Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1 Στην παρούσα υπόθεση το Hof te Beroep te Antwerpen (Εφετείο Αμβέρσας) (Βέλγιο) υποβάλλει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
2 Το κύριο ζήτημα είναι αν συμβιβάζονται με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ οι εισφορές υπέρ τρίτου που εισπράττονται για τη χρηματοδότηση ενός συστήματος ενισχύσεων το οποίο δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή ούτε εγκρίθηκε από αυτή, ιδίως οσάκις στη συνέχεια εκδίδονται εθνικά μέτρα που κοινοποιούνται στην Επιτροπή και που προβλέπουν την αναδρομική επιβολή των εισφορών. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν η Επιτροπή με την αξιολόγησή της έχει την εξουσία να εγκρίνει τέτοιου είδους εθνικά μέτρα.
3 Άλλα ερωτήματα επιδιώκουν διευκρίνιση της απόφασης του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1994, TWD Textilwerke Meggendorf (1), προκειμένου να προσδιοριστεί υπό ποιες συνθήκες μπορεί να προσβληθεί μια απόφαση της Επιτροπής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και να υποβληθεί έτσι στο Δικαστήριο με προδικαστική παραπομπή το ζήτημα του κύρους της βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, στην περίπτωση που δεν προσβλήθηκε απ' ευθείας ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.
Ιστορικό και νομικό πλαίσιο
4 Ο βελγικός νόμος της 24ης Μαρτίου 1987 για την υγεία των ζώων (στο εξής: νόμος του 1987) εισήγαγε ένα σύστημα για τη χρηματοδότηση αντισταθμίσεων, επιδοτήσεων και άλλων παροχών που εντάσσονται στο πλαίσιο της καταπολέμησης των ασθενειών των ζώων και της βελτίωσης της υγιεινής, της υγείας και της ποιότητας των ζώων και των ζωικών προϋόντων (στο εξής: σύστημα του 1987). Για τη χρηματοδότηση των σχετικών δράσεων, το άρθρο 32, παράγραφος 2, του νόμου του 1987 ίδρυσε ένα Ταμείο για την υγεία και την παραγωγή των ζώων και όρισε ότι το ταμείο χρηματοδοτείται εν μέρει μέσω υποχρεωτικών εισφορών που επιβάλλονται στα φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία παράγουν, μεταποιούν, μεταφέρουν, κατεργάζονται, πωλούν ή εμπορεύονται ζώα ή ζωικά προϋόντα. Το ύψος των εισφορών και η διαδικασία εισπράξεως θα καθορίζονταν με βασιλικό διάταγμα. Το βασιλικό διάταγμα της 11ης Δεκεμβρίου 1987, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988, επέβαλε εισφορές και για τα εγχώρια και για τα εισαγόμενα και εξαγόμενα ζώα.
5 Ούτε το σύστημα του 1987 ούτε οι περισσότερες από τις τροποποιήσεις του κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή (2).
6 Ύστερα από μια έρευνα για τις «εισφορές συγκεκριμένου σκοπού» που εισπράττονται στα κράτη μέλη στον τομέα της γεωργίας και της αλιείας και τη χορήγηση των εισφορών αυτών ως ενισχύσεων, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ σχετικά με το σύστημα του 1987. Με την απόφαση της 7ης Μαου 1991 (στο εξής: απόφαση του 1991), η Επιτροπή κατέληξε στην κρίση ότι το σύστημα του 1987 ήταν ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ και πρέπει να παύσει να εφαρμόζεται στο μέτρο που οι υποχρεωτικές εισφορές που επιβάλλει αφορούν και τα προϋόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη στο στάδιο της σφαγής (3).
7 Στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως του 1991, η Επιτροπή παρατηρεί εν συντομία ότι οι βελγικές αρχές παρέβησαν την κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ υποχρέωσή τους διότι δεν κοινοποίησαν το σχέδιο χορηγήσεως ενίσχυσης (4). Στη συνέχεια παρατηρεί ότι, καίτοι τα μέτρα ενισχύσεως που χρηματοδοτούνται μέσω του συστήματος αυτού συμβιβάζονται με την κοινή αγορά όσον αφορά τον τύπο και τους στόχους τους, δεν μπορούν να εγκριθούν διότι «η χρηματοδότηση της ενίσχυσης με εισφορές υπέρ τρίτων που εισπράττονται και επί εισαγομένων κοινοτικών προϋόντων έχει προστατευτικό αποτέλεσμα που υπερακοντίζει την κατά κυριολεξία ενίσχυση» (5). Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι «αυτές οι υποχρεωτικές εισφορές που εισπράττονται επί των εισαγομένων ζώων στο στάδιο της σφαγής πρέπει να θεωρηθούν ως εσωτερικοί φόροι που εισάγουν διακρίσεις κατά την έννοια του άρθρου [90 ΕΚ], διότι ευνοούν μόνον τους ημεδαπούς παραγωγούς» (6).
8 Ανεξάρτητα από την εξέταση της Επιτροπής, ορισμένοι εισαγωγείς ζώων από άλλα κράτη μέλη κίνησαν δίκες κατά του Belgische Staat ενώπιον του Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout (πρωτοδικείο του Turnhout) (Βέλγιο) και του Rechtbank van eerste aanleg te Brussel (πρωτοδικείο των Βρυξελλών) (Βέλγιο), υποστηρίζοντας ότι ορισμένες εισφορές που κατέβαλαν για εισαχθέντα ζώα βάσει του συστήματος του 1987 ήταν ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο. Τα δύο εθνικά δικαστήρια ανέστειλαν τη δίκη και υπέβαλαν διάφορα ερωτήματα στο Δικαστήριο. Στις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1992, Lornoy κ.λπ. (7) και Demoor κ.λπ. (8), το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα του 1987 αντέβαινε είτε στο άρθρο 25 ΕΚ, είτε στο άρθρο 90 ΕΚ, αναλόγως του αν τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται για τα εγχώρια προϋόντα αντισταθμίζουν εξ ολοκλήρου ή μόνον εν μέρει τις επιβαρύνσεις που πλήττουν αυτά τα προϋόντα. Σχετικά με τις διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων έκρινε ότι «[...] μια εισφορά υπέρ τρίτου, όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, μπορεί να συνιστά, αναλόγως του τρόπου κατά τον οποίο χρησιμοποιείται το προϋόν της, ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87 ΕΚ] [...]».
9 Στη συνέχεια η Βελγική Κυβέρνηση εξέδωσε τον νόμο της 21ης Δεκεμβρίου 1994 που προβλέπει την υπό προϋποθέσεις επιστροφή των εισφορών που εισπράχθησαν επί εισαχθέντων ζώων, από 1ης Ιανουαρίου 1988.
10 Στις 14 Ιουνίου 1995, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, με την οποία διαπιστώνει ότι η επιβολή υποχρεωτικών εισφορών για τα ζώα που εξάγονται από το Βέλγιο προς άλλα κράτη μέλη αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο. Αφού έλαβε πάντως τις παρατηρήσεις του Βελγίου τερμάτισε την έρευνα.
11 Ο νόμος της 23ης Μαρτίου 1998 (στο εξής: νόμος του 1998) θεσπίζει νέο σύστημα (στο εξής: σύστημα του 1998) το οποίο αντικατέστησε το σύστημα του 1987. Ο νόμος αυτός κατάργησε το παλιό ταμείο και τις εισφορές και ίδρυσε νέο ταμείο για την υγεία των ζώων και την ποιότητα των ζωικών προϋόντων και θέσπισε νέες εισφορές. Κατά το άρθρο 4, η προχρηματοδότηση και η χρηματοδότηση των δαπανών στο πλαίσιο του συστήματος του 1987 καταλογίζονται στο νέο ταμείο. Τα άρθρα 14, 15 και 16 αντιστοίχως προβλέπουν υποχρεωτικές εισφορές εις βάρος των σφαγείων και των εξαγωγέων βοοειδών και χοίρων των προσώπων που εκμεταλλεύονται επιχειρήσεις εκτροφής χοίρων και γαλακτοκομικών προϋόντων και εις βάρος των κατόχων αδειών πωλήσεως γαλακτοκομικών προϋόντων. Ορισμένες από τις εισφορές αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου 1988. Σύμφωνα με το νέο σύστημα, οι εισφορές καταβάλλονται μόνο για τα εγχώρια ζώα. Τα εισαγόμενα ζώα δεν υπόκεινται σε εισφορές ενώ τα εξαγόμενα δεν υπόκεινται πλέον σε εισφορές από 1ης Ιανουαρίου 1997.
12 Το άρθρο 17, παράγραφος 2, του νόμου του 1998 προβλέπει ότι οι πιστώσεις για εισφορές που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του συστήματος του 1987 συμψηφίζονται αυτοδικαίως με τις εισφορές που οφείλονται στο πλαίσιο του συστήματος του 1998, μερικές από τις οποίες επιβλήθηκαν αναδρομικά. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το ύψος των νέων εισφορών είναι ουσιαστικά το ίδιο με το ύψος των εισφορών που εισπράχθηκαν βάσει του παλαιού συστήματος του 1987.
13 Το άρθρο 23 του νόμου του 1998 προβλέπει ότι ο νόμος τίθεται σε ισχύ από την ημέρα της δημοσιεύσεώς του στο Belgische staatsblad, δηλαδή τις 30 Απριλίου 1998. Ωστόσο, ορισμένες από τις διατάξεις του, και μεταξύ αυτών τα άρθρα 14, 15 και 16, τέθηκαν σε ισχύ από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες οφείλονται οι σχετικές εισφορές.
14 Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες είναι σαφές ότι ο στόχος της αναδρομικής ισχύος ήταν να αποφευχθεί η επιστροφή των εισφορών που εισπράχθηκαν στο πλαίσιο του συστήματος του 1987 δεδομένου ότι αυτό θα διατάρασσε την οικονομική ισορροπία του συστήματος.
15 Το σχέδιο του συστήματος του 1998 κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με έγγραφα της 7ης Δεκεμβρίου 1995 και της 20ής Μαου 1996. Με απόφαση της 9ης Αυγούστου 1996 (στο εξής: απόφαση του 1996) (9), που εκδόθηκε μετά τον τερματισμό της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν διατυπώνει αντιρρήσεις βάσει των άρθρων 87 ΕΚ έως 89 ΕΚ κατά των σχεδιαζομένων μέτρων. Μεταξύ άλλων παρατήρησε ότι, σύμφωνα με το νέο σύστημα τα σφαγεία δεν καλούνται πλέον να καταβάλουν υποχρεωτικές εισφορές για ζώα εισαγόμενα ή εξαγόμενα από και προς άλλα κράτη μέλη. Παρατήρησε ότι οι εισφορές εις βάρος των εκμεταλλεύσεων εκτροφής χοίρων και του τομέα των γαλακτοκομικών προϋόντων δεν συνδέονται με την προέλευση των ζώων ή εισπράττονται μόνο επί των εγχωρίων προϋόντων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υποχρεωτικές εισφορές που επιβάλλει το νομοσχέδιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν «προστατευτικό αποτέλεσμα που υπερβαίνει τα όρια της κατά κυριολεξία ενίσχυσης».
16 Ο νόμος του 1998 προσβλήθηκε ενώπιον του Arbitragehof (διαιτητικού δικαστηρίου) (Βέλγιο), δικαστηρίου που ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων στο Βέλγιο. Το δικαστήριο αυτό, που κλήθηκε να κρίνει αν ο νόμος του 1998 συνιστά μεταξύ άλλων παράβαση των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ και της αρχής της μη αναδρομικότητας, έκρινε ότι οι αναδρομικώς επιβαλλόμενες εισφορές μπορούν να δικαιολογούνται οσάκις είναι αναγκαία η επιδίωξη στόχου γενικού συμφέροντος όπως είναι η αδιάκοπη λειτουργία μιας δημόσιας υπηρεσίας. Άφησε πάντως στην κρίση των τακτικών δικαστηρίων το ζήτημα αν συντρέχει παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
Οι κύριες δίκες και η διάταξη περί παραπομπής
17 Η επιχείρηση Openbaar Slachthuis NV είναι σφαγείο. Οι Eugene van Calster και Felix Cleeren είναι ζωέμποροι. Το 1994 και το 1995, οι προαναφερθέντες, τους οποίους θα ονομάζω στο εξής ως ενάγοντες, ενήγαγαν το Belgische Staat ενώπιον του Rechtbank van eerste aanleg te Mechelen (πρωτοδικείο του Malines) (Βέλγιο) και ζήτησαν την επιστροφή των εισφορών που είχαν καταβάλει για ζώα μερικά από τα οποία εξήχθησαν από το Βέλγιο, βάσει του συστήματος του 1987. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι οι εν λόγω εισφορές εισπράχθηκαν παράνομα διότι δεν συμβιβάζονται μεταξύ άλλων με τα άρθρα 12 και 95 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 25 ΕΚ και 90 ΕΚ) καθώς και 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ). Στις 16 Μαου και στις 19 Νοεμβρίου 1997, τα δύο εθνικά δικαστήρια δέχθηκαν τις αγωγές και υποχρέωσαν το Βελγικό Δημόσιο να επιστρέψει τα επίδικα ποσά. Το τελευταίο άσκησε έφεση επ' αμφοτέρων των αποφάσεων ενώπιον του Hof van Beroep te Antwerpen.
