ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 26ης Ιουνίου 2003(1)
Υπόθεση C-222/01
British American Tobacco Manufacturing BV
κατά
Hauptzollamt Krefeld
[αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση – Γένεση της τελωνειακής οφειλής – Λόγοι που δικαιολογούν την επιστροφή – Ευθύνη του κύριου υπόχρεου
1. Με διάταξη της 24ης Απριλίου 2001, το Bundesfinazhof (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπει την εξωτερική διαμετακόμιση. Τα ερωτήματα αυτά αφορούν ειδικότερα τη γένεση τελωνειακής οφειλής κατόπιν διαφυγής εμπορευμάτων από την κοινοτική επιτήρηση και την επιστροφή των εισαγωγικών δασμών στις περιπτώσεις αυτές.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2. Όσον αφορά την κοινοτική νομοθεσία, πρέπει να υπενθυμίσω, εν όψει των προτάσεών μου, ορισμένες διατάξεις σχετικά με την κοινοτική διαμετακόμιση, τη γένεση της τελωνειακής οφειλής, τους υπόχρεους προς καταβολή και την επιστροφή των εισαγωγικών δασμών σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
3. Όσον αφορά την κοινοτική διαμετακόμιση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (2) , ο οποίος είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των περιστατικών της υποθέσεως (3) . Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι, «για να κυκλοφορήσουν εμπορεύματα σύμφωνα με τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, πρέπει να αποτελέσουν, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, αντικείμενο δηλώσεως τύπου Τ 1. […] Η δήλωση Τ 1 υπογράφεται από το πρόσωπο που ζητεί την πραγματοποίηση πράξεως εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως ή από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του και κατατίθεται στο τελωνείο αναχωρήσεως σε τρία τουλάχιστον αντίτυπα» (4) .
4. Εν προκειμένω πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, κατά το άρθρο 18 του ανωτέρω κανονισμού, «κατά γενικό κανόνα, η ταυτότης των εμπορευμάτων εξασφαλίζεται διά σφραγίσεως. […] Το τελωνείο αναχωρήσεως δύναται να μην απαιτήσει τη σφράγιση όταν, λαμβανομένων υπόψη άλλων τυχόν μέτρων για τη διαπίστωση της ταυτότητος, η περιγραφή των εμπορευμάτων στη δήλωση Τ 1 ή στα συμπληρωματικά παραστατικά επιτρέπει τον καθορισμό της ταυτότητός τους» (5) .
5. Στη συνέχεια, το άρθρο 19 ορίζει ότι «η μεταφορά εμπορευμάτων πραγματοποιείται βάσει των αντιτύπων του παραστατικού Τ 1 που παραδίδονται στον κυρίως υπόχρεο ή στον αντιπρόσωπό του από το τελωνείο αναχωρήσεως» (6) . Κατά το άρθρο 20, «τα αντίτυπα του παραστατικού Τ 1 επιδεικνύονται σε κάθε κράτος μέλος σε κάθε ζήτηση της τελωνειακής υπηρεσίας, η οποία δύναται να εξακριβώνει το αλύμαντο των σφραγίδων. Έλεγχος των εμπορευμάτων διεξάγεται μόνο σε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια παρατυπιών, που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε κατάχρηση».
6. Καθόσον αφορά τη γένεση της τελωνειακής οφειλής, πρέπει να αναφερθεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2144/87 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, σχετικά με την τελωνειακή οφειλή (7) .
7. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του ανωτέρω κανονισμού, ως «τελωνειακή οφειλή» νοείται «η υποχρέωση προσώπου προς πληρωμή του ποσού των εισαγωγικών (τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή) ή εξαγωγικών (τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή) δασμών που επιβάλλονται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, στα εμπορεύματα τα οποία υπόκεινται σε τέτοιους δασμούς». Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, διευκρινίζει ότι τελωνειακή οφειλή γεννάται, μεταξύ άλλων, «όταν εμπορεύματα υποκείμενα σε εισαγωγικούς δασμούς διαφεύγουν από την τελωνειακή παρακολούθηση την οποία επιβάλλει η προσωρινή εναπόθεση του εμπορεύματος αυτού ή η υπαγωγή του σε τελωνειακό καθεστώς το οποίο συνεπάγεται τελωνειακή παρακολούθηση».
