ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 10ης Απριλίου 2003 (1)
Υπόθεση C-290/01
Receveur principal des douanes françaises de Villepinte
κατά
Derudder & Cie SA
[αίτηση του Cour de cassation (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Εξέταση των εμπορευμάτων – Δειγματοληψία – Ανάλυση του δείγματος και αντιπροσωπευτικότητα αυτού»
1. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, το Cour de cassation (τμήμα εμπορικών και οικονομικών υποθέσεων) (Γαλλία), ζητεί από το Δικαστήριο καθοδήγηση όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 70, παράγραφος 1, του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (2).
2. Το ζήτημα που ανέκυψε είναι κατ’ ουσίαν αν, στην περίπτωση που η τελωνειακή αρχή προβεί στη λήψη δείγματος των εισαγομένων αγαθών παρουσία του διασαφηστή (3), ο οποίος δεν διατυπώνει κατά τον χρόνο αυτό επιφυλάξεις όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος, και η τελωνειακή αρχή ζητεί την καταβολή προσθέτων δασμών εισαγωγής βασιζόμενη στην εξέταση του δείγματος, ο διασαφηστής έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της πράξεως που επιβάλλει την καταβολή προσθέτων δασμών, επικαλούμενος τον μη αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του δείγματος.
Η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
Έλεγχος των εισαγομένων εμπορευμάτων από την τελωνειακή αρχή
3. Μολονότι το εθνικό δικαστήριο στο προδικαστικό ερώτημά του αναφέρεται στον Τελωνειακό Κώδικα, τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κώδικα αυτού (4). Αντίθετα, κατά τον χρόνο εκείνο ίσχυε η οδηγία 79/695/ΕΟΚ (5) του Συμβουλίου και η οδηγία 82/57/ΕΟΚ (6) της Επιτροπής.
4. Στο άρθρο 2 της οδηγίας 79/695 ορίζεται ότι:
«Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία [αγαθών που εισάγονται στην Κοινότητα] προϋποθέτει την υποβολή σε τελωνειακό γραφείο, σύμφωνα με τους όρους της παρούσας οδηγίας, εντύπου διασαφήσεως για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, που στο εξής αποκαλείται “η διασάφηση”.
Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει τη διασάφηση αποκαλείται στο εξής “ο διασαφηστής”».
5. Στο άρθρο 9 της οδηγίας 79/695 ορίζονται, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη της χρήσεως άλλων ελεγκτικών μέσων που έχει στη διάθεσή της, η τελωνειακή αρχή μπορεί να προβαίνει σε έλεγχο του συνόλου ή μέρους των εισαγομένων εμπορευμάτων.
[…]
4. Ο διασαφηστής δικαιούται να παρίσταται αυτοπροσώπως ή διά του εκπροσώπου του κατά την εξέταση των εμπορευμάτων. Αν η τελωνειακή αρχή το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να απαιτήσει την παρουσία του διασαφηστή ή του εκπροσώπου του κατά την εξέταση των εμπορευμάτων, προκειμένου να της παράσχει την αναγκαία βοήθεια.
5. Κατά την εξέταση των εμπορευμάτων, η τελωνειακή αρχή μπορεί να λάβει δείγματα για ανάλυση ή για λεπτομερέστερη εξέταση. Το κόστος της εν λόγω ανάλυσης ή της λεπτομερέστερης εξέτασης βαρύνει την διοικητική αρχή.»
6. Στο άρθρο 10 της οδηγίας 79/695 ορίζονται, στο βαθμό που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής:
«1. Τα αποτελέσματα της εξετάσεως της διασαφήσεως και των συνυποβαλλομένων δικαιολογητικών, ανεξαρτήτως του αν συνδυάζονται με εξέταση των εμπορευμάτων, χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των εισαγωγικών δασμών και για την εφαρμογή κάθε άλλης διατάξεως που διέπει τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
2. Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει την διεξαγωγή οιουδήποτε ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εντός του οποίου τα εμπορεύματα έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ούτε την επέλευση των ενδεχομένων συνεπειών εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων, ιδίως όσον αφορά την τροποποίηση του ποσού των εισαγωγικών δασμών που έχει επιβληθεί στα εν λόγω εμπορεύματα.»
7. Η οδηγία 82/57 περιέχει διατάξεις εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 79/695, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 9, παράγραφοι 1, 4 και 5 (7). Στο άρθρο 11 της οδηγίας 82/57 ορίζονται τα εξής:
«1. Όταν η τελωνειακή υπηρεσία αποφασίζει να εξετάσει μέρος μόνο των διασαφουμένων εμπορευμάτων, υποδεικνύει στον διασαφηστή ή στον εκπρόσωπό του, τα εμπορεύματα που θέλει να εξετάσει, χωρίς αυτός να δύναται να αντιταχθεί στην επιλογή αυτή.
Τα αποτελέσματα της μερικής εξετάσεως καλύπτουν το σύνολο των εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της διασαφήσεως. Πάντως, ο διασαφηστής δύναται να ζητήσει συμπληρωματική εξέταση των εμπορευμάτων, αν πιστεύει ότι τα αποτελέσματα της μερικής εξετάσεως δεν ισχύουν για τα λοιπά διασαφούμενα εμπορεύματα.»
8. Στο άρθρο 12 της οδηγίας 82/57 ορίζεται ότι:
«1. Όταν η τελωνειακή υπηρεσία αποφασίζει να προβεί στην εξέταση των εμπορευμάτων, πληροφορεί σχετικά τον διασαφηστή ή τον εκπρόσωπό του.
2. Ο διασαφηστής ή το πρόσωπο που ορίζει για να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων οφείλει να προσφέρει στην τελωνειακή υπηρεσία την απαραίτητη βοήθεια για την διευκόλυνση του έργου της. […]»
9. Στο άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 82/57 ορίζονται τα εξής:
«1. Η τελωνειακή υπηρεσία, όταν αποφασίζει να προβεί σε λήψη δειγμάτων, πληροφορεί σχετικά τον διασαφηστή ή τον εκπρόσωπό του.
Η τελωνειακή υπηρεσία, αν το θεωρεί χρήσιμο, δύναται να απαιτεί από τον διασαφηστή να παρίσταται στη λήψη αυτή ή να εκπροσωπείται, ώστε να παρέχεται η απαραίτητη για τον σκοπό αυτό βοήθεια.
2. Οι λήψεις δειγμάτων γίνονται από την ίδια την τελωνειακή υπηρεσία. Πάντως αυτή δύναται να ζητήσει να γίνουν, υπό τον έλεγχό της, από τον διασαφηστή ή από το πρόσωπο που αυτός ορίζει.
Οι λήψεις δειγμάτων γίνονται σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπουν οι ισχύουσες τελωνειακές διατάξεις.»
10. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 82/57 προβλέπει τα εξής:
«Ο διασαφηστής ή το πρόσωπο που ορίζει για να παραστεί στη λήψη δειγμάτων υποχρεούται να παράσχει οποιαδήποτε απαραίτητη βοήθεια στην τελωνειακή υπηρεσία προς εξυπηρέτηση της εργασίας αυτής.»
11. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 15 της οδηγίας 82/57 ορίζεται ότι:
«Οσάκις η τελωνειακή υπηρεσία προέβη στη λήψη δειγμάτων για ανάλυση και εκτενέστερο έλεγχο, εκδίδει την άδεια παραλαβής των εν λόγω εμπορευμάτων, χωρίς να περιμένει τα αποτελέσματα της αναλύσεως αυτής ή του ελέγχου, εφόσον βέβαια τίποτα δεν αντιτίθεται στην έκδοση αυτή».
12. Μολονότι ο τελωνειακός κώδικας δεν ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας δίκης, είναι χρήσιμο να παρατεθούν οι αντίστοιχες διατάξεις, αφού πολλοί από τους μετέχοντες στη δίκη που διατύπωσαν παρατηρήσεις αναφέρονται στις διατάξεις αυτές.
13. Το άρθρο 4 του τελωνειακού κώδικα περιέχει τους κάτωθι ορισμούς:
«(16) “Τελωνειακό καθεστώς”:
α) η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία,
[…]
(17) “Διασάφηση”: πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαγάγει ένα εμπόρευμα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.
(18) “Διασαφηστής”: το πρόσωπο που καταθέτει στο όνομά του την τελωνειακή διασάφηση ή εκείνος στο όνομα του οποίου κατατίθεται μια τελωνειακή διασάφηση.»
14. Στο άρθρο 68, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα ορίζεται ότι:
«Οι τελωνειακές αρχές για να επαληθεύσουν την ακρίβεια των διασαφήσεων που έχουν αποδεχθεί είναι δυνατόν να προβούν […] σε εξέταση των εμπορευμάτων και, ενδεχομένως, σε δειγματοληψία για ανάλυση και λεπτομερή έλεγχο.»
15. Στο άρθρο 69, παράγραφος 2, ορίζεται ότι:
«Ο διασαφηστής έχει το δικαίωμα να παρίσταται κατά την εξέταση των εμπορευμάτων, καθώς και, κατά περίπτωση, κατά τη δειγματοληψία. Όταν το κρίνουν σκόπιμο, οι τελωνειακές αρχές απαιτούν από τον διασαφηστή να παρίσταται ή να εκπροσωπείται κατά την εξέταση των εμπορευμάτων ή τη δειγματοληψία, για να τους παρέχει την αναγκαία βοήθεια για τη διευκόλυνση της εξέτασης ή δειγματοληψίας.»
16. Στο άρθρο 70, παράγραφος 1, ορίζονται τα εξής:
«Όταν η εξέταση πραγματοποιείται σε ένα μέρος των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της αυτής διασάφησης, τα αποτελέσματα της μερικής εξέτασης ισχύουν για όλα τα εμπορεύματα της διασάφησης αυτής.
Ωστόσο, ο διασαφηστής μπορεί να ζητήσει πρόσθετη εξέταση των εμπορευμάτων, εφόσον κρίνει ότι τα αποτελέσματα της μερικής εξέτασης δεν ισχύουν για τα υπόλοιπα εμπορεύματα που διασαφήθηκαν.»
17. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 243 του τελωνειακού κώδικα ορίζεται ότι:
«Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά.»
18. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 (8) περιέχει διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 για τη θέσπιση του τελωνειακού κώδικα.
19. Το άρθρο 240 του κανονισμού 2454/93 ορίζει τα εξής:
«1. Όταν οι τελωνειακές αρχές αποφασίσουν να προβούν στην εξέταση των εμπορευμάτων, ενημερώνουν σχετικά τον διασαφηστή ή τον αντιπρόσωπό του.
2. Όταν αυτές αποφασίσουν να προβούν στην εξέταση μέρους μόνον των διασαφηθέντων εμπορευμάτων, υποδεικνύουν στον διασαφηστή ή στον αντιπρόσωπό του τα εμπορεύματα που επιθυμούν να εξετάσουν, χωρίς να έχει το δικαίωμα ο τελευταίος να προβάλει αντίρρηση για την επιλογή αυτή.»
20. Το άρθρο 242 ορίζει τα εξής:
«1. Εφόσον οι τελωνειακές αρχές αποφασίσουν να προβούν σε λήψη δειγμάτων, ενημερώνουν σχετικά τον διασαφηστή ή τον αντιπρόσωπό του.
2. […]
Η λήψη δειγμάτων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται σχετικά από τις ισχύουσες διατάξεις.»
21. Στο άρθρο 243, παράγραφος 1, ορίζονται τα εξής:
«Ο διασαφηστής ή το πρόσωπο που αυτός ορίζει να παρίσταται κατά τη λήψη δειγμάτων, υποχρεούται να παρέχει στις τελωνειακές αρχές κάθε αναγκαία βοήθεια, ώστε να διευκολύνει το σχετικό έργο.»
Εισαγωγικός δασμός για το ρύζι
22. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι εισαγωγικοί δασμοί για το ρύζι διέπονταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1418/76 (9). Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο δασμός που βαρύνει τα θραύσματα ρυζιού είναι χαμηλότερος από αυτόν που επιβάλλεται στους ολόκληρους κόκκους (10).
23. Ως «θραύσματα ορύζης» ορίζονται, στο σημείο 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76, τα «τεμάχια κόκκων, των οποίων το μήκος είναι ίσο ή κατώτερο των τριών τετάρτων του μέσου μήκους ολοκλήρου του κόκκου». Η μέτρηση των κόκκων πραγματοποιείται με τη λήψη «αντιπροσωπευτικού δείγματος από την παρτίδα» (11).
24. Στην υπόθεση Van Sillevoldt (12) το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να καθοριστεί το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α, χρειαζόταν να ληφθεί υπόψη το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων σε δείγμα από την παρτίδα εισαγομένης ορύζης, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κόκκοι που δεν είχαν αναπτυχθεί πλήρως.
25. Στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2729/75 (13) ορίζεται ότι η εισφορά η εφαρμοζόμενη στα μίγματα που αποτελούνται είτε από όρυζα, η οποία ανήκει σε πολλές ομάδες ή σε διαφορετικά στάδια μεταποιήσεως, είτε από όρυζα, η οποία ανήκει σε μία ή πολλές ομάδες ή σε διαφορετικά στάδια μεταποιήσεως και θραύσματα ορύζης, είναι η εισφορά που εφαρμόζεται στο κύριο συνθετικό σε βάρος, αν αυτό αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 % του βάρους του μίγματος. Αν κανένα από τα συνθετικά δεν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 % του βάρους του μίγματος, εφαρμόζεται η υψηλότερη εισφορά.
Τα πραγματικά περιστατικά και το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα
26. Το 1989, η εταιρία Tang Frères (στο εξής: Tang) προέβη στην εισαγωγή εμπορεύματος που περιγραφόταν ως «Thai flagrant [sic] broken rice». Το εμπόρευμα ήταν συσκευασμένο σε εμπορευματοκιβώτια (containers), καθένα από τα οποία περιείχε 800 σακιά περίπου, βάρους 25 έως 30 κιλών το καθένα. Η Derudder & Cie SA (στο εξής: Derudder) διεκπεραίωσε τις τελωνειακές διατυπώσεις για λογαριασμό της Tang. Στο έντυπο διασαφήσεως για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, η Derudder περιέγραφε το εμπόρευμα ως «θραύσματα ορύζης».
27. Κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή, η τελωνειακή υπηρεσία έλαβε έξι δείγματα από το εμπόρευμα παρουσία του εκπροσώπου της εταιρίας Derudder (14). Το παραπέμπον δικαστήριο δέχεται την υπόθεση (μολονότι τα μέρη προφανώς δεν συμφωνούν επ’ αυτού) ότι κατά τον χρόνο της δειγματοληψίας η Derudder δεν αμφισβήτησε την αντιπροσωπευτικότητα των ληφθέντων δειγμάτων. Δεδομένου ότι η Derudder είχε δηλώσει ότι σκόπευε να θέσει το εμπόρευμα σε κυκλοφορία στην αγορά, η τελωνειακή αρχή επέτρεψε τη θέση του σε κυκλοφορία αμέσως μετά τη λήψη των δειγμάτων.
28. Μετά από εξέταση των ληφθέντων δειγμάτων, η τελωνειακή αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο μίγμα δεν περιείχε θραύσματα ορύζης σε ποσοστό 90 % τουλάχιστον και ότι, κατά συνέπεια, ο δασμολογικός συντελεστής που έπρεπε να εφαρμοστεί ήταν αυτός που ισχύει για ρύζι σε ολόκληρους κόκκους. Ο receveur principal des douanes françaises de Villepinte (στο εξής: receveur) κοινοποίησε στην Derudder, στις 25 Μαΐου 1992, καταλογιστική πράξη για την καταβολή προσθέτων εισαγωγικών δασμών. Η Derudder άσκησε προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξεως ενώπιον του tribunal d’instance (Διοικητικό Πρωτοδικείο) του Bobigny (Γαλλία), επικαλούμενη μια σειρά λόγων ακυρώσεως, συμπεριλαμβανομένου του ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε η τελωνειακή αρχή για την ανάλυση των δειγμάτων ήταν εσφαλμένη καθώς και ότι τα δείγματα δεν ήταν αντιπροσωπευτικά.
29. Τον Απρίλιο του 1993, το tribunal d’instance έκρινε ότι, προκειμένου να καθοριστεί το μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου ρυζιού, υπό την έννοια του παραρτήματος Α, σημείο 3, του κανονισμού 1418/76, έπρεπε να ληφθεί υπόψη το μέσο μήκος των κόκκων ρυζιού που περιείχε το δείγμα της παρτίδας εισαγομένου ρυζιού, χωρίς να ληφθεί υπόψη το μήκος των κόκκων που δεν ήταν πλήρως ανεπτυγμένοι. Προτού δεχθεί την προσφυγή της Derudder, το tribunal d’instance διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προκειμένου i) να εξεταστεί ένα από τα ληφθέντα δείγματα και να καθοριστεί το μέσο μήκος του κόκκου ρυζιού με βάση τη μέθοδο αυτή και ii) να διαπιστωθεί αν τα θραύσματα ρυζιού αντιπροσώπευαν όντως το 90 % του εμπορεύματος.
30. Ο πραγματογνώμονας υπέβαλε την έκθεσή του τον Οκτώβριο του 1994. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό θραυσμάτων ρυζιού στα έξι δείγματα που εξέτασε κυμαινόταν μεταξύ 59,3 % και 77 % και ότι, επομένως, όπως είχαν καταλήξει οι τελωνειακές υπηρεσίες, υπολειπόταν κατά πολύ του 90 %. Ωστόσο, διατύπωσε επιφυλάξεις τόσο σχετικά με τη μέθοδο ανάλυσης όσο και με την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων. Αναφερόμενος στη μέθοδο ανάλυσης, διαπίστωσε, ιδίως, ότι ήταν τεχνικώς αδύνατο να μη ληφθούν υπόψη οι κόκκοι που δεν ήταν πλήρως ανεπτυγμένοι, καθότι ήταν αδύνατο να διαχωριστούν οι κόκκοι αυτοί από τους ώριμους κόκκους. Όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος, ο πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι το δείγμα που έλαβε η τελωνειακή υπηρεσία ήταν αντιπροσωπευτικό του συνόλου του εμπορεύματος. Ανέφερε ιδίως ότι δεν είχε ακολουθηθεί συγκεκριμένο σχέδιο για τη δειγματοληψία: το δείγμα για κάθε εμπορευματοκιβώτιο είχε ληφθεί από έναν μόνον από τους 800 περίπου σάκους που περιείχε συνολικά και ο σάκος αυτός βρισκόταν στο μπροστινό μέρος του εμπορευματοκιβωτίου. Επομένως, κατά τη γνώμη του πραγματογνώμονα, τα αποτελέσματα της αναλύσεως κάλυπταν μόνον το δείγμα αυτό καθαυτό και δεν μπορούσε εγκύρως να συναχθεί από αυτά ποια ήταν πραγματικά η αναλογία θραυσμάτων ρυζιού στο σύνολο του εμπορευματοκιβωτίου.
31. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τον Μάρτιο του 1996, η Derudder υποστήριξε ότι η τελωνειακή αρχή δεν απέδειξε ότι έπρεπε να καταβληθεί δασμός με υψηλότερο συντελεστή. Υποστήριξε επίσης ότι τα ληφθέντα δείγματα δεν ήταν αντιπροσωπευτικά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν τα θραύσματα ρυζιού αντιπροσώπευαν το 90 % του συνόλου και αν, κατά συνέπεια, έπρεπε να ισχύσει ο συντελεστής που προβλεπόταν για τους ολόκληρους κόκκους ρυζιού· επίσης, ότι η διάκριση μεταξύ ωρίμου και μη πλήρως ανεπτυγμένου κόκκου που προτείνεται από το Δικαστήριο ήταν, κατά τον πραγματογνώμονα, τεχνικώς αδύνατο να γίνει και ότι, κατά συνέπεια, οι αναλύσεις που διενεργήθηκαν από την τελωνειακή αρχή δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό στοιχείο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί η εν λόγω αρχή να θεμελιώσει την άποψη ότι ο εφαρμοστέος συντελεστής ήταν αυτός που προβλέπεται για τους ολόκληρους κόκκους ρυζιού.
32. Ο receveur ζήτησε από το tribunal d’instance να ακυρώσει εν μέρει την έκθεση του πραγματογνώμονα, για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι ο πραγματογνώμονας υπερέβη τα όρια της εντολής που του ανατέθηκε, αποφαινόμενος επί ζητημάτων για τα οποία δεν του ζητήθηκε να αποφανθεί, και, συγκεκριμένα, επί του κύρους των προτεινομένων από το Δικαστήριο μεθόδων δειγματοληψίας και επί της αντιπροσωπευτικότητας των δειγμάτων που είχαν ληφθεί παρουσία της Derudder.
33. Τον Μάιο του 1996, το tribunal d’instance ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη καταλογισμού, δεχόμενο ότι η παρουσία του διασαφηστή κατά τη λήψη των δειγμάτων δεν σήμαινε ούτε ότι τα εν λόγω δείγματα ήταν αντιπροσωπευτικά ούτε απέκλειε τη δυνατότητα του διασαφηστή να αμφισβητήσει μεταγενέστερα την αντιπροσωπευτικότητά τους και ότι ο πραγματογνώμονας δεν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δείγματα ήταν αντιπροσωπευτικά.
34. Ο receveur άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour d’appel (Εφετείου) του Παρισιού, προβάλλοντας τα ίδια επιχειρήματα με αυτά που προέβαλε ενώπιον του tribunal d’instance.
35. Το Cour de cassation, επιληφθέν της αιτήσεως αναιρέσεως του receveur επί νομικού ζητήματος, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ζητήματος αν, κατά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 70, παράγραφος 1, του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, ο διασαφηστής που ήταν παρών κατά τη λήψη από την τελωνειακή αρχή δειγμάτων των εισαχθέντων εμπορευμάτων, χωρίς να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα της δειγματοληψίας, μπορεί στη συνέχεια να ζητήσει την ακύρωση της πράξεως καταλογισμού για καταβολή προσθέτων δασμών με την αιτιολογία ότι τα δείγματα δεν ήταν αντιπροσωπευτικά.
36. Η εταιρία Tang, η οποία ανέλαβε τη συνέχιση της δίκης στη θέση της Derudder, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Ανάλυση
37. Όλα τα μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις θεωρούν ότι ο διασαφηστής που ήταν παρών κατά τη λήψη δειγμάτων και δεν προέβαλε τότε αντιρρήσεις δεν χάνει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει στη συνέχεια την αντιπροσωπευτικότητα των εν λόγω δειγμάτων.
38. Η εταιρία Tang, η οποία περιορίζει την ανάλυσή της στον Κοινοτικό Τελωνειακό Κώδικα, φαίνεται να θεωρεί ότι ο διασαφηστής διατηρεί το δικαίωμα αυτό ακόμη και μετά τη θέση των εμπορευμάτων για τα οποία πρόκειται σε ελεύθερη κυκλοφορία και την κατανάλωσή τους. Αντίθετα, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι ο διασαφηστής δικαιούται να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των ληφθέντων δειγμάτων μόνον ενόσω τα εμπορεύματα εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα για περαιτέρω δειγματοληψία, ενώ η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το δικαίωμα αυτό χάνεται από τη στιγμή που ο διασαφηστής αποδέχεται την πράξη βεβαιώσεως των δασμών.
39. Οι διάδικοι διαφωνούν ιδίως επί του ζητήματος αν έχει ή όχι εφαρμογή το άρθρο 11 της οδηγίας 82/57, το οποίο επιτρέπει στον διασαφηστή να ζητήσει συμπληρωματική εξέταση των εν μέρει μόνον εξετασθέντων εμπορευμάτων, εφόσον θεωρεί ότι τα αποτελέσματα της μερικής εξετάσεως δεν ισχύουν για τα λοιπά εμπορεύματα και, κατά συνέπεια, επικυρώνει εμμέσως (όπως υποστηρίζεται) τα αποτελέσματα της εν λόγω εξέτασης, εκτός εάν ο διασαφηστής ζητήσει συμπληρωματική εξέταση. Η Tang υποστηρίζει ότι το άρθρο 70, παράγραφος 1, του Κώδικα –το περιεχόμενο του οποίου κατ’ ουσίαν ταυτίζεται με το άρθρο 11 της οδηγίας 82/57– ισχύει μόνον για τη μερική εξέταση των εμπορευμάτων και όχι για τη δειγματοληψία. Αντίθετα, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή τάσσονται ρητώς υπέρ της απόψεως, την οποία μάλλον υιοθετεί και η Ιταλική Κυβέρνηση, ότι η μερική εξέταση συμπεριλαμβάνει και τη λήψη δειγμάτων.
40. Μολονότι οι κείμενες διατάξεις δεν είναι απολύτως σαφείς, θεωρώ ότι η άποψη της Tang (που διατυπώνεται με αναφορά στον τελωνειακό κώδικα) συνάδει περισσότερο με το σύστημα της οδηγίας 82/57. Το άρθρο 11 εντάσσεται στον τίτλο ΙΙ της οδηγίας, με την επικεφαλίδα «Έλεγχος της διασαφήσεως». Ο τίτλος ΙΙ περιέχει τέσσερα τμήματα που φέρουν τους τίτλους «Α. Έλεγχος δικαιολογητικών», «Β. Εξέταση των εμπορευμάτων», «Γ. Λήψη δειγμάτων» και «Δ. Χρέωση της διασαφήσεως από την τελωνειακή υπηρεσία». Το τμήμα Β περιέχει τα άρθρα 11 και 12. Το τμήμα Γ περιλαμβάνει τα άρθρα 13 έως 17. Η οργάνωση αυτή των διατάξεων υποδηλώνει ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν οι έννοιες της εξέτασης των εμπορευμάτων αφενός και της λήψης δειγμάτων αφετέρου να διέπονται από διαφορετικές διατάξεις. Η μερική εξέταση, στο πλαίσιο της ερμηνείας αυτής, δεν περιλαμβάνει και τη λήψη δειγμάτων εμπορευμάτων, π.χ., όπως αυτά τα οποία αφορά η κυρία δίκη, επί των οποίων οι εισαγωγικοί δασμοί μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ακριβή σύνθεσή τους. Αναφέρεται μάλλον στην εξέταση μέρους μόνον παρτίδας ομοίων εμπορευμάτων, με σκοπό να προσδιοριστεί η ακριβής δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων αυτών και ιδίως να ελεγχθεί αν τα εμπορεύματα διασαφήθηκαν ορθά. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διατύπωση του άρθρου 11, το οποίο αναφέρεται στα «εμπορεύματα που [η τελωνειακή υπηρεσία] θέλει να εξετάσει».
41. Ωστόσο, η νομοθεσία δεν είναι απολύτως σαφής. Υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 82/57 συνιστά μέτρο εφαρμογής. Θέτει σε εφαρμογή διάφορες διατάξεις της οδηγίας 79/695, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 9, παράγραφοι 1, 4 και 5, και του άρθρου 10, παράγραφος 1. Προκύπτει σαφώς από το άρθρο 9, παράγραφος 5, της οδηγίας 79/695 ότι η λήψη δειγμάτων συνιστά ειδική μορφή εξετάσεως των εμπορευμάτων. Αυτό επιβεβαιώνεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, όπου δεν γίνεται χωριστή αναφορά στα δείγματα, αλλά προκύπτει σαφώς ότι στην «εξέταση των εμπορευμάτων» περιλαμβάνεται και οποιαδήποτε δειγματοληψία.
42. Ομοίως, ο τελωνειακός κώδικας που αντικατέστησε τις οδηγίες 82/57 και 79/695, αφήνει αρκετά περιθώρια αμφιβολίας και θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αφενός, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, αφού το άρθρο 70 του εν λόγω κώδικα, σε αντίθεση με τα άρθρα 68 και 69, κάνει λόγο μόνο για εξέταση και ειδικότερα για μερική εξέταση, αντί να κάνει λόγο για εξέταση και για δειγματοληψία, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση της λήψεως δειγμάτων. Αφετέρου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι από το σύστημα και το γράμμα των άρθρων 68, στοιχείο β΄, και 69, παράγραφος 2, συνάγεται ότι η αναφορά του άρθρου 70, παράγραφος 1, στη μερική εξέταση των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της αυτής διασάφησης καλύπτει και την εξέταση δειγμάτων των εμπορευμάτων αυτών.
43. Επομένως, από το γράμμα των εξεταζομένων διατάξεων δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλής απάντηση επί του ερωτήματος αν το άρθρο 11 της οδηγίας 82/57 έχει εφαρμογή και στη λήψη δειγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να δώσει λύση στο ζήτημα που θέτει το Cour de cassation, αφού απλώς παρέχει στον διασαφηστή τη δυνατότητα να ζητήσει συμπληρωματική εξέταση, χωρίς να διευκρινίζει για πόσο χρονικό διάστημα παραμένει διαθέσιμη η ευχέρεια αυτή. Η απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο σύστημα και τους σκοπούς των εφαρμοστέων διατάξεων.
44. Από το προοίμιο της οδηγίας 79/695 –διατάξεις εφαρμογής της οποίας περιέχει η οδηγία 82/57, όπως προαναφέρθηκε–, προκύπτει σαφώς ότι είχε ως σκοπό να «θεσπίσει κοινούς διαδικαστικούς κανόνες για τη θέση εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία» και ότι οι κοινοί αυτοί κανόνες «πρέπει να εξασφαλίζουν την ορθή επιβολή όχι μόνον τελωνειακών δασμών, επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, γεωργικών επιβαρύνσεων ή άλλων εισφορών που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, αλλά και την ορθή εφαρμογή οποιωνδήποτε άλλων κοινοτικών διατάξεων που διέπουν τη θέση εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία [...] τέτοιοι κανόνες πρέπει να διακρίνονται από αρκετή ευελιξία ώστε να προσαρμόζονται σε διαφορετικές περιστάσεις» (15).
45. Σκοπός της οδηγίας 82/57 ήταν να «εξασφαλίσει ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινών [αυτών] κανόνων» (16) και «να καθοριστούν πρακτικοί και ομοιόμορφοι τρόποι όσον αφορά την […] εξέταση των εμπορευμάτων και τη λήψη δειγμάτων […]» (17).
46. Είναι σαφές ότι οι σκοποί αυτοί εξυπηρετούνται όταν ο διασαφηστής δικαιούται να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα μιας δειγματοληψίας επί εισαγομένων εμπορευμάτων με βάση το ότι τα ληφθέντα δείγματα δεν είναι αντιπροσωπευτικά και, κατά συνέπεια, ο έλεγχός τους δεν θα οδηγήσει στην ορθή επιβολή των αντιστοίχων δασμών. Η λήψη συμπληρωματικού δείγματος υπό τις συνθήκες αυτές μπορεί να συμβάλει στην ορθή εφαρμογή της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας. Με βάση τα ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να απαγορευθεί η αμφισβήτηση αυτή απλώς και μόνο διότι ο διασαφηστής ήταν παρών κατά τη λήψη των δειγμάτων.
47. Επιπλέον, το δικαίωμα προσβολής αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αρχές συνιστά γενική αρχή του δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά και επί του παρόντος, στο πλαίσιο της τελωνειακής νομοθεσίας, περιέχεται στο άρθρο 243, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα (18). H αρχή αυτή διέπει τόσο το άρθρο 11 της οδηγίας 82/57 όσο και τις άλλες διατάξεις.
48. Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 82/57 ορίζει ότι, οσάκις η τελωνειακή υπηρεσία προβαίνει στη λήψη δειγμάτων για ανάλυση και εκτενέστερο έλεγχο, οφείλει κατά κανόνα να χορηγεί άδεια παραλαβής των εν λόγω εμπορευμάτων, χωρίς να αναμένει τα αποτελέσματα της αναλύσεως ή του ελέγχου. Όταν έχει επιτραπεί η παραλαβή των εμπορευμάτων για τα οποία πρόκειται και αυτά δεν βρίσκονται πλέον στη διάθεση της τελωνειακής αρχής, η κατάσταση είναι καταφανώς διαφορετική από την κατάσταση στην οποία αναφέρονται οι προηγούμενες παράγραφοι. Στην περίπτωση αυτή, αν ο διασαφηστής είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των ληφθέντων δειγμάτων, δεν θα ήταν δυνατό να ληφθούν πρόσθετα δείγματα και ο διασαφηστής θα μπορούσε να αποφύγει την πληρωμή οποιουδήποτε συμπληρωματικού δασμού που θα απαιτούσε η τελωνειακή αρχή με βάση τα αρχικά δείγματα. Αυτό θα οδηγούσε, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, σε παρακώλυση της ορθής επιβολής των τελωνειακών δασμών και, ως εκ τούτου, θα αντέκειτο στους σκοπούς της οικείας νομοθεσίας.
49. Για τον λόγο αυτό, υπό κανονικές συνθήκες, ο διασαφηστής έχει συμφέρον να εξασφαλίσει ότι τα λαμβανόμενα δείγματα είναι αντιπροσωπευτικά, ούτως ώστε να μπορούν τα εμπορεύματα να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Αν η τελωνειακή αρχή αποφασίσει να προβεί σε δειγματοληψία, υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τον διασαφηστή (19), ο οποίος υποχρεούται να παράσχει στην τελωνειακή υπηρεσία οποιαδήποτε βοήθεια προκειμένου να διευκολύνει το έργο της (20). Επομένως, ο διασαφηστής είναι σε θέση να εξασφαλίσει ότι τα αρχικώς λαμβανόμενα δείγματα είναι αντιπροσωπευτικά του συνόλου της παρτίδας.
50. Με βάση τα ανωτέρω, το δικαίωμα του διασαφηστή για αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικότητας των δειγμάτων που ελήφθησαν από παρτίδα εισαγομένων εμπορευμάτων εκλείπει αφ’ ης στιγμής τα εν λόγω εμπορεύματα δεν είναι πλέον διαθέσιμα για τη λήψη συμπληρωματικών δειγμάτων.
51. Η Tang αποκρούει την ερμηνεία αυτή, ισχυριζόμενη ότι ο διασαφηστής δεν μπορεί λογικά να ζητήσει πρόσθετη εξέταση προτού του γνωστοποιηθούν τα αποτελέσματα της εξετάσεως των ληφθέντων δειγμάτων, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο τα εμπορεύματα έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία και δεν είναι πλέον διαθέσιμα.
52. Η αντίρρηση αυτή της Tang δεν αποκλείει την ερμηνεία που πρότεινα προηγουμένως. Όταν διενεργείται δειγματοληψία, τα αποτελέσματα του ελέγχου είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν για δύο λόγους (που στην πραγματικότητα αποτελούν και οι δύο αντικείμενο της κυρίας δίκης, μολονότι το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται μόνο σε έναν από αυτούς).
53. Πρώτον, ενδέχεται ο διασαφηστής να μην είναι ικανοποιημένος με τη μέθοδο εξετάσεως των δειγμάτων. Σαφώς δεν θα είναι σε θέση να διαμορφώσει γνώμη όσον αφορά τη μέθοδο αυτή πριν ολοκληρωθεί η εξέταση και καταστούν γνωστά τα αποτελέσματά της. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, υπό κανονικές συνθήκες, θα είναι ακόμη δυνατό να διενεργηθεί πρόσθετος έλεγχος, ακόμη και μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων για τα οποία πρόκειται: στο άρθρο 17 της οδηγίας 82/57 (21) προβλέπεται ότι η τελωνειακή αρχή i) διατηρεί τα δείγματα (εφόσον δεν έχουν καταστραφεί κατά την ανάλυση) μέχρις ότου εκλείψει κάθε δυνατότητα προσφυγής εκ μέρους του διασαφηστή κατά της αποφάσεως της εν λόγω αρχής με βάση τα αποτελέσματα της αναλύσεως και ii) τα επιστρέφει στον διασαφηστή μετά το χρονικό αυτό σημείο. Κατά συνέπεια, η επανάληψη της αναλύσεως είναι, καταρχήν, δυνατή.
54. Δεύτερον, ο διασαφηστής μπορεί να μην είναι ικανοποιημένος όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων. Στην περίπτωση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, θα ματαιωνόταν ο εν γένει σκοπός της νομοθεσίας, αν ο διασαφηστής διατηρούσε το δικαίωμα να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων ακόμη και όταν τα εμπορεύματα δεν είναι πλέον διαθέσιμα για τη λήψη περαιτέρω δειγμάτων.
55. Αφ’ ης στιγμής τα εμπορεύματα τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, δεν είναι οπωσδήποτε –ούτε καν συνήθως– διαθέσιμα για τον σκοπό αυτό. Στο άρθρο 13, παράγραφος 3, της οδηγίας 79/695 προβλέπεται ότι, μέχρις ότου τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, «τα εμπορεύματα δεν μπορούν να μετακινηθούν από τον τόπο όπου βρίσκονται ή να καταστούν αντικείμενο οιασδήποτε επεμβάσεως, χωρίς την άδεια της τελωνειακής αρχής» (22). Επομένως, πριν από το χρονικό αυτό σημείο είναι δυνατό να λαμβάνονται περαιτέρω δείγματα με τη βεβαιότητα ότι τα διαθέσιμα εμπορεύματα είναι αυτά που εισήχθησαν αρχικώς και χρησιμοποιήθηκαν για την αρχική δειγματοληψία.
56. Ωστόσο, αφ’ ης στιγμής τα εμπορεύματα τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, παύουν, υπό κανονικές συνθήκες, να βρίσκονται υπό τον έλεγχο των τελωνειακών αρχών. Ο διασαφηστής μπορεί να ισχυρίζεται ότι ολόκληρη η παρτίδα των εισαχθέντων εμπορευμάτων παραμένει ακέραια. Πρέπει, ωστόσο, να είναι σε θέση να το αποδείξει εφόσον επιθυμεί να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων που ελήφθησαν προηγουμένως. Αν μπορεί να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι όλο το εμπόρευμα που παραδόθηκε για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία δεν έχει πράγματι υποστεί καμία ουσιώδη αλλαγή παρά τη διακίνηση, τη μεταφορά ή την αποθήκευση των εμπορευμάτων, δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου κανένας λόγος να μην του επιτραπεί να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των εν λόγω δειγμάτων. Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/695 προβλέπεται το ενδεχόμενο να πραγματοποιηθεί «μεταγενέστερη επαλήθευση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εντός του οποίου τέθηκαν τα εμπορεύματα σε ελεύθερη κυκλοφορία» (23).
57. Όταν, ωστόσο, ο διασαφηστής δεν μπορεί να αποδείξει κατά τα ανωτέρω την ταυτότητα των εμπορευμάτων και τη μη μεταβολή της καταστάσεώς τους, κατά μείζονα λόγο δε όταν αλλοιώσιμα εμπορεύματα, όπως το ρύζι το οποίο αφορά η παρούσα υπόθεση, έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία και έχουν καταναλωθεί, προφανώς δεν είναι πλέον δυνατόν να ληφθούν συμπληρωματικά δείγματα, οπότε το δικαίωμα του διασαφηστή για αμφισβήτηση του αποτελέσματος της δειγματοληψίας με βάση το γεγονός ότι τα δείγματα δεν είναι αντιπροσωπευτικά παύει να υφίσταται.
58. Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση που η τελωνειακή αρχή λαμβάνει δείγματα εισαγομένων εμπορευμάτων παρουσία του διασαφηστή, ο οποίος κατά τον χρόνο της δειγματοληψίας δεν αμφισβητεί την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων, ο εν λόγω διασαφηστής δεν κωλύεται, ούτε με βάση τις οδηγίες 79/695 και 82/57, περί της εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, ούτε με βάση τον κανονισμό 2913/92, περί θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, να αμφισβητήσει αργότερα την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων, εφόσον το σύνολο των εμπορευμάτων παραμένει διαθέσιμο για τη λήψη συμπληρωματικών δειγμάτων και εφόσον δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε παρέμβαση που θα μπορούσε να μεταβάλει ή αλλοιώσει την κατάστασή τους.
59. Τέλος, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στις παρατηρήσεις της Επιτροπής που αφορούν τη μη μεταφορά του άρθρου 11 της οδηγίας 82/57 στο εσωτερικό δίκαιο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι οι οδηγίες δεν μπορούν να έχουν οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα, η τελωνειακή αρχή δεν μπορεί να επικαλεσθεί απευθείας κατά του διασαφηστή την εν λόγω διάταξη, εφόσον η τελευταία δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο. Η τελωνειακή αρχή δεν φαίνεται να στηρίχθηκε στο πλαίσιο της κυρίας δίκης σε διάταξη του εθνικού δικαίου, γεγονός από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι η οδηγία δεν έχει μεταφερθεί. Ούτε, εξάλλου, το παραπέμπον δικαστήριο αναφέρεται σε διάταξη του εθνικού δικαίου με τη διάταξή του περί παραπομπής. Ωστόσο, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα ήταν σύμφωνη με το γράμμα και τον σκοπό του άρθρου 11 της οδηγίας 82/57 εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία, εφόσον δεν μπορεί πλέον να διενεργηθεί δειγματοληψία και έλεγχος επί των εισαχθέντων εμπορευμάτων, ο διασαφηστής δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων που ελήφθησαν προηγουμένως.
60. Απαντώντας στο επιχείρημα αυτό, η Γαλλική Δημοκρατία επικαλέστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση το άρθρο 101 του τελωνειακού της κώδικα, που προφανώς χρονολογείται από το 1948, το οποίο, όπως υποστηρίζει, καθιστούσε περιττή τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 11. Στο άρθρο 101 ορίζονται τα εξής:
«1. Μετά την υποβολή της λεπτομερούς διασαφήσεως η τελωνειακή αρχή μπορεί, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να ελέγξει το σύνολο ή μέρος των καλυπτομένων από τη διασάφηση εμπορευμάτων.
2. Σε περίπτωση διαφωνίας, ο διασαφηστής δικαιούται να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα του μερικού ελέγχου και να αξιώσει τη διεξαγωγή πλήρους ελέγχου όσον αφορά τις αμφισβητούμενες πληροφορίες που περιέχονται στη διασάφηση.»
61. Δεν είναι προφανές ότι η διάταξη αυτή μπορεί βασίμως να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζει επαρκώς τη μεταφορά του άρθρου 11. Ωστόσο, αυτό κατά τη γνώμη μου έχει μικρή σημασία, δεδομένης της απόψεώς μου ότι το άρθρο 11 δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση καθώς και του συμπεράσματός μου ότι, σε κάθε περίπτωση, η απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα υπαγορεύεται μάλλον από τη δομή και τους σκοπούς παρά από το γράμμα της κοινοτικής νομοθεσίας. Η γενική παρατήρηση της Επιτροπής παραμένει, εντούτοις, βάσιμη: εθνική ρύθμιση που παρέχει στον διασαφηστή τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων συνάδει με το σύστημα και τους σκοπούς της κοινοτικής νομοθεσίας, υπό τον όρον ότι τα εμπορεύματα εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα για συμπληρωματική δειγματοληψία και υπό τον όρον ότι, στην περίπτωση που τα εμπορεύματα έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν έχουν υποστεί εν τω μεταξύ οποιεσδήποτε αλλοιώσεις ή αλλαγές.
Πρόταση
62. Με βάση τα προηγηθέντα, θεωρώ ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Cour de cassation πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Οσάκις τελωνειακή αρχή λαμβάνει δείγματα από εισαγόμενα εμπορεύματα παρουσία του διασαφηστή, ο οποίος, κατά τον χρόνο της δειγματοληψίας, δεν αμφισβητεί την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων, ο διασαφηστής δεν κωλύεται ούτε με βάση τις οδηγίες 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, και 82/57/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, ούτε με βάση τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1992, περί θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, να αμφισβητήσει εκ των υστέρων την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος, εφόσον το σύνολο των εμπορευμάτων παραμένει διαθέσιμο για τη λήψη συμπληρωματικών δειγμάτων, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επεμβάσεως με σκοπό τη μεταβολή ή αλλοίωση της καταστάσεώς τους.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
3 – Το πρόσωπο που προβαίνει στην τελωνειακή διασάφηση. Βλ. σημείο 4 κατωτέρω, όσον αφορά την προϊσχύσασα ορολογία.
4 – Στο άρθρο 253 του κανονισμού 2913/92 ορίζεται ότι ο κανονισμός τίθεται σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1994.
5 – Οδηγία της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262).
6 – Οδηγία της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων (ΕΕ 1982, L 28, σ. 38).
7 – Βλ. άρθρο 26, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/695 και το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της οδηγίας 82/57.
8 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993 (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1).
9 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της ορύζης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 127).
10 – Για συνοπτική παρουσίαση του συστήματος των δασμών κατά την εισαγωγή, βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Ιουνίου 1990, C-159/88, Van Sillevoldt κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-2215, σκέψη 4).
11 – Κανονισμός 1418/76, παράρτημα Α, σημείο 2, στοιχείο γ΄, υπό i).
12 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10.
13 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των εισφορών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται στα μίγματα σιτηρών, ορύζης και θραυσμάτων ορύζης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 175). Από 1ης Ιουλίου 1995, οι όροι «εισφορά» και «εισφορές» του κανονισμού 2729/75 αντικαταστάθηκαν με τους όρους «δασμός» και «δασμοί» με τον κανονισμό (ΕΚ) 3290/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα στον τομέα της γεωργίας που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των συμφωνιών οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ 1994, L 349, σ. 105).
14 – Κάθε αναφορά στην Derudder στο πλαίσιο των προτάσεων αυτών πρέπει να θεωρείται ότι συμπεριλαμβάνει και τον εκπρόσωπό της, εκτός εάν προκύπτει σαφώς το αντίθετο από τα συμφραζόμενα.
15 – Ένατη και δέκατη αιτιολογική σκέψη.
16 – Τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 79/695.
17 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 82/57.
18 – Βλ. σημείο 18, ανωτέρω.
19 – Άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 82/57, που παρατίθεται στο σημείο 9 ανωτέρω. Άρθρο 242, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, που παρατίθεται στο σημείο 20 ανωτέρω.
20 – Άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 82/57, που παρατίθεται στο σημείο 10 ανωτέρω. Άρθρο 243, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, που παρατίθεται στο σημείο 21 ανωτέρω.
21 – Βλ. άρθρο 246, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93.
22 – Βλ. άρθρο 37 του τελωνειακού κώδικα.
23 – Βλ. άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα.
Full & Egal Universal Law Academy