ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN MISCHO
της 17ης Σεπτεμβρίου 2002 (1)
Υπόθεση C-215/01
Staatsanwaltschaft Augsburg beim Amtsgericht Augsburg
κατά
Bruno Schnitzer
[αίτηση του Amtsgericht Augsburg (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Οδηγία 64/427/ΕΟΚ – Βιοτεχνικού χαρακτήρα υπηρεσίες σοβατίσματος – Εθνική ρύθμιση που απαιτεί την εγγραφή αλλοδαπών βιοτεχνικών επιχειρήσεων στο μητρώο βιοτεχνών – Αναλογικότητα
Ι ─ Εισαγωγή
1. Το Amtsgericht Augsburg (Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί της ερμηνείας των άρθρων 49 ΕΚ, 50 ΕΚ, 54 ΕΚ και 55 ΕΚ, καθώς και της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και Βιοτεχνία) (2) .
2. Το ερώτημα αυτό τέθηκε στο πλαίσιο δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου η οποία αφορά ένα διοικητικό πρόστιμο που ο Δήμος του Augsburg επέβαλε στον B. Schnitzer λόγω παραβάσεως της γερμανικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας. Ο B. Schnitzer είχε αναθέσει σε μια πορτογαλική επιχείρηση να εκτελέσει στη Γερμανία μεγάλης εκτάσεως εργασίες σοβατίσματος, πράγμα που η επιχείρηση αυτή έπραξε χωρίς να έχει εγγραφεί στο γερμανικό μητρώο βιοτεχνών.
ΙΙ ─ Νομικό πλαίσιο
Α ─ Κοινοτικό νομικό πλαίσιο
3. Το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει: Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητας άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής.
4. Το άρθρο 50, τρίτο εδάφιο, ΕΚ διευκρινίζει ότι, [μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου που αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, εκείνος που παρέχει υπηρεσία δύναται για την εκτέλεση αυτής να ασκήσει προσωρινά τη δραστηριότητά του στο κράτος όπου παρέχεται η υπηρεσία με τους ίδιους όρους που το κράτος επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους.
5. Στις 18 Δεκεμβρίου 1961 το Συμβούλιο υιοθέτησε, βάσει των άρθρων 54, παράγραφος 1, και 63, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 44, παράγραφος 1, ΕΚ και 52, παράγραφος 1, ΕΚ), δύο γενικά προγράμματα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (3) . Για να διευκολύνει την υλοποίηση των προγραμμάτων αυτών, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 7 Ιουλίου 1964, και την οδηγία 64/427. Η οδηγία αυτή προβλέπει στην ουσία ένα σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε στη χώρα καταγωγής και έχει εφαρμογή τόσο για την εγκατάσταση όσο και για την παροχή υπηρεσιών εντός άλλου κράτους μέλους.
6. Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 64/427: Όταν σε ένα κράτος μέλος η ανάληψη μιας από τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ή η άσκησή της εξαρτάται από την κατοχή γενικών, εμπορικών ή επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων, το εν λόγω κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη των γνώσεων και ικανοτήτων αυτών την πραγματική άσκηση της εν λόγω δραστηριότητος σε άλλο κράτος μέλος:
α) είτε για έξι συνεχή έτη υπό την ιδιότητα ανεξάρτητου επαγγελματία ή υπό την ιδιότητα διευθύνοντος επιφορτισμένου με τη διαχείριση της επιχειρήσεως·
β) είτε για τρία συνεχή έτη υπό την ιδιότητα ανεξάρτητου επαγγελματία ή υπό την ιδιότητα διευθύνοντος επιφορτισμένου με τη διαχείριση της επιχειρήσεως, εφόσον ο δικαιούχος δύναται να αποδείξει για το εν λόγω επάγγελμα προηγούμενη τριετή τουλάχιστον κατάρτιση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή κρίνεται ως απολύτως ικανοποιητική από τον αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό·
γ) είτε για τρία συνεχή έτη υπό την ιδιότητα ανεξάρτητου επαγγελματία, όταν ο δικαιούχος δύναται να αποδείξει ότι άσκησε το εν λόγω επάγγελμα, σε σχέση εξαρτήσεως, κατά τη διάρκεια πέντε ετών τουλάχιστον·
δ) είτε για πέντε συνεχή έτη σε διευθυντική θέση από τα οποία ένα ελάχιστο όριο τριών ετών σε τεχνικές υπηρεσίες που συνεπάγονται την ευθύνη ενός τουλάχιστον τμήματος της επιχειρήσεως, εφόσον ο δικαιούχος δύναται να αποδείξει για το εν λόγω επάγγελμα προηγούμενη τριετή τουλάχιστον κατάρτιση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή που κρίνεται ως απολύτως ικανοποιητική από τον αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό. Στις προαναφερθείσες περιπτώσεις υπό α΄ και γ΄ η εν λόγω δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει για διάστημα μεγαλύτερο των 10 ετών κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3.
7. Το άρθρο 4 της οδηγίας 64/427 ορίζει: Για την εφαρμογή του άρθρου 3 ισχύουν τα εξής:
1. Τα κράτη μέλη, στα οποία η ανάληψη μιας από τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ή η άσκησή της εξαρτάται από την κατοχή γενικών εμπορικών ή επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων ενημερώνουν μερίμνη της Επιτροπής τα άλλα κράτη μέλη για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του επαγγέλματος (περιγραφή της δραστηριότητας των επαγγελμάτων αυτών).
2. Η αρμόδια αρχή που ορίζεται από τη χώρα προελεύσεως για το σκοπό αυτό πιστοποιεί τις επαγγελματικές δραστηριότητες που πραγματικά ασκήθηκαν από τον δικαιούχο καθώς και τη διάρκειά τους. Το πιστοποιητικό συντάσσεται σύμφωνα με την περιγραφή του επαγγέλματος, η οποία γνωστοποιείται από το κράτος μέλος όπου ο δικαιούχος σκοπεύει να ασκήσει το επάγγελμα κατά τρόπο μόνιμο ή προσωρινό.