18 Το Hof van Beroep κρίνει ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Συνθήκης περί φορολογικών επιβαρύνσεων. Η απαγόρευση του άρθρου 25 ΕΚ, των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμούς δεν έχει εφαρμογή οσάκις τα εγχώρια και τα εξαγόμενα προϋόντα υπόκεινται στην ίδια επιβάρυνση. Ούτε το άρθρο 90 ΕΚ έχει εφαρμογή διότι απαγορεύει τη δυσμενέστερη φορολόγηση των εισαγομένων προϋόντων μόνο. Το εθνικό δικαστήριο φαίνεται επίσης να υποθέτει ότι η αναδρομική επιβολή των επιδίκων εισφορών μπορεί να δικαιολογηθεί με εξαιρετικές περιστάσεις γενικού συμφέροντος ιδίως οσάκις, αν δεν επιβάλλονταν οι εισφορές αυτές, θα κινδύνευε η βιωσιμότητα του ταμείου. Περαιτέρω, κατά την άποψή του, η αναδρομική εφαρμογή που προβλέπει ο νόμος του 1998 δεν αντιβαίνει στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των εναγόντων ούτε στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, της ισότητας των όπλων, της διακρίσεως των εξουσιών, της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, της χρηστής διοίκησης ή του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
19 Το Hof van Beroep te Antwerpen έχει όμως αμφιβολίες ως προς το αν συμβιβάζεται ο νόμος του 1998 και, ειδικότερα, η αναδρομική ισχύς του, με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Για τον λόγο αυτό υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στη δεύτερη από τις δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, στην υπόθεση C-262/01, και τα ίδια ερωτήματα εκτός από το δεύτερο, στην πρώτη υπόθεση, C-261/01:
«1) Συνάδει, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, προς το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικά προς το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ), ένα σύστημα μέτρων ενισχύσεως το οποίο, αφού ανακοινώθηκε, κρίθηκε από την Επιτροπή στις 30 Ιουλίου 1996 συμβατό με την κοινή αγορά και στο πλαίσιο του οποίου το κράτος μέλος, αναδρομικώς, επιβάλλει προς το κοινό συμφέρον εισφορές ή επιβαρύνσεις:
- για τη χρηματοδότηση ενός Ταμείου για την υγεία των ζώων και τη ζωοπαραγωγή,
- σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που ορίζονται στα άρθρα 14, 15 και 16 του νόμου [...] της 23ης Μαρτίου 1998, όπως έχει τροποποιηθεί από το Arbitragehof (διαιτητικό δικαστήριο) με την απόφασή του της 9ης Φεβρουαρίου 2000 στις υποθέσεις 1414, 1450, 1452, 1453 και 1454,
- λόγω των περιγραφομένων στα άρθρα αυτά πράξεων που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από το 1988 έως τις 21 Μαου 1996, κατά το οποίο δεν είχε ακόμη χορηγηθεί έγκριση για τα μέτρα ενισχύσεως;
2) Με το να εγκρίνει τα μέτρα ενισχύσεως που θεσπίστηκαν με τον νόμο της 23ης Μαρτίου 1998, ενέκρινε η Επιτροπή και την αναδρομικότητα του νόμου αυτού;
3) Έχει η απόφαση της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1996 μόνον τον χαρακτήρα ατομικής εξουσιοδοτήσεως προς το κράτος μέλος για την εφαρμογή των σχεδιαζομένων μέτρων ενισχύσεως;
4) Αφορά η πράξη της Επιτροπής τους οφειλέτες των εισφορών άμεσα και ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ);
5) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, επιτρέπει το άρθρο 230 ΕΚ στους οφειλέτες των εισφορών ως δικαιούχους από την ενίσχυση να προτείνουν ένσταση αναρμοδιότητας κατά της πράξεως της Επιτροπής με την οποία παρασχέθηκε εξουσιοδότηση για την εφαρμογή της ενισχύσεως την οποία λαμβάνουν;
6) Αν θεωρηθεί ότι η επίμαχη πράξη της Επιτροπής αφορά άμεσα και ατομικά τους εφεσίβλητους, ως οφειλέτες των εισφορών και/ή ως δικαιούχους της ενίσχυσης, οι οποίοι ως εκ τούτου νομίμως μπορούν να προτείνουν την ένσταση αναρμοδιότητας, υπερέβη η Επιτροπή με την απόφαση της 30ής Ιουλίου 1996 τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας και παρέβη το άρθρο 93, παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ);»
20 Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Βελγική Κυβέρνηση, οι ενάγοντες, η Κυβέρνηση των Κάτω Ξωρών και η Επιτροπή, οι οποίοι και εκπροσωπήθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, πλην της Κυβέρνησης των Κάτω Ξωρών.
21 Η Επιτροπή απάντησε σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου σχετικά με το ζήτημα αν συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΚ οι εισφορές που επιβάλλονται για ζώα εξαγόμενα σε άλλα κράτη μέλη.
Πρώτο ερώτημα
22 Θα παρατηρήσω εξ αρχής ότι, όπως τόνισε το αιτούν δικαστήριο, ο νόμος του 1998 κατά τα ουσιώδη αντιγράφει το προϋσχύσαν σύστημα του 1987. Το νέο ταμείο και το νέο σύστημα εισφορών που το χρηματοδοτεί είναι περίπου -αν όχι ακριβώς- ίδια με το παλαιό ταμείο και το παλαιό σύστημα εισφορών. Ωστόσο, αντίθετα με το σύστημα του 1987, το σύστημα του 1998 κοινοποιήθηκε προσηκόντως στην Επιτροπή η οποία και το ενέκρινε.
23 Πάντως, ο νόμος του 1998 δεν διατηρεί απλώς στην ουσία το σύστημα του 1987 υπό νέα μορφή που είναι συγχρόνως και νόμιμη και συμβατή με την κοινή αγορά. Μέσω ενός περίπλοκου μηχανισμού αναδρομικής ισχύος και συμψηφισμού των οφειλών, επιδιώκει επίσης να εξασφαλίσει για το σύστημα τις εισφορές που εισπράχθηκαν στο παρελθόν βάσει του συστήματος του 1987 προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι ενισχύσεις που παράνομα χορηγήθηκαν στο πλαίσιο αυτού του συστήματος. Διάφορα εθνικά δικαστήρια είχαν κρίνει ότι οι εισφορές αυτές έπρεπε να επιστραφούν διότι είχαν επιβληθεί κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
24 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν συμβιβάζεται ο μηχανισμός αυτός με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Ειδικότερα, αμφιβολίες εγείρει η επιβολή εισφορών για δραστηριότητες που έγιναν πριν η Επιτροπή δηλώσει ότι δεν προβάλλει αντιρρήσεις ως προς το σύστημα ενισχύσεων του 1998.
25 Είναι σαφές ότι κάθε σχέδιο ενισχύσεως πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή και να εγκρίνεται από αυτή πριν τεθεί σε εφαρμογή. Η ενδεχόμενη χορήγηση ενισχύσεως πριν η Επιτροπή εκδώσει τελική (θετική) απόφαση κατά το άρθρο 88, παράγραφοι 2 ή 3, ΕΚ είναι παράνομη. Επιπλέον, το κράτος μέλος οφείλει να ανακτήσει τέτοιου είδους ενισχύσεις και, βάσει του αμέσου αποτελέσματος της απαγόρευσης που διατυπώνει η τελευταία φράση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να φροντίσουν για την τήρηση της διαδικασίας της διάταξης αυτής εκ μέρους των εθνικών αρχών. Υπό το φως των αρχών αυτών οποιαδήποτε ενίσχυση χορήγησε το Βέλγιο πριν από την απόφαση της Επιτροπής της 9ης Αυγούστου 1996 είναι παράνομη διότι χορηγήθηκε κατά παράβαση της υποχρεώσεως μη εφαρμογής που προβλέπει η τελευταία φράση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Και τούτο ανεξαρτήτως του αν ορθή νομική βάση της ενίσχυσης θα θεωρηθεί το σύστημα του 1987 ή το σύστημα του 1998. Η ενίσχυση αυτή θα συνιστούσε παράβαση της υποχρεώσεως του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, διότι χορηγήθηκε πριν από την κοινοποίηση (κατά το σύστημα του 1987), ή κατά την εκ μέρους της Επιτροπής εξέταση του σχεδίου (σύστημα του 1998).
26 Εξάλλου, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, «[...] η τελική απόφαση της Επιτροπής δεν έχει ως συνέπεια την εκ των υστέρων νομιμοποίηση των πράξεων εφαρμογής που ήταν ανίσχυρες λόγω του ότι ελήφθησαν κατά παράβαση της απαγόρευσης που προβλέπει η τελευταία φράση του άρθρου [88, παράγραφος 3, ΕΚ] διότι διαφορετικά θα εθίγετο το άμεσο αποτέλεσμα της απαγόρευσης αυτής και θα αγνοούντο τα συμφέροντα των διοικουμένων, των οποίων η διασφάλιση αποτελεί, όπως ελέχθη ανωτέρω, αποστολή των εθνικών δικαστηρίων. Κάθε άλλη ερμηνεία θα οδηγούσε στην ενθάρρυνση της παραβάσεως εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους της τελευταίας φράσεως του άρθρου 88, παράγραφος 3, από την οποία και θα αφαιρούσε την πρακτική αποτελεσματικότητα» (10).
27 Το προδικαστικό ερώτημα πάντως δεν αναφέρεται στο σύστημα από τη σκοπιά της δαπάνης, αλλά από τη σκοπιά της χρηματοδότησης. Το ερώτημα είναι κατά τα ουσιώδη αν η αναδρομική επιβολή εισφορών για τη χρηματοδότηση ενός τέτοιου συστήματος ενισχύσεων που δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή αντιβαίνει καθεαυτή στην υποχρέωση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
28 Το προδικαστικό ερώτημα δίνει έμφαση στο ζήτημα της αναδρομικής ισχύος. Ωστόσο, πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την επιστροφή των εισφορών που εισπράχθηκαν για τη χρηματοδότηση ενίσχυσης η οποία δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή και δεν εγκρίθηκε από αυτή.
29 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν προκύπτει σαφώς πώς επηρεάζουν οι διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων τις εισφορές που εισπράττονται ειδικά για τη χρηματοδότηση ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παράνομα πριν εγκριθούν. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου περιέχουν αντιφατικές ενδείξεις ενίοτε μέσα στην ίδια απόφαση (11).
30 Με την απόφαση της 25ης Ιουνίου 1970, Γαλλία κατά Επιτροπής (12), λόγου χάρη το Δικαστήριο ακολούθησε διασταλτική προσέγγιση θεωρώντας ότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως μιας ενίσχυσης εμπίπτει και αυτός στα περί κρατικών ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, η «κατά κυριολεξία ενίσχυση» δεν μπορεί να απομονωθεί από τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς της έτσι ώστε ο τρόπος αυτός σε συνδυασμό με την κατά κυριολεξία ενίσχυση καθιστά «το σύνολο» ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά (13). Στην υπόθεση Fιdιration nationale du commerce extιrieur des produits alimentaires et Syndicat national des nιgociants και transformateurs de saumon (14), που αφορούσε ένα σύστημα φορολογικών επιβαρύνσεων παρόμοιο με το επίδικο εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν έκανε διάκριση μεταξύ της ενίσχυσης και των επιβαρύνσεων που προορίζονταν για τη χρηματοδότησή του.
31 Στην απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992, Compagnie commerciale de l'Ouest κ.λπ. (15), το Δικαστήριο έκανε διάκριση μεταξύ της είσπραξης του φόρου υπέρ τρίτου και της χρήσεως για την οποία προοριζόταν το προϋόν: «[...] ο εν λόγω φόρος υπέρ τρίτων διέπεται είτε από [το άρθρο 25 ΕΚ], είτε από το άρθρο [90 ΕΚ]. Η διάθεση του προϋόντος του μπορεί [...] να αποτελέσει κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά αν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου [87 ΕΚ] [...]» (16). Η τελική παράγραφος αυτού του τμήματος της απόφασης περιέχει μια ελαφρά παραλλαγή, δηλαδή «ένας φόρος υπέρ τρίτων όπως ο υπό κρίση εν προκειμένω μπορεί να αποτελεί, λόγω της διαθέσεως του προϋόντος του, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου [87 ΕΚ] [...]» (17).
32 Οι αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1992, Sanders Adour και Guyomarc'h Orthez Nutrition Animale (18), και της 2ας Αυγούστου 1993, Celbi (19), ακολουθούν την ίδια οδό όπως και η απόφαση Compagnie commerciale de l'Ouest κ.λπ., προαναφερθείσα, καίτοι δεν εμφάνιζαν την παραλλαγή που προανέφερα, ότι δηλαδή οι ίδιες οι επιβαρύνσεις είναι δυνατόν να συνιστούσαν ενίσχυση (20).
33 Οι αποφάσεις Lornoy κ.λπ. και Demoor κ.λπ., που αφορούσαν το σύστημα επιβαρύνσεων που είχε θεσπιστεί με τη ρύθμιση του 1987, επαναλαμβάνουν σχεδόν κατά λέξη τις αντίστοιχες κρίσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση Compagnie commerciale de l'Ouest κ.λπ., προαναφερθείσα (21). Η τελευταία σκέψη και στις δύο αποφάσεις επαναλαμβάνει την παραλλαγή που περιέχει η απόφαση στην υπόθεση Compagnie commerciale de l'Ouest κ.λπ., ότι δηλαδή η επιβάρυνση υπέρ τρίτων μπορεί να συνιστά λόγω της διαθέσεως του προϋόντος της κρατική ενίσχυση. Επιπλέον, αφού αναγνώρισε ότι η αξιολόγηση αυτή εναπόκειται στην Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, το Δικαστήριο πρόσθεσε: «[...] συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται ομοίως υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το κράτος μέλος των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο [88, παράγραφος 3, ΕΚ] καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου [88, παράγραφος 2, ΕΚ] ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή επιβαρύνσεως» (22). Οι μεταγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1993, Scharbatke (23), και 23ης Απριλίου 2002, Nygεrd (24), δεν λύουν ούτε αυτές το ζήτημα (25).
34 Πάντως η υπόθεση που ομοιάζει περισσότερο με την υπό κρίση είναι η υπόθεση Fιdιration nationale du commerce extιrieur des produits alimentaires και Syndicat national des nιgociants et transformateurs de saumon (26) που αφορούσε το κύρος ενός συστήματος εισφορών παρόμοιου με το επίδικο, που είχαν θεσπιστεί πριν η Επιτροπή κρίνει ότι το σύστημα ενισχύσεων που εξυπηρετούσε ήταν συμβατό με την κοινή αγορά. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ότι «το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως επηρεάζεται από τη μη τήρηση εκ μέρους των εθνικών αρχών της τελευταίας φράσεως της παραγράφου 3 του άρθρου [88 ΕΚ]. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξασφαλίζουν στους διοικουμένους που μπορούν να επικαλεστούν την εν λόγω παράβαση ότι θα συναχθούν όλες οι συνέπειες κατά το εθνικό τους δίκαιο όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως όσο και την αναζήτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής ή ενδεχομένων προσωρινών μέτρων» (27).
35 Η κρίση αυτή εξακολουθεί να ευσταθεί κατ' αρχήν. Κατά τη γνώμη μου, οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζουν εισφορές που εισπράττονται ειδικά για τη χρηματοδότηση ενισχύσεως εμπίπτουν στα «μέτρα ενισχύσεως» η νομιμότητα των οποίων πρέπει κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου να ελέγχεται από τα εθνικά δικαστήρια σύμφωνα με την τελευταία φράση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Μάλιστα, σε γενικές γραμμές, οι επιβαρύνσεις αυτές πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος του συστήματος ενισχύσεων που εξυπηρετούν δεδομένου ότι ο μόνος λόγος υπάρξεώς τους έγκειται στο σύστημα.
36 Η προσέγγιση αυτή εξηγεί ίσως κάπως τις αντιφατικές κρίσεις στη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά το ζήτημα αν οι διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων έχουν εφαρμογή στις επιβαρύνσεις που εισπράττονται για τη χρηματοδότηση παρανόμως χορηγουμένης ενισχύσεως και συνεπώς αν οι επιβαρύνσεις αυτές μπορούν να ανακτηθούν. Η απάντηση μπορεί να εξαρτάται από τη φύση της σχέσης μεταξύ των επιβαρύνσεων και της ενίσχυσης. Όταν η ενίσχυση χρηματοδοτείται από τη γενική φορολογία, τότε είναι σαφώς ανεδαφικό να απαιτείται η επιστροφή του φόρου. Όταν όμως ο φόρος εισπράττεται ειδικά για τη χρηματοδότηση της ενισχύσεως ενδείκνυται η επιστροφή του (28).
