ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 12ης Δεκεμβρίου 2002 ( 1 )
1.
Το Consiglio di Stato της Ιταλικής Δημοκρατίας (τρίτο τμήμα) υποβάλλει δύο προδικαστικά ερωτήματα ταυτόσημου περιεχομένου, στο πλαίσιο ασκήσεως εκτάκτων ενδίκων μέσων ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας ( 2 ), που άσκησαν οι εταιρίες Albacom SpA και Infostrada SpA, αναφορικά με την ερμηνεία της οδηγίας 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ( 3 ) (στο εξής: οδηγία), προκειμένου να διευκρινιστεί αν το άρθρο 11 επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στον κάτοχο ειδικής άδειας οικονομική επιβάρυνση, ασχέτως του πώς αυτή αποκαλείται, διαφορετική από εκείνες που προβλέπει η οδηγία.
Ι — Το νομοθετικό πλαίσιο
Α — Η οδηγία 97/13/ΕΚ
1. Αντικείμενο
2.
Προς επίτευξη της πλήρους φιλελευθεροποιήσεως του τομέα των τηλεπικοινωνιών, η οδηγία χαράσσει το γενικό πλαίσιο προς το οποίο πρέπει να προσαρμοστούν οι έννομες τάξεις των κρατών μελών όσον αφορά τη χορήγηση γενικών και ειδικών αδειών. Το πλαίσιο αυτό διαπνέεται από τις αρχές της αναλογικότητας, της διαφάνειας και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων. Σκοπός του είναι να διασφαλίσει, στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, την εφαρμογή των δύο αρχών που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς, δηλαδή των αρχών της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( 4 ).
3.
Σύμφωνα με αυτόν τον σκοπό, η ελεύθερη παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και η φιλελευθεροποίηση της εκμεταλλεύσεως των δικτύων αποτελούν τις δύο κύριες επιδιώξεις της οδηγίας. Πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη είναι να διασφαλίσει την παροχή και τη χρήση αυτών των υπηρεσιών χωρίς κανένα εμπόδιο ή, εφόσον παρίσταται ανάγκη, δυνάμει γενικών αδειών ( 5 ), ενώ η χορήγηση ειδικών αδειών ( 6 ) προβλέπεται μόνον κατ' εξαίρεση προς συμπλήρωση των γενικών αδειών ( 7 ).
4.
Προς εφαρμογήν αυτής της βασικής για τη φιλελευθεροποίηση αρχής, η οδηγία θέτει, επίσης, την κατευθυντήρια αρχή του μη περιορισμού του αριθμού των ειδικών αδειών που έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν τα κράτη μέλη, εκτός αν παρίσταται ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικής χρήσεως του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων ή προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαρκής αριθμοδότηση. Στο πλαίσιο αυτό, οποιαδήποτε επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζουν τα κράτη μέλη έχει το δικαίωμα να λάβει ειδική άδεια ( 8 ).
2. Δημοσιονομικής φύσεως διατάξεις
5.
Τα άρθρα 6 και 11 της οδηγίας εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο και σκοπούν στη διασφάλιση ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά τηλεπικοινωνιών και στη μη επιβολή επί των επιχειρήσεων περιορισμών ή επιβαρύνσεων που δεν είναι αναγκαίοι ( 9 ), εφαρμοζόμενης σχετικώς της αρχής της αναλογικότητας. Φέρουν αντιστοίχως τους τίτλους «Τέλη και επιβαρύνσεις διαδικασιών γενικών αδειών» και «τέλη και επιβαρύνσεις ειδικών αδειών».
6.
Το άρθρο 6:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί χρηματοδοτικών συνεισφορών στην παροχή καθολικής υπηρεσίας σύμφωνα με το παράρτημα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα τέλη που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις στα πλαίσια των διαδικασιών χορήγησης αδειών αποσκοπούν αποκλειστικά στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών, χορήγησης, διαχείρισης, ελέγχου και εκτέλεσης του εφαρμοστέου συστήματος γενικών αδειών. Τα τέλη αυτά δημοσιεύονται κατά ενδεδειγμένο και επαρκώς λεπτομερή τρόπο, ώστε να είναι ευχερώς προσιτά.»
7.
Το άρθρο 11:
«[...]
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα τέλη που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ως μέρος των διαδικασιών χορήγησης αδειών αποσκοπούν αποκλειστικά στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται η έκδοση, διαχείριση, έλεγχος και εκτέλεση της εκάστοτε ειδικής αδείας. Τα τέλη των ειδικών αδειών είναι ανάλογα προς τις σχετικές εργασίες και δημοσιεύονται κατά ενδεδειγμένο και επαρκώς λεπτομερή τρόπο ώστε οι εν λόγω πληροφορίες να είναι ευχερώς προσιτές.
2. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, όταν χρησιμοποιούνται πόροι εν ανεπάρκεια, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις εθνικές κανονιστικές αρχές τους να επιβάλλουν πρόσθετα τέλη που αντανακλούν την ανάγκη βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών 7 τα τέλη δεν εισάγουν διακρίσεις ενώ δι' αυτών λαμβάνεται ιδίως υπόψιν η ανάγκη παροχής κινήτρων ανάπτυξης καινοτόμων υπηρεσιών και του ανταγωνισμού.»
Β — Εξέλιξη της ιταλικής νομοθεσίας
8.
Ο Codice postale e delle telecomunicazioni (κώδικας ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών) του 1973 ( 10 ) διατήρησε το μονοπώλιο του Δημοσίου στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, ορίζοντας ότι η διαχείριση αυτών των υπηρεσιών γίνεται κατά τρόπο έμμεσο, μέσω αδειών παραχωρήσεως, ο δε παραχωρησιούχος υποχρεούται στην καταβολή ενός ετησίου τέλους ( 11 ).
9.
Η έναρξη εφαρμογής του προγράμματος για την πλήρη αποκατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά τηλεπικοινωνιών εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ( 12 ) οδήγησε στην έκδοση του Decreto Ley 545, της 23ης Οκτωβρίου 1996 ( 13 ), περί λήψεως επειγόντων μέτρων για την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στο κοινοτικό δίκαω και, ιδίως, στην οδηγία 96/19/ΕΚ. Η ιταλική νομοθετική εξουσία υιοθέτησε την κανονιστική αυτή ρύθμιση, με ορισμένες τροποποιήσεις, διά της θεσπίσεως του νόμου 650 της 26ης Δεκεμβρίου 1996 ( 14 ).
10.
Η νέα κανονιστική ρύθμιση κατήργησε τα αποκλειστικά και ειδικά δικαιώματα. Επίσης, προέβλεψε ότι κάθε επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να παρέχει υπηρεσίες και να εγκαθιστά τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, κατόπιν, όμως, προηγουμένης διοικητικής αδείας, υπό την επιφύλαξη των εκ του νόμου προβλεπομένων παραχωρήσεων ( 15 ). Το άρθρο 4 του νόμου 249, της 31ης Ιουλίου 1977 ( 16 ), περί καθορισμού της Autorità per le garanzie nelle comunicazioni (εγγυήτριας αρχής στον τομέα των επικοινωνιών) και περί κανόνων για τα συστήματα ραδιοτηλεοράσεων και τηλεπικοινωνιών ( 17 ), εξήρτησε την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών από τη χορήγηση αδειών και εγκρίσεων.
11.
Η αναγγελθείσα προσαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας προς τις απαιτήσεις της κοινοτικής εννόμου τάξεως πραγματοποιήθηκε, βάσει των ανωτέρω αρχών, με το διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας αριθ. 318, της 19ης Σεπτεμβρίου 1997 ( 18 ). Η διαδικασία χορηγήσεως γενικών και ειδικών αδειών ρυθμίζεται με το άρθρο 6, οι παράγραφοι 5, 20 και 21 του οποίου περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικές με την είσπραξη τελών και εισφορών εκ μέρους του Δημοσίου:
«5.
Η εισφορά που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως γενικής αδείας καλύπτει αποκλειστικώς τις διοικητικές δαπάνες που συνδέονται με τη διαδικασία, τον έλεγχο και τη διαχείριση της υπηρεσίας και την εφαρμογή των όρων που απορρέουν από την ίδια την έγκριση [...]
20.
Υπό την επιφύλαξη των χρηματικών εισφορών για την παροχή γενικής φύσεως υπηρεσιών [...] η εισφορά που οφείλουν να καταβάλλουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως ειδικής αδείας καλύπτει αποκλειστικώς τις διοικητικές δαπάνες που συνδέονται με τη μελέτη, τον έλεγχο και τη διαχείριση της υπηρεσίας και την εφαρμογή των όρων που απορρέουν από την ίδια την έγκριση [...].
21.
Σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως πόρων εν ανεπάρκεια, η εγγυήτρια αρχή έχει τη δυνατότητα επιβολής εισφορών που αποσκοπούν, επίσης, στη διασφάλιση της καλύτερης δυνατής χρήσεως αυτών των πόρων, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εμπορικών παραμέτρων. Οι εισφορές αυτές δεν πρέπει να εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και, ειδικότερα, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη προωθήσεως καινοτόμων υπηρεσιών και διασφαλίσεως των όρων του ανταγωνισμού [...]»
Και στις τρεις περιπτώσεις το ύψος της εισφοράς καθορίζεται με ειδική απόφαση της καθοριζόμενης με τον νόμο 249 της 31ης Ιουλίου 1997 αρχής, η οποία δημοσιεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 3, στοιχείο b, του προαναφερθέντος Decreto del Presidente della Repubblica.
12.
Δυνάμει της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Φεβρουαρίου 1998 ( 19 ) του Υπουργού Οικονομικών, Προϋπολογισμού και Οικονομικού Προγραμματισμού, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 6 του Decreto del Presidente della Repubblica αριθ. 318, του 1997, ο κάτοχος ειδικής άδειας υποχρεούται να καταβάλει στο Δημόσιο:
α)
εισφορά καλύπτουσα τις δαπάνες χορηγήσεως της αδείας, καταβλητέα κατά την ημερομηνία καταβολής της αιτήσεως ( 20 )·
β)
ετήσιο τέλος για τους ελέγχους και τις εξακριβώσεις ( 21 )·
γ)
και ένα ακόμα ετησίως καταβαλλόμενο τέλος για τη χρησιμοποίηση εν ανεπάρκεια πόρων ( 22 )· και
δ)
ετησίως καταβαλλόμενη εισφορά «για την εκ μέρους της εγγυήτριας αρχής αριθμοδότηση» ( 23 ).
13.
Ο νόμος 448 της 23ης Δεκεμβρίου 1998, περί δημοσιονομικών μέτρων σταθεροποιήσεως και αναπτύξεως (δημοσιονομικός νόμος του 1999) ( 24 ), επιβεβαιώνει με το άρθρο 20, παράγραφος 3, αυτού ότι, από 1ης Ιανουαρίου 1999, τα προβλεπόμενα στο άρθρο 188 του codice postale e delle telecomunicazioni μέτρα δεν εφαρμόζονται πλέον επί των εκμεταλλευομένων δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες εντός της συγκεκριμένης αγοράς. Πάντως, με τη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου προβλέπεται «εισφορά επί της εγκαταστάσεως και προμήθειας δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου, της παροχής στο κοινό υπηρεσιών τηλεφωνίας και υπηρεσιών κινητής και προσωπικής τηλεφωνίας», το ύψος της οποίας υπολογίζεται σε ποσοστό ( 25 ) του αντίστοιχου κύκλου εργασιών που αφορά δραστηριότητες σ' αυτόν τον τομέα κατά το προηγούμενο έτος.
14.
Η διαδικασία εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων καθορίστηκε από τον Υπουργό Οικονομικών, Προϋπολογισμού και Οικονομικού Προγραμματισμού με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2000 ( 26 ).
15.
Στο άρθρο 1 της ανωτέρω αποφάσεως ορίζεται ότι:
«1.
[...] Οι κάτοχοι αδείας εγκαταστάσεως και προμήθειας δημοσίων δικτύων τηλεπικοινωνιών και παροχής στο κοινό υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας και κινητής και προσωπικής τηλεφωνίας υποχρεούνται να καταβάλλουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου 448, της 23ης Δεκεμβρίου 1998, εισφορά, κατά τα έτη και αναλόγως του αντίστοιχου ποσοστού που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο.
2.
Η εισφορά αυτή επιβάλλεται επί της εγκαταστάσεως και προμήθειας δημοσίων δικτύων τηλεπικοινωνιών, καθώς και επί της παροχής στο κοινό υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας και κινητής ή προσωπικής επικοινωνίας.»
16.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
«Προς υπολογισμό της εισφοράς, ως κύκλος εργασιών νοείται το σύνολο των πράξεων κατά την έννοια του άρθρου 20 του διατάγματος 633 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 26ης Οκτωβρίου 1972 ( 27 ). Ο κύκλος εργασιών αφορά, αποκλειστικώς, τις υποκείμενες σε φόρο δραστηριότητες» ( 28 ).
ΙΙ — Ιστορικό των διαφορών των κυρίων δικών και προδικαστικό ερώτημα
17.
Η Albacom και η Infostrada είναι δύο ιταλικές επιχειρήσεις κατέχουσες ειδικές άδειες για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, οι οποίες, λόγω αυτής τους της ιδιότητας, υποχρεούνται να καταβάλλουν την προβλεπόμενη από το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου 448 του 1998 εισφορά. Κατά τη χρήση 1999, κατέβαλαν το ποσό αυτής της εισφοράς, υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος τους για ενδεχόμενη επιστροφή.
18.
Οι δύο εταιρίες προσέβαλαν την υπουργική απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, με προσφυγές ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, στο πλαίσιο των οποίων επικαλέστηκαν το άρθρο 11 της οδηγίας και υποστήριξαν ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου 448 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση τους ή, επικουρικώς, ότι πρέπει να υποβληθεί στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ορθή ερμηνεία των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας.
19.
Στο πλαίσιο εξετάσεως των δύο αυτών εκτάκτων ενδίκων μέσων, ο υπουργός ο οποίος είχε εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ζήτησε από το Consiglio di Stato να γνωμοδοτήσει σχετικώς.
20.
Πριν γνωμοδοτήσει, το συμβουλευτικό αυτό όργανο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία των δύο αυτών εκτάκτων ενδίκων μέσων και να υποβάλει στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα με ταυτόσημο περιεχόμενο:
«Επιτρέπει η οδηγία 97/13/ΕΚ στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στις εταιρίες οι οποίες έχουν άδεια ή έγκριση εκμεταλλεύσεως τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, χρηματικές επιβαρύνσεις, υπό οποιαδήποτε ονομασία, διαφορετικές και πρόσθετες από εκείνες που επιτρέπει η εν λόγω οδηγία;»
ΙΙΙ — Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21.
Με διάταξη της 12ης Σεπτεμβρίου 2001, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε να ενώσει τις δύο υποθέσεις, λόγω της εξ αντικειμένου ομοιότητάς τους.
22.
Η Επιτροπή, η Ιταλική Κυβέρνηση και οι προσφεύγουσες στις κύριες δίκες επιχειρήσεις κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προθεσμίας που προβλέπει σχετικώς το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
23.
Οι εκπρόσωποι των μετεχόντων στη διαδικασία οι οποίοι κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις παρέστησαν κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 2002 και ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους.
IV — Εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος
Α — Οριοθέτηση του ζητήματος
24.
Το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει ποια διάταξη της οδηγίας ζητεί να ερμηνεύσει το Δικαστήριο. Όπως, πάντως, προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων ανέκυψαν τα ερμηνευτικά ζητήματα, στο πλαίσιο των διαφορών των κυρίων δικών, πρόκειται για το άρθρο 11, το οποίο καθορίζει τις δημοσιονομικής φύσεως εξουσίες των κρατών μελών έναντι επιχειρήσεων που κατέχουν ειδικές άδειες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
25.
Με το σύνολο των επιχειρημάτων της Επιτροπής και της Infostrada επιχειρείται να αποδειχθεί ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση αντίκειται προς το προαναφερθέν άρθρο 11, και προτείνεται στο Δικαστήριο να απαντήσει υπ' αυτή την έννοια.
26.
Επιβάλλεται να τονιστεί ότι η προδικαστική αρμοδιότητα που παρέχει στο Δικαστήριο το άρθρο 234 ΕΚ αφορά την ερμηνεία ή την εκτίμηση του κύρους των διατάξεων του ευρωπαϊκού δικαίου οι οποίες συνιστούν το πεδίο της καθ' ύλην εφαρμογής του. Το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να αποφανθεί επί διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, ούτε επί της συμφωνίας αυτών των διατάξεων με την κοινοτική έννομη τάξη. Το έργο αυτό απόκειται στα εθνικά δικαιοδο-τικά όργανα των κρατών μελών, μετά την άρση, με την εκδοθείσα επί της προδικαστικής αιτήσεως απόφαση, των σχετικών με τις διατάξεις αυτές αμφιβολιών.
Β — Δημοσιονομικής φύσεως κανόνες των άρθρων 6 και 11 της οδηγίας
27.
Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, οι δύο διατάξεις είναι άσχετες με το περιεχόμενο της οδηγίας. Περιλαμβάνουν δημοσιονομικής φύσεως κανόνες οι οποίοι προστέθηκαν σε ένα νομοθέτημα διαδικαστικής φύσεως, το οποίο, όπως υπογράμμισα ανωτέρω, αποσκοπεί στην πλήρη φιλελευθεροποίηση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού, η οδηγία προβλέπει την κατάργηση των εμποδίων για την πρόσβαση νέων επιχειρηματιών ( 29 ), εντός του κοινού πλαισίου προς το οποίο οφείλουν να προσαρμοστούν οι έννομες τάξεις των κρατών μελών, προς προώθηση μιας κοινωνίας της πληροφορίας.
28.
Οι προαναφερθέντες, δημοσιονομικής φύσεως κανόνες, πρέπει να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα του ανωτέρου σκοπού οι δημοσιονομικής φύσεως επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις εταιρίες τηλεπικοινωνιών στο πλαίσιο των διαδικασιών χορηγήσεως αδείας δεν πρέπει να λειτουργούν ως αντικίνητρα παρεμποδίζοντα την πρόσβαση τους στην αγορά, επομένως πρέπει να ανταποκρίνονται σε κριτήρια αντικειμενικά, μη εισάγοντα διακρίσεις και διαφανή ( 30 ).
29.
Παρά το εμφανώς παρεμφερές περιεχόμενο τους, τα άρθρα 6 και 11 έχουν διαφορετικό περιεχόμενο, καθόσον εφαρμόζονται επί διαφορετικών συστημάτων.
30.
Οι γενικές άδειες είναι προκαθορισμένες άδειες γενικού χαρακτήρα ( 31 ), οι οποίες παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να δραστηριοποιούνται στην αγορά τηλεπικοινωνιών, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσουν την έκδοση ρητής αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου, υποκείμενες απλώς σε ενδεχόμενο μεταγενέστερο έλεγχο ( 32 ).
31.
Αντιθέτως, οι ειδικές άδειες παρέχουν στους κατόχους τους τη δυνατότητα να δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα, αλλά υπόκεινται σε απόφαση της αρμόδιας διοικητικής αρχής, η οποία εκδίδεται κατόπιν μιας ad hoc διαδικασίας ( 33 ).
32.
Οι διαφορές αυτές οφείλονται στο ότι, ενώ το άρθρο 6 κάνει λόγο για «κάλυψη των διοικητικών δαπανών χορήγησης, διαχείρισης, ελέγχου και εκτέλεσης του εφαρμοστέου συστήματος γενικών αδειών» το άρθρο 11, παράγραφος 1, αναφέρεται σε δαπάνες της αυτής φύσεως που αφορούν «την έκδοση, διαχείριση, έλεγχο και εκτέλεση της εκάστοτε ειδικής αδείας» ( 34 ). Προς τούτο, η δεύτερη διάταξη επιβάλλει η καταβολή του τέλους για τη χορήγηση ειδικής άδειας να είναι ανάλογη της απαιτούμενης εργασίας, διευκρίνιση η οποία δεν υπάρχει αναφορικά με το σύστημα εισφοράς που επιβάλλεται σε περίπτωση χορηγήσεως γενικών αδειών.
33.
Τα άρθρα 6 και 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αφορούν, κατά συνέπεια, δύο δημοσιονομικής φύσεως κανόνες οι οποίοι, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ( 35 ), έχουν ανταποδοτικό και οιονεί φορολογικό χαρακτήρα, καθόσον συνιστούν ανταπόδοση για πράξη ή υπηρεσία της διοικήσεως υπέρ του πολίτη ο οποίος οφείλει να κατα-βάλειτην επιβάρυνση. Εντούτοις, εν όψει της διαφορετικής φύσεως της παροχής, το ύψος της επιβαρύνσεως, στην οποία αναφέρεται η πρώτη από τις προαναφερθείσες δύο διατάξεις, αποσκοπεί στην κάλυψη, κατά μη καθοριζόμενο τρόπο, του κόστους λειτουργίας του «εφαρμοστέου συστήματος γενικών αδειών» ( 36 ), ενώ η εισφορά που προβλέπεται στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως ειδικών αδειών αποσκοπεί στην κάλυψη των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η διοίκηση για τη χορήγηση, διαχείριση, έλεγχο και εκτέλεση της εκάστοτε ειδικής αδείας.
34.
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, αναφέρεται σε εισφορά η οποία στερείται οποιουδήποτε ανταποδοτικού χαρακτήρα και η οποία έχει τον χαρακτήρα φόρου, καίτοι έχει ειδικό προορισμό.
35.
Τα ανωτέρω στοιχεία καθιστούν δυνατή την ανάλυση της διατάξεως της οποίας την ερμηνεία ζητεί το Consiglio di Stato.
Γ — Ανάλυση τον άρθρον 11 της οδηγίας
1. Το επιβαλλόμενο επί των ειδικών αδειών «τέλος»
36.
Η γενεσιουργός αιτία του φόρου είναι η δΐεξαγωγή της διαδικασίας χορηγήσεως αδείας ή η διαχείριση, ο έλεγχος και η εκτίμηση μιας αδείας.
37.
Αποκλειστικός σκοπός του τέλους είναι η κάλυψη των δαπανών που συνεπάγεται η διεξαγωγή της διοικητικής αυτής διαδικασίας. Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, το προϊόν της εισφοράς δεν χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση άλλων δραστηριοτήτων του επιφορτισμένου με τη χορήγηση και τον έλεγχο των αδειών διοικητικού οργάνου ( 37 ).
38.
Το τέλος πρέπει να είναι ανάλογο της εργασίας που απαιτείται για την επέλευση της γενεσιουργού αιτίας. Αυτό σημαίνει ότι, ανεξαρτήτως του ύψους του, ο προσδιορισμός του τέλους πρέπει να γίνεται λαμβανομένων υπόψη των σχετικών δαπανών, τις οποίες, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να υπερβαίνει το τέλος. Αυτό επιβάλλει η ίδια η φύση ενός ανταποδοτικού τέλους: αν υπερέβαινε τις σχετικές δαπάνες το τέλος θα αποκτούσε χαρακτήρα φορολογικής επιβάρυνσης.
39.
Η διαδικασία επιβολής του τέλους διέπεται από τις αρχές της αντικειμενικότητας, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας, πρέπει δε να αποτελέσει αντικείμενο μιας επαρκούς δημοσιότητας ( 38 ).
2. Η «εισφορά» για τη χρησιμοποίηση εν ανεπάρκεια πόρων
40.
Οι ίδιες ανωτέρω αρχές έχουν εφαρμογή και επί της φορολογικής φύσεως εισφοράς που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας.
41.
Το ένα από τα πεδία εφαρμογής των ειδικών αδειών είναι ο τομέας των εν ανεπάρκεια πόρων, έννοια η οποία, αντιθέτως προς την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, οφείλει να διευκρινιστεί σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου. Κατά τις διατάξεις της οδηγίας ( 39 ), εν ανεπάρκεια πόροι είναι οι ραδιοσυχνότητες και οι αριθμοί κλήσεως. Προς διασφάλιση της καλύτερης δυνατής χρησιμοποιήσεως τους, εύλογο είναι να επιτρέπει ο κοινοτικός νομοθέτης στα κράτη μέλη να επιβάλλουν επιβαρύνσεις στους κατόχους αυτού του είδους ειδικών αδειών.
42.
Όπως έχω ήδη υπογραμμίσει, η φύση αυτής της εισφοράς διαφέρει σημαντικά από τη φύση του «τέλους» που προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο αυτού του άρθρου, δεδομένου ότι δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η αρμόδια διοικητική αρχή για τη χορήγηση και τη διαχείριση αυτών των αδειών, αλλά αποσκοπεί στην καλύτερη εκμετάλλευση των εν ανεπάρκεια πόρων, «ως κίνητρο για την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών και του ανταγωνισμού» ( 40 ).
43.
Οι τρεις προαναφερθείσες αρχές της αντικειμενικότητας, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας, καθώς και ο επιδιωκόμενος με την οδηγία σκοπός, δηλαδή το άνοιγμα της αγοράς σε όλους τους επιχειρηματίες, χωρίς την επιβολή περιορισμών ή επιβαρύνσε(.υν πλην εκείνων που είναι απολύτως αναγκαίοι, επιβάλλουν το είδος της εισφοράς και το ύψος αυτής να μην ενεργούν ως αντικίνητρο για την πρόσβαση νέων ανταγωνιστών στην αγορά ή για την εισαγωγή καινοτόμων υπηρεσιών στον τομέα των επικοινωνιών.
Δ — Απαγόρευση άλλου είδους επιβαρύνσεων, πλην εκείνων που προβλέπει το άρθρο ΙΙ.
44.
Έρχομαι τώρα στον πυρήνα του ζητήματος που έθεσε το Consiglio di Stato. Απαγορεύει το άρθρο 11 της οδηγίας στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους κατόχους ειδικών αδειών άλλου είδους επιβαρύνσεις πλην εκείνων που προβλέπει η εν λόγω οδηγία;
45.
Κατά την άποψη μου, η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική. Πρώτον, το γράμμα της διατάξεως ( 41 ) επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι το άρθρο 11 συνεπάγεται περιορισμό της δημοσιονομικής εξουσίας των κρατών μελών, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο των σχετικών με τις ειδικές άδειες διαδικασιών που αφορούν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, δεν έχουν τη δυνατότητα επιβολής άλλου είδους εισφορών πλην εκείνων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Εφόσον οποιουδήποτε είδους τέλος που επιβάλλεται στο πλαίσιο των διαδικασιών χορηγήσεως αδείας «αποβλέπει αποκλειστικώς» στην κάλυψη των αντιστοίχων διοικητικών δαπανών, δεν επιτρέπεται η επιβολή άλλου είδους εισφορών οι οποίες εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό.
46.
Υπέρ αυτής της απόψεως συνηγορούν και πολλά κριτήρια τελολογικής και συστηματικής ερμηνείας.
47.
Όπως προανέφερα, η επιτευχθείσα με την οδηγία εναρμόνιση κατευθύνεται προς την πλήρη φιλελευθεροποίηση της αγοράς τηλεπικοινωνιών και την άρση παντός εμποδίου για την πρόσβαση νέων επιχειρηματιών (φιλελεύθερη αρχή). Τα εμπόδια που πρέπει να αρθούν δεν είναι μόνο τυπικά και επιφανειακά, όπως η γενικευμένη απαίτηση προηγουμένων αδειών και εγκρίσεων, αλλά και ουσιαστικά εμπόδια, τα οποία, υπό διάφορες μορφές, είναι δυνατόν να παρακωλύσουν την πλήρη επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
48.
Συνεπώς, είναι εύλογο να μην επιβάλλονται επί των κατόχων ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, λόγω αυτής και μόνο της ιδιότητας, φορολογικής φύσεως επιβαρύνσεις πλην εκείνων που προβλέπει το άρθρο 11 της οδηγίας: ένα τέλος προς κάλυψη των δαπανών χορηγήσεως αδείας ή, σε περίπτωση που η άδεια έχει ήδη χορηγηθεί, της διαχειρίσεως της, του ελέγχου της και της εφαρμογής της, και μια εισφορά η οποία διασφαλίζει την καλύτερη δυνατή χρήση των εν ανεπάρκεια πόρων. Ο ίδιος ο τίτλος της διατάξεως επιβεβαιώνει αυτή την ερμηνεία: «τέλη και επιβαρύνσεις ειδικών αδειών» ( 42 ).
49.
Άλλως, θα εθίγετο η «πρακτική αποτελεσματικότητα» της διατάξεως. Αν, πέραν των επιβαρύνσεων που προβλέπει το άρθρο 11 της οδηγίας ( 43 ), τα κράτη μέλη είχαν τη δυνατότητα να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που έχουν ειδικές άδειες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και άλλες επιβαρύνσεις, με μόνο το κριτήριο αυτή τους την ιδιότητα και την ενεργοποίηση τους στη συγκεκριμένη αγορά ( 44 ), θα συνέτρεχε περίπτωση καταστρατηγήσεως αυτής της διατάξεως του κοινοτικού δικαίου ( 45 ).
50.
Επιπροσθέτως, από τη συνδυασμένη μελέτη των παραγράφων του άρθρου 11 προκύπτει ότι αυτή υπήρξε η βούληση του νομοθέτη. Πράγματι, αν αποκλειστικός σκοπός των τελών που επιβάλλονται στο πλαίσιο των διαδικασιών χορηγήσεως αδειών είναι η κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται αυτή η διαδικασία (παράγραφος 1), μόνο δε κατ' εξαίρεση μπορούν να επιβληθούν στους κατόχους ειδικών αδειών άλλες επιβαρύνσεις φορολογικής φύσεως, σε περιπτώσεις εν ανεπαρκεία πόρων (παράγραφος 2), δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι κατά την οδηγία δεν επιτρέπεται να επιβάλλονται στις επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών οι οποίες έχουν τέτοιου είδους άδεια, άλλες επιβαρύνσεις.
51.
Σκοπός του άρθρου 11 της οδηγίας είναι να προβεί σε εναρμόνιση των τελών και των εισφορών που μπορούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη στους κατόχους ειδικής άδειας, βάσει της οποίας αναπτύσσουν δραστηριότητα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Οι δύο αυτές εισφορές στηρίζονται στο άρθρο 2 ΕΚ, καθόσον οι υφιστάμενες μεταξύ των φορολογικών νομοθεσιών διαφορές παρεμποδίζουν την επίτευξη των επιδιωκομένων με τη διάταξη αυτή σκοπών. Η φορολογική εναρμόνιση δεν αποτελεί έναν από τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αλλά ένα από τα μέσα οικοδόμησης της. Η διαφορετική φορολογική μεταχείριση της αυτής φορολογητέας πράξεως είναι δυνατόν να προκαλέσει σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να επηρεάσει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων, καθώς και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
52.
Συμπερασματικούς, διαπιστώνεται ότι το κοινό πλαίσιο που επιχειρεί να χαράξει η οδηγία στον τομέα των γενικών και ειδικών αδειών για την παροχή τηλεπικοινωνιακής φύσεως υπηρεσιών θα καθίστατο άνευ αντικειμένου αν παρεχόταν στα κράτη μέλη η δυνατότητα να προσδιορίζουν τις δημοσιονομικής φύσεως επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις αυτού του τομέα. Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης περιέλαβε στην οδηγία διατάξεις οι οποίες, κατ' αρχήν, εκφεύγουν του πεδίου ουσιαστικής εφαρμογής της οφείλεται στο ότι, κατά την κρίση του, η εναρμόνιση πρέπει να περιλάβει και αυτούς τους τομείς.
53.
Η ερμηνεία που προτείνω επιβεβαιώνεται από την «οδηγία εγκρίσεως» του 2002, η οποία αντικατέστησε την οδηγία 97/13/ΕΚ επιβάλλοντας την υποχρέωση τα συστήματα διοικητικών τελών και τελών για τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων να μην προκαλούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να μην περιορίζουν την πρόσβαση στην αγορά ( 46 ), καθόσον οι κάτοχοι εγκρίσεων και αδειών («δικαιωμάτων χρήσεως», κατά τη νέα ορολογία) δεν επιτρέπεται να υποβληθούν, λόγω αυτής τους της ιδιότητας, σε εισφορές άλλες πλην εκείνων που προβλέπουν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
V — Πρόταση
54.
Εν όψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di Stato την ακόλουθη απάντηση:
«Η οδηγία 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε επιχειρήσεις κατόχους ειδικών αδειών, λόγω αυτής τους της ιδιότητας, άλλες φορολογικής φύσεως επιβαρύνσεις, διαφορετικές και πρόσθετες σε σχέση με εκείνες που προβλέπει το άρθρο 11.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Με την απόφαση της 16ης Οκτωβοίου 1997. Garofalo κ.λπ. (συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις C-69/96 έως C-79/96, Συλλογή 1997. σ. Ι-5503). το Δικαστήριο παραμέρισε κάθε αμφιβολία τονίζοντας ότι, όταν αποφαίνεται στο πλχιίσιο ασκήσεως εκτάκτου ενδίκου μέσου ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, το Consiglio di Stato είναι δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ.
( 3 ) EE L 117, σ. 15.
( 4 ) Βλ. την πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, καθώς και το άρθρο 3, παράγραφος 2. της οδηγίας.
( 5 ) Κατά το άρθρο 2. παράγραφος 1, στοιχείο α, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, ως γενική άδεια νοείται «κάθε άδεια, ανεξάρτιρα από το αν διέπεται από ρυθμίσει; “άδειας κατά κατηγορίες” ή από γενική νομοθετική ρύθμιση και ανεςάρτητα από το αν οι ρυθμίσεις αυτές απαιτούν εγγραφή σε μιττρώο. η οποία δεν επιβάλλει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηοη την υποχρέωση να πρσκαλέοει ρητή απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής προκειμένου να ασκήσει τα εκ της αδείας δικαιώματα.»
( 6 ) Ως ειδική άδεια νοείται «κάθε χορηγούμενη από εθνική κανονιστική αρχή άδεια με την οποία παρέχονται ειδικά δικαιώματα σε επιχείρηση, ή η οποία εξαρτά την άσκηση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης από ειδικές υπσχρεωσεις που συμπληρώνουν τη ενική άδεια, ανάλογα με την περίπτωση. χωρίς η επιχείρηση να δικαιούται να ασκεí τα συναφή δικαιώματα πριν εκδοθεί η απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής» (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας).
( 7 ) Βλ. έβδομη και δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη, καθώς και τα άρθρα 3. παράγραφος 3, και 7 της οδηγίας.
( 8 ) Βλ. τα άρθρα 10. παράγραφος 1, και 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
( 9 ) Βλ. το παράρτημα της οδηγίας.
( 10 ) Ο (Ποίος εγκρίθηκε με το διάταγμα του Ποοέδοου της Δημοκρατίας αριθ. 156, της 29ης Μαρτίου 1973 (GURI αριθ. 113. της 3ης Μαΐου 1973. τακτικό συμπλήρωμα, σ. 2).
( 11 ) Βλ., τα άρθρα 1.4 και 188.
( 12 ) Η οδηγία 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990. σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τοιν τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192. σ. 10). απετέλεσε την αφετηρία αυτού του προγράμματος. Η πρώτη τροποποίηση της έγινε με την οδηγία 94/46/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1994. ειδικότερα όσον αφορά πς δορυφορικές επικοινωνίες (ΕΕ L 268. σ. 15). Η οδηγία 95/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1995 (ΕΕ L 256. σ. 49). κατήργησε τους περιορισμούς όσον αφορά το καλωδιακό δίκτυο τηλεοράσεως για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που έχουν ήδη απελευθερωθεί. Το ίδιο έτος. η οδηγία 95/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1995(EEL321, σ. 6), καθόρισε τις προϋποθέσεις απελευθερώσεως της αγοράς σταθερής φωνιτακής τηλεφωνίας. Η οδηγία 90/388 τροποποιήθηκε, εκ νέου. με. την οδηγία 96/2/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 1996 (ΕΕ L 20. σ. 59), με σκοπό να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της, περιλαμβάνοντας σ' αυτό τις υπηρεσίες και τα συστήματα κινητής και προσωπικής επικοινωνίας. Η οδηγία 96/19/ΕΚ τη; Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996 (ΕΕ 74. σ. 13). τροποποίησε την κανονιστική ρύθμιση του 1990 (ίποκαθκτπίιντας πλήρη ανταγωνισμό στην αγορά τηλεπικοινωνιών. Η τελευταία τοοποποιηση έγινε με την οδηγία 99/64/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ L 175. σ. 39), με την οποία επιχειρείται να διασφαλιστεί ο νομικός διαχωρισμός της παροχής δικτύων τηλεπικοινωνιών από την παροχή δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης που ανήκουν στον ίδιο φιχιέα. Μέρος του προηγουμένου νομοθετικού πλαισίου τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε με την οδηγία 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002. οχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοίνωνιών (ΕΕ L 249, σ. 21 ).
( 13 ) GURI αριθ. 249, της 23ης Οκτωβρίου 1996. σ. 33.
( 14 ) GURI αριθ. 300, της 23ης Δεκεμβρίου 1996, σ. 16.
( 15 ) Βλ. άρθρα 1, παράγραφος 2. του διατάγματος του Προέορου της Δημοκρατίας σε συνουασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, αντιστοίχως, του Decreto Ley και του νόμου.
( 16 ) GURI αριθ. 177. της 31ης Ιουλίου 1977, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 5.
( 17 ) Βλ. παραγράφους 1 και 2.
( 18 ) GURI αριθ. 221. της 22ας Σεπτεμβρίου 1997, τακτικό συμπλήρωμα. σ. 5.
( 19 ) GURI αριθ. 63. της 17ης Μαρτίου 1998. σ. 27.
( 20 ) Άρθρο 3.
( 21 ) Άρθρο 4.
( 22 ) Άρθρο 5.
( 23 ) Άρθρο 6.
( 24 ) GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 1998. τακτικό συμπλήρωμα. σ. 5.
( 25 ) 3 % για το 1999.2,7 % για 2000.2,5% για το 2001.2 % για το 2002 και 1,5 % για το 2003.
( 26 ) GURΙ αριθ. 92. της 19ης Απριλίου 2000, σ. 12.
( 27 ) GURΙ αριθ. 292, της 11ης Νοεμβρίου 1972. τακτικό συμπλήρωμα αριθ. Ι. σ. 2. Πρόκειται για το οιιιταγμα περί εισαγωγής και κανόνων που διέπουν τον φόρο προστιθέμενης αξίας.
( 28 ) Υποσημείωση χωρίς αντικείμενο στην ελληνική γλώσσα.
( 29 ) Βλ. τρίτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
( 30 ) Βλ. δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
( 31 ) Ο προκαθορισμός γίνετυι από τις αρμόοιεςοιοικιηικές αρχές (άδειες ανά κατηγορία) ή από τον ίδιο τον νομοθέτη (βλ. όγδοη αιτιολογική οκέψη και άρθρο 2. παράγραφος 1. στοιχείο α, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας).
( 32 ) Βλ. άρθρο 5 της οδηγίας.
( 33 ) Βλ. τα άρθρα 2, παράγραφος 1. στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, και 9 της οδηγίας.
( 34 ) Η υπογράμμιση δική μου. Το άρθρο 11, παράγραφος 1. της οοηγίας στην ισπανική γλώσσα χρησιμοπυιεί την έκφραση «régimen de licencias individuales aplicable», το πρώτο, όμως. ουσιαστικό δεν υπάρχει στις αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως στην ιταλική, αγγλική και γαλλική γλώσσα. Στην ιταλική γλώσσα η διάταξη αφορά την «il rilascio, la gestione, il controllo e l'esecuzione delle relative licenze individuali». Στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιείται η έκφραση «in the issue, management, control and enforcement of the applicable individual licences». Τέλος, στη γαλλική γλώσσα η διάταξη έχει ως εξής: «à la délivrance, à la gestion, au contrôle et à l'application des licences individuelles applicables».
( 35 ) Τέλη (tasas) ή δημόσιες εισφορές (precios públicos). Στην ισπανική νομική θεωρία υπήρξε ζωηρή συζήτηση κατά τα τελευταία έτη ως προς την οριοθέτηση των δυο εννοιών. Βλ. Aguallo Aviles, Α. Tasas y precios públicos: análisis de la categoria juridica del precio público ν su delimitación con la tasa desde la perspective costitucional. Ed. Lex Nova, Valladolid, 1992. ωεπίσης, στον Martin Fernandez, F. J. Tasas y precios públicos en el derecho español. Instituto de Estudios Fiscales — Marcial Pons. Ediciones Jurídicas S.A., Madrid, 1995. Στην απόδοση της οδηγίας στην αγγλική, γαλλική και ιταλική γλώσσα χρησιμοποιούνται, αντιστοίχως, οι όροι «fees», «taxes» και «diritti».
( 36 ) Η οδηγία 2002/20/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002. για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 108. σ. 21), η οποία αντικατέστησε την οδηγία 97/13/ΕΚ, και η οποία τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της αυτής ημερομηνίας, περί κοινού κανονιστικού πλαισίου για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινοητών (οδηγία «πλαίσιο». ΕΕ L 108. σ. 33) επιβεβαιώνει αυτή την ερμηνεία στην 31η αιτιολογική της σκέψη, όπου οιευκρινίζεται οτι «με ένα σύστημα γενικών αδειών, δεν θα είναι πλέον δυνατόν να κατανέμονται διοικητικές δαπάνες και, συνεπώς, επιβαρύνσεις σε επιμέρους επιχειρήσεις, παρά μόνον για τη χορήγηση δικαιώματος χρήσης αριθμόν, ραδιοσυχνοτήτων και δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών», δηλαδή για άδειες τις οποίες η οδιτγία του 1997 χαρακτήριζε ως ειδικές άδειες και τις οποίες η νέα οδηγία χαρακτηρίζει ως «δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών» (άρθρο 5).
( 37 ) «Εθνική κανονιστική αρχή» κατά την ορολογία της Επιτροπής: άρθρο 2. παράγραφος 1. στοιχείο β'.
( 38 ) Βλ. όυιοέκατη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 11. παράγραφος 1. της οδηγίας.
( 39 ) Βλ. δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη, τα άρθρα 7. παράγραφο; 1 στοιχείο α, και 10. παράγραφος 1. καθώς και τα σημεία 4.1 και 4.2 του παραρτήματος της οδηγίας.
( 40 ) Τελευταία περίοδος του άρθρου 11. παράγραφος 2. της οδηγίας. Η «οδηγία εγκρίσεως» του 2002 αφήνει ευρύ περιθώριο στα κράτη μέλη όσον αφορά τον καθιχκομό των σκοπών τους οποίους καλούνται να εξυπηρετήσουν τα έσοδα τα προερχόμενα από αυτού του είδους την επιβάρυνση (εισφορές για παροχή δικαιωμάτων χρήσεως και δικαιωμάτων δημιουργίας πόρων). Οι εισφορές αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των εθνικιίιν κανονιστικών αρχών, στο μέτρο που αυτά δεν καλύπτονται από τα διοικητικής φύσεως τέλη. Η οδηγία προσθέτει ότι σε περί-πτώση διαδικασιών ανταγωνιιττικής ή συγκριτικής επιλογής, ο τρόπος καταβολής των εισφορών πρέπει να διασφαλίζει ότι αυτές δεν θα καταλήξουν, στην πράξη, σε επιλογή βάσει κριτηρίων που δεν θα διασφαλίζουν την καλύτερη δυνατή χρήση των ραδιοστυχνοτήτων.
( 41 ) «Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα τέλη που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ως μέρος των διαδικασιών χορήγησης υδειώων αποσκοπούν αποκριάτικα στην κάλυψη των οιοικιητκών δαπανών» [...] (η υπογράμμιση οική μου).
( 42 ) Αντιθέτως, το άρθρο 6 αναφέρεται σε «Τέλη και επιβαρύνσεις όιαδικασών γενικών αδειών» (η υπογράμμιση δική μου).
( 43 ) Στην εθνική έννομη τάξη εισήχθησαν με τις παραγράφους 5,20 και 21 του άρθρου 6 του Decreto dei Presidente della Repubblica αριθ. 318 του 1999 και με την υπουργική απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1998.
( 44 ) Οπως η εισφορά που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 3. του δημοσιονοιιικού νόμου του 1999, και την εφαρμογή της οποίας ρυθμίζει η απόφαση της 21ης Μαρτίου 2000.
( 45 ) Επιβάλλεται στο σημείο αυτό να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία παρέθεσε η Επιτροπή στις γραπτές τη; παρατηρήσεις, νομολογία αναφερόμενη οτην οδηγια 69/335/EOK του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001. σ. 20). Σημειώνω, ειδικότερα. τις αποφάσεις της 20ής Απριλίου 1993, C-71/91 και C-179/91. Ponente Carni και Cispadana Costruzioni (Συλλογή 1993. σ. Ι-1915. σκέψεις 30 και 31)· της 2ας Δεκεμβρίου 1997. C-188/95. Fantasie κ.λπ. (Συλλογή 1997. σ. Ι-6783. σκέψεις 26 και 27) και της 29ης Σεπτεμβρίου 1999. C-56/98. Modelo Ι (Συλλογή 1999. σ. Ι-6427. σκέψεις 25 και 27).
( 46 ) Βλ την 31η και 32η αιτιολογική σκέψη.
Full & Egal Universal Law Academy