ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 22ας Μα.ου 2003(1)
Υπόθεση C-216/01
Budějovický Budvar, národní podnik
Κατά
Rudolf Ammersin GmbH
[αίτηση του Handelsgericht Wien
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
«Γεωγραφικές ενδείξεις - Συμβάσεις συναφθείσες μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους - Διαδοχή των κρατών όσον αφορά την εφαρμογή των Συνθηκών - Συμβάσεις συναφθείσες πριν από την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή .νωση - Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας»
Περιεχόμενα
I – Προκαταρκτική παρατήρηση
II – II - Νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
Οι κανόνες της Συνθήκης
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92
Οι συμφωνίες Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας
Οι μεταγενέστερες της διαλύσεως της Τσεχοσλοβακίας πράξεις
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
IV – Νομική ανάλυση
Επί του παραδεκτού
Επί του πρώτου ερωτήματος
a) Η προστασία της ονομασίας «Bud» υπό το φως του κανονισμού 2081/92
Επί του παραδεκτού
Επί της ουσίας
V – Πρόταση
I – Προκαταρκτική παρατ0ήρηση
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει ορισμένα ζητήματα σχετικά με την προστασία των tection γεωγραφικών ενδείξεων προελεύσεως των προϊόντων διατροφής. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να αποφανθεί επί του αν μια διεθνής συμφωνία περί προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων συναφθείσα μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των συμβάσεων «που συνήφθησαν [...] προ της ημερομηνίας της προσχώρησης» του εν λόγω κράτους μέλους στην Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο 307 ΕΚ, ακόμη και όσον αφορά τα αποτελέσματα που παράγει η εν λόγω συμφωνία μεταξύ αυτού του κράτους μέλους και ενός των κρατών τα οποία διαδέχθηκαν το αρχικώς μετέχον στη συμφωνία τρίτο κράτος, μετά τη διάλυσή του.
2. Τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ μιας ζυθοποιίας εγκατεστημένης στη Δημοκρατία της Τσεχίας και μιας αυστριακής εταιρίας διαθέτουσας στο εμπόριο μπίρα, αφορούν δε τη χρήση από την τελευταία αυτή εταιρία της ονομασίας «Bud» για μπίρα προερχόμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, παρά το ότι βάσει σειράς συμφωνιών που συνήφθησαν κατά την περίοδο 1976-1981 μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας (στο εξής: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας ή Τσεχοσλοβακία), η ονομασία αυτή προορίζεται αποκλειστικά για τα εγκατεστημένα στην Τσεχοσλοβακία πρόσωπα.
II – Νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
Οι κανόνες της Συνθήκης
3. .πως είναι γνωστό, το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Κατά το άρθρο 30 ΕΚ, γίνονται δεκτοί οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις που δικαιολογούνται μεταξύ άλλων από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
4. To άρθρο 307, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΕΚ έχει ως εξής:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν προ της 1ης Ιανουαρίου 1958 ή, για τα κράτη που προσχωρούν, προ της ημερομηνίας της προσχώρησής τους, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου, δεν θίγονται από την παρούσα Συνθήκη.
Κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη, το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα. Εν ανάγκη τα κράτη μέλη παρέχουν προς τον σκοπό αυτό αμοιβαία συνδρομή και υιοθετούν, κατά περίπτωση, κοινή στάση.»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92
5. Για την επίλυση της παρούσας υποθέσεως είναι επίσης σημαντικός ο κανονισμός (ΕΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (στο εξής: κανονισμός 2081/92) (2), με τον οποίο εισάγεται ένα ομοιόμορφο σύστημα προστασίας σε κοινοτικό επίπεδο των «προστατευομένων γεωγραφικών ενδείξεων» και των «προστατευομένων ονομασιών προελεύσεως».
6. Ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε λόγω της σημασίας της παραγωγής και της διανομής των γεωργικών προϊόντων στην οικονομία της Κοινότητας (πρώτη αιτιολογική σκέψη) και, ειδικότερα, για να προαχθεί η διαφοροποίηση της παραγωγής και η προώθηση προϊόντων ποιότητας (δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Προς τον σκοπό αυτό, ο κανονισμός καθιερώνει ένα κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με τις προστατευόμενες ενδείξεις της προελεύσεως των προϊόντων διατροφής, το οποίο υποκαθίσταται στα προϋπάρχοντα εθνικά συστήματα, εξασφαλίζοντας μια ενιαία θεώρηση και ίσους όρους ανταγωνισμού (έβδομη αιτιολογική σκέψη). Το πεδίο εφαρμογής του συστήματος αυτού περιορίζεαι στα «γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα τα χαρακτηριστικά των οποίων συνδέονται με τη γεωγραφική τους καταγωγή» (ένατη αιτιολογική σκέψη).
7. .πως προβλέπεται στο προοίμιο, το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός προβλέπει την καταχώριση δύο κατηγοριών προστατευομένων ενδείξεων, των προστατευομένων ονομασιών προελεύσεως και των προστατευομένων γεωγραφικών ενδείξεων (δέκατη αιτιολογική σκέψη). Στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού διευκρινίζονται συναφώς τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
α) ονομασία προέλευσης: το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
– - που κατάγεται από αυτή την περιοχή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
– - του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή·
β) γεωγραφική ένδειξη: το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
– - που κατάγεται από την περιοχή αυτή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
– - του οποίου μια συγκεκριμένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική αυτή καταγωγή και του οποίου η παραγωγή ή/και η μεταποίηση ή/και η επεξεργασία πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή.»
8. Η Επιτροπή προβαίνει στην καταχώριση (άρθρο 6) όταν τα προϊόντα για τα οποία αυτή ζητείται ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές οι οποίες απαριθμούνται στα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού.
9. Σύμφωνα με το άρθρο 12, ο κανονισμός εφαρμόζεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στα γεωργικά προϊόντα ή στα τρόφιμα προελεύσεως τρίτης χώρας (3). Ο κανόνας αυτός ισχύει, εν πάση περιπτώσει, «με την επιφύλαξη των διατάξεων διεθνών συμφωνιών» (άρθρο 12, παράγραφος 1).
Οι συμφωνίες Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας
10. Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, είναι επίσης σημαντική μια σύμβαση συναφθείσα στη Βιένη, στις 11 Ιουνίου 1976, μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας, σχετικά με την προστασία των ονομασιών που υποδεικνύουν την προέλευση γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων (στο εξής: Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας) (4).
11. Βάσει της συμβάσεως, αφενός, η χρήση ορισμένων αυστριακών ονομασιών προελεύσεως, οι οποίες προσδιορίζονται στο παράρτημα Α της συμφωνίας περί εφαρμογής της συμβάσεως η οποία υπεγράφη στην Πράγα στις 7 Ιουνίου 1979 (στο εξής: συμφωνία εφαρμογής) (5), προορίζεται αποκλειστικά για τα αυστριακά προϊόντα και, αφετέρου, εξασφαλίζεται για τα τσεχικά και σλοβακικά προϊόντα η αποκλειστική χρήση ορισμένων τσεχικών και σλοβακικών ονομασιών προελεύσεως που προσδιορίζονται στο παράρτημα Β της συμφωνίας εφαρμογής.
12. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 της συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να προστατεύουν αποτελεσματικά κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού τις ενδείξεις καταγωγής, τις ονομασίες προελεύσεως και τους λοιπούς προσδιορισμούς της προελεύσεως των γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων που απαριθμούνται στη σύμβαση και στη συμφωνία εφαρμογής.
13. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως:
«Ως ενδείξεις καταγωγής, ονομασίες προελεύσεως και λοιποί προσδιορισμοί της προελεύσεως, κατά την έενοια της παρούσας συμφωνίας, νοούνται όλες οι υποδείξεις οι οποίες αναφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, στην προέλευση ενός προϊόντος. Τέτοια ένδειξη αποτελείται γενικώς από μια γεωγραφική ονομασία. Ωστόσο, μπορεί επίσης να αποτελείται από άλλες ονομασίες αν οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι της χώρας καταγωγής διακρίνουν σε αυτές, σε σχέση με το οικείο προϊόν, μια ένδειξη της χώρας παραγωγής. Οι εν λόγω ονομασίες μποροούν να περιλαμβάνουν, πέραν της ενδείξεως μιας γεωγραφικώς προσδιοριζόμενης περιοχής προελεύσεως, ενδείξεις σχετικά με την ποιότητα του οικείου προϊόντος. Αυτά τα ειδικά χαρακτηριστικά των προϊόντων αποτελούν αποκλειστική ή κύρια συνέπεια γεωγραφικών ή ανθρώπινων παραγόντων» (6).
14. Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της συμβάσεως διευκρινίζονται στη συνέχεια τα εξής:
«[...] οι τσεχοσλοβακικές ονομασίες οι οποίες απαριθμούνται σε συμφωνία συναπτόμενη δυνάμει του άρθρου 6 προορίζονται εντός της Δημοκρατίας της Αυστρίας αποκλειστικά για τα τσεχοσλοβακικά προϊόντα».
15. Στο άρθρο 5 απαριθμούνται οι κατηγορίες γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων για τα οποία διασφαλίζεται, βάσει της συμβάσεως, η προστασία ονομασιών προελεύσεως. Μεταξύ των κατηγοριών αυτών περιλαμβάνεται η μπίρα.
16. Για τον προσδιορισμό των προστατευόμενων ονομασιών προελεύσεως, το άρθρο 6 της συμβάσεως παραπέμπει στο παράρτημα Β της συμφωνίας εφαρμογής, στο οποίο, μεταξύ των ονομασιών που προορίζονται αποκλειστικά για τις τσεχικές μπίρες, περιλαμβάνονται, στο μέτρο που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, οι ακόλουθες ονομασίες:
«- Bud
- Budejovické pivo
- Budejovické pivo - Budvar
- Budejovický Budvar».
17. Τέλος, όσον αφορά τους συγκεκριμένους τρόπους προστασίας, το άρθρο 7 της Συμβάσεως Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας προβλέπει τα εξής:
«1. Αν οι κατά τα άρθρα 3, 4, 6 και 8, παράγραφος 2, της παρούσας συμφωνίας προστατευόμενες ονομασίες χρησιμοποιούνται κατά παράβαση των διατάξεων αυτών στις εμπορικές συναλλαγές για προϊόντα, ιδίως στο περίβλημα ή τη συσκευασία τους, ή σε τιμολόγια, φορτωτικές ή άλλα εμπορικά έγγραφα ή στη διαφήμιση, τότε εφαρμόζονται όλα τα δικαστικά και διοικητικά μέτρα τα οποία προβλέπονται, κατά τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο ζητείται προστασία, για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού ή την εξάλειψη μη επιτρεπόμενων ονομασιών, υπό τις προβλεπόμενες στην εν λόγω νομοθεσία προϋποθέσεις και λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 9 της συμβάσεως.
2. Εφόσον υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως στις εμπορικές συναλλαγές, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης όταν οι προστατευόμενες βάσει της συμφωνίας ονομασίες χρησιμοποιούνται σε διαφοροποιημένη μορφή ή για προϊόντα άλλα πλην εκείνων στα οποία αντιστοιχούν οι ονομασίες σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 6 συμφωνία.
3. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης όταν οι βάσει της συμφωνίας προστατευόμενες ονομασίες χρησιμοποιούνται σε μετάφραση ή με παραπομπή στην πραγματική προέλευση ή συνοδεύονται από εκφράσεις όπως είδος, τύπος, μέθοδος, τρόπος, απομίμηση ή παρόμοιες (7).
Οι μεταγενέστερες της διαλύσεως της Τσεχοσλοβακίας πράξεις
18. .πως είναι γνωστό, την 1η Ιανουαρίου 1993, η Τσεχοσλοβακία διαλύθηκε και δύο νέα κράτη, η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Δημοκρατία της Σλοβακίας, ιδρύθηκαν στο έδαφός της.
19. Μερικές ημέρες πριν από την τυπική έναρξη της ανεξαρτησίας, στις 17 Δεκεμβρίου 1992, το Εθνικό Συμβούλιο της Τσεχίας προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Σύμφωνα με τις ισχύουσες αρχές και τα προβλεπόμενα στο διεθνές δίκαιο, η Δημοκρατία της Τσεχίας θεωρεί ότι δεσμεύεται, από 1ης Ιανουαρίου 1993, από τις πολυμερείς και διμερείς συμφωνίες στις οποίες η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας ήταν συμβαλλόμενο μέρος κατά την ημερομηνία αυτή» (8).
20. Στο πνεύμα της δηλώσεως αυτής, ο συνταγματικός νόμος 4/1993 της Δημοκρατίας της Τσεχίας επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι «η Δημοκρατία της Τσεχίας αναλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις [...] τις οποίες υπείχε, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας κατά την ημερομηνία της διαλύσεώς της [...]» (9).
21. Η ανακοίνωση του αυστριακού ομοσπονδιακού καγκελαρίου σχετικά με τις ισχύουσες μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Δημοκρατίας της Τσεχίας διμερείς συμφωνίες (BGBl 1997, III, 123, της 31ης Ιουλίου 1997), προβλέπει, καθό μέτρο ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, τα ακόλουθα:
«Κατόπιν από κοινού εξετάσεως των διμερών συμφωνιών μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Δημοκρατίας της Τσεχίας από τις αρμόδιες αρχές των δύο κρατών, διαπιστώθηκε ότι, βάσει των γενικώς δεκτών κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου, οι κατωτέρω διμερείς συμφωνίες ίσχυαν στις σχέσεις μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Δημοκρατίας της Τσεχίας την 1η Ιανουαρίου 1993, ημερομηνία διαδοχής του κράτους της Δημοκρατίας της Τσεχίας επί του εδάφους που αντιστοιχεί στην πρώην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Τσεχίας και της Σλοβακίας, και εφαρμόζονται εφεξής από τις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο των εννόμων τάξεων των δύο χωρών:
[...]
Σύμβαση μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας σχετικά με την προστασία των ενδείξεων καταγωγής, των ονομασιών προελεύσεως και των λοιπών προσδιορισμών της προελεύσεως γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων καθώς και το πρωτόκολλο της 30ής Νοεμβρίου 1977
Βιένη, 11 Ιουνίου 1976 (BGBl. αριθ. 75/1981)
[...]
συμφωνία περί εφαρμογής της Συμβάσεως μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας σχετικά με την προστασία των ενδείξεων καταγωγής, των ονομασιών προελεύσεως και των λοιπών προσδιορισμών της προελεύσεως γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων
Πράγα, 7 Ιουνίου 1979 (BGBl. αριθ. 76/1981)
[...]» (10).
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
22. Η τσεχική επιχείρηση ζυθοποιίας Budejovický Budvar (11) (στο εξής: ζυθοποιία Budvar, ή απλώς Budvar), με έδρα στην τσεχική πόλη Ceské Budejovice, Budweis στα γερμανικά (12) (Δημοκρατία της Τσεχίας), εξάγει σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Αυστρία, την μπίρα «Budweiser Budvar» (13).
23. Η εταιρία Rudolf Ammersin GmbH (στο εξής: Ammersin), με έδρα στη Βιένη (Αυστρία), ασκεί χονδρεμπόριο. Διαθέτει στο εμπόριο, μεταξύ άλλων, μια μπίρα παρασκευαζόμενη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την «American Bud» (14).
24. Με δικόγραφος της 22ας Ιουλίου 1999, η ζυθοποιία Budvar προσέφυγε ενώπιον του Handelsgericht Wien (Αυστρία), ζητώντας να υποχρεώσει την Ammersin να μη χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο της εμπορικής δραστηριότητάς της, σχετικά με την μπίρα και τα παρόμοια προϊόντα, την ονομασία «Bud», ή παρόμοιες ονομασίες δυνάμενες να δημιουργήσουν σύγχυση, εκτός αν πρόκειται για προϊόντα της Budvar. Η προσφεύγουσα στήριξε το αίτημά της στην παράβαση του δικαίου περί σημάτων (15) και, καθό μέτρο ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, στην καταχρηστική χρήση των ενδείξεων προελεύσεως που προστατεύονται από τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας του 1977.
25. Τα μέτρα που είχε ζητήσει η προσφεύγουσα ελήφθησαν από το Handelsgericht με διάταξη της 15ης Οκτωβρίου 1999, την οποία επιβεβαίωσε το Oberlandesgericht Wien. Η αναίρεση που ασκήθηκε στη συνέχεια ενώπιον του Oberster Gerichsthof (αυστριακό Ακυρωτικό, στο εξής: OGH) κρίθηκε απαράδεκτη.
26. Μετά την περάτωση της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, το Handelsgericht Wien εξετάζει τώρα την υπόθεση επί της ουσίας.
27. Υπενθυμίζω ωστόσο ότι, στα πλαίσια παράλληλης διαδικασίας κατά του αυστριακού εισαγωγέα της ανταγωνίστριας αμερικανικής μπίρας αρχικώς ενώπιον του Landgericht Salzburg και στη συνέχεια ενώπιον του Oberlandesgericht Linz, η Budvar είχε ήδη ζητήσει την απαγόρευση της χρήσεως των επίμαχων ονομασιών για τους ίδιους νομικούς λόγους, επιτυγχάνοντας την έκδοση ευνοϊκών αποφάσεων από τα ανωτέρω δικαστήρια, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν τελικά με διάταξη του OGH της 1ης Φεβρουαρίου 2000 (16). Με τη διάταξη αυτή, καθό μέτρο ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, το OGH έκρινε ότι η εισαγωγή και η διάθεση στο εμπόριο της μπίρας «American Bud» συνιστά προσβολή της τσεχικής ονομασίας προελεύσεως «Bud», η οποία προστατεύεται από τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας, επισημαίνοντας επίσης ότι το χορηγούμενο απαγορευτικό μέτρο δεν συνιστά παράβαση της Συνθήκης ΕΚ.
28. Μη δεσμευόμενο άμεσα από την ανωτέρω απόφαση του Ακυρωτικού και έχοντας αμφιβολίες επί του κατά πόσον αυτή συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, το Handelsgericht Wien υπέβαλε, με διάταξη της 26ης Φεβρουαρίου 2001 τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων:
1) Η εφαρμογή διατάξεως διμερούς συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους, σύμφωνα με την οποία, σε μια απλή/έμμεση γεωγραφική ένδειξη, η οποία στη χώρα προελεύσεως δεν αποτελεί ούτε τοπωνύμιο ούτε όνομα περιοχής ή χώρας, παρέχεται η απόλυτη προστασία μιας ειδικής γεωγραφικής ενδείξεως κατά την έννοια του κανονισμού 2081/92 ανεξάρτητα από οποιονδήποτε κίνδυνο παραπλανήσεως, είναι συμβατή με το άρθρο 28 ΕΚ και/ή με τον κανονισμό 2081/92 αν, με την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, μπορεί να εμποδιστεί η εισαγωγή εμπορεύματος το οποίο έχει νομίμως διατεθεί στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος;
2) Αυτό ισχύει επίσης στην περίπτωση κατά την οποία η γεωγραφική ένδειξη, που στη χώρα προελεύσεως δεν αποτελεί ούτε τοπωνύμιο ούτε όνομα περιοχής ή χώρας, δεν θεωρείται στη χώρα προελεύσεως ως γεωγραφικός προσδιορισμός για ένα ορισμένο προϊόν ούτε ως απλή ή έμμεση γεωγραφική ένδειξη;
3) Οι απαντήσεις στα ερωτήματα 1 και 2 ισχύουν επίσης στην περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω κράτος μέλος συνήψε τη διμερή συμφωνία πριν από την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή .νωση, μετά δε την προσχώρησή του, με δήλωση της κυβερνήσεώς του, συνέχισε να την εφαρμόζει με το διάδοχο κράτος του αρχικώς αντισυμβαλλομένου κράτους;
4) Το άρθρο 307, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ υποχρεώνει το κράτος μέλος να ερμηνεύει μια τέτοια διμερή συμφωνία, την οποία συνήψε πριν από την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή .νωση με τρίτο κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 28 ΕΚ και/ή με τον κανονισμό 2081/92, υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη στη συμφωνία αυτή προστασία για μια απλή/έμμεση γεωγραφική ένδειξη, που στο κράτος προελεύσεως δεν αποτελεί ούτε τοπωνύμιο ούτε ονομασία περιοχής ή χώρας, συνεπάγεται απλώς την προστασία έναντι του κινδύνου παραπλανήσεως, όχι όμως την απόλυτη προστασία μιας ειδικής γεωγραφικής ενδείξεως κατά την έννοια του κανονισμού 2081/92;»
29. Στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, υπέβαλαν παρατηρήσεις η προσφεύγουσα και η καθής στην κύρια δίκη, η Αυστριακή, η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
IV – Νομική ανάλυση
Επί του παραδεκτού
30. Πριν προβώ στην εξέταση επί της ουσίας των ερωτημάτων που υπέβαλε στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να υπενθυμίσω ότι ορισμένοι μετέχοντες στη διαδικασία εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω ευθύς αμέσως τις αντιρρήσεις αυτές, τουλάχιστον στο μέτρο που αφορούν το παραδεκτό της προδικαστικής παραπομπής στο σύνολό της, μεταθέτοντας αντίθετα σε ευθετότερο χρόνο την εξέταση των αντιρρήσεων που αφορούν καθένα χωριστά από τα προδικαστικά ερωτήματα.
31. Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι, κατά την άποψη της Budvar, τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν στην πραγματικότητα την εφαρμογή συστήματος που καθιερώθηκε διά συμβάσεως μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους. Το Δικαστήριο καλείται συνεπώς να ερμηνεύσει όχι διατάξεις της κοινοτικής έννομης τάξεως, αλλά διεθνείς συμφωνίες μεταφερθείσες στο εθνικό δίκαιο ενός κράτους μέλους, πράγμα που διαφεύγει της αρμοδιότητάς του.
32. Η αντίρρηση αυτή δεν μου φαίνεται βάσιμη. Είναι αληθές ότι η επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου συνδέεται με την εφαρμογή των ισχυουσών μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Δημοκρατίας της Τσεχίας συμφωνιών. Θεωρώ ωστόσο προφανές ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο δεν αφορούν άμεσα την ερμηνεία των συμφωνιών αυτών, αλλά την ερμηνεία κανόνων της Συνθήκης (των άρθρων 28, 30 και 307 ΕΚ) και του παραγώγου δικαίου (του κανονισμού 2081/92). Η ερμηνεία δε αυτή, την οποία το αιτούν δικαστήριο κρίνει αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας επελήφθη, εμπίπτει πλήρως στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ (παλαιού άρθρου 177 της Συνθήκης).
33. Και η Επιτροπή επίσης, αν και με διαφορετική επιχειρηματολογία, διατυπώνει αμφιβολίες επί του παραδεκτού των ερωτημάτων. Συγκεκριμένα, παρατηρεί ότι τα ερωτήματα έχουν υποθετικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτα.
34. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο ένα ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου με τον μόνο σκοπό να αποκλείσει μια υπόθεση ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου την οποία το δικαστήριο αυτό δεν συμμερίζεται στην πραγματικότητα, ήτοι την ερμηνεία της Συμβάσεως Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας στην οποία προέβη το OGH με την προμνημονευθείσα διάταξη της 1ης Φεβρουαρίου 2000 (βλ. ανωτέρω σημείο 27), κατά την οποία η εν λόγω σύμβαση παρέχει απόλυτη προστασία στην ονομασία «Bud», ανεξαρτήτως του αν η ονομασία αυτή μπορεί να προκαλέσει σύγχυση.
35. Εκτιμώ ότι και αυτή η αντίρρηση επί του παραδεκτού δεν είναι βάσιμη.
36. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, «κατ' αρχήν, μόνο στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν επί της υποθέσεως, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο», ενώ «η απόρριψη από το Δικαστήριο αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το δικαστήριο αυτό ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης» (17).
37. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι προκύπτει κατά τρόπο αρκούντως σαφή από τη διάταξη περί παραπομπής ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η εκτίμηση του οποίου δεν διαφέρει της εκτιμήσεως του OGH στη διάταξη της 1ης Φεβρουαρίου 2000, η επίμαχη ονομασία απολαύει απόλυτης προστασίας δυνάμει της Συμβάσεως Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας. Κατά συνέπεια, βάσει του αυστριακού δικαίου, το μέτρο που ζητεί η προσφεύγουσα θα πρέπει να παραχωρηθεί, με συνέπεια να προκύπτει κατά τον τρόπο αυτό ένα δυνητικό εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
38. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυνατό να υφίσταται αμφιβολία σχετικά με την αναγκαιότητα και τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων. Θεωρώ κατά συνέπεια ότι η αντίρρηση επί του παραδεκτού είναι αβάσιμη.
Επί του πρώτου ερωτήματος
39. Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η παροχή, στην έννομη τάξη ενός κράτους μέλους, απόλυτης προστασίας σε μια γεωγραφική ένδειξη η οποία είναι συγχρόνως «απλή», υπό την έννοια ότι δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ουδεμίας ιδιαίτερης σχέσεως μεταξύ της καταγωγής του προϊόντος και των ιδιοτήτων του και «έμμεση», δεδομένου ότι είναι μεν πρόσφορη να παραπέμπει στην καταγωγή του προϊόντος, αλλά δεν αντιστοιχεί ούτε στο όνομα μιας περιοχής ούτε στο όνομα ενός τόπου, είναι συμβατή με τον κανονισμό 2081/92 και τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
40. Στην πραγματικότητα, το ερώτημα αυτό θίγει δύο χωριστά ζητήματα σχετικά με την προστασία της ονομασίας «Bud», εκ των οποίων το πρώτο αναφέρεται στην ερμηνεία του κανονισμού 2081/92 και το δεύτερο στην ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 EK, τα οποία πρέπει να εξετασθούν χωριστά.
a) Η προστασία της ονομασίας «Bud» υπό το φως του κανονισμού 2081/92
Επί του παραδεκτού
41. Η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνει προκαταρκτικά ότι το υπό εξέταση ερώτημα είναι απαράδεκτο καθό μέτρο αναφέρεται στον κανονισμό 2081/92, διότι ουδόλως μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου ότι οι επίμαχες ονομασίες καταχωρίστηκαν ή θα μπορούσαν να καταχωριστούν δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, και επομένως το κατά πόσον είναι συμβατές με το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός αποτελεί ζήτημα καθαρά αφηρημένο και υποθετικό.
42. Δεν θεωρώ ότι η αντίρρηση αυτή είναι βάσιμη. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή μου, το εθνικό δικαστήριο ουδόλως ζητεί την έκδοση αποφάσεως επί του κύρους της καταχωρίσεως (ανύπαρκτης) των επίμαχων ενδείξεων κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2081/92, αλλά την ερμηνεία του κανονισμού για να κρίνει αν αυτός αντιτίθεται στο σύστημα των ενδείξεων προελεύσεως των προϊόντων διατροφής που καθιερώνει η Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας.
43. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θεωρώ ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στο Δικαστήριο έχουν χαρακτήρα υποθετικό ή αφηρημένο και επομένως δεν πιστεύω ότι υφίσταται λόγος αμφιβολίας σχετικά με το παραδεκτό του υπό εξέταση ερωτήματος.
Επί της ουσίας
– - Επιχειρήματα των διαδίκων
44. Επί της ουσίας, μόνον η Ammersin, καθής στην κύρια δίκη, προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα, διότι εκτιμά ότι ο κανονισμός 2081/92 αντιτίθεται σε εθνικό σύστημα όπως αυτό που ισχύει εν προκειμένω, το οποίο χορηγεί προστασία σε έμμεση γεωγραφική ονομασία ανεξαρτήτως του κινδύνου συγχύσεως και δεν εξαρτά την προστασία της ονομασίας αυτής από την ύπαρξη άμεσης σχέσεως μεταξύ της καταγωγής του προϊόντος και των χαρακτηριστικών του.
45. Η Ammersin υποστηρίζει κυρίως ότι, σύμφωνα με το σύστημα του κανονισμού, η απόλυτη προστασία των ονομασιών προελεύσεως και των γεωγραφικών ενδείξεων εξαρτάται από την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων ποιότητας. Πρώτον, πρέπει να υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ της προελεύσεως του προϊόντος και των χαρακτηριστικών του (άρθρο 2). Δεύτερον, το προϊόν πρέπει να είναι συμβατό με συγκεκριμένες προδιαγραφές ποιότητας, αυτός δε ο συμβατός χαρακτήρας υπόκειται σε αυστηρή διαδικασία ελέγχου (άρθρα 4 και 6).
46. Αυτό το ομοιόμορφο σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός, συνεχίζει η Ammersin, δεν μπορεί να συνυπάρχει με εθνική προστασία η οποία είναι επίσης απόλυτη, αλλά υπόκειται σε λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις· διότι, διαφορετικά, θα διακυβεύονταν οι στόχοι του κοινοτικού συστήματος, ήτοι η προαγωγή της ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και η εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.
47. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται επιπλέον, κατά την άποψη της καθής στην κύρια δίκη, από το άρθρο 17 του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο η εθνική προστασία μιας ονομασίας της οποίας ζητήθηκε η καταχώριση κατ' εφαρμογήν του κανονισμού μπορεί να διατηρηθεί μόνο για τη χρονική περίοδο που είναι αναγκαία για την αποπεράτωση της κοινοτικής καταχωρίσεως.
48. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, εφόσον ουδέποτε ζητήθηκε κοινοτική καταχώριση για την ονομασία «Bud», η ονομασία αυτή δεν μπορεί πλέον να προστατεύεται δυνάμει του εθνικού συστήματος που καθιερώθηκε με τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας.
49. .λοι οι λοιποί παρεμβαίνοντες εκτιμούν απεναντίας ότι ο κανονισμός 2081/92 δεν αντιτίθεται στη διατήρηση του εν λόγω εθνικού συστήματος προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων.
50. Η Budvar αμφισβητεί κατ' αρχάς τα στοιχεία στα οποία φαίνεται ότι στηρίζεται το αιτούν δικαστήριο και διευκρινίζει ότι η ονομασία «Bud» αποτελεί γεωγραφική ένδειξη «άμεση», εφόσον πρόκειται για σύντμηση του ονόματος της τσεχικής πόλεως Budweis, και «ειδική», καθόσον είναι ικανή να προσδώσει στην μπίρα τη διεθνή φήμη της παραδόσεως ζυθοποιίας της πόλεως αυτής. Επομένως, κατά την προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, ο κανονισμός 2081/92 δεν αντιτίθεται στην παρεχόμενη από εθνικό σύστημα προστασία μιας ειδικής γεωγραφικής ενδείξεως τρίτου κράτους.
51. Επικουρικώς, η Budvar υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο εν λόγω κανονισμός δεν αντιτίθεται στο να παρέχει μια εθνική ρύθμιση «απόλυτη» προστασία, ανεξάρτητη από κάθε κίνδυνο συγχύσεως, σε «απλή» γεωγραφική ένδειξη, ως προς την οποία δεν υφίσταται ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της προελεύσεως του προϊόντος και των χαρακτηριστικών του, διότι τέτοια ένδειξη είναι ξένη προς το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (18).
52. Το επικουρικώς προβαλλόμενο από την Budvar επιχείρημα συμμερίζονται κατ' ουσίαν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, οι οποίες το επικαλούνται ωστόσο κυρίως.
53. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση επίσης, ο κανονισμός ουδόλως αντιτίθεται στην προστασία της ενδείξεως «Bud», ανεξαρτήτως του αν αυτή πρέπει να θεωρηθεί απλή ή ειδική γεωγραφική ένδειξη. Συγκεκριμένα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η ένδειξη αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού· στην πρώτη περίπτωση, διότι το εν λόγω πεδίο εφαρμογής περιορίζεται στις ειδικές γεωγραφικές ενδείξεις, στη δεύτερη δε, διότι ο κανονισμός εφαρμόζεται μόνον στις ειδικές ενδείξεις προϊόντων προερχομένων από κράτη μέλη και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις ονομασίες προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12 του κανονισμού, οι οποίες ωστόσο δεν πληρούνται όσον αφορά τις σχέσεις με τη Δημοκρατία της Τσεχίας.
54. Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά επίσης ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο υπό εξέταση ερώτημα. Ειδικότερα, προβάλλει ότι το άρθρο 12 του κανονισμού επιτρέπει ρητώς τη διατήρηση σε ισχύ ενός συστήματος στηριζόμενο σε διεθνή συμφωνία, όπως το σύστημα που προκύπτει από τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη του κανονισμού, καθορίζοντας το καθεστώς των γεωγραφικών ενδείξεων σχετικά με προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, διαφυλάσσει ρητώς την ισχύ των διεθνών συμφωνιών και, συνεπώς, και της Συμβάσεως Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας, καθώς και του ειδικού καθεστώτος που αυτή προβλέπει.
– - Εκτίμηση
55. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς που διατύπωσαν οι παρεμβαίνοντες, παρατηρώ κατ' αρχάς ότι η Budvar εξέθεσε το πρόβλημα του χαρακτηρισμού της ονομασίας «Bud» βάσει της Συμβάσεως Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας, αμφισβητώντας τον χαρακτηρισμό στον οποίο προέβη το αιτούν δικαστήριο (βλ. ανωτέρω, σημείο 50).
56. Τέτοιος όμως χαρακτηρισμός προϋποθέτει την ερμηνεία του κανόνα με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή στην αυστριακή έννομη τάξη η αντίστοιχη διάταξη της Συμβάσεως Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, «στο πλαίσιο του συστήματος δικαστικής συνεργασίας που θεσπίζει το άρθρο 177 της Συνθήκης, η ερμηνεία των εθνικών κανόνων εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια και όχι στο Δικαστήριο» (19), όπως, εξάλλου, απόκειται στα δικαστήρια αυτά και όχι στο Δικαστήριο να ερμηνεύει τις διατάξεις διμερών συμβάσεων «οι οποίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη εκτός του πλαισίου του κοινοτικού δικαίου» (20).
57. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της κατανομής των αρμοδιοτήτων στην οποία προβαίνει το άρθρο 234 ΕΚ, ο χαρακτηρισμός της φύσεως της επίμαχης ονομασίας υπό το φως της Συμβάσεως Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας απόκειται κατ' ουσίαν στο εθνικό δικαστήριο, δεν είναι δε δυνατό να τεθεί υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η ερμηνεία στην οποία θα προβεί το δικαστήριο αυτό.
58. Επομένως, θα περιοριστώ εν προκειμένω στην παρατήρηση ότι, σύμφωνα με την ίδια τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο χαρακτήρισε την επίμαχη ονομασία ως «απλή» και «έμμεση»· βάσει των χαρακτηρισμών αυτών πρέπει να εκτιμηθεί το συμβατό του συστήματος που καθιερώνει η εν λόγω σύμβαση με τον κανονισμό 2081/92.
59. Μετά τη διαπίστωση αυτή, πρέπει να πω ευθύς αμέσως ότι στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει, κατά την άποψή μου, να δοθεί καταφατική απάντηση, διότι εκτιμώ, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από την Ammersin και συμφωνώντας με όλους τους άλλους παρεμβαίνοντες, τα επιχειρήματα των οποίων συμμερίζομαι κατ' ουσίαν, ότι ο κανονισμός 2081/92 δεν αντιτίθεται στη διατήρηση της απόλυτης προστασίας μιας απλής ενδείξεως, όπως αυτή η οποία προβλέπεται στη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας.
60. Υπενθυμίζω εξάλλου ότι το πρόβλημα αυτό εξετάσθηκε ήδη από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αποφάσεως Warsteiner της 7ης Νοεμβρίου 2000.
61. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο του 2, παράγραφος 2, στοιχείο β´, ο κανονισμός 2081/92 «δεν αφορά παρά μόνον τις γεωγραφικές ενδείξεις στην περίπτωση των οποίων υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ, αφενός, συγκεκριμένης ποιότητας, της φήμης ή άλλου χαρακτηριστικού του προϊόντος και, αφετέρου, της συγκεκριμένης γεωγραφικής του προελεύσεως» (21), και ότι, κατά συνέπεια, «δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως στην περίπτωση των οποίων, σύμφωνα με τη διατύπωση που χρησιμοποιεί το εθνικό δικαστήριο στο προδικαστικό του ερώτημα, δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως δεν εμπίπτουν στον ορισμό αυτό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τύχουν της προστασίας του κανονισμού 2081/92» (22). Το Δικαστήριο κατέληξε στη συνέχεια στο συμπέρασμα ότι «από κανένα στοιχείο του κανονισμού 2081/92 δεν προκύπτει ότι τέτοιες ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως δεν μπορούν να τύχουν προστασίας δυνάμει εθνικής ρυθμίσεως κράτους μέλους» (23), επισημαίνοντας ειδικότερα ότι «ο σκοπός που επιδιώκει ο κανονισμός 2081/92 δεν αναιρείται από την εφαρμογή, παράλληλα με τον εν λόγω κανονισμό, εθνικών κανόνων προστασίας ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του» (24).
62. Βάσει των εκτιμήσεων αυτών, θεωρώ ότι είναι ευχερής η απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 2081/92 δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή διμερούς συμβάσεως μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους, παρέχουσας απόλυτη προστασία σε γεωγραφική ένδειξη η οποία, αν και δεν αποτελεί το όνομα περιοχής ή συγκεκριμένου τόπου του τρίτου κράτους, προσδιορίζει ένα προϊόν προερχόμενο από περιοχή ή συγκεκριμένο τόπο του κράτους αυτού, χωρίς ωστόσο να προϋποθέτει ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ της προελεύσεως προϊόντος και των ιδιοτήτων του.
b) Η προστασία της ονομασίας «Bud» υπό το φως των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
– - Επιχειρήματα των διαδίκων
63. .σον αφορά το συμβατό του συστήματος που καθιέρωσε η Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας με τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, ουδείς αμφιβάλλει ότι η προστασία μιας γεωγραφικής ονομασίας συνιστά, τουλάχιστον δυνητικά, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ. Συγκεκριμένα, λόγω των διαφορών που υφίστανται συναφώς στις εθνικές νομοθεσίες, η προστασία αυτή μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην εισαγωγή προϊόντων τα οποία έχουν νομίμως διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών.
64. Οι γνώμες αποκλίνουν ως προς τη δυνατότητα να δικαιολογηθεί το μέτρο αυτό. Ενώ η Ammersin το αποκλείει, οι λοιποί παρεμβαίνοντες εκτιμούν ότι το σύστημα που καθιερώνει η εν λόγω διμερής σύμβαση είναι δικαιολογημένο.
65. Η καθής στην κύρια δίκη αποκλείει κατ' αρχάς ότι η προστασία που παρέχεται στην ονομασία «Bud» από τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους αναγόμενους στην προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή εισάγει εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και δεν μπορεί να εκτείνεται πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την προστασία του ειδικού αντικειμένου του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας περί του οποίου πρόκειται.
66. .πως όμως διευκρινίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, το ειδικό αντικείμενο της προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων συνίσταται στο να διασφαλιστεί ότι η χρήση του ονόματος ενός τόπου προορίζεται αποκλειστικά για τους εγκατεστημένους στον τόπο αυτό παραγωγούς, αλλά μόνον όταν η οικεία ονομασία απολαύει μεγάλης φήμης στους καταναλωτές. Απεναντίας, συνεχίζει η Ammersin, η εν προκειμένω επίμαχη ονομασία δεν αποτελεί το όνομα ενός τόπου και δεν απολαύει φήμης στους καταναλωτές. Επομένως, η προστασία της δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 30 ΕΚ.
67. Επιπλέον, κατά την άποψη της Ammersin, η απόλυτη προστασία παρόμοιας ονομασίας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επίσης ως μέτρο γενικού συμφέροντος που σκοπεί στην προστασία των καταναλωτών. Συγκεκριμένα, για τους ήδη εκτεθέντες λόγους, η χρήση του ονόματος «American Bud» για μπίρα δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να παραπλανήσει τους καταναλωτές όσον αφορά την προέλευση της μπίρας αυτής και, ειδικότερα, δεν μπορεί να τους δημιουργήσει την εντύπωση ότι πρόκειται για μπίρα Budweis/Ceské Budejovice.
68. .σον αφορά τους λοιπούς παρεμβαίνοντες, επισημαίνω κατ' αρχάς ότι, κατά την άποψη της Budvar, η εκκρεμούσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ, καθόσον η μπίρα που διατίθεται στο εμπόριο από την Ammersin εισάγεται από τρίτη χώρα, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, χωρίς να υφίσταται ουδεμία σχέση με το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
69. Επί της ουσίας, τόσο η Budvar όσο και η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, εκτιμούν ότι η εκ μέρους κράτους μέλους προστασία μιας γεωγραφικής ενδείξεως, όπως η «Bud», αν και συνιστά δυνητικό εμπόδιο στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, δικαιολογείται ωστόσο από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 30 ΕΚ.
70. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω παρεμβαίνοντες παρατηρούν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προστασία απλών γεωγραφικών ενδείξεων, η οποία προβλέπεται σε διμερείς διεθνείς συμφωνίες, δικαιολογείται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 30 ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι οι ονομασίες αυτές δεν έχουν προσλάβει τον χαρακτήρα προσδιορισμού γένους εντός του κράτους προελεύσεως (25) και εκλαμβάνονται συνεπώς πραγματικά στο κράτος αυτό ως ενδείξεις προελεύσεως (26). Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται -όπως υπογραμμίζει ειδικότερα η Γερμανική Κυβέρνηση- να εξετάσει αν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις αυτές.
71. Οι εν λόγω παρεμβαίνοντες υποστηρίζουν στη συνέχεια ότι το γεγονός ότι ο όρος «Bud» μπορεί να αποτελεί «απλή» ονομασία προελεύσεως ουδεμία επίπτωση έχει επί της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το ειδικό αντικείμενο της προστασίας μιας γεωγραφικής ενδείξεως συνίσταται στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο, οι παραγωγοί που δεν είναι εγκατεστημένοι στον τόπο στον οποίο αναφέρεται η ονομασία αυτή να εκμεταλλεύονται καταχρηστικά τη φήμη, πραγματική ή έστω μόνον δυνητική της ονομασίας, εις βάρος των εγκατεστημένων στον τόπο αυτό παραγωγών. Προς τον σκοπό αυτό, η ύπαρξη άμεσης σχέσεως μεταξύ των ιδιοτήτων του προϊόντος και της προελεύσεώς του δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως ουσιώδης προϋπόθεση της προστασίας.
