Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 3 Μα_ου 2001 στην υπόθεση Τ-99/00, Samper κατά Κοινοβουλίου (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Η απόφαση αυτή ακυρώνει την απόφαση του Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 1999 περί προαγωγής του Ι. Samper στον βαθμό Α 4 από 1ης Ιανουαρίου 1998. Το Πρωτοδικείο δέχτηκε έναν από τους λόγους ακυρώσεως του προσφεύγοντος. Ο Ι. Samper ισχυριζόταν ότι η προαγωγή του στον βαθμό Α 4 έπρεπε να ισχύσει από 1ης Ιανουαρίου 1997, διότι δεν είχε επαρκώς ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά την περίοδο εκείνη ασκούσε ήδη καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος από δύο έτη. Οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το δικόγραφό του αντλούνται από την αλλοίωση αποδεικτικών στοιχείων και από την υπέρβαση των ορίων του δικαιοδοτικού ελέγχου από το Πρωτοδικείο.
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2. Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μπορεί να συνοψισθεί με τον ακόλουθο τρόπο.
3. Κατόπιν εσωτερικού διαγωνισμού στον οποίο κατέλαβε την πρώτη θέση στον πίνακα επιτυχόντων, ο Ι. Samper, με την από 21 Φεβρουαρίου 1995 απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διορίστηκε προϊστάμενος τμήματος βαθμού Α 3 στο γραφείο πληροφοριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη Μαδρίτη με ισχύ από 1ης Απριλίου 1995. Άσκησε τα εν λόγω καθήκοντα έως τις 18 Μαρτίου 1999, οπότε το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Κοινοβουλίου της 21ης Φεβρουαρίου 1995 με την απόφασή του στην υπόθεση C-304/97 P, Carbajo Ferrero κατά Κοινοβουλίου .
4. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, το Κοινοβούλιο, με την από 14 Απριλίου 1999 απόφασή του, ακύρωσε τον διορισμό του Ι. Samper ως προϊσταμένου τμήματος και, από την 1η Απριλίου 1995, αποκατέστησε τη σταδιοδρομία του στον βαθμό Α 5, κλιμάκιο 2.
5. Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 1999, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) προήγαγε τον Ι. Samper στον βαθμό Α 4, κλιμάκιο 1, με αναδρομική ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1998, σύμφωνα με την ομόφωνη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής προαγωγών (στο εξής: επίδικη απόφαση). Στις 8 Σεπτεμβρίου 1999 ο Ι. Samper υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής, που απορρίφθηκε από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου στις 20 Ιανουαρίου 2000.
6. Ακολούθως, στις 20 Απριλίου 2000, ο Ι. Samper άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου με την οποία επιδίωξε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, καθόσον αυτή προσδιόριζε την 1η Ιανουαρίου 1998, και όχι την 1η Ιανουαρίου 1997, ως ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της προαγωγής του στον βαθμό Α 4. Ισχυρίστηκε ιδίως ότι το Κοινοβούλιο, κατά τη συγκριτική εξέταση των προσόντων του, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη του τα καθήκοντα του προϊσταμένου στο γραφείο πληροφοριών της Μαδρίτης.
7. Αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι ο μοναδικός που εξετάστηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά το Πρωτοδικείο, για την αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του Ι. Samper, εναπέκειτο στην ΑΔΑ να προβεί στη συγκριτική εξέταση των προσόντων του κατά την περίοδο προαγωγών 1997, ως προς το σύνολο των προαγώγιμων υπαλλήλων στον βαθμό Α 4 κατά την εν λόγω περίοδο και, ειδικότερα, ως προς τους προαχθέντες υπαλλήλους στο τέλος της εν λόγω περιόδου (σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι, στο πλαίσιο της συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων του Ι. Samper, η ΑΔΑ, παραλείποντας να αξιολογήσει επαρκώς τα καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος που ο Ι. Samper άσκησε επιτυχώς επί δύο έτη, υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως (σκέψεις 52 και 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Πρωτοδικείο ακύρωσε, επομένως, την επίδικη διοικητική απόφαση, καθόσον αυτή προέβλεπε ότι η προαγωγή του Ι. Samper στον βαθμό Α 4 άρχιζε να ισχύει από 1ης Φεβρουαρίου 1998 (σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
8. Με την αίτησή του αναιρέσεως που εγγράφηκε στο Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου στις 13 Ιουλίου 2001, το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς απορρίπτοντας την προσφυγή ακυρώσεως του Ι. Samper ως αβάσιμη. Επικουρικώς, το αναιρεσείον ζητεί την αναπομπή της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου ώστε αυτό να αποφανθεί εκ νέου επί της προσφυγής ακυρώσεως του Ι. Samper. Το Κοινοβούλιο ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων κατά νόμο.
