Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, αφενός, το ζήτημα αν ένα υγειονομικό πιστοποιητικό το οποίο χορηγείται κατά την οδηγία 91/68/ΕΟΚ για ζώα παχύνσεως επαρκεί και για ζώα σφαγής, για τα οποία υφίσταται ειδικό υγειονομικό πιστοποιητικό. Αφορά, αφετέρου, τη συμβατότητα εθνικών μέτρων προστασίας από τους κινδύνους που προέρχονται από τη μεταδοτική σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια (στο εξής: ΜΣΕ) προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως προς τις διατάξεις για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
1. Το κοινοτικό δίκαιο
α) Η οδηγία 90/425/ΕΟΚ
2. Το ενδοκοινοτικό εμπόριο ζώντων ζώων αποτελεί αντικείμενο της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (στο εξής: οδηγία 90/425). Κατά την οδηγία αυτή, οι κτηνιατρικοί έλεγχοι στα πλαίσια του διασυνοριακού εμπορίου πραγματοποιούνται κυρίως στο κράτος μέλος αποστολής. Τα κράτη μέλη προορισμού μπορούν να περιοριστούν σε δειγματοληπτικούς κτηνιατρικούς ελέγχους στον τόπο προορισμού.
3. To άρθρο 10 ρυθμίζει - ως ρήτρα έκτακτης ανάγκης - τη θέσπιση μέτρων προστασίας κατά την εμφάνιση ασθενειών που ενδέχεται να συνιστούν κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων. Κατά την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να ανακοινώσουν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή την εμφάνιση τέτοιου είδους ασθενειών. Το δεύτερο εδάφιο παρέχει πάντως στα κράτη μέλη αποστολής, στις περιπτώσεις αυτές, τη δυνατότητα να θεσπίζουν πρωτίστως μέτρα προλήψεως. Το τρίτο εδάφιο παρέχει στα κράτη μέλη διαμετακομίσεως και προορισμού τη δυνατότητα θεσπίσεως προληπτικών μέτρων όταν διαπιστώνουν τέτοιου είδους ασθένειες κατά τη διεξαγωγή ελέγχου. Κατά το τέταρτο εδάφιο, τα κράτη μέλη προορισμού μπορούν να λαμβάνουν συντηρητικά μέτρα έναντι εκμεταλλεύσεων, κέντρων, οργανισμών ή ζωνών προστασίας, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν έχει ακόμα δραστηριοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4. Η παράγραφος 5 προβλέπει την υποχρέωση ανακοινώσεως των ληφθέντων μέτρων στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη.
β) Η οδηγία 91/68/ΕΟΚ
4. Ειδικά το εμπόριο αιγοπροβάτων ρυθμίζεται περαιτέρω με την οδηγία 91/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με το καθεστώς υγειονομικού ελέγχου που διέπει το ενδοκοινοτικό εμπόριο αιγοπροβάτων (στο εξής: οδηγία 91/68). Σύμφωνα με το άρθρο 3, τα αιγοπρόβατα σφαγής πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 4, ενώ τα αιγοπρόβατα αναπαραγωγής, εκτροφής και παχύνσεως τις προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5 και 6.
5. Το άρθρο 4 θεσπίζει ορισμένες βασικές προϋποθέσεις για το εμπόριο (αναγνώριση και καταγραφή των αιγοπροβάτων, έλλειψη ορισμένων ασθενειών). Το άρθρο 5 διατυπώνει πρόσθετες προϋποθέσεις για τα αιγοπρόβατα αναπαραγωγής, εκτροφής και παχύνσεως όσον αφορά την προστασία από τη βρουκέλωση. Το άρθρο 6 θέτει για το εμπόριο αιγοπροβάτων αναπαραγωγής και άλλες προϋποθέσεις σχετικά με την προστασία από ασθένειες. Όσον αφορά την τρομώδη νόσο (scrapie), το άρθρο 6, στοιχείο β_, i, τρίτη περίπτωση, προβλέπει ότι τα αιγοπρόβατα πρέπει να προέρχονται από εκμετάλλευση στην οποία κατά τα δύο τουλάχιστον τελευταία έτη δεν διαπιστώθηκε κανένα κρούσμα της νόσου .
6. Το άρθρο 9 προβλέπει ότι τα ζώα, κατά τη μεταφορά τους, πρέπει να συνοδεύονται από πιστοποιητικό το οποίο υπογράφεται από επίσημο κτηνίατρο και το οποίο είναι σύμφωνο με το παράρτημα Ε. Το παράρτημα Ε περιλαμβάνει τρία υποδείγματα υγειονομικών πιστοποιητικών: το υπόδειγμα Ι για τα αιγοπρόβατα σφαγής, το υπόδειγμα ΙΙ για τα αιγοπρόβατα παχύνσεως και το υπόδειγμα ΙΙΙ για τα αιγοπρόβατα αναπαραγωγής. Τα υποδείγματα Ι και ΙΙ διαφέρουν μεταξύ τους μόνον ως προς το ότι το υπόδειγμα ΙΙ περιέχει επιπροσθέτως πιστοποιητικό κατά το οποίο τα πρόβατα μπορούν να εισαχθούν σε εκμετάλλευση αιγοπροβάτων επίσημα απαλλαγμένη από βρουκέλωση.
7. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, παραπέμπει, για τους ελέγχους στον τόπο καταγωγής, την οργάνωση και τις συνέπειες των ελέγχων που πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος προορισμού, καθώς και τα μέτρα διασφαλίσεως, στο ήδη παρατεθέν άρθρο 10 της οδηγίας 90/425.
2. Το ιταλικό δίκαιο
8. Η ιταλική απόφαση (ordinanza) 600.3/VET/340/2/8920, της 24ης Δεκεμβρίου 1996, η οποία εν τω μεταξύ καταργήθηκε, πλην όμως έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, επέτρεπε την εισαγωγή στην Ιταλία ζώντων προβάτων για αναπαραγωγή ή εκτροφή ή πάχυνση από τη Γαλλία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο μόνον υπό την προϋπόθεση ότι το συνοδεύον υγειονομικό πιστοποιητικά περιλαμβάνει την ακόλουθη μνεία: «Τα ζώα που αφορά το παρόν πιστοποιητικό γεννήθηκαν και εκτράφηκαν σε εκμετάλλευση στην οποία δεν σημειώθηκε κανένα κρούσμα μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (ΜΣΕ) κατά τα τελευταία έξι έτη» (στο εξής: δήλωση ΜΣΕ) .
9. Η ερμηνευτική δήλωση 600.3/340/8/73, της 3ης Ιανουαρίου 1997, διευκρίνισε ότι η απαίτηση αυτή ίσχυε και για τα πιστοποιητικά εισαγωγής που συνοδεύουν τις εισαγωγές ζώων προοριζομένων για σφαγή.
10. Στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως του Δεκεμβρίου 1996 αναφερόταν ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε λόγω του ανησυχητικά μεγάλου αριθμού κρουσμάτων ΜΣΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι η Ιταλία, λόγω της διαφορετικής υγειονομικής καταστάσεως, δεν θεώρησε αναγκαίο να λάβει ανάλογα μέτρα για τις εγχώριες αγελάδες, όπως αυτά που θεσπίστηκαν στα προαναφερθέντα κράτη. Τέλος, διευκρινίστηκε ότι τα μέτρα θεσπίστηκαν εν αναμονή των κοινοτικών μέτρων που ενδεχομένως θα θεσπίζονταν.
11. Η απόφαση και η ερμηνευτική δήλωση κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή με τηλεομοιοτυπία της 10ης Ιανουαρίου 1997. Η Επιτροπή βεβαιώνει ότι της κοινοποιήθηκαν τα μέτρα, πλην όμως διαπιστώνει ότι, λόγω του προσωπικού που διαθέτει, δεν είναι σε θέση να ελέγξει αν τα μέτρα κοινοποιήθηκαν και στα κράτη μέλη. Σύμφωνα με έγγραφο της Ιταλικής Κυβερνήσεως της 24ης Ιουλίου 1997, η κυβέρνηση αυτή κοινοποίησε τα μέτρα στα οικεία κράτη μέλη, δηλαδή στη Γαλλία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου βεβαίωσε ότι τα μέτρα της κοινοποιήθηκαν. Μετά την έκδοση της αποφάσεως 98/272/ΕΚ της Επιτροπής, για την επιδημιολογική παρακολούθηση των μεταδοτικών σπογγοειδών εγκεφαλοπαθειών, η ιταλική απόφαση του Δεκεμβρίου του 1996 καταργήθηκε.
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
12. Τον Ιούνιο του 1997, οι διάδικοι της κύριας δίκης κατάρτησαν σύμβαση, διεπόμενη από το αγγλικό δίκαιο, για την εξαγωγή τριών φορτίων ζώντων προβάτων από την Αγγλία στην Ιταλία. Κατά τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου, ο ενάγων της κύριας δίκης, ο J. Lennox (στο εξής: Lennox), γνώριζε ότι η εναγομένη της κύριας δίκης, η Industria Lavorazione Carni Ovine (στο εξής: ILCO), εκμεταλλευόταν σφαγείο. Εντούτοις, οι διάδικοι δεν συζήτησαν το ζήτημα αν τα πρόβατα προορίζονταν για άμεση σφαγή ή για περαιτέρω πάχυνση πριν από τη σφαγή. Τα πρόβατα έπρεπε να παραδοθούν στην έδρα της ILCO.