72. Επικουρικώς, τόσο η Budvar όσο και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η προστασία που παρέχεται στην εν λόγω ονομασία δικαιολογείται εν πάση περιπτώσει από την υπέρτερη απαίτηση προστασίας των καταναλωτών από την εξαπάτηση και, συγχρόνως, από την ανάγκη εξασφαλίσεως της ευθύτητας του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση κατά την οποία η προστατευόμενη ονομασία θα λειτουργούσε, τουλάχιστον σε τμήμα της κοινής αγοράς, ως ένδειξη της προελεύσεως, η χρήση της από πρόσωπο μη εγκατεστημένο στο Budweis θα συνεπάγονταν τον κίνδυνο συγχύσεως μέσω συνειρμού. Κατά συνέπεια, υπό τις συνθήκες αυτές, η απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων που φέρουν τέτοιες ενδείξεις συνιστά πρόσφορο και μη δυσανάλογο μέτρο προστασίας.
– - Εκτίμηση
73. Εξετάζοντας τις απόψεις οι οποίες διατυπώθηκαν κατά τη διαδικασία, πρέπει να πω εκ προοιμίου ότι, όπως προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 23, παράγραφος 2, ΕΚ και όπως επιβεβαιώθηκε ήδη από το Δικαστήριο, η προβλεπόμενη στο άρθρο 28 ΕΚ απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές εφαρμόζεται μόνον στα εμπορεύματα καταγωγής κρατών μελών και σε εκείνα τα οποία, αν και προερχόμενα από τρίτα κράτη, έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους (27).
74. Εφόσον όμως στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για τη διάθεση στο εμπόριο μπίρας παρασκευαζόμενης στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ένα εθνικό μέτρο όπως αυτό στο οποίο αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξετάζεται υπό το φως του άρθρου 28 ΕΚ μόνον κατά το μέτρο που αφορά την εισαγωγή στην Αυστρία μπίρας που έχει τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους.
75. Κατόπιν αυτού, περνώντας στην εξέταση του αυστριακού μέτρου, πρέπει να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία «κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς» κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ (28).
76. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρόκειται για την προστασία η οποία παρέχεται από κράτος μέλος, εν προκειμένω την Αυστρία, σε γεωγραφική ονομασία τρίτου κράτους, της Δημοκρατίας της Τσεχίας, η οποία δεν απολαύει ομοιόμορφης κοινοτικής προστασίας δυνάμει του προμνημονευθέντος κανονισμού 2081/92.
77. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως είπαμε, η εφαρμογή της αυστριακής ρυθμίσεως μπορεί να συνιστά εμπόδιο μόνον όσον αφορά την εισαγωγή της εν λόγω μπίρας η οποία διατίθεται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους. Ωστόσο, έστω και εντός των ορίων αυτών, ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ.
78. Η συζήτηση όμως δεν κλείνει στο σημείο αυτό, διότι, ως γνωστόν, πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν το μέτρο αυτό δικαιολογείται βάσει άλλων διατάξεων της Συνθήκης και ειδικότερα του άρθρου 30 ΕΚ.
79. Συναφώς, συμμερίζομαι την άποψη της πλειονότητας των παρεμβαινόντων ότι το εν λόγω μέτρο είναι αναγκαίο για την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας και ότι συνεπώς δικαιολογείται βάσει του άρθρου 30 ΕΚ. Εκτιμώ κυρίως ότι το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την ίδια την κοινοτική νομολογία.
80. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εξέτασε ήδη, στα πλαίσια της υποθέσεως Exportur, το ζήτημα του συμβατού με τη Συνθήκη της προστασίας των απλών γεωγραφικών ονομασιών η οποία προβλέπεται σε διμερή διεθνή σύμβαση (29).
81. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο, κληθέν να αποφανθεί αν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης (νυν άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ), αντιτίθενται στην απόλυτη προστασία απλών γεωγραφικών ενδείξεων, επισήμανε κατ' αρχάς ότι η προστασία αυτή έχει ως αντικείμενο «να εμποδίσει τους παραγωγούς ενός συμβαλλόμενου κράτους να χρησιμοποιούν γεωγραφικές ονομασίες άλλου κράτους, εκμεταλλευόμενοι με τον τρόπο αυτό τη φήμη η οποία συνδέεται με τα προϊόντα των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε περιοχές ή τόπους τους οποίους καθορίζουν οι ονομασίες αυτές» (30), παρά το ότι κανένα συγκεκριμένο και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό δεν συνδέεται κατ' ανάγκη με την προέλευση του προϊόντος.
82. Το Δικαστήριο υπογράμμισε στη συνέχεια ότι «οσκοπός αυτός, ο οποίος αφορά την εξασφάλιση της ευθύτητας του ανταγωνισμού, μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην προστασία της βιομηχανικής και της εμπορικής ιδιοκτησίας υπό την έννοια του άρθρου 36 [νυν άρθρου 30 ΕΚ], αρκεί οι εν λόγω ονομασίες να μην έχουν καταστεί, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως αυτής ή μεταγενέστερα, ονομασίες γένους στο κράτος προελεύσεως» (31).
83. Ουδεμία αμφιβολία υφίσταται όμως ότι η Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας επιδιώκει εντελέως ανάλογο στόχο διότι σκοπεί στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο, πρόσωπα μη εγκατεστημένα στη Δημοκρατία της Τσεχίας να χρησιμοποιούν για τη διάθεση στο εμπόριο της εν λόγω μπίρας μια τσεχική γεωγραφική ονομασία, και ειδικότερα μια ένδειξη παραπέμπουσα στην τσεχική πόλη Budweis, εκμεταλλευόμενα κατά τον τρόπο αυτό τη φήμη που συνδέεται με την εκεί παρασκευαζόμενη μπίρα.
84. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η αρχή την οποία διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Exportur ισχύει επίσης και στην προκειμένη περίπτωση και ότι το αυστριακό μέτρο πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένο, καθόσον είναι αναγκαίο για την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ.
85. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υπό εξέταση ερώτημα ότι τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ δεν αντιτίθενται στην εφαρμογή διμερούς συμβάσεως μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους, παρέχουσας απόλυτη προστασία σε γεωγραφική ένδειξη η οποία, αν και δεν αποτελεί το όνομα μιας περιοχής ή ενός συγκεκριμένου τόπου του τρίτου κράτους, προσδιορίζει ένα προϊόν προερχόμενο από μια περιοχή ή έναν συγκεκριμένο τόπο του κράτους αυτού, έστω και αν ουδεμία ιδιαίτερη σύνδεση υφίσταται μεταξύ της προελεύσεως του προϊόντος και των χαρακτηριστικών του, υπό την προϋπόθεση ότι η ονομασία αυτή δεν είχε προσλάβει κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως ή δεν προσέλαβε μεταγενέστερα τον χαρακτήρα ονομασίας γένους εντός του κράτους προελεύσεως.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
86. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ (ή ο κανονισμός 2081/92) αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο το οποίο προορίζει αποκλειστικά για τους εγκατεστημένους σε τρίτο κράτος παραγωγούς τη χρήση ενδείξεως η οποία δεν μπορεί να εμφαίνει, εντός της χώρας προελεύσεως, ουδεμία σύνδεση μεταξύ του προϊόντος και της γεωγραφικής προελεύσεώς του, παρέχοντας στην ονομασία αυτή απόλυτη προστασία absolue, ανεξαρτήτως κάθε κινδύνου συγχύσεως.
87. .λοι οι παρεμβαίνοντες εκτιμούν ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό για τον λόγο ότι, εφόσον ουδεμία σύνδεση υφίσταται μεταξύ της εν λόγω ενδείξεως και του τόπου προελεύσεως των προϊόντων, το μέτρο αυτό συνιστά ποσοτικό περιορισμό αντίθετο προς το άρθρο 28 ΕΚ, ο οποίος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε βάσει του άρθρου 30 ΕΚ ούτε για άλλον λόγο.
88. Θεωρώ επίσης ότι δεν υφίσταται δυνατότητα άλλης απαντήσεως, δεδομένου ότι, σε τέτοια περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της προβλεπόμενης στο άρθρο 30 ΕΚ αιτιολογήσεως σχετικά με την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, διότι στην πραγματικότητα η εν λόγω ονομασία δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να αναχθεί στην κατηγορία των γεωγραφικών ενδείξεων.
89. Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό προκύπτει επίσης από την κοινοτική νομολογία.
90. Συγκεκριμένα, όπως υπέμνησα ήδη ανωτέρω (σημείο 82), με την απόφαση Exportur το Δικαστήριο απέκλεισε τη δυνατότητα αιτιολογήσεως των γεωγραφικών ονομασιών για λόγους προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας όταν οι ενδείξεις αυτές έχουν προσλάβει τον χαρακτήρα ονομασίας γένους (32), ήτοι όταν η χρησιμοποιούμενη ένδειξη αποτελεί όνομα το οποίο, για να επαναλάβουμε τη διατύπωση του κανονισμού 2081/92, «αν και αναφέρεται στον τόπο ή την περιοχή όπου το εν λόγω γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο έχει παραχθεί αρχικά ή εμπορευθεί, έχει πλέον καταστεί κοινό όνομα ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου »(33).
91. Κατά συνέπεια, αν η προστασία μιας ενδείξεως που ήταν αρχικά ικανή να εμφαίνει μια σύνδεση με την προέλευση του προϊόντος, αλλά η οποία προσέλαβε στη συνέχεια τον χαρακτήρα ονομασίας γένους, δεν αποτελεί προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ, πρέπει κατά μείζονα λόγο να γίνει δεκτό ότι αυτό ισχύει για μια ονομασία η οποία ουδέποτε ήταν ικανή να εμφαίνει τέτοια σύνδεση.
92. Δεν είναι επίσης δυνατό να υποστηριχθεί ότι η απόλυτη προστασία τέτοιας ενδείξεως είναι αναγκαία λόγω άλλων επιτακτικών απαιτήσεων γενικού συμφέροντος και, ειδικότερα, για την εξασφάλιση ανόθευτου ανταγωνισμού.
93. Συγκεκριμένα, είναι προφανές ότι αν αποκλειόταν κάθε δυνατότητα παραπλανήσεως των καταναλωτών όσον αφορά την προέλευση του προϊόντος, όπως στην περίπτωση η οποία εκτίθεται από το αιτούν δικαστήριο, η οικεία ονομασία δεν θα μπορούσε να συνεπάγεται, έστω δυνητικά, ούτε εκτροπή των πελατών από τον στόχο τους ούτε καταχρηστική εκμετάλλευση μιας φήμης η οποία, εξ ορισμού, δεν υφίσταται.
94. Υπό τις συνθήκες αυτές επομένως, μια εθνική διάταξη η οποία θα παραχωρούσε την αποκλειστική χρήση της ονομασίας αυτής στους εγκατεστημένους σε συγκεκριμένο τόπο παραγωγούς ουδόλως θα ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση της ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών, αλλά θα είχε μάλλον ως συνέπεια να χορηγεί στους παραγωγούς αυτούς ένα αδικαιολόγητο πλεονέκτημα εις βάρος των ανταγωνιστών τους.
95. Πρέπει ωστόσο να συμμεριστώ την άποψη της Budvar, της Γερμανικής και της Αυστρικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία η ονομασία «Bud» ουδόλως φαίνεται να εντάσσεται στην περίπτωση την οποία εκθέτει το αιτούν δικαστήριο στο υπό εξέταση ερώτημα, διότι πρόκειται προφανώς για σύντμηση του ονόματος της πόλεως Budweis.
96. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι δεν επιδέχεται αμφισβήτηση η εκτίμηση ότι η ονομασία «Bud», αν χρησιμοποιείται σε σχέση με την μπίρα, μπορεί να αναφέρεται στην τσεχική προέλευση του προϊόντος, συνδέοντάς το με την πόλη Budweis. Η απλή ανάγνωση της εταιρικής επωνυμίας της περίφημης τσεχικής ζυθοποιίας αρκεί για να γίνει αντιληπτό ότι η ονομασία «Budweiser Budvar», ή απλώς Budweiser αποτελεί ευρεία γεωγραφική ένδειξη (και γραμματικώς ορθή) της πόλεως Budweis, ενώ ο όρος «Budvar» είναι λογοπαίγνιο το οποίο συνδέει την πρώτη από τις δύο συλλαβές που συνθέτουν το όνομα της πόλεως αυτής (Bud) με τον τσεχικό όρο «var» (ζυθοποιία).
97. Τέτοια εκτίμηση ωστόσο αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά και δεν εμπίπτει συνεπώς στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αλλά στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, στο οποίο απόκειται επομένως, να αποφανθεί αν, στη χώρα προελεύσεως, η ονομασία «Bud» που χρησιμοποιείται σε σχέση με την μπίρα μπορεί να αναφέρεται στην προέλευση του προϊόντος, συνδέοντάς το με την πόλη Budweis.
98. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί, σε απάντηση επί του δευτέρου ερωτήματος, ότι τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο το οποίο προορίζει αποκλειστικά για τους εγκατεστημένους σε τρίτο κράτος παραγωγούς τη χρήση μιας ενδείξεως η οποία δεν μπορεί να εμφαίνει ουδεμία σύνδεση μεταξύ του προϊόντος και της γεωγραφικής προελεύσεώς του, παρέχοντας στην ονομασία αυτή απόλυτη προστασία, ανεξαρτήτως κάθε κινδύνου συγχύσεως.
Επί του τρίτου ερωτήματος
c) Επιχειρήματα των διαδίκων
99. Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το προβλεπόμενο στη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας καθεστώς καλύπτεται από το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, παρά το ότι, εκ μέρους της Αυστρίας, η διαδοχή όσον αφορά τη σύμβαση αυτή δημοσιοποιήθηκε επισήμως μόλις το 1997, ήτοι μετά την προσχώρηση της Αυστρίας στην Κοινότητα.
100. Η Budvar, οι Κυβερνήσεις της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας, καθώς και η Επιτροπή, προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, επισημαίνοντας ότι η Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας συνήφθη πολύ πριν την ένταξη της Αυστρίας στην Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1995. Κατά την άποψή τους, το γεγονός ότι ο αυστριακός ομοσπονδιακός καγκελάριος δημοσιοποίησε επισήμως τις ισχύουσες μεταξύ της Αυστρίας και της Δημοκρατίας της Τσεχίας συνθήκες μόλις το 1997 είναι άνευ σημασίας όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 307 ΕΚ, δεδομένου ότι η ανακοίνωση αυτή του ομοσπονδιακού καγκελαρίου έχει απλώς δηλωτικό χαρακτήρα (34).
101. Συγκεκριμένα, επισημαίνουν η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή το γενικό διεθνές δίκαιο προβλέπει την αυτόματη διαδοχή των κρατών που προκύπτουν από τη διάλυση προγενέστερου κράτους στις συναφθείσες από το τελευταίο αυτό κράτος διμερείς συνθήκες. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υπογραμμίζει ειδικότερα ότι το συναφώς δημιουργηθέν διεθνές έθιμο κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 34, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βιένης του 1978 για τη διαδοχή κρατών όσον αφορά την εφαρμογή των συνθηκών, το οποίο προβλέπει ακριβώς τον κανόνα της αυτόματης διαδοχής (35).
102. Τόσο η Budvar όσο και η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρούν επιπλέον ότι η Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας δημιουργεί για την Αυστρία όχι μια απλή ευχέρεια, αλλά τη διεθνή υποχρέωση προστασίας των ενδείξεων που προβλέπει. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, η έναρξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚ έναντι της Αυστρίας δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή αυτού του συστήματος που προβλέπει η διμερής σύμβαση.
103. Κατά την άποψη της Ammersin αντίθετα, το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω καθόσον, κατά τον χρόνο προσχωρήσεώς της στην Κοινότητα, η Αυστρία δεν δεσμευόταν από τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας. Συγκεκριμένα, η σύμβαση αυτή δεν παρήγε αποτελέσματα μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1993, ημερομηνίας κατά την οποία το αρχικώς συμβαλλόμενο μέρος έπαυσε να υφίσταται, και της 31ης Ιουλίου 1997, ημερομηνίας κατά την οποία έλαβε χώρα η διαδοχή υπέρ της Δημοκρατίας της Τσεχίας δυνάμει της προμνημονευθείσας δηλώσεως του αυστριακού ομοσπονδιακού καγκελαρίου.
104. Κατά την άποψη της καθής στην κύρια δίκη, κατά τον χρόνο της διαλύσεως της Τσεχοσλοβακίας, το γενικό διεθνές δίκαιο δεν επέβαλλε την αυτόματη διαδοχή της Δημοκρατίας της Τσεχίας στη Σύμβαση μεταξύ Αυστρίας και Τσεχοσλοβακίας. Επιπλέον, πριν από την προμνημονευθείσα δήλωση του αυστριακού ομοσπονδιακού καγκελαρίου του 1997, η αυστριακή πρακτική στις διεθνείς σχέσεις ακολουθούσε πάντοτε την αρχή της tabula rasa ήτοι την αρχή κατά την οποία, σε περίπτωση διαλύσεως κράτους, οι συναφθείσες από το κράτος αυτό συμβάσεις παύουν να ισχύουν, υφίσταται δε διαδοχή μόνον κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του νέου κράτους και του ετέρου αρχικώς συμβαλλομένου κράτους (εν προκειμένω της Αυστρίας).
d) Εκτίμηση
105. Στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αυτού, θεωρώ ότι είναι προφανές ότι, για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, είναι κατ' αρχάς αναγκαίο να καθοριστεί αν η Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας του 1976 ίσχυε όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Αυστρίας και της Δημοκρατίας της Τσεχίας πριν από την ημερομηνία προσχωρήσεως της Αυστρίας στην Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1995. Συγκεκριμένα, μόνον σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό θα πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ ιδίως η ύπαρξη συμβάσεως συναφθείσας πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚ, από την οποία μια τρίτη χώρα «έλκει [...] δικαιώματα των οποίων την τήρηση μπορεί να απαιτήσεως εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους»(36).
106. Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της προκειμένης περιπτώσεως και ειδικότερα της επελθούσας την 1η Ιανουαρίου 1993 διαλύσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας, η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα προϋποθέτει τον προσδιορισμό των κανόνων που διέπουν, στη διεθνή έννομη τάξη, την τύχη των συμβάσεων σε περίπτωση διαλύσεως ενός των συμβαλλομένων μερών.
Η Σύμβαση της Βιένης για τη διαδοχή κρατών όσον αφορά την εφαρμογή των συνθηκών
107. .πως είδαμε, η συζήτηση περιστρέφεται συναφώς περί τη Σύμβαση της Βιένης του 1978 για τη διαδοχή κρατών όσον αφορά την εφαρμογή των συνθηκών, την οποία επικαλούνται ορισμένοι από τους μετέχοντες στην υπόθεση και αμφισβητούν άλλοι.
108. Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι η εν λόγω σύμβαση άρχισε να ισχύει μόλις το 1996, έναντι πολύ περιορισμένου αριθμού κρατών (δέκα επτά), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Δημοκρατία της Σλοβακίας, αλλά κανένα από τα κράτη που είναι επί του παρόντος μέλη της Κοινότητας. Ως πράξη του συμβατικού διεθνούς δικαίου, δεν δεσμεύει επομένως τα κράτη αυτά, συμπεριλαμβανομένης της Αυστρίας.
109. Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, η διαπίστωση αυτή δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στην εν λόγω σύμβαση, όπως γενικώς και στις συμβάσεις περί κωδικοποιήσεως του διεθνούς δικαίου, να μπορούν να είναι δεσμευτικές επίσης έναντι των κρατών που δεν τις έχουν κυρώσει. Συγκεκριμένα, οι συμβάσεις αυτές αποτελούν σε μεγάλο βαθμό, σύμφωνα με τις προθέσεις εκείνων που τις κατήρτισαν και τις συνήψαν, απλή κωδικοποίηση του ισχύοντος γενικού διεθνούς δικαίου, η δε υπό εξέταση σύμβαση δεν αποτελεί εξαίρεση (37). Το γεγονός ότι η Αυστρία δεν έχει κυρώσει τη σύμβαση αυτή θα μπορούσε συνεπώς να μην είναι καθοριστικής σημασίας αν αποδεικνυόταν ότι οι διατάξεις της συμβάσεως που εφαρμόζονται στην παρούσα διαφορά περιορίζονται στην αναγνώριση προϋπαρχουσών αρχών του διεθνούς δικαίου.
110. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να αναλυθεί το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών για να εξεταστεί αν περιορίζονται στη διατύπωση τέτοιων αρχών ή αν ενέχουν συναφώς νέα στοιχεία.
111. Ως γνωστόν, η σύμβαση διακρίνει την περίπτωση των κρατών που προήλθαν από διαδικασία καταργήσεως του καθεστώτος αποικιοκρατίας, τα οποία προσδιορίζει με τον όρο «Νέα Ανεξάρτητα Κράτη» (άρθρο 24), από τις λοιπές περιπτώσεις συστάσεως νέου κράτους (άρθρο 34).
112. Για τα νέα ανεξάρτητα κράτη που απηλλάγησαν από την αποικιοκρατία, στο άρθρο 24 διατυπώνεται ένας κανόνας που εμπνέεται από την αρχή της tabula rasa και αποκλείει συνεπώς κατ' αρχήν κάθε περίπτωση αυτόματης διαδοχής στις συμβάσεις που είχε συνάψει προηγουμένως το αποικιοκρατικό καθεστώς (38).
114. Το άρθρο 34 προβλέπει μόνον δύο εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό. Δεν υφίσταται διαδοχή όταν τα ενδιαφερόμενα κράτη συμφωνήσουν επ' αυτού ή όταν διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή της Συνθήκης έναντι του νέου κράτους «θα ήταν ασύμβατη με το αντικείμενο και τον σκοπό της Συνθήκης ή θα μετέβαλε ριζικά τους όρους εκτελέσεως της Συνθήκης».
115. Επισημαίνω αμέσως ότι, κατά την άποψή μου, η αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 34 της Συμβάσεως της Βιένης δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο ενός προϋπάρχοντος γενικού κανόνα του διεθνούς δικαίου.
116. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν κατ' αρχάς οι ίδιες οι προπαρασκευαστικές εργασίες της συμβάσεως, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της επιτροπής διεθνούς δικαίου. Υπενθυμίζω συναφώς ότι ο διορισθείς από την εν λόγω επιτροπή ειδικός εισηγητής, o Sir Humphrey Waldock, είχε συναγάγει, από την ανάλυση της διεθνούς πρακτικής, την ύπαρξη αντίθετης αρχής από αυτή που διατυπώνεται στο άρθρο 34, ήτοι την αρχή της tabula rasa, σύμφωνα με την οποία, η σύσταση νέου κράτους επί του εδάφους που ανήκε προγενέστερα σε άλλο κράτος δεν συνεπάγεται την αυτόματη διαδοχή του πρώτου κράτους στις συμβατικές σχέσεις του δευτέρου (39). Απεναντίας, σε περίπτωση διαλύσεως μιας ενώσεως κρατών, αλλά μόνο στην περίπτωση αυτή, προτάθηκε μια ad hoc διάταξη, η οποία εμπνέεται από την αρχή της αυτόματης διαδοχής. Μόνον μεταγενέστερα -και χωρίς καμία αναφορά στην πρακτική-, η συντακτική ομάδα της επιτροπής διεθνούς δικαίου επεξέτεινε σε όλες τις περιπτώσεις αποχωρήσεως ή διαμελισμού κρατών τον κανόνα της αυτόματης διαδοχής (40), με εξαίρεση, όπως είπαμε, της διαδοχής των κρατών που προήλθαν από την κατάργηση του αποικιοκρατικού καθεστώτος (βλ. το άρθρο 24 της συμβάσεως).
117. Προσθέτω ότι, κατά τον χρόνο της κωδικοποιήσεως, η κυρίαρχη άποψη στη θεωρία έτεινε επίσης στο να αποκλείσει την εφαρμογή της αρχής της αυτόματης διαδοχής, εκφράζοντας κατά κανόνα την προτίμηση υπέρ της αρχής της tabula rasa, αν και με σημαντικές εξαιρέσεις σχετικά με ιδιαίτερες κατηγορίες ειδικών συνθηκών ή με ιδιαίτερες καταστάσεις μεταβολής της κυριαρχίας (41).
118. Στο πλαίσιο αυτό, είναι πολύ αμφίβολο αν, κατά τον χρόνο συνάψεως της Συμβάσεως της Βιένης το 1978, η αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο της 34 μπορούσε να θεωρηθεί ως έκφραση ενός γενικώς αναγνωρισμένου κανόνα του διεθνούς δικαίου (42).
119. Δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό ότι η σύναψη της συμβάσεως μπορεί να αποτελεί, καθεαυτή, μια ένδειξη υπέρ της δημιουργίας νέου εθίμου με το ίδιο περιεχόμενο. Συγκεκριμένα, ανεξάρτητα από κάθε άλλη εκτίμηση σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία τέτοιων πράξεων, η πολύ περιορισμένη συμμετοχή στην εν λόγω σύμβαση δεν συνηγορεί επίσης υπέρ τέτοιου ενδεχομένου: πράγματι, όπως ήδη ανέφερα ανωτέρω, τη σύμβαση κύρωσαν μόλις δέκα επτά κράτη (43).
Η πρακτική των διεθνών σχέσεων μετά την κωδικοποίηση
120. Ωστόσο, πριν καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα, πρέπει ακόμη να προβούμε στην ανάλυση της μεταγενέστερης της συμβάσεως πρακτικής για να καθοριστεί αν αυτή συνέβαλε στη δημιουργία εθιμικού κανόνα εμπνεόμενου από την αρχή της αυτόματης διαδοχής.
121. Η μεταγενέστερη της κωδικοποιήσεως πρακτική είναι πράγματι πλουσιότατη, διότι, κατά την τελευταία δεκαετία του XX αιώνα, επήλθε στην Ευρώπη, ως γνωστόν, η διάλυση των πολυεθνικών κρατών που δημιουργήθηκαν κατά το πέρας του πρώτου και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Από το 1991 και μετέπειτα, η Σοβιετική .νωση κατ' αρχάς και η Γιουγκοσλαβία στη συνέχεια διασπάστηκαν σε μεγάλο αριθμό ανεξαρτήτων κρατών, στο πλαίσιο διαδικασίας διαλύσεως η οποία υπήρξε ουσιαστικά ειρηνική στην πρώτη περίπτωση, αλλά συχνά αιματηρή, όπως είναι δυστυχώς γνωστό, στη δεύτερη. .πειτα, την 1η Ιανουαρίου 1993, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας έπαυσε επίσης να υφίσταται και επί του εδάφους της δημιουργήθηκαν κατά τρόπο ειρηνικό δύο νέα κράτη, η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Δημοκρατία της Σλοβακίας.
122. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εκθέσω την πρακτική η οποία αναπτύχθηκε μετά τα γεγονότα αυτά και ειδικότερα την πρακτική σχετικά με τις διμερείς συμβάσεις. Θα επισημάνω εκ προοιμίου ότι, κατά την άποψή μου, η πρακτική αυτή μαρτυρεί μια σημαντική μεταβολή όσον αφορά την κατάσταση του γενικού διεθνούς δικαίου, διότι οδηγεί στη συναγωγή του συμπεράσματος ότι, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '90, δημιουργήθηκε ένα διεθνές έθιμο εμπνεόμενο από την αρχή της συνεχείας των συμβατικών διεθνών υποχρεώσεων, έστω και με λιγότερο αυστηρό αυτοματισμό από εκείνον που προκύπτει από το άρθρο 34 της Συμβάσεως της Βιένης.
Η πρακτική των νέων κρατών
– - Οι Δημοκρατίες της Τσεχίας και της Σλοβακίας
123. Πρέπει να επισημανθεί κατ' αρχάς ότι τα δύο κράτη που προήλθαν από τη διάλυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας εξεδήλωσαν, με δηλώσεις αρχής γενικού χαρακτήρα την πρόθεσή τους να υποκατασταθούν στις συμβάσεις που είχαν συναφθεί από το προγενέστερο κράτος. Συγκεκριμένα, αυτό συνάγεται ρητώς από τις επίσημες δηλώσεις των δύο κοινοβουλίων κατά τις πρώτες ώρες της ανεξαρτησίας (44) και από τον προμνημονευθέντα τσεχικό συνταγματικό νόμο αριθ. 4/1993 (45).
124. Η πρακτική μετά τις ανωτέρω δηλώσεις αποδεικνύει εξάλλου ότι αυτή η βούληση διαδοχής εξακολούθησε να εκδηλώνεται με συνέπεια και δεν αντιμετώπισε αντιρρήσεις αρχής εκ μέρους των τρίτων κρατών που είχαν συνάψει διεθνείς συμβάσεις με την Τσεχοσλοβακία.
– - Οι δημοκρατίες που προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας
125. Τα περισσότερα από τα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως και της Γιουγκοσλαβίας εξεδήλωσαν επίσης, με δηλώσεις αρχής γενικού χαρακτήρα, την πρόθεσή τους να συνεχίσουν τις συμβατικές σχέσεις διεθνούς δικαίου στις οποίες ήταν συμβαλλόμενα μέρη τα προγενέστερα κράτη.
126. α) Στην περίπτωση της διαλύσεως της Σοβιετικής Ενώσεως, πρέπει να υπομνησθεί ειδικότερα η δήλωση της Alma Ata της 21ης Δεκεμβρίου 1991, με την οποία τα κράτη που ήταν τότε μέλη της Κοινότητας Ανεξαρτήτων Κρατών εξεδήλωσαν την πρόθεση να «διασφαλίσουν, σύμφωνα με τις αντίστοιχες συνταγματικές διαδικασίες τους, την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις τις οποίες είχε συνάψει η πρώην .νωση των Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών» (46).
127. Η μετέπειτα πρακτική επιβεβαίωσε κατ' αρχήν την εκφρασθείσα με την ανωτέρω δήλωση βούληση, έστω και αν ορισμένα από τα κράτη αυτά υιοθέτησαν ενίοτε επιφυλακτικότερη συμπεριφορά.
128. Ειδικότερα, έστω και αν εμπνέεται κατά γενικό κανόνα από τη διαδοχή στις διεθνείς υποχρεώσεις του προγενέστερου κράτους, η πρακτική που ακολουθούν το Αζερμπαϊντζάν, η Μολδαβία, το Τουρκμενιστά και το Ουζμπεκιστάν μετριάζει την αρχή αυτή, διά της απονομής κατ' ουσίαν στο νέο κράτος της ευχέρειας να αποκλείει τη διαδοχή για ορισμένες συμβάσεις ή κατηγορίες συμβάσεων (διαδοχή αποκαλούμενη επιλεκτική) (47).
129. β) Η πρακτική των χωρών της Βαλτικής, ήτοι της Εσθονίας, της Λεττονίας και της Λιθουανίας, δεν είναι απεναντίας σημαντική για την παρούσα διαφορά. Συγκεκριμένα, είναι μεν αληθές ότι οι τρεις αυτές δημοκρατίες, μετά την ανάκτηση της ανεξαρτησίας τους το 1991, δεν θεώρησαν ότι δεσμεύονται από τις συμβάσεις που είχε συνάψει η ΕΣΣΔ, αλλά η στάση αυτή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απόρριψη της αρχής της διαδοχής. Αυτό προκύπτει από τη βούληση αυτών των δημοκρατιών να αναγνωρίζονται ως η συνέχεια των κρατών της Βαλτικής που κατέστησαν ανεξάρτητα από την τσαρική Ρωσία το 1918 και προσαρτήθηκαν από την ΕΣΣΔ το 1940, βούληση την οποία εξάλλου δέχθηκαν κατ' ουσίαν τα αρχικώς συμβαλλόμενα τρίτα κράτη, η πλειονότητα των οποίων ουδέποτε είχε αναγνωρίσει de jure την σοβιετική προσάρτηση το 1940.
130. γ) Η πρακτική των κρατών που προήλθαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας εμπνέεται επίσης, κατά γενικό κανόνα, από την αρχή της συνεχείας των συμβατικών διεθνών υποχρεώσεων.
131. Ειδικότερα, η Κροατία και η Σλοβενία υποστήριξαν ρητώς, κατά την απόκτηση της ανεξαρτησίας τους, την αρχή της διαδοχής στις συμβάσεις που είχε συνάψει η Γιουγκοσλαβία (48), επιδιώκουσες ωστόσο και αυτές να μετριάσουν την εν λόγω αρχή όσον αφορά ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων (49), ή υπερασπίζοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ιδέα της επιλεκτικής διαδοχής (50).
– - Η πρακτική των τρίτων συμβαλλομένων κρατών
132. Η πρακτική των τρίτων κρατών (ή των λοιπών υποκειμένων του διεθνούς δικαίου) που είναι συμβαλλόμενα μέρη στις συμφωνίες τις οποίες αφορά η διαδοχή κρατών παρέχει σημαντικά στοιχεία τα οποία συνηγορούν υπέρ της συνεχείας των εννόμων σχέσεων.
133. Κράτη κυρίως όπως η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες (51) και, εκτός της Ευρώπης, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (52) φαίνεται ότι δέχονται χωρίς ενδοιασμούς, στις περιπτώσεις διαλύσεως και διαμελισμού κρατών, την αρχή της αυτόματης διαδοχής.
134. Ειδικότερα, η Γερμανική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ρητώς τη θέση αυτή κατά την παρούσα προδικαστική διαδικασία.
135. Επισημαίνω κατόπιν ότι και η πρακτική των κοινοτικών οργάνων εμπνέεται επίσης από την αρχή αυτή όπως μαρτυρεί ειδικότερα το πρωτόκολλο αριθ. 8 της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Κοινότητας και τη Δημοκρατίας της Τσεχίας, για τη διαδοχή της Δημοκρατίας της Τσεχίας όσον αφορά την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ της Κοινότητας και της Τσεχοσλοβακίας σχετικά με τη διαμετακόμιση και την υποδομή των χερσαίων μεταφορών (53). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αυτου προβλέπεται ότι «η Κοινότητα, αφενός, και η Δημοκρατία της Τσεχίας, αφετέρου, αναλαμβάνουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Κοινότητας, αφενός, και της πρώην Τσεχικής και Σλοβακικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας αφετέρου, που περιέχονται στις προαναφερόμενες ανταλλαγές επιστολών», λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, όπως αναφέρεται στο προοίμιο του πρωτοκόλλου «η Δημοκρατία της Τσεχίας δήλωσε [...] ότι αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από όλες τις συμφωνίες μεταξύ της Τσεχικής και Σλοβακικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» και ότι «η Δημοκρατία της Τσεχίας αποτελεί, από την 1η Ιανουαρίου 1993, διάδοχο κράτος της Τσεχικής και Σλοβακικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας».
136. Στα στοιχεία αυτά, τα οποία συνηγορούν υπέρ της αυτόματης διαδοχής στις διεθνείς συμβάσεις έρχεται να προστεθεί η περισσότερο διαφοροποιημένη πρακτική άλλων κρατών.
137. .σον αφορά κατ' αρχάς την Ιταλία, επισημαίνεται ότι ναι μεν η κυβερνητική πρακτική φαίνεται κατά γενικό κανόνα να εμπνέεται από την αρχή της αυτόματης διαδοχής (54), αλλά στη νομολογία φαίνεται μάλλον να γίνεται δεκτό ότι είναι αναγκαία μια επιβεβαιωτική συμφωνία ή μια μονομερής δήλωση περί διαδοχής εκ μέρους του νέου κράτους, τουλάχιστον για ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων, όπως οι συμβάσεις περί εκδόσεως (55).
138. Πρέπει επιπλέον να υπομνησθεί η στάση την οποία τήρησε το Ηνωμένο Βασίλειο έναντι της Δημοκρατίας της Τσεχίας και της Δημοκρατίας της Σλοβακίας. Συγκεκριμένα, στο έγγραφο με το οποίο ο Βρετανός πρωθυπουργός κοινοποίησε στις Κυβερνήσεις της Τσεχίας και της Σλοβακίας την τυπική αναγνώριση των δύο νέων κρατών, διατύπωσε την πεποίθησή του ότι οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί προγενέστερα μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Τσεχοσλοβακίας εξακολουθούσαν να ισχύουν «as appropriate» (κατά περίπτωση) (56). Στη διευκρίνιση αυτή, εκτός από τη σαφή αναγνώριση της αρχής της συνεχείας των συμβατικών δεσμεύσεων, μπορούμε να διακρίνουμε την πρόθεση διατηρήσεως ορισμένου περιθωρίου ελιγμών κατά τη διαχείριση της διαδοχής, πέρα από δύσκαμπτους αυτοματισμούς.
139. Η γαλλική και η ελβετική πρακτική χαρακτηρίζονται επίσης από μια σώφρονα προσέγγιση η οποία, αν και εκκινεί από την αρχή της συνεχείας των συμβατικών δεσμεύσεων, εξαρτά ωστόσο την οριστική διαδοχή από τη θετική έκβαση διαπραγματεύσεων που πρέπει να διενεργηθούν με το νέο κράτος αποκλείοντας συνεπώς κάθε αυτοματισμό (57).
140. .χω εξάλλου την εντύπωση ότι αυτό είναι επίσης, πέρα από τις δηλώσεις, το περιεχόμενο της αυστριακής πρακτικής, η οποία ωστόσο γίνεται αντιληπτή κατά τρόπο μη ομοιόμορφο στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεις (βλ. ανωτέρω σημεία 101 και 103 έως 104).
141. Συγκεκριμένα, μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία του αυστριακού OGH, τόσο προγενέστερη όσο και μεταγενέστερη της προσχωρήσεως της Αυστρίας στην Κοινότητα, ότι η απόρριψη της αυτόματης διαδοχής -απόρριψη η οποία αποτελεί την παραδοσιακή αυστριακή θέση (58) και την οποία τονίζει η Ammersin- δεν σημαίνει απόρριψη της αρχής της συνεχείας των συμβατικών υποχρεώσεων, διότι, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, κατά τη διάρκεια της αναγκαίας περιόδου για τη διενέργεια των διαπραγματεύσεων σχετικά με τη διαδοχή δεν υφίσταται νομικό κενό, αλλά διαρκής εφαρμογή των συμφωνιών εκ μέρους της Αυστρίας (59).
142. Δεν μπορεί εξάλλου να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, ήδη πριν από την προσχώρηση της Αυστρίας στην Κοινότητα, η αυστριακή θέση δεν ήταν τόσο μονολιθική όσο ισχυρίζεται η Ammersin. Συγκεκριμένα, με διακοίνωση της 30ής Νοεμβρίου 1994 απευθυνθείσα στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Τσεχίας, η Αυστριακή Κυβέρνηση έθεσε τέρμα -αλλά μόνον για το μέλλον- σε εμπορική σύμβαση συναφθείσα μεταξύ της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας (60).
Η εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση κανονιστική αρχή
143. Θεωρώ συνεπώς ότι η ανάλυση της πρακτικής, τόσο των νέων κρατών όσο και των συμβαλλομένων τρίτων κρατών, επιτρέπει την επιβεβαίωση της απόψεως που ήδη διατυπώθηκε ανωτέρω (σημείο 122), κατά την οποία δημιουργήθηκε πλέον ένας εθιμικός κανόνας εμπνεόμενος από την αρχή της αυτόματης διαδοχής, έστω και αν το περιεχόμενό του είναι λιγότερο αυστηρό από αυτό που προκύπτει από το άρθρο 34 της Συμβάσεως της Βιένης, υπό την έννοια ότι ο κανόνας δεν ισχύει αν ένα από τα δύο κράτη τα οποία ενδιαφέρει η διαδοχή εξέφρασε αντίθετη πρόθεση.
144. Εν προκειμένω, όπως είναι γνωστό, όχι μόνον δεν υφίσταται, ούτε εκ μέρους της Αυστρίας ούτε εκ μέρους της Δημοκρατίας της Τσεχίας, ίχνος βουλήσεως να υπάρξει ρήξη των συμβατικών δεσμών που εγκαθιδρύθηκαν με τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας του 1976, αλλά παρατηρείται πλήρης σύμπτωση μεταξύ των σαφέστατων και απαλλαγμένων αμφισημίας τσεχικών δηλώσεων του 1992/1993, σχετικά με τη διαδοχή στις συναφθείσες από την Τσεχοσλοβακία συμβάσεις (βλ. ανωτέρω, σημεία 19 και 20), και της αυστριακής δηλώσεως που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση του ομοσπονδιακού καγκελαρίου του 1997.
145. Το γεγονός ότι η διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως αυτής και των παρεπομένων πράξεων επιβεβαιώθηκε ρητώς από την Αυστρία μόνον μετά την προσχώρησή της στην Κοινότητα δεν μπορεί συνεπώς, κατά την άποψή μου, να έχει οποιαδήποτε επιρροή επί της εφαρμογής του άρθρου 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ στην εν λόγω σύμβαση και στις παρεπόμενες πράξεις.
146. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο ερώτημα ότι το σύστημα που προβλέπεται στη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας καλύπτεται από το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και, ως εκ τούτου, υπερισχύει έναντι των ενδεχομένως αντιθέτων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, παρά το ότι, εκ μέρους της Αυστρίας, η διαδοχή κρατών στη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας δημοσιοποιήθηκε επισήμως μόλις το 1997, μετά την προσχώρηση της Αυστρίας στην Κοινότητα.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
147. Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 307, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ επιβάλλει σε «κοινοτικό» δικαστήριο να δώσει σε σύμβαση καλυπτόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ ερμηνεία σύμφωνη με το ουσιαστικό κοινοτικό δίκαιο.
148. Επί του ερωτήματος αυτού, δεν υφίσταται πραγματική απόκλιση απόψεων μεταξύ των παρεμβαινόντων. Συγκεκριμένα, εκτός από την Επιτροπή, η οποία δεν λαμβάνει θέση επί του σημείου αυτού, όλοι οι παρεμβαίνοντες εκτιμούν κατ' ουσίαν ότι μια διεθνής σύμβαση συναφθείσα από κράτος μέλος πριν από την προσχώρησή του στην Κοινότητα πρέπει να ερμηνεύεται, κατά το μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο που εξασφαλίζει την τήρηση των κοινοτικών υποχρεώσεων του οικείου κράτους μέλους. Αυτό προϋποθέτει πάντως ότι η συμβατική διάταξη περί της οποίας πρόκειται είναι πράγματι ασαφής και προσφέρεται προς ερμηνεία ικανή να εξασφαλίσει το συμβατό με τη Συνθήκη ΕΚ.
149. Προσωπικά, συμμερίζομαι πλήρως τις παρατηρήσεις αυτές.
150. Εκτιμώ συγκεκριμένα ότι η σύμφωνη με το ουσιαστικό κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία επιβάλλεται κατ' ανάγκη κατά την εφαρμογή διατάξεως όπως το άρθρο 307, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, που συγκεκριμενοποιεί στον εν λόγω τομέα την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 10 ΕΚ.
151. Η αρχή αυτή πρέπει ωστόσο να μην έρχεται σε αντίθεση με τη ρητή διάταξη του άρθρου 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, η οποία αναγνωρίζει την υπεροχή των διεθνών υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις συναφθείσες από κράτος μέλος πριν από την προσχώρησή του στην Κοινότητα.
152. Κατά συνέπεια, δίδοντας στις διατάξεις που περιλαμβάνονται στις εν λόγω διεθνείς συμβάσεις ερμηνεία σύμφωνη κατά το μέτρο του δυνατού με το κοινοτικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που καθορίζουν οι κανόνες του γενικού διεθνούς δικαίου αναφορικά με την ερμηνεία των συνθηκών, ώστε να μη διακυβευθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ. Ειδικότερα, η ερμηνεία της συμβατικής διατάξεως πρέπει προπάντων να πραγματοποιηθεί «καλοπίστως σύμφωνα προς τη συνήθη έννοια η οποία δίδεται στους όρους της Συνθήκης, στο σύνολό τους και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της», όπως προβλέπει το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Βιένης περί του δικαίου των συνθηκών (61).
153. Μόνον αν τα κριτήρια αυτά δεν επιτρέπουν να καθοριστεί με βεβαιότητα η έννοια του κειμένου της συμβάσεως θα υπάρχει πράγματι χώρος για «σύμφωνη ερμηνεία» κατά την έννοια του άρθρου 307, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Συγκεκριμένα, σε τέτοια περίπτωση, μεταξύ περισσοτέρων δυνατών ερμηνειών του κειμένου της συμβάσεως, το συμβαλλόμενο κράτος μέλος θα πρέπει να δώσει την προτεραιότητα σε εκείνη που συμβιβάζεται καλύτερα με τις κοινοτικές υποχρεώσεις του.
154. Δεδομένου ότι πρόκειται συναφώς για γενική εκτίμηση, δεν θεωρώ σκόπιμο να λάβω θέση επί του ζητήματος αυτού κατά τρόπο πλέον συγκεκριμένο, για να προσπαθήσω να διαπιστώσω αν η Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας προσφέρεται ή όχι για περισσότερες ερμηνείες και ποια από τις ερμηνείες αυτές είναι προτιμητέα.
155. Συγκεκριμένα, για την επίλυση του ζητήματος αυτού, θα πρέπει να ερμηνευθεί ο κανόνας με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή στην αυστριακή έννομη τάξη η διεθνής υποχρέωση που απορρέει από τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας. .πως όμως είχα την ευκαιρία να επισημάνω ανωτέρω (σημείο 56), κατά πάγια νομολογία, δεν απόκειται στο Δικαστήριο, αλλά στα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύσουν διατάξεις του εθνικού δικαίου που διέπει τη διαφορά ή διμερείς συμβάσεις που δεσμεύουν τα κράτη μέλη, αλλά εξέρχονται της σφαίρας του κοινοτικού δικαίου.
156. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τέταρτο ερώτημα ότι, αν η έννοια συμβάσεως συναφθείσας από κράτος μέλος πριν από την προσχώρησή του στην Κοινότητα, όπως η Σύμβαση της Βιένης, της 11ης Ιουνίου 1976, μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας για την προστασία των ονομασιών αναφορικά με την προέλευση γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, είναι διφορούμενη και η ερμηνεία της, πραγματοποιούμενη σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες του γενικού διεθνούς δικαίου, αφήνει περιθώριο για περισσότερες σημασίες, το άρθρο 307, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ επιβάλλει στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος να δώσει την προτεραιότητα στη σημασία που συμβιβάζεται καλύτερα με τις κοινοτικές υποχρεώσεις του.
Πρόταση
157. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Handelsgericht Wien:
«1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωγραφικών προϊόντων και τροφίμων, δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή διμερούς συμβάσεως μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους, παρέχουσας απόλυτη προστασία σε γεωγραφική ένδειξη η οποία, αν και δεν αποτελεί το όνομα περιοχής ή συγκεκριμένου τόπου του τρίτου κράτους, προσδιορίζει ένα προϊόν προερχόμενο από περιοχή ή συγκεκριμένο τόπο του κράτους αυτού, χωρίς ωστόσο να προϋποθέτει ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ της προελεύσεως προϊόντος και των ιδιοτήτων του.
2. Τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ δεν αντιτίθενται στην εφαρμογή διμερούς συμβάσεως μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους, παρέχουσας απόλυτη προστασία σε γεωγραφική ένδειξη η οποία, αν και δεν αποτελεί το όνομα μιας περιοχής ή ενός συγκεκριμένου τόπου του τρίτου κράτους, προσδιορίζει ένα προϊόν προερχόμενο από μια περιοχή ή έναν συγκεκριμένο τόπο του κράτους αυτού, έστω και αν ουδεμία ιδιαίτερη σύνδεση υφίσταται μεταξύ της προελεύσεως του προϊόντος και των χαρακτηριστικών του, υπό την προϋπόθεση ότι η ονομασία αυτή δεν είχε προσλάβει κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως ή δεν προσέλαβε μεταγενέστερα, τον χαρακτήρα ονομασίας γένους εντός του κράτους προελεύσεως.
3. Τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο το οποίο προορίζει αποκλειστικά για τους εγκατεστημένους σε τρίτο κράτος παραγωγούς τη χρήση μιας ενδείξεως η οποία δεν μπορεί να εμφαίνει ουδεμία σύνδεση μεταξύ του προϊόντος και της γεωγραφικής προελεύσεώς του, παρέχοντας στην ονομασία αυτή απόλυτη προστασία, ανεξαρτήτως κάθε κινδύνου συγχύσεως.
4. Το σύστημα που προβλέπεται στη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας συναφθείσα στη Βιένη, στις 11 Ιουνίου 1976, μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας, σχετικά με την προστασία των ονομασιών που υποδεικνύουν την προέλευση γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, καλύπτεται από το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και, ως εκ τούτου, υπερισχύει έναντι των ενδεχομένως αντιθέτων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, παρά το ότι, εκ μέρους της Αυστρίας, η διαδοχή κρατών στη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας δημοσιοποιήθηκε επισήμως μόλις το 1997, μετά την προσχώρηση της Αυστρίας στην Κοινότητα.
5. Αν η έννοια συμβάσεως συναφθείσας από κράτος μέλος πριν από την προσχώρησή του στην Κοινότητα, όπως η Σύμβαση της Βιένης, της 11ης Ιουνίου 1976, μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας για την προστασία των ονομασιών αναφορικά με την προέλευση γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, είναι διφορούμενη και η ερμηνεία της, πραγματοποιούμενη σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες του γενικού διεθνούς δικαίου, αφήνει περιθώριο για περισσότερες σημασίες, το άρθρο 307, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ επιβάλλει στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος να δώσει την προτεραιότητα στη σημασία που συμβιβάζεται καλύτερα με τις κοινοτικές υποχρεώσεις του».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική..
2 – ΕΕ L 208, σ. 1.
3 – «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων διεθνών συμφωνιών, ο παρών κανονισμός μπορεί να εφαρμόζεται στα γεωργικά προϊόντα ή στα τρόφιμα προέλευσης τρίτης χώρας, εφόσον:
- η τρίτη χώρα είναι σε θέση να παράσχει εγγυήσεις πανομοιότυπες ή ισοδύναμες προς αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 4,
- η τρίτη χώρα διαθέτει σύστημα ελέγχου ισοδύναμο προς το σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 10,
- η τρίτη χώρα είναι διατεθειμένη να παράσχει προστασία ισοδύναμη με αυτή που υπάρχει στην Κοινότητα στα αντίστοιχα γεωργικά προϊόντα ή τρόφιμα που προέρχονται από την Κοινότητα.»
4 – Σύμβαση σχετικά με την προστασία των ενδείξεων καταγωγής, των ονομασιών προελεύσεως και των λοιπών προσδιορισμών της προελεύσεως γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, υπογραφείσα στη Βιένη στις 11 Ιουνίου 1976, η οποία περιλαμβάνει σε παράρτημα ένα πρωτόκολλο που υπεγράφη στη Βιένη στις 30 Νοεμβρίου 1977. Το κείμενο της συμβάσεως δημοσιεύθηκε στο BGBl 1981, σ. 75.
5 – BGBl 1981, σ. 76.
6 – Μη επίσημη μετάφραση.
7 – Μη επίσημη μετάφραση.
8 – Δήλωση του Εθνικού Συμβουλίου της Τσεχίας προς όλα τα Κοινοβούλια και τα .θνη του κόσμου», 17 Δεκεμβρίου 1992. Μη επίσημη μετάφραση.
9 – Μη επίσημη μετάφραση.
10 – Μη επίσημη μετάφραση.
11 – πλήρης εμπορική επωνυμία είναι «Budejovický Budvar, národný podnik, Budweiser Budvar, National Corporation» και σημαίνει: «ζυθοποιία Bud του Budweis, εθνική επιχείρηση». Η σημερινή ζυθοποιία είναι προϊόν της συγχωνεύσεως της εταιρίας «Budweiser Brauberechtigten Bürgerliches Brauhaus», ιδρυθείσας το 1795 στο Budweis, και της εταιρίας «Tschechische Aktien-Brauerei», η οποία μετονομάσθηκε μεταγενέστερα σε «Budvar Tschechische Aktien-Brauerei», και ιδρύθηκε, στο Budweis, επίσης, το 1895. Το 1948, κατόπιν της εθνικοποιήσεως, οι δύο εταιρίες συγχωνεύθηκαν σε μία ενιαία εθνική επιχείρηση, την «Jihoceské pivovary», από την οποία γεννήθηκε το 1966 η σημερινή εταιρία.
12 – Στο εξής: «Budweis». Στην πόλη Budweis, η οποία ανήκε αρχικά στο Βασίλειο της Βοημίας και στη συνέχεια στην Αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας μέχρι το 1918, εδρεύει από τον XVI αιώνα μία ανθούσα βιομηχανία ζυθοποιίας.
13 – Από το 1795, οι επιχειρήσεις οι οποίες συγχωνεύθηκαν στη συνέχεια εντός της σημερινής ζυθοποιίας Budvar παρήγαν και διέθεταν στο εμπόριο μπίρα με τις ονομασίες «Budweis», «Budweiser Bier» (στην τσεχική, «Budejovické pivo», που σημαίνει «μπίρα Budweis»), «Budvar» ή «Budbräu» (ήτοι «ζυθοποιία Bud»· συγκεκριμένα, στην τσεχική ο όρος «var» αντιστοιχεί στον γερμανικό όρο «Bräu», και και σημαίνει ζυθοποιία).
14 – Η μπίρα αυτή παρασκευάζεται από την αμερικανική ζυθοποιία Anheuser-Busch, η οποία εδρεύει στο Saint Louis. Από το 1876, η ζυθοποιία Bavarian Brewery, η οποία μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Anheuser-Busch, διέθετε στο τοπικό εμπόριο μπίρα με την ονομασία «Budweiser» και στη συνέχεια με τη συντετμημένη ονομασία «Bud». Φαίνεται ότι το 1911, η Anheuser-Busch απέκτησε τελικά από τις ζυθοποιίες που ασκούσαν τότε τη δραστηριότητά τους στο Budweis την άδεια να χρησιμοποιεί την ονομασία αυτή στις μη ευρωπαϊκές αγορές. Τέλος, το 1939, απέκτησε από τις τσεχικές ζυθοποιίες το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί την ονομασία «Budweiser» στην αμερικανική αγορά. Ωστόσο, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η Anheuser-Busch άρχισε να εξάγει την μπίρα της επίσης στην Ευρώπη (βλ., όσον αφορά τα στοιχεία αυτά, τη διάταξη του αυστριακού Oberstergerichtshof στην οποία αναφέρεται κατωτέρω η υποσημείωση 16, καθώς και την απόφαση του ελβετικού ομοσπονδιακού δικαστηρίου της 15ης Φεβρουαρίου 1999, BGE 125 III, σ. 193).
15 – Πρέπει πράγματι να επισημανθεί ότι η ζυθοποιία Budvar προέβη στην καταχώριση, σε διάφορες χώρες μεταξύ των οποίων και στην Αυστρία, διαφόρων σημάτων, μεταξύ άλλων των όρων «Budvar», «Budweiser», «Budweiser-Budvar», «Budweiser Budbräu», και «Bud».
16 – OGH, διάταξη της 1ης Φεβρουαρίου 2002, 4 Ob 13/00s. Για το κείμενο της διατάξεως βλ. Bundeskanzleramt - Rechtsinformationssystem, .
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 5 Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont (Συλλογή 2000, σ. I-10663, σκέψη 22), και της 25ης Ιουνίου 2002, C-66/00, Bigi (Συλλογή 2002, σ. I-5917, σκέψεις 18 και 19).
18 – Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2000, C-312/98, Warsteiner Brauerei (Συλλογή 2000, σ. I-9187, σκέψη 54).
19 – Βλ., τη σαφή διατύπωση της αποφάσεως της 12ης Οκτωβρίου 1993, C-37/92, Vanacker και Lesage (Συλλογή 1993, σ. I-4947, σκέψη 7).
20 – Βλ. την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1973, 130/73 Vandeweghe (Συλλογή τόμος 1972-73, σ. 759, σκέψη 2).
21 – Προαναφερθείσα απόφαση Warsteiner, σκέψη 43. Βλ. επίσης την απόφαση της 7ης Μα.ου 1997, C-321/94 έως C-324/94 Pistre κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-2343, σκέψη 35).
22 – Απόφαση Warsteiner, σκέψη 44.
23 – Απόφαση Warsteiner, σκέψη 45.
24 – Απόφαση Warsteiner, σκέψη 49.
25 – Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1992, C-3/91, Exportur (Συλλογή 1992, σ. I-5529, σκέψη 39), και της 4ης Μαρτίου 1999, C-87/97, Consorzio per la tutela del formaggio Gorgonzola (Συλλογή 1999, σ. I-1301, σκέψη 20).
26 – Προαναφερθείσα απόφαση Exportur, σκέψεις 28, 37 και 38.
27 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1971, 51/71 έως 54/71 International Fruit Company (Συλλογή τόμος 1971, σ. 1091, σκέψεις 8 έως 10), και της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 41/76, Donckerwolcke (Συλλογή τόμος 1976, σ. 719, σκέψη 17).
28 – Βλ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
29 – Επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για τη σύμβαση περί προστασίας των ονομασιών καταγωγής, των ενδείξεων προελεύσεως και των ονομασιών ορισμένων προϊόντων, η οποία υπεγράφη στη Μαδρίτη στις 27 Ιουνίου 1973 μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Ισπανικού Κράτους.
30 – Προαναφερθείσα απόφαση Exportur, σκέψη 37.