9. Ο Ι. Samper ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη. Εν πάση περιπτώσει, ο Ι. Samper ζητεί από το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα έξοδα των δύο δικών.
10. Δεν υπήρξε προφορική διαδικασία.
11. Ακολούθως, θα εξετάσω, πρώτον, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της για να εξετάσω, εν συνεχεία, τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως του Κοινοβουλίου, που αφορά τα όρια του δικαιοδοτικού ελέγχου. Δεν θα είναι απαραίτητη η εκτίμηση του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Με τον λόγο αυτόν, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν παρέθεσε ορθώς ορισμένα πραγματικά περισταστικά, γεγονός που οδήγησε σε πλάνες περί το δίκαιο οι οποίες δικαιολογούν την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως από το Δικαστήριο. Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο το Πρωτοδικείο παρουσιάζει, με τη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το «αποφασιστικό» κριτήριο για την περίοδο προαγωγών 1997· για τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου, με τις σκέψεις 46 και 47, ότι η επιτροπή στηρίχθηκε εσφαλμένως στην ιδέα ότι ο προσφεύγων είχε συναντήσει προβλήματα προσαρμογής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως προϊστάμενος και στην ιδέα, που εμφανίζεται στη σκέψη 48, ότι η εν λόγω επιτροπή στηρίχθηκε αποκλειστικά στους βαθμούς της εκθέσεως βαθμολογίας. Νομίζω ότι τα εν λόγω σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, εφόσον κριθούν παραδεκτά, συνέχονται κατ' ουσίαν με τις αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
ΙΙΙ - Το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως
Α - Επιχειρήματα των διαδίκων
12. Ο Ι. Samper ισχυρίζεται ότι η έκβαση της δίκης δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον για το Κοινοβούλιο. Αυτό τον έχει ήδη προαγάγει στον βαθμό Α 4 από την 1η Ιανουαρίου 1997, με απόφαση της 31ης Ιουλίου 2001 . Κατά τον Ι. Samper, πρόκειται για αυτόνομο μέτρο της ΑΔΑ που δεν έχει καμία σχέση με την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, η απόφαση δεν επιβάλλει στο Κοινοβούλιο να τον προαγάγει από 1ης Ιανουαρίου 1997. Η αίτηση αναιρέσεως είναι, συνεπώς, προδήλως απαράδεκτη στο σύνολό της.
13. Το Κοινοβούλιο βάλλει κατά της απόψεως αυτής. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της 3ης Μα_ου 2001, το διατακτικό της οποίας πρέπει να αναγνωσθεί σε συνδυασμό με την αιτιολογία της, δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στην ΑΔΑ ως προς τα ληπτέα μέτρα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την εκτίμηση της σκέψεως 54, ότι η επίδικη διοικητική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθόσον δεν προάγει τον προσφεύγοντα στον βαθμό Α 4 με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1997. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι το έννομο συμφέρον του αφορά την προστασία του από πιθανό αίτημα αποζημιώσεως που μπορεί να προβάλλει ο Ι. Samper, αφενός, και τη δυνατότητα να αναζητήσει τις αποδοχές που καταβλήθηκαν στον Ι. Samper σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφετέρου. Εξάλλου, το Κοινοβούλιο τονίζει ότι το έγγραφο που έστειλε στον Ι. Samper στις 16 Αυγούστου 2001 αναφέρει ρητώς ότι η προαγωγή του στον βαθμό Α 4 από 1ης Ιανουαρίου 1997 έγινε σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και όχι βάσει αυτών τούτων των εκτιμήσεων της ΑΔΑ.
Β - Εκτίμηση
14. Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προϋποθέτει ότι η αναίρεση μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον αναιρεσείοντα . Εν προκειμένω, μια απόφαση του Δικαστηρίου που εξαφανίζει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου ωφελεί κάπως το Κοινοβούλιο. Μπορεί όντως να το προστατεύσει οριστικώς από κάθε αίτημα αποζημιώσεως εκ μέρους του Ι. Samper λόγω της βλάβης που υπέστη συνεπεία της αποφάσεως της ΑΔΑ . Μπορεί επίσης να υποτεθεί ότι, σε περίπτωση εξαφανίσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Κοινοβούλιο μπορεί να αναζητήσει τις επιπλέον αποδοχές που καταβλήθηκαν στον Ι. Samper, εφόσον η προαγωγή κριθεί ότι αρχίζει να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1998 και όχι από 1ης Ιανουαρίου 1997.