3. Το κράτος μέλος υποδοχής χορηγεί την άδεια ασκήσεως της εν λόγω δραστηριότητος κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, εφόσον η δραστηριότης που πιστοποιείται συμφωνεί με τα κύρια σημεία περιγραφής του επαγγέλματος που έχει γνωστοποιηθεί δυνάμει της παραγράφου 1 και εφόσον πληρούνται οι άλλοι όροι που ενδεχομένως προβλέπονται από τις άλλες διατάξεις του.
8. Η οδηγία 64/427, η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, καταργήθηκε από την οδηγία 1999/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1999, για τη θέσπιση συστήματος αναγνωρίσεως των προσόντων σχετικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες που καλύπτονται από τις οδηγίες ελευθερώσεως, καθώς και μεταβατικών μέτρων, και για τη συμπλήρωση του γενικού συστήματος αναγνωρίσεως των διπλωμάτων (4) . Το κείμενο του άρθρου 4 της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με το παράρτημα Α, πρώτο μέρος, κατάλογος Ι, της ίδιας οδηγίας (όπου γίνεται ρητή παραπομπή στην οδηγία 64/427), είναι ίδιο με το κείμενο του άρθρου 3 της οδηγίας 64/427.
Β ─ Εθνικό νομικό πλαίσιο
9. Στη Γερμανία, οι βιοτεχνικές δραστηριότητες διέπονται από το Handwerksordnung (νομοθέτημα για τη βιοτεχνία) που κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ίσχυε όπως τροποποιήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1998 (5) . Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του νομοθετήματος αυτού, επιτρέπεται να ασκούν βιοτεχνική δραστηριότητα, υπό την ιδιότητα ελεύθερου επαγγελματία, μόνον τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και οι αστικές εταιρίες που είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο βιοτεχνών ( Handwerksrolle). Η εγγραφή αυτή αντιστοιχεί στη χορήγηση άδειας ασκήσεως της εν λόγω δραστηριότητας.
10. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Handwerksordnung, «στο μητρώο βιοτεχνών εγγράφεται όποιος έχει επιτύχει στις προβλεπόμενες εξετάσεις για τη βιοτεχνική δραστηριότητα που θέλει να ασκήσει ή για παραπλήσια βιοτεχνική δραστηριότητα [...]».
11. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Handwerksordnung ορίζει ότι «σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η εγγραφή στο μητρώο βιοτεχνών όταν ο αιτών αποδεικνύει ότι έχει τις αναγκαίες γνώσεις και δεξιότητες για την άσκηση, υπό την ιδιότητα ελεύθερου επαγγελματία, της βιοτεχνικής δραστηριότητας που θέλει να ασκήσει».
12. Το άρθρο 9 του Handwerksordnung εξουσιοδοτεί τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Οικονομίας να ορίσει τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί μια τέτοια κατ' εξαίρεση άδεια στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών πέραν των περιπτώσεων που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ίδιου νομοθετήματος. Βάσει της πρώτης διατάξεως, ο πιο πάνω υπουργός εξέδωσε, στις 4 Αυγούστου 1966, κανονιστική απόφαση για τις προϋποθέσεις εγγραφής των υπηκόων των άλλων κρατών μελών στο μητρώο βιοτεχνών (6) . Η απόφαση αυτή μετέφερε στο γερμανικό δίκαιο τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 64/427.
ΙΙΙ ─ Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
13. Με απόφαση της 28ης Αυγούστου 2000, ο Δήμος του Augsburg επέβαλε διοικητικό πρόστιμο στον B. Schnitzer για παράβαση των άρθρων 1, παράγραφος 1, σημείο 3, και 2 του Gesetz zur Bekaempfung der Schwarzarbeit (νόμου για την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας). Ο νόμος αυτός προβλέπει την επιβολή διοικητικού προστίμου όχι μόνο σε κάθε πρόσωπο που σε σημαντικό βαθμό το ίδιο παρέχει υπηρεσίες χωρίς να έχει εγγραφεί στο μητρώο βιοτεχνών, αλλά και σε κάθε πρόσωπο που σε σημαντικό βαθμό μέσω τρίτων παρέχει τέτοιες υπηρεσίες αναθέτοντάς τις σε πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένα στο πιο πάνω μητρώο. Η τελευταία περίπτωση είναι ο λόγος για τον οποίο επιβλήθηκε στον B. Schnitzer το πιο πάνω πρόστιμο.
14. Το αιτούν δικαστήριο μας πληροφορεί ότι η εταιρία της οποίας ο B. Schnitzer είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος υπό την ιδιότητα του διαχειριστή ανέθεσε μεταξύ του Νοεμβρίου του 1994 και του Νοεμβρίου του 1997 στην πορτογαλική επιχείρηση Codeigal- Construção, Decoração e Isolamentos de Portugal Lda, 3680 Oliveira de Fredes, να εκτελέσει μεγάλης εκτάσεως εργασίες σοβατίσματος στη Νότια Βαυαρία. Η επιχείρηση αυτή εγγράφηκε στο γερμανικό μητρώο βιοτεχνών μόλις στις 27 Νοεμβρίου 1997 [...]. Η αιτίαση των διοικητικών αρχών είναι ότι, μεταξύ του Νοεμβρίου του 1996 [sic] και του Οκτωβρίου του 1997 ─μήνα κατά τον οποίο υποβλήθηκε η σχετική αίτηση─, η επιχείρηση αυτή εκτέλεσε, χωρίς την απαιτούμενη γερμανική άδεια, εργασίες που ανήκουν στον γερμανικό τομέα των εργασιών γυψαδόρου, για τις οποίες εισέπραξε το συνολικό ποσό των 539 537,65 γερμανικών μάρκων.
