Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με διάταξη της 1ης Ιουνίου 2001, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιουνίου, το Unabhδngiger Verwaltungssenat im Land Niederφsterreich (Αυστρία) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (1), καθώς και ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (2) (στο εξής: οδηγία 2000/13 ή οδηγία), η οποία κατάργησε την οδηγία 79/112 από τις 26 Μαου 2000.
2 Ειδικότερα, το Verwaltungssenat ερωτά το Δικαστήριο αν το άρθρο 15 της οδηγίας 79/112 ή το άρθρο 18 της οδηγίας 2000/13 απαγορεύουν ρύθμιση κράτους μέλους που προβλέπει, σε περίπτωση εμπορίας τροφίμων των οποίων έχει λήξει η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας, την υποχρέωση επισημάνσεως του γεγονότος αυτού κατά τρόπο εμφανή και καταληπτό από όλους μέσω ειδικής μνείας, χωρίς να είναι δυνατός ο περιορισμός απλώς στην αναφορά επί της επισημάνσεως της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Η οδηγία 2000/13, όπως εκθέτει στο προοίμιό της (πρώτη αιτιολογική σκέψη), κωδικοποιεί το σχετικό αντικείμενο προβαίνοντας στην αναμόρφωση της οδηγίας 79/112 και αυτών που στη συνέχεια την τροποποίησαν.
4 Περαιτέρω, από τις αιτιολογικές της σκέψεις προκύπτει ότι η οδηγία εκδόθηκε καθόσον «διαφορές μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων είναι δυνατό να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων αυτών και ενδέχεται να δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη) και, όπως αποδεικνύεται, «η προσέγγιση των ανωτέρω νομοθεσιών είναι συνεπώς αναγκαία προκειμένου να ενισχυθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» (τρίτη αιτιολογική σκέψη). Επομένως, αντικείμενο της οδηγίας είναι «η θέσπιση των κοινοτικών κανόνων, γενικού και οριζοντίου χαρακτήρα, που θα εφαρμόζονται στο σύνολο των τροφίμων που διατίθενται στο εμπόριο» (τέταρτη αιτιολογική σκέψη), με πηγή εμπνεύσεως προς τον σκοπό αυτό την αρχή κατά την οποία «κάθε ρύθμιση σχετική με την επισήμανση των τροφίμων πρέπει να βασίζεται, πριν από όλα, στην αρχή της πληροφορήσεως και της προστασίας των καταναλωτών» (έκτη αιτιολογική σκέψη). Υπό το πρίσμα αυτό, «μια λεπτομερής επισήμανση που αφορά την ακριβή φύση και τα χαρακτηριστικά των προϋόντων, η οποία επιτρέπει στον καταναλωτή να επιλέγει με πλήρη επίγνωση, είναι το καταλληλότερο μέσο, δεδομένου ότι δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών» (όγδοη αιτιολογική σκέψη).
5 Η οδηγία διευκρινίζει, εξάλλου, στη δέκατη αιτιολογική σκέψη, ότι «[...] ο οριζόντιος χαρακτήρας της παρούσας οδηγίας δεν επέτρεψε σε πρώτο στάδιο να περιληφθούν στις υποχρεωτικές ενδείξεις όλες όσες οφείλουν να περιλαμβάνονται στον κατάλογο που θα εφαρμόζονται κατ' αρχή στο σύνολο των τροφίμων, αλλά πρέπει, σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, να εκδοθούν κοινοτικές διατάξεις που να αποσκοπούν στη συμπλήρωση των κανόνων που θα ισχύουν επί του παρόντος».
6 Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, εξ ετέρου, διευκρινίζει ότι, «σε περίπτωση μη υπάρξεως κοινοτικών κανόνων ειδικού χαρακτήρα, τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρούν την ευχέρεια να προβλέπουν ορισμένες εθνικές διατάξεις που θα προστίθενται στις γενικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας, απαιτείται όμως οι διατάξεις αυτές να υποβάλλονται σε κοινοτική διαδικασία».
7 Κατόπιν αυτού, το άρθρο 9 της οδηγίας καθορίζει το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της και ορίζει τις έννοιες που χρησιμοποιεί, εκθέτοντας ότι:
«1. Η παρούσα οδηγία αφορά την επισήμανση των τροφίμων που προορίζονται να παραδοθούν ως έχουν στον τελικό καταναλωτή, καθώς επίσης και ορισμένα ζητήματα σχετικά με την παρουσίαση και τη διαφήμισή τους.
[...]
3. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοείται ως:
α) "επισήμανση": οι μνείες, ενδείξεις, εμπορικά ή βιομηχανικά σήματα, εικόνες ή σύμβολα που αναφέρονται σ' ένα τρόφιμο και φέρονται σε κάθε συσκευασία, έγγραφο, πινακίδα, ετικέττα, δακτύλιο ή περιλαίμια που συνοδεύουν ή αναφέρονται στο τρόφιμο αυτό·
β) "προσυσκευασμένο τρόφιμο": η μονάδα πωλήσεως που προορίζεται να παρουσιασθεί ως έχει στον τελικό καταναλωτή και στις μονάδες ομαδικής εστίασης και που αποτελείται από ένα τρόφιμο και τη συσκευασία, μέσα στην οποία έχει τροποποιηθεί [τεθεί] πριν από την προσφορά του προς πώληση, εφ' όσον η συσκευασία αυτή τα καλύπτει ολικά ή μερικά, αλλά κατά τρόπο που να μην είναι δυνατόν να τροποποιηθεί το περιεχόμενο, χωρίς να ανοιχτεί ή να τροποποιηθεί η συσκευασία.»
8 Το άρθρο 2 προβλέπει, καθόσον μας ενδιαφέρει, ότι:
«1. Η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει:
α) να είναι φύσεως τέτοιας, ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως:
i) ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και ιδίως τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, την σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, την καταγωγή ή προέλευση, τον τρόπο παρασκευής ή λήψεως,
[...]».
