Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Η παρούσα υπόθεση άπτεται της επιλογής της νομικής βάσεως της αποφάσεως 2001/469/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαου 2001, για τη σύναψη εκ μέρους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας της συμφωνίας μεταξύ της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σχετικά με τον συντονισμό των προγραμμάτων επισημάνσεως της ενεργειακής αποδόσεως του γραφειακού εξοπλισμού (ΕΕ 2001, L 172, σ. 1) (στο εξής: Energy Star). Όπως ακριβώς και με τη γνωμοδότηση 2/00, της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (Συλλογή 2001, σ. Ι-9713), πρόκειται και πάλι για την οριοθέτηση των πεδίων εφαρμογής αντιστοίχως του άρθρου 133 ΕΚ σχετικά με την εμπορική πολιτική και του άρθρου 175 ΕΚ σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
1) Η συμφωνία Energy Star
2 Η συμφωνία Energy Star περιλαμβάνει τις ακόλουθες, λυσιτελείς για την παρούσα υπόθεση, διατάξεις:
3 Η συμφωνία φέρει ως τίτλο «Συμφωνία μεταξύ της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σχετικά με τον συντονισμό προγραμμάτων επισημάνσεως της ενεργειακής αποδόσεως του γραφειακού εξοπλισμού».
4 Κατά το προοίμιο της συμφωνίας: «Η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και η Ευρωπαϋκή Κοινότητα [...], επιθυμώντας τη μεγιστοποίηση της εξοικονομήσεως ενεργείας και των περιβαλλοντικών οφελών μέσω της ενισχύσεως της προσφοράς και ζητήσεως ενεργειακώς αποδοτικών προϋόντων, συμφώνησαν τα εξής».
5 «Άρθρο Ι
Γενικές αρχές
1. Τα συμβαλλόμενα μέρη χρησιμοποιούν ένα κοινό σύνολο προδιαγραφών ενεργειακής αποδόσεως και ένα κοινό λογότυπο με σκοπό την καθιέρωση σταθερών στόχων για τους κατασκευαστές, μεγιστοποιώντας έτσι το αποτέλεσμα των μεμονωμένων προσπαθειών τους όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση παρομοίων τύπων προϋόντων.
2. Τα συμβαλλόμενα μέρη χρησιμοποιούν τον κοινό λογότυπο για την αναγνώριση των πιστοποιημένων ενεργειακώς αποδοτικών τύπων προϋόντων του παραρτήματος Γ.
3. Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν πρόνοια ώστε οι κοινές προδιαγραφές να ενθαρρύνουν τη διαρκή βελτίωση της αποτελεσματικότητας, λαμβάνοντας υπόψη τις πλέον προηγμένες τεχνικές πρακτικές της αγοράς.
4. Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν πρόνοια ώστε να δίδεται στους καταναλωτές η ευκαιρία να [πιστοποιούν] ενεργειακώς αποδοτικά προϋόντα, [εντοπίζοντας] στην αγορά [το σήμα].»
6 «Άρθρο ΙΙ
Ορισμοί
1. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, νοούνται ως:
α) [...]
β) "κοινός λογότυπος": το καταχωρισμένο στις ΗΠΑ σήμα πιστοποιήσεως που περιγράφεται στο παράρτημα Α και αποτελεί ιδιοκτησία της [ΥΠΠ]·
γ) [...]
δ) "πρόγραμμα επισημάνσεως Energy Star": πρόγραμμα το οποίο διαχειρίζεται διαχειριστικός φορέας και για το οποίο χρησιμοποιούνται οι κοινές προδιαγραφές ενεργειακής αποδόσεως, τα σήματα και οι κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να εφαρμόζονται στους πιστοποιημένους τύπους προϋόντων·
ε) [...]
στ) [...]».
7 Το παράρτημα Α της συμφωνίας καθορίζει κοινό λογότυπο και το παράρτημα Β τις κατευθυντήριες γραμμές που αφορούν τη χρήση του λογοτύπου και της ονομασίας Energy Star. Το παράρτημα Γ καθορίζει τις εφαρμοστέες επί των αποτελούντων αντικείμενο της συμφωνίας προϋόντων προδιαγραφές. Η συμφωνία καθορίζει τις εφαρμοστέες προδιαγραφές επί της ομάδας των προϋόντων όπως οι υπολογιστές, οι οθόνες, οι εκτυπωτές, οι συσκευές τηλεομοιοτυπίας, οι συσκευές γραμματοσημάνσεως, οι φωτοαντιγραφικές συσκευές, οι σαρωτές και οι πολυλειτουργικές συσκευές.
2) Ο κανονισμός (ΕΚ) 2422/2001 του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, σχετικά με κοινοτικό πρόγραμμα επισημάνσεως ενεργειακής αποδόσεως του γραφειακού υλικού (1)
8 Η συμφωνία Energy Star μεταφέρθηκε στην κοινοτική έννομη τάξη με τον κανονισμό 2422/2001. Ο εν λόγω κανονισμός θεσπίστηκε με νομική βάση το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ, ενώ η αρχική πρόταση της Επιτροπής ανέφερε ως νομική βάση το άρθρο 95 ΕΚ (2).
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
9 Η αμερικανική υπηρεσία προστασίας του περιβάλλοντος (Environmental Protection Agency, στο εξής: ΥΠΠ) κατήρτισε το 1992 το πρόγραμμα Energy Star. Ενώ αρχικά το πρόγραμμα αυτό αφορούσε γραφειακό εξοπλισμό, στη συνέχεια επεκτάθηκε και στις οικιακές συσκευές, στις εγκαταστάσεις θερμάνσεως και ψύξεως, στις ηλεκτρονικές συσκευές που χρησιμοποιεί το ευρύ κοινό, στον γραφειακό εξοπλισμό για προσωπική χρήση, στους θερμαντήρες ύδατος, στις ενδείξεις εξόδων κινδύνου, στα υλικά κατασκευής στεγών, στους μετασχηματιστές, στα φωτεινά σήματα και σε άλλα προϋόντα και υπηρεσίες (3). Στα πλαίσια του προγράμματος θεσπίστηκαν ορισμένοι κανόνες αφορώντες την κατανάλωση ενεργείας των εξοπλισμών και υπηρεσιών. Πρόκειται για μη δεσμευτικά πρότυπα. Οι κατασκευαστές των οικείων προϋόντων συμμετέχουν στο πρόγραμμα σε εθελοντική βάση. Ο λογότυπος Energy Star καθιερώθηκε για την επισήμανση του εξοπλισμού που τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις.
10 Ο τομέας του γραφειακού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένης της ευρωπαϋκής βιομηχανίας, τηρεί σε μεγάλο βαθμό τους προβλεπόμενους στο πρόγραμμα αυτό κανόνες και χρησιμοποιεί τον λογότυπο Energy Star για τα προϋόντα του. Ενόψει της καταστάσεως αυτής, η Επιτροπή πρότεινε στην Κοινότητα να υιοθετήσει το αμερικανικό πρόγραμμα αντί να αναπτύξει το δικό της σχετικά με τον ενεργειακώς αποδοτικό γραφειακό εξοπλισμό. Κατόπιν αυτού, υπέβαλε την 1η Ιουλίου 1999 στο Συμβούλιο πρόταση αποφάσεως σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας Energy Star με τις Ηνωμένες Πολιτείες, βάσει του άρθρου 133 ΕΚ (4).
11 Το Συμβούλιο υιοθέτησε στις 14 Δεκεμβρίου 2000 ομοφώνως την πρόταση αυτή (5), στηριζόμενο, πάντως, στο άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ. Η συμφωνία υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον στις 19 Δεκεμβρίου 2000.
12 Με την επίδικη απόφαση 2001/469/ΕΚ, της 14ης Μαου 2001, το Συμβούλιο ενέκρινε τη συμφωνία (6). Και η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ. Η συμφωνία άρχισε να ισχύει από τις 7 Ιουνίου 2001.
IV - Επιχειρήματα και αιτήματα των διαδίκων
1) Η Επιτροπή
13 Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιλογή της νομικής βάσεως της αποφάσεως 2001/469. Εκτιμά ότι η συμφωνία έχει ως σκοπό και περιεχόμενο τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών. Παρέχει στους κατασκευαστές την ευχέρεια να εμπορεύονται τον εξοπλισμό τους τόσο στην ευρωπαϋκή όσο και στην αμερικανική αγορά χρησιμοποιώντας μία και μόνον επισήμανση μέσω μιας και μόνο διαδικασίας καταχωρίσεως. Με τον τρόπο αυτό, οι κατασκευαστές γραφειακού εξοπλισμού εξοικονομούν το απορρέον από την κατάρτιση χωριστών προγραμμάτων επισημάνσεως κόστος, σε συνδυασμό με τις διαφορετικές απαιτήσεις και διαδικασίες καταχωρίσεως. Επομένως, η επίδικη απόφαση έπρεπε να θεμελιώνεται στο άρθρο 133 ΕΚ.
14 Σκοπός της συμφωνίας δεν είναι η θέσπιση προγράμματος εξοικονομήσεως ενεργείας αλλά ο συντονισμός του ευρωπαϋκού και του αμερικανικού προγράμματος επισημάνσεως. Ως εναλλακτική λύση θα εμφανιζόταν η υιοθέτηση, αντί της συμφωνίας, αυτοτελούς ευρωπαϋκού προγράμματος επισημάνσεως με ίδια πρότυπα και ίδια διαδιακασία καταχωρίσεως. Τούτο θα συνεπαγόταν δύο ανταγωνιστικά μεταξύ τους προγράμματα επισημάνσεως με τις ενδεχομένως απορρέουσες παρεμποδίσεις των συναλλαγών.
15 Το προοίμιο της συμφωνίας διευκρινίζει ότι ο σκοπός της έγκειται στην προσπάθεια που καταβάλλουν τα συμβαλλόμενα μέρη να μεγιστοποιήσουν την εξοικονόμηση ενεργείας και τα οικολογικά οφέλη που αυτό συνεπάγεται μέσω της ενισχύσεως της προσφοράς και ζητήσεως ενεργειακώς αποδοτικών προϋόντων. Πάντως, η διατύπωση αυτή απηχεί απλώς τη βούληση της ΥΠΠ να καταρτίσει το πρόγραμμα Energy Star και όχι τον σκοπό της συμφωνίας ο οποίος έγκειται στην εγκαθίδρυση κοινής επισημάνσεως για τις δύο αγορές μέσω του συντονισμού των διαφόρων προγραμμάτων επισημάνσεως.