8. Όσον αφορά τους υπόχρεους προς καταβολή, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1031/88 του Συμβουλίου, της 18ης Απριλίου 1988, για τον καθορισμό των προσώπων που υποχρεούνται στην καταβολή τελωνειακής οφειλής (8) . Για την προκείμενη υπόθεση, ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 4, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2144/87, υπόχρεος να καταβάλει αυτή την οφειλή είναι ο υπεύθυνος για τη διαφυγή του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση. Αλληλέγγυα υποχρέωση καταβολής της τελωνειακής οφειλής, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη, υπέχουν επίσης:
α) τα πρόσωπα τα οποία συνήργησαν στη διαφυγή του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση, καθώς και εκείνα τα οποία απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα,
β) όλα τα άλλα πρόσωπα τα οποία είναι δυνατό να θεωρηθούν υπεύθυνα για τη διαφυγή αυτή.
2. Αλληλέγγυα υποχρέωση καταβολής της τελωνειακής οφειλής υπέχει, επίσης, ο υπεύθυνος για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν, για ένα εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικό δασμό, από την παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή από τη χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί.»
9. Όσον αφορά τέλος την επιστροφή των εισαγωγικών δασμών σε εξαιρετικές περιπτώσεις, υπενθυμίζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (9) , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 (10) . Ειδικότερα, το άρθρο 13 προβλέπει ότι «η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα μέρη Α έως Δ [ (11) ], οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου».
Η εθνική νομοθεσία
10. Όσον αφορά την εθνική νομοθεσία, πρέπει να υπενθυμιστεί το άρθρο 10, παράγραφος 1, του Tabaksteuergesetz 1980 (γερμανικού νόμου περί φόρου καπνού (12) , στο εξής: TabStG), το οποίο προβλέπει τα εξής: «Στα βιομηχανοποιημένα καπνά ή στα τσιγαρόχαρτα που εισάγονται στη γερμανική επικράτεια εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις περί δασμών, όσον αφορά τη γένεση της οφειλής και το κρίσιμο χρονικό σημείο για τον υπολογισμό της, τον προσδιορισμό του υποχρέου, την προσωπική ευθύνη, το πρόστιμο σε περίπτωση μη τηρήσεως των φορολογικών διατάξεων, τη φορολογική μέθοδο και, αν ο φόρος δεν καταβάλλεται με χρήση φορολογικών ταινιών, το απαιτητό, την παράταση της προθεσμίας καταβολής, τη διαγραφή του χρέους και την επιστροφή του φόρου. Τούτο ισχύει και στην περίπτωση που δεν εισπράττεται δασμός.»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
11. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, τον Ιούνιο του 1992 ένας υπήκοος χώρας της Ανατολικής Ευρώπης ήλθε σε επαφή (μέσω αντιπροσώπου) με έναν υπάλληλο της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης που ενεργούσε μυστική έρευνα και του πρότεινε να αγοράσει ένα εμπορευματοκιβώτιο με τσιγάρα μάρκας Golden American, χωρίς φορολογική ταινία, τα οποία προορίζονταν για εξαγωγή στην Πολωνία. Συναφώς συμφωνήθηκε ότι η καταβολή του τιμήματος και η παράδοση των τσιγάρων θα πραγματοποιούνταν στις 16 Ιουλίου 1992 στους χώρους συγκεκριμένης μεταφορικής εταιρίας στο Nettetal-Kaldenkirchen (Γερμανία).
12. Στις 9 Ιουλίου 1992 η εταιρία Rothmans Manufacturing, την οποία διαδέχθηκε η British American Tobacco Manufacturing (στο εξής: BAT) έθεσε στο ολλανδικό τελωνείο του Zevenaar, κατ’ εντολή μιας ελβετικής εταιρίας του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων, ένα φορτίο 11 000 000 τσιγάρων Golden American υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την προσκόμιση των εμπορευμάτων ορίστηκε η 16η Ιουλίου 1992. Στο παραστατικό διαμετακομίσεως αναγραφόταν ως παραλήπτης μια εταιρία στην Αγία Πετρούπολη, το στοιχείο αυτό όμως δεν συμφωνούσε με τις αντίστοιχες εγγραφές στο δελτίο παραδόσεως των εμπορευμάτων ή στο τιμολόγιο. Το παραστατικό μεταφοράς δεν περιείχε κανένα στοιχείο για την εθνικότητα και την ταυτότητα του μεταφορικού μέσου.
13. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε ο οδηγός του φορτηγού στο οποίο φορτώθηκαν τα τσιγάρα, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς αφαιρέθηκαν και στη συνέχεια επιστράφηκαν τρεις φορές από Ανατολικοευρωπαίους τα τελωνειακά έγγραφα και τα έγγραφα μεταφοράς· εντούτοις, ο οδηγός αυτός δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει κατά πόσον τα έγγραφα αυτά είχαν αντικατασταθεί ή υποστεί μεταβολές.