13. Κατά την άφιξη των προβάτων, η ILCO ενημέρωσε τον ενάγοντα της κύριας δίκης ότι τα υποβληθέντα υγειονομικά πιστοποιητικά ήσαν εσφαλμένα, στο μέτρο που ανέφεραν ότι τα πρόβατα προορίζονταν για πάχυνση. Η εναγομένη ζήτησε από τον Lennox να αποστείλει πιστοποιητικά για πρόβατα προοριζόμενα για σφαγή, διότι, άλλως, τα πρόβατα θα έπρεπε να επιστραφούν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
14. Στη συνέχεια τα ζώα κατασχέθηκαν από τον αρμόδιο επίσημο κτηνίατρο. Το ιταλικό Υπουργείο Υγείας απευθύνθηκε στη βρετανική πρεσβεία της Ρώμης, ζητώντας την έγκριση για την επιστροφή των προβάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο αναφερόμενος λόγος ήταν ότι τα χρησιμοποιηθέντα υγειονομικά πιστοποιητικά προορίζονταν για ζώα παχύνσεως, για τα οποία, κατά την ιταλική απόφαση 600.3/VET/340/2/8920, της 24ης Δεκεμβρίου 1996, απαιτείται δήλωση ΜΣΕ.
15. Η αίτηση απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι η απαίτηση δηλώσεως ΜΣΕ συνιστά παράνομο περιορισμό του εμπορίου. Ο Lennox άσκησε αγωγή κατά της ILCO ζητώντας την καταβολή 57 254,40 λιρών Αγγλίας (GBP), για τον λόγο ότι είχε εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις να παραδώσει τα πρόβατα. Η ILCO αρνήθηκε την καταβολή και ο J. Lennox άσκησε αγωγή με την οποία ζήτησε την καταβολή του ως άνω ποσού, ενώ η ILCO ζήτησε ανταγωγικώς αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη και για μη ειδικώς προσδιοριζόμενες απώλειες.
IV - Προδικαστικά ερωτήματα
16. Στα πλαίσια της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Commercial Court), υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
«1) α) Όταν μια παρτίδα προβάτων εξάγεται από ένα κράτος μέλος σε άλλο και τα πρόβατα προορίζονται για σφαγή κατά την άφιξή τους, πληρούται η προβλεπόμενη από το άρθρο 9 της οδηγίας 91/68/EΟΚ απαίτηση αν το συνοδεύον υγειονομικό πιστοποιητικό δεν έχει εκδοθεί με βάση το υπόδειγμα Ι, όπως στο παράρτημα Ε, αλλά με βάση το υπόδειγμα ΙΙ;
β) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, στοιχείο α_, είναι αρνητική και η παρτίδα πρέπει να συνοδεύεται από ένα πιστοποιητικό εκδοθέν με βάση το υπόδειγμα Ι, φέρει ο εξαγωγέας ή ο παραλήπτης των προβάτων την ευθύνη για τη διακρίβωση του ορθού πιστοποιητικού πριν από την εξαγωγή ή το ζήτημα για το ποιο συμβαλλόμενο μέρος φέρει την ευθύνη ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο που διέπει τη σύμβαση;
γ) Αν μια παρτίδα προβάτων, που προορίζονται για σφαγή κατά την άφιξή τους, εξάγονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο και το συνοδεύον αυτά υγειονομικό πιστοποιητικό έχει εκδοθεί με βάση το υπόδειγμα ΙΙ, μπορεί το εθνικό δίκαιο του κράτους προορισμού να ορίσει ότι η εισαγωγή είναι παράνομη για τον λόγο ότι το πιστοποιητικό δεν έχει εκδοθεί με βάση το υπόδειγμα Ι;
2) α) Τον Ιούλιο του 1997, ήταν σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα με τα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ (πρώην άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΚ) και/ή με τα άρθρο 152 ΕΚ (πρώην 129 της Συνθήκης ΕΚ) και/ή με τα άρθρα 6 ΕΚ και 174 ΕΚ (πρώην 130 Ρ της Συνθήκης ΕΚ) καθώς και με τις οδηγίες του Συμβουλίου 89/662/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (EE L 395, σ. 13), 90/425/ΕΟΚ και 91/68/ΕΟΚ, η απαίτηση κράτους μέλους να περιλαμβάνουν τα προβλεπόμενα από το άρθρο 9 της οδηγίας 91/68/ΕΟΚ υγειονομικά πιστοποιητικά την ακόλουθη μνεία: "Τα ζώα που αφορά το παρόν πιστοποιητικό γεννήθηκαν και εκτράφηκαν σε εκμεταλλεύσεις στις οποίες κανένα κρούσμα μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (ΜΣΕ) δεν έχει καταγραφεί τα τελευταία 6 χρόνια";
β) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, στοιχείο α_, αν ο εξαγωγέας εκπλήρωσε κατά τα λοιπά τις υποχρεώσεις που υπέχει με βάση το διέπον τη σύμβαση δίκαιο, να παραδώσει τα πρόβατα στον τόπο της επαγγελματικής εγκαταστάσεως του παραλήπτη, πρέπει το εθνικό δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αστικής υποθέσεως μεταξύ του εξαγωγέα και του παραλήπτη σχετικά με τα συμβατικά τους δικαιώματα και υποχρεώσεις όσον αφορά την εισαγωγή των προβάτων, να αγνοήσει την προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους προορισμού υποχρέωση να περιλαμβάνει το συνοδεύον υγειονομικό πιστοποιητικό την εν λόγω μνεία;»
V - Ισχυρισμοί των μερών και αξιολόγηση
Α - Επί του πρώτου ερωτήματος
1. Το ορθό υγειονομικό πιστοποιητικό
17. Το πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος αφορά τη σχέση μεταξύ των διαφόρων υποδειγμάτων υγειονομικών πιστοποιητικών, τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα Ε της οδηγίας 91/68. Πρόκειται, συναφώς, για το ζήτημα αν ένα υγειονομικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε για πρόβατα παχύνσεως αρκεί για τα πρόβατα σφαγής.
α) Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
18. Ο Lennox, η Επιτροπή και η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η προσκόμιση πιστοποιητικού κατά το υπόδειγμα ΙΙ αρκεί και για τα ζώα που προορίζονται για σφαγή. Η οδηγία 91/68 σκοπεί να εξασφαλίσει ότι τα πωλούμενα ζώα ανταποκρίνονται σε ορισμένα υγειονομικά πρότυπα. Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση υγειονομικού πιστοποιητικού για ζώα παχύνσεως (υπόδειγμα ΙΙ) είναι αυστηρότερες από αυτές που αφορούν τα ζώα σφαγής (υπόδειγμα Ι) και περιέχουν όλες τις ενδείξεις που απαιτούνται για τα ζώα σφαγής. Ο λόγος είναι ότι τα ζώα σφαγής δεν έρχονται πλέον σε επαφή με άλλα ζώα.
19. Η ILCO φρονεί, αντιθέτως, ότι οι οδηγίες 89/662/ΕΟΚ, 90/425 και 91/68 απαιτούν να συνοδεύονται τα ζώα από τα αντίστοιχα υγειονομικά πιστοποιητικά, επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, από υγειονομικό πιστοποιητικό για ζώα σφαγής κατά το υπόδειγμα Ι. Στηρίζει τη νομική της άποψη στο γράμμα του άρθρου 9 της οδηγίας 91/68, κατά το οποίο τα ζώα «πρέπει» να συνοδεύονται από πιστοποιητικό κατά το παράρτημα Ε. Η αντίθετη άποψη καθιστά περιττή την ύπαρξη διαφορετικών πιστοποιητικών. Επιπλέον, και ο λόγος της πωλήσεως των ζώων μπορεί να παραμείνει κρυφός. Στο μέτρο που υφίστανται εναρμονισμένες κοινοτικές ρυθμίσεις, όπως αυτή της οδηγίας 91/68, πρέπει να τηρούνται πλήρως από τον εξαγωγέα των ζώων.
β) Εκτίμηση
20. Τα διάφορα υποδείγματα υγειονομικών πιστοποιητικών αντιστοιχούν στον εκάστοτε σκοπό για τον οποίο τα ζώα αποτελούν το αντικείμενο ενδοκοινοτικού εμπορίου. Τούτο προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 91/68. Κατά συνέπεια, ο κτηνίατρος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 6 της οδηγίας, να πραγματοποιεί διαφορετικές εξετάσεις και να πιστοποιεί διαφορετικές ιδιότητες. Τούτο συνηγορεί υπέρ της αυστηρής διακρίσεως μεταξύ των τριών υποδειγμάτων υγειονομικών πιστοποιητικών και υπέρ της απόψεως ότι ένα υγειονομικό πιστοποιητικό που χορηγήθηκε για πρόβατα προοριζόμενα για πάχυνση δεν πρέπει να αρκεί για το εμπόριο προβάτων σφαγής.
21. Εντούτοις, η τυπική αυτή προσέγγιση δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι διαφορετικές απαιτήσεις ως προς τις εξετάσεις που πρέπει να διεξαχθούν και τα πιστοποιητικά που πρέπει να καταρτισθούν αλληλεπικαλύπτονται από απόψεως περιεχομένου. Μεταξύ τους υφίσταται ιεραρχική σχέση. Οι λιγότερες είναι οι απαιτήσεις για τα αιγοπρόβατα σφαγής. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/68, πρέπει απλώς να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 της οδηγίας, ώστε να μπορεί να χορηγηθεί υγειονομικό πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα Ι. Οι απαιτήσεις για τα αιγοπρόβατα αναπαραγωγής, εκτροφής και παχύνσεως είναι, αντιθέτως, αυστηρότερες. Πρέπει να πληρούν όχι μόνον τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, αλλά τα αιγοπρόβατα εκτροφής και παχύνσεως πρέπει περαιτέρω να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 και τα αιγοπρόβατα αναπαραγωγής τις προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 6, ώστε να μπορεί να χορηγηθεί για τα ζώα αυτά υγειονομικό πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα ΙΙ (αιγοπρόβατα παχύνσεως) ή κατά το υπόδειγμα ΙΙΙ (αιγοπρόβατα αναπαραγωγής). Το γεγονός ότι όλα τα ζώα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί για τα αιγοπρόβατα σφαγής συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι ένα υγειονομικό πιστοποιητικό για αιγοπρόβατα παχύνσεως κατά το υπόδειγμα ΙΙ πρέπει να αρκεί και για αιγοπρόβατα σφαγής.
22. Ακόμη και από απόψεως νοήματος και σκοπού της οδηγίας, που συνίσταται στη μέριμνα εξασφαλίσεως του ενδοκοινοτικού εμπορίου των αιγοπροβάτων χωρίς επιφυλάξεις όσον αφορά τα υγειονομικά θέματα, δεν είναι σκόπιμη η εμμονή σε υγειονομικό πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα Ι. Οι απαιτήσεις για τα αιγοπρόβατα εκτροφής και παχύνσεως περιλαμβάνουν όλες τις υγειονομικές απαιτήσεις για τα αιγοπρόβατα σφαγής. Επομένως, εξασφαλίζεται ότι έχουν διεξαχθεί όλες οι αναγκαίες εξετάσεις για τα πρόβατα σφαγής.
23. Είναι αμφίβολο αν η ερμηνεία αυτή μπορεί να υποστηριχθεί από εμπορικής απόψεως. Όσον αφορά την επιφύλαξη της ILCO σχετικά με την απόκρυψη του λόγου για τον οποίο πραγματοποιείται το εμπόριο των ζώων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν μπορεί να εντοπιστεί, τουλάχιστον στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, η αποδυνάμωση των υγειονομικών προτύπων ως προς την οποία υπάρχει ανησυχία. Τα επίμαχα ζώα πληρούν, σε τελική ανάλυση, αυστηρότερες προϋποθέσεις από τις αναγκαίες για τα αιγοπρόβατα σφαγής. Συναφώς, δεν υφίσταται αποδυνάμωση αλλά, εν πάση περιπτώσει, ενίσχυση των προτύπων προστασίας. Από τα ανωτέρω δεν πρέπει να συναχθεί κανένα εμπόδιο για την εμπορία των ζώων.
24. Η οδηγία 91/68 αποσκοπεί, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, στη διευκόλυνση του εμπορίου αιγοπροβάτων. Πρόκειται για τη θέσπιση ενιαίων υγειονομικών απαιτήσεων, προκειμένου να προλαμβάνεται η διάδοση μεταδοτικών ασθενειών (βλ. την τρίτη αιτιολογική σκέψη). Ο προορισμός των ζώων, επομένως ο λόγος για τον οποίο αυτά αποτελούν αντικείμενο εμπορίας, έχει σημασία μόνο στο μέτρο που καθορίζει το επίπεδο του υγειονομικού ελέγχου που πρέπει να διεξαχθεί. Η νομιμότητα του εμπορίου την οποία προβάλλει η ILCO δεν εντάσσεται στον προστατευτικό σκοπό της οδηγίας.
25. Δεδομένου ότι οι εμπορικές πτυχές δεν είναι αντίθετες, σε τελική ανάλυση, με την υποστηριζόμενη εν προκειμένω ερμηνεία, στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 9 της οδηγίας 91/68 απαίτηση, όταν μια παρτίδα προβάτων εξάγεται από ένα κράτος μέλος σε άλλο και τα πρόβατα προορίζονται για σφαγή κατά την άφιξή τους, πληρούται, αν το συνοδεύον υγειονομικό πιστοποιητικό δεν έχει εκδοθεί κατά το υπόδειγμα Ι, σύμφωνα με το παράρτημα Ε της οδηγίας, αλλά πρόκειται για πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα ΙΙ.
2. Η ευθύνη για την επιλογή του υγειονομικού πιστοποιητικού
26. Το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος υποβάλλεται από το αιτούν δικαστήριο μόνον υπό την προϋπόθεση ότι στο πρώτο σκέλος αρμόζει αρνητική απάντηση. Εφόσον, εντούτοις, ένα υγειονομικό πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα ΙΙ θεωρείται, εν προκειμένω, ότι αρκεί και για το εμπόριο προβάτων σφαγής, οι σκέψεις που ακολουθούν παρατίθενται μόνον επικουρικώς για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την ανωτέρω ερμηνεία.
27. Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί κατά πόσον συνάγεται από το κοινοτικό δίκαιο αν ο εξαγωγέας ή ο εισαγωγέας πρέπει να φέρει την ευθύνη για τον καθορισμό του αναγκαίου υγειονομικού πιστοποιητικού ή αν τούτο πρέπει να καθοριστεί κατ' εφαρμογήν του εφαρμοστέου δικαίου της συμβάσεως.
α) Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
28. Η ILCO συνάγει από τις οδηγίες 89/662, 90/425 και 91/68 την υποχρέωση του εξαγωγέα των ζώων να προβεί σε όλες τις ενέργειες ώστε να βεβαιωθεί για τον σκοπό της αποστολής και να προμηθευτεί, συνακολούθως, τα αναγκαία υγειονομικά πιστοποιητικά. Οι οδηγίες δημιούργησαν ένα σύστημα κατά το οποίο οι αναγκαίοι κτηνιατρικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται στο κράτος μέλος αποστολής. Στα πλαίσια των ελέγχων που διεξάγονται, ενδεχομένως, στο κράτος μέλος προορισμού, μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εξεταστεί αν η αποστολή είναι σύμφωνη με τα συνοδεύοντα υγειονομικά πιστοποιητικά, αλλά δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να επηρεάσει την επιλογή του απαιτούμενου πιστοποιητικού. Το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο των συμβάσεων μπορεί να καθορίσει ποιος θα φέρει τις συνέπειες της χρησιμοποιήσεως ακατάλληλου πιστοποιητικού.
29. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι η ευθύνη για τον καθορισμό του αναγκαίου πιστοποιητικού πρέπει να ρυθμιστεί βάσει του εθνικού δικαίου των συμβάσεων. Κατά την ερμηνεία της συμβάσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός των οδηγιών που έγκειται στη διατήρηση χαμηλού αριθμού εγγράφων ελέγχου και στη συγκέντρωση στο κράτος μέλος αποστολής ελέγχων οι οποίοι αναγνωρίζονται σε όλα τα κράτη μέλη προορισμού.
β) Εκτίμηση
30. H οδηγία 89/662 ρυθμίζει τους κτηνιατρικούς ελέγχους ζωικών προϊόντων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως. Εντούτοις, η υπό κρίση περίπτωση αφορά το εμπόριο ζώντων αιγοπροβάτων, οπότε η οδηγία αυτή δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
31. Οι οδηγίες 90/425 και 91/68 καθορίζουν τις αναγκαίες για το ενδοκοινοτικό εμπόριο κτηνιατρικές εξετάσεις και τα υγειονομικά πιστοποιητικά που πρέπει να καταρτιστούν βάσει του εκάστοτε προορισμού των ζώων. Οι οδηγίες δεν περιέχουν καμία ρητή τουλάχιστον ρύθμιση ως προς το ζήτημα ποιος καθορίζει τον προορισμό αυτό.
32. Αντίθετα προς την άποψη της ILCO, δεν είναι προφανές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, καθορίζοντας τον τόπο στον οποίο πρέπει να διεξαχθούν οι έλεγχοι, είχε την πρόθεση να θεσπίσει ρύθμιση ως προς το πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για τον καθορισμό του αναγκαίου υγειονομικού πιστοποιητικού των ζώων. Όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/425, η συγκέντρωση των κτηνιατρικών ελέγχων στον τόπο προελεύσεως πραγματοποιείται προκειμένου να καταστεί δυνατή η κατάργηση των ελέγχων αυτών στα ενδοκοινοτικά σύνορα. Με τον τρόπο αυτό, αποφεύγονται χρονοβόρες διαδικασίες εισαγωγής, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένων κτηνιατρικών ελέγχων, στα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας.
33. Υπέρ της ερμηνείας αυτής των διατάξεων της οδηγίας 90/425 συνηγορεί και το γεγονός ότι ούτε η οδηγία αυτή ούτε η οδηγία 91/68 καθορίζει ποιος είναι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή των κτηνιατρικών ελέγχων. Καμία από τις δύο οδηγίες δεν προβλέπει ότι το αντίστοιχο πιστοποιητικό του παραρτήματος Ε της οδηγίας 91/68 πρέπει να ζητηθεί από τον εξαγωγέα. Το γεγονός ότι οι έλεγχοι πρέπει να διεξαχθούν στον τόπο προελεύσεως συνηγορεί βεβαίως υπέρ της απόψεως ότι ο εξαγωγέας ζητεί τα πιστοποιητικά αυτά. Τούτο όμως δεν είναι υποχρεωτικό κατά τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν να ζητεί ο εισαγωγέας τη διεξαγωγή των κτηνιατρικών ελέγχων και την έκδοση των αναγκαίων για την αποστολή υγειονομικών πιστοποιητικών στο κράτος μέλος αποστολής.
