Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την προσφυγή διαπιστώσεως παραβάσεως που άσκησε στις 3 Ιουλίου 2001, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 98/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και, ειδικότερα, από το άρθρο 29 αυτής.
ΙΙ - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και τα αιτήματα
2. Κατά το άρθρο 29 της οδηγίας, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο δύο έτη από την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 30. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τις διατάξεις αυτές. Δεδομένου ότι η οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 10 Αυγούστου 1998, η σχετική προθεσμία έληξε στις 10 Αυγούστου 2000.
3. Με την από 17 Αυγούστου 2000 επιστολή οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία ως προς τη διαδικασία μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων της οδηγίας. Η Γαλλική Κυβέρνηση ανέφερε, σχετικώς, ότι το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε νομοσχέδιο το οποίο επρόκειτο να υποβληθεί στο Κοινοβούλιο.
4. Δεδομένου ότι δεν περιήλθε σ' αυτήν κανένα άλλο πληροφοριακό στοιχείο εκ μέρους της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή κάλεσε τη Γαλλική Κυβέρνηση, με την από 22 Σεπτεμβρίου 2000 επιστολή, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός διμήνου προθεσμίας αναφορικά με την παράλειψη μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
5. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε με την από 21 Νοεμβρίου 2000 επιστολή, καθιστώντας γνωστό στην Επιτροπή ότι η μεταφορά της οδηγίας προϋπέθετε εις βάθος τροποποίηση του γαλλικού νομοθετικού πλαισίου. Πάντως, οι γαλλικές επιχειρήσεις μεταφοράς έλαβαν μεταβατικά μέτρα προς απελευθέρωση της προσβάσεως στο δίκτυο.
6. Στις 5 Φεβρουαρίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ, με την οποία την καλούσε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα εντός δύο μηνών.
7. Η Γαλλική Δημοκρατία απάντησε με την από 6 Απριλίου 2001 επιστολή, όπου επανελάμβανε τη βούλησή της να μεταφέρει την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη. Εξάλλου, για μια ακόμη φορά, αναφερόταν στα μεταβατικά μέτρα με τα οποία επρόκειτο να διασφαλιστεί άμεσα η υλοποίηση των σκοπών της οδηγίας.
8. Επειδή η Επιτροπή έκρινε τα μέτρα αυτά ανεπαρκή και επειδή, εξάλλου, δεν είχε καμία ενημέρωση ως προς τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη μεταφορά της οδηγίας, αποφάσισε να ασκήσει, ενώπιον του δικαστηρίου, την παρούσα προσφυγή. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 98/30/ΕΚ ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και, ειδικότερα, από το άρθρο 29 αυτής·
- να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
9. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο
- να απορρίψει μερικώς την προσφυγή.
ΙΙΙ - Επί της παραβάσεως
Α - Απόψεις των διαδίκων
10. Η Επιτροπή, αναφερόμενη στις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από τα άρθρα 10 ΕΚ και 249, παράγραφος 3, ΕΚ, καθώς και από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής τους εννόμου τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προκύπτουν από τις οδηγίες, υποστηρίζει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 29 της οδηγίας.
11. Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι το μεταβατικό σύστημα το οποίο, προφανώς, εφαρμόστηκε με πρωτοβουλία των επιχειρηματιών, δεν συνιστά ένα επαρκώς αυστηρό νομικό σύστημα δυνάμενο να απαλλάξει το κράτος μέλος από την υποχρέωσή του να θεσπίσει νομοθετικές, διοικητικές ή κανονιστικές διατάξεις. Επικαλείται σχετικώς τη νομολογία με την οποία το Δικαστήριο όρισε ότι η ανάγκη διασφαλίσεως της πλήρους εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση όχι απλώς να προσαρμόζουν τη νομοθεσία τους προς το κοινοτικό δίκαιο, αλλά να θεσπίζουν προς τούτο νομικές διατάξεις ικανές να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση η οποία να καθιστά δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων . Κατά την άποψη της Επιτροπής, η πτυχή αυτή είναι ιδιαιτέρας σημασίας ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω, σκοπός της οδηγίας είναι να διασφαλίσει τα δικαιώματα υπηκόων άλλων κρατών μελών.
12. Εξάλλου, στην απόφαση που εξέδωσε στις 29 Οκτωβρίου 1998 επί της υποθέσεως C-185/96, Επιτροπή κατά Ελλάδος , το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι «η διατήρηση σε ισχύ νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων η εφαρμογή των οποίων, αν οι διατάξεις αυτές δεν είχαν περιπέσει σε αχρησία, θα ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί να προκαλέσει αβεβαιότητα ασυμβίβαστη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, καθόσον οι ενδεχόμενοι δικαιούχοι συναντούν έτσι μεγαλύτερες δυσκολίες προκειμένου να λάβουν γνώση της εκτάσεως των δικαιωμάτων τους».
13. Η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από τους κανόνες που παρέθεσε η Επιτροπή δεν απαιτεί την τυπική θέσπιση διατάξεων. Κατά την άποψή της, αρκεί να επέλθουν στον τρόπο διαχειρίσεως ενός κλάδου οι μεταβολές εκείνες που θα καθιστούσαν δυνατή την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας.
14. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι έχει τη δυνατότητα μερικής τουλάχιστον εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της, ενόψει των σκοπών τους οποίους επιδιώκει η οδηγία και οι οποίοι απορρέουν, ειδικότερα, από την έβδομη και ένατη αιτιολογική σκέψη, εφόσον η απελευθέρωση του τομέα φυσικού αερίου έχει μερικώς επιτευχθεί στη Γαλλία, έστω και μέσω ενός μεταβατικού συστήματος.
15. Ως προς το μεταβατικό αυτό σύστημα, το οποίο αφορά την πρόσβαση στο δίκτυο και τη μεταφορά και διανομή φυσικού αερίου, η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή του άρχισε από τις 10 Αυγούστου 2000 και ότι ενημέρωσε σχετικώς την Επιτροπή από τις 17 Αυγούστου 2000. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, το σύστημα αυτό επέτρεψε στους επιλέξιμους πελάτες να έχουν πρόσβαση στο δίκτυο, μέσω συμβάσεων προμήθειας διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους. Οι γενικοί όροι και τα τιμολόγια που αφορούν την πρόσβαση αυτή κατέστησαν δημοσίως γνωστά στους διάφορους επιχειρηματίες του τομέα μεταφοράς φυσικού αερίου. Εξάλλου, στους επιλέξιμους πελάτες παρασχέθηκε η δυνατότητα προσωρινής αποθηκεύσεως φυσικού αερίου σε ορισμένα σημεία του δικτύου, δια της εξασφαλίσεως μιας ορισμένης ισορροπίας των ημερησίων ποσοτήτων.
16. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως το σύστημα αυτό επέτρεψε σε ορισμένους πελάτες να επαναδιαπραγματευθούν τις συμβάσεις τους προμήθειας φυσικού αερίου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την αλλαγή προμηθευτή. Κατά τη διάρκεια ενός έτους, το 14 % των επιλέξιμων πελατών στη Γαλλία άλλαξαν προμηθευτή· κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου εμφανίστηκαν στην αγορά τέσσερις νέες επιχειρήσεις.
17. Εξάλλου, οι επιχειρηματίες ανέλαβαν την υποχρέωση να εμφανίζουν χωριστά στις λογιστικές τους εγγραφές τις δραστηριότητές τους που αφορούν τη μεταφορά και την εμπορία και να διασφαλίσουν την πλήρη διαύγεια των εμπορικών και χρηματοπιστωτικών σχέσεων μεταξύ των δύο αυτών δραστηριοτήτων.
18. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η Επιτροπή αμφισβήτησε τον τρόπο μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά όχι την αποτελεσματικότητα των ληφθέντων μέτρων.
19. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, επίσης, ότι η φιλελευθεροποίηση του τομέα φυσικού αερίου συνεχίζεται. Υπογραμμίζει, κατ' αρχάς, ότι ένα μέρος των αναγκαίων προς τούτο διατάξεων έχει ήδη θεσπιστεί. Επικαλείται, ιδίως, το άρθρο 81 του διορθωτικού δημοσιονομικού νόμου της 31ης Δεκεμβρίου 2001, με το οποίο καταργείται το καθεστώς παραχωρήσεως δικτύων φυσικού αερίου. Εξάλλου, το άνοιγμα της αγοράς που επιτεύχθηκε με το μεταβατικό σύστημα αφορά συνεχώς μεγαλύτερο ποσοστό καταναλώσεως επιλέξιμων πελατών. Η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά το ποσοστό αυτό σε 30 % περίπου.
20. Κατά την άποψή της, επομένως, η εφαρμογή της οδηγίας στην πράξη δεν κρίνεται μόνο σε σχέση με την τυπική μεταφορά των διατάξεών της, αλλά και με το πραγματικό άνοιγμα της αγοράς φυσικού αερίου στη Γαλλία.