15. Δεδομένων των προεκτεθέντων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
IV - Ο λόγος αναιρέσεως που αντλείται από την υπέρβαση των ορίων του δικαιοδοτικού ελέγχου
Α - Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
16. Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, με την υποκειμενική του εκτίμηση, υποκατέστησε την επιτροπή προαγωγών στην αντικειμενική της εκτίμηση των προσόντων του προσφεύγοντος. Αυτό αντίκειται προς πάγια νομολογία .
17. Με την υποκειμενική του εκτίμηση, η οποία ήταν διαρθρωμένη σε δύο μέρη, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως διαπίστωσε, με τις σκέψεις 53 και 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο προσφεύγων άσκησε τα καθήκοντα του προϊσταμένου του γραφείου πληροφοριών «επιτυχώς», παραλείποντας στο πλαίσιο αυτό να προβεί σε αντικειμενική σύγκριση μεταξύ του προσφεύγοντος και των συναδέλφων του.
18. Το πρώτο μέρος της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου αντιστοιχεί στη σύγκριση της συνολικής βαθμολογίας που απονεμήθηκε στον Ι. Samper με τους βαθμούς που έλαβαν τέσσερις εκ των συναδέλφων του. Το Πρωτοδικείο δεν αναφέρει τον λόγο της συγκρίσεως αυτής, αλλά το Κοινοβούλιο θεωρεί προφανές ότι το Πρωτοδικείο επιθυμεί έτσι να μειώσει τη σημασία της διαφοράς μεταξύ των βαθμών που έλαβαν οι πέντε ενδιαφερόμενοι προϊστάμενοι τμήματος. Εντούτοις, κατά το Κοινοβούλιο, το Πρωτοδικείο, προβαίνοντας στη σύγκριση αυτή, σφάλλει διττώς.
19. Πρώτον, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των προσόντων υπαλλήλων χωρίς να ληφθεί υπόψη η συνολική τους βαθμολογία. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως διαπίστωσε ότι η διαφορετική βαθμολογία μεταξύ υπαλλήλων οφείλεται στο ένα ή στο άλλο στοιχείο γενικής εκτιμήσεως της εκθέσεώς τους βαθμολογίας. Στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τις εν λόγω εκθέσεις βαθμολογίας, η βαθμολογία που έλαβε ο υπάλληλος αντιστοιχεί στο σύνολο των βαθμών που του απονεμήθηκαν βάσει των οκτώ τυποποιημένων κριτηρίων που συνθέτουν την αναλυτική εκτίμηση της εκθέσεως βαθμολογίας.
20. Το δεύτερο στάδιο της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου αντιστοιχεί στη σύγκριση της γενικής εκτιμήσεως του Ι. Samper - την οποία το Πρωτοδικείο χαρακτηρίζει ως «εγκωμιαστική» - με αυτήν των τριών άλλων προϊσταμένων τμήματος που έτυχαν αντιστοίχων εκτιμήσεων. Η εν λόγω σύγκριση οδηγεί το Πρωτοδικείο στο ότι οι σχετικές γενικές εκτιμήσεις είναι «συγκρίσιμες» (σκέψη 45, δεύτερη πρόταση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Πρωτοδικείο, όμως, περιορίζοντας την εν λόγω σύγκριση μόνο στις γενικές εκτιμήσεις, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι οικείοι τρεις προϊστάμενοι τμήματος είχαν λάβει συνολική βαθμολογία μεγαλύτερη από αυτήν του Ι. Samper, υπέπεσε στο ίδιο σφάλμα για δεύτερη φορά, διότι δεν συνέκρινε τα προσόντα των εν λόγω προϊσταμένων τμημάτων.
21. Η υποκειμενική εκτίμηση του Πρωτοδικείου, ότι ο Ι. Samper άσκησε τα καθήκοντά του «επιτυχώς» καθίσταται έτι λιγότερο πειστική εκ του γεγονότος ότι η δεύτερη σύγκριση του Πρωτοδικείου είναι εξίσου επιλεκτική. Περιορίζεται στους τρεις συναδέλφους που έτυχαν μιας «συγκρίσιμης» γενικής εκτιμήσεως.
22. Το Κοινοβούλιο τονίζει μια επιπλέον συνέπεια της χρήσεως της λέξεως «επιτυχώς» για τον χαρακτηρισμό του τρόπου με τον οποίο ο Ι. Samper άσκησε τα καθήκοντά του. Καθιστά δύσκολη την εύρεση φράσεων για τον χαρακτηρισμό των παροχών υπηρεσιών των άλλων προϊσταμένων τμήματος που έλαβαν μεγαλύτερη βαθμολογία. Το Κοινοβούλιο διερωτάται πώς μπορεί να αξιολογηθεί ένα πρόσωπο που άσκησε τα καθήκοντά του καλύτερα από «επιτυχώς».
23. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας ότι στην πραγματικότητα η ΑΔΑ έπρεπε να είχε καταλήξει ότι ο Ι. Samper άσκησε τα καθήκοντα του προϊσταμένου τμήματος «επιτυχώς», όχι μόνο σφετερίστηκε σημαντικά την ευρεία διακριτική ευχέρεια της ΑΔΑ, αλλά και δεν απέδειξε ότι αυτή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και ότι υπερέβη τα εύλογα όρια της εν λόγω ευχέρειας.
24. Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται, τέλος, ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε, με τις σκέψεις 52 και 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ΑΔΑ δεν αξιολόγησε επαρκώς τα καθήκοντα που ο προσφεύγων άσκησε de facto «επιτυχώς» ως προϊστάμενος τμήματος επί δύο έτη. Δεν μπορεί να συναχθεί, βάσει της υποκειμενικής αυτής εκτιμήσεως, ότι η επιτροπή προαγωγών υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
25. Με τη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επικρίνεται η μέθοδος εργασίας της ΑΔΑ, που συνίσταται στη σύγκριση των καθηκόντων που άσκησαν οι ενδιαφερόμενοι. Κατά το Πρωτοδικείο, «κανένα στοιχείο» δεν επιτρέπει την υπόθεση ότι η ΑΔΑ προέβη όντως στη σύγκριση μεταξύ των καθηκόντων που άσκησε ο Ι. Samper και αυτών των άλλων προϊσταμένων τμήματος που προήχθησαν στον βαθμό Α 4.
26. Κατά το Κοινοβούλιο, η εν λόγω επίκριση δεν ευσταθεί. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η ΑΔΑ έχει την εξουσία από τον ΚΥΚ να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που θεωρεί ως πλέον πρόσφορη. Τα πρακτικά της συσκέψεως της επιτροπής προαγωγών της 19ης Μα_ου 1999 εξηγούν, βήμα προς βήμα και κατά τρόπο σαφή και διαυγή, τη συλλογιστική και τη μέθοδο που εφάρμοσε η επιτροπή. Προκύπτει σαφώς ότι οι αποφάσεις της ΑΔΑ περί αποκαταστάσεως της σταδιοδρομίας του Ι. Samper ελήφθησαν βάσει συγκριτικού ελέγχου λαμβάνοντας υπόψη όλα τα λυσιτελή στοιχεία, ιδίως τους βαθμούς που περιείχαν οι εκθέσεις βαθμολογίας, την κινητικότητα και τα ασκηθέντα καθήκοντα, την αρχαιότητα και την ισότητα των ευκαιριών. Η σύνθετη αξιολογική κρίση ήταν απαραίτητη δεδομένου ότι τα προσόντα των διαφόρων υπαλλήλων δεν διέφεραν πολύ. Καίτοι πρόκειται για δύσκολες αποφάσεις, η απόφαση της ΑΔΑ να μην προαγάγει τον Ι. Samper κατά την περίοδο προαγωγών 1997, η οποία ελήφθη βάσει της πλέον πρόσφορης μεθόδου, κινήθηκε σαφώς εντός των ορίων της εξουσίας της εκτιμήσεως.
27. Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε άλλη μέθοδο και διατύπωσε δική του υποκειμενική γνώμη δεν αρκεί για να καταδείξει το παράνομο της αποφάσεως της ΑΔΑ.
28. Ο Ι. Samper ισχυρίζεται, πρώτον, ότι οι εκτιμήσεις του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα και δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναιρέσεως.
29. Ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι το Πρωτοδικείο δεν υποκατέστησε την ΑΔΑ στην εκτίμηση των προσόντων του Ι. Samper. Περιορίστηκε απλώς, στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού του ελέγχου, να διαπιστώσει τα πρόδηλα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η ΑΔΑ και να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
30. Ως προς το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι η ΑΔΑ δεν μπορούσε, ελλείψει εξαιρετικών στοιχείων, να τον προαγάγει κατά την περίοδο προαγωγών 1997, ο προσφεύγων διευκρινίζει ότι, με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2001, η ΑΔΑ αποφάσισε να τον προαγάγει από 1ης Ιανουαρίου 1997. Το γεγονός αυτό αναιρεί μεγάλο μέρος των επιχειρημάτων που προβάλλει το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
31. Με το υπόμνημά του απαντήσεως, το Κοινοβούλιο διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο υποκατέστησε σχεδόν πλήρως την ΑΔΑ στην εκτίμησή της. Συγκρίνει, για παράδειγμα, ορισμένες εκτιμήσεις της ΑΔΑ, με τις οποίες αυτή ενστερνίστηκε τις εκτιμήσεις της επιτροπής προαγωγών όπως περιλαμβάνονται στα πρακτικά της συσκέψεως της 19ης Μα_ου 1999, με αυτές που διατύπωσε το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Από την εν λόγω σύγκριση προκύπτει, κατά το Κοινοβούλιο, ότι το Πρωτοδικείο, χαρακτηρίζοντας τη βαθμολογία του Ι. Samper, πρώτον, ως «ιδιαιτέρως καλή» και, στη συνέχεια, ως «εγκωμιαστική», εφάρμοσε τη δική του υποκειμενική μέθοδο για να καταλήξει στην τελική υποκειμενική του εκτίμηση, ότι ο ενδιαφερόμενος είχε ασκήσει τα καθήκοντά του «επιτυχώς». Το πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως στο οποίο υπέπεσε η ΑΔΑ συνίσταται, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο ότι η ΑΔΑ δεν κατέληξε στην τελική υποκειμενική εκτίμηση του Πρωτοδικείου και, τέλος, στο ότι δεν αξιολογήσε (επαρκώς) την εν λόγω τελική εκτίμηση που θα της είχε επιτρέψει να προαγάγει τον Ι. Samper από την 1η Ιανουαρίου 1997. Το Κοινοβούλιο επαναλαμβάνει ότι το Πρωτοδικείο, πράττοντας έτσι, υπερέβη τα όρια του δικαιοδοτικού του ελέγχου, όπως αυτά γίνονται δεκτά από την κοινοτική νομολογία.
Β - Εκτίμηση
32. Ο λόγος αναιρέσεως του Κοινοβουλίου στρέφεται κυρίως κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η ΑΔΑ κακώς δεν έλαβε υπόψη της, τουλάχιστον επαρκώς, το γεγονός ότι ο προσφεύγων άσκησε τα καθήκοντα του προϊσταμένου τμήματος «επιτυχώς» επί δύο έτη. Υπέπεσε έτσι σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Το Πρωτοδικείο υποκατέστησε με την υποκειμενική του εκτίμηση την ΑΔΑ στην στηριζόμενη σε αντικειμενικά κριτήρια εκτίμησή της.
33. Νομίζω ότι ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός. Συγκεκριμένα, αντλείται από τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών και εσφαλμένη αιτιολογία. Το αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι ελλιπής ή αντιφατική αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί, ως τοιούτο, να προβληθεί κατ' αναίρεση .
34. Σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, η προαγωγή παρέχεται με απόφαση της ΑΔΑ και γίνεται με συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς.
35. Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει ασχοληθεί πλειστάκις με το περιεχόμενο του άρθρου 45 του ΚΥΚ, μεταξύ άλλων ως προς τις οριακές προϋποθέσεις της διαδικασίας και της εξουσίας εκτιμήσεως της ΑΔΑ και των ορίων του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει ο κοινοτικός δικαστής, ήτοι το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο.
36. Κατά πάγια νομολογία, η ΑΔΑ, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του συμφέροντος της υπηρεσίας και των προσόντων των υποψηφίων που πρέπει να ληφθούν υπόψη σε απόφαση προαγωγής κατά το άρθρο 45 του ΚΥΚ, διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Το Δικαστήριο επανειλημμένως υπογράμμισε ότι η ΑΔΑ, στον τομέα των προαγωγών, μπορεί να προβεί σε συγκριτική εξέταση «βάσει της μεθόδου που θεωρεί ως πλέον πρόσφορη» . Επομένως, μπορεί να λαμβάνει υπόψη της διάφορα στοιχεία και να προβαίνει, βάσει αυτών, σε αξιολόγηση κατά την κρίση της.