37 Καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα ότι όταν ο φόρος ή η εισφορά εισπράττονται ειδικά ενόψει χρηματοδότησης μιας παρανόμως χορηγούμενης ενισχύσεως, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να διατάσσουν την επιστροφή του φόρου ή της εισφοράς.
38 Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται επίσης από την αρχή της αποτελεσματικότητας. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Fιdιration nationale du commerce extιrieur des produits alimentaires και Syndicat national des nιgociants et transformateurs de saumon, το Δικαστήριο ορθώς στηρίχθηκε στην αρχή αυτή για να δικαιολογήσει την κρίση του ότι τα μέτρα ενισχύσεως όπως και η ίδια η ενίσχυση είναι δυνατόν να θεωρηθούν παράνομα. Αυτή είναι η πάγια προσέγγιση του Δικαστηρίου οσάκις το επίδικο ζήτημα είναι τα μέσα θεραπείας σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων περί ανταγωνισμού. Παραλληλισμός μπορεί να γίνει με την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001 στην υπόθεση Courage και Crehan (29), στην οποία το Δικαστήριο στηρίχθηκε, και μάλιστα ίσως αποκλειστικά, στην αρχή της αποτελεσματικότητας και έκρινε ότι μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε δίκη μεταξύ ιδιωτών για παράβαση των περί ανταγωνισμού κανόνων. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε:
«Όσον αφορά τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως για τη ζημία που προξένησε σύμβαση ή συμπεριφορά που μπορεί να περιορίζει ή να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, πρέπει να υπομνησθεί κατ' αρχάς ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, απόκειται η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των διατάξεων αυτών και της προστασίας των δικαιωμάτων που αυτές χορηγούν στους ιδιώτες [...]
Η πλήρης αποτελεσματικότητα του [άρθρου 81] της Συνθήκης και, ειδικότερα, η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού θα διακυβευόταν εάν δεν μπορούσε κάθε υποκείμενο δικαίου να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που του προξένησε σύμβαση ή συμπεριφορά δυνάμενη να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
Πράγματι, ένα τέτοιου είδους δικαίωμα ενισχύει την αποτελεσματική λειτουργία των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού και μπορεί να αποθαρρύνει τις συχνά κεκαλυμμένες συμφωνίες ή πρακτικές δυνάμενες να περιορίσουν ή να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό. Υπό την άποψη αυτή, οι αγωγές αποζημιώσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στη διατήρηση της αποτελεσματικότητας του ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας» (30).
39 Παρόμοιες θεωρήσεις ισχύουν, κατά την άποψή μου, και για την εφαρμογή των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων: τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να έχουν αρμοδιότητα όχι μόνο να διατάσσουν την ανάκτηση της παρανόμως χορηγηθείσας ενισχύσεως, αλλά και την επιστροφή των φόρων που εισπράχθηκαν ειδικά για τη χρηματοδότηση της ενισχύσεως. Μάλιστα ίσως ο φορολογούμενος είναι ο μόνος που θα έχει κίνητρο να προσβάλει την ενίσχυση· είναι βέβαιο ότι το Δημόσιο και ο λαβών την ενίσχυση δεν έχουν κατά κανόνα κίνητρο να το πράξουν.
40 Περαιτέρω, η ανάκτηση εισφορών που χρηματοδοτούν κάποιο σύστημα ενισχύσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική αν οι εισφορές ενδέχεται να δημιουργήσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και του εμπορίου οι οποίες και επιτείνουν τη στρέβλωση που προκαλεί η ίδια η ενίσχυση. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν επιβάλλονται σε ανταγωνιστές των δικαιούχων της ενίσχυσης ή αν οι εισφορές είναι τέτοιες ώστε να έχουν προστατευτικό αποτέλεσμα και να παρέχουν κάποιο πλεονέκτημα στην εγχώρια αγορά.
41 Άπαξ κριθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διατάξουν την επιστροφή των φόρων ή εισφορών που εισπράχθηκαν ειδικά για τη χρηματοδότηση συστήματος ενισχύσεων το οποίο δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, μπορεί να δοθεί απερίφραστη απάντηση στο ζήτημα της αναδρομικότητας. Δεν έχει σημασία το ότι, όπως εν προκειμένω, το κράτος μέλος θεσπίζει νέα νομοθεσία την οποία κοινοποιεί στην Επιτροπή και με την οποία στην πραγματικότητα σκοπεί να κυρώσει αναδρομικά την επιβολή των εισφορών. Η κατάσταση πρέπει να αξιολογηθεί κατά τον χρόνο της αρχικής επιβολής των εισφορών και δεν μπορεί να μεταβληθεί αναδρομικά. Οποιαδήποτε άλλη άποψη θα έδινε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποφύγουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ και θα υπονόμευε το σύστημα της κοινοποιήσεως και εγκρίσεως που προβλέπει η Συνθήκη. Στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα (όπως θα δούμε με την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος) ότι η Επιτροπή, εν πάση περιπτώσει, ενέκρινε την αναδρομική επιβολή των εισφορών.
42 Τέλος, θα παρατηρήσω ότι το γεγονός ότι οι εισφορές περιγράφονται ως μέσο χρηματοδότησης κρατικής ενίσχυσης και για τον λόγο αυτό υπόκεινται στην υποχρέωση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, δεν τις απαλλάσσει από την εφαρμογή των άρθρων 25 ΕΚ και 90 ΕΚ (31). Αφού όμως το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε σχετικό ερώτημα και δεδομένου ότι η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει σαφή γραμμή για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών (32) δεν θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ περισσότερο με το ζήτημα.
43 Φρονώ λοιπόν ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
Οσάκις ένας φόρος ή μια εισφορά εισπράττεται ειδικά για τη χρηματοδότηση ενός συστήματος ενισχύσεων ενώ η ενίσχυση είναι παράνομη διότι δεν κοινοποιήθηκε, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διατάξουν την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών. Αυτό ισχύει και αν το κράτος μέλος θεσπίσει νέα νομοθεσία που κοινοποιεί στην Επιτροπή και με την οποία επικυρώνει αναδρομικά την επιβολή του φόρου ή της εισφοράς.
Δεύτερο ερώτημα
44 Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν με την απόφαση του 1996 η Επιτροπή ενέκρινε την αναδρομική ισχύ του συστήματος του 1998. Το ερώτημα αφορά τη θέσπιση με τη ρύθμιση του 1998 ενός νέου συστήματος ειφορών που εφαρμόστηκε αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου 1988. Το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να θεωρεί ότι η Επιτροπή, εγκρίνοντας το νέο σύστημα ενισχύσεων, δέχθηκε ότι η μέθοδος χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και το Βελγικό Δημόσιο και οι Κάτω Ξώρες.
45 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στη διάρκεια της έρευνας η Επιτροπή ζήτησε διευκρινίσεις για τις διατάξεις που προβλέπουν την αναδρομική ισχύ της επιβολής των εισφορών πλην όμως ο κύριος προβληματισμός της στρεφόταν γύρω από το ζήτημα ότι τα εισαγόμενα ζώα δεν πρέπει να υπόκεινται σε εισφορές.
46 Ομοίως, στην απόφασή της του 1996, η Επιτροπή μνημόνευσε τις εισφορές μόνον προκειμένου να τονίσει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ως προς την επιβολή τους επί των εισαγομένων ή των εξαγομένων ζώων και κατά συνέπεια ότι οι εισφορές δεν είχαν προστατευτικό αποτέλεσμα πέραν της κατά κυριολεξία ενίσχυσης. Η απόφαση δηλαδή δεν έκανε λόγο για το γεγονός ότι το σχέδιο νόμου πρόβλεπε αναδρομική είσπραξη ορισμένων εισφορών.
47 Μου φαίνεται λογικό το ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε άποψη όσον αφορά την αναδρομική εφαρμογή των εισφορών. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να το πράξει διότι αυτό θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητές της.
48 Η ερμηνεία που προτείνω συνάδει προς τους διαφορετικούς ρόλους της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων. Ενώ η Επιτροπή και μόνο αποφασίζει όσον αφορά το συμβατό μιας κρατικής ενίσχυσης, τα εθνικά δικαστήρια είναι εκείνα που εξασφαλίζουν την τήρηση της υποχρέωσης μη εφαρμογής που θεσπίζει η τελευταία φράση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ και συνάγουν όλες τις αναγκαίες συνέπειες «όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως όσο και την αναζήτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής ή ενδεχομένων προσωρινών μέτρων» (33).
49 Κατόπιν αυτού η απάντησή μου στο δεύτερο ερώτημα είναι αρνητική.
Τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα
50 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που έδωσα στο δεύτερο ερώτημα, το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο δεν ανακύπτουν διότι όλα προϋποθέτουν ότι η Επιτροπή, εγκρίνοντας το σύστημα ενισχύσεων, ενέκρινε και τη διάταξη που προβλέπει αναδρομική επιβολή των εισφορών. Συνεπώς θα εξετάσω τα τρία αυτά ερωτήματα μόνο εναλλακτικώς.
51 Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η απόφαση της Επιτροπής επιτρέπει στη Βελγική Κυβέρνηση να εφαρμόσει το σύστημα του 1998. Στη συνέχεια το τέταρτο εντοπίζει το ζήτημα αν η απόφαση αυτή αφορά άμεσα και ατομικά τους οφειλέτες των εισφορών. Το πέμπτο ερώτημα υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση αρνητικής απάντησης στο τέταρτο ερώτημα. Για την περίπτωση αυτή το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι οφειλέτες των εισφορών μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση της Επιτροπής ως ευνοούμενοι του συστήματος του 1998. Τα τρία αυτά ερωτήματα πρέπει να συνεξετασθούν διότι αφορούν όλα το ζήτημα αν και υπό ποιους όρους οι οφειλέτες των εισφορών με τις οποίες χρηματοδοτείται ένα σύστημα ενισχύσεων μπορούν να προσβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μια απόφαση της Επιτροπής που εγκρίνει το σύστημα αυτό.
52 Κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο μόνο αν αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη απόφαση το αφορά άμεσα και ατομικά. Η προσφυγή αυτή ασκείται ενώπιον του Πρωτοδικείου εντός δύο μηνών από της δημοσιεύσεως του μέτρου ή της κοινοποίησής της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως. Το άρθρο 234 ΕΚ παρέχει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να αποφαίνεται, κατόπιν αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου, επί του κύρος των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας όπως είναι οι αποφάσεις της Επιτροπής.
53 Ωστόσο, η δυνατότητα προσβολής κοινοτικής πράξεως εμμέσως διά της οδού αυτής, όπως εν προκειμένω, δεν είναι απεριόριστη. Στην υπόθεση TWD Textilwerke Deggendorf (34), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την αρχή ότι, οσάκις ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο παρέλειψε να ασκήσει εμπροθέσμως το κατά το άρθρο 230 ΕΚ δικαίωμά του να προσβάλλει μια απόφαση που απευθύνεται σε αυτό ή που το αφορά άμεσα και ατομικά, το κύρος της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο δίκης ενώπιον εθνικών δικαστηρίων. Ωστόσο, η αρχή αυτή ισχύει μόνον αν το δικαίωμα του προσώπου να προσφύγει κατά της αποφάσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ είναι αναμφισβήτητο (35). Στις προτάσεις μου στην προαναφερθείσα υπόθεση TWD Textilwerke Deggendorf, τόνισα ότι συμφέροντα των ατόμων «δεν πρέπει να παραβλάπτονται συνεπεία ασαφειών της νομοθεσίας» (36). Είναι σαφές ότι η θεώρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν πρόκειται για θεμελιώδες δικαίωμα όπως το δικαίωμα στην απονομή δικαιοσύνης.
54 Εν προκειμένω δεν νομίζω ότι η ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων μπορεί να θεωρηθεί ως αναμφισβήτητη.
55 Μια απόφαση της Επιτροπής αφορά άμεσα ένα άτομο όταν επηρεάζει άμεσα τη νομική του κατάσταση και η εφαρμογή της χωρεί αυτόματα βάσει κοινοτικών διατάξεων και μόνο χωρίς την εφαρμογή άλλων ενδιαμέσων διατάξεων (37). Μπορεί όμως να υποστηριχθεί ότι η απόφαση του 1996 εν προκειμένω αποτελεί απλώς άδεια προς τη Βελγική Κυβέρνηση να εφαρμόσει το σύστημα ενισχύσεων. Αν αυτό ευσταθεί, τότε τους ενάγοντες αφορούν άμεσα μόνο τα εθνικά εκτελεστικά μέτρα.
56 Το πράγμα αλλάζει αν δεν υπήρχε πιθανότητα να μην υιοθετήσει η Βελγική Κυβέρνηση το σχέδιο και δεν υπήρχε αμφιβολία ως προς την πρόθεσή της να το εφαρμόσει (38). Ορισμένα στοιχεία στην υπό κρίση υπόθεση στηρίζουν αυτό το συμπέρασμα. Από τη δικογραφία προκύπτει σαφώς ότι το σχέδιο συστήματος του 1998 επιδίωκε να καλύψει την έλλειψη νομιμότητας του προηγουμένου συστήματος του 1987. Συνεπώς, στην ουσία αποτέλεσε επανάληψη και, το σημαντικότερο, εξασφάλισε σε αυτό το πλαίσιο και μέσω του αναδρομικού μηχανισμού που περιέγραψα ανωτέρω τα έσοδα από ένα μέρος των εισφορών που είχαν εισπραχθεί στο παρελθόν. Υπό τις συνθήκες αυτές μπορεί συνεπώς να υποστηριχθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής ουδόλως έθιξε τα αποτελέσματα του συστήματος του 1987 και συνεπώς αφορούσε άμεσα τους ενάγοντες (39).
57 Αν όμως θεωρήσουμε τη θέση των εναγόντων ως οφειλετών της επίδικης εισφοράς είναι λιγότερο σαφές ότι η απόφαση τους αφορά άμεσα ιδίως διότι το πεδίο εφαρμογής της δεν είναι σαφές. Διατύπωσα στα προεκτεθέντα την άποψη ότι η Επιτροπή δεν ενέκρινε το σύστημα εισφορών και την αναδρομική εφαρμογή του και αυτό θα αποτελούσε το τμήμα της απόφασης που αφορά τους ενάγοντες. Η πλέον φυσιολογική ερμηνεία της απόφασης είναι ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα της χρηματοδότησης του συστήματος μόνο παρεμπιπτόντως, προκειμένου να αξιολογήσει τα αποτελέσματά του επί του συστήματος ενισχύσεων.
58 Επιπλέον, είναι δύσκολο να κριθεί αν η απόφαση αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες ακόμη και αν θεωρηθεί ότι ενέκρινε το σύστημα εισφορών και την αναδρομική εφαρμογή του. Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται γενικώς σε πολλούς επιχειρηματίες που αναπτύσσουν ποικίλες δραστηριότητες με διάφορα είδη ζώων. Η νομολογία που θεμελιώνει την ατομική σύνδεση με αναφορά στο γεγονός ότι οι προσφεύγοντες αποτελούν μέρος μιας «κλειστής κατηγορίας», ότι ο αριθμός τους ή η ταυτότητά τους είναι καθορισμένα και εξακριβώσιμα κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης απόφασης ή ότι η απόφαση προβλέπει αναδρομική ισχύ δεν είναι καθόλου σαφής (40). Έτσι, τα επιχειρήματα διά των οποίων επιδιώκεται να αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες αντιπροσωπεύουν περιορισμένη κατηγορία, διότι είχαν ήδη κινήσει ένδικη διαδικασία για την απόδοση των εισφορών που κατέβαλαν στο πλαίσιο του συστήματος του 1987 πριν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή το σχέδιο νόμου του 1998, ή ότι, εν πάση περιπτώσει, η αναδρομική ισχύς των επιδίκων διατάξεων καθιστά τους ενάγοντες, και ίσως γενικότερα τους οφειλέτες των αναδρομικών εισφορών, μέρος μιας κλειστής ομάδας, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν το παραδεκτό προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου.
59 Συνεπώς δεν είναι σαφές πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι ενάγοντες είχαν ενεργητική νομιμοποίηση να προσβάλουν την επίδικη απόφαση της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου βάσει του άρθρου 230 ΕΚ. Συνεπώς δεν αποκλείεται βάσει της νομολογίας TWD Textilwerke Meggendorf, να προσβάλουν την επίδικη απόφαση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
Έκτο ερώτημα
60 Με το έκτο ερώτημα ερωτάται αν, με την έκδοση της απόφασης του 1996, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια των αρμοδιοτήτων της και παρέβη το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
61 Είναι σαφές ότι η σκέψη που διαπνέει το ερώτημα αυτό είναι ότι η Επιτροπή στην πραγματικότητα ενέκρινε το σύστημα εισφορών και την αναδρομική επιβολή ορισμένων από αυτές. Στα προεκτεθέντα εξήγησα για ποιο λόγο δεν θεωρώ ότι η επίδικη απόφαση συνιστά τέτοια έγκριση.
62 Εν πάση περιπτώσει θα παρατηρήσω ότι, όπως δέχεται και η ίδια η Επιτροπή, μια απόφαση περί εγκρίσεως ενός συστήματος εισφορών διά του οποίου χρηματοδοτείται ένα σύστημα ενισχύσεων θα συνιστούσε σαφώς παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας. Αυτό ισχύει ιδίως στην περίπτωση που η Επιτροπή ενέκρινε την αναδρομική επιβολή των εισφορών αυτών παραβλέποντας κατά τούτο τις υποχρεώσεις προηγούμενης κοινοποίησης και μη εφαρμογής κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
63 Τέλος, αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι η παρακάτω πρότασή μου δεν θα διέφερε αν είχαν εφαρμογή οι νέες διατάξεις περί εφαρμογής του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ (41). Ο κανονισμός αυτός, που παρέχει περιορισμένες εξουσίες στην Επιτροπή όσον αφορά την ανάκτηση παρανόμως εισπραχθείσας ενίσχυσης (42), αναφέρεται μόνο σε διαδικασίες ενώπιον της Επιτροπής και σε εξουσίες αυτού του οργάνου· δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρέκκλιση από τη νομολογία σας σχετικά με τις αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων.
Πρόταση
64 Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα του Hof van Beroep te Antwerpen:
«1) Οσάκις ένας φόρος ή μια εισφορά εισπράττεται ειδικά για τη χρηματοδότηση ενός συστήματος ενισχύσεων ενώ η ενίσχυση είναι παράνομη διότι δεν κοινοποιήθηκε, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διατάξουν την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών. Αυτό ισχύει και αν το κράτος μέλος θεσπίσει νέα νομοθεσία που κοινοποιεί στην Επιτροπή και με την οποία επικυρώνει αναδρομικά την επιβολή του φόρου ή της εισφοράς.
2) Η απόφαση της Επιτροπής της 9ης Αυγούστου 1996, σχετικά με την ενίσχυση 366/96, δεν ενέκρινε τις εισφορές που χρηματοδοτούσαν το σύστημα ενισχύσεων ή την αναδρομική επιβολή τους.
3) Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να προσβάλλει ενώπιον εθνικών δικαστηρίων απόφαση της Επιτροπής που κρίνει συμβατό με την κοινή αγορά ένα σύστημα ενισχύσεων μόνον αν η απόφαση απευθύνεται σ' αυτό το πρόσωπο ή είναι σαφές ότι το αφορά άμεσα και ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και συνεπώς το πρόσωπο μπορεί να προσβάλει την απόφαση αυτή απ' ευθείας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Οι οφειλέτες των εισφορών που εν μέρει χρηματοδοτούν ένα σύστημα ενισχύσεως το οποίο εγκρίθηκε με απόφαση της Επιτροπής δεν είναι σαφές ότι νομιμοποιούνται να προσβάλλουν την απόφαση αυτή βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
4) Στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να εγκρίνει τη μέθοδο χρηματοδότησης ενός συστήματος ενισχύσεων. Συνεπώς, οποιαδήποτε τέτοια απόφαση θα ήταν άκυρη.»
(1) - C-188/92, Συλλογή 1994, σ. I-833.
(2) - Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι από τις διάφορες τροποποιήσεις μόνον ο νόμος της 14ης Απριλίου 1996 κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή η οποία και τον ενέκρινε.
(3) - Απόφαση 91/538/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Μαου 1991, σχετικά με το Ταμείο υγείας και παραγωγής ζώων στο Βέλγιο (ΕΕ L 294, σ. 43).
(4) - Όγδοη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως του 1991.
(5) - Δέκατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 1991.
(6) - Δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 1991.
(7) - C-17/91, Συλλογή 1992, σ. I-6523.
(8) - C-144/91 και C-145/91, Συλλογή 1992, σ. I-6613.
(9) - ΕΕ 1997, C 1, σ. 4. Ωστόσο, η ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα και τα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρουν την 30ή Ιουλίου 1996 ως ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως.
(10) - Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Fιdιration nationale du commerce extιrieur des produits alimentaires και Syndicat national des nιgociants et transformateurs de saumon (Συλλογή 1991, σ. I-5505, σκέψη 16).
(11) - Βλ. τις παρατηρήσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl στις προτάσεις της της 7ης Νοεμβρίου 2002 στις υποθέσεις C-34/01 έως C-38/01, Enirisorse, σημεία 167 έως 171 (εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου).
(12) - 47/69, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 341.
(13) - Σκέψη 4 της αποφάσεως.
(14) - Προπαρατεθείσα.
(15) - C-78/90 έως C-83/90, Συλλογή 1992, σ. I-1847.
(16) - Σκέψη 32.
(17) - Σκέψη 35 (η υπογράμμιση δική μου). Ο γενικός εισαγγελέας Tesauro τόνισε ότι: «[...] η παρούσα διαδικασία αφορά ένα φόρο υπέρ τρίτων και όχι τις ενισχύσεις που κατέβαλε η AEE [ο οικείος δημόσιος φορέας] χάρη στο προϋόν αυτού του φόρου. Όμως, ακόμη και αν οι ενισχύσεις αυτές καταβλήθηκαν αθεμίτως, αυτό δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του φόρου αυτού καθεαυτού· επομένως, ο φόρος θα εξακολουθεί να οφείλεται και οι φορολογούμενοι δεν μπορούν με κανένα τρόπο να ζητήσουν από τα δικαστήρια την επιστροφή του».
(18) - C-149/91 και C-150/91, Συλλογή 1992, σ. I-3899.
(19) - C-266/91, Συλλογή 1993, σ. I-4337.
(20) - Απόφαση Sanders Adour και Guyomarc'h Orthez Nutrition Animale, προαναφερθείσα, σκέψεις 24 και 27, όπου το Δικαστήριο κάνει λόγο εναλλακτικά για «επιστροφή» του φόρου υπέρ τρίτων και «χρήση» του προϋόντος του. Απόφαση Celbi, προαναφερθείσα, σκέψεις 21 και 24, όπου γίνεται λόγος για «χρήση» για την οποία προορίζεται το προϋόν του φόρου.
(21) - Απόφαση Lornoy κ.λπ., προαναφερθείσα, σκέψη 28. Απόφαση Demoor κ.λπ., προαναφερθείσα, σκέψη 24. Βλ. επίσης, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-114/91, Claeys (Συλλογή 1992, σ. I-6559, σκέψη 21).
(22) - Η υπογράμμιση δική μου. Ένα μεγάλο μέρος των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Tesauro στις υποθέσεις αυτές αφιερώνεται στην ανάλυση του υπό εξέταση ζητήματος. Αναθεωρώντας το συμπέρασμά του στην υπόθεση Compagnie commerciale de l'Ouest κ.λπ., προαναφερθείσα, παρατήρησε τώρα ότι οι επιβαρύνσεις με τις οποίες χρηματοδοτείται μια ενίσχυση πρέπει να εμπίπτουν στις διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων και στην αξιολόγηση της Επιτροπής και, αν εισπράττονται παράνομα, πρέπει να επιστρέφονται.
(23) - C-72/92, Συλλογή 1993, σ. I-5509, όπου, αφού επαναλαμβάνει τη διάκριση μεταξύ της είσπραξης του φόρου υπέρ τρίτων και της χρήσεως του προϋόντος του (σκέψη 18), το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό που μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση λόγω της χρήσεως του προϋόντος είναι η επιβολή της επιβάρυνσης υπέρ τρίτων (σκέψη 20).
(24) - C-234/99, Συλλογή 2002, σ. I-3657. Το Δικαστήριο χρησιμοποίησε χωρίς προφανή διάκριση τις εκφράσεις «φορολογική επιβάρυνση αποτελούσα μέρος ενός συστήματος ενισχύσεων» (σκέψεις 52, 56, 57 και 64) ή «φορολογική επιβάρυνση προοριζόμενη για τη χρηματοδότηση ενός συστήματος ενισχύσεων» (σκέψεις 60 και 65).
(25) - Στις προτάσεις της 30ής Απριλίου 2002 στην υπόθεση C-126/01, GEMO, διατύπωσα την άποψη όσον αφορά το κύρος των μέτρων χορηγήσεως μιας παράνομης ενισχύσεως ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται κατ' αρχήν να προσδιορίσει ποια εθνικά μέτρα επηρεάζονται και τι συνέπειες έχει αυτή η ακυρότητα, λόγου χάρη, για την επιστροφή των επιβαρύνσεων που εισπράχθηκαν βάσει των μέτρων αυτών. Στην υπόθεση εκείνη πάντως το βασικό ζήτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ήταν μόνο το αν ο επίδικος φόρος αποτελούσε μέρος ρυθμίσεως που μπορούσε να θεωρηθεί ως ενίσχυση. Δεν υποβλήθηκε το ζήτημα της επιστροφής του φόρου και ανέκυψε μόνο στο πλαίσιο του παραδεκτού της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Η Γαλλική Δημοκρατία υποστήριξε ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη διότι, ακόμη και αν το επίδικο σύστημα συνιστούσε ενίσχυση, το αιτούν δικαστήριο μπορούσε το πολύ πολύ να διατάξει την ανάκτηση της ενισχύσεως, αλλά όχι και την επιστροφή του φόρου που εισπράχθηκε για τη χρηματοδότησή της. Για να αντικρουστεί το επιχείρημα αυτό άρκεσε η παρατήρηση ότι ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επιστροφή του φόρου· δεν ήταν ανάγκη να εξεταστεί αν και υπό ποιες συνθήκες το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την επιστροφή του φόρου. Η ορθή άποψη είναι ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις υπάρχει τέτοια απαίτηση· όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές το ζήτημα ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο.
(26) - Προπαρατεθείσα.
(27) - Σκέψη 12 της αποφάσεως (η υπογράμμιση δική μου). Στις προτάσεις μου στην υπόθεση εκείνη διατύπωσα την άποψη ότι όταν ένα παράνομο σύστημα ενισχύσεων χρηματοδοτείται από εισφορές που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις, τα εθνικά δικαστήρια είναι δυνατόν να υποχρεωθούν να διατάξουν την επιστροφή των επιβαρύνσεων αυτών (σημείο 27).
(28) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner της 15ης Μαου 1979 στην υπόθεση 177/78, McCarren (απόφαση της 26ης Ιουνίου 1979, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 67).
(29) - C-453/99, Συλλογή 2001, σ. I-6297.
(30) - Σκέψεις 25 έως 27 της αποφάσεως.
(31) - Αναφορικά με το άρθρο 90 ΕΚ, βλ. την απόφαση της 21ης Μαου 1980, 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1980/ΙΙ, σ. 137, σκέψη 9)· βλ. επίσης απόφαση Nygεrd, προπαρατεθείσα, σκέψεις 50 επ.
(32) - Απόφαση Nygεrd, προπαρατεθείσα, σκέψεις 16 επ.
(33) - Απόφαση Fιdιration nationale du commerce extιrieur des produits alimentaires και Syndicat national des nιgociants et transformateurs de saumon, προπαρατεθείσα, σκέψη 12.
(34) - Προπαρατεθείσα, σκέψη 17.
(35) - Απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf, προπαρατεθείσα, σκέψη 24. Βλ. επίσης απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1997, C-178/95, Wiljo (Συλλογή 1997, σ. I-585, σκέψεις 19 έως 21).
(36) - Σημείο 26 των προτάσεων· βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-239/99, Nachi Europe (απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, Συλλογή 2001, σ. I-1197, σκέψεις 75 έως 77).
(37) - Απόφαση του πρωτοδικείου της 22ας Νοεμβρίου 2001, T-9/98, Mitteldeutsche Erdφl-Raffinerie κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-3367, σκέψη 47).
(38) - Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψεις 8 έως 10).
(39) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 1986, 169/84, Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 391, σκέψη 30) και της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-6/92, Federmineraria κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-6357, σκέψη 15)· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1995, T-447/93, T-448/93 και T-449/93, AITEC κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-1971, σκέψη 41), και της 5ης Νοεμβρίου 1997, T-149/95, Ducros κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-2031, σκέψη 32).
(40) - Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1965, 106/63 και 107/63, Toepfer και Getneide-Import κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965, σ. 101)· της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70, Bock κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 977)· Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 19· της 21ης Νοεμβρίου 1989, C-244/88, Usines coopιratives de dιshydratation du Vexin κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. I-3811, σκέψεις 11 έως 14)· και της 27ης Μαρτίου 1990, C-229/88, Cargill κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-1303, σκέψεις 13 έως 18).
(41) - Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης [ΕΚ] (ΕΕ L 83, σ. 1).
(42) - Βλ. το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού όσον αφορά την εξουσία για διαταγή ανάκτησης και ιδίως το άρθρο 14, παράγραφος 1, που ορίζει: «Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο [...]» (η υπογράμμιση δική μου).
Full & Egal Universal Law Academy