Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην παρούσα υπόθεση, ο Μ. Hendrickx, υπάλληλος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει τη διάταξη που εξέδωσε στις 12 Μαρτίου 2001 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα) στην υπόθεση T-298/00 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη) και να ακυρώσει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως (στο εξής: Cedefop ή Κέντρο) που είχε προσβληθεί ανεπιτυχώς στην υπόθεση εκείνη.
2. Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου στην υπόθεση που υπέβαλε ο Μ. Hendrickx στην κρίση του Πρωτοδικείου, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της προαναφερθείσας αποφάσεως του Cedefop να απορρίψει την αίτηση του προσφεύγοντος για καταβολή αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως, την οποία υπέβαλε ο προσφεύγων επ' ευκαιρία της επιστροφής του στις Βρυξέλλες (Βέλγιο), αφού παρέσχε τις υπηρεσίες του ως έκτακτος υπάλληλος του Κέντρου στην έδρα του στη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα).
Το κανονιστικό πλαίσιο
3. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ):
«Ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να διαμένει στον τόπο της υπηρεσίας του ή σε τόση απόσταση από τον τελευταίο, ώστε να μην παρεμποδίζεται στην άσκηση των καθηκόντων του».
4. Το άρθρο 24 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ) προβλέπει τα εξής:
«1. Ο έκτακτος υπάλληλος που έχει προσληφθεί για ορισμένο χρόνο τουλάχιστον ενός έτους ή που θεωρείται από την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτη παράγραφος, ότι οφείλει να συμπληρώσει ισοδύναμο χρόνο υπηρεσίας, αν έχει συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου, δικαιούται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προβλέπονται στο άρθρο 5 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, το ποσό της οποίας καθορίζεται για προβλεπόμενο χρόνο εργασίας:
- ίσο ή μεγαλύτερο από ένα έτος αλλά μικρότερο από δύο έτη: στο 1/3 του ποσού που καθορίζεται στο άρθρο 5 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ
- ίσο ή μεγαλύτερο από δύο έτη αλλά μικρότερο από τρία έτη: στα 2/3 του ποσού που καθορίζεται στο άρθρο 5 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ
- ίσο ή μεγαλύτερο από τρία έτη: στα 3/3 του ποσού που καθορίζεται στο άρθρο 5 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.
2. Η αποζημίωση επανεγκαταστάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως χορηγείται στον έκτακτο υπάλληλο που έχει συμπληρώσει τέσσερα έτη υπηρεσίας. Ο υπάλληλος που έχει συμπληρώσει περισσότερα από ένα αλλά λιγότερα από τέσσερα έτη υπηρεσίας δικαιούται αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως, το ποσό της οποίας είναι ανάλογο με τον χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα κλάσματα έτους.»
5. Το άρθρο 5 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:
«1. Αποζημίωση εγκαταστάσεως ίση προς τον βασικό μισθό δύο μηνών, αν πρόκειται περί υπαλλήλου ο οποίος δικαιούται επιδόματος στέγης, ή προς τον βασικό μισθό ενός μηνός, αν πρόκειται περί υπαλλήλου μη δικαιουμένου αυτού του επιδόματος, δικαιούται ο (μόνιμος) υπάλληλος που πληροί τους όρους για τη χορήγηση του επιδόματος εκπατρισμού (αποζημίωση αποδημίας) ή αποδεικνύει ότι υποχρεώθηκε να αλλάξει διαμονή για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του άρθρου 20 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
Η αποζημίωση εγκαταστάσεως τροποποιείται βάσει του συντελεστή αναπροσαρμογής ο οποίος καθορίζεται για τον τόπο τοποθετήσεως του υπαλλήλου.
[...]»
6. Το άρθρο 6 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά την οριστική λήξη των καθηκόντων του, ο μόνιμος υπάλληλος ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, δικαιούται αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως ίσης προς τον βασικό μισθό του δύο μηνών, αν πρόκειται περί υπαλλήλου ο οποίος δικαιούται επιδόματος στέγης, ή ίσης προς τον βασικό μισθό του ενός μηνός, αν πρόκειται περί υπαλλήλου μη δικαιουμένου αυτού του επιδόματος, με την επιφύλαξη ότι έχει συμπληρώσει τέσσερα έτη υπηρεσίας και ότι δεν έχει τύχει αποζημιώσεως της ιδίας φύσεως στη νέα του θέση. Εφόσον δύο σύζυγοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων δικαιούνται αμφότεροι της αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως, αυτή καταβάλλεται μόνο στον σύζυγο του οποίου ο βασικός μισθός είναι υψηλότερος.