9 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, εξ ετέρου, ορίζει ότι:
«1. Η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 17, τις ακόλουθες υποχρεωτικές ενδείξεις:
1) την ονομασία πωλήσεως·
2) τον κατάλογο των συστατικών·
3) την ποσότητα ορισμένων συστατικών ή κατηγοριών συστατικών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7·
4) την καθαρή ποσότητα, για τα προσυσκευασμένα τρόφιμα·
5) την ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας ή, στην περίπτωση των τροφίμων που είναι μικροβιολογικώς εξαιρετικά αλλοιώσιμα, την τελική ημερομηνία ανάλωσης·
6) τις ιδιαίτερες συνθήκες διατηρήσεως και χρήσεως·
7) το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή, ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Εν τούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν, για το βούτυρο που παράγεται στην επικράτειά τους, να μην απαιτούν παρά μόνον την ένδειξη του κατασκευαστή, του συσκευαστή ή του πωλητή.
Υπό την επιφύλαξη της πληροφορήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 24, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη κάθε μέτρο που λαμβάνουν δυνάμει του δεύτερου εδαφίου·
8) τον τόπο καταγωγής ή προελεύσεως στις περιπτώσεις που η παράλειψη της ενδείξεως αυτής θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσει στον καταναλωτή εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με τον πραγματικό τόπο καταγωγής ή προελεύσεως του τροφίμου·
9) οδηγίες χρήσεως στην περίπτωση στην οποία η παράλειψή τους δεν θα επέτρεπε τη σωστή χρήση του προϋόντος·
10) για τα ποσά με περιεκτικότητα σε οινόπνευμα μεγαλύτερη από 1,2 % κατ' όγκο, η αναγραφή του κτηθέντος κατ' όγκο αλκοολικού τίτλου.»
10 Το άρθρο 4, εξ ετέρου, ορίζει ότι:
«1. Οι κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε μερικά καθορισμένα τρόφιμα και όχι στα τρόφιμα γενικά, είναι δυνατόν να παρεκκλίνουν, κατ' εξαίρεση και χωρίς να βλάπτεται η πληροφόρηση του αγοραστή, από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 2 και 5.
2. Οι κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε μερικά καθορισμένα τρόφιμα και όχι στα τρόφιμα γενικά, μπορούν να προβλέπουν και άλλες υποχρεωτικές ενδείξεις επί πλέον από αυτές που αναγράφονται στο άρθρο 3.
Αν δεν υπάρχουν τέτοιες κοινοτικές διατάξεις, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τέτοιες ενδείξεις σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19.»
11 Δυνάμει του άρθρου 9:
«1. Η χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας ενός τροφίμου είναι η χρονολογία μέχρι την οποία το τρόφιμο διατηρεί τις ιδιαίτερες ιδιότητές του σε κατάλληλες συνθήκες διατηρήσεως [...].
2. Η χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας δίνεται με την ένδειξη:
- "ανάλωση κατά προτίμηση πριν από ...", εφ' όσον περιλαμβάνεται και η ακριβής ημέρα,
- "ανάλωση κατά προτίμηση πριν από το τέλος ...", στις υπόλοιπες περιπτώσεις.»
12 Περαιτέρω, το άρθρο 10 διευκρινίζει τα ακόλουθα:
«1. Στην περίπτωση των τροφίμων που είναι μικροβιολογικώς εξαιρετικά αλλοιώσιμα και τα οποία για το λόγο αυτό ενδέχεται, ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα, να αποτελέσουν άμεσο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, η ημερομηνία ελάχιστης διατήρησης αντικαθίσταται από την ημερομηνία μέχρι την οποία επιτρέπεται η ανάλωση.
2. Πριν από την ημερομηνία πρέπει να αναγράφεται η ένδειξη:
[...]
- στα ελληνικά: "ανάλωση μέχρι" [...]».
13 Το άρθρο 17 διευκρινίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη απέχουν από το να καθορίζουν, πέραν από ό,τι προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 13, τους τρόπους σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να αναγράφονται οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2.»
14 Το άρθρο 18 της οδηγίας, το οποίο επαναλαμβάνει πλήρως το κείμενο του άρθρου 15 της καταργηθείσας οδηγίας 79/112, ορίζει ότι:
«1. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν το εμπόριο τροφίμων τα οποία ανταποκρίνονται προς τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν την επισήμανση και παρουσίαση ορισμένων τροφίμων ή των τροφίμων γενικά.
2. Η παράγραφος 1 δεν θα εφαρμόζεται στις εθνικές διατάξεις που δεν εναρμονίστηκαν από λόγους:
- προστασίας της δημοσίας υγείας,
- καταστολής της απάτης, εφ' όσον οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των ορισμών και κανόνων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία,
- προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, των ενδείξεων προελεύσεως, των ονομασιών προελεύσεως και καταστολής του αθέμιτου ανταγωνισμού.»
15 Τέλος, το άρθρο 19 ορίζει ότι:
«Στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στο παρόν άρθρο, εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία όταν ένα κράτος μέλος κρίνει αναγκαία τη θέσπιση νέας νομοθεσίας.
Κοινοποιεί στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη τα σχεδιαζόμενα μέτρα προσδιορίζοντας και τους λόγους που τα δικαιολογούν. Η Επιτροπή προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη στα πλαίσια της Μόνιμης Επιτροπής Τροφίμων, η οποία έχει συσταθεί με την απόφαση 69/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, εφ' όσον το κρίνει σκόπιμο ή εφ' όσον το ζητήσει ένα κράτος μέλος.
Το κράτος μέλος δύναται να θεσπίσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα μόνο μετά τρεις μήνες από την κοινοποίηση αυτή και με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει αντίθετη γνώμη της Επιτροπής.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση και πριν από την λήξη της ανωτέρω προθεσμίας, η Επιτροπή προσφεύγει στην διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, προκειμένου να αποφασίσει αν τα προτεινόμενα μέτρα δύνανται να τεθούν σε εφαρμογή, υποκείμενα ενδεχομένως στις κατάλληλες τροποποιήσεις.»