15. Ο B. Schnitzer άσκησε κατά της διοικητικής αποφάσεως ανακοπή ενώπιον του Amtsgericht Augsburg. Το δικαστήριο αυτό υπενθυμίζει ότι, στην απόφασή του Corsten (7) , το Δικαστήριο έχει κρίνει, σε μια υπόθεση όπου μια επιχείρηση εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος ήθελε να παράσχει μόνο μία φορά υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους υποδοχής, ότι η απαίτηση εγγραφής στο μητρώο βιοτεχνών δεν είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο όταν είναι ικανή να καθυστερήσει, να περιπλέξει ή να καταστήσει επαχθέστερη την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Λαμβανομένων υπόψη ορισμένων χωρίων της αποφάσεως εκείνης, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν αποκλείεται να κρίνει το Δικαστήριο ότι η πιο πάνω απαίτηση εγγραφής δεν δικαιολογείται ούτε όταν μια τέτοια επιχείρηση ασκεί στη Γερμανία δραστηριότητα μεγαλύτερης διάρκειας.
16. Κατά συνέπεια, το Amtsgericht Augsburg αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών το ότι μια πορτογαλική επιχείρηση, η οποία πληροί στην Πορτογαλία τις προϋποθέσεις για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει να πληροί άλλες προϋποθέσεις ─έστω και μόνον τυπικές─ (εν προκειμένω την εγγραφή στο μητρώο βιοτεχνών), προκειμένου να ασκήσει τη δραστηριότητα αυτή στη Γερμανία όχι μόνο για βραχύ χρονικό διάστημα αλλά και για μακρότερη περίοδο;
IV ─ Ανάλυση
17. Λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας των δραστηριοτήτων της πορτογαλικής επιχειρήσεως στη Γερμανία, τίθεται πρώτα το ζήτημα αν στην πραγματικότητα η εταιρία αυτή απέκτησε εγκατάσταση στο πιο πάνω κράτος μέλος. Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα χωρεί αμφιβολία σχετικά με την υποχρέωση εγγραφής (8) .
Η περίπτωση της εγκαταστάσεως
18. Η διάκριση μεταξύ εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν είναι πάντοτε εύκολη. Τούτο προκύπτει αμέσως από την ανάγνωση της νομολογίας του Δικαστηρίου.
19. Στην απόφαση Gebhard (9) , το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα πρόσωπο δύναται να είναι εγκατεστημένο σε περισσότερα κράτη μέλη (σκέψη 24) και ότι υπάρχει εγκατάσταση όταν το πρόσωπο αυτό ασκεί κατά τρόπο σταθερό και συνεχή μια επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος όπου, με βάση μια επαγγελματική κατοικία, απευθύνεται, μεταξύ άλλων, στους υπηκόους του κράτους αυτού (σκέψη 28).
20. Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στην περίπτωση όπου ο παρέχων μια υπηρεσία μετακινείται σε άλλο κράτος μέλος, οι διατάξεις του κεφαλαίου που αφορά τις υπηρεσίες και, ιδίως το άρθρο 60, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης [νυν άρθρο 50, τρίτο εδάφιο, ΕΚ], προβλέπουν ότι ο παρέχων την υπηρεσία ασκεί εκεί τη δραστηριότητα του προσωρινώς (σκέψη 26). Το Δικαστήριο συνέχισε επισημαίνοντας ότι ο προσωρινός χαρακτήρας των εν λόγω δραστηριοτήτων πρέπει να εκτιμηθεί όχι μόνο σε σχέση με τη διάρκεια της παροχής αλλά και σε σχέση με τη συχνότητα, περιοδικότητα ή συνέχειά της. Ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής δεν αποκλείει τη δυνατότητα του παρέχοντος τις υπηρεσίες, κατά την έννοια της Συνθήκης, να διαθέτει στο κράτος μέλος υποδοχής ορισμένη υποδομή (συμπεριλαμβανομένης πλήρους εγκαταστάσεως γραφείου), στο μέτρο που η υποδομή αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της εν λόγω παροχής (σκέψη 27).
21. Ασφαλώς, δεν θα είναι εύκολο να καθοριστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αν πρόκειται για γραφείο που χρησιμεύει ως υποδομή για την παροχή υπηρεσιών ή αν πρόκειται για επαγγελματική κατοικία η οποία αποτελεί δεύτερη εγκατάσταση.
22. Ο καθηγητής Mota Campos (10) , κείμενο του οποίου η πορτογαλική κυβέρνηση παρέθεσε στις παρατηρήσεις που κατέθεσε στην παρούσα υπόθεση, έχει προβεί στην ακόλουθη διάκριση η οποία μου φαίνεται εύστοχη: [...] η άσκηση από επιτηδευματία του δικαιώματος εγκαταστάσεως συνεπάγεται συνεχή και σταθερή εγκατάσταση (ή τουλάχιστον εγκατάσταση που αποκτήθηκε με σκοπό μονιμότητας), που να είναι το κέντρο της επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκείται στο κράτος εγκαταστάσεως σε σχέση με αόριστο αριθμό πελατών.Αντιθέτως, μια απλή παροχή υπηρεσιών προϋποθέτει την εκτέλεση μιας ή περισσοτέρων παροχών ή επαγγελματικών πράξεων με σποραδικό χαρακτήρα, των οποίων οι αποδέκτες είναι συγκεκριμένοι πελάτες που προσελκύονται χάρη σε μια μόνιμη εγκατάσταση στο κράτος εγκαταστάσεως του παρέχοντος υπηρεσίες.
23. Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η σχετική επιχείρηση παρείχε μια υπηρεσία, επί ένα κατά το μάλλον ή ήττον μακρό χρονικό διάστημα, σε μία πελάτιδα επιχείρηση που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, αλλά με βάση μια μόνιμη εγκατάσταση στο κράτος καταγωγής, το οποίο είναι το κράτος εγκαταστάσεως του παρέχοντος υπηρεσίες, όπου έχει το κέντρο των δραστηριοτήτων του.
24. Ωστόσο, αντιστρόφως, μπορεί κανείς να διερωτηθεί αν η πορτογαλική επιχείρηση παρείχε στην πραγματικότητα τις υπηρεσίες της σε αόριστο αριθμό πελατών, δηλαδή σε όλους τους διαδοχικούς πελάτες του B. Schnitzer. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο τελευταίος ενεργούσε ως εντολοδόχος της πορτογαλικής επιχειρήσεως; Δεν θα μπορούσε η επιχείρηση του B. Schnitzer να θεωρηθεί η δεύτερη επαγγελματική κατοικία της πορτογαλικής επιχειρήσεως; Μήπως η τελευταία μπορούσε να αποθηκεύει εκεί τα υλικά της πάνω από ένα έτος, και μάλιστα επί σειρά ετών; Μήπως οι εργάτες της πορτογαλικής επιχειρήσεως έμεναν στη Γερμανία από τον Νοέμβριο του 1996, αν όχι από τον Νοέμβριο του 1994, και επέστρεφαν στην Πορτογαλία μόνον κατά την άδειά τους; Ιδού ορισμένα στοιχεία, μεταξύ άλλων, που το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει για να καθορίσει το καθεστώς της πορτογαλικής επιχειρήσεως σε σχέση με τη Συνθήκη.
25. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί, στο πλαίσιο αυτό, η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία [δ]εν μπορεί [...] να αποκλεισθεί από ένα κράτος μέλος το δικαίωμα να λαμβάνει μέτρα παρακωλύοντα τον παρέχοντα υπηρεσίες, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητες εξ ολοκλήρου ή κυρίως στο έδαφός του, να χρησιμοποιεί την ελευθερία, η οποία εξασφαλίζεται από το άρθρο 59, για να διαφεύγει τους επαγγελματικούς κανόνες, οι οποίοι θα εφαρμόζονταν σ’ αυτόν, αν ήταν εγκατεστημένος στο έδαφος του κράτους αυτού [...] (11) .
26. Σε μια άλλη περίπτωση, πριν υπενθυμίσει το δικαίωμα αυτό, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι [...] μια ασφαλιστική επιχείρηση άλλου κράτους μέλους, η οποία ασκεί δραστηριότητα κατά τρόπο μόνιμο στο εν λόγω κράτος μέλος, υπάγεται στις διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως, και αυτό έστω και αν η σχετική δραστηριότητα της επιχειρήσεως δεν ασκείται μέσω υποκαταστήματος ή πρακτορείου, αλλά μέσω απλού γραφείου, το οποίο διευθύνεται από το δικό της προσωπικό ή από ανεξάρτητο πρόσωπο, στο οποίο όμως έχει δοθεί η εντολή να ενεργεί για αυτή κατά τρόπο μόνιμο όπως θα έπραττε ένα πρακτορείο. [...] [Μ]ια τέτοια επιχείρηση ασφαλίσεως δεν μπορεί να επικαλεστεί [τις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών] όσον αφορά τις δραστηριότητές της στο εν λόγω κράτος μέλος (12) .
27. Ωστόσο, το Amtsgericht Augsburg, αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πορτογαλική εταιρία δεν μπορεί να θεωρηθεί εγκατεστημένη στη Γερμανία, θα πρέπει να εξετάσει το πρόβλημα από την πλευρά της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Η περίπτωση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
28. Θα υπενθυμίσω ότι η οδηγία 64/427 έχει εφαρμογή τόσο επί της εγκαταστάσεως όσο και επί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
29. Το άρθρο της 4, παράγραφος 3, έχει ως εξής:Το κράτος μέλος υποδοχής χορηγεί την άδεια ασκήσεως της εν λόγω δραστηριότητος κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου εφόσον η δραστηριότης που πιστοποιείται συμφωνεί κατά τα κύρια σημεία της περιγραφής του επαγγέλματος που έχει γνωστοποιηθεί δυνάμει της παραγράφου 1 και εφόσον πληρούνται οι άλλοι όροι που ενδεχομένως προβλέπονται από τις διατάξεις του (13) .
30. Κατά συνέπεια, όπως ήδη προκύπτει από τα άρθρα 43 ΕΚ και 50 ΕΚ, ένα πρόσωπο ή μια επιχείρηση που παρέχει υπηρεσίες οφείλει, όσο είναι εγκατεστημένο ή εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, κατ' αρχήν να τηρεί τις προϋποθέσεις που το κράτος αυτό επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους.
31. Ωστόσο, το Δικαστήριο εκτιμά, και το υπενθύμισε με την προαναφερθείσα απόφαση Corsten, ότι: ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εξαρτά την παροχή υπηρεσιών στο έδαφός του από την τήρηση όλων των απαιτούμενων προϋποθέσεων εγκαταστάσεως και κατ' αυτόν τον τρόπο να στερεί από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα τις διατάξεις της Συνθήκης που προορίζονται ακριβώς για τη διασφάλιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (14) .
32. Στην προαναφερθείσα απόφαση Corsten, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο στόχος, τον οποίο είχαν επικαλεστεί οι γερμανικές αρχές, να εξασφαλιστεί η ποιότητα των εκτελουμένων βιοτεχνικών εργασιών και να προστατευθούν οι αποδέκτες των παροχών αυτών συνιστά επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος ικανή να δικαιολογήσει περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (σκέψη 38) (15) .
33. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η ρύθμιση αυτή , ακόμη και εάν εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των παρεχόντων υπηρεσίες και φαίνεται πρόσφορη να διασφαλίσει την επίτευξη στόχων που αποσκοπούν στη διατήρηση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου (σκέψη 40).
34. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
45 Ακόμη και εάν η υποχρέωση εγγραφής στο μητρώο βιοτεχνών, που συνεπάγεται την υποχρεωτική εγγραφή στα βιοτεχνικά επιμελητήρια των οικείων επιχειρήσεων και, συνεπώς, την καταβολή των σχετικών εισφορών, μπορούσε να δικαιολογηθεί σε περίπτωση εγκαταστάσεως στο κράτος μέλος υποδοχής, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κυρία δίκη, τούτο δεν ισχύει απαραιτήτως και για τις επιχειρήσεις που έχουν την πρόθεση να παράσχουν υπηρεσίες στο κράτος μέλος υποδοχής μόνον ευκαιριακά ή και άπαξ μόνον.
46 Πράγματι, οι τελευταίες αυτές μπορούν να αποθαρρυνθούν ως προς την επιδίωξη των σχεδίων τους, εάν λόγω της υποχρεωτικής εγγραφής τους στο μητρώο βιοτεχνών, η διαδικασία χορηγήσεως άδειας καθίσταται περισσότερο χρονοβόρα και δαπανηρή, οπότε το προσδοκώμενο κέρδος, τουλάχιστον για μικρές εργασίες, να μην παρουσιάζει πλέον οικονομικό ενδιαφέρον. ΄Ετσι, για τις επιχειρήσεις αυτές , η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, καθώς και η οδηγία 64/427, κινδυνεύουν να χάσουν την πρακτική τους αποτελεσματικότητα
(16) .
35. Ωστόσο, στο διατακτικό της αποφάσεως εκείνης, το Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε πια στις υπηρεσίες που παρέχονται μία μόνο φορά, ή περιστασιακά, αλλά αποφάνθηκε γενικά ότι [ρ]ύθμιση κράτους μέλους που εξαρτά την άσκηση, στην επικράτειά του, βιοτεχνικών δραστηριοτήτων από παρέχοντες υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη από μια διαδικασία χορηγήσεως άδειας που μπορεί να καθυστερεί ή να δυσχεραίνει την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιήθηκε η εξέταση για την πλήρωση των προϋποθέσεων προσβάσεως στις οικείες δραστηριότητες και διαπιστώθηκε ότι αυτές πληρούνται, αντίκειται στο άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ) και στο άρθρο 4 της οδηγίας 64/427 [...]. Άλλωστε, η ενδεχόμενη υποχρέωση εγγραφής στο μητρώο βιοτεχνών του κράτους μέλους υποδοχής, αν υποτεθεί ότι είναι δικαιολογημένη, δεν πρέπει να συνεπάγεται ούτε επιπλέον διοικητικά έξοδα ούτε την υποχρεωτική καταβολή εισφορών στο βιοτεχνικό επιμελητήριο.
36. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που περιστασιακά παρέχονται υπηρεσίες ή και στην περίπτωση που πολλές παροχές εκτείνονται σε μακρό χρονικό διάστημα.
37. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση θεωρεί συναφώς ότι οι γερμανικές διοικητικές αρχές δεν μπορούν [...] να επικαλεστούν, για την καλύτερη προστασία των συμφερόντων τους, το γεγονός ότι, όσον αφορά μια παροχή υπηρεσιών μεγαλύτερης διάρκειας, χρονικό διάστημα που δεν καθορίζει ο ίδιος ο γερμανικός νόμος, είναι αναγκαία η εγγραφή των επιχειρήσεων στο γερμανικό μητρώο βιοτεχνών. Μια τέτοια διάκριση είναι άσκοπη, τη στιγμή που δεν προβλέπεται από τη γερμανική νομοθεσία· πρόκειται για συγκεκαλυμμένο εμπόδιο για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εντός του κοινοτικού εδάφους [...]. Κατά συνέπεια, η έννοια της παροχής υπηρεσιών, η οποία οπωσδήποτε καλύπτει τον παράγοντα: χρόνος, δεν παρέχει τη δυνατότητα να καθοριστούν χρονικά διαστήματα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να εφαρμοστούν διαφορετικά νομικά συστήματα, καθόσον στην αντίθετη περίπτωση δεν θα τηρηθεί η ρήτρα stand-still που περιέχεται στο άρθρο 49.
38. Και κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, η (ενδεχομένως μεγαλύτερη) διάρκεια της παροχής υπηρεσιών δεν μπορεί να αποτελέσει αποχρώντα λόγο να απαιτηθεί, παρά την εν προκειμένω κρίση του Δικαστηρίου, εγγραφή στο μητρώο βιοτεχνών. Η διάρκεια της παροχής υπηρεσιών σε μια συγκεκριμένη περίπτωση ─είτε πρόκειται για μία εβδομάδα είτε για ένα έτος (π.χ. κατασκευή ενός νοσοκομείου ή εκτέλεση οποιουδήποτε άλλου ανάλογου μεγάλου έργου)─ εξαρτάται από το είδος της σχετικής παροχής. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που να παρέχει τη δυνατότητα να χαρακτηριστεί μια δραστηριότητα ως παροχή μιας υπηρεσίας [...]. Στην παρούσα υπόθεση, η μεγαλύτερη διάρκεια των δραστηριοτήτων μπορεί το πολύ να δείξει ότι δεν πρόκειται πια για παροχή υπηρεσιών, αλλά για δραστηριότητες που εμπίπτουν στην ελευθερία εγκαταστάσεως, οπότε δικαιολογούνται μεγαλύτερες απαιτήσεις [...]. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για δραστηριότητες μεγαλύτερης διάρκειας [...], οι αρχές του σχετικού κράτους μέλους διατηρούν την εξουσία να τηρούν, καθαρά για διοικητικούς λόγους, καταλόγους των επιχειρήσεων των οποίων ο χαρακτηρισμός έχει αναγνωριστεί στο πλαίσιο των σχετικών κανόνων του κοινοτικού δικαίου.
39. Κατά συνέπεια, η Αυστριακή Κυβέρνηση προτείνει μιαν εναλλακτική λύση σε σχέση με την εγγραφή των επιχειρήσεων των άλλων κρατών μελών στο μητρώο βιοτεχνών του κράτους μέλους υποδοχής. Η εναλλακτική αυτή λύση είναι δίχως άλλο εφαρμόσιμη. Έτσι, αυτό το κράτος μέλος θα μπορεί να χορηγήσει στην επιχείρηση βεβαίωση η οποία πιστοποιεί ότι η επιχείρηση αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που η οδηγία 64/427 θέτει για την παροχή υπηρεσιών. Το έγγραφο αυτό θα μπορεί να χρησιμεύσει στην επιχείρηση ως αποδεικτικό στοιχείο σε ελέγχους που θα γίνουν στη συνέχεια σε άλλα εργοτάξια. Το εν λόγω κράτος μέλος θα μπορεί συγχρόνως να εγγράψει την επιχείρηση σε ειδικό κατάλογο των επιχειρήσεων στις οποίες έχει δοθεί τέτοιο πιστοποιητικό, και έτσι θα μπορεί να έχει μια συνολική εικόνα όλων των αλλοδαπών επιχειρήσεων στις οποίες έχει επιτραπεί η παροχή υπηρεσιών.
40. Ωστόσο, ένα κράτος μέλος όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα μπορούσε να αντιτάξει ότι, για παραδοσιακούς λόγους και για λόγους διαφάνειας και ομοιογένειας του συστήματός του, θεωρεί απαραίτητη τη διατήρηση ενιαίου μητρώου για το σύνολο των επιχειρήσεων, τόσο ημεδαπών όσο και αλλοδαπών, στις οποίες επιτρέπεται η άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος στην ημεδαπή.
41. Δεν βλέπω σε τι το κοινοτικό δίκαιο θα μπορούσε να αντιτεθεί στη διατήρηση μιας τέτοιας παραδόσεως, από τη στιγμή που η διαδικασία εγγραφής στο μητρώο βιοτεχνών δεν συνεπάγεται τα μειονεκτήματα που το Δικαστήριο επέκρινε με την προαναφερθείσα απόφαση Corsten.
42. Άλλωστε, οι δυνητικοί αποδέκτες των σχετικών υπηρεσιών ενδέχεται και αυτοί να θεωρήσουν πλεονέκτημα το γεγονός ότι θα μπορούν να συμβουλευθούν ένα ενιαίο και πασίγνωστο μητρώο για να εξακριβώσουν αν η επιχείρηση με την οποία σχεδιάζουν να συμβληθούν έχει τα αναγκαία προσόντα.
43. Τέλος, ο κοινοτικός νομοθέτης θεωρεί ότι η εγγραφή των αλλοδαπών επιχειρήσεων στο μητρώο βιοτεχνών γίνεται και προς το συμφέρον των επιχειρήσεων αυτών. Συγκεκριμένα, η οδηγία 64/429/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί υλοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23 ─ 40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και Βιοτεχνία) (17) , η οποία εκδόθηκε την ίδια ημέρα με την οδηγία 64/427 και στην οποία παραπέμπει η προαναφερθείσα απόφαση Corsten, ορίζει τα εξής: Άρθρο 5
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι δικαιούχοι της παρούσης οδηγίας να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής σε επαγγελματικές οργανώσεις υπό τους αυτούς όρους και με τα αυτά δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως και οι ημεδαποί.
44. Από τη συνέχεια του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα βιοτεχνικά επιμελητήρια αποτελούν τέτοιες επαγγελματικές οργανώσεις.
45. Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν πρέπει πια να διατηρήσει τον δισταγμό που εξέφρασε στην προαναφερθείσα απόφαση Corsten σχετικά με αυτή ταύτη τη δικαιολόγηση της εγγραφής στο μητρώο βιοτεχνών. Αν η εγγραφή αυτή δεν συνεπάγεται πρόσθετη καθυστέρηση σε σχέση με τη διαδικασία ελέγχου που προβλέπεται από την οδηγία ούτε πρόσθετα διοικητικά έξοδα, η απαίτηση της εγγραφής αυτής θα πρέπει να γίνει δεκτή ανεξαρτήτως της προβλέψιμης διάρκειας των εργασιών.
46. Απομένει το ζήτημα αν, στην περίπτωση που πολλαπλές παροχές εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά από ένα ορισμένο χρονικό σημείο μπορεί να απαιτηθεί η καταβολή εισφοράς στο βιοτεχνικό επιμελητήριο.
47. Η Επιτροπή δεν κάνει τέτοια διάκριση μεταξύ της εγγραφής στο βιοτεχνικό επιμελητήριο, των διοικητικών εξόδων σχετικά με την εγγραφή αυτή και της καταβολής εισφοράς στο βιοτεχνικό επιμελητήριο, αλλά ακολουθεί μια πολύ λεπτή προσέγγιση. Θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν ως σημείο αφετηρίας τα κριτήρια που το Δικαστήριο παρέθεσε στη σκέψη 46 της προαναφερθείσας αποφάσεως Corsten. Κατά την Επιτροπή, η συγκεκριμένη περίπτωση δείχνει ότι με την ανάλυση που πρέπει να γίνει βάσει της σκέψεως 46 είναι δύσκολο να δει κανείς τα πράγματα ex post. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η επιχείρηση, η οποία χρησιμοποιεί την ελευθερία παροχής υπηρεσιών εντός της κοινής αγοράς, να άσκησε στην αρχή, στη χώρα υποδοχής, μια δραστηριότητα η οποία επρόκειτο να ασκηθεί μόνο περιστασιακά ή μόνο μία φορά. Η συνεχής δραστηριότητα, που διαπιστώνεται ex post, ίσως καθόλου να μην είχε σχεδιαστεί ex ante, ή τουλάχιστον κατά τη διάρκεια κάποιας αρχικής περιόδου, και κάλλιστα μπορεί να αναπτύχθηκε κατόπιν απροβλέπτων παραγγελιών που δόθηκαν μετά την ικανοποιητική εκτέλεση μιας εργασίας που στην αρχή εκτελέστηκε μόνο περιστασιακά ή μόνο μία φορά. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο της ουσίας θα πρέπει να διαπιστώσει, μετά από εξέταση των πραγματικών περιστατικών, από ποιο χρονικό σημείο η επιχείρηση, η οποία παρέχει υπηρεσίες εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, δεν θα μπορεί πλέον να λαμβάνει ως αφετηρία ότι λόγω της αποφάσεως Corsten χωρεί αμφιβολία ως προς το αν η υποχρέωσή της εγγραφής είναι συμβατή με τη Συνθήκη ΕΚ. Όσο παρατείνεται η δραστηριότητα και όσο πιο προβλέψιμη γίνεται η συνέχισή της από εκείνον που παρέχει υπηρεσίες, τόσο πιο νωρίς η υποχρέωση εγγραφής θα πρέπει να θεωρείται συμβατή με το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο.
48. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή λαμβάνει ως αφετηρία ότι μπορεί να απαιτηθεί η εγγραφή στο μητρώο βιοτεχνών όσον αφορά εκείνον ο οποίος παρέχει υπηρεσίες κατά τρόπον που δεν είναι περιστασιακός και ότι του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να καθορίσει, βάσει της λεπτότατης ψυχολογικής αξιολογήσεως που σκιαγραφεί η Επιτροπή, το χρονικό σημείο από το οποίο το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένο. Αν κατάλαβα καλά τον ισχυρισμό της Επιτροπής, η υπό αυτές τις συνθήκες εγγραφή στο μητρώο βιοτεχνών δύναται να συνεπάγεται την καταβολή διοικητικών εξόδων και την υποχρέωση καταβολής εισφοράς στο βιοτεχνικό επιμελητήριο.