Για τον υπολογισμό της εν λόγω χρονικής περιόδου, λαμβάνονται υπόψη τα έτη υπηρεσίας σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35, με εξαίρεση των αδειών για προσωπικούς λόγους.
[...]
Η αποζημίωση επανεγκαταστάσεως τροποποιείται βάσει του συντελεστή αναπροσαρμογής, ο οποίος καθορίζεται για τον τελευταίο τόπο τοποθετήσεως του υπαλλήλου.»
7. Σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΚΥΚ, «[κ]άθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως αναζητείται αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί».
8. Το άρθρο 90 του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:
«1. Κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό δύναται να προσφύγει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ζητώντας της να λάβει απόφαση περί αυτού. Η αρχή κοινοποιεί την αιτιολογημένη απόφασή της στον ενδιαφερόμενο εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα υποβολής της αιτήσεως. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η έλλειψη απαντήσεως στην αίτηση σημαίνει σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας δύναται να υποβληθεί αίτημα κατά την έννοια της επόμενης παραγράφου.
2. Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό δύναται να υποβάλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αίτημα κατά οιασδήποτε πράξεως η οποία θίγει τα συμφέροντά του, τόσο στην περίπτωση που η εν λόγω αρχή έχει ήδη λάβει απόφαση όσο και όταν παρέλειψε να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό. Το αίτημα πρέπει να διατυπωθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:
[...]
- από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, εφόσον η υποβολή αιτήματος αναφέρεται σε σιωπηρή απορριπτική απόφαση κατά την έννοια της παραγράφου 1.
Η αρχή κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή της εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα της υποβολής της ενστάσεως. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η παράλειψη απαντήσεως στην ένσταση σημαίνει σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας δύναται να ασκηθεί προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 91.»
9. Εξάλλου, το άρθρο 91 προβλέπει τα εξής:
«1. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για κάθε διαφορά μεταξύ των Κοινοτήτων και ενός προσώπου που υπόκειται στον παρόνα κανονισμό, περί της νομιμότητας ενός μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2. Στις χρηματικές διαφορές το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας.
2. Προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γίνεται αποδεκτή μόνο:
- αν προηγουμένως έχει διατυπωθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αίτημα κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο, και
- αν αυτή η διατύπωση αιτήματος έχει αποτελέσει αντικείμενο ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως.
[...]»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
10. Τα πραγματικά περιστατικά που έδωσαν λαβή για την άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου περιγράφονται επαρκώς στις σκέψεις 2 έως 10 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως· επομένως, θα περιοριστώ να υπενθυμίσω εν προκειμένω ορισμένα βασικά σημεία, παραπέμποντας κατά τα λοιπά σε ό,τι ορίζει η διάταξη.
11. Ο Μ. Hendrickx, υπάλληλος του Συμβουλίου και κάτοικος Βρυξελλών, αποσπάσθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, στο Cedefop, στη Θεσσαλονίκη, όπου μετακόμισε, και εργάσθηκε στο Κέντρο για ενάμισυ έτος από την 1η Ιανουαρίου 1997 δυνάμει συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου. Στον Μ. Hendrickx αναγνωρίσθηκε από το Cedefop αποζημίωση εγκαταστάσεως λόγω της μετακομίσεώς του, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, του ΚΛΠ.
12. Ο αναιρεσείων, μετά τη λήξη της συμβάσεώς του και τη λήξη αδείας που έλαβε, ανέλαβε εκ νέου τα καθήκοντά του στο Συμβούλιο, μετακομίζοντας εκ νέου στις Βρυξέλλες. Στις 22 Ιουλίου 1999, πληροφόρησε τον διευθυντή του Cedefop σχετικά με την επανεγκατάστασή του στις Βρυξέλλες και ζήτησε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του Κέντρου (στο εξής: ΑΔΑ) την καταβολή της σχετικής αποζημιώσεως.
13. Στις 22 Νοεμβρίου 1999, μετά τη λήξη της τασσόμενης από το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ τετράμηνης προθεσμίας, η αίτηση του Μ. Hendrickx έπρεπε να θεωρηθεί ως σιωπηρώς απορριφθείσα. Στις 18 Φεβρουαρίου 2000, ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της ως άνω σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε, με τη σειρά της, σιωπηρώς από την ΑΔΑ, η οποία δεν έλαβε καμία απόφαση εντός της προβλεπόμενης από τον ΚΥΚ τετράμηνης προθεσμίας. Κατά συνέπεια, ο Μ. Hendrickx προσέβαλε, στις 18 Σεπτεμβρίου 2000, ενώπιον του Πρωτοδικείου την προαναφερθείσα απορριπτική απόφαση (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
14. Ο διευθυντής του Cedefop εξέδωσε στις 14 Νοεμβρίου 2000 μια νέα απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε στον αναιρεσείοντα το δικαίωμα για τη λήψη της αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως που είχε ζητήσει, ίσης προς 908 485 δραχμές (GRD), σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του ΚΛΠ. Με την ίδια πράξη, αλλά κατ' εφαρμογήν των άρθρων 24, παράγραφος 1, του ΚΛΠ, και 85 του ΚΥΚ, ο διευθυντής του Cedefop αποφάσισε επιπλέον την ανάκτηση ποσού ίσου προς 1 213 572 δρχ., το οποίο είχε καταβληθεί αχρεωστήτως στον αναιρεσείοντα ως αποζημίωση εγκαταστάσεως κατά την ανάληψη των καθηκόντων του στη Θεσσαλονίκη, καθόσον αποδείχθηκε εν συνεχεία ότι οι υπηρεσίες που παρέσχε ήσαν μικρότερης διάρκειας από την περίοδο των τεσσάρων ετών, βάσει της οποίας η εν λόγω αποζημίωση είχε αρχικώς υπολογισθεί. Επομένως, προβαίνοντας στον συμψηφισμό των ως άνω χρεωστικών και πιστωτικών υπολοίπων, η απόφαση ζητούσε από τον Μ. Hendrickx να επιστρέψει τη διαφορά, ήτοι ποσό 305 087 δρχ.
15. Το Cedefop κατέθεσε την ως άνω απόφαση στη δικογραφία και ζήτησε, κατά συνέπεια, από το Πρωτοδικείο να αποφανθεί ότι η προσφυγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Ο Μ. Hendrickx αντετέθη στο αίτημα αυτό και, θεωρώντας ότι η νέα απόφαση είχε αντικαταστήσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησε να του επιτραπεί, ως εκ τούτου, να τροποποιήσει τα αρχικά αιτήματα της προσφυγής του.
16. Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000 αναγνώρισε όντως στον προσφεύγοντα αυτό που σκόπευε να επιτύχει με την προσφυγή του, κατά τρόπο ώστε ο προσφεύγων δεν είχε πλέον έννομο συμφέρον, και έκρινε, κατά συνέπεια, ότι η προσφυγή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου.
Η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου
Επιχειρήματα των διαδίκων
17. Στην παρούσα διαφορά, ο αναιρεσείων προσβάλλει τη διάταξη του Πρωτοδικείου προβάλλοντας δύο αιτήματα στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο μιας αιτήσεως αναιρέσεως που, οφείλω να ομολογήσω, δεν διακρίνεται για την υπερβολική σαφήνειά της. Ο αναιρεσείων ζητεί, κυρίως, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και να του επιτραπεί να προσαρμόσει τα αιτήματα της προσφυγής του στην απόφαση του διευθυντή του Cedefop της 14ης Νοεμβρίου 2000. «Επικουρικώς» -αλλά, κατ' ουσίαν, πρόκειται για άλλο ένα αυτοτελές αίτημα-, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση ελήφθη από αναρμόδια αρχή και, επομένως, να ακυρώσει την απόφαση αυτή, υποχρεώνοντας το καθού να του καταβάλει 361 292 βελγικά φράγκα (BEF) ως αποζημίωση επανεγκαταστάσεως, πλέον των δικαστικών εξόδων τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της κατ' αναίρεση δίκης.