Η εθνική νομοθεσία
16 Η Lebensmittelkennzeichnungsverordnung 1993 (3) (κανονιστική απόφαση για την επισήμανση των τροφίμων, στο εξής: LMKV) διέπει τις ενδείξεις που πρέπει να φέρουν τα τρόφιμα που είναι συσκευασμένα και προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή.
17 Το άρθρο 10 (4), ειδικότερα, αυτής ορίζει ότι:
«1) Μετάθεση της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας ή της τελικής ημερομηνίας αναλώσεως δεν επιτρέπεται.
2) Αν έχει λήξει η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας, το γεγονός αυτό πρέπει να επισημαίνεται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό από όλους.
3) Αν έχει παρέλθει η τελική ημερομηνία αναλώσεως, το εμπόρευμα δεν επιτρέπεται πλέον να διατίθεται στο εμπόριο» (5).
18 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 74 του Lebensmittelgesetz 1975 (6) (νόμου περί τροφίμων, στο εξής: LMG), η παράβαση των διατάξεων του LMKV τιμωρείται με πρόστιμο.
Περιστατικά και διαδικασία
19 Στις 26 Φεβρουαρίου 2001, το Bezirkshauptmannschaft Zwettl, αρμόδια εν προκειμένω διοικητική αρχή, επέβαλε στη Mόller, ως εκπρόσωπο της εταιρίας Spar Φsterreichische Warenhandels AG, πρόστιμο 2 000 ATS λόγω παραβάσεως του άρθρου 10, παράγραφος 2, του LMKV, διότι διέθεσε στο εμπόριο, στις 22 Αυγούστου 2000, παρτίδες μπύρας των οποίων είχε λήξει η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας, χωρίς το γεγονός αυτό να επισημαίνεται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό σε όλους.
20 Η Mόller εφεσίβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Verwaltungssenat, το οποίο, θεωρώντας ότι ήταν δυνατό να μη συνάδει ενδεχομένως η σχετική αυστριακή νομοθεσία προς το κοινοτικό δίκαιο, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύει η οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, ως είχε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, ιδίως το άρθρο της 15,
και η οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, ιδίως το άρθρο της 18,
τη ρύθμιση κράτους μέλους σύμφωνα με την οποία κατά τη διάθεση στην αγορά τροφίμων των οποίων η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας έχει ήδη λήξει, το γεγονός δε αυτό θα πρέπει να επισημαίνεται, πέραν της αναγραφής της ημερομηνίας λήξεως, με έναν άλλο σαφή και κατανοητό για όλους τρόπο;»
21 Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο, καίτοι θεωρεί αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ερωτήματος, φαίνεται πάντως να κλίνει προς το ότι η επίμαχη εθνική διάταξη συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, κατά την κρίση του, η διάταξη αυτή δεν εξειδικεύει τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να πληροφορείται το κοινό και επιπλέον έχει εφαρμογή σε όλα τα προϋόντα ανεξαρτήτως καταγωγής τους. Εν πάση περιπτώσει, παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη διάταξη δικαιολογείται οπωσδήποτε υπό την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13, καθόσον σκοπεί στην καταστολή της απάτης. Πράγματι, ο συνήθως ενημερωμένος καταναλωτής, όταν αγοράζει ένα τρόφιμο, υποθέτει ότι δεν έχει λήξει η ημερομηνία της ελάχιστης διατηρησιμότητας. Στην αντίθετη περίπτωση, υποχρέωση επισημάνσεως του γεγονότος αυτού κατά τρόπο σαφή και κατανοητό δικαιολογείται προς αποφυγή οποιασδήποτε δυνατής απάτης ή συγχύσεως.
22 Η Mόller, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή παρενέβησαν στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Νομική ανάλυση
23 Όπως προκύπτει σαφώς επίσης από τις αιτιολογικές της σκέψεις, η οδηγία σκοπεί στην εξάλειψη των εμποδίων στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, καθορίζοντας εναρμονισμένους κανόνες στον τομέα της επισημάνσεως των προϋόντων, εμπνεόμενους από την επιταγή πληροφορήσεως και προστασίας των καταναλωτών. Προς τον σκοπό τηρήσεως αυτής της επιταγής, επιχειρεί πράγματι να εξασφαλίσει ότι η κυκλοφορία ενός τροφίμου εντός της κοινής αγοράς δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι το τρόφιμο δεν φέρει σχετικές με την επισήμανση μνείες που απαιτούνται από τη νομοθεσία του κράτους εισαγωγής ή ότι φέρει μνείες που απαγορεύονται από τη νομοθεσία αυτή. Προς τον σκοπό αυτό, η οδηγία θέτει σειρά κανόνων γενικού και οριζοντίου χαρακτήρα για όλα τα τρόφιμα.
24 Ειδικότερα, καθόσον ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 3 της οδηγίας επιβάλλει μια σειρά ενδείξεων που πρέπει υποχρεωτικώς να χρησιμοποιούνται για όλα τα τρόφιμα, με συνέπεια οι ενδείξεις αυτές να είναι συγχρόνως οι μόνες των οποίων μπορεί να απαιτείται η αναγραφή και των οποίων η έλλειψη μπορεί να συνεπάγεται την απαγόρευση εμπορίας του προϋόντος, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 18, παράγραφος 1.
25 Η συνέπεια αυτή προκύπτει προπάντων από τη σαφή διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο «[η] επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει [...] τις ακόλουθες [μόνες] υποχρεωτικές ενδείξεις» (7). Αφετέρου, φαίνεται ότι είναι η μόνη που είναι σύμφωνη με την οικονομία της οδηγίας, ειδικότερα δε με το περιεχόμενο του άρθρου 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 18. Διαφορετικά, πράγματι, η διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 1, κατά την οποία «τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν το εμπόριο τροφίμων, τα οποία ανταποκρίνονται προς τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν την επισήμανση και παρουσίαση» θα καθίστατο άνευ σημασίας. Πράγματι, η αναγραφή άλλων ενδείξεων δεν θα μπορούσε να μην επιφέρει κυρώσεις, στο ενδεχόμενο παραβάσεως, μέσω απαγορεύσεως (ή εν πάση περιπτώσει μέσω επί το αυστηρότερον διαμορφώσεως των προϋποθέσεων) εμπορίας ως προς τα προϋόντα που δεν φέρουν τις συμπληρωματικές ενδείξεις.
26 Αυτή νομίζω, εξάλλου, ότι είναι η σκέψη που ενέπνευσε το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία της οδηγίας 79/112, όταν διευκρίνισε ότι, «Όσον αφορά την επισήμανση, τα όρια της αρμοδιότητας που ανατίθεται με τον τρόπο αυτό στα κράτη μέλη τίθενται από την ίδια την οδηγία, διότι αυτή απαριθμεί περιοριστικά, στο άρθρο 15, παράγραφος 2, τους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή εθνικών διατάξεων που δεν εναρμονίστηκαν και απαγορεύουν το εμπόριο τροφίμων τα οποία ανταποκρίνονται στους κανόνες της οδηγίας» (8).
27 Κατόπιν αυτών, πρέπει να προστεθεί ότι κανείς από τους μετέχοντες της διαδικασίας δεν αμφισβητεί ότι ο κατάλογος των εφαρμοστέων σε όλα τα τρόφιμα υποχρεωτικών ενδείξεων που περιέχει στο άρθρο 3 συνιστά αποκλειστική απαρίθμηση. Αυτό που αμφισβητείται, στην πραγματικότητα, είναι το αν η ένδειξη που προβλέπεται από το άρθρο 10 της LMVK εμπίπτει στον εναρμονισμένο από την οδηγία τομέα και αν, επομένως, πρέπει από αυτό να συναχθεί, σε καταφατική περίπτωση, ότι επιβάλλει μια πρόσθετη προϋπόθεση σε σχέση με αυτές που προβλέπονται από το άρθρο 3.
28 Η Mόller απαντά καταφατικώς στο ζήτημα αυτό και, κατά συνέπεια, εκτιμά ότι η εθνική νομοθεσία δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 3 της οδηγίας.
29 Κατά την άποψη της Επιτροπής, αντιθέτως, το άρθρο 10 της LMVK δεν εμπίπτει στον τομέα εφαρμογής της οδηγίας, διότι διατηρεί πτυχές που δεν έχουν ακόμη εναρμονισθεί από αυτή και ειδικότερα τις προϋποθέσεις επισημάνσεως για τον μετά τη λήξη της ημερομηνίας διατηρησιμότητας χρόνο. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, η οδηγία περιορίζεται να επιβάλλει, με το άρθρο 3, παράγραφος 1, τη μνεία της ημερομηνίας διατηρησιμότητας, εξειδικεύοντας στη συνέχεια, με τα άρθρα 9 και 10, ποια πρέπει να είναι αυτή η μνεία ανάλογα με το αν πρόκειται, αντιστοίχως, για μη αλλοιώσιμα (ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας: «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από») ή για τρόφιμα «πολύ αλλοιώσιμα» (ημερομηνία τελικής αναλώσεως: «ανάλωση μέχρι»). Η οδηγία δεν προβλέπει αντιθέτως τίποτε ως προς τις υποχρεώσεις επισημάνσεως για τον μετά τις αναφερόμενες ημερομηνίες λήξεως χρόνο. Κατά συνέπεια, μέχρις ότου η εναρμόνιση καταστεί πλήρης και στον τομέα αυτόν, τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια να ρυθμίζουν το θέμα αυτό, ασφαλώς δε τηρώντας τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 4 της οδηγίας και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 28 ΕΚ.
30 Προς στήριξη της απόψεώς της, η Επιτροπή επικαλείται το γεγονός ότι, όπως αναγνωρίζεται ευθέως από τη δεκάτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας (βλ. ανωτέρω, σημείο 5), η οριζόντια εναρμόνιση που θεσπίζει η οδηγία για όλα τα τρόφιμα είναι ατελής. Για τις πτυχές που μας ενδιαφέρουν, υπενθυμίζει η Επιτροπή, μόνον ειδικές ρυθμίσεις αφορώσες συγκεκριμένα τρόφιμα περιέχουν διατάξεις που σκοπό έχουν την απαγόρευση πωλήσεως των τροφίμων αυτών που είναι πολύ αλλοιώσιμα μετά την ημερομηνία λήξεως, ενώ κανένας κανόνας δεν έχει θεσπιστεί για τα άλλα προϋόντα. Αυτό, κατά την άποψή της, επιβεβαιώνει απλώς ότι στο οριζόντιο και γενικό επίπεδο δεν υφίσταται συναφώς κοινοτική εναρμόνιση. Εξάλλου, συνεχίζει η Επιτροπή, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο περιέλαβε στην πρόταση κανονισμού για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της ευρωπαϋκής αρχής τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων (9), τη γενική αρχή κατά την οποία κανένα τρόφιμο δεν μπορεί να διατίθεται στην αγορά εάν είναι επικίνδυνο. Η αρχή αυτή περιλαμβάνεται εφεξής στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002 (10), που αποτελεί τον καρπό αυτής της προτάσεως.
31 Οφείλω να πω ότι συμμερίζομαι τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η Επιτροπή, διότι πιστεύω ότι το άρθρο 10 της LMVK κείται εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Έχω πάντως ορισμένες αμφιβολίες ως προς τους λόγους που προβλήθηκαν προκειμένου να προκύψει αυτό το αποτέλεσμα.