16 Εξάλλου, η Επιτροπή θεμελιώνει την άποψή της στον τίτλο της συμφωνίας η οποία αναφέρεται στον «συντονισμό των προγραμμάτων επισημάνσεως». Επιπλέον, παραπέμπει στη δέκατη τρίτη και τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προτάσεώς της του κανονισμού 2422/2001, μέσω του οποίου μεταφέρθηκε στο κοινοτικό δίκαιο η συμφωνία.
17 Ακολούθως, η Επιτροπή στηρίζεται στην πρακτική της Κοινότητας σχετικά με τις διεθνείς συμβάσεις. Το άρθρο 133 ΕΚ αποτέλεσε θεμέλιο συμφωνιών αφορωσών την αμοιβαία αναγνώριση τεχνικών προτύπων που συνήφθησαν με ορισμένα τρίτα κράτη. Διαφορετική, πάντως, είναι η περίπτωση της συμφωνίας Energy Star, η οποία καθορίζει κοινά πρότυπα αφορώντα την ενεργειακή απόδοση του γραφειακού εξοπλισμού.
18 Το γεγονός ότι η συμφωνία σκοπεί και στην προστασία του περιβάλλοντος δεν αναιρεί την υποστηριζόμενη από την ίδια άποψη. Το γεγονός ότι εμπορικές συμφωνίες λαμβάνουν επίσης υπόψη περιβαλλοντικές πτυχές συνάδει προς το άρθρο 6 ΕΚ, το οποίο ανάγει την προστασία του περιβάλλοντος σε κομβικό σημείο. Στηριζόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου (7), η Επιτροπή τάσσεται υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της κατά το άρθρο 133 ΕΚ εννοίας της εμπορικής πολιτικής. Λόγω των δυνάμει εμποδίων του εμπορίου που ανακύπτουν ενδεχομένως εκ των θεσπιζομένων μονομερώς κανόνων σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, οι εμπορικές συμφωνίες λαμβάνουν ολοένα και περισσότερο υπόψη τα συναφή ζητήματα. Όπως ήδη επιβεβαιώθηκε με τη νομολογία (8), το γεγονός ότι οι εμπορικές συμφωνίες λαμβάνουν επίσης υπόψη πτυχές αφορώσες την προστασία του περιβάλλοντος δεν έχει ως συνέπεια ότι οι συμφωνίες αυτές δεν μπορούν πλέον να θεμελιώνονται στο άρθρο 133 ΕΚ. Προς στήριξη της απόψεώς της, η Επιτροπή αναφέρει την επελθούσα στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ επιτευχθείσα συμφωνία για την εφαρμογή των μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (9).
19 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εκ μέρους του Συμβουλίου αυστηρή ερμηνεία της εννοίας περί εμπορικής πολιτικής συνιστά οπισθοδρόμηση σε σχέση με πάγια νομολογία και νομική πρακτική. Διατυπώνει φόβους ότι τούτο μπορεί να θίξει την αποτελεσματικότητα της κοινοτικής εμπορικής πολιτικής. Η παρούσα υπόθεση έχει ως στόχο την οριοθέτηση των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Κοινότητας σε θέματα εξωτερικού εμπορίου έναντι των μικτών αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και των κρατών μελών στον τομέα της πολιτικής του περιβάλλοντος. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η συμφωνία Energy Star υπογράφηκε αποκλειστικά από την Κοινότητα. Πάντως, όπως προκύπτει από τη δήλωση του Συμβουλίου (10), στο πλαίσιο της εγκρίσεως της εν λόγω συμφωνίας, το οικείο θεσμικό όργανο εκτιμά ότι οι επηρεάζουσες το περιβάλλον εμπορικές συμφωνίες αποτελούν μέτρα στον τομέα της περιβαλλοντικής πολιτικής και προτίθεται να τις συνάπτει, κατ' αρχήν, ως μικτές συμφωνίες. Τούτο είναι απαράδεκτο για την Επιτροπή.
20 Το γεγονός ότι πρόκειται για μη δεσμευτικούς κανόνες δεν αποκλείει την ανάλυση της συμφωνίας ως μέτρου προοριζομένου να διευκολύνει τις συναλλαγές. Οι προαιρετικοί κανόνες μπορούν εξίσου να αποτελούν εμπόδια στο εμπόριο. Ο λογότυπος Energy Star αποτελεί ήδη de facto πρότυπο για τον γραφειακό εξοπλισμό που πωλείται στην αμερικανική αγορά. Η συμφωνία έχει ως στόχο την κατάργηση στην πράξη του σχετικού εμποδίου επί των συναλλαγών.
21 Η Επιτροπή εκτιμά ότι η παραπομπή εκ μέρους του Συμβουλίου στον κανονισμό (ΕΚ) 1980/2000 (11) στερείται λυσιτελείας. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση, αφορώσα την εσωτερική αγορά, δεν άπτεται ούτε του συντονισμού των προγραμμάτων με άλλα κράτη ούτε της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των πιστοποιήσεων που αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας Energy Star. Η επιλογή της νομικής βάσεως μιας ενδοκοινοτικής νομικής πράξεως δεν προδικάζει την επιλογή της νομικής βάσεως σχετικά με την έγκριση συναφθείσας από την Κοινότητα συμφωνίας.
22 Μόνον επικουρικώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παράσχει την κατάλληλη νομική βάση για τη σύναψη διεθνούς συμβάσεως. Η διάταξη αυτή αφορά μόνον την έκδοση εσωτερικών πράξεων. Η νομική βάση για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών στον τομέα της περιβαλλοντικής πολιτικής είναι το άρθρο 174, παράγραφος 4, ΕΚ, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο (12).
23 Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή αναφέρθηκε και στη γνωμοδότηση 2/00. Εκτιμά ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από τη διαφορά που αποτέλεσε αντικείμενο της γνωμοδοτήσεως ως εκ του ότι η συμφωνία Energy Star δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως στο πλαίσιο συμφωνίας εμπίπτουσας στην προστασία του περιβάλλοντος, ενώ τούτο συνέβη με την περίπτωση του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης. Επομένως, η θέση του Δικαστηρίου με τη γνωμοδότηση 2/00 δεν εμποδίζει να θεωρηθεί ότι η συμφωνία Energy Star έπρεπε να εκδοθεί με βάση το άρθρο 133 ΕΚ.
24 Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή συνάγει ότι επιβάλλεται η ακύρωση της αποφάσεως 2001/469 και η καταδίκη του Συμβουλίου στα δικαστικά έξοδα.
2) Το Συμβούλιο
25 Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
26 Το Συμβούλιο εκτιμά ότι ο σκοπός και το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι η μείωση της καταναλώσεως ενεργείας μέσω της ενισχύσεως της προσφοράς και της ζητήσεως ενεργειακώς αποδοτικών συσκευών. Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ είναι η κατάλληλη νομική βάση.
27 Στηρίζει την ερμηνεία του στο προοίμιο της συμφωνίας, δυνάμει του οποίου τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούν «[...] τη μεγιστοποίηση της εξοικονομήσεως ενεργείας και των εξ αυτού οικολογικών οφελών [...]».
28 Επιπλέον, το Συμβούλιο παραπέμπει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της συμφωνίας, σύμφωνα με το οποίο τα μέρη προέβησαν στη σύναψή της με σκοπό τη μεγιστοποίηση του αποτελέσματος των προσπαθειών τους για την αύξηση της προσφοράς και ζητήσεως των προϋόντων αυτών. Η ίδια επιθυμία εκφράστηκε και με τις ανταλλαγείσες, στο πλαίσιο της συνάψεως της συμφωνίας, διπλωματικές διακοινώσεις. Σύμφωνα με αυτές, για τη μεγιστοποίηση του αποτελέσματος των προγραμμάτων εκάστου των μερών ως προς την ενεργειακή απόδοση του γραφειακού εξοπλισμού, τα συμβαλλόμενα μέρη χρησιμοποιούν κοινό σύνολο προδιαγραφών ενεργειακής αποδόσεως και κοινό λογότυπο (13).
29 Το Συμβούλιο αρνείται ότι η συμφωνία επιτρέπει τη διευκόλυνση των συναλλαγών. Ισχυρίζεται ότι ο λογότυπος αποτελεί ήδη de facto πρότυπο για τους παραγωγούς. Οι κοινοτικοί παραγωγοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον θεσπισθέντα από την ΥΠΠ λογότυπο ακόμη και ελλείψει συμφωνίας, διά της καταχωρίσεώς τους στην ΥΠΠ.
30 Περαιτέρω, η συμφωνία αυτή δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να θεσπίσουν άλλα προγράμματα εξοικονομήσεως ενεργείας παράλληλα με το πρόγραμμα Energy Star. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι η επίδικη συμφωνία δεν έχει ως αποτέλεσμα τη διευκόλυνση των συναλλαγών εφόσον ουδόλως παρακωλύει τη συνύπαρξη αυξημένου αριθμού επισημάνσεων.
31 Εν κατακλείδι, το Συμβούλιο εκτιμά ότι η επίδικη συμφωνία είναι ουδέτερη ως προς τις επιπτώσεις της επί του εμπορίου. Το άρθρο XI, παράγραφος 4, προβλέπει ακριβώς ότι κανένας από τους συμβαλλομένους δεν μπορεί να παρεμποδίσει την εισαγωγή, εξαγωγή, πώληση ή διανομή οποιουδήποτε προϋόντος με το αιτιολογικό ότι φέρει το σήμα ενεργειακής αποδόσεως του διαχειριστικού φορέα του αντισυμβαλλομένου.
32 Η συμφωνία επάγεται ενδεχομένως συγκλίνοντα αποτελέσματα. Εν πάση περιπτώσει, το εμπορικό στοιχείο της συμφωνίας είναι αμιγώς παρεπόμενο (14) σε σχέση με τον αρχικό στόχο της που εμπίπτει στην προστασία του περιβάλλοντος και δεν αποκλείει ως εκ τούτου εφαρμογή του άρθρου 175 ΕΚ.
33 Το Συμβούλιο στηρίζει την επιχειρηματολογία του επίσης επί της πρακτικής της Κοινότητας σε θέματα διεθνών συμβάσεων. Αρκετές συμφωνίες έχουν ήδη συναφθεί με βάση το άρθρο 175 ΕΚ μολονότι αφορούσαν ζητήματα εμπορικής πολιτικής. Το Συμβούλιο αναφέρεται στη Σύμβαση της Βιένης για την προστασία της στιβάδας του όζοντος και στο Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (15), στη σύμβαση για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακινήσεως επικινδύνων αποβλήτων και της διαθέσεώς τους (Σύμβαση της Βασιλείας) (16), καθώς και στη Σύμβαση της Ουάσιγκτον για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση. Η τελευταία από τις προαναφερθείσες πράξεις εφαρμόστηκε στην Κοινότητα με τη θέσπιση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3626/82 ο οποίος αντικαταστάθηκε εν τω μεταξύ από τον κανονισμό (ΕΚ) 338/97, θεμέλιο του οποίου είναι το άρθρο 175 ΕΚ (17). Σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση, οι αναφερθείσες από την Επιτροπή συμφωνίες αφορούν τη θέσπιση δεσμευτικών και όχι απλώς προαιρετικών προτύπων. Μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών υπάρχει σημαντική διαφορά. Το γεγονός ότι το άρθρο 133 ΕΚ δεν επελέγη για τη θέσπιση άλλων προαιρετικών προτύπων αποδεικνύει το ανακριβές της θέσεως της Επιτροπής ότι οι προαιρετικοί κανόνες συνιστούν ενδεχομένως εμπόδια στο εμπόριο.
34 Ομοίως, το περιεχόμενο της συμφωνίας αποδεικνύει ότι πρόκειται κατ' αρχάς για μέτρα εξοικονομήσεως ενεργείας. Το άρθρο IV προβλέπει ότι οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται για τον λογότυπο και τη σημασία του. Σύμφωνα με τα άρθρα IV, V και VIII, προβλέπονται υποχρεωτικοί έλεγχοι και μέτρα με σκοπό την ορθή χρήση του λογοτύπου. Οι αφορώσες τη συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και την αμοιβαία αναγνώριση των καταχωρίσεων στις οποίες προέβησαν τα συμβαλλόμενα μέρη (άρθρα VI, VIII, IX και X, καθώς και V) διατάξεις εξυπηρετούν περαιτέρω την υλοποίηση του στόχου της μειώσεως της καταναλώσεως ενεργείας.
35 Προς στήριξη της απόψεώς του, το Συμβούλιο παραπέμπει και στα εσωτερικά μέτρα της Επιτροπής προς εφαρμογή οικολογικού σήματος σε εθελοντική βάση, πράξεις θεμελιούμενες στο άρθρο 175 ΕΚ. Αναφέρει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 880/92 (18), ο οποίος εκδόθηκε με βάση το πρώην άρθρο 130 Σ της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 175 ΕΚ), καθώς και την απόφαση 1999/205/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1999 (19). Οι αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως παραπέμπουν ρητώς στο πρόγραμμα Energy Star και προβλέπουν την αναθεώρηση των παρατιθεμένων στην απόφαση κριτηρίων προκειμένου να προσαρμοστούν οι ενεργειακές επιταγές με γνώμονα την τεχνολογική καινοτομία, την εξέλιξη της αγοράς και το πρόγραμμα Energy Star. Το Συμβούλιο εκτιμά ότι, μετά τη σύναψη της συμφωνίας Energy Star, κρίθηκε ότι δεν ήταν αναγκαία η ανανέωση της αποφάσεως στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1980/2000 (20), ο οποίος εκδόθηκε με βάση το άρθρο 175 ΕΚ.
36 Η άποψη ότι πρόκειται για μέτρα αφορώντα την προστασία του περιβάλλοντος συμβιβάζεται επίσης και με την έκδοση εκ μέρους των κρατών μελών ιδίου οικολογικού σήματος, όπως είναι το σήμα «Blauer Engel» (Γαλανός άγγελος) το σήμα «Svanen» (Κύκνος) ή το σήμα «GEA». Η παρούσα είναι περίπτωση μικτής αρμοδιότητας μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Αν η θέσπιση οικολογικού σήματος ήταν μέτρο εμπορικής πολιτικής, η Επιτροπή θα ήταν αποκλειστικά αρμόδια και η παρέμβαση των κρατών μελών επί του θέματος θα ήταν παράνομη.
37 Το Συμβούλιο απορρίπτει την εφαρμογή του άρθρου 174, παράγραφος 4, ΕΚ παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου (21). Βάσει της νομολογίας αυτής, το άρθρο 174 ΕΚ περιορίζεται στον προσδιορισμό των γενικών στόχων περιβαλλοντικής πολιτικής, ενώ το άρθρο 175 ΕΚ αποτελεί τη νομική βάση για τις κοινοτικές πράξεις που αποσκοπούν στην εφαρμογή της πολιτικής του περιβάλλοντος. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η γνωμοδότηση 2/00 (22) επιβεβαιώνει την ερμηνεία του σχετικά με την επιλογή της νομικής βάσεως για τη θέσπιση της συμφωνίας Energy Star. Επιπλέον, η γνωμοδότηση αυτή εμπεριέχει σαφή απόρριψη της επιλογής του άρθρου 174 ΕΚ ως νομικής βάσεως.
V - Εκτίμηση
38 Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως πρέπει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικά στοιχεία δεκτικά δικαστικού ελέγχου. Μεταξύ των στοιχείων αυτών καταλέγονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως (23). Αν η κοινοτική πράξη επιδιώκει περισσότερους σκοπούς και αν ο ένας εξ αυτών μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύριος ή δεσπόζων, ενώ ο έτερος ως παρεπόμενος, η πράξη πρέπει να στηρίζεται σε μια και μόνο νομική βάση, ήτοι εκείνη που απαιτεί ο κύριος ή δεσπόζων σκοπός (24). Αν, αντιθέτως, η κοινοτική πράξη επιδιώκει ταυτόχρονα περισσότερους στόχους, αρρήκτως συνδεδεμένους, χωρίς ο ένας εξ αυτών να είναι δευτερεύων και έμμεσος σε σχέση με τον έτερο, η πράξη μπορεί να στηρίζεται κατ' εξαίρεση στις αντίστοιχες διαφορετικές νομικές βάσεις (25).
39 Καίτοι η Επιτροπή και το Συμβούλιο τάσσονται υπέρ της ιδίας απόψεως όσον αφορά τις ανωτέρω αρχές, πάντως, διαφωνούν ως προς το αποτέλεσμα της εφαρμογής τους στην παρούσα υπόθεση. Ενώ η Επιτροπή εκτιμά ότι πρόκειται για μέτρο εμπορικής πολιτικής, το Συμβούλιο αντιλαμβάνεται τη συμφωνία ως μέτρο περιβαλλοντικής πολιτικής.
40 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι στο παρελθόν το Δικαστήριο τάχθηκε υπέρ ευρείας ερμηνείας της κατά το άρθρο 133 ΕΚ εννοίας της εμπορικής πολιτικής. Αυτό δικαιολογεί ότι οι περιλαμβάνουσες, πέραν του εμπορίου, και περιβαλλοντικές πτυχές συμφωνίες θεμελιώνονται στο άρθρο 133 ΕΚ.
41 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, με τη γνωμοδότηση 1/78 σχετικά με τη διεθνή συμφωνία για το φυσικό καουτσούκ αποφάνθηκε ότι η έννοια της εμπορικής πολιτικής δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο τέτοιον ώστε να την περιορίζει στη χρησιμοποίηση των μέσων που προορίζονται για τη ρύθμιση των παραδοσιακών και μόνον πτυχών του εξωτερικού εμπορίου (26). Με τη γνωμοδότηση 1/94 σχετικά με τη συμφωνία ΠΟΕ, επιβεβαιώθηκε ο ανοικτός χαρακτήρας της κατά το άρθρο 133 ΕΚ εννοίας της εμπορικής πολιτικής (27). Επίσης, ενδέχεται ολοένα και περισσότερες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες να επιδιώκουν περισσότερους στόχους, μεταξύ των οποίων καταλέγεται, ιδίως, η προστασία του περιβάλλοντος. Πάντως, το γεγονός ότι το Δικαστήριο τάχθηκε υπέρ ευρείας ερμηνείας της κατά το άρθρο 133 ΕΚ εννοίας της εμπορικής πολιτικής δεν μπορεί να επάγεται συνέπειες βαίνουσες πέραν της διαπιστώσεως ότι η θέσπιση μέτρου εμπορικής πολιτικής δεν αποκλείεται απλώς και μόνον επειδή άλλες πτυχές ελήφθησαν υπόψη, όπως, επί παραδείγματι, η προστασία του περιβάλλοντος. Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί αφ' εαυτής να οδηγήσει στον χαρακτηρισμό της συμφωνίας Energy Star ως μέτρου εμπορικής πολιτικής.
42 Η αναφορά στις αποφάσεις με τις οποίες τα επιδιώκοντα μεταξύ άλλων στόχους προστασίας του περιβάλλοντος μέτρα, τα οποία, όμως, περιλαμβάνουν και άλλο στοιχείο, κριθέν ως δεσπόζων, δεν είναι προφανώς η ενδεδειγμένη μέθοδος για την απάντηση το τιθέμενο εν προκειμένω ερώτημα. Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις αυτές διαπιστώνεται κάθε φορά ρητώς ότι η αφορώσα το εμπόριο ή την εσωτερική αγορά πτυχή είναι δεσπόζουσα για τις αντίστοιχες κοινοτικές πράξεις και ότι ένα μέτρο δεν μπορεί να στηρίζεται στο άρθρο 175 ΕΚ για τον λόγο απλώς και μόνον ότι αφορά και την προστασία του περιβάλλοντος (28). Στον βαθμό αυτό, η συναφής νομολογία περιορίζεται απλώς στην επιβεβαίωση, σε επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, αυτού που προαναφέρθηκε σχετικά με την επιλογή της νομικής βάσεως σε γενικό επίπεδο. Επομένως, προτίθεμαι στη συνέχεια να εξετάσω τον σκοπό και το περιεχόμενο της συμφωνίας Energy Star.
1) Η διατύπωση και η γένεση της συμφωνίας Energy Star
43 Για να προσδιοριστεί ο σκοπός της συμφωνίας Energy Star, επιβάλλεται κατ' αρχάς η εξέταση του τίτλου της. Σύμφωνα με τη διατύπωσή της, η συμφωνία σκοπεί στον συντονισμό των προγραμμμάτων επισημάνσεως. Διευκρινίζεται συναφώς ότι πρόκειται για προγράμματα επισημάνσεως αφορώντα την ενεργειακή απόδοση του γραφειακού εξοπλισμού. Έπεται ότι ο τίτλος της συμφωνίας τέμνει δύο πτυχές, ήτοι τον συντονισμό και την επισήμανση του ενεργειακώς αποδοτικού γραφειακού εξοπλισμού.