Β - Εκτίμηση
21. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ούτε την καθυστερημένη επεξεργασία των αναγκαίων νομοθετικών μέτρων ούτε τη μη τήρηση των προθεσμιών για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
22. Το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες της σχετικής αγοράς ακολουθούσαν ή εισήγαγαν ορισμένες πρακτικές αποβλέπουσες - μεταβατικώς κατά τα όσα παραδέχθηκε η Γαλλική Κυβέρνηση - στην απελευθέρωση της προσβάσεως στο δίκτυο δεν μεταβάλλει την κατάσταση.
23. Βεβαίως, ορθώς η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου «η μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη δεν απαιτεί αναγκαστικώς νομοθετική δράση εκ μέρους των κρατών μελών» .
24. Εντούτοις, κατά την πάγια επίσης νομολογία του Δικαστηρίου, η δυνατότητα αυτή υπάρχει υπό την επιφύλαξη «το συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο να εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής, οι δε δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» .
25. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει σχετικώς ότι «η τελευταία αυτή προϋπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η οδηγία αποβλέπει στην απονομή δικαιωμάτων στους υπηκόους άλλων κρατών» .
26. Η ασφάλεια δικαίου που απαιτείται κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου δυσκόλως θα μπορούσε να υπάρξει στην προκειμένη περίπτωση, όπως παραδέχεται και η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση.
27. Επιβάλλεται, κατ' αρχάς, να υπογραμμιστεί ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι η (εισέτι) ισχύουσα εσωτερική νομοθεσία δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας. Αντιθέτως, επικαλείται πρακτικά μέτρα τα οποία έλαβαν επιχειρηματίες της σχετικής αγοράς δυνάμενα να υλοποιήσουν τους σκοπούς της οδηγίας κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου μέχρι τη μεταφορά των διατάξεών της στην εσωτερική έννομη τάξη.
28. Στο υπόμνημα απαντήσεώς της, όμως, ορθώς η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1992, C-236/91, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας , όπου τονίζεται ότι «απλή διοικητική πρακτική που από τη φύση της μπορεί να τροποποιηθεί κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη Συνθήκη» .
29. Το ίδιο, κατά τη γνώμη μου, ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για πρακτικές ή - όπως εν προκειμένω - για ένα προβαλλόμενο μεταβατικό σύστημα εφαρμοζόμενο από τους επιχειρηματίες του τομέα μεταφοράς φυσικού αερίου. Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι σκοπός της οδηγίας είναι το άνοιγμα της αγοράς ιδίως σε επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών. Συνεπώς, παρέχει στις εν λόγω επιχειρήσεις δικαιώματα κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας , γεγονός που καθιστά ακόμη περισσότερο αισθητή την ανάγκη ασφάλειας δικαίου.
30. Εξάλλου, ορισμένες από τις επιχειρήσεις μεταφοράς φυσικού αερίου έχουν, κατ' αρχήν, την ευχέρεια να τροποποιούν κατά το δοκούν την πρακτική που ακολουθούν . Το γεγονός αυτό, όπως και η έλλειψη διαφάνειας αυτού του είδους των πρακτικών και ο περιορισμένος βαθμός δημοσιότητας που απολαύουν, δύσκολα συμβιβάζονται με την αρχή της ασφάλειας δικαίου .
31. Η διατήρηση σε ισχύ αντιθέτων προς την οδηγία διατάξεων, παρά την εφαρμογή πρακτικών που αποκλίνουν από τις διατάξεις αυτές, δεν διασφαλίζει, επίσης, επαρκή διαφάνεια στην εσωτερική έννομη τάξη. Αρκεί σχετικώς να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία «η διατήρηση σε ισχύ μιας εθνικής ρυθμίσεως που δεν συμβιβάζεται, αυτή καθαυτή, με το κοινοτικό δίκαιο, ακόμη και αν το οικείο κράτος μέλος ενεργεί σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, μπορεί να προκαλέσει μια διφορούμενη κατάσταση πραγμάτων, λόγω της διατηρήσεως, όσον αφορά τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δικαίου, μιας αβεβαιότητας ως προς τις δυνατότητές τους να επικαλεστούν το κοινοτικό δίκαιο» .
32. Συνεπώς, το σύστημα που επικαλέστηκε η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αρκεί για την ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Επομένως, εφόσον η οδηγία δεν μεταφέρθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
33. Επομένως, η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία αυτής.
34. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα, αυτή δε ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
IV - Πρόταση
35. Για τους λόγους αυτούς προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 98/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την σωτερική αγορά φυσικού αερίου ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και, ειδικότερα, από το άρθρο 29 αυτής·
2) να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy