ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. L. A. GEELHOED
της 13ης Φεβρουαρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-230/01
Intervention Board for Agricultural Produce
κατά
Penycoed Farming Partnership
[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Κανονισμός (ΕΟΚ) 3950/92 – Πρόσθετη εισφορά στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων – Παράδοση από τον παραγωγό προς τον αγοραστή – Παράλειψη καταβολής της εισφοράς από τον αγοραστή – Αξίωση καταβολής από τον παραγωγό
I ─ Εισαγωγή
1. Το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο) υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (EΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (2) , και του κανονισμού (EΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (3) .
2. Τα ερωτήματα αφορούν την είσπραξη της εισφοράς. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά υπό ποίες προϋποθέσεις οι αρμόδιοι εθνικοί οργανισμοί μπορούν να κινήσουν διαδικασία προς είσπραξη της εισφοράς που οφείλεται για τις παραδόσεις που πραγματοποιήθηκαν από παραγωγό γάλακτος προς αγοραστή, απευθείας κατά του παραγωγού. Κατά τους εφαρμοστέους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, σε καταβολή της εισφοράς υποχρεούται ο αγοραστής ─και όχι ο παραγωγός.
3. Η υπόθεση αυτή εντάσσεται στην εφαρμογή ενός μηχανισμού που σκοπεί να εμποδίσει κάθε ένδικο βοήθημα κατά του αγοραστή γάλακτος. Τα ενδιαφερόμενα μέρη σκοπούν έτσι να δημιουργήσουν μια κατάσταση που εμποδίζει τη μεταβίβαση της εισφοράς που οφείλεται για ποσότητα γάλακτος η οποία δεν αντιστοιχεί σε ποσόστωση γάλακτος.
II ─ Το νομικό πλαίσιο
A ─ Οι κοινοτικές διατάξεις
4. Το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς επί του αγελαδινού γάλακτος θεσπίστηκε την 1η Απριλίου 1984 με τον κανονισμό (EΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (4) , για την τροποποίηση του κανονισμού (EΟΚ) 804/68, περί κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (5) . Κατά το άρθρο 5γ του τροποποιηθέντος κανονισμού 804/68, η εν λόγω εισφορά έχει ως στόχο τον έλεγχο της αύξησης της γαλακτοπαραγωγής, καθιστώντας συγχρόνως δυνατές τις αναγκαίες διαρθρωτικές εξελίξεις και προσαρμογές, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των καταστάσεων που επικρατούν στα κράτη μέλη, στις περιοχές ή στις ζώνες συγκέντρωσης της Κοινότητας. Χορηγείται γαλακτοκομική ποσόστωση (6) σε κάθε παραγωγό που πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Ο κανονισμός (EΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (7) , θέσπισε ακριβέστερους κανόνες (8) .
5. Ο κανονισμός 3950/92 διατήρησε σε ισχύ το καθεστώς αυτό ─αρχικώς προσωρινό─ μέχρι την 1η Απριλίου 2000 (9) . Ο κανονισμός 536/93 θέσπισε τις διατάξεις προς εκτέλεση του κανονισμού αυτού.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 3950/92, η συμπληρωματική εισφορά επιβαρύνει τους παραγωγούς αγελαδινού γάλακτος και επιβάλλεται επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος, οι οποίες παραδίδονται σε αγοραστή ή πωλούνται απευθείας προς κατανάλωση, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης δωδεκάμηνης περιόδου, και οι οποίες υπερβαίνουν ποσότητα που θα καθοριστεί. Η εισφορά καθορίζεται στο 115 % της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος.
7. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92 αφορά τις παραδόσεις: [...] ο υπόχρεος της εισφοράς αγοραστής καταβάλλει στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους, πριν από μια ορισμένη ημερομηνία και σύμφωνα με διαδικασίες που θα καθορισθούν, το οφειλόμενο ποσό το οποίο παρακρατεί επί της τιμής του γάλακτος την οποία καταβάλλει στους παραγωγούς που οφείλουν την εισφορά, και, αν όχι, το ποσό το οποίο εισπράττει με κάθε κατάλληλο μέσο. Εάν ένας αγοραστής υποκαθιστά εν όλω ή εν μέρει έναν ή περισσότερους αγοραστές, για την ολοκλήρωση της τρέχουσας δωδεκάμηνης περιόδου, λαμβάνονται υπόψη οι ατομικές ποσότητες που έχουν ήδη παραδοθεί και λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη την περιεκτικότητά τους σε λιπαρά. Οι αυτές διατάξεις εφαρμόζονται στην περίπτωση μετάβασης ενός παραγωγού από έναν αγοραστή σε άλλον. Όταν οι ποσότητες που παραδίδει ένας παραγωγός υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς την οποία διαθέτει, ο αγοραστής δικαιούται να παρακρατεί έναντι της οφειλομένης εισφοράς, σύμφωνα με διαδικασίες που θα καθορίσει το κράτος μέλος, ποσό της τιμής του γάλακτος για κάθε παράδοση του παραγωγού αυτού, η οποία υπερβαίνει την ποσότητα αναφοράς την οποία διαθέτει.
8. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, αφορά τις απευθείας πωλήσεις. Στην περίπτωση αυτή, ο παραγωγός καταβάλλει την οφειλόμενη εισφορά στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους πριν από μια συγκεκριμένη ημερομηνία και σύμφωνα με διαδικασίες που θα καθορισθούν.
9. Το άρθρο 9, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 3950/92 δίδει τον ακόλουθο ορισμό της έννοιας του αγοραστή: η επιχείρηση ή η ένωση που αγοράζει γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα από τον παραγωγό:
─ για να τα επεξεργαστεί ή να τα μεταποιήσει, για να τα επεξεργαστεί ή να τα μεταποιήσει,
─ για να τα παραχωρήσει σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις οι οποίες επεξεργάζονται ή μεταποιούν το γάλα ή τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ωστόσο, νοείται ως αγοραστής μια ομάδα αγοραστών, εγκατεστημένων στην ίδια γεωγραφική περιοχή, η οποία διενεργεί για λογαριασμό των μελών της εργασίες διοικητικής και λογιστικής φύσεως που είναι αναγκαίες για την καταβολή της εισφοράς [...] για να τα παραχωρήσει σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις οι οποίες επεξεργάζονται ή μεταποιούν το γάλα ή τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ωστόσο, νοείται ως αγοραστής μια ομάδα αγοραστών, εγκατεστημένων στην ίδια γεωγραφική περιοχή, η οποία διενεργεί για λογαριασμό των μελών της εργασίες διοικητικής και λογιστικής φύσεως που είναι αναγκαίες για την καταβολή της εισφοράς [...]
.
10. Ο ρόλος του αγοραστή διευκρινίζεται στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3950/92, η οποία ορίζει τα εξής: προκειμένου να αποφευχθούν, όπως κατά το παρελθόν, μακρές καθυστερήσεις στην είσπραξη και την καταβολή της εισφοράς, ασυμβίβαστες με το στόχο του καθεστώτος, είναι σκόπιμο να καθοριστεί ότι ο αγοραστής, που φαίνεται καλύτερα σε θέση να πραγματοποιεί τις απαιτούμενες πράξεις, είναι ο υπόχρεος της εισφοράς και να του δοθούν τα μέσα είσπραξής της από τους παραγωγούς που είναι οι οφειλέτες.
11. Οι κανόνες εφαρμογής της εισφοράς θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 536/93. Ο κανονισμός αυτός προβλέπει, στο άρθρο 3, διατάξεις σχετικές με την παράδοση στον αγοραστή και, στο άρθρο 4, διατάξεις σχετικές με την απευθείας παράδοση στον καταναλωτή. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, επιβάλλει στα κράτη μέλη να λάβουν συμπληρωματικά μέτρα προς διασφάλιση της πληρωμής της εισφοράς που οφείλεται στην Κοινότητα εντός της ορισθείσας προθεσμίας. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 536/93, στα ανωτέρω μέτρα περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου προς διασφάλιση της είσπραξης της εισφοράς επί των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος που τίθενται σε εμπορία καθ' υπέρβαση της μιας ή της άλλης των ποσοτήτων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (EΟΚ) 3950/92. Για τον σκοπό αυτό:
α) όλοι οι αγοραστές οι οποίοι πραγματοποιούν τις συναλλαγές τους στο έδαφος κράτους μέλους αναγνωρίζονται από αυτό. [...]
β) ο παραγωγός οφείλει να βεβαιούται ότι ο αγοραστής στον οποίο παραδίδει είναι αναγνωρισμένος. [...]
B ─ Οι εθνικές διατάξεις
12. Οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου που εφαρμόζουν τον κοινοτικό κανονισμό στον τομέα των συμπληρωματικών εισφορών περιλαμβάνονται στην Dairy Produce Quota Regulations 1997 (κανονιστική απόφαση του 1997 περί γαλακτοκομικών ποσοστώσεων) (10) .
13. Το άρθρο 2 δίδει ορισμό της έννοιας του αγοραστή που συμπίπτει με τον ορισμό του άρθρου 9 του κανονισμού 3950/92 και είναι αναγνωρισμένος από το Intervention Board for Agricultural Produce (11) , δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 536/93. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Intervention Board είναι ο αρμόδιος οργανισμός κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 3950/92.