18. Προς στήριξη των αιτημάτων του, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι η απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000 έκανε δεκτή την αίτησή του για καταβολή αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως, χωρίς ωστόσο να ελέγξει αν το ποσό που του χορηγήθηκε αντιστοιχούσε στο οφειλόμενο σ' αυτόν ποσό. Επιπλέον, κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο, προτού εκδώσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, έπρεπε να ελέγξει τη νομιμότητα της ως άνω αποφάσεως καθόσον η απόφαση αυτή αφορά την επιστροφή του, όπως υποστηρίζεται, αχρεωστήτως καταβληθέντος υπέρ του αναιρεσείοντος ποσού και τον αντίστοιχο συμψηφισμό των ποσών.
19. Κατόπιν αυτού, ο Μ. Hendrickx προβάλλει ως «δεύτερο λόγο αναιρέσεως», «επικουρικώς», αλλά προδήλως προς στήριξη του πρώτου αιτήματός του το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως κύριο, το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Πρωτοδικείο μη επιτρέποντάς του να προσαρμόσει τα αιτήματά του στη νέα απόφαση. Συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση αποτελεί απλή επιβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, οπότε, κατά την κοινοτική νομολογία , αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελώντας έτσι ένα νέο στοιχείο το οποίο, δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, παρέχει τη δυνατότητα στον διάδικο να προσαρμόσει, κατά συνέπεια, τα αιτήματα της προσφυγής του. Ειδικότερα, έπρεπε να επιτραπεί στον προσφεύγοντα να υποστηρίξει ότι η απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000 θίγει τα δικαιώματα του προσφεύγοντος δυνάμει του άρθρου 20 του ΚΥΚ και των άρθρων 5 και 6 του παραρτήματός του VII, καθώς και δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του ΚΛΠ, όσον αφορά τόσο τον υπολογισμό της αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως όσο και την αναζήτηση ως αχρεωστήτως καταβληθείσας της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως.
20. Ο Μ. Hendrickx προβάλλει «επικουρικώς», όπως μνημονεύθηκε, την αναρμοδιότητα (χαρακτηρίζοντάς την εξάλλου ως «πρώτο λόγο αναιρέσεως») του διευθυντή του Cedefop να εκδώσει την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000. Κατ' αρχήν, εφόσον υπεβλήθη η προβλεπόμενη από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ διοικητική ένσταση, το όργανο αυτό δεν ήταν πλέον αρμόδιο να αποφανθεί επί αιτήσεως υποβληθείσας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 1.
21. Το Cedefop αντιτάσσει κυρίως ότι ο Μ. Hendrickx δεν έχει έννομο συμφέρον, καθόσον με την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000 έγιναν πλήρως δεκτά τα αιτήματά του. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.
22. Επί της ουσίας και επικουρικώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με ό,τι υποστήριξε ο Μ. Hendrickx, η απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000 εκδόθηκε από αρμόδια αρχή. Πράγματι, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητική ένσταση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της σιωπηρής αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεώς του για καταβολή αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως δεν στερεί από τον διευθυντή του Cedefop την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1. Επιπλέον, ο διευθυντής του Cedefop έλαβε την ως άνω απόφαση μόλις μετά την περάτωση της διαδικασίας σχετικά με τη διοικητική ένσταση, στο μέτρο που η εν λόγω ένσταση είχε απορριφθεί σιωπηρώς από τη συσταθείσα στο πλαίσιο του Κέντρου αρμόδια επιτροπή.
23. Εξάλλου, όσον αφορά το αίτημα του αναιρεσείοντος να του επιτραπεί να προσαρμόσει τα αιτήματά του στην απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000, το Cedefop υποστηρίζει ότι η νομολογία την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, στο μέτρο που η εν λόγω απόφαση όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά χορηγεί ακριβώς στον αναιρεσείοντα την αποζημίωση που η τελευταία αυτή απόφαση αρνήθηκε να του χορηγήσει. Επιπλέον, περιλαμβάνει δύο άλλες αποφάσεις, των οποίων το αντικείμενο διαφέρει από εκείνο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον αφορούν η μία την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων στον αναιρεσείοντα ως αποζημίωση εγκαταστάσεως και η άλλη τον συμψηφισμό των ποσών των υφιστάμενων μεταξύ των δύο μερών αμοιβαίων απαιτήσεων και οφειλών. Αν το Πρωτοδικείο είχε επιτρέψει στον αναιρεσείοντα να επεκτείνει το αντικείμενο της διαφοράς μέχρι σημείου ώστε να περιλαμβάνονται σ' αυτό οι μόλις προαναφερθείσες νέες αποφάσεις, τούτο θα σήμαινε ότι αυτός θα μπορούσε να εκφύγει της υποχρεώσεώς του να υποβάλει προηγουμένως την προβλεπόμενη από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ διοικητική ένσταση. Επίσης για τον λόγο αυτό, το Cedefop ζητεί, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί η αίτηση αναιρέσεως αβάσιμη.
