ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 10ης Σεπτεμβρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-329/01
The Queen
ex parte: British Sugar plc
κατά
Intervention Board for Agricultural Produce
[αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης – Πιστοποιητικό εξαγωγής για ζάχαρη Γ – Απόδειξη της εξαγωγής –Διόρθωση του πιστοποιητικού – Αρχή της αναλογικότητας – Πρόστιμο»
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2670/81 της Επιτροπής της 14ης Σεπτεμβρίου 1981 για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (2) καθώς και η ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 3719/88 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1988, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (3).
2. Το ζήτημα που ανέκυψε αφορά πιστοποιητικά για την εξαγωγή ζαχάρεως. Ειδικότερα, πρόκειται για τις συνέπειες που έχει η χορήγηση ενός αποσπάσματος πιστοποιητικού το οποίο ζητήθηκε εσφαλμένως για μικρότερη ποσότητα, εντούτοις βάσει αυτού του αποσπάσματος εξήχθη η πράγματι σκοπούμενη (κατά χίλιες φορές μεγαλύτερη) ποσότητα. Γενικότερα, πρόκειται για τις συνέπειες που έχει η χρήση ενός άλλου αποσπάσματος, βάσει του οποίου εξήχθη ζάχαρη μετά τη λήξη της ισχύος του κύριου πιστοποιητικού.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
Επί της οργανώσεως στην αγορά ζαχάρεως
3. Η παραγωγή, η εισαγωγή και η εξαγωγή ζαχάρεως ρυθμίζεται μέσω της κοινής γεωργικής πολιτικής στο πλαίσιο των άρθρων 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ (πρώην άρθρα 38 έως 47 της Συνθήκης ΕΚ). Καθ’ όλη την κρίσιμη για την παρούσα διαδικασία χρονική περίοδο οι βασικοί κανόνες που ίσχυαν επ’ αυτής της κοινής οργανώσεως αγορών περιλαμβάνονταν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1981 περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (4) (στο εξής: βασικός κανονισμός).
4. Στην υπόθεση British Sugar (5) το Δικαστήριο έκρινε: «ο βασικός κανονισμός σκοπεί, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (6), στη διατήρηση των αναγκαίων εγγυήσεων όσον αφορά την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των παραγωγών προϊόντων βάσεως όπως η παραγωγή ζάχαρης της Κοινότητας και στην εγγύηση της ασφάλειας εφοδιασμού σε ζάχαρη, σε λογικές τιμές, του συνόλου των καταναλωτών διά της σταθεροποιήσεως της αγοράς ζάχαρης. Προκειμένου να συγκρατηθεί η παραγωγή ζάχαρης στην Κοινότητα, ο βασικός κανονισμός θέσπισε ένα καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής που αποτελεί, κατά τη 15η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, ένα μέσο εγγυήσεως στους παραγωγούς των κοινοτικών τιμών και της διαθέσεως της παραγωγής τους.»
5. Προς τούτο ο βασικός κανονισμός καθορίζει ορισμένες ποσοστώσεις Α και Β καθώς και το ύψος τους. Σε κάθε κράτος μέλος χορηγούνται κάθε οικονομικό έτος (από 1ης Ιουλίου μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους) ορισμένες ποσοστώσεις. Τα κράτη μέλη κατανέμουν αυτές τις ποσοστώσεις Α και Β στις επιχειρήσεις παραγωγής ζαχάρεως που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους. Η επιχείρηση μπορεί να διαθέσει αυτές τις χορηγούμενες ποσότητες στην εσωτερική ή στη διεθνή αγορά, μπορούν δε να ληφθούν ενδεχομένως πιστοποιητικά εξαγωγής. Η ποσότητα που παράγει ο παραγωγός ζαχάρεως πέραν των ποσοστώσεων Α και Β εντός του οικονομικού έτους αποτελούν την καλούμενη «ζάχαρη Γ». Αυτή ακριβώς η ζάχαρη αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Η ζάχαρη Γ δεν επιτρέπεται να διατεθεί στην εσωτερική αγορά. Ο παραγωγός ζαχάρεως υποχρεούται να εξαγάγει στη διεθνή αγορά εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (7) τη ζάχαρη Γ που παρήγαγε ο ίδιος και δη χωρίς στήριξη της τιμής της ή επιστροφές λόγω εξαγωγής.
Οι διατάξεις που είναι κρίσιμες για την εξαγωγή ζαχάρεως Γ
6. Ο κανονισμός 2670/81 έχει γενική σημασία (8).
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 προβλέπει μεταξύ άλλων:
«Η εξαγωγή που αναφέρεται στο άρθρο 26, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 θεωρείται ότι πραγματοποιείται εάν:
α) με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, η απόδειξη που αναφέρεται στο άρθρο 2 βρίσκεται στην κατοχή του αρμόδιου οργανισμού του κράτους μέλους παραγωγής, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος παραγωγής της ζάχαρης Γ […]
[…]
Εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, εάν δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, η ποσότητα της ζάχαρης Γ […] θεωρείται ότι διατέθηκε στην εσωτερική αγορά.»
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81 προβλέπει μεταξύ άλλων:
«2. Η απόδειξη παρέχεται με την προσκόμιση:
α) πιστοποιητικού εξαγωγής που χορηγείται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2670/81 (9), στον βιομήχανο από τον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους που αναφέρεται στην παράγραφο 1 […]»
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 προβλέπει μεταξύ άλλων:
«1. Για τις ποσότητες που, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, έχουν διατεθεί στην εσωτερική αγορά, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εισπράττει για τη ζάχαρη Γ, ανά 100 χιλιόγραμμα λευκής ή ακατέργαστης ζάχαρης, κατά περίπτωση [...] ποσό που είναι ίσο:
– με τις υψηλότερες επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, που εφαρμόζονται στο εν λόγω προϊόν κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει την περίοδο εμπορίας κατά την οποία παρήχθη η ζάχαρη Γ [...] και τους έξι μήνες που έπονται της περιόδου αυτής,
και
– με 1,21 ECU.»
7. Δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα ολόκληρου του συστήματος της κοινοτικής οργανώσεως των γεωργικών αγορών εξαρτάται από την πλήρη γνώση της κινήσεως του εμπορίου με τις τρίτες χώρες (10), ο βασικός κανονισμός προβλέπει ότι για κάθε εισαγωγή ή εξαγωγή στην Κοινότητα γεωργικών προϊόντων απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικών.
8. Οι γενικές διατάξεις σχετικά με τα πιστοποιητικά εισαγωγής και εξαγωγής και του διοικητικού ελέγχου τους από τις εθνικές αρχές ρυθμίζονταν κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών από τον κανονισμό 3719/88.
Το άρθρο 24 του κανονισμού 3719/88 προβλέπει:
«1. Οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται στα πιστοποιητικά και στα αποσπάσματα πιστοποιητικών δεν μπορούν να τροποποιηθούν μετά την έκδοσή τους.
2. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ακρίβεια των ενδείξεων που εμφαίνονται στο πιστοποιητικό ή στο απόσπασμα, το πιστοποιητικό ή το απόσπασμα επιστρέφονται στον εκδίδοντα οργανισμό με πρωτοβουλία του ενδιαφερόμενου ή της αρμόδιας υπηρεσίας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
Αν ο εκδίδων οργανισμός κρίνει ότι συντρέχουν οι όροι για διόρθωση, προβαίνει στην ανάκληση είτε του αποσπάσματος είτε του πιστοποιητικού, καθώς και των αποσπασμάτων που έχουν προηγουμένως εκδοθεί, και εκδίδει αμελλητί διορθωμένο απόσπασμα είτε πιστοποιητικό και τα αντίστοιχα αποσπάσματα διορθωμένα. Σ’ αυτά τα νέα έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνουν την ένδειξη “πιστοποιητικό διορθωμένο την […]” ή “απόσπασμα διορθωμένο την [...]” σε κάθε αντίτυπο, αναγράφονται πάλι, κατά περίπτωση, οι προηγούμενες καταχωρίσεις. Αν ο εκδίδων οργανισμός δεν κρίνει αναγκαία τη διόρθωση του πιστοποιητικού ή του αποσπάσματος, θέτει σ’ αυτό την ένδειξη “ελέγχθηκε την [...] κατά το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3719/88”, καθώς και τη σφραγίδα του.» (11)
9. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1464/95 της Επιτροπής της 27ης Ιουνίου 1995 σχετικά με ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής στον τομέα της ζάχαρης (12) περιλαμβάνει ιδιαίτερες διατάξεις σχετικά με τα πιστοποιητικά εξαγωγής που αφορούν τη ζάχαρη Γ.
10. Οι ρυθμίσεις που είναι κρίσιμες για την παρούσα διαδικασία μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
11. Το πιστοποιητικό εξαγωγής παρέχει το δικαίωμα και δημιουργεί την υποχρέωση εισαγωγής ή εξαγωγής από την εσωτερική αγορά της συγκεκριμένης ποσότητας του οικείου προϊόντος εντός της διάρκειας ισχύος του πιστοποιητικού (13). Το πιστοποιητικό χορηγείται, κατόπιν σχετικής αιτήσεως και επί εντύπου που έχει τα στοιχεία που καθορίζει ο κανονισμός, από τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση των πιστοποιητικών (στο εξής: αρμόδιες αρχές) (14).
12. Βάσει του πιστοποιητικού εξαγωγής (στο εξής: κύριο πιστοποιητικό) μπορούν επίσης να χορηγηθούν και αποσπάσματα πιστοποιητικών. Τα αποσπάσματα έχουν ως προς την ποσότητα για την οποία εκδίδονται τα ίδια νομικά αποτελέσματα με τα κύρια πιστοποιητικά (15). Τα αποσπάσματα χορηγούνται, όπως και το κύριο πιστοποιητικό, επί των ιδίων εντύπων. Το αντίτυπο αριθ. 1 του εντύπου του κύριου πιστοποιητικού ή αποσπάσματος (αντίτυπο για τον δικαιούχο, στο εξής: αντίτυπο αριθ. 1) παραδίδεται στον αιτούντα. Το αντίτυπο αριθ. 1 υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές (στο εξής: τελωνείο) κατά τη διασάφηση όπου καταχωρίζεται και θεωρείται. Κατόπιν αυτού, επιστρέφεται στον αιτούντα το αντίτυπο αριθ. 1 ο οποίος το διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές. Στην περίπτωση χορηγήσεως αποσπασμάτων, η αναφερόμενη στο εκάστοτε απόσπασμα ποσότητα καταλογίζεται στο κύριο πιστοποιητικό αναφερομένου του αριθμού του αποσπάσματος, μέχρι εξαντλήσεως της συνολικής ποσότητας που αναγράφεται στο κύριο πιστοποιητικό (16).
13. Η συνολική ποσότητα του κύριου πιστοποιητικού πρέπει – ακόμη και στην περίπτωση χρησιμοποιήσεως αποσπασμάτων – να εξαχθεί σε κάθε περίπτωση εντός της διάρκειας ισχύος του κύριου πιστοποιητικού. Η διάρκεια ισχύος ενός πιστοποιητικού εξαγωγής ζαχάρεως Γ ρυθμίζεται στον κανονισμό 1464/95. Το πιστοποιητικό αυτό ισχύει από την ημερομηνία της χορηγήσεώς του μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα που έπεται της ημερομηνίας αυτής (17).
14. Η υποχρέωση εξαγωγής θεωρείται εκπληρωθείσα από της ημέρας αποδοχής της διασαφήσεως για την αντίστοιχη ποσότητα ζαχάρεως Γ από το τελωνείο. Η απόδειξη σχετικά με την (εμπρόθεσμη) εκπλήρωση της υποχρεώσεως εξαγωγής παρέχεται μέσω της προσκομίσεως του δεόντως θεωρημένου αντιτύπου αριθ. 1 του σχετικού πιστοποιητικού και μέσω άλλων συμπληρωματικών αποδεικτικών εγγράφων (18). Εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίσουν τις λεπτομέρειες επιλογής των συμπληρωματικών αποδεικτικών εγγράφων στην περίπτωση που η διασάφηση της εξαγωγής – όπως εν προκειμένω – πραγματοποιείται στο κράτος μέλος του οποίου οι αρχές χορήγησαν και τα πιστοποιητικά (19).
Β – Εθνική νομοθεσία
15. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, στο Ηνωμένο Βασίλειο προβλέπεται η ακόλουθη διαδικασία για τα πιστοποιητικά εξαγωγής ζαχάρεως Γ:
16. Η αρμόδια αρχή για την έκδοση πιστοποιητικών εξαγωγής ζαχάρεως Γ είναι το «Intervention Board for Agricultural Produce» (στο εξής: IBAP), ήτοι το καθού στην κύρια δίκη.
17. Η αίτηση για τη χορήγηση κύριου πιστοποιητικού ή αποσπάσματος μπορεί να υποβληθεί γραπτώς ή τηλεφωνικώς. Στην περίπτωση που υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση ενός κύριου πιστοποιητικού και, ταυτοχρόνως, ενός ή περισσοτέρων αποσπασμάτων του πιστοποιητικού αυτού, ο αιτών ενημερώνεται για τη χορήγηση του κύριου πιστοποιητικού. Ωστόσο, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, δεν παραδίδεται στον αιτούντα κανένα από τα αντίτυπα του κύριου πιστοποιητικού, το σύνολο δε της δέσμης των φύλλων του κύριου πιστοποιητικού και του αντιτύπου αριθ. 2 του πιστοποιητικού παραμένουν επομένως στο IBAP (20). Ο αιτών λαμβάνει μόνον το αντίτυπο αριθ. 1 του εκάστοτε αποσπάσματος. Τα εκδιδόμενα αποσπάσματα είναι ωστόσο (πλην της αναφοράς στην εκάστοτε μερική ποσότητα) ταυτόσημα από άποψη περιεχομένου με το κύριο πιστοποιητικό. Μεταξύ άλλων, αναφέρουν κάθε φορά τη συνολική ποσότητα για την οποία χορηγήθηκε το κύριο πιστοποιητικό. Εφόσον το επιθυμεί ο αιτών, το αντίτυπο αριθ. 1 του εκάστοτε αποσπάσματος αποστέλλεται από το IBAP απευθείας στη μεταφορική εταιρία που υποδεικνύει ο αιτών.
18. Στο Ηνωμένο Βασίλειο τα συμπληρωματικά στοιχεία, στα οποία αναφέρθηκα στο σημείο 14 των προτάσεών μου, παρέχονται με το έντυπο C88(CAP). Ο δικαιούχος του πιστοποιητικού συμπληρώνει το έντυπο αυτό (σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2670/81 για τους παραγωγούς ζαχάρεως) και το διαβιβάζει είτε απευθείας στο τελωνείο είτε στη μεταφορική εταιρία που χρησιμοποιεί. Στην περίπτωση που η μεταφορική εταιρία λάβει απευθείας από το IBAP το αντίτυπο αριθ. 1 του πιστοποιητικού και το έντυπο C88(CAP) από τον δικαιούχο του πιστοποιητικού, τότε παραδίδει αμφότερα στο τελωνείο.
19. Κατά την ή μετά την εξαγωγή, το τελωνείο καταχωρίζει και θεωρεί το έντυπο C88(CAP) και το αποστέλλει στο IBAP. Το τελωνείο καταχωρίζει επίσης και θεωρεί το έντυπο αριθ. 1 του πιστοποιητικού, ωστόσο το επιστρέφει στον δικαιούχο του πιστοποιητικού ή στη μεταφορική εταιρία. Στην περίπτωση που αποσταλεί η συνολική ποσότητα, στην οποία αναφέρεται το πιστοποιητικό, τότε ο δικαιούχος του πιστοποιητικού ή η μεταφορική εταιρία αποστέλλουν το σφραγισθέν από το τελωνείο αντίτυπο αριθ. 1 του πιστοποιητικού στο IBAP εντός 60 ημερών από της εξαγωγής.
III – Πραγματικά περιστατικά και κύρια δίκη
20. Στις 7 Αυγούστου 1997 η British Sugar υπέβαλε αίτηση με την οποία ζήτησε τη χορήγηση κύριου πιστοποιητικού εξαγωγής για 20 000 τόνους ζαχάρεως Γ, την οποία χορήγησε την επόμενη μέρα το IBAP με το υπ’ αριθ. 3SG00070 πιστοποιητικό εξαγωγής. Αυτό το κύριο πιστοποιητικό ίσχυε μέχρι και τις 30 Νοεμβρίου 1997. Ταυτοχρόνως ζητήθηκε και χορηγήθηκε ένα πρώτο απόσπασμα. Το αντίτυπο αριθ. 1 του πρώτου αποσπάσματος απεστάλη – όπως ζήτησε η British Sugar – από το IBAP στη μεταφορική εταιρία που υπέδειξε η British Sugar.
21. Συνολικώς, η British Sugar ζήτησε τη χορήγηση 60 αποσπασμάτων βάσει του κύριου πιστοποιητικού. Όλα τα αντίτυπα αριθ. 1 των αποσπασμάτων απεστάλησαν, όπως είχε ζητήσει η British Sugar, από το IBAP απευθείας στη μεταφορική εταιρία. Επομένως, η British Sugar δεν είχε στα χέρια της κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών ούτε τα αντίτυπα αριθ. 1 των αποσπασμάτων ούτε τα αντίτυπα αριθ. 1 και 2 του κύριου πιστοποιητικού τα οποία είχαν παραμείνει στο IBAP.
22. Ειδικότερα, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι δύο αποσπάσματα τα οποία στηρίζονται στο υπ’ αριθ. 3SG00070 κύριο πιστοποιητικό, ήτοι το 3ο και το 46ο απόσπασμα.
Επί του 3ου αποσπάσματος
23. Το τρίτο απόσπασμα φέρει τον αριθμό 3SG00070/3. Η αίτηση για τη χορήγησή του υποβλήθηκε με το τυποποιημένο έγγραφο αιτήσεως που χρησιμοποιούσε η British Sugar, όπου στη θέση «ζητούμενη ποσότητα» αναφερόταν η ζητούμενη ποσότητα εξαγωγής με τον αριθμό «2 900» χωρίς να αναφέρεται η μονάδα μετρήσεως, παραπλεύρως δε αναγραφόταν ολογράφως «δύο χιλιάδες εννιακόσια χιλιόγραμμα». Η British Sugar υποστήριξε κατά την κύρια δίκη ότι η τελευταία αναγραφή ήταν εσφαλμένη λόγω τυπογραφικού λάθους και ότι η αληθής βούλησή της ήταν να ζητήσει τη χορήγηση αποσπάσματος για «δύο χιλιάδες εννιακόσιους τόνους».
24. Το IBAP χορήγησε το τρίτο απόσπασμα για ποσότητα «2,9 τόνων» στις 11 Αυγούστου 1997 και σημείωσε την καταλογιζόμενη ποσότητα επί του κύριου πιστοποιητικού. Αρχικώς είχε τυπωθεί η ένδειξη «2 900» στο τετραγωνίδιο 38 («καθαρό βάρος [kg]») του εντύπου C88(CAP). Ωστόσο, η μεταφορική εταιρία διόρθωσε με χειρόγραφη σημείωσή της το έντυπο C88(CAP) καταχωρώντας την ένδειξη «2 900 000». Περαιτέρω, η μεταφορική εταιρία περιέγραψε το φορτίο στο προς τούτο προβλεπόμενο τετραγωνίδιο 31 («παρτίδες και περιγραφή των εμπορευμάτων») ως «λευκή κρυσταλλική ζάχαρη 58 000 x 50 kg» (ήτοι 2 900 000 kg). Στο τετραγωνίδιο 47 («λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την ποσότητα») αναφερόταν ο αριθμός «2 900» στη στήλη με την επιγραφή «καθαρό βάρος», η δε στήλη με την επιγραφή «μονάδα» ήταν ασυμπλήρωτη. Στη στήλη που επιγραφόταν «πιστοποιητικό εξαγωγής» αναφερόταν το απόσπασμα αριθ. 3SG00070/3, το οποίο είχε χορηγηθεί για ποσότητα «2,9 τόνων».
25. Στις 14 Αυγούστου 1997 η μεταφορική εταιρία υπέβαλε στο τελωνείο το έντυπο C88(CAP) και το αντίτυπο αριθ. 1 του τρίτου αποσπάσματος με συνοδευτική περιγραφή με την οποία εζητείτο άδεια για τη φόρτωση «3 000 τόνων» ζαχάρεως Γ. Με το ίδιο έγγραφο εζητείτο από το τελωνείο να σφραγίσει το έγγραφο ως απόδειξη σχετική με τη χορήγηση άδειας φορτώσεως. Το τελωνείο σφράγισε το έγγραφο αυθημερόν.
26. Το φορτίο των 2 900 000 kg ζαχάρεως Γ εξήχθη από το Ηνωμένο Βασίλειο στις 22 Αυγούστου 1997.
27. Η διασάφηση της εξαγωγής έγινε δεκτή από το τελωνείο στις 29 Αυγούστου 1997 και το έντυπο C88(CAP) καταχωρίστηκε και θεωρήθηκε αυθημερόν. Επιπλέον, το τελωνείο έθεσε τη σφραγίδα του παραπλεύρως της ενδείξεως «2 900 000» που είχε διορθωθεί με χειρόγραφη σημείωση της μεταφορικής εταιρίας. Το τελωνείο σφράγισε επίσης το έντυπο C88(CAP) θέτοντας ένα Χ στο τετραγωνίδιο Α1, το οποίο αναφέρει «πιστοποιείται ότι τα αναφερόμενα προϊόντα εγκατέλειψαν το Ηνωμένο Βασίλειο […] και εξήχθησαν σε χώρα μη μέλος της ΕΕ». Επί του αντιτύπου αριθ. 1 του τρίτου αποσπάσματος το τελωνείο καταλόγισε «2 900 Τ» και ολογράφως «δύο εκατομμύρια εννιακόσιες χιλιάδες κιλά» και έθεσε παραπλεύρως σφραγίδα και υπογραφή. Το IBAP έλαβε το αντίτυπο αριθ. 1 του τρίτου αποσπάσματος στις 15 Σεπτεμβρίου 1997.
28. Ακολούθως, βάσει του κύριου πιστοποιητικού ζητήθηκαν και χορηγήθηκαν 57 ακόμη αποσπάσματα (μέχρι εξαντλήσεως της συνολικής ποσότητας του κύριου πιστοποιητικού) ακριβώς βάσει του ότι το τρίτο απόσπασμα είχε χορηγηθεί και χρησιμοποιηθεί μόνο για ποσότητα 2,9 τόνων ζαχάρεως Γ.
Επί του 46ου αποσπάσματος (21)
29. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1997, η British Sugar έλαβε κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της το υπ’ αριθ. 3SG00070/46 απόσπασμα για 298,2 τόνους. Από την ανωτέρω ποσότητα μεταφέρθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1997 (ήτοι πολύ πριν από την τελευταία ημέρα ισχύος του κύριου πιστοποιητικού) φορτίο 140 τόνων. Ωστόσο, ένα δεύτερο φορτίο 158,2 τόνων εξήχθη στις 3 Δεκεμβρίου 1997 (ήτοι τρεις ημέρες μετά τη λήξη της ισχύος του κύριου πιστοποιητικού). Το τελωνείο έθεσε, κατά την ημερομηνία εκάστης εξαγωγής, σημείωση περί καταλογισμού παραπλεύρως των ποσοτήτων των αντίστοιχων τμηματικών φορτίων.
30. Περαιτέρω, το τελωνείο σφράγισε, με αναφερόμενη ημερομηνία την 3η Δεκεμβρίου 1997, το έντυπο C88(CAP) το οποίο αναφερόταν σε συνολική ποσότητα 480 000 kg, στο δε τετραγωνίδιο 47 («λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την ποσότητα») γινόταν αναφορά μεταξύ άλλων σε φορτίο «158,2» (χωρίς να προσδιορίζεται η μονάδα μετρήσεως) σε σχέση με το υπ’ αριθ. «3SG00070/46» απόσπασμα. Επιπλέον, το τελωνείο έθεσε Χ στο τετραγωνίδιο Α1 του εν λόγω εντύπου, το οποίο έφερε τη σημείωση «πιστοποιείται ότι τα αναφερόμενα προϊόντα εγκατέλειψαν το Ηνωμένο Βασίλειο […] και εξήχθησαν σε χώρα μη μέλος της ΕΕ».
31. Στις 9 Δεκεμβρίου 1997 το IBAP έλαβε το εν λόγω έντυπο C88(CAP) που αφορούσε την επιμέρους ποσότητα των 158,2 τόνων η οποία αναφερόταν στο 46ο απόσπασμα.
Η περαιτέρω εξέλιξη
32. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1997, ημερομηνία κατά την οποία το IBAP έλαβε το αντίτυπο αριθ. 1 του τρίτου αποσπάσματος, άρχισε ο έλεγχος των εγγράφων εξαγωγής και διαπιστώθηκε ότι η ποσότητα ζαχάρεως Γ (2 900 000 kg) που αναγραφόταν στο αντίστοιχο έντυπο C88(CAP) που είχε υποβληθεί στο τελωνείο δεν συνέπιπτε με την ποσότητα που είχε εγκριθεί με το τρίτο απόσπασμα (2 900 kg). Η British Sugar ενημερώθηκε με επιστολές της 9ης και της 15ης Οκτωβρίου 1997 για το γεγονός αυτό και της ζητήθηκε μεταξύ άλλων: «Σας παρακαλούμε να μας επιβεβαιώσετε την εξαχθείσα ποσότητα βάσει του ως άνω αποσπάσματος, δεδομένου ότι η εσφαλμένη χρήση των πιστοποιητικών θα επηρεάσει τα στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η σύγκριση της ποσότητας της παραχθείσας ζαχάρεως Γ με την ποσότητα της εξαχθείσας ζαχάρεως Γ».
33. Δεν είναι με λεπτομέρειες γνωστό το πότε και για ποιες ποσότητες ζητήθηκαν, χορηγήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν τα αποσπάσματα που έλαβε η British Sugar μετά το τρίτο απόσπασμα. Στις 9 Οκτωβρίου 1997 (ήτοι την ημερομηνία κατά την οποία η British Sugar έλαβε γνώση της αναντιστοιχίας των ποσοτήτων) απέμεναν από το κύριο πιστοποιητικό, σύμφωνα με τους καταλογισμούς των μέχρι τότε χορηγηθεισών και χρησιμοποιηθεισών αποσπασμάτων, μόνον 29 525 τόνοι από τη συνολική ποσότητα. Στις 16 Οκτωβρίου 1997 η υπολειπόμενη αυτή ποσότητα εξήχθη με το αιτηθέν και χορηγηθέν για την ποσότητα αυτή τελευταίο (60ό) απόσπασμα.
34. Κατά την ημερομηνία λήψεως του αντιτύπου αριθ. 1 του 46ου αποσπάσματος, ήτοι στις 9 Δεκεμβρίου 1997, το IBAP έλεγξε και αυτά τα έγγραφα εξαγωγής και ανακάλυψε ότι οι 158,2 τόνοι ζαχάρεως Γ του 46ου αποσπάσματος εξήχθησαν στις 3 Δεκεμβρίου, ήτοι μετά τη λήξη της ισχύος του κύριου πιστοποιητικού. Η British Sugar ενημερώθηκε μετ’ ολίγον εγγράφως για την παρατυπία αυτή.
35. Σύμφωνα με τις αναπτύξεις του αιτούντος δικαστηρίου, η British Sugar επικοινώνησε με το IBAP στις 19 Δεκεμβρίου 1997 προκειμένου να ενημερωθεί για τις ασάφειες του τρίτου αποσπάσματος. Ακολούθησαν και άλλες επαφές κατά τις οποίες δεν επετεύχθη συμφωνία επί της ουσίας. Τελικώς, με έγγραφο της 20ής Απριλίου 1998 η British Sugar ζήτησε επισήμως από το IBAP να ασκήσει, ως προς το τρίτο απόσπασμα το οποίο είχε ζητηθεί εκ παραδρομής για «2 900 kg», τις αρμοδιότητες που του παρείχε το άρθρο 24 του κανονισμού 3719/88 προκειμένου «να ρυθμιστεί το ζήτημα και να διορθωθούν οι ανακρίβειες». Το IBAP αρνήθηκε να προβεί σε μία τέτοια διόρθωση.
36. Με έγγραφο της 30ής Απριλίου 1998, το IBAP επέβαλε πρόστιμο, το οποίο υπολογίστηκε βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81. Το πρόστιμο αφορά 3 055,3 τόνους ζαχάρεως. Το ποσό προκύπτει από την πρόσθεση των 2 897,1 τόνων (ήτοι 2 900 τόνων μείον 2,9 τόνων), οι οποίοι κατά την άποψη του BAP δεν καλύπτονται από το τρίτο απόσπασμα και των 158,2 τόνων οι οποίοι αντιστοιχούν στο 46ο απόσπασμα, και οι οποίοι – κατά την άποψη του IBAP – δεν καλύπτονται πλέον από το κύριο πιστοποιητικό λόγω λήξεως της ισχύος του. Το επιβληθέν πρόστιμο ανέρχεται συνολικώς σε 1 455 520,49 λίρες Αγγλίας (GBP).
37. Με την προσφυγή της ενώπιον του High Court of Justice, Queen’s Bench Division, η British Sugar στρέφεται κατά του προστίμου που της επέβαλε το IBAP.
IV – Προδικαστικά ερωτήματα
38. Με διάταξη της 20ής Ιουλίου 2001, το High Court of Justice, Queen’s Bench Division υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Σε περίπτωση στην οποία:
α) ένας έμπορος εξάγει ποσότητα ζάχαρης Γ η οποία υπερβαίνει την ποσότητα για την οποία έλαβε σχετικό πιστοποιητικό ή/και
β) ένας έμπορος εξάγει ζάχαρη Γ μετά τη λήξη της ισχύος του πιστοποιητικού που επιτρέπει την εξαγωγή και
γ) έστω και αν πράγματι η σχετική ποσότητα ζάχαρης Γ εξήχθη από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας,
πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει προσκομιστεί η απόδειξη που απαιτείται βάσει της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81, όσον αφορά την ως άνω εξαγωγή ή το ως άνω στοιχείο της εξαγωγής που δεν καλύπτεται από ισχύον πιστοποιητικό;
2) Στην περίπτωση που περιγράφεται στο ερώτημα 1, υπό α΄, ανωτέρω, είναι διαφορετική η απάντηση που πρέπει να δοθεί όταν:
α) ο έμπορος υπέβαλε στις τελωνειακές αρχές έντυπο τελωνειακής δηλώσεως (C88) με χειρόγραφη διόρθωση έτσι ώστε να αντιστοιχεί στην πράγματι εξαχθείσα ποσότητα και
β) οι τελωνειακές αρχές προέβησαν σε θεώρηση του σχετικού αποσπάσματος πιστοποιητικού όσον αφορά την εκ μέρους του εμπόρου αναγραφή της πράγματι εξαχθείσας ποσότητας;
3) Διαφέρει η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα 1 ανωτέρω αν η σχετική κατάσταση είχε ως ακολούθως:
α) ο έμπορος θέλησε να ζητήσει τη χορήγηση αποσπάσματος για 2 900 τόνους·
β) λόγω σφάλματος του εμπόρου, χορηγήθηκε απόσπασμα πιστοποιητικού για 2,9 τόνους, αυτή δε η ποσότητα των 2,9 τόνων καταγράφηκε τόσο στα βιβλία του Intervention Board όσο και του εμπόρου
γ) το απόσπασμα του πιστοποιητικού χορηγήθηκε, συμφωνούντος του εμπόρου, σε εκπρόσωπό του έτσι ώστε να αντιστοιχεί προς την πραγματική πρόθεση του εμπόρου να εξαγάγει 2 900 τόνους·
δ) στη συνέχεια, το ως άνω πιστοποιητικό θεωρήθηκε από τις τελωνειακές αρχές όσον αφορά την εξαγωγή 2 900 τόνων ζάχαρης·
ε) για τη σχετική ποσότητα ζάχαρης χρησιμοποιήθηκε έντυπο αιτήσεως πιστοποιητικού εξαγωγής C88 για 2 900 τόνους, το οποίο εγκρίθηκε και σφραγίσθηκε στη συνέχεια από τις τελωνειακές αρχές·
στ) εξήχθησαν πράγματι 2 900 τόνοι ζάχαρης·
ζ) κατόπιν υποβολής σχετικών αιτήσεων χορηγήθηκαν αποσπάσματα πιστοποιητικού εξαγωγής με βάση ότι είχε προηγουμένως επιτραπεί η εξαγωγή μόνο 2,9 τόνων·
η) κάθε απόσπασμα πιστοποιητικού που εκδόθηκε στη συνέχεια χορηγήθηκε και θεωρήθηκε κανονικά, ενώ εξήχθησαν πράγματι όλες οι αναγραφόμενες σ’ αυτά ποσότητες ζάχαρης·
θ) τελικά εξήχθησαν 2 897,1 τόνοι ζάχαρης επιπλέον του όγκου τον οποίο επέτρεπε το αρχικό πιστοποιητικό;
4) Επιτρέπει το άρθρο 24 του κανονισμού 3719/88 στην αρμόδια αρχή να ανακαλέσει το απόσπασμα ή το πιστοποιητικό ή κάποιο άλλο σχετικό έγγραφο, αλλά και κάθε προηγουμένως χορηγηθέν απόσπασμα, και επιβάλλει το άρθρο αυτό στην αρμόδια αρχή να χορηγήσει αμελλητί διορθωμένο πιστοποιητικό ή απόσπασμα ή άλλο σχετικό έγγραφο όταν:
α) δεν υφίσταται πρόδηλο ή προφανές σφάλμα στο ίδιο το σώμα του πιστοποιητικού ή του αποσπάσματος και όταν δεν υπήρξε σφάλμα εκ μέρους της εκδούσας αρχής ή/και
β) η διόρθωση ζητείται μετά τη λήξη της ισχύος του σχετικού αποσπάσματος ή του κύριου πιστοποιητικού;
γ) Ασκεί κάποια επιρροή το ενδεχόμενο ο έμπορος να είχε την πρόθεση να ζητήσει τη χορήγηση αποσπάσματος πιστοποιητικού (με βάση ήδη χορηγηθέν πιστοποιητικό) για ποσότητα μεγαλύτερη από αυτή την οποία ζήτησε;
5) Αν οι απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα είναι αρνητικές, συνιστούν οι διατάξεις του άρθρου 24 του κανονισμού 3719/88 της Επιτροπής προσβολή των αρχών του κοινοτικού δικαίου περί αναλογικότητας ή/και ισότητας, καθόσον η παράλειψη προβλέψεως εξουσίας προς διόρθωση του κύριου πιστοποιητικού, του αποσπάσματος ή κάθε σχετικού εγγράφου μπορεί να οδηγήσει, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω περιγραφόμενες περιπτώσεις, σε επιβολή προστίμου βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 2670/81 της Επιτροπής;
6) α) Έχουν το εθνικό δικαστήριο ή/και η εθνική αρχή τη διακριτική ευχέρεια να μειώνουν το ύψος του προστίμου που πρέπει να επιβληθεί βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 2670/81 της Επιτροπής;
β) Αν ναι, υφίστανται κάποιοι παράγοντες στην υπό κρίση υπόθεση τους οποίους το Δικαστήριο θεωρεί ως σημαντικούς όσον αφορά την άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας;
7) Στις περιπτώσεις που περιγράφονται στα σημεία 33 έως 35 (22) [της διατάξεως περί παραπομπής που παρατίθενται στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως], είναι νόμιμη η επιβολή προστίμου βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 2670/81;»
V – Ουσιώδη επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
39. Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο φρονούν ότι η απόδειξη που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81 δεν θεωρείται ότι έχει προσκομισθεί σε περίπτωση εξαγωγής καθ’ υπέρβαση της ποσότητας (3ο απόσπασμα) ή της διάρκειας ισχύος (46ο απόσπασμα) του κύριου πιστοποιητικού.
40. Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλούνται κατ’ αρχάς, εν γένει, την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Südzucker Mannheim (23) καθώς και το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3719/88. Φρονώ ότι εξ αμφοτέρων προκύπτει η ιδιαίτερη σημασία του συστήματος ελέγχου σε μία πλήρως ρυθμισμένη αγορά βάσει του συστήματος ποσοστώσεων της ΚΟΑ ζαχάρεως. Οι ποσότητες που αναφέρονται στα πιστοποιητικά καθώς και η καθοριζόμενη μέσω της διάρκειας ισχύος των πιστοποιητικών προθεσμία για την πραγματοποίηση της εξαγωγής έχουν κεφαλαιώδη σημασία για τη λειτουργία του όλου συστήματος.
41. Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο τονίζουν ειδικώς όσον αφορά το τρίτο απόσπασμα ότι κατ’ αποτέλεσμα εξήχθησαν εν πάση περιπτώσει άνευ πιστοποιητικού 2 897,1 τόνοι ζαχάρεως Γ: είτε λόγω της αναντιστοιχίας μεταξύ των επιμέρους ποσοτήτων που εγκρίθηκαν και αυτών που πράγματι εξήχθησαν είτε το αργότερο όταν η British Sugar υπερέβη τη συνολική ποσότητα του κύριου πιστοποιητικού, διότι όλα τα περαιτέρω αποσπάσματα χορηγήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν βάσει του τρίτου αποσπάσματος το οποίο είχε χορηγηθεί μόνο για 2,9 τόνους.
42. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι το σφάλμα είναι δυνατό να διορθωθεί από τον αντιπρόσωπο του παραγωγού ζαχάρεως (εν προκειμένω τη μεταφορική εταιρία), ο οποίος διόρθωσε την ένδειξη της ποσότητας αναγράφοντας την ποσότητα που έπρεπε πράγματι να εξαχθεί. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του Südzucker Mannheim ότι η απόδειξη μέσω άλλων στοιχείων της πράγματι εξαχθείσας ποσότητας δεν απαλλάσσει τον δικαιούχο του πιστοποιητικού από την υποχρέωση να τηρεί πλήρως τις διατάξεις που διέπουν τις τυπικές διαδικασίες για τις εξαγωγές ζαχάρεως.
43. Ούτε η συμπεριφορά του τελωνείου επηρεάζει τις παρατυπίες της εξαγωγής. Ο καταλογισμός της πράγματι εξαχθείσας ποσότητας και η θεώρηση του τροποποιηθέντος από το τελωνείο εντύπου C88(CAP) αναφέρεται απλώς στην ποσότητα εξαγωγής, όχι όμως στο αν η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί ή όχι προς την ποσότητα που αναγραφόταν στο απόσπασμα. Πράγματι, το τελωνείο ευθύνεται μόνο για τον έλεγχο της καθαυτό εξαγωγής. Η διαχείριση και ο έλεγχος της ΚΟΑ ζαχάρεως ανήκουν αποκλειστικά στις αρχές που χορηγούν τα πιστοποιητικά.
44. Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ως προς την ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τη 17η αιτιολογική σκέψη και να τύχει στενής ερμηνείας ως ρύθμιση που εισάγει εξαίρεση. Επομένως, η εφαρμογή της διατάξεως αυτής περιορίζεται, κατά την άποψή τους, στις περιπτώσεις ανακριβειών που εμφιλοχωρούν στο ίδιο το πιστοποιητικό καθώς και στα σφάλματα στα οποία υποπίπτουν οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση των πιστοποιητικών. Επομένως, στην περίπτωση που η αρμόδια αρχή εγκρίνει την ποσότητα εξαγωγής την οποία έχει ζητήσει ο παραγωγός ζαχάρεως, ουδεμία προφανής ανακρίβεια υπάρχει. Η βούληση του παραγωγού ζαχάρεως κατά την υποβολή της αιτήσεως δεν ασκεί καμία επιρροή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα υποκειμενικό στοιχείο του οποίου η συνεκτίμηση θα ήταν αντίθετη με την αποτελεσματική διαχείριση της ρυθμισμένης αγοράς ζαχάρεως.
45. Επιπλέον, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο φρονούν ότι μετά τη λήξη της ισχύος του κύριου πιστοποιητικού δεν είναι πλέον δυνατή η διόρθωση βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88. Η 17η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η εξασφάλιση της καλής διαχειρίσεως της κοινής οργανώσεως των αγορών. Ωστόσο, η αποτελεσματική διαχείριση της ΚΟΑ ζαχάρεως απαιτεί όπως οι αρμόδιες υπηρεσίες είναι επακριβώς και εμπροθέσμως ενημερωμένες σχετικά με το εκάστοτε επίπεδο των εξαγωγών ζαχάρεως, πράγμα το οποίο δεν διασφαλίζεται στην περίπτωση που υπάρχουν αναδρομικές τροποποιήσεις των πιστοποιητικών.
46. Όσον αφορά το κατά πόσον το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 είναι σύμφωνο με τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλούνται επίσης την απόφαση επί της υποθέσεως Südzucker (24) στην οποία διατυπώνεται η γενική εκτίμηση ότι η υποχρέωση τηρήσεως των διατάξεων που διέπουν τις τυπικές διαδικασίες για τη χορήγηση πιστοποιητικών δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους για τη λειτουργία της ΚΟΑ ζαχάρεως. Επιπλέον, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (25) επί της αρχής της αναλογικότητας προκύπτει ότι η αναλογικότητα πρέπει να εκτιμάται βάσει του σκοπού της εκάστοτε ρυθμίσεως. Τα πιστοποιητικά επιτελούν στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της ΚΟΑ ζαχάρεως λειτουργία κεφαλαιώδους σημασίας και, ως εκ τούτου, το περιεχόμενό τους πρέπει να τροποποιείται μόνο βάσει των αυστηρών προϋποθέσεων του άρθρου 24 του κανονισμού 3719/88. Και στην περίπτωση κατά την οποία δεν εφαρμοζόταν το άρθρο αυτό, ο δικαιούχος του πιστοποιητικού δεν θα υφίστατο υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, δεδομένου ότι στην περίπτωση που η αναγραφόμενη ποσότητα επί του αποσπάσματος στηρίζεται στα εσφαλμένα στοιχεία της αιτήσεως του παραγωγού ζαχάρεως, ο τελευταίος (ή ο αντιπρόσωπός του) λαμβάνουν γνώση του σφάλματος το αργότερο κατά την επιστροφή του αποσπάσματος και μπορούν να ζητήσουν πάραυτα τη χορήγηση και άλλων αποσπασμάτων για την ποσότητα που πράγματι επιθυμούν να εξαγάγουν.
47. Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ως προς το αν το άρθρο 24 του κανονισμού 3719/88 είναι σύμφωνο με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ότι τα πιστοποιητικά είναι μεν δυνατό να διορθωθούν στην περίπτωση που υπάρχει πρόδηλο σφάλμα ή στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές έχουν υποπέσει σε σφάλμα, όχι όμως στην περίπτωση που τα πιστοποιητικά αυτά ανταποκρίνονται στα εσφαλμένα στοιχεία της αιτήσεως του παραγωγού ζαχάρεως. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει τα όμοια κατά τρόπο όμοιο και τα ανόμοια κατά τρόπο ανόμοιο και, επομένως, δεν υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας.
48. Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλουν ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81, σε σχέση με το ύψος του προστίμου, ότι η επακριβώς οριζόμενη μέθοδος που προβλέπει το άρθρο αυτό σε σχέση με τον υπολογισμό του προστίμου δεν αφήνει κατ’ αρχήν κανένα περιθώριο για διαφορετική απόφαση των αρμόδιων αρχών και/ή των εθνικών δικαστηρίων. Αυτή η έννομη συνέπεια έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διασφάλιση της καλής λειτουργίας της ΚΟΑ ζαχάρεως. Ο ελαστικός υπολογισμός του προστίμου θα είχε ως συνέπεια να τυγχάνουν αδικαιολογήτως διαφορετικής μεταχειρίσεως οι επιχειρήσεις στα διάφορα κράτη μέλη.
49. Η British Sugar φρονεί ότι τα αποδεικτικά στοιχεία θεωρούνται ότι έχουν προσκομιστεί κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81 και στην περίπτωση που υπάρχει υπέρβαση της αναφερόμενης στο πιστοποιητικό ποσότητας (3ο απόσπασμα) ή της διάρκειας ισχύος της (46ο απόσπασμα).
50. Η British Sugar στηρίζει την άποψή της στο γεγονός ότι τα πιστοποιητικά παράγουν εν γένει έννομες συνέπειες όχι μόνον ως προς την ένδειξη της εγκριθείσας ποσότητας και του χρόνου εντός του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί η εξαγωγή και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εξαγωγή «άνευ πιστοποιητικού». Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81 εξυπηρετεί την απόδειξη της πραγματικής εξαγωγής. Η εξαγωγή που όντως πραγματοποιήθηκε αποδεικνύεται μέσω του νομότυπου καταλογισμού και της θεωρήσεως του αποσπάσματος από το τελωνείο το οποίο ενεργεί εν προκειμένω ως αντιπρόσωπος του IBAP. Ο γενικός σκοπός των πιστοποιητικών έγκειται στη διατήρηση ακριβών στοιχείων όσον αφορά το κοινοτικό εμπόριο των γεωργικών προϊόντων.
51. Όσον αφορά το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88, η British Sugar υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τη 17η αιτιολογική σκέψη και από τον γενικό σκοπό των πιστοποιητικών που αφορούν γεωργικά προϊόντα (διατήρηση ακριβών στοιχειών σχετικά με το κοινοτικό εμπόριο των γεωργικών προϊόντων), δεν εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση σφαλμάτων από τις αρμόδιες αρχές, αλλά σε κάθε περίπτωση «πρόδηλων ανακριβειών» του πιστοποιητικού. Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή το αν η διαπίστωση του σφάλματος προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο. Το αργότερο έως τις 15 Σεπτεμβρίου 1997 μπορούσε το IBAP βάσει των διαβιβασθέντων εγγράφων να διαπιστώσει την αναντιστοιχία μεταξύ των αναφερομένων ποσοτήτων και να αποτρέψει, τροποποιώντας το τρίτο απόσπασμα ούτως ώστε να αντιστοιχεί στην πράγματι εξαχθείσα ποσότητα, τη χορήγηση και άλλων αποσπασμάτων καθώς και, τελικώς, την υπέρβαση της συνολικής ποσότητας του κύριου πιστοποιητικού.
52. Κατά την British Sugar, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 πρέπει να εφαρμόζεται και μετά τη λήξη της ισχύος του κύριου πιστοποιητικού. Η διάταξη δεν περιλαμβάνει έναν τέτοιου είδους περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της και οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα αντέβαινε στον προεκτέθεντα γενικό σκοπό των πιστοποιητικών.
53. Ως προς τη συμβατότητα του άρθρου 24 του κανονισμού 3719/88 με την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, η British Sugar επικαλείται τη γενική νομολογία του Δικαστηρίου (26). Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με τις ανωτέρω αρχές η επιβολή προστίμου ύψους 1 500 000 GBP για ένα απλό εκ παραδρομής σφάλμα το οποίο εμφιλοχώρησε στην αίτηση.
54. Σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 ως προς το ύψος του προστίμου, η British Sugar επικαλείται τα σημεία 78 επ. και 88 επ. των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Mischo επί της υποθέσεως British Sugar (27), από τις οποίες προκύπτει ότι η διάταξη αυτή θα αντέβαινε στην αρχή της αναλογικότητας αν ήταν απεριορίστως εφαρμοστέα στις περιπτώσεις ελαφράς αμέλειας καθώς και στην περίπτωση συντρέχουσας ευθύνης των αρμόδιων αρχών.
VI – Επί της απαντήσεως των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Επί του πρώτου έως του τρίτου και επί του έβδομου προδικαστικού ερωτήματος
55. Το κοινό ερώτημα που θέτουν αυτά τα προδικαστικά ερωτήματα είναι το πότε θεωρείται ότι έχει προσκομιστεί η απόδειξη που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2670/81 (στο εξής: εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποδείξεως).
56. Αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων 1α και 1γ, 2 καθώς και του προδικαστικού ερωτήματος 3 είναι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποδείξεως στην περίπτωση που υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ της ποσότητας που πράγματι εξήχθη και της αναγραφόμενης στο πιστοποιητικό ποσότητας εξαγωγής.
Συναφώς, τα προδικαστικά ερωτήματα 2, 3δ έως 3στ αφορούν το ποια σημασία μπορεί να έχει για το ζήτημα της εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αποδείξεως η βεβαίωση του τελωνείου ότι όντως πραγματοποιήθηκε η εξαγωγή καθώς και η βεβαίωση σχετικά με το ποια ποσότητα πράγματι εξήχθη.
Με τα σκέλη α έως γ του προδικαστικού ερωτήματος 3 ερωτάται το ποια σημασία μπορεί να έχει το γεγονός ότι ο παραγωγός ζαχάρεως ζήτησε εκ παραδρομής τη χορήγηση αποσπάσματος για μικρότερη ποσότητα από αυτήν που πράγματι είχε σκοπό να εξαγάγει, το δε απόσπασμα χορηγήθηκε σύμφωνα με τα στοιχεία της υποβληθείσας αιτήσεως και, εν τέλει, το απόσπασμα διορθώθηκε αυθαίρετα προκειμένου να συμβαδίσει με την ποσότητα η οποία επρόκειτο αρχικώς να εξαχθεί. Τα σκέλη ζ έως θ του προδικαστικού αυτού ερωτήματος αφορούν ένα ιδιαίτερο ζήτημα, ήτοι το ότι η ποσότητα που ζητήθηκε και χορηγήθηκε με τα επόμενα αποσπάσματα είχε υπολογισθεί βάσει του αιτηθέντος αποσπάσματος στο οποίο αναγραφόταν εκ παραδρομής μία πολύ μικρή ποσότητα, πράγμα που είχε τελικώς ως αποτέλεσμα την υπέρβαση της συνολικής ποσότητας που είχε εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό.
57. Αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων 1β και 1γ είναι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποδείξεως στην περίπτωση που δεν συμπίπτει η ημερομηνία εξαγωγής που ορίζει το πιστοποιητικό με την ημερομηνία κατά την οποία όντως πραγματοποιήθηκε η εξαγωγή. Φρονώ ότι το προδικαστικό ερώτημα 7 αφορά το ίδιο νομικό ζήτημα, διότι, αφενός, το ζήτημα αυτό αναφέρεται στις σκέψεις της διατάξεως παραπομπής οι οποίες εξετάζουν αυτό το πραγματικό γεγονός και διότι, αφετέρου, τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι μετέχοντες στη διαδικασία ενδιαφέρονται, στο πλαίσιο της απαντήσεως αυτού του ερωτήματος, αποκλειστικά για τις προϋποθέσεις του πραγματικού που αφορούν το αντίστοιχο μέρος το προστίμου.
1. Επί του ερωτήματος αν η υποχρέωση αποδείξεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2670/81 αναφέρεται μόνο στην εξαγωγή που όντως πραγματοποιήθηκε ή/και στην εξαγωγή που είναι σύμφωνη με το πιστοποιητικό
58. Με τα προδικαστικά ερωτήματα 1α έως 1γ και 7 ερωτάται αν η υποχρέωση αποδείξεως εκπληρώνεται στην περίπτωση που αποδεικνύεται μόνον η πράγματι εξαχθείσα ποσότητα ζαχάρεως ή η πραγματική ημερομηνία εξαγωγής, όχι όμως και το αν είναι σύμφωνες με την ποσότητα εξαγωγής ή την ημερομηνία εξαγωγής που αναφέρει το πιστοποιητικό (28).
59. Φρονώ ότι η υποχρέωση αποδείξεως εκπληρώνεται μόνον όταν αποδεικνύεται ότι η εξαγωγή είναι σύμφωνη με τους όρους του πιστοποιητικού. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν οι ακόλουθες εκτιμήσεις:
60. Το Δικαστήριο ασχολήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως Südzucker Mannheim (29), που αφορούσε την εξαγωγή ζαχάρεως Γ η οποία προφανώς είχε πραγματοποιηθεί χωρίς πιστοποιητικό (ή απόσπασμα), με τη σημασία των πιστοποιητικών για την εξαγωγή ζαχάρεως Γ στο πλαίσιο της ΚΟΑ ζαχάρεως και τόνισε την ιδιαίτερη σημασία που έχουν τα πιστοποιητικά για τη λειτουργία του όλου συστήματος των ποσοστώσεων.
61. Σκοπός των πιστοποιητικών εξαγωγής ζαχάρεως Γ είναι όχι μόνον το να αποδεικνύεται η εξαγόμενη ποσότητα και ο χρόνος της εξαγωγής, αλλά και τα λοιπά πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με την εξαγωγή (30), όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του. Σκοπός των πιστοποιητικών εξαγωγής ζαχάρεως Γ είναι κατά την άποψή μου επίσης η ρύθμιση, από χρονικής και από ποσοτικής απόψεως, των αντίστοιχων εξαγωγών, πράγμα που είναι αναγκαίο προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση ανεπιθύμητων συνεπειών επί της ΚΟΑ ζαχάρεως (31) και προκειμένου να είναι εφικτός ο έλεγχος των ποσοτήτων ζαχάρεως που διατίθενται στην παγκόσμια αγορά από την κοινή αγορά.
62. Και από τις αιτιολογικές σκέψεις του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι σκοπός των πιστοποιητικών εξαγωγής για αγροτικά προϊόντα δεν είναι μόνον η επιτήρηση, αλλά και η ρύθμιση της κυκλοφορίας των αγαθών με τρίτες χώρες. Πράγματι, η 8η και η 9η αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού ορίζουν ότι «πρέπει να προβλέπονται οι κατάλληλες διατάξεις ώστε να αποφεύγεται έγκαιρα η μη δέσμευση περιφερειακών πλεονασμάτων για εξαγωγές προς τρίτες χώρες» και ότι «για τον σκοπό αυτό, πρέπει να προβλέπεται η έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής ή εξαγωγής […] που θα εξασφαλίζει την πραγματοποίηση των πράξεων για τις οποίες έχουν ζητηθεί τα πιστοποιητικά αυτά» (32).
63. Αυτός είναι μεταξύ άλλων και ο λόγος για τον οποίον τα πιστοποιητικά εξαγωγής ζαχάρεως Γ χορηγούνται μόνο για περιορισμένη ποσότητα και όχι π.χ. γενικώς για τις ποσότητες ζαχάρεως Γ που μπορεί να παράγει μία επιχείρηση (οι οποίες είναι κατ’ αρχήν απεριόριστες). Το ίδιο ισχύει και για την περιορισμένη διάρκεια ισχύος των πιστοποιητικών λόγω της οποίας επιβάλλεται όπως οι εκάστοτε εξαγωγές πραγματοποιούνται εντός προθεσμίας η οποία διαφέρει από τη γενική προθεσμία εξαγωγής –κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους– η οποία αφορά τη συνολική ποσότητα ζαχάρεως Γ που παράγει μία επιχείρηση (33).
64. Επομένως, δεδομένου ότι σκοπός των πιστοποιητικών εξαγωγής είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιβολή ποσοστώσεων στην εξαγωγή ζαχάρεως Γ, η απόδειξη της τηρήσεως των ποσοτήτων και των προθεσμιών που αναγράφονται στα πιστοποιητικά πρέπει να θεωρηθεί υποχρεωτική. Έτσι, εξαγωγή η οποία πραγματοποιείται αποδεικνυομένης απλώς της πράγματι εξαχθείσας ποσότητας και της πραγματικής ημερομηνίας εξαγωγής, αλλά καθ’ υπέρβαση της ποσότητας που αναγράφεται στο πιστοποιητικό ή πέραν της προθεσμίας εξαγωγής, πρέπει να θεωρείται μη αποδεικνυόμενη εξαγωγή κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81, συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού.
65. Επομένως, στα προδικαστικά ερωτήματα 1α έως 1γ και 7 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν θεωρείται προσκομισθείσα η απόδειξη που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2670/81 στην περίπτωση που η πράγματι εξαχθείσα ποσότητα ζαχάρεως Γ υπερβαίνει την αναγραφόμενη στο πιστοποιητικό συνολική ποσότητα ή στην περίπτωση που η εξαγωγή πραγματοποιείται μετά τη λήξη της ισχύος του πιστοποιητικού. Ως εκ τούτου, ορθώς επιβάλλεται πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού επί της τελευταίας αυτής παραβάσεως.
2. Επί της σημασίας του καταλογισμού και της θεωρήσεως από το τελωνείο της πράγματι εξαχθείσας ποσότητας
66. Με τα προδικαστικά ερωτήματα 2 και 3δ έως 3στ τίθεται το ερώτημα αν η υπέρβαση της αναγραφόμενης στο πιστοποιητικό ποσότητας δεν παραβιάζει την υποχρέωση αποδείξεως στην περίπτωση που το τελωνείο καταλόγισε και θεώρησε το αντίστοιχο απόσπασμα και/ή τη συμπληρωματική απόδειξη ως προς την πράγματι εξαγόμενη ποσότητα. Φρονώ ότι αυτό δεν συμβαίνει.
67. Από το όλο σύστημα των πιστοποιητικών εξαγωγής ζαχάρεως Γ προκύπτει ότι υπάρχει κατανομή ρόλων μεταξύ των αρμόδιων για τη χορήγηση των πιστοποιητικών αρχών και του τελωνείου, βάσει δε της κατανομής αυτής οι αρχές αυτές είναι αρμόδιες για τη ρύθμιση και την εποπτεία των εξαγωγών ζαχάρεως και το τελωνείο είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της όντως πραγματοποιούμενης εξαγωγής. Και το τελωνείο μπορεί μεν κατ’ αρχήν να συγκρίνει την πράγματι εξαχθείσα ποσότητα με την ποσότητα που αναγράφεται στο πιστοποιητικό και/ή στα αποσπάσματα και να διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβάσεως. Εντούτοις, ουδεμία διάταξη υπάρχει στους κανονισμούς που ρυθμίζουν τα των πιστοποιητικών εξαγωγής ζαχάρεως η οποία να επιβάλλει ρητώς την υποχρέωση αυτή στο τελωνείο.
68. Επομένως, καθήκον του τελωνείου στο πλαίσιο της ΚΟΑ ζαχάρεως είναι μεν να συνεπικουρεί τις αρμόδιες για τη χορήγηση των πιστοποιητικών αρχές, ωστόσο δεν ενεργεί – όπως φρονεί η British Sugar – ως νόμιμος εκπρόσωπος των αρχών αυτών ως προς όλες τις αρμοδιότητές τους. Έτσι, ο καταλογισμός και η θεώρηση της πράγματι εξαγομένης ποσότητας δεν έχει, από νομικής απόψεως, καμία σημασία όσον αφορά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποδείξεως.
69. Επομένως, στα προδικαστικά ερωτήματα 2 και 3δ έως 3στ πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν θεωρείται προσκομισθείσα η απόδειξη που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2670/81 σε περίπτωση υπερβάσεως της συνολικής ποσότητας που αναγράφεται στο πιστοποιητικό ούτε και στην περίπτωση που το τελωνείο καταλογίζει την πράγματι εξαχθείσα ποσότητα προβαίνοντας σε θεώρηση του αντίστοιχου αποσπάσματος και/ή της συμπληρωματικής αποδείξεως.
3. Επί της σημασίας που έχει η εσφαλμένη αναγραφή της ποσότητας στην αίτηση για τη χορήγηση αποσπάσματος στην περίπτωση που το απόσπασμα χορηγηθεί σύμφωνα με τα στοιχεία που αναγράφονται στην αίτηση, καθώς και στην περίπτωση που, βάσει της εν λόγω αναγραφομένης ποσότητας, χορηγήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν και άλλα αποσπάσματα μέχρις εξαντλήσεως της συνολικής ποσότητας του κύριου πιστοποιητικού
70. Τα προδικαστικά ερωτήματα 3α και 3β αφορούν εν γένει το ζήτημα ποια σημασία μπορεί να έχει για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποδείξεως ενδεχόμενο σφάλμα του παραγωγού ζαχάρεως στην αίτησή του για τη χορήγηση αποσπάσματος στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές χορηγήσουν το απόσπασμα αυτό με τα στοιχεία που περιέχει η αίτηση. Τα προδικαστικά ερωτήματα 3η έως 3θ αφορούν το ζήτημα της χορηγήσεως και χρησιμοποιήσεως περαιτέρω αποσπασμάτων βάσει των οποίων εξήχθη τελικώς μία μεγαλύτερη συνολικώς ποσότητα ζαχάρεως Γ από αυτήν που είχε εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό.
71. Το προδικαστικό ερώτημα 3γ αφορά ένα ιδιαίτερο ζήτημα, ήτοι το ότι ήταν ενδεχομένως δυνατό να γίνει αντιληπτό, μέσω της αυθαίρετης διορθώσεως του αποσπάσματος, το ποια ήταν η επιμέρους ποσότητα η οποία όντως εσκοπείτο να εξαχθεί.
72. Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να εξετάσω το γενικό ζήτημα της σημασίας τυχόν σφάλματος του παραγωγού ζαχάρεως ως προς την ποσότητα που αναγράφει στην αίτηση για τη χορήγηση αποσπάσματος [προδικαστικό ερώτημα 3α και 3β] και να δείξω ότι ένα τέτοιου είδους σφάλμα δεν μπορεί να αποκλείσει, για λόγους αρχής, την παραδοχή ότι υπάρχει παράβαση της υποχρεώσεως αποδείξεως λόγω υπερβάσεως της εγκριθείσας ποσότητας εξαγωγής (34).
73. Τυχόν σφάλμα του παραγωγού ζαχάρεως στην υποβαλλόμενη αίτηση για τη χορήγηση αποσπάσματος πρέπει να γίνει αντιληπτό από τον παραγωγό ζαχάρεως ή από τον αντιπρόσωπό του (π.χ. τη μεταφορική εταιρία) το αργότερο κατά τη διασάφηση στο τελωνείο της εξαγόμενης ποσότητας ζαχάρεως με την υποβολή του αποσπάσματος. Ως προς το σημείο αυτό, η γνώση και η συμπεριφορά του αντιπροσώπου του πρέπει να καταλογίζονται πλήρως στον παραγωγό ζαχάρεως (35). Επομένως, ο παραγωγός ζαχάρεως ο οποίος υποπίπτει σε σφάλμα αυτού του είδους μπορεί να εκπληρώσει χωρίς κανένα πρόβλημα την υποχρέωσή του αποδείξεως υποβάλλοντας αίτηση, πριν από την εξαγωγή της ποσότητας που πράγματι προτίθεται να εξαγάγει, για τη χορήγηση περαιτέρω αποσπάσματος για την υπολειπόμενη ποσότητα.
74. Εάν αυτό δεν συμβεί, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει παράβαση της υποχρεώσεως αποδείξεως (36) εν πάση περιπτώσει το αργότερο όταν ο παραγωγός ζαχάρεως, ο οποίος ανέγραψε εσφαλμένη ποσότητα στην αίτησή του για τη χορήγηση αποσπάσματος, προβεί στην εξαγωγή ζαχάρεως Γ βάσει άλλων αποσπασμάτων τα οποία οι αρμόδιες αρχές υπολόγισαν ορθώς, βάσει του αποσπάσματος που ζητήθηκε εκ παραδρομής για μία πολύ μικρή ποσότητα, και χορήγησαν, εφόσον η χρήση αυτών των περαιτέρω αποσπασμάτων έχει ως συνέπεια την υπέρβαση της συνολικής ποσότητας εξαγωγής που έχει εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό.
75. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, τα οποία επαναλαμβάνονται και στα σκέλη ζ έως θ του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο της κύριας δίκης. Υπήρξε τελικώς υπέρβαση της συνολικής ποσότητας, και δη κατά τη διαφορά εκείνη που υπήρχε μεταξύ της ποσότητας που ζητήθηκε και εγκρίθηκε με το τρίτο απόσπασμα και της πράγματι εξαχθείσας ποσότητας.
76. Φρονώ ότι στην περίπτωση αυτή η χρησιμοποίηση του αποσπάσματος το οποίο αφορά ποσότητα πέραν της συνολικής ποσότητας εξαγωγής αποτελεί παράβαση της υποχρεώσεως αποδείξεως. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι ο παραγωγός ζαχάρεως – εν αντιθέσει προς τις αρμόδιες αρχές – είναι σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο υπερβάσεως της συνολικής ποσότητας μέσω της χρησιμοποιήσεως των αντίστοιχων αποσπασμάτων αμέσως πριν από τις αντίστοιχες επιμέρους εξαγωγές:
Πράγματι, σε κάθε απόσπασμα αναφέρεται η συνολική ποσότητα του κύριου πιστοποιητικού και, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι γνωστή στον παραγωγό ζαχάρεως. Επιπλέον, ο παραγωγός ζαχάρεως πρέπει κατ’ αρχήν να γνωρίζει ποιες ποσότητες ζαχάρεως Γ έχει ήδη εξαγάγει από της χορηγήσεως του κύριου πιστοποιητικού. Οι αρμόδιες αρχές, απεναντίας, εγκρίνουν τις ποσότητες που αναγράφονται στα αποσπάσματα αποκλειστικά βάσει υπολογισμών οι οποίοι, από την πλευρά των αρμόδιων αρχών, είναι ορθοί και στηρίζονται στις ποσότητες που αναγράφονται στα μέχρι τούδε χορηγηθέντα αποσπάσματα. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνονται για την πράγματι εξαχθείσα ποσότητα το πρώτον σ’ ένα πολύ μεταγενέστερο χρονικό σημείο, ήτοι αφού λάβουν τα αποδεικτικά έγγραφα που έχει καταλογίσει και θεωρήσει το τελωνείο (αντίτυπο αριθ. 1 του αποσπάσματος και ιδιαίτερα αποδεικτικά έγγραφα).
77. Επομένως, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο παραγωγός ζαχάρεως πρέπει να γνωρίζει είτε ήδη κατά την υποβολή της αιτήσεως είτε, έστω, το αργότερο πριν από τη χρησιμοποίηση κάποιου από τα περαιτέρω αποσπάσματα αν με τη χρήση των αποσπασμάτων αυτών υπερβαίνει ή όχι τη συνολική ποσότητα που έχει εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό. Το ίδιο ισχύει, όπως είναι αυτονόητο, και στην περίπτωση που ο παραγωγός ζαχάρεως χρησιμοποιεί αντιπρόσωπο (π.χ. τη μεταφορική εταιρία) (37).
78. Συνεπώς, ο παραγωγός ζαχάρεως δεν μπορεί να επικαλεστεί για την εξαγωγή εκείνων των επιμέρους ποσοτήτων, με τις οποίες υπερβαίνει τελικώς τη συνολική ποσότητα που αναγράφεται στο κύριο πιστοποιητικό, το τεκμήριο νομιμότητας των εν συνεχεία χορηγηθέντων αποσπασμάτων προκειμένου να αποδείξει ότι οι εξαγωγές πραγματοποιήθηκαν τηρηθείσας της υποχρεώσεως αποδείξεως.
79. Κάτι άλλο θα μπορούσε να ισχύσει μόνον αν στη συγκεκριμένη περίπτωση και οι αρμόδιες αρχές έπρεπε ή μπορούσαν να γνωρίζουν τον κίνδυνο υπερβάσεως της συνολικής ποσότητας που είχε εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό πριν από τη χορήγηση των λοιπών αποσπασμάτων και, εντούτοις, προέβησαν στη χορήγηση περαιτέρω αποσπασμάτων. Ωστόσο, φρονώ ότι εν προκειμένω δεν υπάρχουν βάσιμα στοιχεία που να στηρίζουν την υπόθεση αυτή:
Δεν είναι δυνατό μεν να λεχθεί με ακρίβεια πότε ζητήθηκε το πρώτο από τα μεταγενέστερα αποσπάσματα, με τη χρήση του οποίου δημιουργήθηκε ο κίνδυνος υπερβάσεως της συνολικής ποσότητας. Ωστόσο, είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως το γεγονός ότι το IBAP μπορούσε να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ της εγκριθείσας με το τρίτο απόσπασμα ποσότητας ζαχάρεως Γ και της πράγματι εξαχθείσας βάσει του αποσπάσματος αυτού ποσότητας το πρώτον μετά τη λήψη των καταλογισθέντων και θεωρημένων από το τελωνείο εγγράφων (συμπληρωματικά αποδεικτικά έγγραφα και αντίτυπο αριθ. 1 του τρίτου αποσπάσματος (38)). Ενδέχεται μεν η συνολική ποσότητα του κύριου πιστοποιητικού πράγματι να μην είχε εισέτι πλήρως εξαντληθεί (39) κατά το χρονικό αυτό σημείο και, ως εκ τούτου, θα ήταν δυνατό να αποτραπεί η υπέρβαση της συνολικής ποσότητας του κύριου πιστοποιητικού διά της απορρίψεως των αντίστοιχων αιτήσεων για τη χορήγηση αποσπασμάτων. Ωστόσο, το IBAP είχε καλέσει εν τω μεταξύ την British Sugar να παράσχει αποδείξεις σχετικά με την εξαγωγή ποσότητας σύμφωνης με την αναγραφόμενη στο τρίτο πιστοποιητικό, συνέχισε δε απλώς μέχρι διευκρινίσεως του όλου ζητήματος να χορηγεί τα ζητούμενα από τον παραγωγό ζαχάρεως περαιτέρω αποσπάσματα. Τούτο ήταν προς το συμφέρον του παραγωγού ζαχάρεως ο οποίος έχει όχι μόνον το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, να προβεί στην εξαγωγή της συνολικής ποσότητας εντός της διάρκειας ισχύος του κύριου πιστοποιητικού. Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτό κατ’ αρχήν ότι η αρμόδια υπηρεσία έπρεπε να τελεί εν γνώσει της υπερβάσεως της συνολικής ποσότητας του κύριου πιστοποιητικού κατά την υποβολή των αιτήσεων για τη χορήγηση περαιτέρω αποσπασμάτων στη συγκεκριμένη περίπτωση και ότι, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να προβεί στη χορήγηση των αποσπασμάτων αυτών.
80. Επομένως, στα προδικαστικά ερωτήματα 3α έως 3γ καθώς και 3ζ έως 3θ πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η υποχρέωση αποδείξεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2670/81 παραβιάζεται και στην περίπτωση εξαγωγής ζαχάρεως Γ υπερβαίνουσας τη συνολική ποσότητα που είχε εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό βάσει αποσπασμάτων τα οποία χορήγησε η αρμόδια αρχή κατόπιν ορθών υπολογισμών που στηρίζονταν στο απόσπασμα με το οποίο ζητήθηκε εκ παραδρομής πολύ μικρή ποσότητα, η δε αρμόδια αρχή δεν μπορεί να θεωρηθεί συνυπαίτια για τη χορήγηση των αποσπασμάτων μετά την εξάντληση της συνολικής ποσότητας.
Β – Επί του τέταρτου και πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
81. Με το προδικαστικό ερώτημα 4α έως 4γ και το προδικαστικό ερώτημα 5 το αιτούν δικαστήριο ερωτά σχετικά με την ερμηνεία και, ενδεχομένως, το κύρος του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88.
4. Επί της ερμηνείας του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88
82. Εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ, να καθορίζει το πραγματικό αντικείμενο της κύριας δίκης βάσει των πραγματικών περιστατικών και των νομικών δεδομένων που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής, προκειμένου να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα στοιχεία που είναι χρήσιμα για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του. Επομένως, η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα 4α έως γ πρέπει να περιορισθεί στην ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 βάσει των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης.
Επί του ζητήματος της «ανακρίβειας» των στοιχείων ενός αποσπάσματος το οποίο ζητήθηκε εκ παραδρομής για πολύ μικρή ποσότητα και χορηγήθηκε σύμφωνα με τα εσφαλμένα στοιχεία της αιτήσεως αυτής
83. Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί αν στην περίπτωση αυτή συντρέχει πράγματι «περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ακρίβεια των ενδείξεων που εμφαίνονται στο πιστοποιητικό» (άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3719/88). Αυτό είναι προφανώς το ερώτημα του προδικαστικού ερωτήματος 4α.
84. Φρονώ ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για «ανακριβείς ενδείξεις» που εμφαίνονται στο πιστοποιητικό. Η αρμόδια αρχή χορήγησε το επίμαχο απόσπασμα για την επιμέρους ποσότητα που αναγραφόταν στην αίτηση. Επομένως, ουδόλως είναι εσφαλμένα τα στοιχεία που εμφαίνονται στο απόσπασμα καθ’ εαυτό. Εσφαλμένα είναι εν πάση περιπτώσει τα στοιχεία της αιτήσεως. Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη δεν ρυθμίζει την τροποποίηση των αιτήσεων για τη χορήγηση πιστοποιητικών.
85. Επομένως, εφόσον σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των μετεχόντων στη διαδικασία και τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο δεν υπάρχουν ανακριβείς ενδείξεις στο απόσπασμα, είναι άνευ σημασίας και το αν πρόκειται ή όχι για «πρόδηλη» ανακρίβεια (17η αιτιολογική σκέψη).
86. Δεδομένου ότι, κατά την άποψή μου, δεν υφίσταται σφάλμα κατά την έννοια του προδικαστικού ερωτήματος 4α, παρέλκει η εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος 4.
Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της διαφοράς που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης
87. Φρονώ ότι, έστω και αν θεωρηθεί ότι η υποκειμενική ανακρίβεια των ποσοτικών ενδείξεων της αιτήσεως επηρεάζει το χορηγηθέν απόσπασμα λόγω της μεταξύ τους αντιστοιχίας ως προς το αναγραφόμενο ποσό καθιστώντας την «ανακρίβεια» αντικειμενική, συντρέχουν λόγοι αρχής οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 δεν εφαρμόζεται σε υποθέσεις όπως είναι αυτή της κύριας δίκης. Αυτό προκύπτει από τις ακόλουθες εκτιμήσεις.
88. Οποιαδήποτε τροποποίηση του πιστοποιητικού αποτελεί προσβολή της γενικής αρχής του τεκμηρίου νομιμότητας των πιστοποιητικών εξαγωγής που καθιερώνει το άρθρο 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 3719/88. Επομένως, τυχόν διόρθωση σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρέπει, ως εξαίρεση από την ανωτέρω γενική αρχή, να εξαρτάται από πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, ήτοι η διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της.
89. Ο επιδιωκόμενος από τον παραγωγό ζαχάρεως σκοπός, στην περίπτωση που ζητείται εκ παραδρομής η χορήγηση αποσπάσματος για πολύ μικρή ποσότητα (εξαγωγή τηρουμένης της υποχρεώσεως αποδείξεως που προβλέπει του άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81) μπορεί – όπως προελέχθη (40) – να επιτευχθεί και μέσω της εμπρόθεσμης υποβολής αιτήσεως και χορηγήσεως συμπληρωματικού αποσπάσματος. Φρονώ ότι, εφόσον υφίσταται η εναλλακτική αυτή δυνατότητα, αποκλείεται η κατ’ εξαίρεση εφαρμογή των κανόνων περί διορθώσεως.
90. Βεβαίως, η δυνατότητα χορηγήσεως συμπληρωματικού αποσπάσματος υφίσταται μόνον εφόσον δεν έχει εισέτι εξαντληθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο η συνολική ποσότητα που έχει εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό. Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση η χορήγηση συμπληρωματικού αποσπάσματος σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο θα κατέληγε στην αναδρομική αύξηση της συνολικής ποσότητας που έχει εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό. Τούτο θα ήταν αντίθετο με τη βασική λειτουργία των πιστοποιητικών εξαγωγής στο πλαίσιο της ρυθμίσεως της προσφοράς ζαχάρεως εντός της ΚΟΑ ζαχάρεως.
91. Επομένως, αν ο παραγωγός ζαχάρεως παρέλειψε να υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση για τη χορήγηση συμπληρωματικού αποσπάσματος πριν από την εξάντληση της συνολικής ποσότητας, μολονότι αντιλήφθηκε την αναντιστοιχία μεταξύ της ποσότητας που σκόπευε να εξαγάγει και της ποσότητας που εγκρίθηκε (41), για λόγους που ανάγονται στη δική του σφαίρα ευθύνης (π.χ. μειωμένη προσοχή του αντιπροσώπου του ή έλλειψη ενημερώσεως του παραγωγού ζαχάρεως), το σφάλμα αυτό δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να θεραπευθεί διά της εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88, διότι τούτο θα είχε τα ίδια ανεπιθύμητα αποτελέσματα με αυτά της εξαγωγής καθ’ υπέρβαση της συγκεκριμένης συνολικής ποσότητας. Αμφότερα ταύτα είναι ασυμβίβαστα με τη ρυθμιστική λειτουργία των πιστοποιητικών εξαγωγής ζαχάρεως Γ (42).
92. Επομένως, το άρθρο 24 του κανονισμού 3719/88 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν παρέχει την εξουσία ούτε υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές να διορθώνουν προς τα άνω την αναγραφόμενη στο πιστοποιητικό ποσότητα, στην περίπτωση που η αρχικώς εγκριθείσα με το πιστοποιητικό αυτό ποσότητα ζαχάρεως Γ έχει πράγματι εξαχθεί (43).
93. Επομένως, δεδομένου ότι αποκλείεται η διόρθωση των αποσπασμάτων ή του κύριου πιστοποιητικού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 24 του κανονισμού 3719/88, για λόγους αρχής, σε περιπτώσεις όπως αυτή που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν είναι νόμιμη η διόρθωση των ενδείξεων μετά τη λήξη της ισχύος του κύριου πιστοποιητικού [προδικαστικό ερώτημα 4β].
Συμπέρασμα
94. Συνεπώς, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 στην περίπτωση που το πιστοποιητικό πρέπει να διορθωθεί διότι η αναγραφόμενη σε κάποιο απόσπασμα ποσότητα στηρίζεται στα εσφαλμένα στοιχεία της αιτήσεως που υπέβαλε ο παραγωγός ζαχάρεως, η δε διόρθωση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί αφού πράγματι εξαντληθεί η συνολική ποσότητα που είχε εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό.
5. Επί του κύρους του άρθρου 24 του κανονισμού 3719/88
95. Δεδομένου ότι αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 για τους προεκτεθέντες λόγους, στο δε τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί, ως εκ τούτου, στο σύνολό του αρνητική απάντηση, πρέπει να δοθεί απάντηση στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα. Αυτό το προδικαστικό ερώτημα αφορά το αν είναι σύμφωνο το άρθρο 24 του κανονισμού 3719/88, όπως ερμηνεύεται στο πλαίσιο της προτεινόμενης εν προκειμένω απαντήσεως στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, με τις αρχές της αναλογικότητας και/ή της ίσης μεταχειρίσεως.
96. Επ’ αυτού επιβάλλεται απλώς η παρατήρηση ότι στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δεν προέκυψαν στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 24 του κανονισμού 3719/88 στις περιπτώσεις που περιγράφονται στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αντιβαίνει στις ανωτέρω αρχές.
97. Στον βαθμό που η British Sugar επικαλείται τη νομολογία επί της γενικής αρχής της αναλογικότητας (44), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν αποτελεί κύρωση το ότι δεν επιτρέπεται η διόρθωση των πιστοποιητικών βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 (ήτοι η μη εφαρμογή μιας διατάξεως που εισάγει εξαίρεση). Σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία ενδέχεται μεν μία διάταξη που επιβάλλει κυρώσεις να αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας στην περίπτωση που είναι υπέρμετρα επαχθής σε σύγκριση με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε βαρύτερες παραβάσεις, ωστόσο ουδόλως τίθεται το ζήτημα αυτό στην περίπτωση μη εφαρμογής μίας διατάξεως η οποία αποτελεί απόκλιση από την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
98. Επομένως, καθ’ ο μέτρο το προδικαστικό ερώτημα αφορά το κύρος της διατάξεως που προβλέπει την επιβολή κυρώσεων, ήτοι της διατάξεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 βάσει του οποίου επιβλήθηκε το πρόστιμο, αρκεί η υπόμνηση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Südzucker (45). Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση αυτή ότι η τήρηση των διατυπώσεων κατά την εξαγωγή ζαχάρεως Γ (εννοείται εξαγωγή κατά την οποία προσκομίζεται το πιστοποιητικό εξαγωγής το οποίο έχει καταχωριστεί και θεωρηθεί) «πρέπει να θεωρείται ως αποτελούσα [...] μία από τις κύριες υποχρεώσεις που επιβάλλει το εν λόγω καθεστώς, στο μέτρο που οι διατυπώσεις αυτές δεν προορίζονται μόνο να διευκολύνουν τις διοικητικές διαδικασίες, αλλά είναι επίσης αναγκαίες για την ομαλή λειτουργία του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης. Επομένως, δεν μπορεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των δευτερευουσών υποχρεώσεων, οι οποίες είναι κατ’ ουσίαν διοικητικής φύσεως και των οποίων η μη τήρηση δεν μπορεί να επισύρει εξίσου αυστηρές κυρώσεις με την παράβαση μιας κύριας υποχρεώσεως, χωρίς τούτο να συνεπάγεται την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας» (46).
99. Επομένως, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την έρευνα ουδέν στοιχείο προέκυψε το οποίο θα μπορούσε να κλονίσει το κύρος του άρθρου 24 του κανονισμού 3719/88.
Γ – Επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος
100. Με το έκτο προδικαστικό ερώτημα ερωτάται αν οι αρμόδιες για τη χορήγηση των πιστοποιητικών αρχές ή τα εθνικά δικαστήρια διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια κριτήρια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
101. Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 δεν προκύπτει ότι είναι δυνατό να υπάρξουν παρεκκλίσεις από τον υπολογισμό που καθορίζει η διάταξη αυτή ανάλογα με τη διακριτική εκτίμηση των αρμόδιων αρχών.
102. Εντούτοις, ο γενικός εισαγγελέας Mischo στις προτάσεις του επί της υποθέσεως British Sugar (47) δεν αποκλείει κατ’ αρχήν μία τέτοιου είδους παρέκκλιση, εφόσον για την κολαζόμενη με το πρόστιμο συμπεριφορά του παραγωγού ζαχάρεως Γ υπάρχει τουλάχιστον συνυπαιτιότητα της αρμόδιας αρχής λόγω της δικής της συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο με την απόφασή του επί της ανωτέρω υποθέσεως έκρινε ότι δεν έχρηζε περαιτέρω διερευνήσεων το ζήτημα αυτό.
103. Εν προκειμένω, η κολασθείσα με το πρόστιμο συμπεριφορά του παραγωγού ζαχάρεως συνίσταται στην εξαγωγή ζαχάρεως Γ χωρίς να παρέχεται η απόδειξη που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2670/81, δεδομένου ότι υπήρξε υπέρβαση της προθεσμίας και της ποσότητας που αναγράφονταν στο κύριο πιστοποιητικό. Δεν προβλήθηκαν επιχειρήματα απ’ τα οποία να προκύπτει ότι το IBAP είναι συνυπαίτιο γι’ αυτήν την παράνομη συμπεριφορά.
104. Επομένως, στο έκτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι κατ’ αρχήν δεν υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών ή των εθνικών δικαστηρίων η τροποποίηση του ύψους του προστίμου που επιβάλλεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81.
VII – Πρόταση
105. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2670/81 της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 1981, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγής στον τομέα της ζάχαρης, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:
– η απόδειξη που απαιτεί η ανωτέρω διάταξη δεν θεωρείται παρασχεθείσα στην περίπτωση που η πράγματι εξαχθείσα ποσότητα ζαχάρεως Γ υπερβαίνει την αναγραφόμενη στο πιστοποιητικό συνολική ποσότητα ή στην περίπτωση που η εξαγωγή πραγματοποιείται μετά τη λήξη της ισχύος του πιστοποιητικού. Ως εκ τούτου, ορθώς επιβάλλεται πρόστιμο βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού για την ανωτέρω παράβαση,
– αν υπάρξει υπέρβαση της αναγραφόμενης στο κύριο πιστοποιητικό συνολικής ποσότητας ζαχάρεως Γ, η προβλεπόμενη στην ανωτέρω διάταξη απόδειξη δεν θεωρείται προσκομισθείσα ούτε στην περίπτωση που το τελωνείο προέβη στον καταλογισμό και τη θεώρηση της πράγματι εξαχθείσας ποσότητας επί του αντίστοιχου αποσπάσματος και/ή του συμπληρωματικού αποδεικτικού εγγράφου βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3719/88 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1988, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα,
– η προβλεπόμενη στην ανωτέρω διάταξη απόδειξη δεν θεωρείται προσκομισθείσα ούτε στην περίπτωση που εξάγεται ζάχαρη Γ καθ’ υπέρβαση της συνολικής ποσότητας που εγκρίθηκε με το κύριο πιστοποιητικό βάσει αποσπασμάτων τα οποία οι αρμόδιες αρχές χορήγησαν κατόπιν ορθών υπολογισμών βάσει του ζητηθέντος για πολύ μικρή ποσότητα αποσπάσματος, η δε χορήγηση των αποσπασμάτων αυτών μετά την εξάντληση της συνολικής ποσότητας δεν μπορεί να καταλογισθεί στην αρμόδια αρχή ως συνυπαίτια.
2) Το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείεται εν πάση περιπτώσει η εφαρμογή του, εφόσον η διόρθωση του πιστοποιητικού πρέπει να γίνει διότι η αναγραφόμενη στο απόσπασμα ποσοτική ένδειξη στηρίζεται στα εσφαλμένα στοιχεία της αιτήσεως του παραγωγού ζαχάρεως και εφόσον η διόρθωση αυτή πρέπει να γίνει μετά την πραγματική εξάντληση της συνολικής ποσότητας που έχει εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό.
3) Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να κλονίσει το κύρος του άρθρου 24 του κανονισμού 3719/88.
4) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απόκειται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών ή των εθνικών δικαστηρίων η τροποποίηση του ύψους του προστίμου που καθορίζεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – EE L 262, σ. 14.
3 – EE L 331, σ. 1.
4 – EE L 177, σ. 4.
5 – Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2002, C-101/99 (Συλλογή 2002, σ. Ι‑205, σκέψεις 3 επ.).
6 – Στο εξής: ΚΟΑ ζαχάρεως.
7 – Πριν από την 1η Ιανουαρίου που ακολουθεί μετά το τέλος του οικονομικού έτους (άρθρο 26, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού).
8 – Κατά τον χρόνο των κρισίμων πραγματικών περιστατικών, όπως ο κανονισμός αυτός είχε μετά την τροποποίησή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 158/96 της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 1996 (ΕΕ L 24, σ. 3).
9 – Το άρθρο 3 του κανονισμού 2670/81 είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών από τη νέα ρύθμιση που εισήγαγε το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1464/95 (EE L 144, σ. 14).
10 – Ένατη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού.
11 – Η συναφής 17η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3719/88 έχει ως εξής: «για λόγους καλής διοικητικής διαχείρισης, τα πιστοποιητικά ή τα αποσπάσματα πιστοποιητικών δεν μπορούν να τροποποιούνται μετά την έκδοσή τους […] πάντως, σε περίπτωση αμφιβολίας που οφείλεται σε λάθος για το οποίο ευθύνεται ο εκδίδων οργανισμός ή σε ανακρίβειες που διαπιστώθηκαν και αφορούν τις ενδείξεις και περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό ή στο απόσπασμα, πρέπει να καθιερωθεί διαδικασία, η οποία να είναι δυνατό να οδηγήσει στην ανάκληση των λανθασμένων πιστοποιητικών ή αποσπασμάτων και στην έκδοση διορθωμένων τίτλων.»
12 – Προπαρατεθείς στην υποσημείωση 9.
13 – Άρθρο 8 του κανονισμού 3719/88. Εν γένει, επιβάλλεται η σύσταση εγγυήσεως η οποία καταπίπτει εν όλω ή εν μέρει στην περίπτωση που η εξαγωγή δεν πραγματοποιηθεί εμπροθέσμως (άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού· άρθρο 33, παράγραφος 2, του κανονισμού 3719/88).
14 – Άρθρα 13 και 16 του κανονισμού 3719/88.
15 – Άρθρο 10 του κανονισμού 3719/88.
16 – Άρθρα 20 επ. του κανονισμού 3719/88.
17 – Άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1464/95.
18 – Άρθρα 29 επ. του κανονισμού 3719/88.
19 – Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3719/88.
20 – Τα ανωτέρω δεν ανταποκρίνονται μεν στις ενέργειες που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 3719/88, έτσι όμως παρατίθενται από το αιτούν δικαστήριο στη διάταξή του περί παραπομπής.
21 – Τα στοιχεία που παραθέτει η διάταξη περί παραπομπής είναι εν μέρει ασαφή όσον αφορά τις ποσότητες και τις ημερομηνίες. Ως εκ τούτου, η παράθεση των πραγματικών περιστατικών που ακολουθεί στηρίζεται στη δικογραφία της κύριας δίκης που επισυνάπτεται στη διάταξη περί παραπομπής και η οποία περιλαμβάνει και αντίγραφο του 46ου αποσπάσματος.
22 – Τα αφορώντα το 46ο απόσπασμα πιστοποιητικού πραγματικά περιστατικά περιγράφονται στα εν λόγω σημεία της διατάξεως περί παραπομπής.
23 – Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1998, C-161/96 (Συλλογή 1998, σ. Ι-281).
24 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23.
25 – Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C‑118/89, Lingenfelser (Συλλογή 1990, σ. Ι‑2637, σκέψη 12).
26 – Αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1978, 103/77 και 145/77, Royal Scholten-Honig (Συλλογή τόμος 1978, σ. 629), της 21ης Ιουνίου 1979, 240/78, Atalanta-Amsterdam (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 63), της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, 181/84, Man (Sugar) (Συλλογή 1985, σ. 2889), και της 27ης Νοεμβρίου 1986, 21/85, Maas (Συλλογή 1986, σ. 3537).
27 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
28 – Δεν είναι σαφές ως προς το σημείο αυτό αν το αιτούν δικαστήριο εννοεί εν προκειμένω μόνον την υπέρβαση της ποσότητας του αποσπάσματος ή εν γένει την υπέρβαση της συνολικής ποσότητας εξαγωγής που αναφερόταν στο κύριο πιστοποιητικό. Το ζήτημα αυτό μπορεί κατ’ αρχάς να μείνει ανεξέταστο στο πλαίσιο της απαντήσεως του προδικαστικού ερωτήματος 1 (βλ. όμως κατωτέρω σημεία 73 επ.), διότι σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο [βλ. μεταξύ άλλων το προδικαστικό ερώτημα 3ζ έως 3θ], ήτοι το αργότερο μετά τη χρήση του τελευταίου αποσπάσματος υπήρχε ούτως ή άλλως και υπέρβαση της συνολικής ποσότητας εξαγωγής που είχε εγκριθεί με το πιστοποιητικό.
29 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23 (σκέψεις 34 επ.).
30 – Όπως είναι π.χ. η ταυτότητα του κράτους εξαγωγής και παραγωγής, η ταυτότητα της ποιότητας του υλικού των εξαγομένων εμπορευμάτων, ο χαρακτηρισμός ως ζαχάρεως Γ (απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 37).
31 – Στην απόφαση επί της υποθέσεως British Sugar (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5), σκέψη 43, αναφέρεται π.χ. η σχέση που υπάρχει μεταξύ των εξαγωγών ζαχάρεως Γ, των τιμών στην παγκόσμια αγορά και του χρηματοδοτικού συστήματος του καθεστώτος ζαχάρεως.
32 – Η υπογράμμιση δική μου.
33 – Βλ. ανωτέρω σημείο 5.
34 – Αφού απαντηθούν τα προδικαστικά ερωτήματα 3α και 3β, το προδικαστικό ερώτημα 3γ αφορά απλώς ένα επουσιώδες δευτερεύον ζήτημα (βλ. συναφώς κατωτέρω υποσημείωση 37).
35 – Τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν μόνον την εξωτερική σχέση του παραγωγού ζαχάρεως με τις αρμόδιες αρχές.
36 – Θα μπορούσε επίσης να τεθεί το ζήτημα αν υπάρχει παράβαση της υποχρεώσεως αποδείξεως ήδη κατά τον χρόνο που σημειώθηκε η υπέρβαση της αναγραφομένης στο απόσπασμα ποσότητας. Ωστόσο, στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί μία γενική απάντηση. Εφόσον δεν έχει εισέτι εξαντληθεί κατά το χρονικό αυτό σημείο η συνολική ποσότητα που εγκρίθηκε με το κύριο πιστοποιητικό και εφόσον υποβάλλονται αιτήσεις και χορηγούνται και περαιτέρω αποσπάσματα για αντιστοίχως μικρότερες ποσότητες μέχρις εξαντλήσεως της συνολικής ποσότητας που αναγράφεται στο πιστοποιητικό, τούτο θα ισοδυναμούσε – τουλάχιστον ως προς τις παραγόμενες συνέπειες – με την υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση συμπληρωματικού αποσπάσματος.
37 – Ως εκ τούτου, ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι το κύριο πιστοποιητικό με τα καταλογιζόμενα επ’ αυτού αποσπάσματα παραμένει στις αρμόδιες αρχές ή το γεγονός ότι τα αποσπάσματα διαβιβάζονται από τις αρχές αυτές απευθείας στη μεταφορική εταιρία η οποία προβαίνει στις τελωνειακές διασαφήσεις. Επομένως, δεδομένου ότι κρίσιμο είναι μόνον το γεγονός ότι ο παραγωγός ζαχάρεως ή ο αντιπρόσωπός του είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον κίνδυνο υπερβάσεως της συνολικής ποσότητας που είχε εγκριθεί με το κύριο πιστοποιητικό, ουδεμία σημασία έχει, υπό το πρίσμα αυτό, για την ύπαρξη παραβάσεως της υποχρεώσεως αποδείξεως το ότι ο αντιπρόσωπος του παραγωγού ζαχάρεως διόρθωσε αυθαιρέτως το αντίτυπο αριθ. 1 του πρώτου αποσπάσματος το οποίο εκ παραδρομής είχε ζητηθεί για πολύ μικρή ποσότητα (το ζήτημα αυτό θέτει προφανώς το προδικαστικό ερώτημα 3γ). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που –όπως το ίδιο το αιτούν δικαστήριο εκθέτει (βλ. ανωτέρω σημείο 24) – η τροποποίηση έγινε απλώς επί του ιδιαίτερου αποδεικτικού εγγράφου και όχι επί του αντιτύπου αριθ. 1 του αποσπάσματος.
38 – Από όλα τα μέρη συνομολογείται ότι τούτο συνέβη στις 15 Σεπτεμβρίου 1997.
39 – Κατά το αιτούν δικαστήριο, το τελευταίο απόσπασμα χορηγήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1997.
40 – Βλ. ανωτέρω σημείο 73.
41 – Βλ. ανωτέρω σημείο 72.
42 – Βλ. ανωτέρω σημεία 60 επ.
43 – Ως εκ τούτου, δεν τίθεται πλέον το ζήτημα αν – το οποίο φαίνεται επίσης να θέτει το αιτούν δικαστήριο (ως προς το σημείο αυτό το προδικαστικό ερώτημα 4 δεν είναι απολύτως σαφές) – η διόρθωση, όπως προκύπτει από την παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, της διατάξεως, μπορεί να γίνει μόνον κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές. Ο γενικός εισαγγελέας Gulmann στο σημείο 16 των προτάσεών του της 24ης Ιουνίου 1992 επί της υποθέσεως C-187/91, Belovo (απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Συλλογή 1992, σ. Ι‑4937) εκφράζει ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το αν είναι δυνατή η αυτεπάγγελτη διόρθωση τουλάχιστον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ενδέχεται να κλονιστεί η ασφάλεια δικαίου ως προς τους ενδιαφερομένους.
44 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26.
45 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23 (σκέψη 43).
46 – Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν είναι – όπως προφανώς θεωρεί η British Sugar – η επιβολή κυρώσεων για ένα εκ παραδρομής σφάλμα, αλλά η υπέρβαση της αναγραφόμενης στο πιστοποιητικό ποσότητας ή η υπέρβαση της προθεσμίας για την πραγματοποίηση της εξαγωγής.
47 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 (σημεία 78 επ. των προτάσεων της 15ης Μαΐου 2001).
Full & Egal Universal Law Academy