44 Ο συντονισμός των προγραμμάτων επισημάνσεως διευκολύνει το εμπόριο υπό την έννοια ότι υιοθετείται κοινή επισήμανση επί της οποίας θεμελιώνονται τα κοινά πρότυπα (εξοικονομήσεως ενεργείας). Ο αριθμός των προγραμμάτων επισημάνσεως που προβληματίζουν τον καταναλωτή μειώνεται. Στα πλαίσια της παραγωγής, οι κατασκευαστές οφείλουν να τηρούν ένα και μόνον πρότυπο και όχι πολυαριθμότερα. Επιπλέον, για να είναι εφικτή η χρήση της επισημάνσεως, αρκεί η καταχώριση σε έναν από τους προβλεπόμενους με τη συμφωνία διαχειριστικούς φορείς (σύμφωνα με το άρθρο ΙΙΙ (29), πρόκειται για την Επιτροπή και την ΥΠΠ). Ο έτερος διαχειριστικός φορέας αναγνωρίζει την καταχώριση και ως εκ τούτου το δικαίωμα του οικείου κατασκευαστή να κάνει χρήση του λογοτύπου επί των εξοπλισμών που τηρούν τα πρότυπα. Οι κατασκευαστές έχουν το δικαίωμα να διαθέτουν τους εξοπλισμούς που φέρουν τον λογότυπο Energy Star στην ευρωπαϋκή και αμερικανική αγορά. Τούτο ενισχύει την άποψη ότι η συμφωνία Energy Star αποτελεί μέτρο εμπορικής πολιτικής.
45 Πάντως, η ανωτέρω ερμηνεία δεν λαμβάνει επιπλέον υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για τον συντονισμό των προγραμμάτων επισημάνσεως σχετικά με την ενεργειακή απόδοση του γραφειακού εξοπλισμού. Η επισήμανση σκοπεί στην ενίσχυση της προσφοράς και της ζητήσεως ενεργειακώς αποδοτικών προϋόντων. Αυτό οδηγεί κατ' ανάγκη σε εξοικονόμηση ενεργείας, λόγος για τον οποίο το στοιχείο αυτό του τίτλου προσφέρεται για την ερμηνεία της συμφωνίας κατ' αρχάς ως μέτρου περιβαλλοντικής πολιτικής.
46 Έπεται ότι η διατύπωση του τίτλου δίδει δικαιολογημένα λαβή και για τις δύο απόψεις. Ως εκ τούτου, δεν προσφέρεται για σαφή απάντηση επί του ερωτήματος ως προς την επιλογή της νομικής βάσεως.
47 Επιβάλλεται περαιτέρω η εξέταση του προοιμίου της συμφωνίας. Κατ' αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη κατήρτισαν τη συμφωνία με σκοπό τη μεγιστοποίηση της εξοικονομήσεως ενεργείας και των οικολογικών οφελών. Ο σκοπός αυτός αναμένεται να επιτευχθεί μέσω της ενισχύσεως της προσφοράς και της ζητήσεως ενεργειακώς αποδοτικών προϋόντων. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο δέχονται ότι το προοίμιο δίδει έμφαση στον στόχο της εξοικονομήσεως ενεργείας. Πάντως, η Επιτροπή αντιλαμβάνεται συναφώς ότι επιβεβαιώνεται η ratio του αμερικανικού προγράμματος Energy Star, χωρίς να διευκρινίζεται ο σκοπός της συμφωνίας Energy Star.
48 Θα μπορούσε να αναπτυχθεί η επιχειρηματολογία υπέρ της απόψεως της Επιτροπής ότι η συμφωνία παραπέμπει στον λογότυπο και στα πρότυπα της ΥΠΠ. Στον βαθμό αυτό, επιτρέπεται η πιθανολόγηση ότι το προοίμιο προσδιορίζει όντως τον σκοπό του αμερικανικού προγράμματος Energy Star.
49 Πάντως, σύμφωνα με τον τίτλο της συμφωνίας, πρόκειται για τον συντονισμό των προγραμμάτων επισημάνσεως των συμβαλλομένων μερών. Στην αλληλουχία αυτή, θα ήταν ασυνεπές το προοίμιο της συμφωνίας να αναφέρεται αποκλειστικά στα προγράμματα επισημάνσεως ενός μόνον των συμβαλλομένων μερών. Αντιθέτως, είναι θεμιτό το προοίμιο να εκφράζει τη βούληση των δύο συμβαλλομένων μερών περί εξοικονομήσεως ενεργείας και να αναφέρεται στον σκοπό του προγράμματος επισημάνσεως συναφώς. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η συλλογιστική της Επιτροπής δεν είναι πειστική επ' αυτού.
50 Το προοίμιο αναφέρει ότι η προώθηση της προσφοράς και της ζητήσεως των ενεργειακώς αποδοτικών προϋόντων είναι μέσο προς επίτευξη του στόχου της εξοικονομήσεως ενεργείας. Το μέσο αυτό επηρεάζει κατ' ανάγκη της συμπεριφορά των εμπλεκομένων στην αγορά, ώστε να επηρεάζεται με τη σειρά της και η αγορά του γραφειακού εξοπλισμού. Τα συναφή προϋόντα παράγονται και διανέμονται σε ολόκληρο τον κόσμο. Στον βαθμό αυτό, η υιοθετηθείσα με τη συμφωνία Energy Star μέθοδος αφορά το εμπόριο του γραφειακού εξοπλισμού. Έπεται ότι το στοιχείο αυτό του προοιμίου υπογραμμίζει τη διάσταση εμπορικής πολιτικής της συμφωνίας. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε το προοίμιο της συμφωνίας προσφέρεται για μια σαφή απάντηση στο ερώτημα αν η τελευταία αποτελεί μέρος εμπορικής ή οικολογικής πολιτικής.
51 Ο σκοπός της συμφωνίας θίγεται επίσης και στο άρθρο Ι, το οποίο αφορά τις γενικές αρχές. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της ανωτέρω διατάξεως, τα συμβαλλόμενα μέρη χρησιμοποιούν κοινές προδιαγραφές ενεργειακής αποδόσεως και κοινό λογότυπο με σκοπό τον προσδιορισμό στόχων για τους κατασκευαστές και μεγιστοποίηση του αντικτύπου των προσπαθειών τους επί της προσφοράς και της ζητήσεως των τύπων αυτών προϋόντων. Τούτο αντανακλά την αναληφθείσα προσπάθεια για τη μείωση της καταναλώσεως ενεργείας και τη με τον τρόπο αυτό συμμετοχή στην προστασία του περιβάλλοντος. Γίνεται αντιληπτό ότι τα προηγηθέντα συνηγορούν επίσης υπέρ του ότι η συμφωνία αποτελεί μέτρο σκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος.
52 Πάντως, ο εξαγγελλόμενος στο άρθρο Ι, παράγραφος 1, της συμφωνίας σκοπός συνδέεται, όπως και το προοίμιο, με την περιγαφή του αντικειμένου της συμφωνίας, όπως αυτό διατυπώνεται στην ίδια περίοδο. Η συμφωνηθείσα μέθοδος προς επίτευξη του σκοπού της μειώσεως της καταναλώσεως ενεργείας συνιστά στην πραγματικότητα συμφωνία επί των κοινών προδιαγραφών που αφορούν την ενεργειακή απόδοση ορισμένων εξοπλισμών γραφείου και τη χρήση κοινού λογοτύπου. Η χρήση του λογοτύπου αυτού αναμένεται να παράσχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να πιστοποιούν μεταξύ των διαφόρων προϋόντων που διατίθενται στην αγορά εκείνα που είναι ενεργειακώς αποδοτικά ώστε να μπορούν να επιλέγουν συναφώς (βλ. άρθρο Ι, παράγραφος 4). Όπως ήδη προανέφερα, η μέθοδος αυτή άπτεται του εμπορίου του γραφειακού εξοπλισμού.
53 Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά του γεγονότος ότι η συμφωνία επιδιώκει μακροπροθέσμως να συμβάλει στην προστασία του περιβάλλοντος· το χρησιμοποιούμενο προς τούτο μέσο, επί του οποίου τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, άπτεται επίσης του εμπορίου.
54 Επομένως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, το ερώτημα τίθεται αν η συμφωνία επιδιώκει κατά προτεραιότητα τον ένα εκ των δύο αυτών στόχων ή αν αμφότεροι συνδέονται μεταξύ τους αρρήκτως, ώστε η απόφαση περί εγκρίσεως της συμφωνίας να πρέπει να εδράζεται σε διπλή νομική βάση.
55 Η παρούσα υπόθεση προσομοιάζει με τη διαφορά μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου επ' ευκαιρία της νομικής βάσεως του προγράμματος για την προώθηση της γλωσσικής πολυμορφίας της Κοινότητας στην κοινωνία των πληροφοριών (30). Η απόφαση εκείνη του Συμβουλίου αφορούσε την προώθηση, σε μακροπρόθεσμη βάση, της γλωσσικής πολυμορφίας εντός της Κοινότητας. Στον βαθμό που η γλώσσα αποτελεί μέρος του πολιτισμού, ήταν προφανές η εν λόγω κοινοτική πράξη να στηριχθεί και στο άρθρο 128 ΕΚ. Πάντως, το Συμβούλιο επέλεξε αποκλειστικά ως νομική βάση το άρθρο 130 ΕΚ. Το Δικαστήριο επικύρωσε τον συγκεκριμένο τρόπο δράσεως. Κατόπιν της αναλύσεως του σκοπού και του περιεχομένου της αποφάσεως, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ευνοϋκά αποτελέσματα του προγράμματος επί της διαδόσεως των πολιτιστικών έργων έπρεπε να εκληφθούν αποκλειστικά ως έμμεσα αποτελέσματα σε σχέση με τα άμεσα αποτελέσματα οικονομικής φύσεως που απέρρεαν από το πρόγραμμα (31).
56 Η παρούσα υπόθεση χαρακτηρίζεται από ανάλογη κατάσταση. Και εδώ πρόκειται για πρόγραμμα προβλέπον μακροπροθέσμως μείωση της καταναλώσεως ενεργείας, άρα προστασία του περιβάλλοντος. Πάντως, η χρησιμοποιούμενη για την επίτευξη του στόχου αυτού μέθοδος έγκειται σε μέτρο απτόμενο του εμπορίου. Κατ' αναλογία προς την εκδοθείσα επί της υποθέσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (υπόθεση C-42/97) απόφαση, θα έπρεπε λοιπόν να συναχθεί εκ των ανωτέρω ότι το άρθρο 133 ΕΚ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση της επίδικης αποφάσεως του Συμβουλίου.