31 – .π.π.
32 – Προαναφερθείσα απόφαση Exportur, σκέψη 37.
33 – Κανονισμός 2081/92, άρθρο 3.
34 – Υπό την έννοια αυτή αποφάνθηκε εξάλλου και το OGH με την προαναφερθείσα διάταξη της 1ης Φεβρουαρίου 2002 (4 Ob 13/00s), αναφορικά ακριβώς με τη Σύμβαση Αυστρίας-Τσεχοσλοβακίας, η εφαρμογή της οποίας εξετάζεται εν προκειμένω. Η διάταξη αυτή μνημονεύεται ανωτέρω στο σημείο 27.
35 – Πρόκειται για τη σύμβαση για τη διαδοχή κρατών όσον αφορά την εφαρμογή των συνθηκών που υπεγράφη στη Βιένη στις 22 Αυγούστου 1978. Σχετικά με τη σύμβαση αυτή, βλ. κατωτέρω, σημείο 107 επ. .σον αφορά το κείμενο του άρθρου 34, βλ. κατωτέρω, σημείο 113.
36 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Μαρτίου 1998, C-364/95 και C-365/95, T. Port (Συλλογή 1998, σ. I-1023, σκέψη 61).
37 – Υπενθυμίζω ότι η εν λόγω σύμβαση είναι το αποτέλεσμα σχεδίου άρθρων που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της επιτροπής διεθνούς δικαίου των Ηνωμένων Εθνών και διατυπώθηκε τελικώς στα πλαίσια ad hoc διεθνούς διασκέψεως συγκληθείσας από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.
38 – Το άρθρο 24 προβλέπει τα εξής:
«1. Μια διμερής συνθήκη η οποία, κατά τον χρόνο διαδοχής κρατών, ίσχυε έναντι του εδάφους στο οποίο αναφέρεται η διαδοχή κρατών, θεωρείται ως ισχύουσα μεταξύ του νέου ανεξάρτητου κράτους και του ετέρου συμβαλλομένου κράτους:
α) Αν συμφώνησαν ρητώς επ' αυτού, ή
β) Αν, λόγω της συμπεριφοράς τους, πρέπει να θεωρηθεί ότι συμφώνησαν υπό την έννοια αυτή.»
39 – Βλ. το άρθρο 21 του σχεδίου άρθρων, ότι «Fifth report on succession in respect of treaties, by Sir Humphrey Waldock, Special Rapporteur», Yearbook of the International Law Commission, 1972, τόμος II, Νέα Υόρκη, 1974, σ. 39 επ.
40 – Βλ. τα άρθρα 20 και 21 του σχεδίου άρθρων, «International Law Commission, 1191st meeting», Yearbook of the International Law Commission, 1972, volume I, New York, 1974, σ. 272 επ.
41 – Βλ., υπό την έννοια αυτή: W. E. Hall, A Treatise on International Law, εκδ. A. P. Higgins, Οξφόρδη, 8η έκδ., 1924 (ανατύπωση 1979, σ. 114 επ.)· L. Oppenheim, International Law, A treatise, έκδ. H. Lauterpacht, τόμος I, Λονδίνο, 8η έκδ., 1955, σ. 158 επ., ειδικότερα σ. 167· Akademie der Wissenschaften der UdSSR (Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ), Völkerrecht, Αμβούργο, 1960, σ. 122 επ. (στο έργο αυτό περιλαμβάνονται επίσης διαφορετικοί κανόνες για τις περιπτώσεις επαναστατικών μεταβολών, τις περιπτώσεις κρατών ελευθερωθέντων από την αποικιοκρατία και τις λοιπές περιπτώσεις)· G. Balladore Pallieri, DirittoInternazionalePubblico, 8η έκδ., Μιλάνο, 1962, σ. 224 επ.· D. P. O'Connell, State Succession in Municipal Law and International Law, τόμος II, Καίμπριντζ, 1967, σ. 88 επ. (στο έργο αυτό υπογραμμίζεται ωστόσο η ιδιαιτερότητα των καταστάσεων «εξελιγκτικής ανεξαρτησίας»)· T. Treves, «La continuità dei trattati e i nuovi Stati indipendenti», στο Communicazioni e Studi, XIII, 1969, σ. 303 επ.· O. Udokang, Succession of New States to International Treaties, Dobbs Ferry, Νέα Υόρκη, 1972, σ. 412 έως 415· D. Nguyen Quoc, Droit International Public, Παρίσι, 1975, σ. 431.
42 – Υπό την έννοια αυτή, βλ. M. Sahw, InternationalLaw, 4η έκδ., Καίμπριντζ, 1997, σ. 686 επ.· I. Brownlie, PrinciplesofPublicInternationalLaw, 5η έκδ. Οξφόρδη, 1998, σ. 650, 663· S. Rosenne, «Automatic Treaty Succession», στο έργο των J. Klabbers και R. Lefeber, EssaysontheLawofTreaties, Χάγη, 1998, σ. 99· K. Doehring, Völkerrecht, Χαϊδελβέργη, 1999, σ. 75· B. Conforti, DirittoInternazionale, Νάπολη, 2002, σ. 118 επ.
43 – Για να συγκεντρωθούν οι δεκαπέντε αναγκαίες κυρώσεις για την έναρξη της ισχύος της συμβάσεως, χρειάστηκαν 18 έτη και [...] ο διαμελισμός ενός των κρατών τα οποία την είχαν κυρώσει, ήτοι της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις περί διαδοχής των κρατών που προέκυψαν από τον διαμελισμό αυτό και τελευταία η δήλωση της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στις 7 Οκτωβρίου 1996, οδήγησαν ακριβώς στην αύξηση του αριθμού των κυρώσεων και στην έναρξη της ισχύος της συμβάσεως. Επιπλέον, στη διπλωματική διάσκεψη κατά την οποία καταρτίστηκε το κείμενο της συμβάσεως, εκπροσωπούνταν μόνο 70 από τα περίπου 160 υπάρχοντα κράτη, και από τα 70 αυτά κράτη μόνον 20 υπέγραψαν το κείμενο.
44 – σον αφορά τη δήλωση του τσεχικού Εθνικού Συμβουλίου, βλ. ανωτέρω, σημείο 20. .σον αφορά την παρόμοια δήλωση του σλοβακικού Εθνικού Συμβουλίου, βλ. Association de Droit International, «Rapport préliminaire sur la succession d'États en matière de traités», The International Law Association, Report of the Sixty-Seventh Conférence (Ελσίνκι), Λονδίνο, 1996, σ. 670.
45 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 20.
46 – Μη επίσημη μετάφραση. Μετάφραση στην αγγλική περιλαμβάνεται στο ILM 21 (1992), σ. 149.
47 – Βλ. Association de Droit International, «Rapport préliminaire sur la succession d'États en matière de traités», προμνημονευθέν, σ. 675 και 684· βλ. επιπλέον, Lεngström, «The Dissolution of the Soviet Union in the light of the 1978 Vienna Convention on Succession of States in Respect of Treaties», στο έργο των Eisemann, Koskenniemi, La succession d'États: la codification à l'épreuve des faits, Ακαδημία Διεθνούς Δικαίου της Χάγης, 2000, σ. 773.
48 – Βλ. το άρθρο 3 του Συντάγματος της Σλοβενίας, στο οποίο αναφέρεται ο Koskenniemi, «Report of the Director of Studies of the English-speaking Section of the Centre», Eisemann, Koskenniemi, όπ.π., σ. 73, και τη δήλωση περί ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας της Κροατίας, στην οποία αναφέρεται ο Ortega Terol, «The Bursting of Yugoslavia: An Approach to Practice Regarding State Succession», Eisemann, Koskenniemi, όπ.π., σ. 906.
49 – σον αφορά την Κροατία, βλ. το άρθρο 33 του νόμου της 26ης Ιουλίου 1991 περί διεθνών συμβάσεων, το οποίο εξαρτά τη διαδοχή στις συναφθείσες από την πρώην Γιουγκοσλαβία συμβάσεις από το συμβατό τους με «το Σύνταγμα ή την έννομη τάξη της Κροατίας», στο οποίο αναφέρεται ο Ortega Terol, όπ.π., σ. 906. Βλ. επίσης Association de Droit International, «Rapport préliminaire sur la succession d'États en matière de traités», προμνημονευθέν, σ. 685.
50 – .σον αφορά τη Σλοβενία, βλ. Association de Droit International, «Rapport préliminaire sur la succession d'États en matière de traités», προμνημονευθέν, σ. 685, και Ortega Terol, όπ.π., σ. 905 επ.
51 – Βλ., Association de Droit International, «Rapport préliminaire sur la succession d'États en matière de traités», προμνημονευθέν, σ. 689.
52 – Βλ. Dalton, «National Treaty Law and Practice: United States», στο American Society of International Law, National Treaty law and Practice (συνταχθέν από τους Leigh, Blakeslee, Ederington), Ουάσινγκτον 1999.
53 – Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την εγκαθίδρυση σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Τσεχίας, αφετέρου - Πρωτόκολλο αριθ. 8 για τη διαδοχή της Δημοκρατίας της Τσεχίας όσον αφορά την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ της Οικονομικής Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Τσεχικής και Σλοβακικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας σχετικά με τη διαμετακόμιση και την υποδομή των χερσαίων μεταφορών (ΕΕ 1994, L 360, σ. 2).
54 – Για παράδειγμα, είναι δυνατό να υπομνησθεί η ανταλλαγή διακοινώσεων με τη Δημοκρατία της Τσεχίας πραγματοποιηθείσα στην Πράγα στις 27 Οκτωβρίου 1997 -4 Φεβρουαρίου 1998, με την οποία τροποποιείται η συμφωνία της 29ης Μαρτίου 1990 μεταξύ Ιταλίας και Τσεχοσλοβακίας περί θεωρήσεων (GURI της 15ης Ιανουαρίου 1990, συμπλήρωμα αριθ. 11), και η διακοίνωση της 24ης Φεβρουαρίου 1995 με την οποία η Ιταλία ανέστειλε την εφαρμογή έναντι της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας με αποτέλεσμα ex nunc, μιας ανταλλαγής εγγράφων μεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας περί αναγνωρίσεως των διπλωμάτων και των λοιπών ακαδημαϊκών τίτλων που χορηγούνται από τα πανεπιστήμια και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, η οποία είχε πραγματοποιηθεί στη Ρώμη στις 18 Φεβρουαρίου 1983 (GURI της 3ης Μα.ου 1995, αριθ. 101). Εξυπακούεται ότι αμφότερες οι πράξεις αυτές προϋποθέτουν ότι υπήρξε διαδοχή στις διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται ή αναστέλλονται.
55 – Βλ. Corte d'Appello di Roma, 17 Οκτωβρίου 1980, Riv. dir. int. 1980, σ. 882· Corte d'Appello di Torino, 2 Ιουλίου 1993, Riv. dir. int. 1994, σ. 197· Corte di Cassazione, VI ποινικό τμήμα, 6 Ιουλίου 1995, αριθ. 2828, Jadranko, Cass. Pen. 1996, σ. 3022· Corte di Cassazione, 17 Αυγούστου 1995, Gligic, Cass. Pen. 1996, σ. 2629.
56 – «Μπορώ να επιβεβαιώσω ότι, κατά περίπτωση, θεωρούμε ότι οι ισχύουσες συμβάσεις και συμφωνίες των οποίων συμβαλλόμενα μέρη ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Τσεχίας και Σλοβακίας εξακολουθουν να ισχύουν μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δημοκρατίας της Τσεχίας» [Μη επίσημη μετάφραση]: UKMIL 1993, 3ο μέρος: I.B.i., in 65 BYIL (1994), σ. 586. Η υπογράμμιση δική μου.
57 – .σον αφορά τη Γαλλία, βλ. Association de Droit International, «Rapport préliminaire sur la succession d'États en matière de traités», όπ.π., σ. 688.
- .σον αφορά την Ελβετία, βλ. τους σαφέστατους όρους που χρησιμοποίησε η Διεύθυνση Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου του ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών στην ανακοίνωση της 30ής Μαρτίου 1992, σχετικά με τη διαδοχή στις συμβάσεις που είχαν συναφθεί με την πρώην Γιουγκοσλαβία και την πρώην Σοβιετική .νωση, στην οποία μπορούμε να διαβάσουμε τα ακόλουθα: «Διαπιστώνεται ότι, όσον αφορά τη διαδοχή κρατών στις διεθνείς συμβάσεις, ουδεμία νομική αρχή γενικώς δεκτή υφίσταται, όπως δεν υφίσταται και αυτόματη υποκατάσταση του διάδοχου κράτους στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προγενέστερου κράτους. Για κάθε διεθνή σύμβαση πρέπει να εξετάζεται αν η υποκατάσταση του νεοσύστατου κράτους στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προγενέστερου κράτους είναι σύμφωνη με τις ανάγκες των δύο συμβαλλομένων μερών. Η εξέταση αυτή διαρκεί συχνά ορισμένο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο πρέπει να γίνει δεκτό, για λόγους όχι νομικούς αλλά πρακτικούς, ότι οι εν λόγω διεθνείς συμβάσεις εξακολουθούν -προσωρινά- να ισχύουν». [Μη επίσημη μετάφραση]. Η ανακοίνωση αυτή δημοσιεύθηκε στο Pratique suisse 1992, 6.1, και περιλαμβάνεται επίσης στο Counsil of Europe, StatePracticeRegardingStateSuccessionandissuesofStateRecognition (συνταχθέν από τους Klabbers, Koskenniemi, Ribbelink, Zimmermann), Χάγη, 1999, σ. 321.
58 – Βλ. Association de Droit International, «Rapport préliminaire sur la succession d'États en matière de traités», προμνημονευθέν, σ. 685 επ.
59 – Βλ. OGH, αποφάσεις της 6 Οκτωβρίου 1993, 7 Ob 573/93· της 20ής Ιανουαρίου 1994, 8 Ob 590/93· της 11ης Ιανουαρίου 1996, 15 Os 150/95. Για την ανάγνωση των αποφάσεων αυτών βλ. Bundeskanzleramt - Rechtsinformationssystem, .
60 – Διακοίνωση αριθ. 11030/94, της 30ής Νοεμβρίου 1994· βλ. Association de Droit International, «Rapport préliminaire sur la succession d'États en matière de traités», προμνημονευθέν, σ. 686.
61 – ρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βιένης, της 23ης Μα.ου 1969, περί του δικαίου των συνθηκών.
Full & Egal Universal Law Academy