Εκτίμηση
Προκαταρκτική παρατήρηση
24. Παρά τις επισημανθείσες ασάφειες της αιτήσεως αναιρέσεως, θα εξετάσω χωριστά τα αιτήματα που διατυπώθηκαν «κυρίως» και «επικουρικώς».
25. Ωστόσο, για να επιχειρηθεί η προσέγγιση, με ελάχιστη τάξη, του περίπλοκου πλέγματος των επιχειρημάτων, θεωρώ σκόπιμο να διευκρινίσω εκ προοιμίου ότι, κατά τη γνώμη μου, η απόφαση του διευθυντή του Cedefop της 14ης Νοεμβρίου 2000 πρέπει να χαρακτηρισθεί ως σύνθετη πράξη. Συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση εμπερικλείει τρεις χωριστές αποφάσεις: μία απόφαση σχετικά με την αποζημίωση επανεγκαταστάσεως, με την οποία χορηγείται στον αναιρεσείοντα το ποσό που αυτός είχε ζητήσει σχετικά από το Cedefop· μία απόφαση σχετικά με την αποζημίωση εγκαταστάσεως και την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων· μία απόφαση σχετικά με τον συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων και οφειλών των δύο μερών, όπως καθορίστηκαν με την ίδια απόφαση.
Επί του «κυρίου» αιτήματος
26. Υπενθυμίζω ότι ο αναιρεσείων ζητεί «κυρίως» την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως για τον λόγο ότι αυτή δεν του επέτρεψε να προσαρμόσει τα αιτήματά του στη «νέα» απόφαση που αντικατέστησε την απόφαση η οποία αποτελούσε το αντικείμενο της διαφοράς που εκδίκασε το Πρωτοδικείο, στο μέτρο που αφορά τόσο το σχετικό με την αποζημίωση επανεγκαταστάσεως μέρος της ως άνω αποφάσεως όσο και το σχετικό με την ανάκτηση της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως και τον συνακόλουθο συμψηφισμό μέρος της ως άνω αποφάσεως. Έτσι, το κύριο αίτημα μπορεί να διακριθεί σε δύο σκέλη, τα οποία χρήζουν χωριστής εξετάσεως και τα οποία θα εξετάσω με τη σειρά τους.
α) Επί του σκέλους που αφορά την αποζημίωση επανεγκαταστάσεως
27. Όσον αφορά το σκέλος αυτό του αιτήματος, διευκρινίζω ευθύς εξαρχής ότι δεν έχω πεισθεί από την αντίρρηση που προέβαλε το Cedefop, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η διάταξη λαμβάνει υπόψη μια ευμενή απόφαση για τον αναιρεσείοντα (ακριβώς εκείνη με την οποία του χορηγήθηκε η αποζημίωση επανεγκαταστάσεως), αυτός δεν έχει πλέον συμφέρον να την προσβάλει, καθόσον δεν ηττήθηκε κατά την έννοια του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου . Πράγματι, κατά τη γνώμη μου, η ενδεχομένως εσφαλμένη εκτίμηση της εν λόγω αποζημιώσεως, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα, του δημιουργεί έννομο συμφέρον. Κατά τα λοιπά, αυτό ακριβώς προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, από τη γενικόλογη και συγκεχυμένη αιτίαση που αντλείται από την προσβολή των υπηρεσιακών δικαιωμάτων του, την οποία ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλείται κατά της αποφάσεως επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη (βλ., ανωτέρω, σημείο 19).