32 Πρώτον, δεν πιστεύω ότι είναι δυνατή η επίκληση της δέκατης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας για να υποστηριχθεί ότι τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να επιβάλλουν άλλες μη εναρμονισμένες υποχρεωτικές ενδείξεις. Πράγματι, η αιτιολογική αυτή σκέψη περιορίζεται να σημειώσει τον ατελή χαρακτήρα (αρχικό τουλάχιστον) του καταλόγου που παρατίθεται στην οδηγία, λόγω του οριζόντιου χαρακτήρα αυτής, για να προβλέψει κατ' ουσίαν ότι, σε ένα δεύτερο στάδιο, θα είναι αναγκαίο να προστεθούν άλλες ενδείξεις εφαρμοστέες κατ' αρχήν σε όλα τα τρόφιμα. Κατά τη γνώμη μου, αυτό ουδόλως επικυρώνει την άποψη περί διατηρήσεως αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της επισημάνσεως. Αντιθέτως, αυτό επιβεβαιώνει ότι, ενόψει της οριζόντιας εναρμονίσεως που επήλθε με την οδηγία, αν διαπιστώνονταν εν τω μεταξύ κενά, θα μπορούσαν να πληρωθούν στο κοινοτικό επίπεδο ή, ελλείψει τούτου, επίσης από ειδικές επεμβάσεις των διαφόρων κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι θα πραγματοποιούνταν με τήρηση των προθεσμιών και των διαδικασιών που προβλέπονται ρητώς προς τον σκοπό αυτό από την οδηγία (βλ. την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη και τα άρθρα 4 και 19).
33 Ομοίως, δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ της απόψεως της Επιτροπής η έλλειψη, πριν από την έκδοση του κανονισμού 178/2002, γενικής απαγορεύσεως εμπορίας των τροφίμων που δεν είναι ασφαλή και η εφαρμογή μόνο σε ορισμένα τρόφιμα μικροβιολογικώς εξαιρετικώς αλλοιώσιμα ειδικών κανόνων που απαγορεύουν απολύτως την εμπορία τους μετά την ημερομηνία λήξεως. Πράγματι, ακόμη και αν αυτό επιβεβαίωνε, εξ αντιδιαστολής, την έλλειψη οριζόντιας και γενικής ρυθμίσεως στον τομέα της επισημάνσεως για τον χρόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας ελάχιστης διατηρησιμότητας μη αλλοιώσιμων τροφίμων, δεν θα μπορούσε εντούτοις να συναχθεί από αυτό, δεδομένης της παρατηρήσεώς μου στο προηγούμενο σημείο, η ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις εν προκειμένω. Αλλά, και προπάντων, παραμένω αμήχανος ενόψει της αναφοράς στην απαγόρευση που θέτει ο κανονισμός 178/2002, δεδομένου ότι η απαγόρευση αυτή (όπως αυτή που προβλέπεται από τις παρατεθείσες ειδικές ρυθμίσεις) δεν αναφέρεται στους κανόνες επισημάνσεως, αλλά στις γενικές αρχές της περί τροφίμων νομοθεσίας και της ασφάλειας των τροφίμων.
34 Οι τελευταίες αυτές σκέψεις με ωθούν ακριβώς σε μια διαφορετική εκτίμηση του υπό κρίση ζητήματος, η οποία θα μπορούσε ίσως να αιτιολογήσει καλύτερα το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Επιτροπή (κατά τη γνώμη μου, επαναλαμβάνω, ορθώς). Νομίζω ότι θα ήταν ίσως δυνατό να καταλήξουμε ορθότερα σ' αυτό το συμπέρασμα, όχι υποστηρίζοντας ότι οι ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 της LMVK εμπίπτουν στο γενικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας που όμως, δεδομένου του ατελούς χαρακτήρα αυτής, δεν αποτελούν το αντικείμενο της επιχειρούμενης εναρμονίσεως επί του παρόντος, αλλά υποστηρίζοντας ριζικότερα ότι οι ενδείξεις αυτές ουδόλως περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, καθόσον είναι άσχετες προς το αντικείμενο και τον σκοπό της.
35 Πράγματι, η οδηγία έχει ως αντικείμενο τις αναγκαίες ενδείξεις προκειμένου να καθίστανται γνωστά στον καταναλωτή τα εγγενή και πρωταρχικά χαρακτηριστικά του προϋόντος, η φύση του, οι ιδιότητές του, η σύνθεσή του, η ποσότητά του, η διατηρησιμότητά του, η καταγωγή ή η προέλευσή του, ή ο τρόπος του παρασκευής (βλ. το άρθρο 2 και την όγδοη αιτιολογική σκέψη). Όμως, νομίζω ότι η εν προκειμένω εθνική διάταξη δεν αφορά τις απαιτούμενες ενδείξεις για την πληροφόρηση του καταναλωτή ως προς τα χαρακτηριστικά του προϋόντος, αλλά χρησιμεύει αποκλειστικά στο να επισημαίνεται ενδεχόμενη μεταβολή των χαρακτηριστικών αυτών που επέρχεται κατά τον μετά την είσοδο του προϋόντος στο εμπορικό κύκλωμα χρόνο, μάλιστα δε κατά το τέλος του συνήθους εμπορικού του βίου. Επομένως, υπό την έννοια αυτή, οι ενδείξεις αυτές δεν αφορούν την «επισήμανση» του προϋόντος, τουλάχιστον με το πνεύμα της οδηγίας.