57 Η ερμηνεία ότι η συμφωνία δεν επάγεται άμεση συνέπεια παρά μόνο για το εμπόριο και όχι για το περιβάλλον επιβεβαιώνεται από το άρθρο ΙΙ, στοιχείο δδ. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «το πρόγραμμα επισημάνσεως Energy Star» αποτελεί πρόγραμμα διαχειριζόμενο από διαχειριστικό φορέα διά της χρήσεως κοινών προδιαγραφών, σημάτων και κοινών κατευθυντηρίων γραμμών σε θέματα εξοικονομήσεως ενεργείας που πρέπει να εφαρμόζονται στους πιστοποιημένους τύπους προϋόντων. Οι παρατιθέμενοι στη συμφωνία τύποι προϋόντων καθώς και οι αντίστοιχες προδιαγραφές τους σε θέματα εξοικονομήσεως ενεργείας απαριθμούνται στο παράρτημα Γ. Η συμφωνία Energy Star αφορά τους ακόλουθους τύπους προϋόντων: υπολογιστές, οθόνες, εκτυπωτές, συσκευές τηλεομοιοτυπίας, συσκευές γραμματοσημάνσεως, φωτοαντιγραφικές συσκευές, σαρωτές και πολυλειτουργικές συσκευές. Αρχικά, η ΥΠΠ επέβαλε απαιτήσεις καταναλώσεως ενεργείας που προβλέπονται με τις προδιαγραφές ενεργειακής αποδόσεως. Τούτο προκύπτει επίσης από την απόφαση 2001/686/ΕΚ της Επιτροπής (32). Η συμφωνία επαναλαμβάνει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις εξαρτώντας τις τυχόν τροποποιήσεις από τη συναίνεση των δύο συμβαλλομένων μερών (άρθρο X), οπότε αποτρέπει το ενδεχόμενο μονομερούς τροποποιήσεώς τους από την ΥΠΠ.
58 Ομοίως, ο χρησιμοποιούμενος λογότυπος υφίστατο ήδη κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Γίνεται συναφώς παραπομπή στο σήμα πιστοποιήσεως «Energy Star» ιδιοκτησίας της ΥΠΠ (άρθρο ΙΙ, στοιχείο ββ).
59 Το γεγονός ότι γίνεται παραπομπή σε απαιτήσεις ενεργειακής αποδόσεως και ότι προϋπήρχε λογότυπος σημαίνουν ότι η συμφωνία Energy Star πρέπει να θεωρηθεί πρωτίστως ως μέτρο απτόμενο του εμπορίου. Οι αφορώσες την προστασία του περιβάλλοντος εκτιμήσεις δεν επιτρέπουν ασφαλώς τη διευκρίνιση των λόγων για τους οποίους ελήφθησαν υπόψη οι συνήθειες της αγοράς, ότι δηλαδή ο λογότυπος Energy Star θεωρούνταν ήδη ευρέως στην πράξη ως σημείο αναφοράς, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση της προτάσεως αποφάσεως της Επιτροπής (33). Αν οι λόγοι της προστασίας του περιβάλλοντος ήσαν πρωτεύοντες, προφανώς θα έπρεπε να είχαν αποτελέσει αντικείμενο της συμφωνίας νέες αυτοτελείς απαιτήσεις ενεργειακής αποδόσεως, ανεξάρτητος λογότυπος και κυρίως δεσμευτικοί κανόνες. Εντούτοις, κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
60 Όσον αφορά τον αποτελούντα αντικείμενο της συμφωνίας γραφειακό εξοπλισμό, η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2422/2001 εξαγγέλλει ρητώς ότι ένα δεσμευτικό σύστημα επισημάνσεως δεν αποτελεί το καταλληλότερο όργανο για την επίτευξη του σκοπού της εξοικονομήσεως ενεργείας. Αντιθέτως, θεωρήθηκε ότι ένα εθελοντικό πρόγραμμα επισημάνσεως συνιστά το λιγότερο δαπανηρό μέσο για την προώθηση της ενεργειακής αποδόσεως του γραφειακού εξοπλισμού.
61 Το Συμβούλιο εκτιμά ότι, όσον αφορά τον μη δεσμευτικό χαρακτήρα των διατάξεων της συμφωνίας Energy Star, η σύναψή της δεν μπορεί να αφορά το εμπόριο. Πάντως, η άποψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον κανονισμό 1980/2000. Πράγματι, ο κανονισμός αυτός διευκρινίζει, με την πρώτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη καθώς και με το άρθρο 1 αυτού, ότι το προαιρετικό οικολογικό σήμα αναμένεται να προωθήσει τα λιγότερο βλαβερά προϋόντα παρέχοντας στους καταναλωτές πληροφορίες αφορώσες την επίπτωση των εν λόγω προϋόντων επί του περιβάλλοντος. Η επισήμανση σκοπεί στο να επιστήσει την προσοχή των καταναλωτών επί των οικείων προϋόντων. Άρα, ο ανωτέρω κανονισμός εκκινεί από την αρχή ότι η επισήμανση ασκεί επίδραση στη διανομή των προϋόντων και, συνακόλουθα, στο εμπόριο. Υπό την αυτή έννοια, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/75/ΕΚ εξαγγέλλει ότι η υποχρεωτική επισήμανση των εξοπλισμών αναμένεται να ωθήσει το κοινό στην επιλογή εκείνων των προϋόντων που καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια. Ακολούθως, με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2422/2001, σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας Energy Star, υπογραμμίζεται ότι είναι ευκταίος ο συντονισμός των εθνικών πρωτοβουλιών σε θέματα ενεργειακής επισημάνσεως με σκοπό τη μείωση στο ελάχιστο των αρνητικών επιπτώσεων επί της βιομηχανίας και του εμπορίου. Εξάλλου, στη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι η συμφωνία Energy Star θα διευκολύνει τις διεθνείς συναλλαγές και την προστασία του περιβάλλοντος. Επομένως, το σύνολο των αναφερθεισών κοινοτικών πράξεων επιβεβαιώνει ότι ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας των μέτρων δεν αποκλείει την ερμηνεία ότι η συμφωνία Energy Star αποτελεί μέτρο εμπορικής πολιτικής.
62 Η άποψη ότι οι μη δεσμευτικοί κανόνες επισημάνσεως μπορούν να αφορούν και το εμπόριο επιβεβαιώνεται και με τη συμφωνία ΠΟΕ για τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο (34). Συναφώς, προκειμένου να εκτιμηθεί αν συγκεκριμένο μέτρο συνιστά εμπόδιο στο διεθνές εμπόριο, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως αφετηρία ο δεσμευτικός χαρακτήρας της σχετικής διατάξεως. Η συμφωνία εφαρμόζεται τόσο επί των υποχρεωτικών όσο και επί των προαιρετικών διατάξεων. Σύμφωνα με το παράρτημα 1 της συμφωνίας, οι κανονισμοί, η τήρηση των οποίων απαιτείται επιτακτικώς, χαρακτηρίζονται ως «τεχνικοί κανονισμοί», ενώ εκείνοι, η τήρηση των οποίων δεν είναι υποχρεωτική, χαρακτηρίζονται ως «πρότυπα». Οι δύο αυτοί τύποι κανονισμών διέπουν ενδεχομένως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός προϋόντος ή την επισήμανσή του. Το προοίμιο της ανωτέρω συμφωνίας επιβεβαιώνει τη βούληση των συμβαλλομένων μερών να διασφαλίσουν ότι οι τεχνικοί κανονισμοί και τα πρότυπα, περιλαμβανομένων των προδιαγραφών στον τομέα συσκευασίας, σημάνσεως και επικολλήσεως ετικετών, και οι μέθοδοι διαπιστώσεως της συμμορφώσεως προς τους τεχνικούς κανονισμούς και τα πρότυπα δεν δημιουργούν εμπόδια στο διεθνές εμπόριο. Τούτο σημαίνει ότι οι αφορώντες τις επισημάνσεις κανονισμοί, η τήρηση των οποίων είναι προαιρετική, ενδέχεται επίσης να αποτελούν εμπόδιο στο διεθνές εμπόριο.
63 Γεγονός είναι ότι εναπόκειται σε κάθε κατασκευαστή να αποφασίσει αν θα προβεί στην καταχώρισή του και αν θα χρησιμοποιήσει τον λογότυπο για τους εξοπλισμούς του. Πάντως, η συμφωνία Energy Star προέβλεψε ήδη ότι τυχόν καταχώριση σε έναν από τους δύο διαχειριστικούς φορείς αναγνωρίζεται από τον έτερο. Επιπλέον, η πραγματοποιούμενη στην Ευρώπη καταχώριση είναι έγκυρη στις Ηνωμένες Πολιτείες και επιτρέπει τη χρήση του λογοτύπου στην αμερικανική αγορά.
64 Αντιθέτως, το γεγονός ότι τα υιοθετούμενα με τη συμφωνία μέτρα έχουν ενδεχομένως επιπτώσεις στο περιβάλλον δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ερώτημα αν ο κατασκευαστής αποφασίζει να προβεί στην καταχώρισή του αλλά και από την απόφαση των καταναλωτών να προβούν σε αγορά. Το γεγονός ότι η τήρηση των προδιαγραφών εδράζεται σε εθελοντική βάση συνηγορεί μάλλον υπέρ της ιδέας ότι, κατά τη σύναψη της συμφωνίας, η περιβαλλοντική διάσταση ήταν πρωταρχικής σημασίας. Πράγματι, μόνον η βούληση και η συμπεριφορά των καταναλωτών και των κατασκευαστών επιτρέπουν να συναχθεί αν ενθαρρύνεται όντως με τη συμφωνία η προστασία του περιβάλλοντος. Στον βαθμό αυτό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συμφωνία Energy Star δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα παρά μόνον επί του εμπορίου και ότι εν πάση περιπτώσει μόνον κατ' έμμεσο τρόπο επηρεάζει και την προστασία του περιβάλλοντος.
65 Η δημιουργία ευρωπαϋκού φορέα καταχωρίσεως και η αναγνώρισή της μέσω της αμερικανικής ΥΠΠ καθιστούν δυσχερέστερη σε κάθε περίπτωση την πρόσβαση στον λογότυπο. Το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές είχαν επίσης πρόσβαση και στον λογότυπο Energy Star πριν από την έγκριση της συμφωνίας δεν αποκλείει την εκτίμηση ότι η τελευταία αποτελεί μέτρο στηρίξεως του εμπορίου.
66 Η επίθεση του λογοτύπου επί των εξοπλισμών είχε καταστεί εκ των πραγμάτων αναγκαία για τη διάθεσή τους στο εμπόριο των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως αναγνωρίζει το ίδιο το Συμβούλιο. Εντούτοις, κανονιστική ρύθμιση αφορώσα την πρόσβαση στην αγορά συνιστά τυπικό μέτρο εμπορικής πολιτικής, όπως αυτά που απαριθμούνται επί παραδείγματι στο άρθρο 133 ΕΚ.
67 Η ερμηνεία αυτή της συμφωνίας, σύμφωνα με την οποία πρόκειται κατ' αρχάς για μέτρο εμπορικής πολιτικής, επιβεβαιώνεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση. Με τις αιτιολογικές σκέψεις της προτάσεως αποφάσεως, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι το καλύτερο μέσο μειώσεως της καταναλώσεως ενεργείας του γραφειακού εξοπλισμού συνίστατο στην υιοθέτηση του προγράμματος Energy Star από την Κοινότητα. Ο λογότυπος Energy Star συνιστούσε ήδη στην πράξη το πρότυπο για τον γραφειακό εξοπλισμό που διετίθετο προς πώληση στην αμερικανική αγορά. Επιπλέον, τα κριτήρια Energy Star τείνουν να αποκτήσουν την ιδιότητα των διεθνών προτύπων, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας (35).
68 Όπως προκύπτει από την εξέταση του γράμματος και της γενέσεως της συμφωνίας Energy Star, το κανονιστικό περιεχόμενό της συνιστά κατ' αρχάς μέτρο εμπορικής πολιτικής. Επάγεται επίσης έμμεσα αποτελέσματα σε μακροπρόθεσμη βάση και επί της προστασίας του περιβάλλοντος.
2) Σύγκριση με την πρακτική σε θέματα διεθνών συμβάσεων της Κοινότητας
69 Τόσο η Επιτροπή όσο και το Συμβούλιο αναφέρονται επίσης στην προγενέστερη πρακτική των Κοινοτήτων που αφορά τη σύναψη διεθνών συμβάσεων. Η Επιτροπή συγκρίνει τη συμφωνία με συμβάσεις αφορώσες την αμοιβαία αναγνώριση τεχνικών προτύπων, οι οποίες θεμελιώνονται στο άρθρο 133 ΕΚ. Το Συμβούλιο αμφισβητεί το σημείο αυτό και υποστηρίζει ότι οι εν λόγω συμφωνίες έθεταν δεσμευτικούς κανόνες και, προς στήριξη της απόψεώς του, παραπέμπει σε διάφορες συμφωνίες αφορώσες την προστασία του περιβάλλοντος, οι οποίες, κατά την άποψή του, άπτονταν επίσης και του εμπορίου.
70 Όπως διευκρίνισα ήδη ανωτέρω, ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας των προδιαγραφών σε θέματα ενεργειακής αποδόσεως δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό της συμφωνίας Energy Star ως μέτρου αφορώντος το εμπόριο. Επομένως, η ένσταση αυτή του Συμβουλίου δεν είναι πειστική.
71 Η συμφωνία Energy Star θέτει ενιαίες προδιαγραφές για ορισμένα προϋόντα γραφειακού εξοπλισμού. Στο μέτρο αυτό, μπορεί να συγκριθεί, ως προς το περιεχόμενό του, με την αφορώσα τεχνικά πρότυπα συμφωνία στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή.
72 Το Συμβούλιο μνημονεύει ορισμένες συνθήκες, όπως είναι το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος και η Σύμβαση της Βασιλείας, αμφότερες εγκριθείσες με βάση το άρθρο 175 ΕΚ. Στον κατάλογο προστίθεται και το Πρωτόκολλο της Καρθαγένης σχετικά με την πρόληψη των βιοτεχνολογικών κινδύνων. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 2/00 της 6ης Δεκεμβρίου 2001, η αφορώσα την υιοθέτηση της ανωτέρω συμφωνίας απόφαση πρέπει να στηρίζεται επίσης στο άρθρο 175 ΕΚ. Η Επιτροπή κατέθεσε εν τω μεταξύ πρόταση υπό την έννοια αυτή (36), την οποία ενέκρινε το Συμβούλιο μετά τη διατύπωση γνώμης του Κοινοβουλίου.
73 Πάντως, οφείλω να επιστήσω την προσοχή επί του γεγονότος ότι το σύνολο των αναφερθεισών από το Συμβούλιο συμφωνιών αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεων υπό συνθήκες απτόμενες της περιβαλλοντικής πολιτικής. Αφορούσαν, πρώτον, την προστασία του περιβάλλοντος και έτεμναν το εμπόριο μόνον κατά τρόπο παρακολουθηματικό ή δευτερεύοντα. Η γνωμοδότηση 2/00 σχετικά με το Πρωτόκολλο της Καρθαγένης υπογραμμίζει ρητώς την απτόμενη της περιβαλλοντικής πολιτικής αλληλουχία εντός της οποίας το πρωτόκολλο αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως (37). Στον βαθμό αυτό, υφίσταται θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των αναφερθεισών από το Συμβούλιο συμφωνιών και της συμφωνίας Energy Star. Η τελευταία δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως στα πλαίσια συμφωνίας αφορώσας την προστασία του περιβάλλοντος ή με βάση αυτή, ούτε στα πλαίσια συνδιασκέψεως με αντικείμενο την προστασία του περιβάλλοντος. Η ανωτέρω συμφωνία δεν εντάσσεται σε καμία γνωστή συγκεκριμένη διεθνή αλληλουχία.
74 Η σύγκριση με την πρακτική της Κοινότητας σε θέματα διεθνών συμβάσεων επιτρέπει, επομένως, τον εντοπισμό κάποιας συγγένειας μεταξύ της συμφωνίας Energy Star και των συμφωνιών που άπτονται των διεθνών προτύπων και συνήφθησαν με βάση το άρθρο 133 ΕΚ. Τούτο επιβεβαιώνεται και από τις προηγηθείσες αναπτύξεις μου.
3) Σύγκριση με άλλα κοινοτικά πρότυπα επισημάνσεως
75 Προς στήριξη της απόψεώς του, το Συμβούλιο παραπέμπει στους κανονισμούς 880/92 (38), ο οποίος αντικαταστάθηκε εν τω μεταξύ από τον κανονισμό 1980/2000 (39). Ο κανονισμός 880/92 οδήγησε στη θέσπιση κοινοτικού οικολογικού σήματος με σκοπό την προώθηση των εξοπλισμών που έχουν αμελητέα επίπτωση επί του περιβάλλοντος καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους. Όπως και με τον λογότυπο Energy Star, η προώθηση έγκειται στο γεγονός ότι ο λογότυπος ελκύει την προσοχή των καταναλωτών επί των οικείων προϋόντων. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση αποσκοπεί στο να συμβάλλει σε αποτελεσματική χρήση των πόρων και σε υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος (βλ. πρώτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη, καθώς και άρθρο 1 του κανονισμού 1980/2000). Οι δύο αυτοί κανονισμοί εκδόθηκαν ως μέτρα αφορώντα την προστασία του περιβάλλοντος με βάση το ισχύον άρθρο 175 ΕΚ.
76 Το υιοθετηθέν από την αμερικανική υπηρεσία προστασίας του περιβάλλοντος πρόγραμμα Energy Star κατά το έτος 1992 δεν αφορά αποκλειστικά τον ρυθμιζόμενο με τη συμφωνία γραφειακό εξοπλισμό. Πέραν τούτου, αφορά και τις οικιακές συσκευές, τις εγκαταστάσεις θερμάνσεως και ψύξεως, τις ηλεκτρονικές συσκευές που χρησιμοποιεί το ευρύ κοινό, τον γραφειακό εξοπλισμό για προσωπική χρήση, τους θερμαντήρες ύδατος, τις ενδείξεις εξόδων κινδύνου, τα υλικά κατασκευής στεγών, τους μετασχηματιστές, τα φωτεινά σήματα και άλλα προϋόντα και υπηρεσίες (40). Εντός της Κοινότητας, ο οικολογικός λογότυπος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 880/92 αφορά πλήρη σειρά προϋόντων που φέρουν τον λογότυπο Energy Star της ΥΠΠ.
77 Ο κοινοτικός οικολογικός λογότυπος μπορεί επίσης να ισχύει και για τους υπολογιστές. Αρχικώς, η Επιτροπή είχε εκδώσει, με βάση τον κανονισμό 880/92, την απόφαση 1999/205 για τον καθορισμό οικολογικών κριτηρίων όσον αφορά τους προσωπικούς υπολογιστές (41). Οι αιτιολογικές σκέψεις της οικείας αποφάσεως κάνουν λόγο για διαπραγματεύσεις της συμφωνίας Energy Star και προβλέπουν τυχόν αναθεώρηση της αποφάσεως υπό το φως της συμφωνίας. Η εν λόγω απόφαση αντικαταστάθηκε όντως στη συνέχεια με την απόφαση 2001/686 (42), η οποία στηρίζεται στον κανονισμό 1980/2000. Με την απόφαση αυτή, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας Energy Star αλλά προ της εκδόσεως του κανονισμού 2422/2001, περί μεταφοράς της συμφωνίας Energy Star στο κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή, καθορίζοντας οικολογικά κριτήρια με τον τίτλο «Εξοικονόμηση ενεργείας», παραπέμπει στους ορισμούς του προγράμματος Energy Star της αμερικανικής υπηρεσίας προστασίας του περιβάλλοντος (43). Στο σύνολό τους, οι ανωτέρω κοινοτικές πράξεις στηρίζονται άμεσα ή έμμεσα, μέσω του βασικού κανονισμού, στο άρθρο 175 ΕΚ και υιοθετήθηκαν ως εκ τούτου ως μέτρα αφορώντα την προστασία του περιβάλλοντος.
78 Όσον αφορά την παραπομπή στους κανονισμούς 880/92 και 1980/2000, επιβάλλεται η παρατήρηση, αρχικώς, ότι η επιλογή του άρθρου 175 ΕΚ ως νομικής βάσεως δεν προδικάζει την επιλογή της νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως σχετικά με την έγκριση της συμφωνίας Energy Star. Πρόκειται όντως για την οριοθέτηση των αντιστοίχων πεδίων εφαρμογής των άρθρων 133 ΕΚ και 175 ΕΚ. Όπως επιβεβαιώνει η πρακτική της Κοινότητας σε θέματα διεθνών συμβάσεων, κατά το παρελθόν της δόθηκε η δυνατότητα να εγκρίνει συμφωνίες στηριζόμενες στις δύο αυτές διατάξεις. Το γεγονός ότι το άρθρο 175 ΕΚ επελέγη ως νομική βάση για εσωτερικό κανόνα του κοινοτικού δικαίου δεν αρκεί να αποδείξει ότι επιβάλλεται η επιλογή της ίδιας νομικής βάσεως στο πλαίσιο της εγκρίσεως διεθνούς συμφωνίας, η οποία έχει παρεμφερές ως εκ του περιεχομένου της αντικείμενο. Έτσι, το αφορών το εξωτερικό εμπόριο άρθρο 133 ΕΚ δεν μπορεί να αποτελέσει νομική βάση για τη θεμελίωση μέτρου συνεπαγομένου ενδοκοινοτικά αποτελέσματα. Το άρθρο 95 ΕΚ πληροί ενδεχομένως παρεμφερή λειτουργία για το εσωτερικό εμπόριο. Μόνον ο καθορισμός του αντικειμένου εφαρμογής του άρθρου 95 ΕΚ και των λοιπών νομικών βάσεων που εμπλέκονται συναφώς, όπως το άρθρο 175 ΕΚ, επιτρέπει να διαπιστωθεί αν μέτρα συμφωνηθέντα στο πλαίσιο διεθνών συμφωνιών που έχουν επικυρωθεί με βάση το άρθρο 133 ΕΚ πρέπει να μεταφερθούν στο εσωτερικό κοινοτικό δίκαιο με βάση το άρθρο 95 ΕΚ ή με άλλη βάση. Οι θεμελιώδεις αυτές σκέψεις επιτρέπουν ήδη να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αναφορά του Συμβουλίου στους κανονισμούς 880/92 και 1980/2000 δεν είναι πειστική.
79 Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, πέραν των αναφερθέντων από το Συμβούλιο κανονισμών, υφίστανται και άλλες κοινοτικές πράξεις αφορώσες την επισήμανση των ηλεκτρικών συσκευών και την ενεργειακή απόδοσή τους αλλά μη θεμελιούμενες στο άρθρο 175 ΕΚ. Έτσι, η οδηγία 92/75/ΕΚ, σχετικά με την κατανάλωση ενεργείας και λοιπών πόρων των οικιακών συσκευών μέσω της επισημάνσεως και της παροχής ομοιομόρφων πληροφοριών σχετικά με τα προϋόντα (44), εκδόθηκε με βάση το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ, ήτοι το προϋσχύσαν του άρθρου 95 ΕΚ. Το ίδιο όπως και οι κανονισμοί 880/92 και 1980/2000, η οδηγία έχει ως σκοπό την εξοικονόμηση ενεργείας για την προώθηση της ζητήσεως λιγότερο ενεργειοβόρων συσκευών (βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας).
80 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι υφίστανται εσωτερικές κοινοτικές πράξεις επιδιώκουσες παρεμφερείς προς τη συμφωνία Energy Star σκοπούς και προσφεύγουσες στο μέσο της προωθήσεως της προσφοράς και της ζητήσεως, αλλ' οι οποίες εκλαμβάνονται άλλοτε ως μέτρα αφορώντα την προστασία του περιβάλλοντος και άλλοτε ως μέτρα αφορώντα την εσωτερική αγορά και, συνακόλουθα, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
81 Πάντως, υφίσταται διαφορά μεταξύ, αφενός, των κανονισμών 880/92 και 1980/2000 και, αφετέρου, της οδηγίας 92/75, υπό την έννοια ότι οι κανονισμοί, όπως ακριβώς και η συμφωνία Energy Star, καθιερώνουν προαιρετικό σύστημα επισημάνσεως, ενώ, αντιθέτως, η οδηγία εισάγει δεσμευτικό σύστημα επισημάνσεως. Πλην όμως, όπως ήδη υπογράμμισα (βλ. σημεία 61 επ.), το ερώτημα αν συγκεκριμένο μέτρο άπτεται του εμπορίου δεν εξαρτάται από τον υποχρεωτικό ή προαιρετικό χαρακτήρα των κανόνων που αυτό θεσπίζει. Τόσο οι κανονισμοί 880/92, 1980/2000 και 2422/2001, οι οποίοι θεσπίζουν προαιρετικό σύστημα, όσο και η οδηγία 92/75, η οποία επιβάλλει υποχρεωτική επισήμανση, διευκρινίζουν με τις αντίστοιχες αιτιολογικές σκέψεις τους ότι αφορούν το εμπόριο.
82 Εν κατακλείδι, συνάγω ότι από τη σύγκριση μεταξύ της συμφωνίας Energy Star και των κανονισμών 880/92 και 1980/2000, καθώς και της οδηγίας 92/75, επιβεβαιώνεται η άποψη ότι σύμβαση αφορώσα την εφαρμογή ομοιόμορφης επισημάνσεως συνιστά κατ' αρχάς μέτρο απτόμενο του εμπορίου.
4) Θέσπιση των ιδίων οικολογικών σημάτων των κρατών μελών
83 Ακολούθως, το Συμβούλιο στηρίζει την άποψή του στο γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη είχαν ήδη εισαγάγει δικό τους οικολογικό σήμα. Τούτο θα απαγορευόταν αν θεωρούνταν ότι η υιοθέτηση της συμφωνίας Energy Star αποτελεί μέτρο εμπορικής πολιτικής, δεδομένου ότι, σε θέματα εμπορικής πολιτικής, η Κοινότητα διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα. Μόνον αν αντιμετωπιζόταν ως μέτρο προστασίας του περιβάλλοντος θα ήταν δυνατό να εξηγηθεί η παρέμβαση των κρατών μελών επί του θέματος εφόσον θα υφίστατο συναφώς μικτή αρμοδιότητα.
84 Το άρθρο 133 ΕΚ προβλέπει αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας σε θέματα εξωτερικού εμπορίου (45). Η εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση οικολογικού σήματος δεν αφορά το εξωτερικό εμπόριο της Κοινότητας αλλ' ενδεχομένως το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Στον βαθμό αυτό, η σχετική κανονιστική ρύθμιση εγείρει ενδεχομένως το ζήτημα του συμβιβαστού αυτής προς το άρθρο 28 ΕΚ. Πάντως, εφόσον δεν έχει εκδοθεί κανένα κοινοτικό μέτρο εναρμονίσεως, η παρέμβαση των κρατών μελών είναι νομικώς άψογη ενόσω τηρούνται οι επιταγές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Τούτο ισχύει ιδίως για τις αναφερθείσες από το Συμβούλιο περιπτώσεις όπου πρόκειται για προαιρετικές κανονιστικές ρυθμίσεις και όπου οι κατασκευαστές άλλων κρατών μελών έχουν επίσης πρόσβαση στο οικολογικό σήμα. Το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν ισχύει σήμερα.
85 Επιβάλλεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι η εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση ιδίου οικολογικού σήματος δεν αποκλείει την επιλογή του άρθρου 133 ΕΚ ως νομικής βάσεως της αποφάσεως 2001/469.
5) Σύνοψη
86 Συνοψίζοντας, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η συμφωνία Energy Star περιλαμβάνει συγχρόνως πτυχές απτόμενες του εμπορίου και της προστασίας του περιβάλλοντος. Το γεγονός ότι συμφωνήθηκαν κοινές προδιαγραφές ενεργειακής αποδόσεως για ορισμένες συσκευές γραφειακού εξοπλισμού και για κοινό λογότυπο κατά την επισήμανσή τους, ώστε να πληρούνται οι ανωτέρω προδιαγραφές, καθώς και διαδικασία αμοιβαίας αναγνωρίσεως των καταχωρίσεων, συνεπάγεται άμεσες συνέπειες επί των διεθνών συναλλαγών, οι οποίες καθίστανται ευχερέστερες για τις εν λόγω συσκευές. Αντιθέτως, η συμφωνία δεν συνεπάγεται παρά έμμεσες επιπτώσεις επί του περιβάλλοντος διότι η εξοικονόμηση ενεργείας εξαρτάται από την εν τοις πράγμασι συμπεριφορά των κατασκευαστών και των καταναλωτών. Επομένως, η συμφωνία αφορά εν πρώτοις το εμπόριο, οπότε η απόφαση περί εγκρίσεώς της έπρεπε να θεμελιώνεται στο άρθρο 133 ΕΚ.
6) Επικουρικώς: επί της εφαρμογής του άρθρου 174 ΕΚ
87 Επικουρικώς, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν συμμεριζόνταν την άποψη αυτή, αλλ' έκρινε ότι η συμφωνία Energy Star συνιστά πρωτίστως μέτρο απτόμενο της προστασίας του περιβάλλοντος, επιβάλλεται η σύντομη εξέταση του ζητήματος που έθιξαν οι διάδικοι, ήτοι αν σε παρόμοια περίπτωση κατάλληλη νομική βάση της επίδικης αποφάσεως είναι το άρθρο 174 ΕΚ ή το άρθρο 175 ΕΚ.
88 Όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 174, παράγραφος 4, ΕΚ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί κατ' ουσίαν τη νομική βάση μόνο για τις πράξεις που προσδιορίζουν τις λεπτομέρειες της συνεργασίας της Επιτροπής με τρίτα κράτη και διεθνείς οργανισμούς στον τομέα του περιβάλλοντος. Έτσι, η απόφαση 98/216/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1998, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, της συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της απερημώσεως στις χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρή ξηρασία ή/και απερήμωση, ιδιαίτερα στην Αφρική (46), θεμελιώθηκε στην οικεία νομική βάση.
89 Ασφαλώς, η συμφωνία Energy Star αφορά και τη συνεργασία μεταξύ των δύο διοικητικών αρχών (Επιτροπής και ΥΠΠ) που είναι επιφορτισμένες με τον συντονισμό των προγραμμάτων (βλ., ιδίως, άρθρα V, παράγραφος 4, VI, IX και X). Εντούτοις, το περιεχόμενο της συμφωνίας βαίνει πέραν των σχετικών ζητημάτων διοικητικής οργανώσεως ως εκ του ότι προβλέπει κοινές προδιαγραφές ενεργειακής αποδόσεως, κοινό λογότυπο και διαδικασία αμοιβαίας αναγνωρίσεως των καταχωρίσεων.
90 Συναφώς, με τη γνωμοδότησή του επί του Πρωτοκόλλου της Καρθαγένης, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην ισχύουσα μέχρι σήμερα νομολογία, αποφάνθηκε ότι το άρθρο 174 ΕΚ προσδιορίζει τους επιδιωκόμενους στο πλαίσιο της πολιτικής περιβάλλοντος στόχους, ενώ το άρθρο 175 ΕΚ αποτελεί τη νομική βάση εκδόσεως των κοινοτικών πράξεων (47). Στον βαθμό που συγκεκριμένη συμφωνία βαίνει πέραν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 174, παράγραφος 4, ΕΚ, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, επιβάλλεται η θεμελίωσή του στο άρθρο 175 ΕΚ.
91 Επομένως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προστασίας του περιβάλλοντος, το άρθρο 175 ΕΚ συνιστά τη νομική βάση της αποφάσεως περί της συνάψεως της συμφωνίας.
VI - Επί των δικαστικών εξόδων
92 Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Συμβούλιο ηττήθηκε ως προς τους λόγους του και η Επιτροπή διατύπωσε συναφώς αίτημα, επιβάλλεται η καταδίκη του Συμβουλίου στα δικαστικά έξοδα.
VII - Πρόταση
93 Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι:
«1) Ακυρώνεται η απόφαση 2001/469/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαου 2001, για τη σύναψη εκ μέρους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας της συμφωνίας μεταξύ της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σχετικά με τον συντονισμό των προγραμμάτων επισημάνσεως της ενεργειακής αποδόσεως του γραφειακού εξοπλισμού.
2) Το Συμβούλιο καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 332, σ. 1.
(2) - COM(2000) 18 τελικό, της 28ης Ιανουαρίου 2000, πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινοτικό πρόγραμμα επισημάνσεως ενεργειακώς αποδοτικών προϋόντων για τον γραφειακό και επικοινωνιακό εξοπλισμό (ΕΕ C 150 E, σ. 73).
(3) - Βλ. τον κατάλογο στην ιστοσελίδα του Διαδικτύου /products.
(4) - Πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με την εκ μέρους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Ευρωπαϋκής Κοινότητας για τον συντονισμό των προγραμμάτων επισημάνσεως ενεργειακώς αποδοτικών προϋόντων, COM(1999) 328 τελικό, της 1ης Ιουλίου 1999 (ΕΕ C 274 E, σ. 16). Το κείμενο της αρχικής προτάσεως ανέφερε ως νομική βάση τα άρθρα 130 ΕΚ και 300, παράγραφος 2, ΕΚ. Ακολούθως, η Επιτροπή επανόρθωσε, αναφερόμενη στα άρθρα 133 ΕΚ και 300, παράγραφος 2, ΕΚ. Στα πλαίσια των διαβουλεύσεών του, το Συμβούλιο συνήγαγε ότι η πρόταση της Επιτροπής στηριζόταν στα άρθρα 133 ΕΚ και 300, παράγραφος 2, ΕΚ, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του εγγράφου 8663/00 του Συμβουλίου που επισυνάπτεται ως παράρτημα 3 στο δικόγραφο της προσφυγής. Επομένως, επί της βάσεως αυτής θα στηριχθεί η παρούσα ανάλυση στη συνέχεια.
(5) - Απόφαση 8 του καταλόγου των σημείων Α της ημερησίας διατάξεως του Συμβουλίου, έγγραφο 14408/00 του Συμβουλίου που επισυνάπτεται ως παράρτημα 4 του δικογράφου της προσφυγής.
(6) - Απόφαση για τη σύναψη εκ μέρους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας της συμφωνίας μεταξύ της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σχετικά με τον συντονισμό των προγραμμάτων επισημάνσεως της ενεργειακής αποδόσεως του γραφειακού εξοπλισμού (ΕΕ L 172, σ. 1).
(7) - Η Επιτροπή παραπέμπει ειδικότερα στη γνωμοδότηση 1/78, της 4ης Οκτωβρίου 1979 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 401, σκέψη 45), καθώς και στην απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 19).
(8) - Η Επιτροπή παραπέμπει στις αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 1990, C-62/88, Ελλάς κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-1527, σκέψεις 18 έως 20), της 11ης Ιουνίου 1991, C-300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2867, σκέψη 22), και της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-405/92, Mondiet (Συλλογή 1993, σ. Ι-6133, σκέψεις 26 έως 28).
(9) - ΕΕ 1994, L 336, σημείο 40, εγκριθέν με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1).
(10) - Παράρτημα του εγγράφου 8421/01 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 2001, το οποίο επισυνάπτεται ως παράρτημα 6 στο δικόγραφο της προσφυγής.
(11) - Κανονισμός του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, περί αναθεωρημένου κοινοτικού συστήματος απονομής οικολογικού σήματος (ΕΕ L 237, σ. 1).
(12) - Η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1996, C-268/94, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-6177, σκέψεις 37 έως 39).
(13) - Βλ. το σημείο 1 της διπλωματικής διακοινώσεως που απηύθυνε η ΕΚ στις Ηνωμένες Πολιτείες (ΕΕ 2001, L 172, σ. 31), καθώς και το σημείο 1 της διπλωματικής διακοινώσεως που απηύθυναν οι Ηνωμένες Πολιτείες προς την ΕΚ (ΕΕ 2001, L 172, σ. 32).
(14) - Το Συμβούλιο παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 28ης Ιουνίου 1994, C-187/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-2857).
(15) - Απόφαση 88/540/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 1988, για τη σύναψη της Συμβάσεως της Βιένης για την προστασία της στιβάδας του όζοντος και του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (ΕΕ L 297, σ. 8).
(16) - Απόφαση 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την εξ ονόματος της Κοινότητας σύναψη της συμβάσεως για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακινήσεως των επικίνδυνων αποβλήτων και της διαθέσεώς τους (Σύμβαση της Βασιλείας) (ΕΕ L 39, σ. 1).
(17) - Κανονισμός (EOK) 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, σχετικά με την εφαρμογή στην Κοινότητα της συμβάσεως για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (ΕΕ L 384, σ. 1), και κανονισμός (ΕΚ) 338/97 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας μέσω του ελέγχου του εμπορίου τους (ΕΕ L 61, σ. 1).
(18) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1992, σχετικά με κοινοτικό σύστημα απονομής οικολογικού σήματος (ΕΕ L 99, σ. 1).
(19) - Απόφαση για τον καθορισμό οικολογικών κριτηρίων προς απονομή κοινοτικού οικολογικού σήματος σε προσωπικούς υπολογιστές [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(1999) 425] (ΕΕ L 70, σ. 46).
(20) - Προαναφερθείς στην υποσημείωση 12.
(21) - Αναφέρει την προαναφερθείσα στο σημείο 1 γνωμοδότηση 2/00, σκέψεις 23 έως 25, καθώς και την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2001, C-36/98, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-779).
(22) - Προαναφερθείσα στο σημείο 1 γνωμοδότηση σχετικά με το Πρωτόκολλο της Καρθαγένης.
(23) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου (σκέψη 22), απόφαση της 4ης Απριλίου 2000, C-269/97, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. Ι-2257, σκέψη 43), προαναφερθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Ισπανία κατά Συμβουλίου (σκέψη 58) και προαναφερθείσα στο σημείο 1 γνωμοδότηση 2/00 (σκέψη 22).
(24) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1999, C-42/97, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. Ι-869, σκέψη 40), προαναφερθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Ισπανία κατά Συμβουλίου (σκέψη 59) και προαναφερθείσα στο σημείο 1 γνωμοδότηση 2/00 (σκέψη 23).
(25) - Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 165/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5545, σκέψη 11), προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 17), απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C-164/97 και C-165/97, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. Ι-1139, σκέψη 14), και προαναφερθείσα στο σημείο 1 γνωμοδότηση 2/00 (σκέψη 23).
(26) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 γνωμοδότηση, σκέψη 44.
(27) - Γνωμοδότηση της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. Ι-5267, σκέψη 41).
(28) - Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Ελλάς κατά Συμβουλίου (σκέψη 20), προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 22) και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Mondiet (σκέψεις 26 έως 28).
(29) - Τα άνευ άλλης διευκρινίσεως παρατιθέμενα άρθρα είναι αυτά της συμφωνίας Energy Star.
(30) - Απόφαση 96/664/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1996, περί πολυετούς προγράμματος προωθήσεως της γλωσσικής πολυμορφίας της Κοινότητας στην κοινωνία των πληροφοριών (ΕΕ L 306, σ. 40). Με την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 25 απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1999, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, επιβεβαιώθηκε η νομιμότητα της αποφάσεως εκείνης.
(31) - Βλ. σκέψεις 62 και 63 της αποφάσεως.
(32) - Απόφαση της 22ας Αυγούστου 2001 περί καθορισμού οικολογικών κριτηρίων για την απονομή κοινοτικού οικολογικού σήματος σε προσωπικούς υπολογιστές (ΕΕ L 242, σ. 4, ειδικότερα υποσημείωση 1, σ. 7).
(33) - Προαναφερθέν στην υποσημείωση 5 έγγραφο COM(1999) 328 τελικό, σ. 16, σημείο 3.
(34) - ΕΕ 1994, L 336, σ. 86.
(35) - Προαναφερθέν στην υποσημείωση 5 έγγραφα COM(1999) 328 τελικό, σ. 3, σημείο 3.
(36) - Πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Κοινότητας, του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης για την πρόληψη των προερχομένων από τη βιοτεχνολογία κινδύνων, έγγραφο COM(2002) 127 τελικό, της 13ης Μαρτίου 2001 (ΕΕ C 181 E, σ. 258), καθώς και την απόφαση 2002/628/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002 (ΕΕ L 201, σ. 48).
(37) - Προαναφερθείσα στο σημείο 1 γνωμοδότηση 2/00 (σκέψεις 26 έως 28).
(38) - Προαναφερθέντα στην υποσημείωση 19.
(39) - Προαναφερθέντα στην υποσημείωση 12.
(40) - Βλ. την απαρίθμησή τους στην ιστοσελίδα του Διαδικτύου /products.
(41) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση.
(42) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33 απόφαση.
(43) - Βλ. ΕΕ 2001, L 242, σ. 7, υποσημειώσεις 1, 3 και 4.
(44) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1992 (ΕΕ L 297, σ. 16).
(45) - Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-83/94, Leifer κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-3231, σκέψη 13).
(46) - ΕΕ L 83, σ. 1.
(47) - Βλ. σκέψη 43 της προαναφερθείσας στο σημείο 1 γνωμοδοτήσεως 2/00.
Full & Egal Universal Law Academy