28. Δεν έχω πεισθεί ούτε από την αντίρρηση που προέβαλε το Cedefop, σύμφωνα με την οποία, όσον αφορά την εν λόγω αποζημίωση, η απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000 δεν αποτελεί νέο στοιχείο που να παρέχει τη δυνατότητα στον αναιρεσείοντα, υπό την έννοια της κοινοτικής νομολογίας, να προσαρμόσει τα αιτήματά του και τα μέσα του άμυνας , καθόσον δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η απόφαση της 14ης Νοεμβρίου αποτελεί «νέο στοιχείο». Ωστόσο, κατόπιν αυτών, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο να επεκταθώ στο ζήτημα αυτό, καθόσον, κατά τη γνώμη μου, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη δικαιολογείται εν πάση περιπτώσει από το γεγονός ότι η διαπίστωση ότι η διαφορά στερείται αντικειμένου είναι η αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.
29. Πράγματι, ο Μ. Hendrickx είχε τότε τη δυνατότητα να λάβει θέση επί της αποφάσεως του Cedefop της 14ης Νοεμβρίου 2000 και επί της ενστάσεως που προέβαλε ως εκ τούτου το καθού πρωτοδίκως, το οποίο υποστήριζε ότι η διαφορά δεν είχε πλέον αντικείμενο. Εντούτοις, περιορίστηκε να εναντιωθεί, χωρίς να προβάλει την παραμικρή αιτιολογία κατά του να διαπιστωθεί με τη διάταξη ότι η διαφορά εστερείτο αντικειμένου. Αντιθέτως, ο Μ. Hendrickx φρόντισε να ζητήσει από το Πρωτοδικείο να του επιτραπεί να τροποποιήσει τα αιτήματά του, χωρίς ωστόσο να αιτιολογήσει το αίτημα αυτό και χωρίς να διευκρινίσει προς ποια κατεύθυνση σκόπευε να τροποποιήσει τα ως άνω αιτήματα. Ειδικότερα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο Μ. Hendrickx δεν επικαλέσθηκε, κατά το στάδιο αυτό, καμία προσβολή των υπηρεσιακών δικαιωμάτων του, ούτε αμφισβήτησε την αρμοδιότητα της αρχής που εξέδωσε τη νέα απόφαση.
30. Συναφώς, οφείλω να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται στο δικόγραφο της προσφυγής· το άρθρο 42, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού διευκρινίζει, με τη σειρά του, ότι απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, πλην της εξαιρετικής περιπτώσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή, όταν δηλαδή νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία δικαιολογούν την προβολή νέων ισχυρισμών. Εφόσον ο ενδιαφερόμενος διάδικος σκοπεύει να κάνει χρήση της εξαιρετικής αυτής δυνατότητας, οφείλει εξάλλου να προβάλει τους νέους ισχυρισμούς ταυτοχρόνως με την υποβολή του αιτήματος να κριθούν παραδεκτοί οι ισχυρισμοί αυτοί: πράγματι, μόνον υπ' αυτήν την έννοια μπορεί να γίνει αντιληπτή η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2, σύμφωνα με την οποία «[τ]ο Δικαστήριο επιφυλάσσει την κρίση του για το παραδεκτό του ισχυρισμού στην οριστική του απόφαση». Δεδομένου ότι ο Μ. Hendrickx ουδέποτε ανέφερε, ενώπιον του Πρωτοδικείου, ποιους νέους ισχυρισμούς σκόπευε να προβάλει, το αίτημά του έπρεπε προφανώς να κριθεί παράνομο και στερούμενο αντικειμένου. Το εν λόγω αίτημα, αυτό καθ' εαυτό, δεν ήταν ικανό να διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς, καθόσον το τελευταίο δεν μπορούσε να επεκταθεί πέραν των αιτημάτων και των ενστάσεων που προέβαλαν οι διάδικοι ενώπιον του Πρωτοδικείου.
31. Στην περίπτωση αυτή, είναι αναμφισβήτητο ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να συνεχίσει τη διαδικασία, επιτρέποντας στον προσφεύγοντα και ήδη αναιρεσείοντα (υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις) να τροποποιήσει τα αρχικά του αιτήματα προς μια κατεύθυνση την οποία δεν προσδιόριζε ευκρινέστερα, επ' ευκαιρία της εκδόσεως μιας πράξεως η οποία όχι μόνον του χορηγούσε αυτό που αξίωνε, αλλά έναντι της οποίας, επιπλέον, αυτός επιφυλασσόταν να προβάλει ακριβείς αιτιάσεις.
32. Βάσει των ανωτέρω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομικό σφάλμα μη επιτρέποντας στον Μ. Hendrickx να τροποποιήσει τα αιτήματά του μετά την έκδοση της αποφάσεως με την οποία του χορηγήθηκε η αποζημίωση επανεγκαταστάσεως, είναι προδήλως αβάσιμη.
β) Επί του σκέλους που αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων
33. Θα εξετάσω τώρα το αίτημα αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως κατά το μέρος που αυτή δεν επέτρεψε στον αναιρεσείοντα να προσαρμόσει τα αιτήματά του στην απόφαση σχετικά με την ανάκτηση του ποσού που του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως αποζημίωση εγκαταστάσεως, η οποία απόφαση περιλαμβάνεται στην πράξη της 14ης Νοεμβρίου 2000. Με το σκέλος αυτό, η αίτηση αναιρέσεως αποσκοπεί στην πραγματικότητα, κατά τη γνώμη μου, στο να διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς παρανόμως και καταχρηστικώς.
34. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων σκοπεύει να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως σχετικά με τη μη οφειλόμενη καταβολή της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, ενώ κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου ουδόλως απαντά η αιτίαση αυτή. Ειδικότερα, η εν λόγω αιτίαση ουδόλως απαντά στο υπόμνημα με το οποίο ο προσφεύγων και ήδη αναιρεσείων, αφενός, έλαβε θέση επί της προβληθείσας από το καθού πρωτοδίκως ενστάσεως, η οποία στηριζόταν στον ισχυρισμό περί ελλείψεως αντικειμένου της διαφοράς, και, αφετέρου, ζήτησε να του επιτραπεί να τροποποιήσει τα αιτήματα της προσφυγής του.
35. Συνεπώς, αν επιτρεπόταν στον Μ. Hendrickx να τροποποιήσει τώρα τα αιτήματά του κατά την προαναφερθείσα έννοια, τούτο θα σήμαινε, όπως υπενθύμισε πρόσφατα η κοινοτική νομολογία, «ότι ένας διάδικος θα μπορούσε να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου [και] θα κατέληγε στο να μπορεί ο διάδικος αυτός να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ότι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο» .
36. Επομένως, σε αντίθεση με την περίπτωση που εξετάστηκε προηγουμένως, στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως δεν είναι αβάσιμη, αλλά προδήλως απαράδεκτη, το δε απαράδεκτο αυτής πρέπει να διαπιστωθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
37. Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως για τον λόγο ότι αυτή δεν επέτρεψε στον αναιρεσείοντα, μετά την έκδοση της αποφάσεως της 14ης Νοεμβρίου 2000, να τροποποιήσει τα αιτήματά του όσον αφορά την ανάκτηση του ποσού που είχε καταβληθεί σ' αυτόν αχρεωστήτως ως αποζημίωση εγκαταστάσεως, πρέπει να κριθεί προδήλως απαράδεκτη.
Επί της αρμοδιότητας του διευθυντή του Cedefop
38. Τέλος, όσον αφορά το «επικουρικό» αίτημα του αναιρεσείοντος -το οποίο ωστόσο στηρίζεται σε αυτό που ο ίδιος ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως «πρώτο λόγο αναιρέσεως»- να διαπιστωθεί ότι η απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000 εκδόθηκε από αναρμόδια αρχή, περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι και αυτή η αιτίαση προβάλλεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
39. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το καθού υπέβαλε σχετικό αίτημα και ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση εν προκειμένω του άρθρου 70, το οποίο επιβάλλει στα θεσμικά όργανα να φέρουν τα έξοδά τους στις διαφορές μεταξύ των εν λόγω οργάνων και των υπαλλήλων τους, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 122 του ιδίου κανονισμού, το άρθρο 70 έχει εφαρμογή μόνον επί των αναιρέσεων που ασκούν τα όργανα, προτείνω να καταδικαστεί ο Μ. Hendrickx στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου.
Πρόταση
40. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει, εν μέρει ως προδήλως αβάσιμη και εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτη, την αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy