης 2,2 εκατομμυρίων τόνων (καθαρού βάρους) για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ.
6 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 προέβαινε σε κατανομή της δασμολογικής αυτής ποσοστώσεως, ανοίγοντάς την μέχρι ύψους 66,5 % για την κατηγορία των επιχειρηματιών που ασχολούνταν με την εμπορία μπανάνας τρίτων χωρών και/ή μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ (κατηγορία Α), 30 % για την κατηγορία των επιχειρηματιών που ασχολούνταν με την εμπορία κοινοτικής μπανάνας και/ή παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ (κατηγορία Β) και 3,5 % για την κατηγορία των εγκατεστημένων στην Κοινότητα επιχειρηματιών οι οποίοι άρχισαν να ασχολούνται με την εμπορία μπανάνας πλην της κοινοτικής και/ή της παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ από το 1992 (κατηγορία Γ).
7 Το άρθρο 19, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 404/93 προέβλεπε τα εξής:
«Βάσει υπολογισμών διενεργούμενων χωριστά για καθεμία των κατηγοριών επιχειρηματιών της παραγράφου 1 [...], κάθε επιχειρηματίας λαμβάνει πιστοποιητικά εισαγωγής σε συνάρτηση με τη μέση ποσότητα μπανάνας που επώλησε τα τρία τελευταία χρόνια για τα οποία υπάρχουν στατιστικά στοιχεία.»
8 Στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) αμφισβητήθηκε η νομιμότητα αυτού του καθεστώτος εισαγωγών. Με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, το όργανο διευθετήσεως διαφορών κήρυξε ασύμβατες με τους κανόνες του ΠΟΕ διάφορες πτυχές του κοινοτικού συστήματος.
9 Για να συμμορφωθεί με την ανωτέρω απόφαση, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98, της 20ής Ιουλίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού 404/93 (6). Στη συνέχεια η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2362/98.
10 Στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος εισαγωγών, καταργήθηκε η κατανομή της ποσοστώσεως μεταξύ των τριών κατηγοριών επιχειρηματιών, δεδομένου ότι ο κανονισμός 2362/98 προέβλεψε απλώς την κατανομή μεταξύ «παραδοσιακών εμπορικών φορέων» και «νεοεμφανιζομένων εμπορικών φορέων».
11 Έτσι, το άρθρο 4 του κανονισμού 2362/98 έχει ως εξής:
«1. Κάθε παραδοσιακός εμπορικός φορέας, που είναι καταχωρημένος σε ένα κράτος μέλος [...] λαμβάνει, για κάθε έτος, για το σύνολο των προελεύσεων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, εφάπαξ, μια ποσότητα αναφοράς που καθορίζεται σε συνάρτηση με τις ποσότητες μπανανών που εισήγαγε πράγματι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
2. Για εισαγωγές που πραγματοποιούνται το 1999, στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, η περίοδος αναφοράς αποτελείται από τα έτη 1994, 1995 και 1996.»
12 Το άρθρο 5, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 2362/98 προβλέπει τα εξής:
«2. Για τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς, κάθε εμπορικός φορέας ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή κάθε χρόνο πριν από την 1η Ιουλίου:
α) το σύνολο των ποσοτήτων μπανανών καταγωγής από χώρες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τις οποίες εισήγαγε πράγματι κατά τη διάρκεια καθενός από τα έτη της περιόδου αναφοράς,
β) τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
3. Η πραγματική εισαγωγή πιστοποιείται σωρευτικά:
α) με την προσκόμιση αντιγράφου των χρησιμοποιηθέντων πιστοποιητικών εισαγωγής για την ελεύθερη κυκλοφορία των ποσοτήτων που αναφέρονται, από τον δικαιούχο του πιστοποιητικού [...] και
β) με την απόδειξη πληρωμής των δασμών που εφαρμόζονται την ημέρα ολοκλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής [...].»
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
13 Κατά τα έτη 1989, 1990 και 1991, η αναιρεσείουσα εισήγαγε μικρές ποσότητες μπανάνας στην Κοινότητα. Κατόπιν αυτού, της χορηγήθηκαν λίγα πιστοποιητικά εισαγωγής για τα έτη 1993, 1994 και 1995.
14 Από το 1994 ήδη η αναιρεσείουσα ζήτησε από τις αρμόδιες αρχές να της χορηγήσουν και άλλα πιστοποιητικά και άσκησε διάφορες προσφυγές ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων.
15 Έτσι, με τέσσερις διατάξεις περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες εξέδωσε μεταξύ της 19ης Μαου και της 28ης Ιουνίου 1995, το Finanzgericht Hamburg υποχρέωσε το Hauptzollamt Hamburg-Jonas να επιτρέψει να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία μια παρτίδα μπανανών που είχε αγοράσει η αναιρεσείουσα στον Ισημερινό. Το Finanzgericht Hamburg έκρινε ότι οι κανονισμοί 404/93 και (ΕΟΚ) 478/95 (7) αντέβαιναν σε ορισμένες διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ). Για τον λόγο αυτό αποφάσισε να μην εφαρμόσει προσωρινά τους εν λόγω κανονισμούς και να υποβάλει στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα (8). Με τις διατάξεις αυτές περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, επιτράπηκε στην αναιρεσείουσα να εισαγάγει ποσότητα 9 860 571 kg μπανανών στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως, χωρίς πιστοποιητικό εισαγωγής και κατόπιν καταβολής δασμών με βάση τον συντελεστή των 75 ECU ανά τόνο που ίσχυε τότε για την εισαγωγή μπανάνας εντός ποσοστώσεως.
16 Με απόφαση της 22ας Αυγούστου 1995 το Bundesfinanzhof (Γερμανία) ακύρωσε τις διατάξεις του Finanzgericht Hamburg. Στηριζόμενο στην ανωτέρω απόφαση, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas καθόρισε, με αποφάσεις της 29ης Αυγούστου και της 1ης Σεπτεμβρίου 1995, τον συντελεστή των δασμών που όφειλε η αναιρεσείουσα σε 850 ECU ανά τόνο, δηλαδή έλαβε ως βάση τον συντελεστή που ίσχυε για τις εισαγωγές εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως.
17 Κατόπιν αυτού, η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο Finanzgericht Hamburg νέες αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Με διατάξεις της 22ας και της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, το δικαστήριο αυτό ανέστειλε την εκτέλεση των αποφάσεων του Hauptzollamt Hamburg-Jonas, χωρίς να διατάξει συναφώς τη σύσταση εγγυήσεως. Για τους ίδιους λόγους που εξέθετε επίσης στις πρώτες διατάξεις του, το Finanzgericht Hamburg υπέβαλε και πάλι στο Δικαστήριο τα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα που είχε υποβάλει αρχικά (9).
18 Κατά τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς για το έτος 1999, η αναιρεσείουσα ζήτησε να ληφθεί υπόψη η ποσότητα μπανανών που είχε εισαγάγει δυνάμει των διατάξεων ασφαλιστικών μέτρων του Finanzgericht Hamburg. Οι γερμανικές αρχές όμως, αφού συμβουλεύθηκαν τις υπηρεσίες της Επιτροπής, αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημά της.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές ακριβώς η νυν αναιρεσείουσα άσκησε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Φεβρουαρίου 1999, αγωγή αποζημιώσεως, βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ). Η εταιρία αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που της προξένησε λόγω του ότι παρενέβη για να αναγκάσει τις γερμανικές αρχές να μη λάβουν υπόψη, κατά τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς της για το έτος 1999, διάφορες ποσότητες μπανάνας, και συγκεκριμένα την ποσότητα που της είχε επιτραπεί να εισαγάγει δυνάμει των διατάξεων ασφαλιστικών μέτρων του Finanzgericht Hamburg (10).
20 Προς στήριξη της αγωγής της η νυν αναιρεσείουσα προέβαλε τρεις λόγους, που στηρίζονταν στους εξής ισχυρισμούς: 1) παραβίαση της ΓΣΔΕ, της Γενικής Συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS) και της Συμφωνίας για τις διαδικασίες έκδοσης αδειών εισαγωγής, οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα 1 της Συμφωνίας ΠΟΕ, 2) παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και 3) παραβίαση των αρχών της προστασίας της ιδιοκτησίας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και της αρχής της αναλογικότητας.
ΙΙΙ - Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
21 Με τον δεύτερο ισχυρισμό της, ο οποίος είναι ο μόνος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η νυν αναιρεσείουσα υποστήριζε ότι η μείωση της ποσότητας αναφοράς της κατά την επίμαχη ποσότητα αντέβαινε στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (11).
22 Η νυν αναιρεσείουσα υπενθύμισε ότι το Finanzgericht Hamburg, με τις διατάξεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που εξέδωσε, επέτρεψε να εισαχθεί, χωρίς πιστοποιητικό εισαγωγής, η επίμαχη ποσότητα, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβαλλόταν ο κανονικός δασμός. Η νυν αναιρεσείουσα κατέβαλε τον εν λόγω δασμό. Συνεπώς, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, οι εισαγωγές μπανανών που πραγματοποιήθηκαν βάσει των διατάξεων αυτών του Finanzgericht Hamburg έπρεπε να παρέχουν τα ίδια δικαιώματα με τις πραγματοποιηθείσες βάσει πιστοποιητικών εισαγωγής.
23 Απαντώντας στα επιχειρήματα αυτά, η Επιτροπή τόνισε (12) ότι οι ποσότητες μπανάνας που είχαν καθοριστεί δικαστικώς μπορούσαν να χορηγηθούν ως ποσότητες αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι εισαγωγικοί δασμοί είχαν πράγματι καταβληθεί και ότι οι εισαγωγές είχαν πραγματοποιηθεί κατά την περίοδο αναφοράς.
24 Στην προκειμένη περίπτωση όμως η νυν αναιρεσείουσα δεν είχε εκπληρώσει, κατά την Επιτροπή, την πρώτη προϋπόθεση. Η τελωνειακή οφειλή για την επίμαχη ποσότητα προσδιορίστηκε μεν από το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, αλλά το Finanzgericht Hamburg διέταξε την αναστολή της εξοφλήσεως του εν λόγω χρέους, χωρίς να προβλέψει την παροχή εγγυήσεως. Επιπλέον, η επίμαχη ποσότητα εισήχθη χωρίς πιστοποιητικό εισαγωγής, δηλαδή εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, πράγμα που σημαίνει ότι έπρεπε να επιβληθεί ο πλήρης δασμός που προβλέπει το Κοινό Δασμολόγιο. Η Επιτροπή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, ενόσω δεν είχε καταβληθεί ο δασμός αυτός, ήταν αδύνατον να ληφθεί υπόψη η επίμαχη ποσότητα για τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς.
25 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα της ενάγουσας και νυν αναιρεσείουσας για τους εξής λόγους:
«88 [...] όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας ότι είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την ποσότητα μπανανών που είχε καθοριστεί με τη διάταξη του Finanzgericht Hamburg περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, αρκεί η επισήμανση ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να απαιτεί να έχουν όντως πραγματοποιηθεί οι εισαγωγές που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως ποσότητες αναφοράς. Η ποσότητα όμως που επικαλείται η ενάγουσα εισήχθη εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, οπότε επιβλήθηκε ο πλήρης δασμός που προβλέπει το Κοινό Δασμολόγιο. Η διάταξη του Finanzgericht Hamburg περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ανέστειλε στη συνέχεια την καταβολή των αναλογούντων δασμών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενάγουσα δεν μπορεί βασίμως να απαιτεί να ληφθεί υπόψη η ποσότητα αυτή κατά τον προσδιορισμό της ποσότητας αναφοράς της. Συγκεκριμένα, το βάρος αποδείξεως της εξοφλήσεως των επίμαχων δασμών φέρει η ενάγουσα, η οποία όμως δεν απέδειξε την εξόφληση αυτή. Σχετικώς πρέπει να προστεθεί ότι η Επιτροπή δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουστεί επ' αυτού, ότι είχε ενημερώσει τις αρμόδιες γερμανικές αρχές ότι θα έπρεπε να λάβουν υπόψη την ποσότητα αυτή, αν είχαν καταβληθεί οι σχετικοί δασμοί.»
26 Το Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε τους λοιπούς λόγους και ισχυρισμούς της νυν αναιρεσείουσας, κατέληξε ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς λόγω της οποίας να μπορεί να θεμελιωθεί εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας. Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως.
IV - Η αίτηση αναιρέσεως
27 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Μαου 2001, η αναιρεσείουσα υπέβαλε την παρούσα αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος κατά το οποίο το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματά της ως προς την επίμαχη ποσότητα.
28 Μολονότι η αίτηση είναι κάπως συγκεχυμένη, η αναιρεσείουσα φαίνεται να προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος στηρίζεται σε ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2362/98. Ο δεύτερος στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι παραβιάστηκε η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εξουσία των εθνικών δικαστηρίων να διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα στο πλαίσιο διαφορών που εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο.
29 Κατωτέρω θα εξετάσω διαδοχικά καθέναν από τους λόγους αναιρέσεως αυτούς.
Α - Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
30 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (13) η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2362/98. Κατά την αναιρεσείουσα, κακώς το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να αποδείξει, για να περιληφθεί η επίμαχη ποσότητα στην ποσότητα αναφοράς της, ότι είχε καταβάλει τους δασμούς που ίσχυαν για τις εισαγωγές εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως.
31 Η αναιρεσείουσα τονίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, του κανονισμού 2362/98 προβλέπει απλώς ότι πρέπει να προσκομίζεται η απόδειξη πληρωμής «των δασμών που εφαρμόζονται την ημέρα ολοκλήρωσης των [...] διατυπώσεων εισαγωγής». Ο δασμός όμως που εφαρμοζόταν εν προκειμένω την ημέρα της εισαγωγής της επίμαχης ποσότητας ήταν αυτός που καθορίστηκε από το Finanzgericht Hamburg, δηλαδή ο δασμός των 75 ECU ανά τόνο, ο οποίος ίσχυε για τις περιλαμβανόμενες στην ποσόστωση ποσότητες. Το γεγονός ότι το Bundesfinazhof ακύρωσε στη συνέχεια τις διατάξεις του Finanzgericht Hamburg, οπότε το Hauptzollamt Hamburg-Jonas καθόρισε στη συνέχεια τον οφειλόμενο δασμό σε 850 ECU ανά τόνο, δεν ασκεί καμία επιρροή συναφώς, αν ληφθεί υπόψη το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, του κανονισμού 2362/98. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έπρεπε να δεχτεί ότι η πληρωμή των δασμών που προβλέπονταν για τη δασμολογική ποσόστωση αρκούσε για να περιληφθεί η επίμαχη ποσότητα στην ποσότητα αναφοράς.
32 Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος. Η άποψη της αναιρεσείουσας δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η ορθότητα του καθορισμού των δασμών «που εφαρμόζονται την ημέρα [...] εισαγωγής» μπορεί να αμφισβητηθεί. Δεν λαμβάνει υπόψη ούτε την αρχή περί αναδρομικού αποτελέσματος των προδικαστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου.
33 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθότητα του καθορισμού «των δασμών που εφαρμόζονται την ημέρα [...] εισαγωγής» μπορεί να αμφισβητηθεί από κάποιον από τους ενδιαφερόμενους. Η αμφισβήτηση αυτή μπορεί να αφορά τη μέθοδο υπολογισμού των δασμών, την ερμηνεία του κοινοτικού κανόνα ή (όπως εν προκειμένω) το κύρος του. Στις περιπτώσεις αυτές είναι προφανές ότι το ακριβές ύψος των δασμών για τη συγκεκριμένη εισαγωγή δεν μπορεί να είναι οριστικά γνωστό την ημέρα ολοκληρώσεως των διατυπώσεων εισαγωγής. Το ύψος αυτό θα οριστικοποιηθεί όταν εκδοθεί απόφαση που θα έχει ισχύ δεδικασμένου. Με τη απόφαση αυτή θα καθοριστεί με βεβαιότητα και οριστικώς το ύψος των δασμών που έπρεπε να καταβληθούν την ημέρα ολοκληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων.
34 Ομοίως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, οι προδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου έχουν καταρχήν αναδρομικό αποτέλεσμα. Όσον αφορά τις ερμηνευτικές αποφάσεις, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η ερμηνεία που δίδει στον κανόνα του κοινοτικού δικαίου διευκρινίζει και αποσαφηνίζει την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως έπρεπε να έχει ερμηνευθεί από τότε που άρχισε να ισχύει (14). Συνεπώς, ο κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείς κανόνας εφαρμόζεται στις έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν πριν από την προδικαστική απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί η διαφορά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η ίδια αρχή ισχύει και για τις προδικαστικές αποφάσεις που αφορούν το κύρος των κανόνων του κοινοτικού δικαίου. Με την απόφαση της 26ης Απριλίου 1994, C-228/92, Roquette Frθres (15), το Δικαστήριο δέχτηκε ρητά ότι «οι προδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες αναγνωρίζουν το ανίσχυρο μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου, έχουν καταρχήν αναδρομικό αποτέλεσμα». Το ίδιο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, όταν το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της αμφισβητούμενης πράξης.
35 Η άποψη όμως της αναιρεσείουσας δεν λαμβάνει υπόψη την ανωτέρω αρχή.
36 Υπενθυμίζεται ότι η ποσότητα των 9 860 571 kg μπανανών που εισήγαγε εν προκειμένω η αναιρεσείουσα δυνάμει των διατάξεων του Finanzgericht Hamburg ήταν εκτός του πλαισίου της δασμολογικής ποσοστώσεως. Ο μόνος λόγος για τον οποίο της επιτράπηκε να την εισαγάγει στο πλαίσιο της ποσοστώσεως αυτής ήταν ότι το Finanzgericht Hamburg αμφέβαλλε κατά πόσον οι κανονισμοί 404/93 και 478/95 συμβιβάζονταν με τις διατάξεις της ΓΣΔΕ. Έτσι το Finanzgericht Hamburg αποφάνθηκε ότι ο καθορισμός «των δασμών που εφαρμόζονται» στις επίμαχες εισαγωγές έπρεπε να γίνει με βάση τον προτιμησιακό συντελεστή των 75 ECU ανά τόνο και όχι με βάση τον συντελεστή των 850 ECU ανά τόνο.
37 Εντούτοις, με την προπαρατεθείσα απόφαση T. Port (16), το Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένη την εκτίμηση του Finanzgericht Hamburg επί του σημείου αυτού. Απαντώντας στα προδικαστικά ερωτήματα που του είχε υποβάλει, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις της ΓΣΔΕ δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση εκείνη και ότι επομένως δεν μπορούσε να γίνει λυσιτελώς επίκληση των διατάξεων αυτών προκειμένου να μην εφαρμοστούν οι κανονισμοί 404/93 και 478/95.
38 Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την αρχή περί αναδρομικότητας των προδικαστικών αποφάσεων, η εκτίμηση του Δικαστηρίου παράγει αποτελέσματα από την ημέρα της εισαγωγής της επίμαχης ποσότητας. Τούτο σημαίνει ότι οι «δασμοί που εφαρμόζονται την ημέρα [...] εισαγωγής» της επίμαχης ποσότητας καθορίζονται - και έπρεπε ευθύς εξαρχής να καθοριστούν - με βάση τον συντελεστή που προβλεπόταν για τις εισαγωγές εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, δηλαδή τον συντελεστή των 850 ECU ανά τόνο.
39 Συναφώς η άποψη της αναιρεσείουσας ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι τα αποτελέσματα των προδικαστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου μπορούν να περιορίζονται από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Η άποψη αυτή είναι προδήλως αντίθετη προς τη νομολογία, αφού το Δικαστήριο δέχεται ότι μόνο αυτό είναι αρμόδιο να περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα των προδικαστικών αποφάσεών του (17). Όπως τόνισε η Επιτροπή (18), η άποψη της αναιρεσείουσας θίγει σοβαρά τις αρχές της υπεροχής και της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
40 Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμο.
Β - Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
41 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (19) η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία σχετικά με την εξουσία των εθνικών δικαστηρίων να διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα στο πλαίσιο διαφορών που εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο.
42 Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η επίμαχη ποσότητα εισήχθη εκτός της δασμολογικής ποσοστώσεως. Τονίζει δε ότι το Finanzgericht Hamburg, με τις διατάξεις περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, είχε επιτρέψει ρητά την πραγματοποίηση των εισαγωγών αυτών στο πλαίσιο της ποσοστώσεως. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο έπρεπε να σεβαστεί την απόφανση του Finanzgericht Hamburg. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι η νομολογία του Δικαστηρίου επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να αποφασίζουν ότι δεν θα εφαρμόσουν προσωρινά μια κοινοτική πράξη. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι η προσωρινή έννομη προστασία που παρέχεται στους ιδιώτες θα καθίστατο κενή περιεχομένου, αν η απόφανση του Finanzgericht Hamburg μπορούσε να ανατραπεί από το Πρωτοδικείο.
43 Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι προδήλως αβάσιμος.
44 Με τις αποφάσεις Zuckerfabrik Sόderdithmarschen AG και Zuckerfabrik Soest (20), καθώς και Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. Ι (21), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να αποφασίζουν ότι δεν θα εφαρμόσουν προσωρινά έναν κοινοτικό κανονισμό του οποίου αμφισβητείται το κύρος. Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάσσουν την αναστολή εκτελέσεως των εθνικών διοικητικών πράξεων που έχουν εκδοθεί βάσει τέτοιου κανονισμού ή τη λήψη προσωρινών μέτρων για τη ρύθμιση των επίδικων νομικών καταστάσεων ή εννόμων σχέσεων που αφορούν εθνική διοικητική πράξη στηριζόμενη σε τέτοιο κοινοτικό κανονισμό. Το Δικαστήριο πάντως έθεσε ως όρο για την άσκηση της εξουσίας αυτής τη συνδρομή τεσσάρων προϋποθέσεων. Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις (22), η αναστολή εκτελέσεως ή τα προσωρινά μέτρα μπορούν να διατάσσονται από εθνικό δικαστήριο μόνον:
- εφόσον το δικαστήριο αυτό έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής πράξεως και εφόσον, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει ήδη επιληφθεί ερωτήματος σχετικού με το κύρος της αμφισβητούμενης πράξεως, του υποβάλλει σχετικό ερώτημα,
- εφόσον συντρέχει περίπτωση επείγοντος υπό την έννοια ότι η αναστολή εκτελέσεως ή τα προσωρινά μέτρα είναι αναγκαία προκειμένου να μην υποστεί ο αιτών σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία,
- εφόσον το εν λόγω δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας,
- εφόσον, κατά την εκτίμηση όλων αυτών των προϋποθέσεων, το εθνικό δικαστήριο σέβεται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων επί της νομιμότητας του κανονισμού ή διάταξη εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για τη λήψη, σε κοινοτικό επίπεδο, παρομοίων προσωρινών μέτρων.
45 Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του το συμφέρον της Κοινότητας, το οποίο επιβάλλει να μη μένουν ανεφάρμοστοι οι αμφισβητούμενου κύρους κανονισμοί χωρίς να συντρέχουν σοβαροί λόγοι (23). Τούτο σημαίνει ότι, όταν η λήψη ασφαλιστικών μέτρων συνεπάγεται τον κίνδυνο οικονομικής ζημίας της Κοινότητας, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει στον αιτούντα την παροχή επαρκών εγγυήσεων, όπως τη σύσταση ασφαλείας ή μεσεγγυήσεως (24).
46 Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν αμφισβητείται ότι το Finanzgericht Hamburg δεν τήρησε την τρίτη αυτή προϋπόθεση. Με τις διατάξεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που εξέδωσε, το δικαστήριο αυτό επέτρεψε στην αναιρεσείουσα να εισαγάγει την επίμαχη ποσότητα στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως, χωρίς να διατάξει συναφώς τη σύσταση εγγυήσεως. Το εθνικό δικαστήριο απάλλαξε επομένως την αναιρεσείουσα από την υποχρέωση καταβολής των δασμών που επιβάλλονταν βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας, χωρίς όμως να μεριμνήσει για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και να διατάξει συναφώς τη σύσταση εγγυήσεως ή άλλο ισοδύναμο μέτρο.
47 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί βασίμως να επικαλεστεί τα δικαιώματα που θεωρεί ότι της έχουν παρασχεθεί με τις διατάξεις του Finanzgericht Hamburg (25) . Αφού οι διατάξεις αυτές δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με τη νομολογία, δεν μπορούν από καμία άποψη να έχουν ως αποτέλεσμα να περιληφθεί η επίμαχη ποσότητα στην ποσότητα αναφοράς της αναιρεσείουσας.
48 Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμο.
V - Πρόταση
49 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμη και να καταδικάσει την T. Port GmbH & Co. KG στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών διαδικασίας.
(1) - Συλλογή 2001, σ. II-981, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
(2) - Συλλογή 1998, σ. I-1023.
(3) - ΕΕ L 47, σ. 1.
(4) - Κανονισμός της 28ης Οκτωβρίου 1998 για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 404/93 σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (EE L 293, σ. 32).
(5) - Βλ. τις σκέψεις 1 έως 11 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(6) - EE L 210, σ. 28.
(7) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1995, περί συμπληρωματικών λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 404/93, όσον αφορά το καθεστώς της δασμολογικής ποσοστώσεως κατά την εισαγωγή μπανανών εντός της Κοινότητας, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1442/93 (ΕΕ L 49, σ. 13).
(8) - Υπόθεση C-182/95, T. Port, η οποία διαγράφηκε από το πρωτόκολλο με διάταξη της 12ης Μαρτίου 2001 (που δεν δημοσιεύθηκε στη Συλλογή).
(9) - Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-364/95 και C-365/95, T. Port.
(10) - Τη λεγόμενη επίσης «επίμαχη ποσότητα».
(11) - Σκέψεις 70 έως 72 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(12) - Σκέψεις 78 έως 80 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(13) - Σημείο 2 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(14) - Βλ. π.χ. αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 66/79, 127/79 και 128/79, Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1980/Ι, σ. 627, σκέψεις 9 και 10), και της 10ης Ιουλίου 1980, 826/79, Mireco (Συλλογή 1980/ΙΙ, σ. 643, σκέψεις 7 και 8).
(15) - Συλλογή 1994, σ. I-1445, σκέψη 17.
(16) - Σκέψεις 58 έως 67.
(17) - Ως προς τη σχετική πάγια νομολογία βλ. π.χ. την προπαρατεθείσα απόφαση Mireco, σκέψη 9.
(18) - Σημείο 12 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(19) - Σημείο 3 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(20) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-415, σκέψεις 14 έως 21).
(21) - Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-465/93 (Συλλογή 1995, σ. Ι-3761, σκέψεις 19 έως 30).
(22) - Αποφάσεις Zuckerfabrik Sόderdithmarschen AG και Zuckerfabrik Soest (σκέψη 33) και Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. Ι (σκέψη 51).
(23) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις Zuckerfabrik Sόderdithmarschen AG και Zuckerfabrik Soest (σκέψη 30) και Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. Ι (σκέψη 42).
(24) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις Zuckerfabrik Sόderdithmarschen AG και Zuckerfabrik Soest (σκέψη 32) και Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. Ι (σκέψη 45).
(25) - Θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα μήπως το συμπέρασμα αυτό προκύπτει ήδη από το γεγονός και μόνο ότι οι διατάξεις του Finanzgericht Hamburg ακυρώθηκαν από το Bundesfinanzhof.
Full & Egal Universal Law Academy