14. Όπως είχε συμφωνηθεί με τον ενεργούντα την έρευνα τελωνειακό, το φορτηγό οδηγήθηκε στις 16 Ιουλίου 1992 στο προαύλιο της μεταφορικής εταιρίας, όπου ανοίχθηκε από τον οδηγό με λοστό και εκφορτώθηκε μερικώς. Την εκφόρτωση παρακολούθησαν διάφοροι υπάλληλοι της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης, χωρίς και αυτοί να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους.
15. Από δειγματοληπτική εξέταση του εμπορεύματος που βρισκόταν στο φορτηγό προέκυψε ότι όλα τα χαρτοκιβώτια περιείχαν τσιγάρα χωρίς τη φορολογική ταινία. Με βάση τα στοιχεία αυτά, πραγματοποιήθηκε η σύλληψη του οδηγού και του συνοδηγού. Στις τσέπες του παντελονιού του οδηγού βρέθηκε μια σπασμένη μολύβδινη σφραγίδα των ολλανδικών τελωνείων. Κατόπιν αυτού, κατασχέθηκαν το φορτηγό και το φορτίο και ακολούθησε η καταστροφή των τσιγάρων.
16. Το Hauptzollamt Krefeld (Κεντρικό Τελωνείο του Krefeld, στο εξής: Hauptzollamt), κρίνοντας ότι υπεύθυνη για τη διαφυγή του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση ήταν η BAT, εξέδωσε στις 7 Αυγούστου 1992 καταλογιστική πράξη, με την οποία απαίτησε από την εταιρία αυτή την καταβολή έμμεσων φόρων καταναλώσεως καπνού, ύψους 1 436 776 γερμανικών μάρκων (DEM). Με αίτηση της 24ης Νοεμβρίου 1992 η BAT ζήτησε από το Hauptzollamt να διαγράψει το φορολογικό αυτό χρέος, ισχυριζόμενη κυρίως ότι επρόκειτο για «ειδική περίπτωση», υπό την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
17. Το Hauptzollamt απέρριψε την αίτηση αυτή με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1993, η οποία μεταρρυθμίστηκε στις 4 Μαΐου 1993. Κατόπιν αυτού η BAT άσκησε ενώπιον του Finanzgericht Düsseldorf ένδικη προσφυγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το Hauptzollamt να της επιστρέψει τους φόρους που είχε ήδη καταβάλει. Κατόπιν της απορρίψεως και αυτής της προσφυγής, η ΒΑΤ άσκησε ενώπιον του Bundesfinanzhof αναίρεση, ισχυριζόμενη ότι συντρέχει παράβαση του κανονισμού 1430/79.
18. Το Bundesfinanzhof έκρινε ότι για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του είναι αναγκαία η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και συνεπώς υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξη της 24ης Απριλίου 2001, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Διαφεύγει το εμπόρευμα που τελεί υπό το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως από την τελωνειακή επιτήρηση επειδή το παραστατικό Τ 1 απομακρύνθηκε προσωρινά από το φορτίο;
2) Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο απαντήσει αρνητικά στο πρώτο ερώτημα:
Διέφυγε το εμπόρευμα που τελεί υπό το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως από την τελωνειακή επιτήρηση επειδή η τελωνειακή σφραγίδα που είχε τεθεί για τη διασφάλιση της ταυτότητάς του ανοίχθηκε και ένα μέρος του εμπορεύματος εκφορτώθηκε, χωρίς το φορτίο να έχει προηγουμένως προσκομισθεί κανονικά εκ νέου στο τελωνείο, παρότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν κατόπιν συμφωνίας με υπαλλήλους της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης, οι οποίοι δρούσαν χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους και παρακολούθησαν τις πράξεις αυτές σε όλες τις λεπτομέρειές τους;
3) Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο πρώτο ή στο δεύτερο ερώτημα:
Συντρέχουν ιδιαίτερες καταστάσεις ή περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, αν τις παραβάσεις της ρυθμίσεως περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως προκάλεσε υπάλληλος της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης που διενεργούσε μυστική έρευνα; Αποκλείει ο δόλος ή η προφανής αμέλεια των προσώπων τα οποία χρησιμοποιεί ο κυρίως υπόχρεος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της κοινοτικής διαμετακομίσεως τη δυνατότητα να του επιστραφούν οι δασμοί ή φόροι που επιβλήθηκαν λόγω της διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση των εμπορευμάτων που είχαν τεθεί υπό το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως;»
19. Στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η BAT και η Επιτροπή, οι οποίες αγόρευσαν στη συνέχεια κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Φεβρουαρίου 2003.
Νομική ανάλυση
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
20. Πριν προχωρήσω στην ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, όπως τόνισε η Επιτροπή, το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης είναι η καταβολή έμμεσων φόρων καταναλώσεως που προβλέπονται από την εθνική και όχι από την κοινοτική νομοθεσία. Επομένως, θα μπορούσαν να εκφραστούν αμφιβολίες για το αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας που αφορά τη γένεση της τελωνειακής οφειλής, τον υπόχρεο προς καταβολή και την επιστροφή των εισαγωγικών δασμών.
21. Εντούτοις, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, η κοινοτική αυτή νομοθεσία έχει εφαρμογή εν προκειμένω λόγω του ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, του TabStG παραπέμπει σ’ αυτή. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, «ούτε από το γράμμα του άρθρου 177 ούτε από το αντικείμενο της διαδικασίας που αυτό προβλέπει προκύπτει ότι οι συντάκτες της Συνθήκης θέλησαν να αποκλείσουν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που αναφέρονται σε κοινοτική διάταξη, ειδικότερα δε στην περίπτωση όπου το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους παραπέμπει στη διάταξη αυτή προκειμένου να προσδιορίσει τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται σε καθαρά εσωτερική του κατάσταση. Αντιστρόφως, η κοινοτική έννομη τάξη έχει πρόδηλο συμφέρον, προκειμένου να αποφεύγονται ενδεχόμενες αποκλίσεις ως προツ την ερμηνεία, να ερμηνεύεται κατά τρόπο ενιαίο κάθε διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες εφαρμόζεται» (13) .
22. Η νομολογία αυτή, παρά την κριτική που θα μπορούσε να υποστεί από πολλές απόψεις (14) , έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα, και μάλιστα πρόσφατα, από το Δικαστήριο (15) . Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η συναγωγή του συμπεράσματος ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesfinanzhof.
Επί του πρώτου ερωτήματος
23. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η προσωρινή απομάκρυνση του παραστατικού Τ 1 από το εμπόρευμα που έχει τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως συνιστά «διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση», υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2144/87.
24. Η ΒΑΤ προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, ισχυριζόμενη ότι η προσωρινή απομάκρυνση του παραστατικού Τ 1 δεν εμποδίζει τις τελωνειακές αρχές να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα επιτηρήσεως. Κατά την άποψή της, η απομάκρυνση αυτή όχι μόνο δεν συνιστά παράνομη μεταχείριση των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, αλλά δεν εμποδίζει ούτε την προσκόμισή τους στο τελωνείο προορισμού και την εξέτασή τους από το τελωνείο αυτό.
25. Η Επιτροπή υποστηρίζει όμως την αντίθετη άποψη, καθόσον φρονεί ότι ο τελωνειακός έλεγχος είναι αποτελεσματικός μόνο αν οι αρμόδιοι υπάλληλοι μπορούν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της διαμετακομίσεως να ελέγχουν ταυτόχρονα τις σφραγίδες και τα παραστατικά διαμετακομίσεως και μεταφοράς. Συναφώς η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για «διαφυγή των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση», αν κατά την προσωρινή απομάκρυνση του παραστατικού Τ 1 δεν πραγματοποιήθηκε κανείς έλεγχος. Κατά την Επιτροπή δηλαδή, η τελωνειακή οφειλή γεννάται απλώς και μόνο επειδή τα εμπορεύματα θα διέφευγαν οποιονδήποτε πιθανό έλεγχο, ανεξάρτητα από το αν διενεργήθηκαν πράγματι τέτοιοι έλεγχοι.
26. Θα ήθελα καταρχάς να παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο, με την πρόσφατη απόφαση Liberexim, κατέστησε σαφές, παραπέμποντας σε προηγούμενη απόφασή του που αφορούσε τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα, ότι η έννοια της «διαφυγής από την τελωνειακή παρακολούθηση» του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2144/87 «περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίσει, έστω προσωρινώς, την πρόσβαση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής προς το ευρισκόμενο υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπόρευμα και την εκ μέρους της πραγματοποίηση των ελέγχων που προβλέπει η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία» (16) . Από την ίδια απόφαση προκύπτει επίσης ότι «η απομάκρυνση εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση δεν απαιτεί την ύπαρξη προθέσεως, αλλά προϋποθέτει απλώς τη συνδρομή αντικειμενικών όρων» (17) .
27. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δέχτηκε ειδικότερα ότι οι παρατυπίες που είχαν διαπραχθεί και οι οποίες συνίσταντο «σε ρήξη των σφραγίδων, σε εκφόρτωση των εμπορευμάτων και σε διάθεση αυτών στην αγορά αποτελούσαν απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση και, κατά συνέπεια, συνεπάγονταν την έξοδο από το καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως». Αντίθετα, «το γεγονός ότι […] το αρχικό ρυμουλκό όχημα αντικαταστάθηκε με νέο ρυμουλκό όχημα, χωρίς ρήξη των τυχόν σφραγίδων και χωρίς εκφόρτωση ή μεταφόρτωση των εμπορευμάτων, δεν θα παρεμπόδιζε την αρμόδια τελωνειακή αρχή να ασκήσει, ενδεχομένως, το ελεγκτικό της έργο» (18) .
28. Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, φρονώ, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ότι η προσωρινή απομάκρυνση του παραστατικού Τ 1 από το εμπόρευμα που έχει τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως συνιστά «διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση», εφόσον το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να προσκομιστεί ταχέως, αν οι αρμόδιες αρχές διενεργήσουν έλεγχο.
29. Συμφωνώ δηλαδή με την Επιτροπή ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της εξωτερικής διαμετακομίσεως πρέπει να είναι δυνατός, σε περίπτωση τελωνειακού ελέγχου, ο ταυτόχρονος έλεγχος των σφραγίδων (και ενδεχομένως των εμπορευμάτων) και των παραστατικών διαμετακομίσεως, ώστε να εξακριβώνεται ότι το μεταφερόμενο εμπόρευμα συμπίπτει με το εμπόρευμα που διασαφήθηκε στο τελωνείο και τέθηκε υπό το καθεστώς της διαμετακομίσεως. Υπέρ του συμπεράσματος αυτού νομίζω ότι συνηγορεί σαφώς το άρθρο 20 του κανονισμού 222/77, κατά το οποίο «τα αντίτυπα του παραστατικού Τ 1 επιδεικνύονται σε κάθε κράτος μέλος σε κάθε ζήτηση της τελωνειακής υπηρεσίας, η οποία δύναται να εξακριβώνει το αλύμαντο των σφραγίδων. Έλεγχος των εμπορευμάτων διεξάγεται μόνο σε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια παρατυπιών, που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε κατάχρηση».
30. Φρονώ επίσης ότι, για να υπάρχει «διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση», αρκεί να έχει καταστεί υπαιτίως αντικειμενικά αδύνατη η υποβολή του εμπορεύματος στους πιθανούς τελωνειακούς ελέγχους, ανεξάρτητα από το αν οι αρμόδιες αρχές διεξήγαγαν πράγματι τέτοιους ελέγχους. Δεν βλέπω όντως να υπάρχει κανείς λόγος να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2144/87 υπέρ όσων παραβιάζουν τις κοινοτικές διατάξεις που διέπουν την εξωτερική διαμετακόμιση.
31. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η προσωρινή απομάκρυνση του παραστατικού Τ 1 από το εμπόρευμα που έχει τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως συνιστά «διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση», υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2144/87, εφόσον το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να προσκομιστεί ταχέως, αν οι αρμόδιες αρχές διενεργήσουν έλεγχο.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
32. Όπως αναφέρθηκε ήδη, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα μόνο για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο. Κατόπιν του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξα σε σχέση με το πρώτο ερώτημα, θα αναλύσω σύντομα το δεύτερο, επᄍκουρικά και μόνο, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με όσα εξέθεσα ανωτέρω.
33. Με το εν λόγω ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, υπό το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως, η ρήξη των σφραγίδων και η μερική εκφόρτωση του εμπορεύματος έχουν ως αποτέλεσμα τη «διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση», υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2144/87, παρότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν κατόπιν συμφωνίας με υπαλλήλους της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης, οι οποίοι δρούσαν χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους και παρακολούθησαν τις πράξεις αυτές σε όλες τις λεπτομέρειές τους.
34. Συναφώς η ΒΑΤ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει «διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση», όταν –όπως εν προκειμένω– οι τελωνειακές αρχές επιτηρούν τη ρήξη των σφραγίδων και την εκφόρτωση του εμπορεύματος και έχουν επομένως την κατάσταση υπό έλεγχο, με πολλούς υπαλλήλους τους να παρευρίσκονται εκεί έτοιμοι να επέμβουν.
35. Συμφωνώ πάντως με την Επιτροπή ότι το γεγονός ότι η ρήξη των σφραγίδων και η εκφόρτωση του εμπορεύματος πραγματοποιήθηκαν κατόπιν συμφωνίας με υπαλλήλους της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης, οι οποίοι δρούσαν χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους, και διενεργήθηκαν ενώπιόν τους δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει «διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση». Δεν θα υπήρχε πράγματι διαφυγή, αν η ρήξη των σφραγίδων και η εκφόρτωση του εμπορεύματος πραγματοποιούνταν, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την εξωτερική διαμετακόμιση, κατόπιν συμφωνίας με τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές και υπό τον έλεγχο των αρχών αυτών, και όχι υπαλλήλων που έχουν εισχωρήσει στη σπείρα των λαθρεμπόρων.
36. Φρονώ συνεπώς ότι στο παρόν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, υπό το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως, η ρήξη των σφραγίδων και η μερική εκφόρτωση του εμπορεύματος έχουν ως αποτέλεσμα τη «διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση», υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2144/87, ακόμη και αν οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν κατόπιν συμφωνίας με υπαλλήλους της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης, οι οποίοι δρούσαν χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους και παρακολούθησαν τις πράξεις αυτές σε όλες τις φάσεις τους.
Επί του τρίτου ερωτήματος
37. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει, για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως σε ένα από τα δύο πρώτα ερωτήματα, το τρίτο ερώτημα, με το οποίο ερωτά κατά πόσον: α) συντρέχει «ειδική περίπτωση», κατά την οποία δικαιολογείται, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79, η επιστροφή των εισαγωγικών δασμών ή φόρων, αν τις παραβάσεις της ρυθμίσεως περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως προκάλεσε υπάλληλος της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης που διενεργούσε μυστική έρευνα και β) η δόλια πρόθεση ή η προφανής αμέλεια των προσώπων στα οποία αναθέτει ο κυρίως υπόχρεος την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της κοινοτικής διαμετακομίσεως αποκλείουν τη δυνατότητα να του επιστραφούν οι δασμοί ή οι φόροι που κατέβαλε προς εξόφληση της οφειλής που γεννήθηκε λόγω της διαφυγής των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση.
38. Οι δύο διάδικοι που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία προτείνουν, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία (19) και επικαλούμενοι την αρχή της επιείκειας που διαπνέει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο από τα ανωτέρω δύο υποερωτήματα.
39. Όσον αφορά το δεύτερο υποερώτημα, οι εν λόγω διάδικοι συμφωνούν επίσης ότι, όταν συντρέχει «ειδική περίπτωση» κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η επιστροφή των δασμών στον κυρίως υπόχρεο αποκλείεται μόνο σε περίπτωση δόλιας προθέσεώς του ή προφανούς αμέλειάς του. Η Επιτροπή προσθέτει πάντως ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει συναφώς να εξετάζει το ενδεχόμενο να έχει ενεργήσει ο κυρίως υπόχρεος με προφανή αμέλεια κατά την επιλογή της μεταφορικής εταιρίας στην οποία αναθέτει τη διεξαγωγή της διαμετακομίσεως και, επιπλέον, εκφράζει αμφιβολίες, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, για το αν η ΒΑΤ ενήργησε επιμελώς.
40. Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, «η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις, […] οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου». Το Δικαστήριο έχει δεχτεί επανειλημμένα ότι η διάταξη αυτή «συνιστά γενική ρήτρα επιείκειας, προοριζόμενη να καλύψει τις καταστάσεις που είναι διαφορετικές από εκείνες οι οποίες διαπιστώνονταν συνήθως στην πράξη και μπορούσαν, κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού, να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως» (20) . Το Δικαστήριο έχει επίσης καταστήσει σαφές ότι το εν λόγω άρθρο «έχει προορισμό να εφαρμόζεται όταν οι συνθήκες που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ επιχειρηματία και διοικήσεως είναι τέτοιες ώστε δεν είναι δίκαιο να επιβληθεί σ’ αυτό τον επιχειρηματία ζημία την οποία υπό ομαλές συνθήκες δεν θα υφίστατο» (21) .
41. Συνεπές προς τις αρχές αυτές, το Δικαστήριο διευκρίνισε στη συνέχεια με την απόφαση De Haan, η οποία ενδιαφέρει αμεσότερα εν προκειμένω και στην οποία αναφέρθηκαν αμφότεροι οι διάδικοι, ότι «η ανάγκη διενέργειας επιμελούς έρευνας από τις τελωνειακές ή αστυνομικές αρχές αποτελεί, ελλείψει οποιουδήποτε δόλου ή οποιασδήποτε αμέλειας που μπορεί να καταλογιστεί στον υπόχρεο και όταν ο υπόχρεος δεν πληροφορήθηκε ότι διεξάγεται έρευνα, ειδική περίπτωση υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79. Συγκεκριμένα, ναι μεν μπορεί να είναι θεμιτό οι εθνικές αρχές να αφήσουν επίτηδες να γίνουν παραβάσεις ή παρατυπίες για να εξαρθρώσουν καλύτερα ένα δίκτυο, να προσδιορίσουν τους ενόχους της απάτης και να συλλέξουν ή ενισχύσουν τα αποδεικτικά στοιχεία, πλην όμως το να υποβάλουν τον υπόχρεο στην τελωνειακή οφειλή που απορρέει από τις πιο πάνω επιλογές που συνδέονται με τη δίωξη των παραβάσεων μπορεί να θίξει τον σκοπό επιεικείας που αποτελεί το βάθρο του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93 [ (22) ], θέτοντας τον υπόχρεο σε εξαιρετική κατάσταση σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες που ασκούν την ίδια δραστηριότητα» (23) .
42. Αν επομένως ληφθεί υπόψη η ανωτέρω νομολογία, νομίζω ότι προκύπτει αβίαστα ότι η απάντηση στο πρώτο υποερώτημα πρέπει να είναι ότι συντρέχει «ειδική περίπτωση», κατά την οποία δικαιολογείται, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, η επιστροφή των εισαγωγικών δασμών ή φόρων, αν τις παραβάσεις της ρυθμίσεως περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως έχει προκαλέσει υπάλληλος της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης που ενεργεί χωρίς να έχει αποκαλύψει την ταυτότητά του.
43. Όσον αφορά το δεύτερο υποερώτημα, πρέπει όντως να συμφωνήσω με τους καταθέσαντες παρατηρήσεις ότι από το γράμμα και από τον σκοπό της επίμαχης διατάξεως, όπως έχει ερμηνευτεί νομολογιακά, προκύπτει σαφώς ότι η επιστροφή των δασμών στον κυρίως υπόχρεο αποκλείεται μόνο σε περίπτωση δόλιας προθέσεώς του ή προφανούς αμέλειάς του. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται προφανώς να εξακριβώσει, λαμβάνοντας υπόψη τα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία, αν συντρέχει προφανής αμέλεια του κυρίως υποχρέου, και ειδικότερα αν μπορεί να οφείλεται σε τέτοια αμέλεια η επιλογή της μεταφορικής επιχειρήσεως στην οποία ανατίθεται η διεξαγωγή της διαμετακομίσεως.
44. Φρονώ συνεπώς ότι στο δεύτερο υποερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η δόλια πρόθεση ή η προφανής αμέλεια των προσώπων στα οποία αναθέτει ο κυρίως υπόχρεος την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν αποκλείουν τη δυνατότητα να του επιστραφούν οι δασμοί ή οι φόροι που κατέβαλε προς εξόφληση της οφειλής που γεννήθηκε λόγω της διαφυγής των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση.
Πρόταση
45. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesfinanzhof:
«1) Η προσωρινή απομάκρυνση του παραστατικού Τ 1 από το εμπόρευμα που έχει τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως συνιστά “διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση”, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2144/87 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, σχετικά με την τελωνειακή οφειλή, εφόσον το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να προσκομιστεί ταχέως, αν οι αρμόδιες αρχές διενεργήσουν έλεγχο.
2) Υπό το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως, η ρήξη των σφραγίδων και η μερική εκφόρτωση του εμπορεύματος έχουν ως αποτέλεσμα τη “διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση”, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2144/87, ακόμη και αν οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν κατόπιν συμφωνίας με υπαλλήλους της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης, οι οποίοι δρούσαν χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους και παρακολούθησαν τις πράξεις αυτές σε όλες τις φάσεις τους.
3) Συντρέχει “ειδική περίπτωση”, κατά την οποία δικαιολογείται, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, η επιστροφή των εισαγωγικών δασμών ή φόρων, αν τις παραβάσεις της ρυθμίσεως περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως έχει προκαλέσει υπάλληλος της υπηρεσίας πατάξεως τελωνειακής απάτης που ενεργεί χωρίς να έχει αποκαλύψει την ταυτότητά του. Η δόλια πρόθεση ή η προφανής αμέλεια των προσώπων στα οποία αναθέτει ο κυρίως υπόχρεος την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν αποκλείουν τη δυνατότητα να του επιστραφούν οι δασμοί ή οι φόροι που κατέβαλε προς εξόφληση της οφειλής που γεννήθηκε λόγω της διαφυγής των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3.
3 – Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1993 με το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2726/90 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, περί κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 262, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός πάντως έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι το άρθρο 129, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1214/92 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 132, σ. 1), ορίζει ότι «οι διαδικασίες μεταφοράς που έχουν αρχίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1062/87, το αργότερο την τελευταία ημέρα που προηγείται της έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα συνεχιστούν μετά την ημερομηνία αυτή με τους όρους που προβλέπονται στους προαναφερθέντες κανονισμούς».
4 – Παράγραφοι 1 και 3.
5 – Παράγραφοι 1 και 4.
6 – Παράγραφος 1: Ως «κυρίως υπόχρεος» νοείται, κατά το άρθρο 11, στοιχείο α΄, «το πρόσωπο που ζητεί, ενδεχομένως μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, […] τη διενέργεια πράξεως κοινοτικής διαμετακομίσεως και καθίσταται έτσι υπεύθυνο έναντι των αρμοδίων αρχών για την κανονική εκτέλεση της πράξεως αυτής».
7 – ΕΕ L 201, σ. 15.
8 – ΕΕ L 102, σ. 5.
9 – ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162.
10 – ΕΕ L 286, σ. 1.
11 – Τα μέρη αυτά επιγράφονται ως εξής: Μέρος Α: «Ανυπαρξία τελωνειακής οφειλής ή προσδιορισμός του ποσού αυτής σε ύψος ανώτερο εκείνου που νομίμως οφείλετο». Μέρος Β: «Εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν κατά λάθος για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία». Μέρος Γ: «Εμπορεύματα των οποίων ο εισαγωγέας αρνείται την παραλαβή ως ελαττωματικών ή αντίθετων με τους όρους της συμβάσεως». Μέρος Δ: «Εμπορεύματα που ευρίσκονται σε ιδιαίτερη κατάσταση».
12 – Νόμος της 13ης Δεκεμβρίου 1979, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην BGBl. I, σ. 2118.
13 – Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑297/88 και C‑197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. Ι‑3763, σκέψεις 36 και 37). Με την ίδια αυτή απόφαση το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι, «στην περίπτωση όπου οι διατάξεις του εθνικού δικαίου ορίζουν ως εφαρμοστέο το κοινοτικό δίκαιο, μόνο το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκτιμά την ακριβή έκταση της παραπομπής αυτής στο κοινοτικό δίκαιο. Αν κρίνει ότι, λόγω της παραπομπής αυτής, εφαρμόζεται το κοινοτικό δίκαιο στην καθαρά εσωτερικής μορφής διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του, τότε νομιμοποιείται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο υπό τις συνθήκες που προβλέπει το άρθρο 177 της Συνθήκης, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου» (σκέψη 41).
14 – Συναφώς βλ. ειδικότερα τις κοινές προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 17ης Σεπτεμβρίου 1996 στις υποθέσεις C‑28/95, Leur-Bloem, και C‑130/95, Giloy (αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, Συλλογή 1997, σ. I‑4161 και Ι-4291, αντιστοίχως), τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑1/99, Kofisa Italia (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, Συλλογή 2001, σ. I‑207), και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 15ης Νοεμβρίου 2001, C‑306/99, BIAO (απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2003, Συλλογή 2003, σ. Ι-1).
15 – Βλ. συγκεκριμένα τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Leur-Bloem (σκέψη 26), Giloy, Kofisa Italia και BIAO.
16 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C‑371/99, Liberexim (Συλλογή 2002, I‑6227, σκέψη 55, η υπογράμμιση δική μου), όπου παρατίθεται η απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C‑66/99, D. Wandel (Συλλογή 2001, σ. I‑873). Συναφώς το Δικαστήριο υπογράμμισε κυρίως ότι «οι νέες τελωνειακές διατάξεις τις οποίες ερμηνεύει η απόφαση [που αναφέρθηκε ανωτέρω τελευταία] και οι οποίες θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), δεν τροποποίησαν το περιεχόμενο της έννοιας της απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, όπως αυτή χρησιμοποιείται στον κανονισμό 2144/87» (σκέψη 54).
17 – Προαναφερθείσα απόφαση Liberexim, σκέψη 60, όπου επίσης παρατίθεται η απόφαση D. Wandel.
18 – Όπ.π. σκέψη 56.
19 – Αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται κυρίως την απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑61/98, De Haan (Συλλογή 1999, σ. I-5003, σκέψη 53).
20 – . – Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 244/85 και 245/85, Cerealmangimi και Italgrani κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1303, σκέψη 10), και της 18ης Ιανουαρίου 1996, C‑446/93, SEIM (Συλλογή 1996, σ. Ι‑73, σκέψη 41).
21 – Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, 58/86, Coopérative agricole d'approvisionnement des Avirons (Συλλογή 1987, σ. 1525, σκέψη 22).
22 – Πρόκειται για διάταξη εκτελεστική του άρθρου 239 του προαναφερθέντος κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (του κανονισμού 2913/92), που συμπίπτει ουσιαστικά με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79.
23 – Προπαρατεθείσα απόφαση De Haan, σκέψη 53.
Full & Egal Universal Law Academy