36 Αυτό νομίζω ότι επιβεβαιώνεται, ειδικότερα, και από το γεγονός ότι, όπως αναγνωρίζουν όλοι οι παρεμβαίνοντες, η εν λόγω πληροφόρηση θα μπορεί να παρέχεται χωρίς να απαιτείται η επίθεση συμπληρωματικής επισημάνσεως σε κάθε συσκευασία που διατίθεται στο εμπόριο και, επομένως, χωρίς ουδόλως να απαιτείται επέμβαση επί της «επισημάνσεως» των διαφόρων τροφίμων κατά την έννοια της οδηγίας. Η αυστριακή διάταξη περιορίζεται πράγματι στην απαίτηση να πληροφορείται το κοινό την υπέρβαση της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας, χωρίς να ορίζει προς τούτο συγκεκριμένους τρόπους, οπότε θα αρκεί, παραδείγματος χάρη, να παρουσιάζεται το «παρωχημένο» εμπόρευμα σε χωριστούς χώρους εκθέσεως και να διευκρινίζεται, με μια απλή επιγραφή, ότι όλα τα προϋόντα που βρίσκονται σ' αυτά τα ράφια δεν είναι πλέον «νωπά» προϋόντα (11).
37 Αφετέρου, οι καθοριζόμενες από το άρθρο 10 της LMVK ενδείξεις δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τους σκοπούς της οδηγίας. Πράγματι, όπως υπενθύμισα ανωτέρω, η οδηγία θέσπισε ένα εναρμονισμένο σύστημα επισημάνσεως προκειμένου να συμβάλει στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ειδικότερα δε προκειμένου να αποφευχθεί η δυνατότητα ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών να εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και να νοθεύουν τους όρους του ανταγωνισμού.
38 Προδιαγραφές όπως του άρθρου 10 της LMVK δεν έχουν αντιθέτως, κατ' αρχήν, καμία επίπτωση στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στους όρους του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, πολλώ μάλλον καθόσον, όπως υπογραμμίστηκε ομοφώνως, η επίμαχη διάταξη έχει εφαρμογή αδιακρίτως σε όλα τα προϋόντα. Τέτοιες προδιαγραφές υλοποιούνται πράγματι μόνον όταν το προϋόν έχει εξαντλήσει όλα τα στάδια της διαδικασίας, η οποία από την παραγωγή καταλήγει στη διάθεση προς πώληση στον τελικό καταναλωτή και, επομένως, έχει ήδη κυκλοφορήσει ελεύθερα εντός της κοινής αγοράς. Όταν αυτό συμβαίνει, είναι πρόδηλον ότι κανένα εμπόδιο στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να ανακύψει από την υποχρέωση του λιανοπωλητή να επισημαίνει στο κοινό τη λήξη της προθεσμίας αναλώσεως. Με άλλα λόγια, καθόσον μας ενδιαφέρει, η επιβολή αυτής της υποχρεώσεως δεν έχει καμία σχέση με τους σκοπούς της οδηγίας.
39 Κατόπιν αυτού, πρέπει ακόμη να προστεθεί ότι, ακόμη και αν, ακολουθώντας την πορεία που προανέφερα ή τη συλλογιστική της Επιτροπής, συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επίμαχη αυστριακή νομοθεσία δεν εμπίπτει στον τομέα εφαρμογής της οδηγίας, απομένει παρά ταύτα να επαληθευθεί αν τηρεί τα όρια που επιβάλλουν οι εν προκειμένω σχετικές αρχές και γενικές διατάξεις της Συνθήκης. Ειδικότερα, πρέπει ακόμη να εξεταστεί η διάταξη αυτή υπό το φως της γενικής απαγορεύσεως των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς του άρθρου 28 ΕΚ. Αντιθέτως, αφού απέκλεισα το ότι το θέμα αυτό εμπίπτει στον τομέα εφαρμογής της οδηγίας, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επαληθευθεί, όπως πράττει αντιθέτως η Επιτροπή (έστω και για να αποκλειστεί η λυσιτέλειά της), η τήρηση επίσης των διαδικαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας για τη θέσπιση εθνικών διατάξεων που προβλέπουν υποχρεωτικές ενδείξεις επισημάνσεως, οι οποίες έχουν εφαρμογή μόνο σε ορισμένα συγκεκριμένα τρόφιμα.
40 Αληθώς, ακόμη και όσον αφορά την εν προκειμένω λυσιτέλεια του άρθρου 28 ΕΚ, επιτρεπτώς υφίστανται ορισμένες αμφιβολίες, αν θεωρηθεί, όπως φρονεί και η Αυστριακή Κυβέρνηση, ότι οι προϋποθέσεις που διατυπώνονται στην περίφημη απόφαση Keck και Mithouard πληρούνται εν προκειμένω· αν δηλαδή θεωρηθεί ότι η επίμαχη εθνική διάταξη διέπει απλώς τρόπους ή περιστάσεις πωλήσεως και «[εφαρμόζεται] σε όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και αρκεί να [επηρεάζει] κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϋόντων και των προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών» (12). Αν αυτό συμβαίνει, όπως πράγματι κλίνω να πιστεύσω, η επίμαχη εθνική διάταξη εκφεύγει επίσης του τομέα εφαρμογής της απαγορεύσεως μέτρων ισοδυνάμων προς ποσοτικούς περιορισμούς στην οποία αναφέρεται το άρθρο 28 ΕΚ (13).
41 Οπωσδήποτε, ακόμη και στην αντίθετη περίπτωση, συμφωνώ με την Επιτροπή και την Αυστριακή Κυβέρνηση ότι το άρθρο 10 της LMVK πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 28 ΕΚ και τις προϋποθέσεις που συνήγαγε εν προκειμένω η νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, κατά τη νομολογία αυτή, το άρθρο 28 ΕΚ «απαγορεύει τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που απορρέουν από κανόνες σχετικούς με τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν τα εμπορεύματα αυτά (όπως τις σχετικές με την ονομασία τους, τον τύπο τους, τις διαστάσεις τους, το βάρος τους, τη σύνθεσή τους, την εμφάνισή τους, την επισήμανσή τους και τη συσκευασία τους), έστω και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως επί όλων των εγχωρίων και εισαγομένων προϋόντων, εφόσον η εφαρμογή αυτή δεν δικαιολογείται από σκοπό γενικού συμφέροντος δυνάμενο να υπερισχύσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων» (14). Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, τα εν λόγω μέτρα, εκτός του ότι εφαρμόζονται αδιακρίτως, δικαιολογούνται επίσης λόγω σκοπιμότητας γενικού συμφέροντος, δεδομένου ότι αποβλέπουν στην προστασία του καταναλωτή. Επιπλέον, πρέπει επίσης να θεωρηθούν συμβατά προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι δημιουργούν απλώς μια υποχρέωση παρουσιάσεως και όχι άνευ ετέρου απαγόρευση εμπορίας.