49. Η προσέγγιση αυτή της Επιτροπής μπορεί να φαίνεται ελκυστική. Συγκεκριμένα, όταν μια αλλοδαπή επιχείρηση εκτελεί ολόκληρη σειρά παραγγελιών, οι οποίες κλιμακώνονται σε ένα έτος ή σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογείται πια εξαίρεση από την αρχή που απορρέει από το άρθρο 50, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, κατά την οποία αρχή εκείνος που παρέχει υπηρεσίες πρέπει και αυτός να υπόκειται στους κανόνες που ισχύουν στη χώρα υποδοχής. Έτσι, όταν οι επίμαχες διατυπώσεις ολοκληρώνονται πολύ μετά από την έναρξη των εργασιών, οι διατυπώσεις αυτές σαφώς δεν μπορούν πια να καθυστερήσουν τις πιο πάνω εργασίες.
50. Μάλιστα, η επιχείρηση θα έχει ίσως ωφεληθεί, εμμέσως, κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπο, από τις υπηρεσίες που το βιοτεχνικό επιμελητήριο παρέχει σε ολόκληρο τον τομέα. Αν οι εισφορές στο βιοτεχνικό επιμελητήριο υπολογίζονται ως ποσοστό του κύκλου εργασιών, δεν θα έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα.
51. Κατά συνέπεια, μετά μακρά περίοδο δραστηριότητας στη χώρα υποδοχής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η σχετική διατύπωση καταλήγει στο [...] να στερεί από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα τις διατάξεις της Συνθήκης που προορίζονται ακριβώς για τη διασφάλιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών [...] (18) .
52. Εν τω μεταξύ, η επιχείρηση οπωσδήποτε θα έχει εξοικειωθεί με τις μεθόδους εισπράξεως του φόρου προστιθεμένης αξίας στη χώρα υποδοχής και θα έχει αποκτήσει σχέσεις με την εφορία που είναι αρμόδια για την επιβολή φόρου εισοδήματος. Με άλλα λόγια, είναι ευσεβής πόθος η ιδέα ότι η διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών μπορεί να γίνει χωρίς την παραμικρή ενόχληση σε διοικητικό επίπεδο.
53. Ωστόσο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν ακολουθηθεί η προσέγγιση της Επιτροπής, το αποτέλεσμα θα είναι να δημιουργηθεί, παραπλεύρως των επιχειρήσεων που θεωρούνται εγκατεστημένες και των επιχειρήσεων που περιστασιακά παρέχουν υπηρεσίες, μια τρίτη κατηγορία, δηλ. η κατηγορία των επιχειρήσεων που επί μακρόν παρέχουν επαναλαμβανόμενες υπηρεσίες, κατηγορία για την οποία δεν βρίσκεται κανένα έρεισμα στη Συνθήκη.
54. Επιπλέον, νομίζω ότι είναι αρκετά δύσκολο να γίνουν οι προβαλλόμενες από την Επιτροπή αξιολογήσεις σχετικά με την πρόθεση που η επιχείρηση ενδεχομένως είχε όταν άρχισε να παρέχει υπηρεσίες εντός της χώρας υποδοχής.
55. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι είναι προτιμότερο να γίνουν δεκτές οι ακόλουθες αρχές:
56. Πρώτον, σε κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να ασκήσει για πρώτη φορά δραστηριότητες σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να επιβληθεί υποχρέωση εγγραφής στο μητρώο βιοτεχνών υπό την προϋπόθεση ότι η εγγραφή αυτή είναι αυτόματη συνέπεια της προβλεπόμενης από την οδηγία 64/427 διαδικασίας ελέγχου των προσόντων και δεν συνεπάγεται ούτε πρόσθετα έξοδα ούτε την καταβολή εισφοράς στο βιοτεχνικό επιμελητήριο.
57. Τούτο απορρέει όχι μόνον, a contrario, από την προαναφερθείσα απόφαση Corsten, αλλά και από την προσέγγιση που ο κοινοτικός νομοθέτης ακολούθησε στο άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (19) , άρθρο το οποίο ήταν επίμαχο στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (20) .
58. Συγκεκριμένα, στο τρίτο εδάφιο της διατάξεως αυτής δύναται να αναγνωσθεί ότι τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν την εφαρμογή των πειθαρχικών διατάξεων που ισχύουν στην επικράτειά τους, μπορούν να προβλέψουν προσωρινή εγγραφή, η οποία γίνεται αυτόματα, ή μια τυπική (pro forma) συμμετοχή σε μια επαγγελματική οργάνωση ή σύλλογο ή [εγγραφή σε] μητρώο, με την προϋπόθεση ότι η εγγραφή αυτή δεν καθυστερεί ούτε περιπλέκει, με κανένα τρόπο, την παροχή υπηρεσιών ούτε συνεπάγεται πρόσθετα έξοδα για τον παρέχοντα τις υπηρεσίες.
59. Δεύτερον, αν στη συνέχεια αποδειχθεί ότι η δραστηριότητα της επιχειρήσεως, λόγω της διάρκειάς της, της συνέχειάς της και των πολλών συμβάσεων που εκτελέστηκαν, κατέληξε να έχει τα χαρακτηριστικά εγκαταστάσεως, θα μπορεί να επιβληθεί στην επιχείρηση η καταβολή εισφορών στο βιοτεχνικό επιμελητήριο.
60. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 64/427, τα κράτη μέλη φροντίζουν για την ενημέρωση του δικαιούχου, [...] σχετικά με τη ρύθμιση, στην οποία υπόκειται το επάγγελμα που σχεδιάζει να ασκήσει, πριν εγκατασταθεί ή πριν αρχίσει να ασκεί προσωρινά δραστηριότητα.
61. Το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/42 ορίζει, κατ' ανάλογο τρόπο, ότι τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε να παρέχονται στο δικαιούχο [...], πριν εγκατασταθεί ή πριν αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες, πληροφορίες σχετικά με τη νομοθεσία που διέπει το επάγγελμα που προτίθεται να ασκήσει.
62. Κατά συνέπεια, ο επιτηδευματίας θα μπορεί, κατά το χρονικό αυτό σημείο, να πληροφορηθεί ότι, από τη στιγμή που η δραστηριότητά του πληροί τα ουσιώδη κριτήρια της εγκαταστάσεως, θα κληθεί να καταβάλει εισφορές.
63. Ποια είναι τα συμπεράσματα που συνάγονται από τα πιο πάνω στη διαφορά της κύριας δίκης;
64. Αν το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα, αφενός, ότι η διαδικασία χορηγήσεως άδειας, που προσάπτεται στην πορτογαλική επιχείρηση ότι δεν τήρησε, είναι ικανή να καθυστερήσει ή να περιπλέξει την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, άπαξ έχει αποδειχθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προσβάσεως στις σχετικές δραστηριότητες, και, αφετέρου, ότι η απαίτηση εγγραφής στο μητρώο βιοτεχνών συνεπάγεται πρόσθετα διοικητικά έξοδα και την καταβολή εισφορών στο βιοτεχνικό επιμελητήριο, θα συναγάγει ότι η πιο πάνω διαδικασία είναι ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο και ότι δεν μπορεί να επιβληθεί κύρωση στον Β. Schnitzer λόγω του ότι η πορτογαλική επιχείρηση δεν τήρησε τη διαδικασία αυτή.
65. Πάντως, πριν καταλήξει σε οριστικό συμπέρασμα, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει επίσης να εξακριβώσει με γνώμονα τη διάρκεια, τη συχνότητα, την περιοδικότητα και το συνεχές των δραστηριοτήτων της [πορτογαλικής επιχειρήσεως], αν η εταιρία αυτή ασκεί τη δραστηριότητά της στη Γερμανία προσωρινώς υπό την έννοια της Συνθήκης (21) . Αν προκύψει ότι, μετά από ορισμένο χρονικό σημείο, η δραστηριότητα αυτή έχασε τον προσωρινό της χαρακτήρα ή ότι μεταφέρθηκε καθ' ολοκληρίαν ή κατά κύριο λόγο στο γερμανικό έδαφος, η απαίτηση εγγραφής στο βιοτεχνικό επιμελητήριο (περιλαμβανομένης της απαιτήσεως καταβολής εισφορών στο βιοτεχνικό επιμελητήριο) θα ισχύει χωρίς περιορισμό και θα μπορεί να επιβληθεί κύρωση στον Β. Schnitzer.
V ─ Συμπέρασμα
66. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα του Amtsgericht Augsburg ως εξής:
1) Τα άρθρα 49 ΕΚ, 50 ΕΚ, 54 ΕΚ και 55 ΕΚ, καθώς και το άρθρο 4 της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και Βιοτεχνία), δεν αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία εξαρτά την άσκηση, στο έδαφός του, βιοτεχνικών δραστηριοτήτων από παρέχοντες υπηρεσίες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, πέραν από την εξέταση των προϋποθέσεων προσβάσεως στις σχετικές δραστηριότητες, και από την εγγραφή στο μητρώο βιοτεχνών, όταν η εγγραφή αυτή δεν μπορεί να καθυστερήσει ή να περιπλέξει την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και δεν συνεπάγεται ούτε πρόσθετα διοικητικά έξοδα ούτε υποχρέωση καταβολής εισφορών στο βιοτεχνικό επιμελητήριο.
2) Όταν οι δραστηριότητες ενός προσώπου ή μιας επιχειρήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής δεν παρατείνονται επί μακρόν, κατά συνεχή, ουσιαστικά, τρόπο και επί τη βάσει σειράς συμβάσεων, του αρμοδίου δικαστηρίου έργο είναι να καθορίσει από ποιο χρονικό σημείο η κατάσταση αυτή πρέπει να εξομοιωθεί με εγκατάσταση και, επομένως, δημιουργεί υποχρέωση καταβολής εισφορών στο βιοτεχνικό επιμελητήριο.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 38.
3 – EE (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1962, 2, αντιστοίχως σ. 36 και 32.
4 – ΕΕ L 201, σ. 77.
5 – BGBl. 1998 Ι, σ. 3074.
6 – BGBl. 1966 Ι, σ. 469.
7 – Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-58/98 (Συλλογή 2000, σ. Ι-7919).
8 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, τις προτάσεις μου της 7ης Μαΐου 2002 στην υπόθεση C-79/01, Payroll Data Services κ.λ.π., η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
9 – Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-4165).
10 – Mota Campos, J., Direito Communitário, Volume III , O Ordenamento Económico, σ. 332.
11 – Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, Van Binsbergen (Συλλογή τόμος 1974, σ. 513, σκέψη 13). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, 130/88, Van der Bijl (Συλλογή 1989, σ. 3039, σκέψη 26)· της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-211/91, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-6757, σκέψη 12)· της 3ης Φεβρουαρίου 1993, C-148/91, Veronica Omroep Organisatie (Συλλογή 1993, σ. Ι-487, σκέψη 12), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-23/93, TV 10 (Συλλογή 1994, σ. Ι-4795, σκέψη 20).
12 – Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 21, η υπογράμμιση δική μου).
13 – Η υπογράμμιση δική μου.
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Säger, (Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 13), και την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 26.
15 – Στην απόφαση της 8ης Ιουνίου 2000, C-264/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2000, σ. Ι-4417), σχετικά με τη δραστηριότητα του διαμετακομιστή, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι συντρέχει η επιτακτική αυτή ανάγκη.
16 – Η υπογράμμιση δική μου.
17 – ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 45.
18 – Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Säger, σκέψη 13.
19 – ΕΕ L 223, σ. 15.
20 – Απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C-298/99, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή και αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα του αρχιτέκτονα.
21 – Βλ. την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-3/95, Reisebüro Broede (Συλλογή 1996, σ. Ι-6511, σκέψη 22).
Full & Egal Universal Law Academy