14. Το άρθρο 20 προβλέπει ότι το Intervention Board μπορεί να αξιώνει την καταβολή, εντόκως, κάθε ποσού που οφείλεται στα πλαίσια της εισφοράς και δεν έχει καταβληθεί την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92 ─που αφορά την περίπτωση κατά την οποία οι ποσότητες γάλακτος που παραδίδονται σε αγοραστή από παραγωγό υπερβαίνουν την ποσόστωση του παραγωγού─ ο αγοραστής μπορεί να παρακρατήσει αμέσως από τα ποσά που οφείλει στον παραγωγό ένα ποσό που αντιστοιχεί στην υπέρβαση της ποσοστώσεως.
III ─ Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
15. Η κύρια δίκη αφορά τη διαφορά μεταξύ του Intervention Board, αφενός, και της Penycoed Farming Partnership (12) , αφετέρου, μιας ενώσεως μεταξύ των Jonathan Williams και Ian Parker.
16. Με δικόγραφο της 28ης Ιανουαρίου 1999, το Intervention Board άσκησε αγωγή κατά της Penycoed ενώπιον του High Court of Justice για την καταβολή ποσού 561 872,42 λιρών στερλινών (GBP), που αντιπροσωπεύει την εισφορά που όφειλε η εναγομένη για το έτος εμπορίας 1997/1998, εντόκως. Στο υπόμνημα της 6ης Μαΐου 1999, το Intervention Board εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά προς στήριξη της αγωγής του. Στο σημείο 11 του υπομνήματος αυτού, ανέφερε τα εξής: Κατά την περίοδο εμπορίας 1997/1998, η εναγομένη ήταν παραγωγός γάλακτος υπό την έννοια της [οικείας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας] και παρέδωσε 2 111 023 λίτρα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος σε πρόσωπα που δεν είχαν την ιδιότητα του αναγνωρισμένου από το ενάγον αγοραστή.
17. Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, η υπόθεση αυτή εντάσσεται σε μηχανισμό που παρέχει στους γεωργοκτηνοτρόφους τη δυνατότητα να παραδίδουν γάλα στην Elm Farms Limited (εταιρία αγγλικού δικαίου, νυν υπό εκκαθάριση, στο εξής: Elm Farms) και από 1ης Ιανουαρίου 1998 στην TDM Dairy Management Incorporated (εταιρία καταχωρισμένη στο Delaware, στο εξής: TDM).
18. Οι γεωργοκτηνοτρόφοι που συμμετείχαν στο σύστημα είχαν συνάψει συμφωνίες με την Elm Farms και την TDM. Η πλειονότητα αυτών διέθετε καταγεγραμμένες ποσοστώσεις γάλακτος, ενώ άλλοι, μεταξύ των οποίων η εναγομένη, δεν διέθεταν. Κατά τις συμφωνίες αυτές, οι γεωργοκτηνοτρόφοι εκμίσθωναν μέρος των γαιών τους και τα κοπάδια τους στην Elm Farms ή στηνTDM. Οι γεωργοκτηνοτρόφοι που διέθεταν γαλακτοκομική ποσόστωση εξουσιοδοτούσαν την Elm Farms και την TDM να ενεργούν για λογαριασμό τους. Ταυτοχρόνως, η Elm Farms και η TDM συνήπταν συμβάσεις με τους γεωργοκτηνοτρόφους οι οποίες προέβλεπαν ότι αυτοί θα διασφάλιζαν για λογαριασμό της Elm Farms και της TDM επ' αμοιβή τη φροντίδα και το άρμεγμα των κοπαδιών.
19. Το σχήμα αυτό παρείχε στους αγρότες τη δυνατότητα να παράγουν γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς να χρειάζονται σχετική ποσόστωση. Ο σκοπός των συμφωνιών αυτών ήταν να μην εμπίπτουν οι αγρότες στον ορισμό του παραγωγού γάλακτος υπό την έννοια της ρυθμίσεως της συμπληρωματικής εισφοράς και, ταυτοχρόνως, η Elm Farms και η TDM να μη χαρακτηρίζονται ως αγοραστές. Η Elm Farms και η TDM κατέστησαν οι ίδιες παραγωγοί οι οποίοι είτε χρειάζονταν γαλακτοκομικές ποσοστώσεις, είτε ήσαν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν οφειλόμενες ενδεχομένως εισφορές. Το Intervention Board παρατήρησε, πάντως, ότι το σύστημα αυτό δεν είχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και ότι οι γεωργοκτηνοτρόφοι εξακολουθούν να είναι παραγωγοί και η Elm Farms και η TDM αγοραστές. Πράγματι, οι γεωργοκτηνοτρόφοι είχαν παραδώσει γάλα στην Elm Farms και στην TDM. Οι γεωργοκτηνοτρόφοι αμφισβητούν την ορθότητα των ανωτέρω ισχυρισμών του Intervention Board.
20. Τον Μάρτιο του 2000, η Penycoed ζήτησε την prima facie απόρριψη της αγωγής του Intervention Board. Η Penycoed εξέθεσε ότι το Intervention Board δεν μπορούσε να στραφεί ευθέως κατ' αυτής, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά ήσαν αληθή. Η Penycoed έκρινε ότι το Intervention Board μπορούσε να στραφεί μόνον κατά των αγοραστών γάλακτος. Οι αγοραστές αυτοί μπορούσαν με τη σειρά τους να στραφούν αναγωγικώς κατά της Penycoed. Το Intervention Board αμφισβητεί την ορθότητα της απόψεως αυτής.
21. Από νομικής απόψεως, το αίτημα της Penycoed χαρακτηρίζεται ως ένσταση απαραδέκτου. Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2000, ο Master Eyre απέρριψε την ένσταση, διότι έκρινε ότι το ζήτημα αυτό δεν έπρεπε να επιλυθεί σε προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας αλλά κατά την εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας. Ο Master Eyre επέτρεψε στην Penycoed να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεώς του ενώπιον του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division). Το Court of Appeal εξέτασε την υπόθεση στις 25 Απριλίου 2001.
22. Παρατηρώ ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης συμφώνησαν ότι, όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου, η ανάλυση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Intervention Board πρέπει να θεωρηθεί ορθή. Στη συνέχεια της διαδικασίας, η Penycoed χαρακτηρίστηκε, κατά συνέπεια, ως παραγωγός και η Elm Farms και η TDM ως αγοραστές στους οποίους η Penycoed παρέδωσε γάλα. Eπιπλέον, αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία ότι το Intervention Board δεν είχε αναγνωρίσει την Elm Farms και την TDM ως αγοραστές.
23. Στη συνέχεια, με απόφαση της 31ης Μαΐου 2001, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Ιουνίου 2001, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) ζήτησε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να απαντήσει στα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Επιτρέπουν τα άρθρα 1 και/ή 2 του κανονισμού 3950/92 του Συμβουλίου στον αρμόδιο οργανισμό κράτους μέλους να στραφεί ευθέως κατά παραγωγού προς είσπραξη της εισφοράς που οφείλει ο εν λόγω παραγωγός (σε διαφορετική περίπτωση από την προβλεπόμενη από το άρθρο 2, παράγραφος 3, όσον αφορά τις απευθείας πωλήσεις);
2) Αν ναι, υπό ποιες συνθήκες μπορεί να ασκήσει σχετική αγωγή;
3) Ειδικότερα, είναι δυνατή η άσκηση μιας τέτοιας αγωγής όταν ο αγοραστής στον οποίο παραδόθηκαν ποσότητες γάλακτος α) δεν είναι αναγνωρισμένος δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού 536/93 (13) της Επιτροπής και/ή β) δεν έχει συμμορφωθεί με καμία από τις υποχρεώσεις του από το άρθρο 7 του ως άνω κανονισμού και/ή γ) δεν του καταβλήθηκε το ποσό της σχετικής εισφοράς ή ο ίδιος δεν ζήτησε από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς την καταβολή της;
24. Εκτός από την παρούσα υπόθεση, εκκρεμούν 22 άλλες υποθέσεις που αφορούν τον ίδιο τύπο ενεργειών (ή παρεμφερείς ενέργειες), εκ των οποίων 21 υποθέσεις στα πλαίσια των οποίων προβλήθηκε ή μπορεί να προβληθεί η ίδια ένσταση απαραδέκτου από τους εναγομένους. Το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε προς το παρόν την ενώπιόν του διαδικασία ως προς τις υποθέσεις αυτές, αναμένοντας την προδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί επί της παρούσας υποθέσεως.
25. Δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου για τον οργανισμό του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι Κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Ιταλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή. Στις 28 Νoεμβρίου 2002 πραγματοποιήθηκε η επ' ακροατηρίου συζήτηση για την υπόθεση αυτή, όπου και η Penycoed εξέθεσε την άποψή της.
IV ─ Η οργάνωση της αγοράς στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων
26. Το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς αποτελεί τμήμα της οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων. Για να διευκρινίσω το πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, θα αρχίσω εκθέτοντας στο σημείο αυτό μερικές πτυχές που αφορούν την οργάνωση της εν λόγω αγοράς.
27. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παράγει ετησίως 122 εκατομμύρια τόνους γάλακτος, χάρη σε 21 εκατομμύρια γαλακτοπαραγωγών αγελάδων και σε 720 000 επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως γαλακτοπαραγωγών ζώων. 115 εκατομμύρια τόνοι (το 94 %) της παραγωγής αυτής γάλακτος διοχετεύονται σε γαλακτοκομεία, ενώ το υπόλοιπο υφίσταται επεξεργασία στο αγρόκτημα παραγωγής. Περίπου 100 εκατομμύρια τόνοι (το 82 %) προσφέρονται στην κοινοτική αγορά σε κανονικές τιμές αγοράς, ποσότητα από την οποία άνω του ημίσεος προσφέρεται σε μορφή τυριού, 10 εκατομμύρια τόνοι (το 8 %) προσφέρονται επίσης στην εσωτερική αγορά αλλά σε επιδοτούμενη τιμή, και τα 12 τελευταία εκατομμύρια τόνοι γάλακτος (το 10 %) εξάγονται σε τρίτες χώρες υπό τη μορφή γάλακτος σε σκόνη, βουτύρου, τηγμένου βουτύρου, τυριού και συμπυκνωμένου γάλακτος. Οι εξαγωγές αυτές πραγματοποιούνται σε μεγάλο βαθμό με τη βοήθεια επιστροφών κατά την εξαγωγή, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα καλύψεως της διαφοράς τιμής με την τιμή της παγκόσμιας αγοράς.
28. Ο κανονισμός 804/68 ίσχυσε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2000 (14) . Δυνάμει του κανονισμού αυτού, η οργάνωση της αγοράς στηρίζεται σε τρεις αρχές:
1. Ένα σύστημα τιμών που συνεπάγεται τον καθορισμό, για κάθε γαλακτοκομική περίοδο, ενδεικτικής τιμής (15) για το γάλα και τιμής παρεμβάσεως (16) για το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη.
2. Ένα καθεστώς παρεμβάσεως. Από το 1987, οι δυνατότητες παρεμβάσεως για το βούτυρο εξαρτώνται από το επίπεδο της τιμής της αγοράς εντός κράτους μέλους ─υπάρχει παρέμβαση μόνον εάν η τιμή της αγοράς είναι κατώτερη από το 92 % της τιμής παρεμβάσεως─ και το επιστρεφόμενο βούτυρο καθώς και το βούτυρο αποθεματοποιήσεως πληρώνεται μόνο μέχρι το 90 % της τιμής παρεμβάσεως. Για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, η παρέμβαση είναι δυνατή μόνον κατά τη θερινή περίοδο (1η Μαρτίου-31 Αυγούστου) και η τιμή παρεμβάσεως του 100 % παρέχεται μόνο για ορισμένη ποσότητα (ετησίως 109 000 τόνοι για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση).
3. Ένα καθεστώς σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές με τις τρίτες χώρες. Επιδοτήσεις (επιστροφές) χορηγούνται κατά την εξαγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων στις τρίτες χώρες, για να καλύψουν τη διαφορά μεταξύ της εσωτερικής αγοράς και της παγκόσμιας αγοράς. Λόγω της συμφωνίας περί ιδρύσεως του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάστηκε να μειώσει δραστικά την επιδοτούμενη εξαγωγή μεταξύ 1995 και 2001: -36 % σε αξία και -21 % σε ποσότητα. Από την 1η Ιανουαρίου 2000 ─και, κατά συνέπεια, μικρότερης σημασίας για την υπόθεση αυτή─ εφαρμόζεται ένα τροποποιημένο καθεστώς δυνάμει του κανονισμού 1255/1999 (17) .Εν κατακλείδι, η ενδεικτική τιμή για το γάλα και οι τιμές παρεμβάσεως μειώθηκαν. Τέθηκαν σε εφαρμογή άλλες μορφές ενισχύσεως, όπως συμπληρωματικές πριμοδοτήσεις, ενισχύσεις βάσει της εκτάσεως και άμεση στήριξη του εισοδήματος.
V ─ Εκτίμηση
A ─ Προκαταρκτική παρατήρηση
29. Φρονώ ότι τα τρία ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε πρέπει να εξετασθούν από κοινού.
30. Το πρόβλημα που καλείται να εξετάσει εν προκειμένω το Δικαστήριο είναι το ακόλουθο. Η συμπληρωματική εισφορά βαρύνει τον παραγωγό του γάλακτος, αλλά πρέπει να καταβληθεί στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους από τον αγοραστή του γάλακτος. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ο αγοραστής είναι το γαλακτοκομείο που επεξεργάζεται ή μεταποιεί το γάλα. Ούτε οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ούτε οι βρετανικές εκτελεστικές διατάξεις παρέχουν στον αρμόδιο οργανισμό την εξουσία εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς απευθείας από τον παραγωγό γάλακτος. Το βασικό ζήτημα που ανακύπτει, επομένως, είναι αν η απευθείας είσπραξη από τον γαλακτοπαραγωγό είναι, πάντως, δυνατή όταν η συμπληρωματική εισφορά δεν μπορεί να εισπραχθεί από τον αγοραστή. Το Δικαστήριο μπορεί να περιοριστεί στην εξέταση του βασικού αυτού ζητήματος και, κατά συνέπεια, να μη λάβει υπόψη πολλά στοιχεία τα οποία προβλήθηκαν κατά την παρούσα διαδικασία.
31. Στην έκθεση που ακολουθεί, θα παρουσιάσω, κατ' αρχάς, σχηματικά το επίμαχο εν προκειμένω καθεστώς, στο μέτρο που ασκεί επιρροή για την απάντηση στο πρόβλημα που τέθηκε. Στη συνέχεια, θα εξετάσω τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως. Κατόπιν, θα περιγράψω τα στοιχεία τα οποία νομίζω ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Τέλος, θα διατυπώσω την απάντηση που προτείνω στο ερώτημα που ανέκυψε.
B ─ Συνοπτική παρουσίαση του σκοπού και του περιεχομένου του επίμαχου καθεστώτος
32. Η συμπληρωματική εισφορά θεσπίστηκε την 1η Απριλίου 1984, για να ελεγχθεί η παραγωγή γάλακτος εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η θέσπιση ατομικών ποσοστώσεων σκοπούσε στον περιορισμό της αυξήσεως της γαλακτοκομικής παραγωγής και στην αποτροπή της εισόδου νέων επιχειρήσεων στην αγορά. Οι ατομικές γαλακτοκομικές ποσοστώσεις προσδιορίζουν την ποσότητα γάλακτος που μπορεί να παραγάγει κτηνοτρόφος που εκτρέφει γαλακτοπαραγωγές αγελάδες χωρίς να υποχρεωθεί να καταβάλει ─υπέρογκη─ συμπληρωματική εισφορά. Το ύψος της εισφοράς αυτής ανέρχεται σήμερα στο 115 % της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος.
33. Από την άποψη του κτηνοτρόφου γαλακτοπαραγωγών ζώων αυτό σημαίνει τα εξής: ο κτηνοτρόφος έχει το δικαίωμα να παραγάγει γάλα μέχρι τη συμπλήρωση της ποσοστώσεώς του. Αν παραγάγει περισσότερο γάλα είναι υποχρεωμένος να πληρώσει. Με την απόφαση Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen (18) , το Δικαστήριο διευκρίνισε τα ανωτέρω διεξοδικώς. Η συμπληρωματική εισφορά πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο μεταβιβάσεως [...] από τον οφειλέτη, δηλαδή τον παραγωγό, στον δανειστή, ήτοι στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους. Τα εν λόγω δικαιώματα και υποχρεώσεις του κτηνοτρόφου γαλακτοπαραγωγών ζώων συνιστούν την ίδια την ουσία του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς.
34. Eπιπλέον, προκειμένου να εξασφαλισθεί πραγματικός περιορισμός της παραγωγής γάλακτος, το καθεστώς προβλέπει σειρά διοικητικών αρμοδιοτήτων που σκοπούν στην εξασφάλιση της καταβολής της εισφοράς. Οι διοικητικές αυτές αρμοδιότητες προβλέπονται, κατά μεγάλο μέρος, στους κοινοτικούς κανονισμούς που έχουν θεσπιστεί για τη συμπληρωματική εισφορά. Τα κράτη μέλη διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην εφαρμογή του καθεστώτος αυτού. Οι κοινοτικοί κανονισμοί τους παρέχουν πλήρη εξουσία να το πράξουν. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, μεταξύ άλλων, για την είσπραξη της εισφοράς. Οι αρμοδιότητες των οργανισμών των κρατών μελών στον τομέα της εισπράξεως καθορίζονται, πάντως, σε κοινοτικό επίπεδο. Ο σκοπός είναι να εξασφαλισθεί ότι η συμπληρωματική εισφορά εφαρμόζεται πράγματι σε όλα τα κράτη μέλη χωρίς απώλεια κοινοτικών πόρων. Ο σκοπός είναι επίσης να εξασφαλισθεί ομοιόμορφη εφαρμογή προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο να επηρεασθεί η παραγωγή γάλακτος εντός των κρατών μελών από ανισότητες στον τομέα του ανταγωνισμού.
35. Για διοικητικούς λόγους, προτιμήθηκε να εισπράττει ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους τη συμπληρωματική εισφορά από τον αγοραστή γάλακτος και όχι από τον παραγωγό γάλακτος. Όπως τονίζει το Δικαστήριο στην απόφαση Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen (19) , ο αγοραστής έχει τον ρόλο του ενδιαμέσου, δεδομένου ότι έχει την ιδιότητα του οφειλέτη σε περίπτωση μεταβιβάσεως. Από την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προκύπτει ότι η ανάθεση του ρόλου αυτού στον αγοραστή σκοπεί στην αποτροπή μεγάλων καθυστερήσεων στην είσπραξη της εισφοράς. Ο παραγωγός είναι και παραμένει ο οφειλέτης της εισφοράς.