42 Κατόπιν αυτών, οφείλω κατ' αρχήν να προσθέσω ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε αντιθέτως ότι το επίμαχο αυστριακό μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, κλίνω να συμμεριστώ την άποψη, στην οποία επίσης αναφέρονται επικουρικώς η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που δικαιολογεί αυτό το μέτρο βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2, της οδηγίας. Πράγματι, νομίζω επίσης ότι το επίμαχο μέτρο μπορεί να διατηρηθεί χάρη σ' αυτή τη διάταξη ως «μη εναρμονισμένο» (ορθότερο όμως θα ήταν να πούμε παρεκκλίνον) μέτρο που δικαιολογείται για λόγους καταστολής της απάτης και του αθέμιτου ανταγωνισμού.
43 Το συμπέρασμα αυτό, πράγματι, αμφισβητείται από τη Mόller, κατά την οποία η ένδειξη που απαιτείται από το άρθρο 10 της LMVK δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε ανάλογη προς τους εκτιθέμενους σκοπούς. Ο λόγος εν προκειμένω είναι ότι, σε αντίθεση προς την αντίληψη του Verwaltungssenat, εσφαλμένως υποστηρίζεται ότι ο καταναλωτής, ο οποίος βρίσκεται προ ενός προϋόντος που διατίθεται κανονικά στο εμπόριο, θα θεωρούσε κατ' αρχήν ότι δεν έχει παρέλθει η ημερομηνία της ελάχιστης διατηρησιμότητας. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να προστίθεται συμπληρωματική ειδοποίηση εκτός της απλής μνείας αυτής της προθεσμίας. Δεύτερον, μια τέτοια ειδοποίηση δεν είναι ανάλογη προς τους προβαλλόμενους σκοπούς, καθόσον αρκεί προς τον σκοπό αυτό να αναφέρεται απλώς η ημερομηνία διατηρησιμότητας που προβλέπεται από την οδηγία. Αντιθέτως, η συμπληρωματική υποχρέωση επισημάνσεως υπερβαίνει προδήλως αυτό που είναι αναγκαίο για την προστασία του καταναλωτή.
44 Δεν συμμερίζομαι αυτές τις αντιρρήσεις. Πιστεύω πράγματι ότι η πείρα αποδεικνύει ότι ο καταναλωτής, ακόμη και ο ενημερωμένος, λαμβάνει συνήθως ως αφετηρία τη σκέψη ότι τα προσφερόμενα προς πώληση προϋόντα, έστω και συσκευασμένα, είναι «νωπά» προϋόντα κατά την έννοια ότι δεν έχει παρέλθει η ημερομηνία της ελάχιστης διατηρησιμότητας. Πράγματι, η επαλήθευση αυτής της λήξεως δεν γίνεται πάντοτε, αλλά ούτε και αναγκαίως, κατά την αγορά, αλλά μάλλον κατά τη χρησιμοποίηση του προϋόντος, όταν ο καταναλωτής ελέγχει αν αυτά που έχει διατηρήσει στο ντουλάπι του δεν έχουν «λήξει» επειδή τα ξέχασε.
45 Ουδόλως χρησιμεύει εν προκειμένω η αντίρρηση ότι ο συνήθως ενημερωμένος καταναλωτής θα πρέπει πάντοτε να διαβάζει όλες τις ενδείξεις που περιέχονται στην επισήμανση των αγαθών που αγοράζει. Επί του σημείου αυτού, νομίζω επίσης, όπως και η Επιτροπή, ότι το να επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση στον καταναλωτή μια τέτοια υποχρέωση προηγούμενης αναγνώσεως δεν φαίνεται ούτε δικαιολογημένη ούτε σκόπιμη, ιδίως υπό το φως της προφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ των διαφόρων εν προκειμένω συμφερόντων. Πράγματι, το συμφέρον του πωλητή να διαθέσει εν πάση περιπτώσει τρόφιμα των οποίων έχει λήξει η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας, και επομένως κατώτερης ποιότητας, δεν φαίνεται ασφαλώς άξιο τόσης προστασίας όσο το συμφέρον του καταναλωτή να αγοράζει τρόφιμα των οποίων δεν έχει θιγεί η ποιότητα.
46 Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ένα μέτρο όπως το υπό κρίση ανταποκρίνεται ασφαλώς με κατάλληλο τρόπο στην ανάγκη καταστολής της απάτης και των δολίων ενεργειών, μέσω επισημάνσεως στον καταναλωτή της ελλείψεως ποιότητας που θα υπέθετε διαφορετικά ότι υφίσταται.
47 Κατόπιν αυτού, είναι αναγκαίο να επαληθευθεί επιπλέον αν το μέτρο αυτό τηρεί επίσης την αρχή της αναλογικότητας. Μια τέτοια επαλήθευση, κατά ορθή θεώρηση, πριν την απαιτήσει η νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (15), απαιτήθηκε από την ίδια την οδηγία, εφόσον αυτή προβλέπει ότι οι εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από λόγους καταστολής της απάτης δεν πρέπει να «εμποδίζουν την εφαρμογή των ορισμών και κανόνων» που προβλέπονται από αυτήν και, επομένως, δεν πρέπει κατ' ουσίαν να θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Με άλλα λόγια, το κράτος μέλος που προτίθεται να επικαλεστεί την ευχέρεια παρεκκλίσεως που προβλέπεται από το άρθρο 18, παράγραφος 2, λαμβάνοντας μέτρο για την καταστολή της απάτης και των δολίων ενεργειών πρέπει να επιλέξει το μέτρο που περιορίζει το λιγότερο την ελευθερία του εμπορίου.
48 Νομίζω ότι το επίμαχο μέτρο αποδεικνύεται ότι μπορεί να επιδιώξει τον εκτιθέμενο σκοπό, χωρίς εξάλλου να υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο προς τούτο. Η υποχρέωση να επισημαίνεται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για όλους η λήξη της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας περιορίζει ασφαλώς σε λιγότερο βαθμό τις ανταλλαγές εμπορευμάτων απ' ό,τι μια άνευ ετέρου απαγόρευση εμπορίας. Επιπλέον, όπως παρατηρεί το Verwaltungssenat και όπως επιβεβαιώνει η εκκαλούσα της κύριας δίκης, η αυστριακή διάταξη δεν απαιτεί κατ' ανάγκη την επίθεση συμπληρωματικής ετικέτας σε κάθε συσκευασία που διατίθεται στο εμπόριο μετά τη λήξη της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το επίδικο μέτρο δεν υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την προστασία του καταναλωτή και, επομένως, πρέπει να κριθεί σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.
49 Ως συμπέρασμα, θεωρώ ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungssenat πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2000/13 δεν απαγορεύει την εφαρμογή ρυθμίσεως κράτους μέλους προβλέπουσας, στην περίπτωση εμπορίας τροφίμων των οποίων έχει λήξει η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας, την υποχρέωση επισημάνσεως του γεγονότος αυτού κατά τρόπο σαφή και κατανοητό σε όλους μέσω ειδικής μνείας, χωρίς να είναι δυνατό να περιορίζεται η επισήμανση της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας πάνω στην ετικέτα.
Πρόταση
50 Επομένως, υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που του υπέβαλε το Verwaltungssenat με διάταξη της 1ης Ιουνίου 2001 ως ακολούθως:
«Η οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, δεν απαγορεύει την εφαρμογή ρυθμίσεως κράτους μέλους προβλέπουσας την υποχρέωση επισημάνσεως του γεγονότος αυτού κατά τρόπο σαφή και κατανοητό σε όλους μέσω ειδικής μνείας, χωρίς να είναι δυνατό να περιορίζεται η επισήμανση της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας πάνω στην ετικέτα.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33.
(2) - ΕΕ L 109, σ. 29.
(3) - Δημοσιευθείσα στο BGBl. 1993/72.
(4) - Νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 9, BGBl. II, 1999/462.
(5) - Ανεπίσημη μετάφραση.
(6) - Δημοσιευθείς στο BGBl. 1975/86· η τελευταία τροποποίηση περιέχεται στο BGBl. I, 157/1999.
(7) - (Η υπογράμμιση δική μου). Πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο αυτό αναφέρει, στην αγγλική απόδοση, «indication of the following particulars alone shall be compulsory on the labelling of foodstuffs». Η γερμανική απόδοση χρησιμοποιεί το επίρρημα «nur», η ισπανική απόδοση το «solamente», και η πορτογαλική απόδοση το «unicamente».
(8) - Βλ. την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C-241/89, SARPP (Συλλογή 1990, σ. I-4695, σκέψη 15). Βλ. επίσης, με το ίδιο πνεύμα, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στην υπόθεση C-221/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας (που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου), και στις υποθέσεις C-421/00, C-426/00 και C-16/01, Sterbenz (που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου, σημείο 38).
(9) - Τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Αυγούστου 2001, COM(2001) 475 τελικό (ΕE C 304 Ε, σ. 273).
(10) - ΕΕ L 31, σ. 1.
(11) - Το γεγονός ότι μια πινακίδα πληροφορήσεως που είναι αναρτημένη εντός καταστήματος δεν μπορεί αν εξομοιώνεται με την επισήμανση κατά την έννοια της οδηγίας φαίνεται να επιβεβαιώνεται εμμέσως από την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1998, C-385/96, Goerres (Συλλογή 1998, σ. I-4431, σκέψη 25), με την οποία το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «όλες οι προβλεπόμενες από την οδηγία υποχρεωτικές ενδείξεις της επισημάνσεως πρέπει να αναγράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους καταναλωτές του οικείου κράτους ή της οικείας περιοχής, ή με άλλα μέσα, όπως σχέδια, σύμβολα ή εικονογράμματα. Η τοποθέτηση μιας πρόσθετης πινακίδας ("Zusatzschild") εντός του καταστήματος στον χώρο που βρίσκεται το οικείο προϋόν δεν είναι επαρκές μέτρο για την εξασφάλιση της προστασίας του τελικού καταναλωτή» (η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, μπορεί να συναχθεί από την απόφαση αυτή ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στον καταναλωτή μέσω πινακίδας ανηρτημένης «εντός του καταστήματος στον χώρο όπου βρίσκεται το οικείο προϋόν» δεν είναι αυτές «της επισημάνσεως», πράγμα που φαίνεται ακριβώς να επιβεβαιώνει ότι η ανάρτηση μιας πινακίδας δεν συνιστά μορφή «επισημάνσεως» κατά την έννοια της οδηγίας.
(12) - Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993 C-267/91 και C-268/91 (Συλλογή 1993, σ. I-6097, σκέψη 16).
(13) - Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard, σκέψη 17.
(14) - Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 3ης Ιουνίου 1999, C-33/97, Colim (Συλλογή 1999, σ. 3175, σκέψη 38), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, C-169/99, Schwarzkopf (Συλλογή 2001, σ. Ι-5901, σκέψη 38).
(15) - Βλ., ως προς την πρόσφατη νομολογία για το άρθρο 28 ΕΚ, τις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, σκέψη 13)· της 10ης Νοεμβρίου 1982, 261/81, Walter Rau Lebensmittelwerke (Συλλογή 1982, σ. 3961, σκέψη 12), και της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 28).
Full & Egal Universal Law Academy