ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 27ης Φεβρουαρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-311/01
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών
Παράβαση κράτους μέλους – εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς που διακινούνται εντός της Κοινότητας – παροχές λόγω ανεργίας – Μεθοριακοί εργαζόμενοι – Δικαίωμα παροχής κατά το διάστημα αναζήτησης εργασίας σε άλλο κράτος μέλος
Ι ─ Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 69 και 71 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (2) (στο εξής: κανονισμός).
2. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν την άρνηση των ολλανδικών υπηρεσιών απασχολήσεως ─ η οποία κρίθηκε σύννομη με απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου ─ να παράσχουν σε μεθοριακούς εργαζομένους με τόπο κατοικίας τις Κάτω Χώρες, τελούντες σε πλήρη ανεργία, τη δυνατότητα να μεταβούν σε άλλο κράτο μέλος προκειμένου να αναζητήσουν εργασία, διατηρώντας ταυτόχρονα τα δικαιώματά τους σε παροχές ανεργίας.
ΙΙ ─ Ο κανονισμός 1408/71
3. Στη δέκατη τέταρτη και στην εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη τονίζεται ότι:[Εκτιμώντας]ότι πρέπει να προβλέπονται ειδικοί κανόνες, κυρίως όσον αφορά την ασθένεια και την ανεργία, για τους διαμεθοριακούς και εποχιακούς εργαζομένους, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας της κατάστασής τουςότι, υπό το πνεύμα αυτό, προς διευκόλυνση της αναζήτησης εργασίας στα διάφορα κράτη μέλη, ενδείκνυται να χορηγούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα στον εργαζόμενο που έχει μείνει χωρίς εργασία οι παροχές ανεργίας που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στην οποία υπάγονται τελευταία.Το άρθρο 1 ορίζει μεταξύ άλλων: Ορισμοί[...]ιε) Ως αρμόδιος φορέας νοείται:[...]
ii) ο φορέας, από τον οποίον ο ενδιαφερόμενος δικαιούται παροχές ή θα εδικαιούτο παροχές, αν ο ίδιος ή αν το ή τα μέλη της οικογενείας του κατοικούσαν στο έδαφος του κράτους μέλους, στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας αυτός, [...]
ιζ)
Ως αρμόδιο κράτος νοείται το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο αρμόδιος φορέας.
Το άρθρο 69, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα ακόλουθα: 1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός σε πλήρη ανεργία, ο οποίος πληροί τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για να έχει δικαίωμα παροχών και ο οποίος μεταβαίνει σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη για να αναζητήσει εργασία, διατηρεί το δικαίωμα των παροχών αυτών υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις και με τους ακόλουθους περιορισμούς:
α) προ της αναχωρήσεώς του, πρέπει να έχει εγγραφεί ως αιτών εργασία και να έχει παραμείνει στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του αρμοδίου κράτους επί τέσσερις τουλάχιστον εβδομάδες μετά την έναρξη της ανεργίας. Οι αρμόδιες υπηρεσίες ή φορείς δύνανται, πάντως, να επιτρέψουν την αναχώρησή του προ της λήξεως της προθεσμίας αυτής·
β) πρέπει να εγγραφεί ως αιτών εργασία στις υπηρεσίες απασχολήσεως καθενός των κρατών μελών στα οποία μεταβαίνει και να υποβάλλεται στον έλεγχο που είναι οργανωμένος εκεί. Ο όρος αυτός θεωρείται ότι εκπληρώθηκε για την προ της εγγραφής περίοδο, αν ο ενδιαφερόμενος εγγραφεί εντός επτά ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους από το οποίο αναχώρησε. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή τους αρμοδίους φορείς·
γ) το δικαίωμα παροχών διατηρείται επί χρονικό διάστημα τριών μηνών κατ' ανώτατο όριο, από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους από το οποίο αναχώρησε, χωρίς η συνολική διάρκεια χορηγήσεως των παροχών να δύναται να υπερβεί το χρονικό διάστημα για το οποίο έχει δικαίωμα παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους αυτού. Στην περίπτωση του εποχιακά εργαζομένου, η διάρκεια αυτή περιορίζεται επιπλέον στο χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι το τέλος της εποχής για την οποία έχει προσληφθεί. 2. Αν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στο αρμόδιο κράτος πριν από τη λήξη της περιόδου κατά την οποία έχει δικαίωμα παροχών, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1, στοιχείο γ΄, συνεχίζει να έχει δικαίωμα παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού· χάνει κάθε δικαίωμα παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτος αν δεν επιστρέψει εκεί πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή τους αρμοδίους φορείς
.Το άρθρο 70 ορίζει: 1. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 69 παράγραφος 1, οι παροχές καταβάλλονται από το φορέα κάθε κράτους στο οποίο ο άνεργος μεταβαίνει προς αναζήτηση εργασίας.Ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους, στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός κατά την τελευταία απασχόλησή του, οφείλει να αποδώσει το ποσό των παροχών αυτών.Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, προβλέπει ότι: Ο σε ανεργία μισθωτός που κατοικούσε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος λαμβάνει παροχές κατά τις ακόλουθες διατάξεις:α) [...]
ii. ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να είχε υπαχθεί στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του· οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του
.
ΙΙΙ ─ Πραγματικά περιστατικά, η προ της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου
4. Στην Ολλανδία η χορήγηση στους τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζόμενους των παροχών λόγω ανεργίας (στο εξής: παροχές), τις οποίες δικαιούνται λόγω της διαμονής τους στην Ολλανδία, διακόπτεται για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτοί διαμένουν σε άλλο κράτο μέλος με σκοπό την εύρεση εργασίας. Αυτή η διοικητική πρακτική των ολλανδικών αρχών κρίθηκε με απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου σύμφωνη με τον κανονισμό.
5. Εκτιμώντας ότι ο κανονισμός δεν εφαρμόσθηκε προσηκόντως στην Ολλανδία, η Επιτροπή απηύθηνε στην Ολλανδική Κυβέρνηση, στις 29 Μαίου 1998, έγγραφο οχλήσεως καλώντας την να διατυπώσει εντός δύο μηνών τις παρατηρήσεις της σχετικά με τις διατυπωθείσες αιτιάσεις.
6. Επειδή η Επιτροπή δεν πείστηκε από το απαντητικό έγγραφο της Ολλανδικής Κυβερνήσεως της 2ας Οκτωβρίου 1998 για την μη ύπαρξη παραβίασης της κοινοτικής νομοθεσίας, απηύθυνε, με έγγραφο της 30ης Ιουλίου 1999, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών αιτιολογημένη γνώμη με την οποία αιτιάται το Βασίλειο ότι, αρνούμενο να παράσχει τη δυνατότητα σε ευρισκόμενους σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους, οι οποίοι εισπράττουν παροχές λόγω της κατοικίας τους στις Κάτω Χώρες, να αναζητούν εργασία σε άλλα κράτη μέλη, συνεχίζοντας να εισπράττουν τις εν λόγω παροχές, παρέβη τα άρθρα 69 και 71 του κανονισμού και το κάλεσε να λάβει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τα απαιτούμενα για τη συμμόρφωσή του προς αυτή την αιτιολογημένη γνώμη μέτρα. Η Ολλανδική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 1999.
7. Κρίνοντας, ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις απορρέουσες από τον κανονισμό 1408/71 υποχρεώσεις του, η Επιτροπή άσκησε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 2001, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή κατά του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
8. Η Επιτροπή ζητείνα αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, αρνούμενο να παράσχει προς τους ευρισκόμενους σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους την προβλεπόμενη από το άρθρο 69 του κανονισμού δυνατότητα, να αναζητούν, υπό τις σε αυτό προβλεπόμενες προϋποθέσεις εργασία, σε ένα ή σε περισσότερα κράτη μέλη διατηρώντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα τους σε παροχές ανεργίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 69 και 71 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, τους μη μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας.
IV ─ Επί της παραβάσεως
A ─ Επιχειρηματολογία των διαδίκων
9. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κανονισμός προβλέπει τη σωρρευτική εφαρμογή των προβλεπόμενων στα άρθρα 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii και 69 διατάξεων (όπως ορίζουν τα άρθρα 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, και 69) από τους αρμόδιους φορείς του κράτους, στο οποίο διαμένει μόνιμα ο εργαζόμενος (στο εξής: κράτος κατοικίας).
10. Η Επιτροπή επικαλείται κατ' αρχήν το γράμμα του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, εκ του οποίου προκύπτει, ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος, που ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία, υπάγεται εξ ολοκλήρου στη νομοθεσία του κράτους κατοικίας και έχει κύριο δικαίωμα ( een originaire aanspraak) παροχών από αυτό το κράτος. Ο αποκλειστικά αρμόδιος φορέας υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιε΄, σημείο ii, είναι αυτός του κράτους της κατοικίας. Το ίδιο ισχύει και ως προς την εφαρμογή του άρθρου 69.
11. Η Επιτροπή επικαλείται επίσης το γράμμα του άρθρου 69, το οποίο στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄, χρησιμοποιεί τον όρο αρμόδιο κράτος, στα δε στοιχεία β΄ και γ΄ τον όρο κράτος, από το οποίο ανεχώρησε [ο μεθοριακός εργαζόμενος]. Δεδομένου ότι το κράτος, το οποίο εγκαταλείπει ο ευρισκόμενος σε πλήρη ανεργία μεθοριακός εργαζόμενος, είναι το κράτος κατοικίας, αυτό το κράτος είναι επίσης αρμόδιο για την απονομή των δικαιωμάτων του άρθρου 69.
12. Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την επίκληση εκ μέρους της ολλανδικής κυβερνήσεως των αποφάσεων στις υποθέσεις Cochet (3) και Huijbrechts (4) , εκ των οποίων η Ολλανδική Κυβέρνηση συνάγει ότι το κράτος, στο οποίο ο μεθοριακός εργαζόμενος είχε την τελευταία του απασχόληση (στο εξής: κράτος απασχολήσεως), παραμένει το αρμόδιο κράτος για μεθοριακούς εργαζομένους που τελούν σε πλήρη ανεργία. Κατά την Επιτροπή, με τις ανωτέρω αποφάσεις του το Δικαστήριο διαπίστωσε απλώς ότι ο γενικός κανόνας περί αρμοδιότητας του κράτους απασχολήσεως κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού υποχωρεί μεν ενώπιον του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, αλλά τυγχάνει εκ νέου εφαρμογής, όταν ο μεθοριακός εργαζόμενος, που τελεί σε πλήρη ανεργία, μεταφέρει στη συνέχεια την κατοικία του στο κράτος απασχολήσεως. Από τις δύο αυτές αποφάσεις, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Miehte, de Laat και Grisvard και Kreitz (5) συνάγεται κατά την Επιτροπή, ότι στην περίπτωση των μεθοριακών εργαζομένων, που ευρίσκονται σε πλήρη ανεργία, το κράτος κατοικίας παραμένει το μόνο αρμόδιο για τη χορήγηση αυτών των παροχών.
13. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, δημιουργεί πλάσμα δικαίου όσον αφορά τις προϋποθέσεις χορηγήσεως παροχών. Το άρθρο 67 εισάγει ένα αντίστοιχο πλάσμα δικαίου, προβλέποντας ότι λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι απασχολήσεως και ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Άνεργοι, οι οποίοι δικαιούνται παροχών μόνον βάσει αυτού του πλάσματος δικαίου, μπορούν αναμφίβολα να επικαλεστούν το άρθρο 69. Το άρθρο 69 πρέπει, επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, να εφαρμόζεται και στην περίπτωση των χορηγουμένων βάσει του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, παροχών.
14. Η Επιτροπή επικαλείται εξάλλου την εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού όπως επίσης και την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (6) . Εξ αυτών προκύπτει ιδίως, ότι ο κανονισμός απαγορεύει να θέτουν κωλύματα στους μεθοριακούς εργαζομένους, λόγω της ιδιαίτερης θέσης τους, κατά την αναζήτηση και εύρεση εργασίας, ή να εφαρμόζουν τον κανονισμό κατα τρόπο που να περιάγει τους μεθοριακούς εργαζομένους σε μειονεκτική θέση.
15. Σχετικά με τον ισχυρισμό της ολλανδικής κυβερνήσεως, ότι ο φορέας του κράτους κατοικίας βαρύνεται τελικώς εξ ολοκλήρου με την υποχρέωση καταβολής των παροχών, καίτοι δεν καταβλήθηκαν εισφορές σε αυτόν, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση στην υπόθεση Van Gestel (7) . Σε αυτή την απόφαση το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο κοινοτικός νομοθέτης σκοπίμως προέβη στην συγκεκριμένη κατανομή των υποχρεώσεων ώστε να παράσχει στον μεθοριακό εργαζόμενο τις κατά το δυνατόν περισσότερες ευκαιρίες επανενσωμάτωσης στο κράτος κατοικίας.
16. Όσον αφορά την κατά το έτος 1980 διατυπωθείσα εκ μέρους της Επιτροπής πρόταση τροπολογίας του άρθρου 69, την οποία επικαλείται η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι έχουν παρέλθει πλέον των 20 ετών από την διατύπωση αυτής της προτάσεως και ότι κατά τον χρόνο καταθέσεως της προτάσεως τροποποιήσεως δεν υφίστατο ακόμη η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii. Εκείνη η πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού ανακλήθηκε εξάλλου εξ ολοκλήρου και η πρόταση τροποποιήσεως του άρθρου 69, την οποία επικαλείται η Ολλανδική Κυβέρνηση, δεν περιλαμβάνεται πλέον στην τελευταία πρόταση τροπολογίας του κανονισμού (8) .
17.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι μεθοριακοί εργαζόμενοι, που ευρίσκονται σε πλήρη ανεργία και λαμβάνουν, βάσει του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, παροχές στο κράτος κατοικίας, δεν μπορούν να επικαλεστούν ταυτόχρονα το άρθρο 69 ώστε να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις συγκεκριμένες παροχές κατά τη διάρκεια της αναζήτησης εργασίας σε άλλο κράτος μέλος.
18. Το κράτος κατοικίας δεν είναι το αρμόδιο κράτος υπό την έννοια του άρθρου 69, παράγραφος 1. Από το γράμμα του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, και από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Cochet, Huijbrechts (9) , Bonaffini (10) , όπως επίσης Testa κ.λπ. (11) συνάγεται ότι αρμόδιο κράτος, πριν και κατά τη διάρκεια της ανεργίας, είναι μόνο το κράτος απασχολήσεως.
19. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα παροχής στο κράτος κατοικίας δεν είναι κύριο δικαίωμα. Οι παροχές υπολογίζονται απλώς σύμφωνα με τις διατάξεις του κράτους κατοικίας και χορηγούνται από αυτό. Μία τέτοια ρύθμιση δεν είναι αντίθετη με το πνεύμα του κανονισμού. Όπως το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφαση στην υπόθεση Rebmann (12) , είναι σε κάθε περίπτωση δυνατόν να υπάγεται ένας ευρισκόμενος σε πλήρη ανεργία μεθοριακός εργαζόμενος, που δικαιούται παροχών βάσει του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, ταυτόχρονα στις διατάξεις του κράτους κατοικίας και σε αυτές του κράτους απασχολήσεως.
20. Λόγοι ασφάλειας δικαίου επιτάσσουν επίσης την αποδοχή της ερμηνείας, ότι αρμόδιο κράτος υπό την έννοια του άρθρου 69 είναι αποκλειστικά το κράτος απασχολήσεως. Στην αντίθετη περίπτωση η έννοια του αρμοδίου κράτους θα είχε, στο πλαίσιο μίας και μόνης ρύθμισης, διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με το αν αυτή εφαρμοζόταν στην περίπτωση μεθοριακών εργαζομένων τελούντων σε πλήρη ανεργία ή στην περίπτωση εργαζομένων που τελούν μεν σε πλήρη ανεργία, κατοικούν όμως στο κράτος απασχολήσεως.
21. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι από την εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι ευρισκόμενοι σε πλήρη ανεργία μεθοριακοί εργαζόμενοι δικαιούνται παροχών από το κράτος κατοικίας ακόμη και όταν αναζητούν εργασία σε άλλο κράτος μέλος. Η εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ρητώς σε παροχές, τις οποίες δικαιούται ο άνεργος σύμφωνα με τη νομοθεσία, στην οποία υπάγεται τελευταία, και εννοεί συνεπώς τις παροχές του κράτους απασχολήσεως.
22. Επιπλέον, ο τίτλος του τμήματος 2, του κεφαλαίου 6 του κανονισμού, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ρύθμιση του άρθρου 69, αναφέρεται ρητώς σε ανέργους που μεταβαίνουν σε κράτος μέλος, άλλο από το αρμόδιο κράτος. Εκ των αποφάσεων στις υποθέσεις Cochet και Huijbrechts (13) συνάγεται όμως, ότι αρμόδιο κράτος είναι το κράτος απασχολήσεως.
23. Η έννοια του αρμοδίου κράτους του άρθρου 1, στοιχείο ιζ΄, του κανονισμού προσδιορίζεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αρμόδιο κράτος νοείται το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου εδρεύουν οι αρμόδιοι φορείς. Ο προσδιορισμός του αρμοδίου φορέα δεν γίνεται από τον συγκεκριμένο κανονισμό, αλλά από τον κανονισμό 574/72 (14) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής). Μόνο στο άρθρο 84 του κανονισμού εφαρμογής κατονομάζεται ρητώς ως αρμόδιος φορέας ο φορέας του κράτους κατοικίας ─ εκτός των διατάξεων που αφορούν άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως (15) ─ όσον αφορά τις παροχές λόγω ανεργίας που χορηγούνται σε τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους. Εντούτοις, αυτό το άρθρο παραπέμπει μόνο στις διατάξεις εφαρμογής για τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως (άρθρο 80 του κανονισμού εφαρμογής περί εφαρμογής του άρθρου 67 του κανονισμού), και όχι στην εφαρμογή του άρθρου 69.
24. Εκ της αποφάσεως στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Testa κ.λπ. (16) συνάγεται ότι το άρθρο 69 περιέχει μία ειδική ρύθμιση η οποία παρέχει πλεονεκτήματα στα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται. Αυτά τα πλεονεκτήματα αποτελούν όμως την εξαίρεση και χορηγούνται μόνο υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 69. Αυτή η ερμηνεία προκύπτει και από την απόφαση στην υπόθεση Bonaffini κ.λπ. (17)
25. Από την απόφαση Bastos Moriana (18) συνάγεται επιπλέον ότι ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 69 τίθεται μόνο στην περίπτωση ανέργων που δικαιούνται παροχών απευθείας βάσει της εφαρμογής εθνικών διατάξεων, όχι όμως και στους μεθοριακούς εργαζομένους που ευρίσκονται σε πλήρη ανεργία, των οποίων το δικαίωμα στηρίζεται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii.
26. Η μη εφαρμογή του άρθρου 69 στην περίπτωση των μεθοριακών εργαζομένων που τελούν σε πλήρη ανεργία δεν αντιτίθεται στο σκοπό των ρυθμίσεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (άρθρα 39 επ. ΕΚ).
27. Από την νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται συγκεκριμένα ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, σκοπεί στην διευκόλυνση της αναζητήσεως εργασίας εκ μέρους τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων, στο κράτος κατοικίας, επειδή εκεί υπάρχουν οι περισσότερες πιθανότητες ευρέσεως εργασίας. Αν όμως ασκήσουν τα δικαιώματα που έλκουν από το άρθρο 69 οι συγκεκριμένοι άνεργοι δεν θα πληρούσαν πλέον τις προϋποθέσεις για την αναζήτηση εργασίας εκεί όπου θα είχαν τις περισσότερες πιθανότητες να εξεύρουν.
28. Εξάλλου, οι ενδιαφερόμενοι δεν χάνουν επιπλέον κανένα δικαίωμα κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο θα είχαν αν δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας. Το Δικαστήριο υπογράμμισε στην απόφαση Petroni (19) ότι μόνο η απώλεια παροχών που λαμβάνουν οι άνεργοι βάσει της εθνικής νομοθεσίας θα ερχόταν σε αντίθεση με τον σκοπό των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αντιθέτως, το δικαίωμα στις παροχές παρέχεται από τον κανονισμό.
29. Η νομική άποψη της Επιτροπής είναι εξάλλου αντίθετη με το άρθρο 70, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του κανονισμού. Αυτή η διάταξη ρυθμίζει την απόδοση εκείνων των δαπανών, τις οποίες καταβάλλει στον άνεργο ο αρμόδιος φορέας του κράτους, στο οποίο ο άνεργος αναζητεί εργασία ασκώντας τα εκ του άρθρου 69 δικαιώματά του. Η εν λόγω διάταξη ρητώς προβλέπει ότι η απόδοση των δαπανών γίνεται από τον φορέα του κράτους μέλους, στη νομοθεσία του οποίου υπάγεται ο άνεργος κατά τη διάρκεια της τελευταίας του απασχολήσεως. Αυτό το κράτος μέλος είναι, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού, το κράτος απασχολήσεως. Στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να φέρει ο φορέας του κράτους κατοικίας το συνολικό βάρος των παροχών σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 69 στους ευρισκόμενους σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους, καίτοι ο άνεργος δεν είχε ενδεχομένως καταβάλει ποτέ ασφαλιστικές εισφορές στον συγκεκριμένο φορέα.
30. Η Ολλανδική Κυβέρνηση παραπέμπει τέλος στο ιστορικό θεσπίσεως των σχετικών διατάξεων. Η ρύθμιση του άρθρου 69 δεν υπήρχε στον προηγούμενο κανονισμό και εισήχθη μόλις το 1971, μετά από επίμονες διαπραγματεύσεις. Η πρόταση τροπολογίας της Επιτροπής, του έτους 1980, προέβλεπε την εισαγωγή μίας νέας παραγράφου 4 στο άρθρο 69, η οποία θα όριζε ότι το άρθρο 69 ισχύει για μεθοριακούς εργαζόμενους οι οποίοι ευρίσκονται σε πλήρη ανεργία και λαμβάνουν παροχές στο κράτος κατοικίας. Αυτό σημαίνει, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, ότι η ισχύουσα ρύθμιση δεν προβλέπει κάτι τέτοιο. Μετά από μεταγενέστερες τροποποιήσεις του κανονισμού προβλέπεται πλέον, στην περίπτωση ευρισκομένων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων, αναφορικά με παροχές συντάξεως, ασθένειας, αναπηρίας καθώς και οικογενειακές παροχές, ότι εφαρμόζεται ενιαία η νομοθεσία του κράτους κατοικίας. Όσον αφορά αντιθέτως τις παροχές κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 ο κοινοτικός νομοθέτης δεν εισήγαγε καμμία παρόμοια ρύθμιση.
Β ─ Νομική εκτίμηση
31. Αν και αυτό δεν αναφέρεται ρητώς, η επιχειρηματολογία των μερών αφορά δύο νομικά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν διαδοχικά: Έχει το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού την έννοια, ότι επιβάλλει την εφαρμογή των σχετικών με την χορήγηση παροχών ανεργίας κανονιστικών ρυθμίσεων του κράτους κατοικίας αντί των αντιστοίχων του κράτους απασχολήσεως, ακόμη και όταν ο ευρισκόμενος σε πλήρη ανεργία μεθοριακός εργαζόμενος αναζητεί εργασία σε άλλο κράτος μέλος; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, έχει το άρθρο 69 του κανονισμού την έννοια, ότι εφαρμόζεται και στην περίπτωση της αναζήτησης εργασίας των ευρισκομένων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων, οπόταν υπερισχύει των κατ΄άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού εφαρμοστέων διατάξεων του κράτους κατοικίας;1. Το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμούα) Γενικές παρατηρήσεις σχετικά με την αρμοδιότητα κράτους μέλους προς χορήγηση παροχών σε ευρισκόμενους σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζόμενους
32. Οι διάδικοι αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, ως πρόβλημα της αρμοδιότητας του κράτους κατοικίας.
33. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της ολλανδικής κυβέρνησης, η αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους για τη χορήγηση παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, περιλαμβανομένων στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, δεν ρυθμίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ιζ΄, του κανονισμού. Αυτή η διάταξη παραπέμπει εν προκειμένω απλώς στο άρθρο 1, στοιχείο ιστ΄, σημείο ii, του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο αρμόδιο κράτος είναι εκείνο, στο έδαφος του οποίου έχει την έδρα του ο αρμόδιος φορέας. Το άρθρο 1 του κανονισμού, αντιθέτως, δεν ορίζει ποιος είναι ο αρμόδιος φορέας.
34. Το ζήτημα της αρμοδιότητας δεν ρυθμίζεται ούτε μέσω του προσδιορισμού του αρμοδίου φορέα από τον κανονισμό εφαρμογής, γιατί ο κανονισμός εφαρμογής απλώς συγκεκριμενοποιεί τις ρυθμίσεις του κανονισμού.
35. Η αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους προκύπτει αποκλειστικά από τους τίτλους ΙΙ και ΙΙΙ του ίδιου του κανονισμού. Στους τίτλους αυτούς περιλαμβάνονται οι βασικές ρυθμίσεις καθώς και οι ειδικές διατάξεις για τους διαφόρους τύπους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Σε αυτές τις ειδικές διατάξεις ρυθμίζεται και η αρμοδιότητα για ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, όπως παραδείγματος χάριν για τους μεθοριακούς εργαζομένους.
36. Η βασική αρχή για τον προσδιορισμό της αρμοδιότητας για εργαζομένους διατυπώνεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού. Σύμφωνα με αυτό, γενική αρμοδιότητα για τους εργαζομένους έχει το κράτος απασχολήσεως.
37. Στην περίπτωση της χορηγήσεως παροχών λόγω ανεργίας, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, εισάγει, αναφορικά με τους ευρισκόμενους σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζόμενους, εξαίρεση, σύμφωνα με την οποία οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν παροχές αποκλειστικά από τον φορέα του κράτους κατοικίας και σύμφωνα με τη νομοθεσία του. Αυτή η ρύθμιση βέβαια δεν αναφέρεται στην αρμοδιότητα του κράτους κατοικίας, αλλά ορίζει γενικώς, ότι οι μεθοριακοί εργαζόμενοι λαμβάνουν παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία [του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν].
38. Οι διάδικοι διατυπώνουν λοιπόν διαφορετικές θέσεις, ως προς το πότε εφαρμόζεται η κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, σημείο α΄, στοιχείο ii, νομοθεσία του κράτους κατοικίας.β. Ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού ως προς τις περιπτώσεις επί των οποίων έχει εφαρμογή η νομοθεσία του κράτους κατοικίας
39. Η Επιτροπή υποστηρίζει προφανώς την άποψη ότι κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, το δικαίωμα για παροχή των ευρισκομένων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων απορρέει απευθείας από τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη επέρχεται επομένως μία αλλαγή της εφαρμοστέας νομοθεσίας (Statutenwechsel) και η νομοθεσία του κράτους κατοικίας συνιστά τη νομική βάση και καθορίζει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών (στο εξής: θεωρία της αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας).
40. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, αντιθέτως, την άποψη ότι οι ευρισκόμενοι σε πλήρη ανεργία μεθοριακοί εργαζόμενοι υπάγονται, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, τόσο στη νομοθεσία του κράτους κατοικίας όσο και σε αυτή του κράτους απασχολήσεως. Σύμφωνα με αυτή την άποψη επέρχεται μία εξαγωγή παροχής (Leistungsexport), δηλαδή η αξίωση παροχής γεννάται υπό τις προβλεπόμενες στη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως προϋποθέσεις, και η νομοθεσία του κράτους κατοικίας ρυθμίζει αποκλειστικά και μόνο τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της παροχής (στο εξής: θεωρία της εξαγωγής).
41. Από τα επιχειρήματα των διαδίκων προκύπτει ότι οι κατ΄αυτούς συνέπειες της διαφορετικής αυτής θεωρήσεως είναι οι ακόλουθες:
42. Σύμφωνα με την θεωρία αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας εφαρμόζεται αποκλειστικά η νομοθεσία του κράτους κατοικίας, το δε απευθείας εφαρμοζόμενο άρθρο 69 υπερισχύει αυτής της νομοθεσίας (20) .
43. Σύμφωνα με την θεωρία εξαγωγής, η εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, έχει ως συνέπεια ο ευρισκόμενος σε πλήρη ανεργία μεθοριακός εργαζόμενος να υπάγεται ταυτόχρονα στη νομοθεσία τόσο του κράτους κατοικίας όσο και σε αυτήν του κράτους απασχολήσεως. Η νομοθεσία του κράτους κατοικίας υπερισχύει της αντίστοιχης του κράτους απασχολήσεως μόνο όσον αφορά την χορήγηση των παροχών. Οι διατάξεις του κράτους κατοικίας εφαρμόζονται κατά συνέπεια μόνο προς διευκόλυνση της ευρέσεως εργασίας στο κράτος κατοικίας. Εαν όμως η αναζήτηση εργασίας λαμβάνει χώρα σε ένα άλλο κράτος μέλος, εκλείπει ο λόγος της εξαγωγής της παροχής και εξ αυτού του λόγου εφαρμόζεται μόνο η νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως. Υπό αυτό το πρίσμα δεν τίθεται συνεπώς ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 69 εκ μέρους του κράτους κατοικίας.i. Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού βάσει των κυριότερων ισχυρισμών των διαδίκωνΩς προς το γράμμα του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii
44. Οι διάδικοι επικαλούνται κατ' αρχήν, προς στήριξη των νομικών ισχυρισμών τους, το γράμμα του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii. Η διατύπωση λαμβάνουν παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικούν, σαν να [...] (21) είναι ιδιαιτέρως ασαφής ως προς το πότε εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους κατοικίας. Δεν μπορεί να συναχθεί με επαρκή βεβαιότητα από αυτή την διατύπωση, αν η νομοθεσία του κράτους κατοικίας συνιστά τη νομική βάση των παροχών ή αν αντιθέτως προβλέπει μόνο τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους. Από την απόδοση του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, σε άλλες γλώσσες, για παράδειγμα στην ολλανδική γλώσσα που είναι και η γλώσσα της διαδικασίας, αλλά και από την απόδοση στην αγγλική, στην γαλλική ή στην ισπανική, δεν προκύπτει με σαφήνεια κάποιο συμπέρασμα υπέρ της μίας ή της άλλης ερμηνείας.Ως προς το γράμμα άλλων διατάξεων του κανονισμού
45. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται επιπλέον το γράμμα του άρθρου 70, παράγραφος 1, εδάφιο 2, κατά το οποίο το βάρος της χορήγησης των παροχών του άρθρου 69 φέρει ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους, στη νομοθεσία του οποίου υπόκειτο ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της τελευταίας του απασχολήσεως. Το γράμμα αυτής της διατάξεως επιβεβαιώνει μάλλον την υποστηριζόμενη από την Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρία εξαγωγής, καθόσον στην περίπτωση της αναζήτησης εργασίας σε άλλο κράτος μέλος, δηλαδή στην περίπτωση και των ευρισκομένων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων, εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως.
46. Το άρθρο 70, παράγραφος 1, εδάφιο 2, ρυθμίζει εντούτοις μόνο τίνος κράτους μέλους ο φορέας φέρει τελικά το βάρος των παροχών κατά τη διάρκεια της αναζήτησης εργασίας σε άλλο κράτος μέλος (22) . Από αυτή τη διάταξη δεν μπορούν όμως να συναχθούν γενικά συμπεράσματα σχετικά με το πότε εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους κατοικίας σε συνδυασμό με το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii.
47. Κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί ούτε από τον τίτλο των άρθρων 69 επ. του κανονισμού, άνεργοι, οι οποίοι μεταβαίνουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα σχετικά με το εξεταζόμενο ζήτημα. Το κράτος κατοικίας θα μπορούσε να είναι αρμόδιο κράτος, μόνο αν το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού ερμηνευόταν με βάση τη θεωρία αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας (23) . Όμως αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση.
48. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται τέλος, προς στήριξη της θεωρίας εξαγωγής, το γράμμα της εικοστής πέμπτης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού, η οποία ορίζει τον σκοπό του άρθρου 69. Ούτε όμως από την αιτιολογική σκέψη μπορεί να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα προς επίλυση του ζητήματος, πότε εφαρμόζεται κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο 1, σημείο ii, η νομοθεσία του κράτους κατοικίας. Στην εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη, συγκεκριμένα, γίνεται λόγος εντελώς γενικά για το ότι χορηγούνται στον άνεργο οι παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στην οποία υπάγεται [ο εργαζόμενος] τελευταία. Ως τέτοια μπορεί όμως να θεωρηθεί τόσο η νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως όσο και η νομοθεσία του κράτους κατοικίας η οποία εφαρμόστηκε μετά την επέλευση της ανεργίας ─ αμέσως πριν την αναζήτηση εργασίας σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της κατοικίας. Από την εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη δεν μπορεί συνεπώς να συναχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ─ υπό την έννοια της θεωρίας εξαγωγής ─ σκοπούσε στην αποκλειστική εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους απασχολήσεως στην περίπτωση της αναζητήσεως εργασίας σε άλλο κράτος μέλος.Ως προς την πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού
49. Στην επίκληση εκ μέρους της ολλανδικής κυβέρνησης ως προς το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του ιστορικού θεσπίσεως του κανονισμού, της ήδη αποσυρθείσας πρότασης τροποποιήσεως της Επιτροπής του έτους 1980 καθώς και της τελευταίας πρότασης τροποποιήσεως του 1996 (24) , προς στήριξη της θεωρίας εξαγωγής, μπορούν να αντιταχθούν τα ακόλουθα: Η θέσπιση του άρθρου 69 έγινε κατόπιν σφοδράς αντιπαραθέσεως μεταξύ των κρατών μελών. Λόγω της προαναφερθείσας υπό γενικούς όρους διατυπωμένης εικοστής πέμπτης αιτιολογικής σκέψης, δεν μπορεί να συναχθεί εξ αυτού ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε τη βούληση να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού στην περίπτωση της χορήγησης παροχών σε ευρισκόμενους σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους.
50. Η διάταξη που προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 69 στις παροχές προς τους τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους, η οποία περιελήφθη μεν στην πρόταση τροποποιήσεως του έτους 1980, όχι όμως και στην τελευταία πρόταση τροποποιήσεως, θα μπορούσε υπό όρους να ερμηνευθεί ως σκοπούσα μία απλή διευκρίνηση. Δεν μπορεί συνεπώς, χωρίς επιπλέον στοιχεία ως προς τα κίνητρα που οδήγησαν την Επιτροπή στην σύνταξη της προτάσεως του 1980 καθώς και ως προς τους λόγους ανακλήσεώς της, να συναχθεί κάποιο επιχείρημα προς στήριξη της θεωρίας εξαγωγής. Ανεξαρτήτως αυτού, δεν μπορεί αποκλειστικά και μόνο το περιεχόμενο προτάσεων τροποποιήσεως της Επιτροπής να επηρεάσει την ερμηνεία ενός κανονισμού που θεσπίσθηκε από το Συμβούλιο.Ως προς τη νομολογία του Δικαστηρίου
51. Κεντρικό σημείο της νομικής αντιπαραθέσεως είναι η ερμηνεία των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Cochet και Huijbrechts (25) . Και οι δύο αποφάσεις αφορούσαν τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους, οι οποίοι μετέφεραν, μετά την έναρξη της λήψεως παροχών στο κράτος κατοικίας, την κατοικία τους στο πρώην κράτος απασχολήσεως. Σε αυτές τις αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι η χορήγηση των παροχών υπάγεται στο εξής στη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως, επειδή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 71, παράγραφος 1, initio και στοιχείο αα, περίπτωση ii, του κανονισμού [...] δεν είναι ικανό να αφαιρέσει από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως [...] την καταρχήν αρμοδιότητά του (26) και επειδή οι διατάξεις του άρθρου 71 [...] αφήνουν ανέπαφη την αρχή ότι αρμόδιο κράτος είναι το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως (27) .
52. Το Δικαστήριο αναφέρεται λοιπόν στην καταρχήν αρμοδιότητα του κράτους απασχολήσεως. Αυτή προκύπτει όμως ήδη εκ του γεγονότος, ότι η αρμοδιότητα του κράτους κατοικίας κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, αποτελεί αναμφιβόλως ειδική ρύθμιση σε σχέση με τον κανόνα της γενικής αρμοδιότητας του κράτους απασχολήσεως κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού. Η ειδική ρύθμιση όμως υπερισχύει μόνον όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυε πλέον στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, επειδή οι εργαζόμενοι είχαν μεταφέρει την κατοικία τους από το κράτος κατοικίας στο κράτος απασχολήσεως. Κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο υφίστατο μόνο η καταρχήν αρμοδιότητα του κράτους απασχολήσεως, δεδομένου ότι το κράτος της κατοικίας και το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως συνέπεσαν (εκ νέου).
53. Οι τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακοί εργαζόμενοι, τα δικαιώματα των οποίων αποτελούν το αντικείμενο της παρούσης διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως, διατηρούν εντούτοις την κατοικία τους στο κράτος κατοικίας, και υπάγονται συνεπώς αναμφίβολα στη νομοθεσία του κράτους κατοικίας κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii. Παραμένει, λοιπόν, ανοιχτό αν το ζήτημα του πότε εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους κατοικίας κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, πρέπει να επιλυθεί κατά την θεωρία αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας ή την θεωρία εξαγωγής.
54. Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με την επίκληση, εκ μέρους της ολλανδικής κυβερνήσεως, των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Bonaffini και Testa (28) . Καμμία από τις δύο υποθέσεις δεν αφορούσε μεθοριακούς εργαζομένους και κατά συνέπεια η ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, στο μέτρο κατά το οποίο σχετίζεται με το κρινόμενο ζήτημα, δεν αποτελούσε αντικείμενο των υποθέσεων εκείνων.
55. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται επίσης την απόφαση στην υπόθεση Rebmann (29) , στην οποία το Δικαστήριο, κατά την άποψή της, έκρινε ότι οι τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακοί εργαζόμενοι υπάγονται, στο πλαίσιο του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, ─ κατά την θεωρία εξαγωγής ─, ταυτόχρονα στη νομοθεσία του κράτους κατοικίας και σε αυτή του κράτους απασχολήσεως.
56. Αυτές οι αποφάσεις είχαν ως αντικείμενο το ζήτημα, αν το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, υπερισχύει της νομοθεσίας του κράτους απασχολήσεως αναφορικά με παροχές συντάξεως, παρόλο που αφορά αποκλειστικώς παροχές ανεργίας. Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά με το σκεπτικό, ότι η ειδική ρύθμιση για μεθοριακούς εργαζομένους, σχετικά με παροχές ανεργίας, δεν εφαρμόζεται και στην περίπτωση των παροχών στο πλαίσιο άλλων τομέων κοινωνικής ασφαλίσεως, στη συγκεκριμένη περίπτωση παροχών συντάξεως. Σε αυτές τις περιπτώσεις εφαρμόζονται μεν παράλληλα οι εθνικές διατάξεις δύο κρατών μελών. Αυτό όμως δεν προσομοιάζει με την νομική κατάσταση στο υπό κρίση ζήτημα (30) .
57. Η Επιτροπή επικαλείται προς στήριξη της θεωρίας αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας τις αποφάσεις στις υποθέσεις Miethe, de Laat και Grisvard και Kreitz (31) . Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι σε καμμία από αυτές τις τρεις υποθέσεις το Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους κατοικίας στο πλαίσιο του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού.
58. Οι υποθέσεις Miethe και de Laat είχαν ως αντικείμενο αποκλειστικά το ζήτημα, ποια διάταξη του άρθρου 71, παράγραφος 1, τυγχάνει εφαρμογής (στοιχεία α΄ ή β΄, ή στοιχείο α΄, σημείο i ή στοιχείο α΄, σημείο ii) και όχι το περιεχόμενο του στοιχείου α΄, σημείου ii.
59. Οι υποθέσεις Grisvard και Kreitz αφορούσαν τον υπολογισμό των παροχών κατ' εφαρμογή τού άρθρου 68 του κανονισμού. Το Δικαστήριο έκρινε σε αυτές τις υποθέσεις (32) : Κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, περίπτωση ii [...]. Το άρθρο αυτό επιβάλλει σαφώς την εφαρμογή της νομοθεσίας μόνο του κράτους κατοικίας και, επομένως, αποκλείει τη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως, περιλαμβανομένων των κανόνων που προβλέπουν ενδεχομένως ανώτατο όριο. Αυτό το εδάφιο της αποφάσεως στηρίζει μόνο εκ πρώτης όψεως την θεωρία αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας. Η απόφαση πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών της διαφοράς η οποία αφορούσε τον υπολογισμό του ύψους των παροχών. Στην υπόθεση Grisvard και Kreitz τέθηκε το ερώτημα, αν, επί τη βάσει της αποφάσεως στην υπόθεση Fellinger (33) , πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως σχετικά με την επιβολή ανωτάτων ορίων για τον καθορισμό της αμοιβής που μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τον υπολογισμό της παροχής συντάξεως.Το Δικαστήριο έκρινε αποκλειστικά σε αυτό το πλαίσιο ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, επιβάλλει σαφώς την εφαρμογή της νομοθεσίας μόνο του κράτους κατοικίας (34) .Το συμπέρασμα που συνάγεται από την μέχρι τούδε ανάλυση
60. Δεδομένου ότι, εκ του γράμματος των ρυθμίσεων του κανονισμού, των τροποποιητικών προτάσεων της Επιτροπής και της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει με σαφήνεια, ποια είναι η ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, ως προς το ζήτημα του πότε εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους κατοικίας, θα εξετάσω τις δύο ερμηνευτικές θεωρίες υπό το πρίσμα του σκοπού του κανονισμού, ιδίως των διατάξεων για τους μεθοριακούς εργαζομένους.ii. Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, υπό το πρίσμα του σκοπού του κανονισμού
61. Και οι δύο διάδικοι αναγνωρίζουν ότι ο κανονισμός σκοπεί γενικώς στη διευκόλυνση της ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και δεν μπορεί συνεπώς να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει τη λήψη παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ή την καταβολή παροχών, τις οποίες θα εδικαιούντο οι εργαζόμενοι στην περίπτωση μη εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού (35) . Το κεντρικό ερώτημα αυτής της διαδικασίας δεν απαιτεί κατά την άποψή μου λεπτομερή αντιπαράθεση της σχετικής επιχειρηματολογίας των διαδίκων. Το επιχείρημα της αποφυγής μειονεκτημάτων ή της διευκόλυνσης της ελεύθερης κυκλοφορίας [των εργαζομένων] δεν αρκεί για να αποσαφηνίσει το ζήτημα του πότε εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους κατοικίας κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii.
62. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ως μια απλή κοινωνική ρύθμιση. Η διάταξη αντικατοπτρίζει μία εξισορρόπηση εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη διαφορετικών συμφερόντων (του ευρισκομένου σε πλήρη ανεργία μεθοριακού εργαζομένου, των συμμετεχόντων φορέων χορηγήσεως παροχών και των διαφόρων εθνικών αγορών εργασίας των κρατών μελών).
63. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, σκοπεί, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (36) , στο να διευκολύνει την αναζήτηση εργασίας εκ μέρους των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων, δεδομένου ότι υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες εύρεσης εργασίας στο κράτος κατοικίας.
64. Αυτό πάντως το γεγονός δικαιολογεί μόνο εν μέρει την προς εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού απαίτηση, να βρίσκεται ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της αναζητήσεως εργασίας αποκλειστικά (37) στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους κατοικίας. Οι ευρισκόμενοι σε πλήρη ανεργία μεθοριακοί εργαζόμενοι είναι στην ουσία αναγκασμένοι, ακόμη και όταν η αναζήτηση εργασίας λόγω της κατάστασης της αγοράς εργασίας στο κράτος κατοικίας έχει λίγες πιθανότητες επιτυχίας (38) , να θέσουν εαυτούς στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους κατοικίας. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά εργασίας του κράτους κατοικίας ασκεί σε κάθε περίπτωση ένα είδος δικαιώματος προτιμήσεως επί των αναζητούντων εργασία. Εξάλλου, ο εργαζόμενος δεν έχει απαραιτήτως δικαίωμα επιλογής της υπηρεσίας απασχολήσεως που του προσφέρει τις ευνοϊκότερες συνθήκες αναζητήσεως εργασίας.
65. Επιπλέον, ο κανόνας κατανομής των υποχρεώσεων του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εκ του γεγονότος ότι προάγει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων ή ότι αποτρέπει τις δυσάρεστες συνέπειες. Για εργαζομένους, οι οποίοι κάνουν ή έκαναν χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν έχει σημασία το ζήτημα, ποιος φέρει το βάρος της χορηγήσεως σε αυτούς των παροχών ανεργίας. Η κατανομή κατά περίπτωση των υποχρεώσεων στηρίζεται ─ όπως έκρινε το Δικαστήριο (39) ─ στη διακριτική ευχέρεια του κοινοτικού νομοθέτη.
66. Εάν λοιπόν το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, σκοπεί στην εξισορρόπηση διαφόρων συμφερόντων, τίθεται το ζήτημα, ποια συνηγορούν υπέρ της θεωρίας αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας και ποια υπέρ της θεωρίας εξαγωγής.
67. Είναι αυτονόητο, ότι το πλεονέκτημα της θεωρίας αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας εντοπίζεται στην σαφήνεια της νομικής κατασκευής, η οποία λειτουργεί υπέρ του τελούντος σε πλήρη ανεργία μεθοριακού εργαζομένου, όπως επίσης και υπέρ των συμμετεχόντων φορέων χορηγήσεως παροχών.
68. Η θεωρία εξαγωγής, αντιθέτως, εξυπηρετεί προφανώς μόνο τα συμφέροντα των φορέων του κράτους κατοικίας, με το να θέτει σε αμφισβήτηση την εφαρμογή του άρθρου 69 εκ μέρους αυτών των φορέων στην περίπτωση των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων (διοικητική διαδικασία, κατανομή υποχρεώσεων). Το άρθρο 69 αφορά μεν μία εξαιρετική περίπτωση (αναζήτηση εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος), δεν μπορεί όμως εκ των προτέρων να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η θεωρία εξαγωγής να μπορεί να επηρεάσει γενικώς την ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii. Στην περίπτωση που θα εφαρμοζόταν αυτή η θεωρία, θα ετίθετο για τους τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους το ζήτημα, αν έχουν πράγματι δικαίωμα σε ορισμένες κοινωνικές παροχές, οι οποίες εξαρτώνται κατά το εθνικό δίκαιο από το δικαίωμα λήψεως παροχών ανεργίας κατά τις εθνικές διατάξεις (παραδείγματος χάριν επιδόματα κατοικίας ή εκπτώσεις στα μέσα μεταφοράς). Δεδομένου ότι η απαίτηση της παροχής κατά την θεωρία εξαγωγής δεν γεννάται βάσει της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας, αλλά βάσει αυτής του κράτους απασχολήσεως, είναι ασαφές, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για το δικαίωμα σε αυτού του είδους τις κοινωνικές παροχές σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Αυτή η ανασφάλεια δικαίου εις βάρος των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων είναι κατά την άποψή μου αντίθετη με την προαναφερθείσα εξισορρόπηση συμφερόντων.
69. Δεν υπάρχει συνεπώς κανένας λόγος δυνάμενος να προβληθεί υπέρ της εκ μέρους της Ολλανδικής Κυβερνήσεως προτεινόμενης θεωρίας εξαγωγής. Αντιθέτως η από την Επιτροπή προτεινόμενη θεωρία αλλαγής της εφαρμοστέας νομοθεσίας διαθέτει το πλεονέκτημα της απλότητας και της ασφάλειας δικαίου.
70. Συνάγεται λοιπόν ότι, στην περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, υφίσταται δικαίωμα παροχών βάσει της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας και υπό τους όρους της.
71. Όταν λοιπόν ένας ευρισκόμενος σε πλήρη ανεργία μεθοριακός εργαζόμενος μεταβαίνει σε κράτος μέλος, διαφορετικό από το κράτος κατοικίας προς αναζήτηση εργασίας η νομοθεσία του κράτους κατοικίας συνεχίζει να εφαρμόζεται. Αυτό ισχύει για το διάστημα, κατά το οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii (40) .2. Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού επί των ευρισκομένων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων
72. Εάν υποτεθεί ότι οι ευρισκόμενοι σε πλήρη ανεργία μεθοριακοί εργαζόμενοι υπάγονται, κατά τη διάρκεια της αναζητήσεως εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος, στην νομοθεσία του κράτους κατοικίας, τίθεται επιπλέον το ζήτημα, αν πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 69 του κανονισμού υπό την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση της αναζητήσεως εργασίας εκ μέρους μεθοριακών εργαζομένων τελούντων σε πλήρη ανεργία.
73. Προς απάντηση αυτού του ερωτήματος πρέπει πρωτίστως να ερευνηθεί εαν το άρθρο 69 παρέχει καθεαυτό κάποια στοιχεία που να αποκλείουν την εφαρμογή του στην περίπτωση των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων. Ούτε όμως το γράμμα του τίτλου του τμήματος 2 του κεφαλαίου 6 του κανονισμού, ούτε το γράμμα του άρθρου 69, παράγραφος 1, αντιτίθενται στην εφαρμογή του άρθρου 69 στην περίπτωση των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων.
74. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η νομοθεσία του κράτους κατοικίας συνιστά, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, την μοναδική νομική βάση χορηγήσεως των παροχών και προβλέπει και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αυτών.
75. Τέλος, το άρθρο 69 επιβάλλει επίσης μία εξισορρόπηση συμφερόντων μεταξύ του εργαζομένου, των αγορών εργασίας των ενδιαφερομένων κρατών μελών και αντιστοίχων εθνικών φορέων χορηγήσεως παροχών ανεργίας (41) : Αυτή η εξισορρόπηση συνηγορεί υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 69 και στην περίπτωση των μεθοριακών εργαζομένων που ευρίσκονται σε πλήρη ανεργία.
76. Σκοπός των δικαιωμάτων που παρέχει το άρθρο 69 είναι πρωτίστως η διευκόλυνση ευρέσεως απασχολήσεως εκ μέρους των ευρισκομένων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων, παρέχοντας τους πρόσθετες δυνατότητες εύρεσης εργασίας σε άλλο κράτος μέλος. Η εφαρμογή του άρθρου 69 στην περίπτωση των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων σκοπεί ταυτόχρονα στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των διαφόρων εθνικών αγορών εργασίας. Αυτή η εξισορρόπηση μπορεί να οδηγήσει μεν στην απώλεια του πλεονεκτήματος της αγοράς εργασίας του κράτους κατοικίας έναντι των υπολοίπων κρατών μελών ( πρώτη προτίμηση), αλλ' όμως το άρθρο 69, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, θέτει ως προϋπόθεση της αναζητήσεως εργασίας σε άλλο κράτος μέλος την ανεπιτυχή προσπάθεια ευρέσεως εργασίας για ένα διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων.
77. Αναφορικά με την κατανομή των υποχρεώσεων προκύπτει η ακόλουθη εικόνα: οι τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακοί εργαζόμενοι, οι οποίοι στερούνται της δυνατότητας της ασκήσεως των δικαιωμάτων που έλκουν εκ του άρθρου 69, θα τείνουν κατά κανόνα στο να παραιτηθούν από την αναζήτηση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος, αν αυτή έχει ως συνέπεια την απώλεια των δικαιωμάτων τους σε παροχές. Αν όμως οι συγκεκριμένοι άνεργοι παραμείνουν στο κράτος κατοικίας, τότε συνεχίζουν να λαμβάνουν παροχές εκ μέρους των φορέων του κράτους κατοικίας βάσει της γενικής αρμοδιότητας στο πλαίσιο του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii. Αυτό σημαίνει ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 69 στην περίπτωση των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων δεν θα επηρέαζε καθόλου την κατανομή των υποχρεώσεων εις βάρος των φορέων του κράτους κατοικίας. Όμως, σκοπός του άρθρου 69 είναι να περιοριστεί η διάρκεια της χορηγήσεως παροχών στο αρμόδιο κράτος μέλος μέσω της διευρύνσεως των δυνατοτήτων αναζητήσεως εργασίας σε άλλα κράτη μέλη (42) .
78. Συνοπτικά διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι να αντιτίθενται στην εφαρμογή τού άρθρου 69 στην περίπτωση των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων.
V ─ Συμπέρασμα
79. Γενικά λοιπόν συνάγεται το συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση της εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού, επέρχεται μία αλλαγή της εφαρμοστέας νομοθεσίας και συνεπώς η νομοθεσία του κράτους κατοικίας συνιστά τη μοναδική νομική βάση και προβλέπει επίσης και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών ανεργίας για τους τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους. Η νομοθεσία του κράτους κατοικίας τυγχάνει εφαρμογής ακόμη και στην περίπτωση στην οποία μεθοριακοί εργαζόμενοι, τελούντες σε πλήρη ανεργία, διαμένουν, λόγω της αναζητήσεως εργασίας, προσωρινά σε ένα άλλο κράτος μέλος.
80. Το άρθρο 69 εφαρμόζεται σε τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζόμενους και τα κράτη μέλη πρέπει, στην περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, να συνδράμουν, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, στην αναζήτηση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος.
81. Κράτος μέλος παραβαίνει τα άρθρα 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, και 69 του κανονισμού, όταν αρνείται την χορήγηση παροχών ανεργίας σε τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζόμενους, όταν αυτοί μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος τηρώντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 69 του κανονισμού, για να αναζητήσουν εργασία ή όταν ο φορέας αυτού του κράτους μέλους παραλείπει τη λήψη των απαραιτήτων μέτρων για την χορήγηση των δικαιωμάτων εκ του άρθρου 69 του κανονισμού.
VI ─ Πρόταση
82. Προτείνω λοιπόν στο Δικαστήριο
─ να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη επιτρέποντας σε ευρισκόμενους σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους να χρησιμοποιήσουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 69 του κανονισμού δυνατότητα, να αναζητούν, υπό τις σε αυτό προβλεπόμενες προϋποθέσεις, σε ένα ή σε περισσότερα κράτη μέλη εργασία διατηρώντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα τους σε παροχές ανεργίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 69 και 71 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας·
─ να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73.
3 – Απόφαση της 7ης Μαρτίου 1985, 145/84, Cochet (Συλλογή 1985, σ. 801).
4 – Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1997, C-131/95, Huijbrechts (Συλλογή 1997, σ. Ι-1409).
5 – Αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1986, 1/85, Miethe (Συλλογή 1986, σ. 1837), της 15ης Μαρτίου 2001, C-444/98, de Laat (Συλλογή 2001, σ. Ι-2229), και της 1ης Οκτωβρίου 1992, C-201/91, Grisvard και Kreitz (Συλλογή 1992, σ. Ι-5009).
6 – Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 39/76, Mouthaan (Συλλογή τόμος 1976, σ. 705), της 27ης Μαίου 1982, 227/81, Aubin (Συλλογή 1982, σ. 1991), της 9ης Ιουνίου 1964, 92/63 Nonnenmacher (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1115), της 29ης Ιουνίου 1988, 58/87, Rebmann (Συλλογή 1988, σ. 3467), της 21ης Φεβρουαρίου 2002, C-215/00, Rydergård (Συλλογή 2002, σ. Ι-1817) όπως και Miethe (βλ. υποσημείωση 5), de Laat (βλ. υποσημείωση 5) και Grisvard και Kreitz (βλ. υποσημείωση 5).
7 – Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-454/93, Van Gestel (Συλλογή 1995, σ. Ι-1707).
8 – CNS 96/0004 (EE C 68, σ. 11).
9 – Βλ. υποσημειώσεις 3 και 4.
10 – Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1975, 27/75, Bonaffini κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1975, σ. 297).
11 – Απόφαση της 19ης Ιουνίου 1980, 41/79, 121/79 και 796/79, Testa κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980, σ. 319).
12 – Βλ. υποσημείωση 6.
13 – Βλ. υποσημειώσεις 3 και 4.
14 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138.
15 – Άρθρο 19α, παράγραφος 2, άρθρο 23, εδάφιο 2, άρθρο 31, παράγραφος 2 και άρθρο 93, παράγραφος 2.
16 – Βλ. υποσημείωση 11.
17 – Βλ. υποσημείωση 10.
18 – Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1997, C-59/95, Bastos Moriana κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-1071).
19 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 1975, 24/75, Petroni (Συλλογή τόμος 1975, σ. 347).
20 – Αυτό ισχύει εντούτοις μόνο στην περίπτωση που δεν μπορεί να συναχθεί απευθείας εκ του άρθρου 69 ότι αυτή η ρύθμιση δεν εφαρμόζεται στους τελούντες σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζομένους. Βλ. σκέψεις 73 επ.
21 – Η υπογράμμιση δική μου.
22 – Η διάταξη δεν ρυθμίζει εντούτοις τις υποχρεώσεις των κρατών μελών, τις οποίες αυτά υπέχουν κατά το άρθρο 69 έναντι των ανέργων (π.χ. την έκδοση των απαραιτήτων εντύπων Ε 303/0 έως Ε 303/5 κατά το άρθρο 83 του κανονισμού εφαρμογής).
23 – Βλ. ως άνω, σκέψη 39.
24 – Βλ. υποσημείωση 8.
25 – Βλ. υποσημειώσεις 3 και 4.
26 – Απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 (σκέψη 26).
27 – Απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 (σκέψη 15).
28 – Βλ. υποσημειώσεις 10 και 11.
29 – Βλ. υποσημείωση 6.
30 – Προκύπτει εξάλλου απευθείας από τον κανονισμό ότι αυτός επιτρέπει κατά βάση την εξαγωγή παροχών, με αποτέλεσμα την παράλληλη εφαρμογή δύο εθνικών εννόμων τάξεων. Ένα παράδειγμα παράλληλης εφαρμογής είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο 69 περίπτωση. Η νομοθεσία του κράτους, το οποίο εγκαταλείπει ο εργαζόμενος, αποτελεί τη νομική βάση της παροχής, ενώ η νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο αναζητεί ο εργαζόμενος απασχόληση, ορίζει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών.
31 – Αποφάσεις προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5.
32 – Βλ. υποσημείωση 5 (σκέψη 16).
33 – Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1980, 67/79, Fellinger (Συλλογή τόμος 1980, σ. 275). Σε αυτή την απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι, στην περίπτωση των τελούντων σε πλήρη ανεργία μεθοριακών εργαζομένων, η απαίτηση των οποίων καθορίζεται κατά το άρθρο 67 μετά από συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, ο υπολογισμός του ύψους της παροχής γίνεται, κατά παρέκκλιση του άρθρου 68 του κανονισμού, επί τη βάσει του τελευταίου μισθού στο κράτος απασχολήσεως.
34 – Απόφαση Grisvard και Kreitz (βλ. υποσημείωση 5), σκέψη 16.
35 – Υποθέσεις Petroni (βλ. υποσημείωση 19) και Bastos Moriana (βλ. υποσημείωση 18).
36 – Υπόθεση Mouthaan (βλ. υποσημείωση 6).
37 – Σε αντίθεση με τους εν προκειμένω γνήσιους μεθοριακούς εργαζομένους, παρέχεται στους τελούντες σε πλήρη ανεργία μη γνήσιους μεθοριακούς εργαζομένους σε αυτή την περίπτωση ένα δικαίωμα επιλογής [άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημείο ii, του κανονισμού και απόφαση Miethe (βλ. υποσημείωση 5)].
38 – Μπορεί να υποθέσει κανείς ότι οι εργαζόμενοι εργάζονται κατά κανόνα ως μεθοριακοί εργαζόμενοι, όταν η αλλοδαπή αγορά εργασίας είναι σε γενικές γραμμές πιο ελκυστική.
39 – Υπόθεση Van Gestel (βλ. υποσημείωση 7), σκέψη 26: Εντούτοις, πρόκειται για συνέπεια ανταποκρινομένη στη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος θέλησε να παράσχει στον εργαζόμενο τις καλύτερες ευκαιρίες επαγγελματικής επανεντάξεως.
40 – Προ πάντων η συνήθης κατοικία υπό την έννοια του επίκεντρου της καθημερινής δραστηριότητας, βλ. υπόθεση Aubin (βλ. υποσημείωση 6).
41 – Βλ. ήδη ανωτέρω, σκέψεις 61 επ.
42 – Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι οι ενδιαφερόμενοι χάνουν το δικαίωμα για παροχές κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, εάν δεν θέσουν εαυτούς, πριν την εκπνοή της προθεσμίας των τριών μηνών, εκ νέου στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους κατοικίας.
Full & Egal Universal Law Academy