37. Ωστόσο, η διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στην ΑΔΑ περιορίζεται από την ανάγκη διεξαγωγής συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων των υποψηφίων με προσοχή και αμεροληψία, προς το συμφέρον της υπηρεσίας και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως . Εφόσον έχει θεσπιστεί διαδικασία και μέθοδος αξιολογήσεως για την ετήσια περίοδο προαγωγών, η ΑΔΑ υποχρεούται να τις ακολουθεί . Κάθε προαγώγιμος υπάλληλος δικαιούται συνεπώς να αναμένει ότι τα προσόντα του θα συγκριθούν με εκείνα των λοιπών προαγώγιμων για τον σχετικό βαθμό υπαλλήλων, στο πλαίσιο της επιτροπής προαγωγών . Συναφώς, η επιτροπή προαγωγών οφείλει να προβεί σε αποτελεσματική σύγκριση με το σύνολο των προαγώγιμων υπαλλήλων και όχι μόνο με τα προσόντα, για παράδειγμα, των υπαλλήλων που καταλαμβάνουν καλύτερη θέση στον οικείο πίνακα . Οι αποφάσεις προαγωγής προϋποθέτουν συγκριτική εξέταση από την ΑΔΑ των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς, στο πλαίσιο της διαδικασίας κάθε περιόδου προαγωγής. Η εξέταση αυτή πρέπει βεβαίως να αφορά, κατά το ενδεδειγμένο μέτρο, τις περιόδους που προηγούνται αυτής που αφορά η τρέχουσα περίοδος προαγωγής, αλλά και την τελευταία αυτή περίοδο .
38. Στον τομέα αυτόν, ο έλεγχος του δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο αν, δεδομένων των λόγων και μέσων που οδήγησαν τη διοίκηση στην εκτίμησή της, η διοίκηση παρέμεινε εντός των ευλόγων ορίων και δεν έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο. Ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί, επομένως, να υποκαθιστά την ΑΔΑ στην εκτίμησή της για τα προσόντα των υποψηφίων . Επομένως, ο κοινοτικός δικαστής πρέπει να περιοριστεί στον οριακό έλεγχο της συγκριτικής εξετάσεως της ΑΔΑ, στο πλαίσιο του οποίου μπορεί ιδίως να ελέγχει τον σεβασμό των γενικών αρχών της χρηστής διοικήσεως. Η εκτίμηση οφείλει επιπλέον να είναι αιτιολογημένη, ώστε οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι και το Δικαστήριο, αποφαινόμενο κατ' αναίρεση, να μπορούν να γνωρίζουν σαφώς τα επιχειρήματα του Πρωτοδικείου.
39. Προκειμένου να προσδιορισθεί αν, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο υπερέβη τις εξουσίες του υποκαθιστώντας, όπως ισχυρίζεται το Κοινοβούλιο, την ΑΔΑ στην εκτίμησή της, επιβάλλεται να εξετασθεί κατ' αρχάς σε ποια μέθοδο αξιολογήσεως στηρίχθηκε η επίδικη διοικητική απόφαση.
40. Ως συνήθως, η ΑΔΑ στήριξε την επίδικη διοικητική απόφαση σε γνώμη της επιτροπής προαγωγών. Η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις προαγωγές που διατύπωσε τη γνώμη της επί του Ι. Samper με την επίδικη απόφαση συνέστησε ομόφωνα να μην προαχθεί ο προσφεύγων κατά την περίοδο προαγωγών 1997.
41. Εν προκειμένω, η επιτροπή προαγωγών δεσμεύεται, κατά τις εργασίες της, από τα κριτήρια που αναφέρονται στο πληροφοριακό σημείωμα αριθ. 7 του 1995, περί διαδικασίας προαγωγών. Πρόκειται, πρώτον, για την έκθεση βαθμολογίας, η οποία στηρίζεται σε οκτώ κριτήρια τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα της ισχύουσας εσωτερικής οδηγίας προς τις επιτροπές προαγωγών του 1992: γνώσεις, ικανότητα κατανοήσεως και κρίσεως, ικανότητα αναλήψεως πρωτοβουλιών, οργανωτική ικανότητα, ποιότητα εργασίας, κανονικότητα της εργασίας και ταχύτητα εκτελέσεως, επαγγελματική συνείδηση και ανθρώπινες σχέσεις στην εργασία. Επιπλέον, ενόψει των κριτηρίων του σημειώματος του 1995, σημασία έχει επίσης η προηγούμενη έκθεση βαθμολογίας, η ενδεχόμενη σύσταση της γενικής διευθύνσεως, η πιθανή κινητικότητα του υποψηφίου και η αρχή ότι, σε περίπτωση ισότητας προσόντων, προτιμούνται οι γυναίκες για τις κατηγορίες στις οποίες δεν εκπροσωπούνται επαρκώς.
42. Η μέθοδος εργασίας που ακολουθεί η επιτροπή προαγωγών εν προκειμένω προκύπτει από τα πρακτικά της έκτακτης συσκέψεως της 19ης Μα_ου 1999. Η επιτροπή δεσμεύτηκε να συγκρίνει τα συνολικά προσόντα του Ι. Samper με αυτά άλλων υπαλλήλων προαγώγιμων στον βαθμό Α 4. Στο πλαίσιο της εν λόγω συγκρίσεως, αποφάσισε να μη λάβει υπόψη της μόνον την έκθεση βαθμολογίας, αλλά και τις ευθύνες και τα καθήκοντα του Ι. Samper. Η επιτροπή προαγωγών έλαβε επίσης υπόψη της τα πρακτικά της επιτροπής προαγωγών της οικείας περιόδου προαγωγών. Μπόρεσε έτσι να λάβει υπόψη της τα κριτήρια που είχαν γίνει δεκτά κατά την οικεία περίοδο προαγωγών. Τέλος, η επιτροπή προαγωγών συμφώνησε να λάβει υπόψη της τις εκθέσεις βαθμολογίας των λοιπών προϊσταμένων τμήματος.
43. Νομίζω ότι, από διαδικαστικής απόψεως, η επιτροπή προαγωγών συμμορφώθηκε πλήρως προς τους εσωτερικούς κανονισμούς. Σε κανένα στάδιο της διαφοράς ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν προέκυψε ούτε προβλήθηκε ότι υπέπεσε σε σφάλματα ως προς το εν λόγω ζήτημα.
44. Η μόνη αιτίαση του προσφεύγοντος που εξέτασε το Πρωτοδικείο αφορά την παράλειψη της ΑΔΑ να λάβει επαρκώς υπόψη της, κατά τη σύγκριση, τα προσόντα που απορρέουν από τις δραστηριότητές του ως προϊσταμένου του γραφείου πληροφοριών του Κοινοβουλίου στη Μαδρίτη επί δύο έτη. Όπως έχω ήδη πει, εναπέκειτο στην ΑΔΑ να αξιολογήσει τα εν λόγω προσόντα στο πλαίσιο της συγκριτικής εξετάσεως των προαγώγιμων υποψηφίων. Συναφώς, η έκταση του δικαιοδοτικού ελέγχου περιορίζεται στο αν η ΑΔΑ αδιαμφισβήτως παρέλειψε να λάβει υπόψη της σοβαρώς τα εν λόγω προσόντα.
45. Η επιτροπή προαγωγών, εντούτοις, δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα και τίποτε δεν επιτρέπει την υπόθεση ότι η ΑΔΑ δεν έλαβε, ή δεν έλαβε επαρκώς, υπόψη της τα οικεία προσόντα του Ι. Samper.
46. Νομίζω ότι το Πρωτοδικείο δεν προσέδωσε επαρκή σημασία, με τις σκέψεις 48 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο γεγονός ότι η επιτροπή προαγωγών αναφέρεται επανειλημμένως, με τις εκτιμήσεις της, στα προσόντα του Ι. Samper ως προϊσταμένου τμήματος. Συγκεκριμένα, από τα πρακτικά της συσκέψεως της επιτροπής προαγωγών της 19ης Μα_ου 1999 , προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της το επίπεδο των καθηκόντων που άσκησε ο προσφεύγων και προσάρμοσε τους βαθμούς του αναλόγως (η βαθμολογία του αυξήθηκε από 56 σε 59 βαθμούς). Επιπλέον, από χωρία των πρακτικών της συσκέψεως της 19ης Μα_ου 1999, που παραθέτει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι τα προσόντα του Ι. Samper συγκρίθηκαν όντως με αυτά των υπαλλήλων που προήχθησαν στον βαθμό Α 4 κατά την περίοδο προαγωγών 1997, καθώς και με τις εκθέσεις πέντε επίσης προαγώγιμων υπαλλήλων οι οποίοι είχαν επίσης τύχει εγκωμιαστικών αξιολογήσεων χωρίς, εντούτοις, να προαχθούν. Το Πρωτοδικείο αναφέρει επιπλέον το πρακτικό που δηλώνει ότι «η πλειονότητα [των υπαλλήλων αυτών] άσκησαν κατά συγκεκριμένη περίοδο καθήκοντα προϊσταμένου μονάδας με καθήκοντα συγκρίσιμα προς αυτά προϊσταμένου τμήματος» (σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) .