34. Κατά συνέπεια, στο δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε οι οδηγίες 90/425 και 91/68, δεν ρυθμίζει το ζήτημα αν την ευθύνη για τη διακρίβωση του ορθού πιστοποιητικού πριν από την εξαγωγή φέρει ο εξαγωγέας ή ο εισαγωγέας. Η απάντηση στο ερώτημα πρέπει να δοθεί μέσω ερμηνείας της συμβάσεως που καταρτίστηκε μεταξύ των μερών, λαμβανομένου υπόψη του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.
3. Ο νομικός χαρακτηρισμός της εισαγωγής από το εθνικό δίκαιο
35. Με το τρίτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το εθνικό δίκαιο μπορεί να χαρακτηρίσει παράνομη μια εισαγωγή στην περίπτωση κατά την οποία τα ζώα που προορίζονται για σφαγή δεν συνοδεύονται με υγειονομικό πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα ΙΙ.
α) Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
36. Ο Lennox φρονεί ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να θεσπίζει μέτρα βάσει των οποίων η εισαγωγή ζώων σφαγής για τα οποία χορηγήθηκαν υγειονομικά πιστοποιητικά σύμφωνα με το υπόδειγμα ΙΙ χαρακτηρίζεται παράνομη. Οι διατάξεις της οδηγίας 91/68 έχουν απευθείας εφαρμογή. Παραπέμποντας στη νομολογία σχετικά με τη θέσπιση νομικών διατάξεων σε τομείς για τους οποίους υφίστανται κανονισμοί, ο Lennox φρονεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν απλώς διατάξεις οι οποίες εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Όλα τα μέτρα τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη είναι παράνομα.
37. Και η Επιτροπή φρονεί ότι μια εθνική διάταξη δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι η εισαγωγή προβάτων σφαγής τα οποία συνοδεύονται από υγειονομικά πιστοποιητικά κατά το υπόδειγμα ΙΙ θεωρείται παράνομη. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση ευθυγραμμίζεται, κατ' αποτέλεσμα, με την άποψη αυτή. Η Επιτροπή φρονεί ότι η λύση του προβλήματος αυτού εξαρτάται από το ζήτημα αν θα θεωρηθεί ότι οι κοινοτικές διατάξεις συνεπάγονται πλήρη εναρμόνιση. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι οδηγίες 91/68 και 90/425 ρυθμίζουν πλήρως το εμπόριο αιγοπροβάτων. Τούτο προκύπτει από τις δύο πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 91/68, οι οποίες παραπέμπουν στις διαφορετικές διατάξεις των κρατών μελών και στην ανάγκη ενοποιήσεώς τους. Περαιτέρω, από την έβδομη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να θεσπίσουν μέτρα χωρίς τη συμμετοχή της Επιτροπής. Η Επιτροπή παραπέμπει άλλωστε στους λεπτομερείς κανόνες των άρθρων 3, 4, 5 και 6 της οδηγίας, οι οποίοι απαριθμούν επακριβώς τις εκάστοτε τηρητέες προϋποθέσεις. Η Επιτροπή αιτιολογεί περαιτέρω τη στάση της με το επιχείρημα ότι οι κανόνες της οδηγίας 40/425 σχετικά με το άρθρο 10 της οδηγίας 91/68 έχουν εφαρμογή στο ενδοκοινοτικό εμπόριο αιγοπροβάτων. Τούτο ισχύει ιδίως όσον αφορά τους κτηνιατρικούς ελέγχους στο κράτος μέλος αποστολής, τους δειγματοληπτικούς ελέγχους στο κράτος μέλος προορισμού και τα μέτρα προστασίας που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν. Τέλος, η Επιτροπή στηρίζεται και στη σκέψη ότι η ρήτρα έκτακτης ανάγκης του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425 έχει νόημα μόνον αν θεωρηθεί ότι υφίσταται πλήρης εναρμόνιση του εμπορίου. Στην αντίθετη περίπτωση, τα κράτη μέλη θα ήσαν ούτως ή άλλως ελεύθερα να θεσπίσουν μέτρα προστασίας βάσει του άρθρου 30 ΕΚ.
38. Η ILCO υποστηρίζει, αντιθέτως, την άποψη ότι τα κράτη μέλη μπορούν κάλλιστα να θεσπίσουν μέτρα με τα οποία επιβάλλουν την τήρηση του κοινοτικού δικαίου. Οι παραδόσεις ζώων, τα οποία, κατά τη γνώμη της, δεν συνοδεύονται από τα ορθά έγγραφα, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, μπορούν να τιμωρηθούν με κυρώσεις και να χαρακτηριστούν παράνομες. Τούτο συνάδει ειδικότερα με το κοινοτικό δίκαιο όταν τα προληπτικά μέτρα λαμβάνονται προκειμένου η παρτίδα των ζώων να μπορεί ενδεχομένως να επιστραφεί στο κράτος μέλος αποστολής.
β) Εκτίμηση
39. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προκύπτει από την απάντηση στο πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος. Στην περίπτωση κατά την οποία θα κριθεί ότι ένα υγειονομικό πιστοποιητικό με βάση το υπόδειγμα ΙΙ δεν αρκεί για το εμπόριο αιγοπροβάτων σφαγής, αλλά θα απαιτηθεί υγειονομικό πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα Ι, δεν υπάρχει προφανής λόγος για τον οποίο το εθνικό δίκαιο δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίσει παράνομο ένα πιστοποιητικό το οποίο δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου και το εμπόριο που στηρίζεται σ' αυτό. Στην περίπτωση αυτή, το εθνικό δίκαιο εκτελεί απλώς τον κανόνα του κοινοτικού δικαίου. Υπό την έννοια αυτή, δεν ανακύπτει το ερώτημα που έθεσε η Επιτροπή αν ο κανόνας του κοινοτικού δικαίου είναι εξαντλητικός. Δεν υφίσταται καμία αντίφαση μεταξύ εθνικού και κοινοτικού δικαίου.
40. Αντιθέτως, αν υιοθετηθεί η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή κατά το κοινοτικό δίκαιο αρκεί υγειονομικό πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα ΙΙ και για το εμπόριο αιγοπροβάτων σφαγής, ο ανωτέρω τρόπος ενέργειας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παράνομος κατά το εθνικό δίκαιο. Στην αντίθετη περίπτωση, το εθνικό δίκαιο θα ερχόταν σε αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατά την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, αυτό δεν επιτρέπεται. Η αρχή αυτή απαιτεί να παραμένει ανεφάρμοστο το εθνικό δίκαιο στο μέτρο που δεν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο . Κατά συνέπεια, αν το κοινοτικό δίκαιο θεωρεί ότι το εμπόριο αιγοπροβάτων σφαγής, για τα οποία χορηγήθηκε υγειονομικό πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα ΙΙ, νόμιμο υπό την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 91/68, τότε το εθνικό δίκαιο το οποίο χαρακτηρίζει την ενέργεια αυτή παράνομη πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστο σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου.
41. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη την υποστηριζόμενη εν προκειμένω άποψη όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, προτείνω να δοθεί στο τρίτο σκέλος η απάντηση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία μια παρτίδα προβάτων που προορίζονται για σφαγή κατά την άφιξή τους, εξάγονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο και το συνοδεύον αυτά υγειονομικό πιστοποιητικό έχει εκδοθεί κατά το υπόδειγμα ΙΙ, το εθνικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι η εισαγωγή είναι παράνομη για τον λόγο ότι το πιστοποιητικό δεν έχει εκδοθεί κατά το υπόδειγμα Ι, δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
Β - Επί του δευτέρου ερωτήματος
1. Η συμβατότητα του ιταλικού μέτρου με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
42. Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν τα άρθρα 28 έως 30 ΕΚ, 152 ΕΚ, 6 ΕΚ και 174 ΕΚ, καθώς και οι οδηγίες 89/662, 90/425 και 91/68 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει προς τις διατάξεις αυτές εθνικός κανόνας ο οποίος απαιτεί τα υγειονομικά πιστοποιητικά τα οποία χορηγούνται σύμφωνα με την οδηγία 91/68 να περιλαμβάνουν επιπλέον βεβαίωση ότι τα ζώα προέρχονται από εκμετάλλευση μη θιγείσα τα τελευταία έξι χρόνια από τη ΜΣΕ.
α) Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
43. Όσον αφορά τη συμβατότητα του ιταλικού μέτρου με το άρθρο 28 ΕΚ, ο Lennox ισχυρίζεται ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν το δικαίωμα, εκτός του πλαισίου των άρθρων 7, 8 και 15 της οδηγίας 91/68, να θεσπίζουν μονομερή μέτρα. Παραπέμποντας στην απόφαση επί της υποθέσεως Hedley Lomas , φρονεί ότι αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 30 ΕΚ, όταν ο σκοπός που επιδιώκεται με το εθνικό μέτρο θα έπρεπε ήδη να επιτευχθεί με κοινοτικά μέτρα εναρμονίσεως. Το 1997 τα κράτη μέλη δεν είχαν πλέον την εξουσία να απαιτούν δήλωση ΜΣΕ εκτός του πλαισίου των προπαρατεθεισών διατάξεων της οδηγίας 91/68.
44. Η ILCO φρονεί, αντιθέτως, ότι οι οδηγίες 91/68, 90/425 και 89/662 δεν συνιστούν πλήρη εναρμόνιση, οπότε τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίσουν μέτρα προστασίας εφαρμόζοντας το άρθρο 30 ΕΚ. Οι οδηγίες δεν ρυθμίζουν την περίπτωση κράτους μέλους προορισμού το οποίο, ελλείψει σοβαρού κινδύνου, δεν λαμβάνει προληπτικά μέτρα προστασίας όσον αφορά τα δικά του ζώα, αλλά έχει σοβαρούς λόγους να θεσπίσει μέτρα για την προστασία της υγείας των ζώων και των ανθρώπων που ζουν στην επικράτειά του από την απειλή που προέρχεται από άλλα κράτη μέλη. Ο δικαιολογημένος χαρακτήρας των μέτρων προστασίας υπό τη μορφή της απαιτήσεως δηλώσεως ΜΣΕ επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο είχε επιβάλει κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα τη χορήγηση εντύπου πιστοποιητικού με δήλωση ΜΣΕ για τις παραδόσεις ζώων από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Ιταλία.
45. Εν πάση περιπτώσει, τα μέτρα αντιστοιχούν στον προστατευτικό σκοπό των οδηγιών. Δικαιολογούνται, άλλωστε, από την προστασία της υγείας των ανθρώπων υπό την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ. Η ILCO παραπέμπει, στο πλαίσιο αυτό, στην πρωταρχική σημασία της προστασίας της υγείας των ανθρώπων, όπως αυτή εκφράζεται στα άρθρα 152 και 174 ΕΚ και αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
46. Η Επιτροπή και η Ιρλανδική Κυβέρνηση θεωρούν επίσης ότι η απαίτηση προσκομίσεως δηλώσεως ΜΣΕ είναι, κατ' ουσίαν, ασύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Βεβαίως η Ιταλία δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 30 ΕΚ, δεδομένου ότι οι οδηγίες 90/425 και 91/68 είχαν οδηγήσει σε πλήρη εναρμόνιση. Εντούτοις, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ρήτρας έκτακτης ανάγκης κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/425. Βάσει της διατάξεως αυτής, ένα κράτος μέλος μπορεί να λάβει προσωρινά μέτρα.
47. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η διάταξη θεσπίστηκε αρχικά για να αντιμετωπίσει την εμφάνιση επιδημιών οι οποίες διαδίδονται πολύ γρήγορα, όπως ο αφθώδης πυρετός. Σύμφωνα με την έννοια και τον σκοπό της διατάξεως αυτής, το πεδίο εφαρμογής της πρέπει να επεκταθεί στις περιπτώσεις κατά τις οποίες νέες επιστημονικές ανακαλύψεις οδηγούν σε νέα αξιολόγηση των κινδύνων παλαιών ασθενειών όπως η τρομώδης νόσος. Αφενός, το άρθρο 152 ΕΚ απαιτεί την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου κατά την εφαρμογή όλων των κοινοτικών πολιτικών. Αφετέρου, ενδέχεται, στις περιπτώσεις αυτές, να υφίσταται σε κοινοτικό επίπεδο καθυστέρηση κατά τη θέσπιση προστατευτικών μέτρων, οπότε τα κράτη μέλη, τηρώντας τις απαιτήσεις που διατυπώνονται στο άρθρο 10 της οδηγίας 90/425 μπορούν να θεσπίσουν προστατευτικά μέτρα προσωρινού χαρακτήρα.
48. Η Επιτροπή και η Ιρλανδική Κυβέρνηση θεωρούν ότι στην υπό κρίση περίπτωση πληρούνται οι εν λόγω τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425. Βεβαίως η αντιμετώπιση της τρομώδους νόσου έχει ήδη ρυθμιστεί με το άρθρο 6 της οδηγίας 91/68. Η διάταξη όμως αυτή δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, διότι δεν επρόκειτο για την εξάλειψη της νόσου στην Ιταλία. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ανεξάρτητη συμβουλευτική επιτροπή για τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου (Spongiform Encephalopathy Advisory Committee, στο εξής: SEAC) δημοσίευσε τον Ιούλιο του 1996 ανακοίνωση κατά την οποία δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι η ΜΣΕ μπορεί να μεταδοθεί και σε αιγοπρόβατα και, ενδεχομένως, να διαγνωστεί εσφαλμένως ως τρομώδης νόσος. Στην περίπτωση αυτή και ελλείψει σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, η Ιταλική Κυβέρνηση μπορούσε να λάβει προσωρινά μέτρα. Τα μέτρα αυτά ήσαν προφανώς σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι δεν απαγορεύτηκε η εισαγωγή όλων των αιγοπροβάτων, αλλά μόνον η εισαγωγή από εκμεταλλεύσεις στις οποίες είχαν προσφάτως σημειωθεί κρούσματα τρομώδους νόσου. Η Επιτροπή και η Ιρλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζουν ότι τα εθνικά μέτρα καταργήθηκαν άλλωστε μετά την έκδοση της αποφάσεως 98/272.
β) Εκτίμηση
i) Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
49. Το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό αποτελεί κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο . Η υποχρέωση υποβολής δηλώσεως ΜΣΕ παράλληλα με τη χορήγηση υγειονομικού πιστοποιητικού υπό την έννοια της οδηγίας 91/68 δυσχεραίνει την εισαγωγή αιγοπροβάτων στην Ιταλία και συνιστά, κατά συνέπεια, απαγορευόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 28 ΕΚ, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών.
ii) Η δικαιολογία
50. Κατόπιν των ανωτέρω ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσον η ρύθμιση δικαιολογείται βάσει του άρθρου 30 ΕΚ. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της 24ης Δεκεμβρίου 1996, αυτή αποσκοπεί στην προστασία από τη ΜΣΕ. Κατά συνέπεια, σκοπεί στην προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων. Το άρθρο 30 ΕΚ αναγνωρίζει, κατ' αρχήν, αυτόν τον δικαιολογητικό λόγο.
51. Κατά πάγια νομολογία, όταν μια κοινοτική οδηγία προβλέπει την εναρμόνιση των μέτρων που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας των ζώων και των ανθρώπων και διαμορφώνει ορισμένες κοινοτικές διαδικασίες ελέγχου της τηρήσεως των μέτρων αυτών, δεν δικαιολογείται πλέον η εφαρμογή του άρθρου 30 ΕΚ, οι δε ενδεδειγμένοι έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται και τα μέτρα προστασίας πρέπει να λαμβάνονται εντός του πλαισίου που έχει χαράξει η οδηγία εναρμονίσεως . Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θεωρεί τις οδηγίες 89/662, 90/425 και 91/68 ως οδηγίες εναρμονίσεως.
52. Η οδηγία 89/662 δεν έχει εφαρμογή, όπως προεκτέθηκε, στην υπό κρίση υπόθεση, εφόσον ρυθμίζει τους κτηνιατρικούς ελέγχους ζωικών προϊόντων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως, όχι όμως το εμπόριο ζώντων αιγοπροβάτων.
53. Οι κτηνιατρικοί και ζωοτεχνικοί έλεγχοι στο εμπόριο ζώντων ζώων ρυθμίζονται, κατ' αρχήν, με την οδηγία 90/425. Η οδηγία δεν προβλέπει την υποβολή δηλώσεως ΜΣΕ όπως την απαιτούσε η Ιταλία. Όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας J. Mischo στις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση National Farmers' Union, η οδηγία 90/425 διαμορφώνει μόνον τις διαδικασίες με βάση τις οποίες λαμβάνονται τα μέτρα που είναι αναγκαία για την υγειονομική προστασία, αλλά δεν προβλέπει η ίδια τέτοια μέτρα . Κατά συνέπεια, η εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση μέτρων για την προστασία της υγείας δεν αποκλείεται από την οδηγία 90/425. Εντούτοις, η θέσπιση μέτρων προστασίας υπόκειται, κατά το άρθρο 10 της οδηγίας, σε ορισμένες προϋποθέσεις.
54. Για το εμπόριο αιγοπροβάτων πρέπει, περαιτέρω, να ληφθεί υπόψη η οδηγία 91/68. Όσον αφορά τα ζώα αναπαραγωγής, το άρθρο 6, στοιχείο β_, i, τρίτη περίπτωση, θέτει την προϋπόθεση ότι πρέπει να προέρχονται από εκμετάλλευση στην οποία κατά τα δύο τουλάχιστον τελευταία έτη δεν διαπιστώθηκε κανένα κρούσμα τρομώδους νόσου. Υπό την έννοια αυτή, ρυθμίζεται η προστασία των ζώων αναπαραγωγής από τους κινδύνους που προκύπτουν από την τρομώδη νόσο. Αντίθετα, για τα αιγοπρόβατα σφαγής και παχύνσεως, τα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση, δεν υφίσταται καμία παρεμφερής διάταξη. Διαπιστώνεται, συναφώς, ότι και η οδηγία 91/68 δεν εναρμονίζει τα αναγκαία, όσον αφορά τα αιγοπρόβατα σφαγής και παχύνσεως, μέτρα για την προστασία της υγείας από τους κινδύνους που απορρέουν από την τρομώδη νόσο. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα και κατά την οδηγία αυτή να θεσπίζουν προστατευτικά μέτρα. Εν πάση περιπτώσει, και το άρθρο 10 της οδηγίας 91/68, παραπέμποντας στο άρθρο 10 της οδηγίας 90/425, θέτει ορισμένους όρους για τη θέσπιση προστατευτικών μέτρων.
55. Κοινοτικά μέτρα προστασίας από τους κινδύνους που απορρέουν από την τρομώδη νόσο θεσπίστηκαν για πρώτη φορά με την απόφαση 97/534/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, σχετικά με την απαγόρευση της χρήσης υλικών που παρουσιάζουν κίνδυνο από άποψη μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών . Η έναρξη της ισχύος της αποφάσεως αυτής καθυστέρησε, κατ' αρχάς, λόγω πολιτικών δυσχερειών και, τελικώς, ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Αντικαταστάθηκε με την απόφαση 2000/418/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2000, για τη ρύθμιση της χρήσης υλικών που παρουσιάζουν κινδύνους σχετικούς με τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες και για τροποποίηση της απόφασης 94/474/ΕΚ , η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 30 Ιουνίου 2000. Παράλληλα, η Επιτροπή εξέδωσε ακόμη στις 23 Απριλίου 1998 την απόφαση 98/272/ΕΚ, για την επιδημιολογική παρακολούθηση των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών και για την τροποποίηση της απόφασης 94/474/ΕΚ , η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Μα_ου 1998.
56. Κατά συνέπεια, ως ενδιάμεσο αποτέλεσμα επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ελλείψει υπάρξεως σε κοινοτικό επίπεδο εναρμονίσεως των μέτρων προστασίας των αιγοπροβάτων σφαγής και παχύνσεως από τους κινδύνους που απορρέουν από την τρομώδη νόσο κατά τον χρόνο της θεσπίσεως του ιταλικού μέτρου, τα κράτη μέλη μπορούσαν, για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων, να θεσπίσουν μέτρα τα οποία περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Εντούτοις, έπρεπε να τηρούνται συναφώς οι προϋποθέσεις του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425.
iii) Η εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425
57. Διατυπώθηκαν δύο επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425 στην υπό κρίση υπόθεση. Αφενός, η ILCO ισχυρίζεται ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 90/425 δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος μέλος προορισμού δεν λαμβάνει κανένα προληπτικό μέτρο προστασίας για τα δικά του ζώα, αλλά επιθυμεί να λάβει μέτρα για την προστασία από τους κινδύνους που υφίστανται σε άλλα κράτη μέλη. Αφετέρου, τονίζεται ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 90/425 προϋποθέτει, σύμφωνα με το γράμμα του, την εμφάνιση νόσου. Η τρομώδης νόσος όμως δεν αποτελεί νέα ασθένεια. Μόνον οι ανακαλύψεις σχετικά με τους κινδύνους που απορρέουν ενδεχομένως από την τρομώδη νόσο είναι νέες.
58. Πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της ILCO ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση. Η παράγραφος 1 απαιτεί είτε την εμφάνιση ασθενειών στο κράτος μέλος αποστολής είτε τη διαπίστωση ασθενειών κατά τη διενέργεια ελέγχου εισαγομένων ζώων. Τίποτα από τα ανωτέρω δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Η Ιταλία δεν είναι το κράτος μέλος αποστολής, αλλά το κράτος μέλος προορισμού για την παράδοση των ζώων μεταξύ του Lennox και της ILCO και η θέσπιση του μέτρου δεν πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία ελέγχου των εισαγομένων ζώων, αλλά, ανεξαρτήτως αυτού, ως καθαρό προληπτικό μέτρο.
59. Σχετικά με την παράλληλη διάταξη του άρθρου 9 της οδηγίας 89/662, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύει την εισαγωγή κεφαλών βοοειδών που περιλαμβάνουν υλικό το οποίο εμφανίζει κινδύνους σχετικά με τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, ως συντηρητικό μέτρο προστασίας . Και στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για ενέργεια του κράτους μέλους προορισμού και όχι του κράτους μέλους αποστολής και το μέτρο δεν θεσπίστηκε με την ευκαιρία ελέγχου, αλλά προληπτικώς. Κατά συνέπεια, η περίπτωση επί της οποίας αποφάνθηκε το Δικαστήριο είναι παρεμφερής με την υπό κρίση περίπτωση. Επομένως, οι επιφυλάξεις που διατύπωσε η ILCO δεν εμποδίζουν, κατά τη νομολογία, την εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425.
60. Πρέπει να εξεταστεί ακόμη αν η εφαρμογή του άρθρου 10 αποκλείεται λόγω του ότι η τρομώδης νόσος δεν αποτελεί νέα ασθένεια, αλλά είναι γνωστή εδώ και τρεις περίπου αιώνες. Η τρομώδης νόσος ανήκει, όπως η ΣΕΒ των βοοειδών και η ασθένεια Creutzfeld-Jakob του ανθρώπου, στις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες . Όσον αφορά την τρομώδη νόσο από το 1993 υφίσταται υποχρέωση ανακοινώσεως βάσει της οδηγίας 91/68. Νέα είναι απλώς η ανακάλυψη ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μεταδόσεως της ΣΕΒ και στα αιγοπρόβατα. Επιπλέον, δεν είναι μέχρι τώρα δυνατόν να διακριθεί η τρομώδης νόσος από τη ΣΕΒ με τη βοήθεια ταχέων εξετάσεων .
61. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η ύπαρξη νέων πληροφοριών για τους κινδύνους που προέρχονται από νόσο γνωστή προ πολλού μπορεί να συγκριθεί με την εμφάνιση νέας νόσου. Μπορεί να δικαιολογήσει τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως κατά την οδηγία 90/425 . Κατά συνέπεια, ούτε η ένσταση αυτή αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425 στην υπό κρίση υπόθεση.
62. Το αποτέλεσμα αυτό συνάδει με τη μέχρι τούδε νομοθετική πρακτική και τη νομολογία. Ελλείψει ειδικής νομικής βάσεως, η Επιτροπή στήριξε τα διάφορα μέτρα διαφυλάξεως από τους κινδύνους που απορρέουν από τη ΣΕΒ στο άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425, ενώ το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομιμότητα των μέτρων αυτών .
63. Η πρακτική αυτή φαίνεται να είναι σε τελική ανάλυση δικαιολογημένη. Με την έκδοση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ , 90/425 και 91/68, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να θεσπίσει γενικό και πλήρες καθεστώς του ενδοκοινοτικού εμπορίου ζώντων ζώων, καθώς και των απαιτουμένων συναφώς κτηνιατρικών ελέγχων και υγειονομικών πιστοποιητικών. Ο νομοθετικός αυτός σκοπός και η ταυτόχρονη έλλειψη ειδικών ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση των κινδύνων που απορρέουν από την τρομώδη νόσο για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων συνηγορούν υπέρ της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425 και σε μέτρο όπως η απαιτούμενη στην υπό κρίση υπόθεση δήλωση ΜΣΕ.
64. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425 σε εθνικά μέτρα προστασίας από κινδύνους για την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων και των ζώων που απορρέουν από τα κρούσματα της τρομώδου νόσου εντός άλλων κρατών μελών.
iv) Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425
65. Πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί αν οι όροι που διατυπώνονται στο άρθρο 10 της οδηγίας 90/425 τηρήθηκαν κατά τη θέσπιση του ιταλικού μέτρου. Από τυπικής απόψεως απαιτείται, κατ' αρχάς, να πρόκειται για προσωρινό μέτρο.
66. Από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της 24ης Δεκεμβρίου 1996 προκύπτει ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε εν αναμονή των κοινοτικών μέτρων. Στο έγγραφο της Ιταλικής Κυβερνήσεως της 24ης Ιουλίου 1997 το οποίο προσκόμισε η Επιτροπή, τονίζεται ρητώς ότι το μέτρο θεσπίστηκε απλώς και μόνο διότι δεν υφίστατο κανένας αντίστοιχος κοινοτικός κανόνας και ότι επρόκειτο να εφαρμοστεί προληπτικώς μέχρι τη θέσπιση κοινοτικής ρυθμίσεως. Ο ιταλικός νομοθέτης συμμορφώθηκε προς τη δήλωση αυτή, διότι το μέτρο καταργήθηκε στις 15 Ιουνίου 1998, αφού η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 98/272/ΕΚ, η οποία ίσχυσε από 1ης Μα_ου 1998. Κατά συνέπεια, επρόκειτο για προσωρινό μέτρο.
67. Επιπλέον, το μέτρο έπρεπε να κοινοποιηθεί αμελλητί στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι ενημερώθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1997 από την Ιταλία για τη θέσπιση του μέτρου. Η Ιταλία, όπως προκύπτει από το 24 Ιουλίου 1997 έγγραφό της, το οποίο υπέβαλε στην Επιτροπή ως παράρτημα στις προτάσεις της, κοινοποίησε το μέτρο και στα οικεία κράτη μέλη. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επιβεβαίωσε ότι το μέτρο της κοινοποιήθηκε. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τηρήθηκαν οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425.
68. Επιπλέον, το μέτρο θα ήταν νόμιμο μόνον αν τη θέσπισή του δικαιολογούσαν σοβαροί λόγοι σχετικοί με την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων. Η διατύπωση αυτή είναι βεβαίως περισσότερο περιοριστική από τη διατύπωση του άρθρου 30 ΕΚ. Η διάταξη αυτή απαιτεί απλώς να θεσπίζεται ο κανόνας για την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων. Η εν λόγω διαφορά στη διατύπωση στηρίζεται προφανώς στο γεγονός ότι το άρθρο 10 αποτελεί συγκεκριμένη έκφραση του άρθρου 30 ΕΚ στο πλαίσιο της οδηγίας 90/425. Οι οδηγίες 90/425 και 91/68 ρυθμίζουν, κατ' αρχήν, τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο αιγοπροβάτων. Περαιτέρω μέτρα προστασίας, τα οποία περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που αφορούν αιγοπρόβατα, καθιστούν αναγκαία, κατά συνέπεια, μια δικαιολογία η οποία βαίνει πέραν της γενικής ρυθμίσεως του άρθρου 30 ΕΚ, υπό τη μορφή σοβαρών λόγων σχετικών με την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων.
69. Είναι αμφίβολο αν το ιταλικό μέτρο ήταν δικαιολογημένο από την ύπαρξη σοβαρών λόγων σχετικών με την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές της σκέψεις, την απόφαση δικαιολόγησαν ο αυξανόμενος αριθμός κρουσμάτων ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, καθώς και το πρόγραμμα καταπολεμήσεως της ΣΕΒ στη Γαλλία.
70. Βεβαίως, βάσει του σημερινού επιπέδου γνώσεων πρέπει να θεωρηθεί ότι η τρομώδης νόσος δεν μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο. Πράγματι, αν η μετάδοση ήταν δυνατή, θα είχε εμφανιστεί πρό πολλού λόγω του μακρού χρόνου από τον οποίο υφίσταται η τρομώδης νόσος . Η δήλωση όμως της SEAC, της 20ής Μαρτίου 1996, κατά την οποία δεν μπορεί να αποκλειστεί το ότι η ΣΕΒ μεταδίδεται και στον άνθρωπο, και η δήλωση της SEAC της 10ης Ιουλίου 1996, κατά την οποία δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί το ότι η ΣΕΒ μπορεί να μεταδοθεί και στα αιγοπρόβατα, δικαιολογούν την υπόθεση ότι και από την τρομώδη νόσο μπορεί να προκύψει κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου και, κατά συνέπεια, η θέσπιση προληπτικών μέτρων είναι δικαιολογημένη . Επομένως, η θέσπιση μέτρων, στο τέλος του 1996/αρχές του 1997, μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη από σοβαρούς λόγους που αφορούν την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων από τους κινδύνους που απορρέουν από την τρομώδη νόσο.
71. Τέλος, το ιταλικό μέτρο θα ήταν νόμιμο μόνον αν τηρούσε τις γενικές αρχές του δικαίου, δηλαδή ιδίως την αρχή της αναλογικότητας. Η απαίτηση πιστοποιητικού από το οποίο προκύπτειι ότι τα ζώα προέρχονται από εκμετάλλευση στην οποία κανένα κρούσμα ΜΣΕ δεν έχει καταγραφεί τα τελευταία έξι χρόνια είναι κατάλληλο για να προστατεύσει την υγεία των ανθρώπων από τους κινδύνους που απορρέουν από την τρομώδη νόσο. Είναι αμφίβολο αν η απαίτηση αυτή βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου.
72. Στο πλαίσιο αυτό επιβάλλεται, κατ' αρχάς, η διαπίστωση ότι το μέτρο αφορούσε μόνο ζώα από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Σύμφωνα με τον κατάλογο που δημοσίευσε η Επιτροπή και αφορά τη νομοθεσία που θεσπίστηκε σε σχέση με την ΣΕΒ , εκδόθηκαν για τα εν λόγω τέσσερα κράτη μέλη - και μάλιστα μέχρι τώρα μόνον γι' αυτά - αποφάσεις της Επιτροπής σχετικές με την έγκριση μέτρων για την εξάλειψη της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών . Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στα εν λόγω τέσσερα κράτη μέλη εμφανίστηκε συχνότατα η ΣΕΒ. Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι το ιταλικό μέτρο αφορούσε μόνον τα αιγοπρόβατα που προέρχονταν από τα κράτη μέλη που επλήγησαν περισσότερο από τη ΣΕΒ.
73. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το μέτρο δεν επέβαλε πλήρη απαγόρευση εισαγωγής, αλλά απαιτούσε μόνον την προσκόμιση δηλώσεως ΜΣΕ. Ο φάκελος της υποθέσεως δεν περιέχει καμία ένδειξη ότι ήταν αδύνατον κατά τον χρόνο των επίδικων περιστατικών να προσκομιστεί η δήλωση αυτή. Αντιθέτως, η ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, ιδίως το πιστοποιητικό του κτηνιάτρου από τον Lennox της 14ης Ιουλίου 1997 και η τηλεομοιοτυπία της ίδιας ημέρας από τον Lennox στην ILCO , επιβεβαιώνει ότι κατέστη δυνατόν να προσκομιστεί η δήλωση αυτή εκ μέρους κτηνιάτρου στον οποίο απευθύνθηκε ο Lennox. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το πιστοποιητικό των βρετανικών αρχών της 5ης Ιουλίου 1997, το οποίο η ILCO περιέλαβε στον φάκελο . Στο σημείο 7, στοιχείο c, του εγγράφου αυτού, διατυπώνεται όσον αφορά το πρόβειο κρέας ακριβώς η δήλωση η οποία, κατά την ιταλική νομοθεσία, ήταν αναγκαία για τα ζώντα πρόβατα. Επομένως, και ως προς το σημείο αυτό το μέτρο δεν ήταν δυσανάλογο και δεν καθιστούσε ειδικότερα την εισαγωγή αιγοπροβάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο αδύνατη.
74. Όσον αφορά το χρονικό διάστημα των έξι ετών κατά το οποίο δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί κρούσμα ΜΣΕ, σημειώνεται ότι, κατά το άρθρο 6, στοιχείο β_, i, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας 91/68, πρέπει να πιστοποιείται για το εμπόριο αιγοπροβάτων εκτροφής και αναπαραγωγής ότι κατά τα δύο τουλάχιστον τελευταία έτη δεν διαπιστώθηκε κανένα κρούσμα τρομώδους νόσου στην εκμετάλλευση από την οποία προέρχονται τα ζώα. Το ιταλικό μέτρο υπερέβαινε σαφώς την απαίτηση αυτή, εφόσον θέσπιζε διάστημα έξι ετών. Εντούτοις, το διάστημα αυτό δεν εκφεύγει του σχετικού πλαισίου. Στη βασική απόφαση 94/474/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1994, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και για την ακύρωση των αποφάσεων 89/469/ΕΟΚ και 90/200/ΕΟΚ , αναφέρεται στην ένατη αιτιολογική σκέψη ότι η επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή έχει συστήσει όπως το βόειο κρέας με κόκαλα από το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να διατίθεται σε εμπορία μόνον αν προέρχεται από αγέλες που δεν είχαν κρούσματα ΣΕΒ κατά τα προηγούμενα έξι έτη. Βάσει αυτού, το άρθρο 4 της αποφάσεως 94/474 ορίζει ότι το υγειονομικό πιστοποιητικό πρέπει να περιέχει την εξής φράση: «Νωπό βόειο κρέας που προέρχεται από βοοειδή τα οποία παρέμειναν αποκλειστικά σε μονάδες στις οποίες δεν επιβεβαιώθηκε κρούσμα ΣΕΒ κατά τα προηγούμενα έξι έτη». Βάσει του παραλληλισμού αυτού μεταξύ της εξεταζομένης εν προκειμένω ιταλικής ρυθμίσεως και της αποφάσεως 94/474 και ενόψει της μεγάλης αβεβαιότητας όσον αφορά τη δυνατότητα μεταδόσεως της ΣΕΒ στα αιγοπρόβατα και τους ανθρώπους, καθώς και της δυσκολίας διακρίσεως της ΣΕΒ από την τρομώδη νόσο, η επιβολή εξαετούς διαστήματος αποκλεισμού από τον Ιταλό νομοθέτη δεν φαίνεται δυσανάλογη.
75. Ο περιορισμός του μέτρου μόνο στο υλικό κινδύνου, όπως προτάθηκε από τον Lennox κατά την προφορική διαδικασία, δεν φαίνεται να αποτελεί λιγότερο ριζική εναλλακτική λύση σε σχέση με την επίδικη ιταλική ρύθμιση. Πράγματι, δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματική όσο μια ρύθμιση σχετική με τα αιγοπρόβατα στο σύνολό τους. Λαμβανομένης όμως υπόψη της μεγάλης αβεβαιότητας όσον αφορά τη δυνατότητα μεταδόσεως της ΣΕΒ το 1996/1997, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολικό μέτρο το γεγονός ότι ο Ιταλός νομοθέτης αποφάσισε, ενόψει του σημαντικού δυνητικού κινδύνου, να επεκτείνει τη ρύθμιση στην εισαγωγή αιγοπροβάτων στο σύνολό τους.
76. Το αποτέλεσμα αυτό αντιστοιχεί στη βασική διαπίστωση του κοινοτικού δικαίου ότι στον τομέα της προστασίας της υγείας των ανθρώπων πρέπει να θεωρείται πάντοτε ως δεδομένο ένα υψηλό επίπεδο προστασίας. Τούτο εκφράζεται στο άρθρο 152, παράγραφος 1, ΕΚ. Περαιτέρω, το κοινοτικό δίκαιο στηρίζεται στην αρχή της προλήψεως, η οποία εκφράζεται στα άρθρα 6 και 174 ΕΚ.
77. Επομένως, επιβάλλεται, σε τελική ανάλυση, η διαπίστωση ότι το ιταλικό μέτρο συνιστούσε βεβαίως περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πλην όμως ήταν δικαιολογημένο από σοβαρούς λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων. Το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει, ενδεχομένως, να εξετάσει τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την άρνηση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου να χορηγήσει τα υγειονομικά πιστοποιητικά που ζήτησε ο Lennox με την αντίστοιχη δήλωση ΜΣΕ.
78. Επομένως, στο πρώτο σκέλος του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 28 έως 30, 152, 6 και 174 ΕΚ, καθώς και οι οδηγίες 90/425 και 91/68 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία τον Ιούλιο του 1997 απαιτούσε να περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από την οδηγία 91/68 υγειονομικά πιστοποιητικά η πρόσθετη δήλωση από την οποία προκύπτει ότι τα ζώα προέρχονται από εκμετάλλευση απαλλαγμένη από ΜΣΕ κατά τα τελευταία έξι έτη.
2. Δυνατότητα εφαρμογής δικαίου άλλου κράτους μέλους αντιθέτου προς το κοινοτικό δίκαιο
79. Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος τίθεται μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η απαίτηση δηλώσεως ΜΣΕ δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο. Δεδομένου ότι οι ιταλικές διατάξεις είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο, παρέλκει, κατά κυριολεξία, η εξέταση του ερωτήματος αυτού. Κατά συνέπεια, θα εκθέσω στη συνέχεια επικουρικώς μόνον την άποψή μου επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την ανωτέρω υποδειχθείσα λύση.
80. Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν τα δικαστήρια κράτους μέλους μπορούν να μην εφαρμόσουν, στο πλαίσιο της εξετάσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του αστικού δικαίου, αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο διάταξη που απορρέει από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους.
α) Τα επιχειρήματα των διαδίκων
81. Ο Lennox και η ILCO υποστηρίζουν την άποψη ότι ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να μην εφαρμόσει το δίκαιο άλλου κράτους μέλους, στο μέτρο που αυτό είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο. Οι διάδικοι της κύριας δίκης στηρίζουν την άποψή τους στις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των υποθέσεων Vereniging Schlachtpluimvee-Export και Unilever .
β) Εκτίμηση
82. Κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής οφείλει να μην εφαμόζει τους κανόνες της δικής του έννομης τάξεως οι οποίοι είναι ασυμβίβαστοι προς το κοινοτικό δίκαιο. Εντούτοις, η μέχρι τούδε νομολογία αφορούσε προφανώς πάντοτε τη σύγκρουση μεταξύ κοινοτικού δικαίου και του δικαίου του δικαστηρίου το οποίο είχε επιληφθεί της κύριας διαφοράς. Η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται στο μέτρο που πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ κοινοτικού δικαίου και του δικαίου κράτους μέλους διαφόρου αυτού εντός του οποίου εκδικάζεται η διαφορά. Κατά συνέπεια, ανακύπτει το ερώτημα αν η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου ισχύει και στην περίπτωση εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου, με συνέπεια το αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο αλλοδαπό δίκαιο να πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστο.
83. Η εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου και οι δυσχέρειες κατανοήσεως και ερμηνείας των κανόνων του αλλοδαπού δικαίου που συνδέονται συνήθως με την εφαρμογή αυτή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συνεπάγονται εμπόδιο στην υλοποίηση της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου. Η εξέταση των αλλοδαπών κανόνων δικαίου χαρακτηρίζει τις υποθέσεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έχει απλώς ως συνέπεια ότι ο δικαστής του κράτους στο οποίο εκδικάζεται η διαφορά εφαρμόζει τις διατάξεις του δικαίου άλλου κράτους μέλους. Στη διαφορά της κύριας δίκης ο Άγγλος δικαστής εφαρμόζει ιταλικό δίκαιο. Από την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση Granital δεν αμφισβητείται ότι όλα τα ιταλικά δικαστήρια και όχι μόνον το Corte costituzionale είναι υποχρεωμένα να μην εφαρμόζουν το ιταλικό δίκαιο στο μέτρο που αυτό δεν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο. Δεν υπάρχει κανείς προφανής λόγος για τον οποίο ο Άγγλος δικαστής δεν πρέπει να ενεργεί κατά τον ίδιο τρόπο όταν εφαρμόζει ιταλικό δίκαιο.
84. Το αποτέλεσμα αυτό που συνάγεται από την αποστολή του δικαστή ενισχύεται από τη σκέψη ότι με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται όσο το δυνατόν καλύτερα η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου. Τόσο στην αγγλική όσο και στην ιταλική έννομη τάξη ισχύει η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου. Οι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικές νομικές πράξεις δεν έχουν εφαρμογή. Το γεγονός ότι το δίκαιο εφαρμόζεται από δικαστή άλλου κράτους μέλους δεν σημαίνει ότι το δίκαιο αυτό δεν δεσμεύεται από το κοινοτικό δίκαιο.
85. Περαιτέρω, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο Άγγλος δικαστής υποχρεούται, δυνάμει της δικής του έννομης τάξεως, να μην εκδίδει αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο νομικές πράξεις. Αν δεν μπορούσε να αφήσει ανεφάρμοστο ιταλικό νομικό κανόνα αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο, η απόφασή του θα παραβίαζε το κοινοτικό δίκαιο και θα προκαλούσε παραβίαση της Συνθήκης εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου.
86. Αναφέρω συμπληρωματικά μόνον ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν δικαιολογεί «ιδιαίτερη επαγρύπνηση» του Δικαστηρίου υπό την έννοια της νομολογίας Foglia . Δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα έπρεπε να επιδείξει αυτοσυγκράτηση κατά την αξιολόγηση εθνικών διατάξεων κράτους μέλους διάφορου εκείνου στο οποίο ανήκει το αιτούν δικαστήριο, πρόβλημα το οποίο ανακύπτει στην εκκρεμή υπόθεση Der Weduwe .
87. Βάσει των σκέψεων αυτών, στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται διαφοράς αστικού δικαίου μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα, σχετικής με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους όσον αφορά την εισαγωγή αιγοπροβάτων, μπορεί να αφήσει ανεφάρμοστη διάταξη του εθνικού δικαίου του κράτους προορισμού, κατά την οποία το συνοδεύον υγειονομικό πιστοποιητικό πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση ΜΣΕ, στο μέτρο που η διάταξη αυτή δεν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο, πράγμα όμως που δεν απαιτείται στην υπό κρίση υπόθεση.
VI - Πρόταση
88. Βάσει των προηγουμένων αναλύσεων παρέλκει η απάντηση στα επικουρικώς τεθέντα ερωτήματα 1β και 2β. Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθούν στα λοιπά ερωτήματα του High Court of Justice, Queen's Bench Division (Commercial Court), οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) H προβλεπόμενη στο άρθρο 9 της οδηγίας 91/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με το καθεστώς υγειονομικού ελέγχου που διέπει το ενδοκοινοτικό εμπόριο αιγοπροβάτων, απαίτηση, όταν μια παρτίδα προβάτων εξάγεται από ένα κράτος μέλος σε άλλο και τα πρόβατα προορίζονται για σφαγή κατά την άφιξή τους, πληρούται, αν το συνοδεύον υγειονομικό πιστοποιητικό δεν έχει εκδοθεί κατά το υπόδειγμα Ι, σύμφωνα με το παράρτημα Ε της οδηγίας, αλλά πρόκειται για πιστοποιητικό κατά το υπόδειγμα ΙΙ.
2) Στην περίπτωση κατά την οποία μια παρτίδα προβάτων που προορίζονται για σφαγή κατά την άφιξή τους εξάγεται από ένα κράτος μέλος σε άλλο και το συνοδεύον αυτά υγειονομικό πιστοποιητικό έχει εκδοθεί κατά το υπόδειγμα ΙΙ, το εθνικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι η εισαγωγή είναι παράνομη για τον λόγο ότι το πιστοποιητικό δεν έχει εκδοθεί κατά το υπόδειγμα Ι, δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
3) Tα άρθρα 28 έως 30, 152, 6 και 174 ΕΚ, καθώς και οι οδηγίες 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, και 91/68, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία τον Ιούλιο του 1997 απαιτούσε να περιλαμβάνουν τα προβλεπόμενα από την οδηγία 91/68 υγειονομικά πιστοποιητικά την πρόσθετη δήλωση από την οποία να προκύπτει ότι τα ζώα προέρχονται από εκμετάλλευση μη θιγείσα από ΜΣΕ κατά τα τελευταία έξι έτη.»
Full & Egal Universal Law Academy