36. Για πρακτικούς διοικητικούς λόγους, ο αγοραστής διαδραματίζει, επομένως, τον ρόλο του ενδιαμέσου. Ο ρόλος αυτός ουδόλως μεταβάλλει την υποχρέωση του κτηνοτρόφου γαλακτοπαραγωγών ζώων να περιορίσει την παραγωγή γάλακτος και να μεταφέρει την οφειλόμενη εισφορά επί της πλεονάζουσας παραγωγής. Με την απόφαση Consorzio fra i Caseifici dell'Altopiano di Asiago (20) , το Δικαστήριο ορίζει την έννοια του αγοραστή κατά τα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 9, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 3950/92 ως εξής: περιλαμβάνει κάθε ενδιάμεση επιχείρηση η οποία προβαίνει στην αγορά του γάλακτος από παραγωγό στο πλαίσιο συμβατικής σχέσεως, ανεξάρτητα από τον τρόπο αμοιβής του τελευταίου, με σκοπό είτε να το επεξεργαστεί είτε να το μεταποιήσει η ίδια είτε να το διαθέσει σε επιχείρηση επεξεργασίας ή μεταποιήσεως [...]. Κατά συνέπεια, πρόκειται για πολύ ευρεία ερμηνεία, όπως εκθέτει άλλωστε λεπτομερώς το Δικαστήριο στην απόφαση εκείνη.
37. Η εν λόγω ευρεία ερμηνεία του Δικαστηρίου είναι αναγκαία, διότι ο κοινοτικός νομοθέτης χορήγησε στον αγοραστή το μονοπώλιο της εισπράξεως της εισφοράς από τον παραγωγό γάλακτος καθώς και τη μεταβίβαση του εισπραχθέντος ποσού στον εθνικό οργανισμό. Η ρύθμιση δεν προβλέπει υποχρέωση για τον παραγωγό γάλακτος να μεταβιβάσει την εισφορά στους αρμόδιους οργανισμούς ούτε παρέχει αρμοδιότητα στις αρχές αυτές να εισπράξουν την εισφορά από τον παραγωγό γάλακτος, εξαιρουμένης της απευθείας πωλήσεως από το αγρόκτημα.
38. Ο κοινοτικός νομοθέτης λαμβάνει προφανώς ως αφετηρία την άποψη ότι υφίσταται πάντοτε αγοραστής γάλακτος που υποχρεούται να καταβάλει τη συμπληρωματική εισφορά που οφείλει ο παραγωγός του γάλακτος. Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει αγοραστής υπεύθυνος για την καταβολή αυτή. Οι ενέργειες των διαδίκων αποκάλυψαν κενό στη νομοθεσία.
Γ ─ Οι κατατεθείσες παρατηρήσεις
39. Η απάντηση στο κύριο ερώτημα που διατύπωσα στο τμήμα Α και που είναι σχετική με την αρμοδιότητα της απευθείας εισπράξεως από τον παραγωγό παρέχει τη δυνατότητα διακρίσεως των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως. Για να συνοψίσω: οι Κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιταλίας καθώς και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, ενώ η Penycoed και η Ελληνική Κυβέρνηση προτείνουν αρνητική απάντηση.
40. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι, για την εξασφάλιση αποτελεσματικής εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς, το Intervention Board πρέπει να είναι κατ' αρχήν αρμόδιο να στραφεί κατά του ίδιου του παραγωγού, διότι αυτός είναι ο τελικός οφειλέτης δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 3950/92. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92 σκοπεί στη διευκόλυνση της αγωγής κατά των παραγωγών και όχι στην παρεμπόδιση της αγωγής αυτής όταν ο αγοραστής δεν μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο του ενδιαμέσου. Πράγματι, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Penycoed, η Elm Farms και η TDM παρέβησαν το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93. Η Elm Farms και η TDM ήσαν μη αναγνωρισμένοι αγοραστές και η Penycoed παρέδιδε γάλα στους εν λόγω μη αναγνωρισμένους αγοραστές. Ένας μη αναγνωρισμένος αγοραστής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92 και δεν διαθέτει, κατά συνέπεια, τις αρμοδιότητες που το άρθρο 2, παράγραφος 2, αναγνωρίζει στον αγοραστή.
41. H Penycoed, η Elm Farms και η TDM ουδόλως προσπάθησαν να καταβάλουν ή να εισπράξουν την εισφορά. Μολονότι ο κανονισμός δεν θεσπίζει κανένα κανόνα για μια τέτοια περίπτωση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι ο αρμόδιος οργανισμός ενός κράτους μέλους μπορεί να κινήσει απευθείας διαδικασία εισπράξεως. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο διότι ο αγοραστής δεν επιτελεί τον ρόλο του ενδιαμέσου. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί επίσης ότι ευθεία αγωγή δεν μπορεί να ασκηθεί στην περίπτωση κατά την οποία ο παραγωγός πρέπει να πληρώσει την εισφορά δύο φορές ή εφόσον το Intervention Board μπορεί να την εισπράξει δύο φορές.
42. Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει ρητώς τη δυνατότητα ασκήσεως ευθείας αγωγής κατά παραγωγού. Aντιθέτως, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου για να εξασφαλίσουν την είσπραξη της εισφοράς. Η άσκηση αγωγής κατά παραγωγού είναι ένα από τα μέτρα αυτά.
43. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ο αρμόδιος εθνικός οργανισμός μπορεί να στραφεί απευθείας κατά του παραγωγού όταν αποδεικνύεται ότι αυτός δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να καταβάλει την εισφορά ακόμη και αφού οχλήθηκε προς τούτο. Ο αρμόδιος οργανισμός μπορεί επίσης να ασκήσει ευθεία αγωγή όταν ο αγοραστής δεν είναι αναγνωρισμένος αγοραστής. Το γεγονός ότι δεν πρόκειται για αναγνωρισμένο αγοραστή δεν απαλλάσσει τον παραγωγό από την καταβολή της εισφοράς. Ακόμη και όταν ο αγοραστής δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93, ο παραγωγός δεν απαλλάσσεται από τη συμμόρφωση προς τις δικές του. Τούτο σημαίνει ότι ο εθνικός οργανισμός πρέπει να έχει αρμοδιότητα να ενεργήσει για να εμποδίσει τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου.
44. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι αγοραστές υποβλήθηκαν στην υποχρέωση καταβολής της εισφοράς στους εθνικούς οργανισμούς μόνο για λόγους διοικητικής αποτελεσματικότητας. Τούτο προκύπτει από το άρθρο 2 και από την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3950/92. Οι μεμονωμένοι παραγωγοί εξακολουθούν να είναι οι τελικοί οφειλέτες, όπως προκύπτει σαφώς από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι οι αγοραστές πρέπει να εισπράξουν την εισφορά από τους παραγωγούς. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 536/93. Ο σκοπός της εισφοράς θα ματαιωνόταν εάν οι παραγωγοί μπορούσαν να αποφύγουν την καταβολή της εισφοράς πωλώντας το γάλα τους σε αγοραστές από τους οποίους θα ήταν πρακτικώς αδύνατο στους αρμόδιους οργανισμούς των κρατών μελών να εισπράξουν την εισφορά. Οι παραγωγοί θα πλούτιζαν αδικαιολόγητα εάν δεν υπέκειντο σε καμία εισφορά.
45. Η Επιτροπή φρονεί ότι ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να εισπράξει την εισφορά από τον παραγωγό μόνον αφού την καταβάλει στο οικείο κράτος μέλος. Ο αγοραστής δεν έχει το δικαίωμα να αναζητήσει το ποσό της εισφοράς από τον παραγωγό εάν αυτός το κατέβαλε απευθείας στο κράτος μέλος. Είναι αληθές ότι ο αγοραστής μπορεί να παρακρατήσει ένα ποσό της τιμής του γάλακτος, ως προκαταβολή επί της οφειλόμενης εισφοράς, όταν οι ποσότητες που παραδόθηκαν από τον παραγωγό υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που διαθέτει. Η Επιτροπή φρονεί ότι, εάν ο αγοραστής παρακράτησε μια προκαταβολή επί της εισφοράς, το κράτος μέλος (εφόσον δεν υφίσταται απάτη και συμπαιγνία μεταξύ παραγωγού και αγοραστή) μπορεί να απαιτήσει την εισφορά μόνον από αυτόν.
46. Η Επιτροπή φρονεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εισπράξουν απευθείας την εισφορά από τους παραγωγούς σε τρεις κατηγορίες περιπτώσεων. Πρώτον, εάν ο παραγωγός δεν έχει καταβάλει ακόμη την εισφορά στον αγοραστή και οι πραγματικές και νομικές συνθήκες υπό τις οποίες τελεί ο αγοραστής είναι τέτοιες ώστε η απαίτηση της εισφοράς από αυτόν θα κατέληγε σε αδικία. Το ζήτημα κατά πόσον συντρέχουν οι συνθήκες αυτές σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να κριθεί από τον εθνικό δικαστή. Δεύτερον, η απευθείας είσπραξη επιτρέπεται εάν πρόκειται για μη αναγνωρισμένο αγοραστή, διότι στην πράξη φαίνεται πολύ δύσκολο να εισπραχθεί η εισφορά από έναν τέτοιο αγοραστή. Στην περίπτωση αυτή, ο κανονισμός 3950/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως ευθείας αγωγής κατά του παραγωγού. Τρίτον, η απευθείας είσπραξη είναι δυνατή εάν ο αγοραστής δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του κανονισμού 536/93 ή εάν ο αγοραστής δεν εισέπραξε ή δεν προσπάθησε να εισπράξει την εισφορά από τους οικείους παραγωγούς.
47. Στην απάντησή της στα προδικαστικά ερωτήματα, η Penycoed εξετάζει, κατ' αρχάς, τη νομική θέση των ενδιαφερομένων. Ο παραγωγός είναι ο οφειλέτης της εισφοράς, ο αγοραστής είναι ο δανειστής, όπως και ο αρμόδιος εθνικός οργανισμός. Κατά την Penycoed, οι νομικές υποχρεώσεις ενός προσώπου πρέπει να είναι σαφείς. Δεδομένου ότι ο παραγωγός έχει δύο δανειστές, δηλαδή τον αγοραστή και τους αρμόδιους εθνικούς οργανισμούς, τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητας.
48. Η Penycoed φρονεί ότι το Intervention Board δεν έχει το δικαίωμα στραφεί απευθείας κατά παραγωγού διότι οι εθνικοί οργανισμοί δεν διαθέτουν την αρμοδιότητα αυτή. Ο νομοθέτης και όχι το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να καλύψει το εν λόγω κενό της νομοθεσίας.
49. Η Penycoed αντικρούει την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι, σε περίπτωση παραδόσεως σε μη αναγνωρισμένο αγοραστή, ο αρμόδιος εθνικός οργανισμός μπορεί να ασκήσει ευθεία αγωγή κατά του παραγωγού, για τους εξής λόγους. Η Penycoed φρονεί ότι η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς προβλέπει άλλες κυρώσεις όταν ο αγοραστής δεν είναι αναγνωρισμένος. Ο κανονισμός δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως ευθείας αγωγής κατά του παραγωγού.
50. Η Ελληνική Κυβέρνηση φρονεί επίσης ότι οι αρμόδιοι εθνικοί οργανισμοί δεν μπορούν να στραφούν απευθείας κατά του παραγωγού, διότι το πρόσωπο που υποχρεούται να πληρώσει την εισφορά είναι ο αγοραστής, υπό την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 3950/92, και όχι ο παραγωγός.
Δ ─ Στοιχεία που δεν ασκούν επιρροή για το προδικαστικό ερώτημα
51. Πρώτον: οι διάδικοι της κύριας δίκης έλυσαν τη διαφορά όσον αφορά το καθεστώς της εναγομένης και της Elm Farms και της TDM. Κατά συνέπεια, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να περιοριστεί στο κύριο ερώτημα που διατυπώθηκε ανωτέρω. Μεταξύ των διαδίκων, είναι, πράγματι, σαφές ότι η εναγόμενη της κύριας δίκης μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παραγωγός γάλακτος. Δεν είναι επίσης σημαντικό ─τουλάχιστον στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία─ να εξετασθεί αν οι εθνικές αρχές δεν μπορούν όντως να στραφούν απευθείας στην Elm Farms και στην TDM. Το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι δεν υπάρχει αγοραστής που υποχρεούται να πληρώσει.
52. Δεύτερον: το Δικαστήριο δεν πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα αν το κείμενο της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τη συμπληρωματική εισφορά παρέχει νομική βάση στους εθνικούς οργανισμούς για να εισπράξουν την εισφορά απευθείας από τους παραγωγούς γάλακτος. Η αρμοδιότητα αυτή δεν προβλέπεται στον κανονισμό 3950/92, ούτε στον κανονισμό 536/93. Δεν αμφισβητείται επίσης το αν η νομική βάση θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελείται από συμπληρωματικό μέτρο βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 536/93, που μπορεί να λάβει κράτος μέλος για να εξασφαλίσει την καταβολή της εισφοράς που οφείλεται στην Κοινότητα εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν έλαβε τέτοιο μέτρο.
53. Τρίτον: εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει επίκληση των νομικών αρχών του κοινοτικού δικαίου από τις οποίες οι πολίτες μπορούν να αντλήσουν προστασία, όπως οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ακόμη και αν, στον επίμαχο κοινοτικό κανονισμό και στον τομέα της συμπληρωματικής εισφοράς, λείπει η αρμοδιότητα εισπράξεως από τον παραγωγό γάλακτος, αυτός δεν μπορεί νομίμως να αναμένει ότι θα μπορέσει να παραγάγει γάλα χωρίς γαλακτοκομική ποσόστωση και χωρίς εισφορά. Ενδεχόμενη πλάνη του παραγωγού γάλακτος δεν ασκεί επιρροή. Ο παραγωγός μπορεί να παραπλανηθεί μόνον ως προς το ζήτημα σε ποιόν πρέπει πληρώσει, όχι όμως ως προς το ζήτημα αν πρέπει να πληρώσει.
54. Τέταρτον: όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η κύρια δίκη αφορά μηχανισμό που έχει ως αντικείμενο την παροχή στους γεωργοκτηνοτρόφους της δυνατότητας να παραγάγουν γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς να χρειάζονται γαλακτοκομική ποσόστωση. Πρόκειται, κατά συνέπεια, για ενσυνείδητη προσπάθεια απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής. Φρονώ ότι το στοιχείο του δόλου δεν είναι σημαντικό για την επίλυση της διαφοράς. Ακόμη και αν οι διάδικοι δεν ενεργούσαν εκ προθέσεως, αλλά μπορούσαν να παραγάγουν γάλα απαλλαγμένο εισφοράς χωρίς να χρειάζονται ποσοστώσεις για άλλους λόγους, τούτο θα ήταν αντίθετο προς το περιεχόμενο και τη σημασία του κανονισμού 3950/92.
55. Πέμπτον: το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93 ορίζει ότι κάθε αγοραστής στον οποίο παραδίδει ο παραγωγός γάλακτος πρέπει να είναι αναγνωρισμένος. Ορίζεται επίσης ότι ο παραγωγός οφείλει να βεβαιούται ότι ο αγοραστής στον οποίο παραδίδει είναι αναγνωρισμένος. Πρόκειται για υποχρέωση του παραγωγού γάλακτος η οποία πρέπει να τηρείται και από το κράτος μέλος, η οποία όμως διακρίνεται από το ζήτημα αν ο παραγωγός γάλακτος είναι υποχρεωμένος να πληρώσει απευθείας την εισφορά στους εθνικούς οργανισμούς. Με άλλα λόγια, η παρούσα διαφορά δεν αφορά το ζήτημα αν ο παραγωγός γάλακτος ελευθερώνεται από την οφειλή του αν καταβάλει σε μη αναγνωρισμένο αγοραστή. Συμμερίζομαι εν προκειμένω την άποψη της Penycoed. Τα επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής δεν με πείθουν. Ένας μη αναγνωρισμένος αγοραστής είναι επίσης αγοραστής υπό την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 3950/92. Όταν η Επιτροπή αναφέρει ότι είναι δύσκολο να εισπραχθεί η εισφορά από μη αναγνωρισμένο αγοραστή, φρονώ ότι πρόκειται για αντικειμενικώς ορθή διαπίστωση, η οποία όμως δεν μπορεί να σημαίνει ότι υφίσταται εξουσία εισπράξεως απευθείας από τον παραγωγό.
56. Έκτον: εκτιμώ επίσης ότι παρέλκει πλέον η εξέταση του ζητήματος πώς θα χαρακτηρισθεί ο ρόλος ενός ενδιαμέσου του αγοραστή: είναι, κατ' αρχάς, εκπρόσωπος του παραγωγού γάλακτος στον οποίον ο αρμόδιος εθνικός οργανισμός μπορεί να απευθυνθεί ή είναι μάλλον όργανο επιφορτισμένο με την είσπραξη και, κατά συνέπεια, περισσότερο μια προέκταση του αρμόδιου εθνικού οργανισμού; Το ερώτημα αυτό ─όσο ενδιαφέρον και αν είναι─ ουδόλως αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως η οποία αφορά την υποχρέωση πληρωμής του παραγωγού γάλακτος.
E ─ Η απάντηση
Γενικά
57. Η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί στο πλαίσιο των ακολούθων διαπιστώσεων:
─ η σχετική κοινοτική νομοθεσία δεν παρέχει ρητώς καμία εξουσία στον αρμόδιο εθνικό οργανισμό του κράτους μέλους να εισπράξει τη συμπληρωματική εισφορά από τον παραγωγό γάλακτος, με την εξαίρεση της περιπτώσεως ─η οποία δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή─ της απευθείας παραδόσεως στον καταναλωτή· η σχετική κοινοτική νομοθεσία δεν παρέχει ρητώς καμία εξουσία στον αρμόδιο εθνικό οργανισμό του κράτους μέλους να εισπράξει τη συμπληρωματική εισφορά από τον παραγωγό γάλακτος, με την εξαίρεση της περιπτώσεως ─η οποία δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή─ της απευθείας παραδόσεως στον καταναλωτή·
─ το ουσιώδες στοιχείο του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς συνίσταται στο ότι ο παραγωγός γάλακτος δεν έχει δικαίωμα σε αντιστάθμισμα για το γάλα που παραδίδει παρά μόνο στο μέτρο που η ποσότητα του παραδοθέντος γάλακτος δεν υπερβαίνει την ατομική ποσόστωση γάλακτος που του χορηγήθηκε. Είναι υποχρεωμένος να πληρώσει εισφορά σε ποσοστό 115 % της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος για όλες τις παραδόσεις που υπερβαίνουν αυτή την ποσόστωση· το ουσιώδες στοιχείο του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς συνίσταται στο ότι ο παραγωγός γάλακτος δεν έχει δικαίωμα σε αντιστάθμισμα για το γάλα που παραδίδει παρά μόνο στο μέτρο που η ποσότητα του παραδοθέντος γάλακτος δεν υπερβαίνει την ατομική ποσόστωση γάλακτος που του χορηγήθηκε. Είναι υποχρεωμένος να πληρώσει εισφορά σε ποσοστό 115 % της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος για όλες τις παραδόσεις που υπερβαίνουν αυτή την ποσόστωση·
─ το αντιστάθμισμα που αντιστοιχεί στον παραγωγό γάλακτος δεν είναι μια τιμή που καθορίζεται με τη συνήθη μέθοδο της προσφοράς και της ζητήσεως. Το ύψος της τιμής αυτής εξασφαλίζεται από τις αρχές κα μάλιστα άμεσα διότι, σε περίπτωση υπερβολικά χαμηλής τιμής αγοράς, ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορούν να παραδοθούν σε γραφείο παρεμβάσεως για τιμή παρεμβάσεως και έμμεσα , εξ αιτίας του περιορισμού της ποσότητας γάλακτος που φθάνει στην αγορά, περιορισμού που είναι εγγενής στο καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς. Μια τεχνητώς χαμηλή προσφορά γάλακτος οδηγεί σε υψηλότερη τιμή· το αντιστάθμισμα που αντιστοιχεί στον παραγωγό γάλακτος δεν είναι μια τιμή που καθορίζεται με τη συνήθη μέθοδο της προσφοράς και της ζητήσεως. Το ύψος της τιμής αυτής εξασφαλίζεται από τις αρχές κα μάλιστα άμεσα διότι, σε περίπτωση υπερβολικά χαμηλής τιμής αγοράς, ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορούν να παραδοθούν σε γραφείο παρεμβάσεως για τιμή παρεμβάσεως και έμμεσα , εξ αιτίας του περιορισμού της ποσότητας γάλακτος που φθάνει στην αγορά, περιορισμού που είναι εγγενής στο καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς. Μια τεχνητώς χαμηλή προσφορά γάλακτος οδηγεί σε υψηλότερη τιμή·
─ ένα τμήμα της τιμής που εισπράττει ο παραγωγός γάλακτος για το γάλα που παραδίδει έχει τη φύση επιδοτήσεως που προέρχεται από κοινοτικούς πόρους. Πρόκειται, κατά συνέπεια, για το γάλα που παραδίδεται στο γραφείο παρεμβάσεως και για το γάλα του οποίου η εξαγωγή εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αποτελεί το αντικείμενο επιστροφής κατά την εξαγωγή· ένα τμήμα της τιμής που εισπράττει ο παραγωγός γάλακτος για το γάλα που παραδίδει έχει τη φύση επιδοτήσεως που προέρχεται από κοινοτικούς πόρους. Πρόκειται, κατά συνέπεια, για το γάλα που παραδίδεται στο γραφείο παρεμβάσεως και για το γάλα του οποίου η εξαγωγή εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αποτελεί το αντικείμενο επιστροφής κατά την εξαγωγή·
─ στο καθεστώς αυτό, η παραγωγή μιας επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται γαλακτοπαραγωγά ζώα καθορίζεται σε τεχνητό επίπεδο χάρη σε κρατικές παρεμβάσεις, τόσον όσον αφορά την παραχθείσα ποσότητα όσο και την τιμή που καταβλήθηκε για το παραδοθέν γάλα. Το επίπεδο αυτό δεν καθορίζεται, πράγματι, από την ικανότητα παραγωγής ούτε από την αγορά. Για τον λόγο αυτόν, οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να αποφύγουν ή να καταστρατηγήσουν τους κανόνες που θέτουν οι αρχές. Από την άποψη του γενικού συμφέροντος είναι, κατά συνέπεια, αναγκαίο να υφίσταται ένα αποτελεσματικό εργαλείο για να εξασφαλισθεί η επιβολή του σεβασμού του συμφέροντος αυτού· στο καθεστώς αυτό, η παραγωγή μιας επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται γαλακτοπαραγωγά ζώα καθορίζεται σε τεχνητό επίπεδο χάρη σε κρατικές παρεμβάσεις, τόσον όσον αφορά την παραχθείσα ποσότητα όσο και την τιμή που καταβλήθηκε για το παραδοθέν γάλα. Το επίπεδο αυτό δεν καθορίζεται, πράγματι, από την ικανότητα παραγωγής ούτε από την αγορά. Για τον λόγο αυτόν, οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να αποφύγουν ή να καταστρατηγήσουν τους κανόνες που θέτουν οι αρχές. Από την άποψη του γενικού συμφέροντος είναι, κατά συνέπεια, αναγκαίο να υφίσταται ένα αποτελεσματικό εργαλείο για να εξασφαλισθεί η επιβολή του σεβασμού του συμφέροντος αυτού·
─ στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι το καθεστώς που σκοπεί στον έλεγχο της γαλακτοκομικής παραγωγής εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσεως δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνον εάν, σε κάθε περίσταση, η οφειλόμενη εισφορά μπορεί να επιβληθεί και πράγματι να εισπραχθεί. Εάν αυτό δεν ισχύει, η γαλακτοκομική παραγωγή δεν μπορεί να ελεγχθεί με ισορροπημένο τρόπο. στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι το καθεστώς που σκοπεί στον έλεγχο της γαλακτοκομικής παραγωγής εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσεως δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνον εάν, σε κάθε περίσταση, η οφειλόμενη εισφορά μπορεί να επιβληθεί και πράγματι να εισπραχθεί. Εάν αυτό δεν ισχύει, η γαλακτοκομική παραγωγή δεν μπορεί να ελεγχθεί με ισορροπημένο τρόπο.
58. Πάντως, τίθεται ζήτημα τέτοιας ανεπάρκειας της κοινοτικής νομοθεσίας ώστε να παροτρύνει στην παράβαση των διατάξεων, ενώ ο εθνικός οργανισμός που είναι αρμόδιος για την εκτέλεσή τους δεν διαθέτει τη ρητή αρμοδιότητα για να επιβάλει τον σεβασμό τους. Πράγματι, η κοινοτική νομοθεσία δεν προβλέπει την εξουσία απευθείας εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς από τον παραγωγό γάλακτος.
59. Ακόμη και αν ο οργανισμός δεν έχει την εξουσία εισπράξεως, ο παραγωγός έχει την υποχρέωση να πληρώσει. Είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τη συμπληρωματική εισφορά βάσει του κειμένου του άρθρου 1 του κανονισμού 3950/92, αλλά και διότι, για το γάλα που παράγεται χωρίς ποσόστωση, έλαβε αμοιβή η οποία δεν του ανήκει. Κατά συνέπεια, πλούτισε αδικαιολόγητα, όπως ορθώς παρατηρούν η Επιτροπή και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Eπιπλέον, η μη τήρηση της υποχρεώσεως καταβολής πρέπει να χαρακτηρισθεί ως παράνομη δραστηριότητα που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, υπό την έννοια του άρθρου 280 EΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού 3950/92, η εισφορά συνδέεται, πράγματι, με τη χρηματοδότηση των κοινοτικών δαπανών του γαλακτοκομικού τομέα. Δυνάμει του άρθρου 280 EΚ, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να καταπολεμήσουν τις εν λόγω παράνομες δραστηριότητες με μέτρα αποτρεπτικού χαρακτήρα και προσφέροντας αποτελεσματική προστασία εντός των κρατών μελών.
60. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να καλύψει κενά της κοινοτικής νομοθεσίας, έστω και αν πρόκειται για προφανή κενά. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ακυρότητας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, αλλά όχι και να καλύψει, με δική του πρωτοβουλία, το κενό με άλλη διάταξη. Το έργο αυτό ανήκει στα κοινοτικά όργανα που έχουν αρμοδιότητα να νομοθετούν (21) .
61. Το ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι, κατά συνέπεια, διαφορετικής φύσεως. Στην περίπτωση κατά την οποία λείπει η ρητή, δημοσίου δικαίου, εξουσία εισπράξεως της εισφοράς, μπορούν εν τούτοις οι εθνικές αρχές να αντλήσουν κατά διαφορετικό τρόπο από το κοινοτικό δίκαιο την εξουσία αναζητήσεως του ποσού που τους οφείλεται; Εν προκειμένω ανακύπτει επίσης το ερώτημα αν, στην περίπτωση αυτή, οι αρχές μπορούν ή μάλιστα οφείλουν να εφαρμόσουν το ιδιωτικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη είναι, πράγματι, υποχρεωμένα να εφαρμόζουν αποτελεσματικά το κοινοτικό δίκαιο.
62. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, προβλήθηκαν ορισμένα επιχειρήματα υπέρ της εξουσίας αναζητήσεως των εθνικών οργανισμών (βλ. τα σημεία 40 έως 46 ανωτέρω). Τα πλέον σημαντικά επιχειρήματα αφορούν στη σημασία της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογραμμίζει την πτυχή αυτή, η Ιταλική Κυβέρνηση μνημονεύει την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα και η Επιτροπή παρατηρεί ότι η αποφυγή καταβολής της εισφοράς ματαιώνει τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ένα επιχείρημα άλλης φύσεως, το οποίο προβάλλει η Επιτροπή, αφορά στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του παραγωγού γάλακτος εάν αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να μεταβιβάσει την οφειλόμενη εισφορά.
63. Νομίζω ότι οι δύο αυτές κατηγορίες επιχειρημάτων είναι επίσης κεντρικής σημασίας. Ελλείψει ρητής αρμοδιότητας, συνιστούν την ενδεχόμενη νομική βάση της εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς. Είμαι της γνώμης ότι πρόκειται για δύο νομικές αρχές που πρέπει να διακριθούν μεταξύ τους. Η πρώτη αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας και η δεύτερη την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σε ένα πρώτο στάδιο, θα εξετάσω τις δύο αυτές νομικές αρχές, τη μία ανεξάρτητα από την άλλη, αλλά υπογραμμίζω εν προκειμένω ενδεχόμενη συνάφεια αυτών. Εάν ένας ιδιώτης πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος των κοινοτικών πόρων, η αρχή της αποτελεσματικότητας μπορεί βεβαίως να οδηγήσει το κράτος μέλος στην αναζήτηση του πλουτισμού αυτού.
Η αρχή της αποτελεσματικότητας
64. Η αρχή της αποτελεσματικότητας αναγνωρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου προκειμένου να προστατεύονται τα δικαιώματα που οι ιδιώτες αντλούν από την άμεση εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Σε σειρά αποφάσεων που αφορούν την επιστροφή φόρων που εισπράχθηκαν κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου έγινε επίκληση της αρχής αυτής. Η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στην οποία εντάσσεται και η οργάνωση της εσωτερικής έννομης τάξεως δεν μπορεί να είναι διαμορφωμένη κατά τρόπον ώστε η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών να καθίσταται αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής στην πράξη (22) .
65. Γενικότερα, η αρχή της αποτελεσματικότητας προϋποθέτει ότι οι ενδιαφερόμενοι είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν πράγματι τις δυνατότητες που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο (23) . Eν προκειμένω, πρόκειται για την αντίθετη περίπτωση. Δεν πρόκειται για δικαίωμα αμέσου εφαρμογής, αλλά για υποχρέωση αμέσου εφαρμογής, δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 3950/92. Ο ενδιαφερόμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τη συμπληρωματική εισφορά στο κράτος μέλος εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν η αρχή της αποτελεσματικότητας συνεπάγεται επίσης ότι η εσωτερική έννομη τάξη είναι οργανωμένη κατά τρόπον ώστε ο ενδιαφερόμενος να πρέπει να εξοφλήσει την οφειλή του σε κάθε περίπτωση.
66. Φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική στην υπόθεση αυτή η οποία αφορά οικονομικό όφελος το οποίο κακώς απέκτησε ο ενδιαφερόμενος εις βάρος του προϋπολογισμού της Κοινότητας. Οι δασμοί που τροφοδοτούν τον κοινοτικό προϋπολογισμό και τα οικονομικά οφέλη εις βάρος του προϋπολογισμού αυτού πρέπει να ρυθμίζονται και να επιβάλλονται κατά τρόπον ώστε να επιβαρύνουν ομοιόμορφα ή να ωφελούν ομοιόμορφα όλους όσοι τελούν υπό συνθήκες που καθορίζει η κοινοτική νομοθεσία για να επιβαρυνθούν ή να επωφεληθούν (24) . Η αρχή της αποτελεσματικότητας σημαίνει επίσης ότι οι διοικητικές αρχές των κρατών μελών, όταν ενεργούν για λογαριασμό της Κοινότητας, μπορούν να εισπράξουν τις εν λόγω επιβαρύνσεις και να αναζητήσουν οικονομικά οφέλη τα οποία χορηγήθηκαν παράνομα (25) .
67. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας περιλαμβάνει δύο πτυχές. Οι πολίτες δεν πρέπει μόνο να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει το κοινοτικό δίκαιο· οφείλουν επίσης να συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν. Η αρχή της αποτελεσματικότητας σημαίνει πράγματι ότι ο πολιτικός στόχος που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης πραγματοποιείται εντός των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, εξασφαλίζεται η πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Η αρχή αυτή απορρέει από το άρθρο 10 EΚ, δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνεται και η υποχρέωση εξαλείψεως των παρανόμων συνεπειών της παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου (26) .
68. Από την άποψη του κράτους μέλους, η αρχή της αποτελεσματικότητας απαιτεί, επομένως, να μπορεί το κράτος μέλος να εκπληρώνει σε κάθε περίπτωση την υποχρέωσή του να μεριμνά για την ανάκτηση της συμπληρωματικής εισφοράς, υποχρέωση την οποία υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
69. Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, φρονώ ότι η εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικότητας παρέχει τη δυνατότητα καλύψεως του κενού της κοινοτικής νομοθεσίας. Υπό τις ειδικές συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, εάν το Δικαστήριο με την απάντησή του καλύψει κενό της κοινοτικής νομοθεσίας, τούτο δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο λαμβάνει τη θέση του κοινοτικού νομοθέτη. Πράγματι, το Δικαστήριο δεν θεσπίζει καμία διάταξη στη θέση άλλης.
70. Εκτιμώ ότι τα ακόλουθα στοιχεία είναι κρίσιμα για την απάντηση του Δικαστηρίου:
─ Είναι σαφές ότι η συμπεριφορά του ενδιαφερομένου εμποδίζει την πραγματοποίηση βασικού σκοπού της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της συμπληρωματικής εισφοράς, δηλαδή τον έλεγχο της παραγωγής γάλακτος εντός της Κοινότητας. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός επηρεάζεται επίσης. Είναι σαφές ότι η συμπεριφορά του ενδιαφερομένου εμποδίζει την πραγματοποίηση βασικού σκοπού της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της συμπληρωματικής εισφοράς, δηλαδή τον έλεγχο της παραγωγής γάλακτος εντός της Κοινότητας. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός επηρεάζεται επίσης.
─ Πρόκειται για κενό του κοινοτικού δικαίου απολύτως σαφές και χωρίς δυνατή ερμηνεία, με την οποία μια διάταξη που σκοπεί ακριβώς στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής του καθεστώτος (άρθρο 2 του κανονισμού 3950/92) παρέχει αντιθέτως τη δυνατότητα καταστρατηγήσεως της υποχρεώσεως από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι το Δικαστήριο, για να προλάβει τις διοικητικές δυσχέρειες, ερμηνεύει διασταλτικώς την έννοια του αγοραστή του άρθρου 2. Πρόκειται για κενό του κοινοτικού δικαίου απολύτως σαφές και χωρίς δυνατή ερμηνεία, με την οποία μια διάταξη που σκοπεί ακριβώς στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής του καθεστώτος (άρθρο 2 του κανονισμού 3950/92) παρέχει αντιθέτως τη δυνατότητα καταστρατηγήσεως της υποχρεώσεως από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι το Δικαστήριο, για να προλάβει τις διοικητικές δυσχέρειες, ερμηνεύει διασταλτικώς την έννοια του αγοραστή του άρθρου 2.
─ Τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν αποτελεσματικά το κοινοτικό δίκαιο. Η υποχρέωση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο εφόσον πρόκειται για την καταπολέμηση παράνομης δραστηριότητας η οποία θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας. Τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν αποτελεσματικά το κοινοτικό δίκαιο. Η υποχρέωση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο εφόσον πρόκειται για την καταπολέμηση παράνομης δραστηριότητας η οποία θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας.
─ Είναι σαφές ότι ο συγκεκριμένος παραγωγός γάλακτος είναι οφειλέτης της συμπληρωματικής εισφοράς και ότι το ύψος της οφειλής αυτής είναι καθορισμένο. Είναι επίσης σαφές ότι το κράτος μέλος είναι δανειστής της εισφοράς αυτής (27) . Είναι σαφές ότι ο συγκεκριμένος παραγωγός γάλακτος είναι οφειλέτης της συμπληρωματικής εισφοράς και ότι το ύψος της οφειλής αυτής είναι καθορισμένο. Είναι επίσης σαφές ότι το κράτος μέλος είναι δανειστής της εισφοράς αυτής (27) .
71. Συνοψίζοντας, ο παραγωγός γάλακτος έχει απευθείας, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, οφειλή έναντι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Κατά την αρχή της αποτελεσματικότητας, η οφειλή αυτή πρέπει να πληρώνεται. Ελλείψει αρμοδιότητας προβλεπομένης από κοινοτική διάταξη, τούτο σημαίνει ότι το εθνικό δίκαιο πρέπει να θέτει στη διάθεση του κράτους μέλους που εφαρμόζει το κοινοτικό δίκαιο τα αναγκαία νομικά μέσα για να εισπράξει την οφειλή αυτή. Εάν το εθνικό δημόσιο δίκαιο είναι αντίθετο στην είσπραξη από τις εθνικές αρχές οφειλομένου ποσού χωρίς ρητή αρμοδιότητα, αυτές θα μπορούν να στηριχθούν προς τούτο στο ιδιωτικό δίκαιο. Το κοινοτικό δίκαιο ορίζει, κατά συνέπεια, ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η οφειλή πρέπει να μπορεί να εισπραχθεί, ενώ το εθνικό δίκαιο καθορίζει το έρεισμα και τη μορφή της σχετικής ενέργειας.
Η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού
72. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός της Penycoed μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση που παρέχει τη δυνατότητα ανακτήσεως της συμπληρωματικής εισφοράς. Η απαγόρευση του αδικαιολογήτου πλουτισμού λειτουργεί σύμφωνα με αρχή γενικώς παραδεδεγμένη στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, στο πλαίσιο αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
73. Αποτελεί παγία νομολογία ότι η προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει στον τομέα αυτόν η κοινοτική έννομη τάξη δεν σημαίνει ότι επιστρέφονται οι αχρεωστήτως καταβληθέντες φόροι, υπό συνθήκες που θα συνεπάγονταν αδικαιολόγητο πλουτισμό των δικαιούχων (28) . Επομένως, στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να κρίνουν, υπό το φως των συνθηκών κάθε υποθέσεως, εάν πρόκειται για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η επιστροφή φόρου που εισπράχθηκε κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να αποκλειστεί μόνον όταν αποδεικνύεται ότι υπάρχει σαφώς αδικαιολόγητος πλουτισμός (29) .
74. Περί τίνος πρόκειται όμως; Όχι βεβαίως για μη οφειλόμενη εισφορά. Aντιθέτως, η Penycoed παρήγαγε γάλα χωρίς να διαθέτει γαλακτοκομική ποσόστωση. Δεν κατέβαλε την εισφορά που όφειλε δυνάμει της βασικής διατάξεως του άρθρου 12 του κανονισμού 3950/92 στον τομέα των παραδόσεων γάλακτος χωρίς ποσόστωση, αλλά εισέπραξε τίμημα για το γάλα που παρέδωσε. Όπως εξέθεσα στο σημείο 57 ανωτέρω, το τίμημα αυτό εξασφαλίζεται από την Κοινότητα και έχει εν μέρει τον χαρακτήρα επιδοτήσεως. Κατά συνέπεια, η Penycoed πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
75. Φρονώ ότι συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο η αναζήτηση επιδοτήσεως που καταβλήθηκε αχρεωστήτως. Υπογραμμίζω εν προκειμένω ότι, εάν επρόκειτο για επιδότηση καταβληθείσα από πόρους των κρατών μελών, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα ανακτήσεως εντόκως της κακώς καταβληθείσας επιδοτήσεως. Με την επιστροφή, ο δικαιούχος χάνει πράγματι το όφελος που απέκτησε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του και αποκαθίσταται η προηγούμενη της καταβολής της ενισχύσεως κατάσταση (30) . Αυτό που ισχύει για τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν από εθνικούς πόρους ισχύει και για τις επιδοτήσεις που καταβλήθηκαν από κοινοτικούς πόρους.
76. Έστω και αν το τίμημα που καταβλήθηκε για το γάλα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιδότηση, πρόκειται για αδικαιολόγητο πλουτισμό εις βάρος των κοινοτικών πόρων και, ως τέτοια, τα ποσά αυτά πρέπει να επιστραφούν. Είναι απολύτως σαφές ότι η Penycoed απέκτησε οικονομικό όφελος εισπράττοντας ποσά ως προς τα οποία δεν είχε δικαίωμα. Στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι πρόκειται για ποσά των οποίων το ύψος εγγυάται η Κοινότητα. Πρόκειται και για οφειλή έναντι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας η οποία υφίσταται ζημία, δεδομένου ότι μειώνονται οι πόροι που είναι διαθέσιμοι για τις δαπάνες στον γαλακτοπαραγωγικό τομέα.
77. Και εν προκειμένω, στο εθνικό δίκαιο εναπόκειται να καθορίσει αν η επιστροφή που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να χαρακτηρισθεί ως αξίωση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου. Το κοινοτικό δίκαιο ορίζει αποκλειστικά ότι, σε μία περίπτωση όπως αυτή, σημασία έχει να πραγματοποιηθεί η απόδοση.
Η συνάφεια
78. Φρονώ ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας και η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού συνιστούν αυτόνομες βάσεις για την είσπραξη της συμπληρωματικής εισφοράς. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο ακολουθήσει την άποψη αυτή, κρίνοντας ότι καμία από τις δύο αρχές δεν συνιστά αυτόνομο έρεισμα, υποστηρίζω επικουρικώς ότι, σε μια ειδική περίπτωση όπως αυτή, οι δύο αρχές πρέπει να εξετασθούν από κοινού. Εάν ένας ιδιώτης πλουτίζει αδικαιολόγητα εις βάρος των κοινοτικών πόρων και, κατά συνέπεια, εμποδίζει την πραγματοποίηση ενός βασικού στόχου της κοινοτικής νομοθεσίας, η αρχή της αποτελεσματικότητας απαιτεί από το κράτος μέλος να αναζητήσει αυτόν τον πλουτισμό.
VI ─ Πρόταση
79. Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) ως εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (EΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, ο παραγωγός αγελαδινού γάλακτος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει εισφορά στον αρμόδιο οργανισμό κράτους μέλους που είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση του κανονισμού αυτού. Με την εξαίρεση της περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού, η κοινοτική νομοθεσία δεν προέβλεψε ρητώς την αρμοδιότητα του οργανισμού αυτού να εισπράττει απευθείας την εισφορά από τον παραγωγό. Εν τούτοις, βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας και της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η εισφορά πρέπει να μπορεί να απαιτηθεί απευθείας από τον παραγωγό του γάλακτος εάν αποδειχθεί ότι είναι αδύνατο να εισπραχθεί από τον αγοραστή.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 405, σ. 1.
3 – ΕΕ L 57, σ. 12.
4 – ΕΕ L 90, σ. 10.
5 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82).
6 – Ο κανονισμός αναφέρεται σε ατομικές ποσότητες αναφοράς.
7 – ΕΕ L 90, σ. 13.
8 – Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε το 1993.
9 – Ο κανονισμός (ΕΚ) 1256/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την τροποποίηση του κανονισμού 3950/92 (ΕΕ L 160, σ. 73), παρέτεινε εκ νέου τη διάρκεια του καθεστώτος μέχρι την 1η Απριλίου 2008.
10 – SI 1997, 733 (που δημοσιεύθηκε ως Statutory Instrument 1997, 733).
11 – Στο εξής: Intervention Board.
12 – Στο εξής: Penycoed.
13 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 536/1993 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 57, σ. 12).
14 – Από την 1η Ιανουαρίου 2000 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1255/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 160, σ. 48).
15 – Η ενδεικτική τιμή είναι η τιμή του γάλακτος η οποία επιδιώκεται για το σύνολο του γάλακτος που πωλήθηκε από τους παραγωγούς σε συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας γάλακτος.
16 – Οι τιμές παρεμβάσεως είναι τιμές που σκοπούν στην ενίσχυση της αγοράς για προϊόντα που μπορούν να επιστραφούν κατά τη διάρκεια περιόδων πλεονασμάτων γάλακτος, δηλαδή βουτύρων και σκόνης αποβουτυρωμένου γάλακτος.
17 – Κανονισμός (ΕΚ) 1255/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 160, σ. 48).
18 – Απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, C-356/97 (Συλλογή 2000, σ. I-5461, σκέψη 31).
19 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 30 της αποφάσεως.
20 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C-288/97 (Συλλογή 1999, σ. I-2575, σκέψη 28).
21 – Βλ., για παράδειγμα, στον τομέα αυτόν την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, 117/76 και 16/77, Ruckdeschel και Hansa-Lagerhaus Ströh (Συλλογή τόμος 1977, σ. 531, σκέψη 13).
22 – Βλ. την παγία νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα της επιστροφής φόρων που επιβλήθηκαν κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, μνεία της οποίας γίνεται σε πρόσφατη απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-255/00, Grundig Italiana (Συλλογή 2002, σ. I-8003, σκέψη 25).
23 – Βλ. τις προτάσεις μου της 4ης Ιουλίου 2002, στην υπόθεση, C-97/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σκέψη 8).
24 – Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980, 265/78, Ferwerda (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 313, σκέψη 8).
25 – Βλ. συναφώς τη σκέψη 8 της αποφάσεως Ferwerda (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24). Το Δικαστήριο παραπέμπει στην αρχή της αποτελεσματικότητας χωρίς να την αναφέρει ρητώς.
26 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψη 36).
27 – Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Οκτωβρίου 2001, Τ-171/99, Corus UΚ κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2967, σκέψη 55).
28 – Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 253, σκέψη 26).
29 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-441/98 και C-442/98, Μιχαηλίδης (Συλλογή 2000, σ. Ι-7145, σκέψεις 32 και 33).
30 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 4ης Απριλίου 1995, C-350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I-699).
Full & Egal Universal Law Academy