47. Η τελική αξιολόγηση της επιτροπής προαγωγών είναι εντούτοις δυσμενής για τον Ι. Samper για την περίοδο προαγωγών 1997. Αυτό δεν οφείλεται στο ότι δεν έλαβε υπόψη της τα καθήκοντα που αυτός άσκησε, αλλά διότι, κατά την κρίση της επιτροπής προαγωγών, άλλα πρόσωπα ήταν (ακόμη) καλύτερα. Το γεγονός ότι ο Ι. Samper έχει σαφή και αναγνωρισμένα προσόντα ως προϊστάμενος τμήματος δεν αποκλείει το ότι μπορεί να διαπιστωθεί, στο πλαίσιο συγκρίσεως, ότι άλλοι υπάλληλοι διαθέτουν περισσότερα, είτε λόγω ασκήσεως καθηκόντων προϊσταμένου τμήματος είτε για άλλους λόγους. Η ΑΔΑ, συνεπώς, μπορούσε ευλόγως να εκτιμήσει ότι τα προσόντα του Ι. Samper δεν δικαιολογούσαν την απονομή επιπλέον βαθμών . Με άλλα λόγια, η ΑΔΑ δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμώντας ευνοϊκά τα προσόντα του Ι. Samper, αφενός, χωρίς εντούτοις να εκτιμήσει ότι μπορούσε να προαχθεί, αφετέρου.
48. Νομίζω, για τον λόγο αυτόν, ότι το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε ούτε μπορούσε να διαπιστώσει με πειστικό τρόπο ότι η επιτροπή προαγωγών και, συνεπώς, η ΑΔΑ υπερέβησαν τα εύλογα όρια των αρμοδιοτήτων τους εν προκειμένω. Για τους λόγους αυτούς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για «ορισμένες ασυνέπειες» (σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) κατά την εκτίμηση της επιτροπής προαγωγών. Η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι ο Ι. Samper εκτέλεσε τα καθήκοντά του «επιτυχώς» δεν αρκεί για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ΑΔΑ υπέπεσε σε «πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως», παραλείποντας να αξιολογήσει, τουλάχιστον επαρκώς, την άσκηση των καθηκόντων του ως προϊσταμένου τμήματος (σκέψεις 52 και 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
49. Το Πρωτοδικείο υποκαθιστά την ΑΔΑ στην αιτιολογημένη και ελέγξιμη εκτίμησή της βάσει των ισχυόντων κανονισμών, η οποία παραμένει αναμφίβολα εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει. Συνεπώς, εκτιμώ ότι ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει το Κοινοβούλιο είναι βάσιμος. Επιπλέον, η άποψή μου επιρρωννύεται από ορισμένα πρόσθετα γεγονότα.
50. Πρώτον, εκτιμώ ότι το Πρωτοδικείο στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση δηλώνοντας ότι η επιτροπή προαγωγών στηρίχθηκε αποκλειστικά στους βαθμούς της εκθέσεως βαθμολογίας (σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, για τον καθορισμό των βαθμών αυτών ελήφθη υπόψη η άσκηση των καθηκόντων του ως προϊσταμένου του γραφείου πληροφοριών. Εξάλλου, τίποτε δεν δηλώνει ότι η επιτροπή προαγωγών δεν εφάρμοσε τα συγκεκριμένα κριτήρια - που αναφέρονται στο σημείο 41 των ανά χείρας προτάσεων - στην περίπτωση του Ι. Samper.
51. Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την περίοδο προαγωγών 1997, οι διαφορές μεταξύ των προαγώγιμων υπαλλήλων ήταν ελάχιστες. Επιπλέον, πρόκειται εν προκειμένω για ιδιαίτερη περίπτωση, δεδομένου ότι η επιτροπή προαγωγών έπρεπε να εξετάσει πώς ο Ι. Samper είχε συμπεριφερθεί ως προϊστάμενος τμήματος του γραφείου πληροφοριών της Μαδρίτης, χωρίς να λάβει υπόψη της στο πλαίσιο αυτό τις περιστάσεις που είχαν προκαλέσει την ακύρωση του διορισμού του. Για τους λόγους αυτούς, επιβάλλεται έτι περισσότερο ο δικαστής να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση κατά τον έλεγχο της εκτιμήσεως της ΑΔΑ.
52. Κατ' εμέ, η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να παραμείνει. Πάσχει έλλειψη αιτιολογήσεως, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν απέδειξε κατά τρόπο πειστικό ότι η ΑΔΑ έκανε προδήλως εσφαλμένη χρήση των αρμοδιοτήτων της. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο, με την απόφασή του, στηρίχθηκε σε μία μόνον από τις αιτιάσεις του Ι. Samper, εκτιμώ ότι πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση ενώπιόν του ώστε να αποφανθεί εκ νέου.
V - Πρόταση
53. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να εξαφανίσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Μα_ου 2001, Τ-99/00, Samper κατά Κοινοβουλίου,
2) να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου ώστε αυτό να αποφανθεί εκ νέου επί της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε ο Ι. Samper,
3) να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy