Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 2001/557/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (1), καθόσον η απόφαση προβλέπει χρηματοοικονομική διόρθωση για δαπάνες που πραγματοποίησε η Ισπανία βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1357/96 (2) (στο εξής: κανονισμός 1357/96) το έτος 1996, ύψους 185 046 088,00 PTA, με την αιτιολογία «το σύστημα δεν συμμορφώνεται προς τους κανόνες».
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Α - Κοινοτικό δίκαιο
2 Η χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής διέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 729/70 (3) (στο εξής: κανονισμός 729/70). Σύμφωνα με τα άρθρα 1, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, και 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Μέρος αυτών των παρεμβάσεων αποτελούν και οι πριμοδοτήσεις βάσει του κανονισμού 1357/96 που είναι το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης.
3 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 «[η Επιτροπή] αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες».
4 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 729/70 «η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των ελέγχων».
5 Τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 1357/96 ποσά έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του κανονισμού, να καταβληθούν εφάπαξ, και συγκεκριμένα στο χρονικό διάστημα μεταξύ 13 Ιουλίου έως και 15 Οκτωβρίου 1996. Ο κανονισμός 1357/96 προέβλεπε δύο τρόπους για την καταβολή των ποσών:
6 Μπορούσαν, πρώτον, να διατεθούν ως πληρωμές επιπροσθέτως προς τις ήδη οφειλόμενες πριμοδοτήσεις για αρσενικά βοοειδή ή θηλάζουσες αγελάδες (στο εξής: πρόσθετες πληρωμές) σύμφωνα με τον κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο ισχύοντα κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (4) (στο εξής: κανονισμός 805/68).
Ο κανονισμός 1357/96 ορίζει συναφώς:
Δεύτερη αιτιολογική σκέψη
[Εκτιμώντας]
«ότι, για να καταστεί δυνατή η ταχεία πληρωμή και να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος οικονομικός στόχος, οι πόροι αυτοί θα πρέπει να είναι, κατά γενικό κανόνα, διαθέσιμοι υπό τη μορφή πληρωμών επιπροσθέτως προς τις πριμοδοτήσεις που οφείλονται για ζώα επιλέξιμα κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1995 [...] Ότι, εντούτοις, οι εκτροφείς θα πρέπει να δικαιούνται αυτές τις επιπρόσθετες πληρωμές μόνο στο βαθμό που ο αριθμός επιλέξιμων ζώων για τα οποία δικαιούνται πριμοδοτήσεις όσον αφορά το ημερολογιακό έτος 1996 δεν έχει μειωθεί σε σχέση με το ημερολογιακό έτος 1995 [...]».
Άρθρο 1, παράγραφος 3
«Το δικαίωμα ενός εκτροφέα για κάθε μία από τις επιπρόσθετες πληρωμές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 και λαμβάνονται για το ημερολογιακό έτος 1995, εξαρτάται από τον αριθμό ζώων για τον οποίο ο ενδιαφερόμενος εκτροφέας αποδεικνύει ότι δικαιούται πριμοδότηση για το ημερολογιακό έτος 1996.»
Άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2
«1. Όταν ο αριθμός των ζώων για τα οποία υφίσταται δικαίωμα για πριμοδοτήσεις για το ημερολογιακό έτος 1996 είναι μικρότερος από τον αριθμό ζώων για τον οποίο ένας εκτροφέας έχει λάβει τις επιπρόσθετες πληρωμές που αναφέρονται στο άρθρο 1, το μέρος των επιπρόσθετων πληρωμών το οποίο δεν ήταν μέρος του δικαιώματός του, αποτελεί αντικείμενο εξίσωσης με τις πριμοδοτήσεις τις οποίες δικαιούται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 για το ημερολογιακό έτος 1996.
2. Σε περίπτωση που ένας εκτροφέας δεν υποβάλει αίτηση για πριμοδότηση δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 για το ημερολογιακό έτος 1996 ή σε περίπτωση που οι πριμοδοτήσεις τις οποίες δικαιούται είναι ανεπαρκείς για να επιτρέψουν την εξίσωση η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1, του ζητείται να επιτρέψει [επιστρέψει] τις επιπρόσθετες πληρωμές οι οποίες είχαν εκτελεσθεί δυνάμει του άρθρου 1 και τις οποίες δεν εδικαιούτο.»
7 Δεύτερον, τα κράτη μέλη μπορούσαν να διαθέσουν τους πόρους με άλλο τρόπο.
Ο κανονισμός 1357/96 ορίζει συναφώς:
Πέμπτη αιτιολογική σκέψη
[Εκτιμώντας]
«ότι τα κράτη μέλη, στα οποία η δομή της παραγωγής καθιστά σκοπιμότερο ένα σύστημα πληρωμής άλλο από εκείνο στο οποίο χρησιμοποιείται η εν λόγω αύξηση πριμοδοτήσεων ή/και σε περίπτωση που αυτό απαιτείται από την ανάγκη να ολοκληρωθούν όλες οι πληρωμές πριν από τις 15 Οκτωβρίου, θα πρέπει να μπορούν να διανέμουν, κατά παρέκκλιση από τα ανωτέρω, το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που θα έπρεπε άλλως να πληρωθεί μέσω αυξήσεων των πριμοδοτήσεων και το ποσό που προβλέπεται στο παράρτημα στους εκτροφείς αρσενικών βοοειδών σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια».
Άρθρο 5
«Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 1, 2, 3 και 4, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν στους εκτροφείς βοοειδών το συνολικό ποσό των ενισχύσεων το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 4, στοιχείο αα, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, με την προϋπόθεση ότι θα αποφεύγονται αντισταθμίσεις ανώτερες από την απώλεια εισοδήματος την οποία υπέστησαν οι εκτροφείς αυτοί και δεν θα υπάρχουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.»
8 Η Επιτροπή εξέδωσε δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1357/96 τον κανονισμό (ΕΚ) 1504/96, της 29ης Ιουλίου 1996 (5) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), ο οποίος ορίζει μεταξύ άλλων τα εξής:
Πρώτη αιτιολογική σκέψη
[Εκτιμώντας]
«ότι για λόγους διαφάνειας μεταξύ των κρατών μελών, παρακολούθησης και ορθής διαχείρισης των επιπρόσθετων πληρωμών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1357/96, πρέπει τα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή για [...] τις εθνικές λεπτομέρειες εφαρμογής των μέτρων που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό [...]».
Άρθρο 1
«Σε ό,τι αφορά τις επιπρόσθετες ενισχύσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1357/96 τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή:
α) σε περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 1 έως 4 του εν λόγω κανονισμού:
- στις 15 Νοεμβρίου 1996 και στις 31 Ιουλίου 1997 το αργότερο, τον αριθμό των επιπρόσθετων ποσών που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 1, κατανέμοντάς τα ανάλογα με τα καθεστώτα τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 4β και 4δ του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 [...]
β) σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 5 και ενδεχομένως του άρθρου 4, στοιχείο ββ, του εν λόγω κανονισμού:
- το συντομότερο δυνατό τους κανόνες χορήγησης των ενισχύσεων που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα και ιδίως το είδος ή την κατηγορία των ζώων τα οποία αφορούν, τα μοναδιαία προβλεπόμενα ποσά, τους κανόνες υπολογισμού και τις τελικές ημερομηνίες πληρωμής,
- στις 15 Νοεμβρίου 1996 και στις 31 Ιουλίου 1997 το αργότερο, αντιστοίχως, τα συνολικά ποσά των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 5 και του άρθρου 4, στοιχείο ββ, καθώς επίσης και τον αριθμό των δικαιούχων και των ζώων που αφορούν».
Β - Εθνικό δίκαιο
9 Η Orden Ministerial del Ministerio de Agricultura, Pesca y Alimentaciσn (υπουργική απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων) της 19ης Σεπτεμβρίου 1996 (6) (στο εξής: υπουργική απόφαση) ρυθμίζει τη διαδικασία καταβολής προσθέτων ενισχύσεων στους παραγωγούς που εκτρέφουν αρσενικά βοοειδή και θηλάζουσες αγελάδες.
10 Το άρθρο 1 της υπουργικής αποφάσεως στηρίζεται ρητώς στο άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96. Κατά το άρθρο 2 της υπουργικής αποφάσεως οι προαναφερθέντες εκτροφείς λαμβάνουν πρόσθετες ενισχύσεις για εκείνο τον αριθμό των ζώων, για τα οποία είχαν δυνάμει του κανονισμού 805/68 αξίωση πριμοδοτήσεως για το έτος 1995.
ΙΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και αιτήματα των διαδίκων
11 Η καταβολή των προβλεπομένων στον κανονισμό 1357/96 ποσών πραγματοποιήθηκε εκ μέρους των ισπανικών αρχών προ της 15ης Οκτωβρίου 1996. Με τηλεομοιοτυπία της 8ης Ιουνίου 1998 οι ισπανικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή το ύψος των καταβληθέντων ποσών. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 21 και 25 Σεπτεμβρίου 1998 η Επιτροπή διενήργησε γενικούς ελέγχους στην Ισπανία αναφορικά με την καταβολή πριμοδοτήσεων για ζώα.
12 Οι ισπανικές αρχές είχαν επικαλεστεί στην τηλεομοιοτυπία της 8ης Ιουνίου 1998 το άρθρο 1 του κανονισμού εφαρμογής και υποδείξει τα άρθρα 1 και 4, στοιχείο αα ή ββ, του κανονισμού 1357/96 ως αντίστοιχες «νομικές βάσεις» για τις διάφορες πληρωμές, οι οποίες εξάλλου χαρακτηρίστηκαν ως «πρόσθετες ενισχύσεις». Το ύψος των καταβλητέων ποσών καθορίστηκε - στις κατηγορίες που αφορούσαν τις δαπάνες κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1357/96 - στα 27,00 ECU για θηλάζουσες αγελάδες και στα 23,00 ECU για αρσενικά βοοειδή. Εξάλλου οι δαπάνες εμφανίστηκαν στις ετήσιες απολογιστικές καταστάσεις στις θέσεις του προϋπολογισμού που αφορούσαν την εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού 1357/96 (Β01-2133.001 και 002) και όχι στη θέση του προϋπολογισμού που αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96 (Β01-2133.004).
13 Από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στην Ισπανία από τις 21 μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου 1998 προέκυψε ότι οι ισπανικές αρχές είχαν καταβάλει πρόσθετα ποσά βάσει του αριθμού των βοοειδών που είχαν εκτραφεί το έτος 1995. Ο ενδεχομένως μειωμένος αριθμός βοοειδών για το έτος 1996 δεν ελήφθη υπόψη. Οι ισπανικές αρχές δεν απήντησαν στο αίτημα της Επιτροπής να δηλώσουν λεπτομερώς τα ποσά που ενδεχομένως κατέβαλαν επιπλέον.
14 Με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 1999, το οποίο περιήλθε στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Βασιλείου της Ισπανίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση στις 12 Απριλίου 1999, η Επιτροπή γνωστοποίησε τα αποτελέσματα των ελέγχων (7).
15 Η Επιτροπή εξέδωσε, την 11η Ιουλίου 2001, την απόφαση 2001/557/ΕΚ, με την οποία όρισε, αναφορικά με το Βασίλειο της Ισπανίας, χρηματοοικονομική διόρθωση για το οικονομικό έτος 1997, ύψους 2 % επί των υπαχθεισών στις θέσεις του προϋπολογισμού Β01-2133.001 και 002 (185 046 088,00 ΡΤΑ) δαπανών του κανονισμού 1357/96, με την αιτιολογία «το σύστημα δεν συμμορφώνεται προς τους κανόνες». Η εν λόγω χρηματοοικονομική διόρθωση αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε το Βασίλειο της Ισπανίας με δικόγραφο της 3ης Σεπτεμβρίου 2001, το οποίο περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Σεπτεμβρίου 2001.
16 Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την απόφαση 2001/557/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, καθόσον αυτή αφορά τις επιβληθείσες στο Βασίλειο της Ισπανίας χρηματοοικονομικές διορθώσεις, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στην προσφυγή,
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,
- να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
ΙV - Λόγοι ακυρώσεως
17 Το Βασίλειο της Ισπανίας στηρίζει την προσφυγή του σε δύο λόγους ακυρώσεως:
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η Ισπανία ισχυρίζεται ότι τήρησε το προβλεπόμενο στον κανονισμό 1357/96 σύστημα πληρωμής αναφορικά με την καταβολή προσθέτων ποσών και ότι, επομένως, παρανόμως αποκλείστηκε από τη χρηματοδότηση.
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως η Ισπανία ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, ο αποκλεισμός από την υπό κρίση χρηματοδότηση έγινε επειδή δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, αποκλειστική 24μηνη προθεσμία.
V - Νομική εκτίμηση
Α - Πρώτος λόγος ακυρώσεως: Τήρηση του προβλεπομένου στον κανονισμό 1357/96 συστήματος πληρωμής αναφορικά με την καταβολή των ποσών
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η καταβολή των προσθέτων ποσών έγινε νομοτύπως. Η Ισπανία επέλεξε σύστημα πληρωμής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96 (στο εξής: ειδικό σύστημα πληρωμής). Το εν λόγω ειδικό σύστημα πληρωμής δεν χρειάζεται να προβλέπει δυνατότητα επιστροφής των προσθέτων ποσών κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 1357/96. Τέτοια πρόβλεψη είναι αναγκαία μόνο στην περίπτωση εφαρμογής του γενικού συστήματος πληρωμής κατά τα άρθρα 1 έως 4 του κανονισμού 1357/96 (στο εξής: γενικό σύστημα πληρωμής).
19 Από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1357/96 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούσαν να εφαρμόσουν ειδικό σύστημα πληρωμής εφόσον ειδικοί λόγοι επείγοντος επέβαλαν την καταβολή των ποσών, κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 1357/96, προ της 15ης Οκτωβρίου 1996. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Ισπανίας.
20 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιλέξουν ειδικό σύστημα πληρωμής μόνον εφόσον κατέβαλαν τα ποσά με άλλο τρόπο και όχι - όπως στην Ισπανία - επιπροσθέτως προς τις πριμοδοτήσεις του κανονισμού 805/68, η Ισπανική Κυβέρνηση αντιτάσσει, επίσης, την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1357/96. Από τη διατύπωση («και/ή») προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούσαν να στηρίξουν την επιλογή ειδικού συστήματος πληρωμής είτε στην ανάγκη εφαρμογής συστήματος πληρωμής άλλου από το σύστημα της αυξήσεως των πριμοδοτήσεων είτε στην ανάγκη της καταβολής των ποσών προ της 15ης Οκτωβρίου 1996. Ο τελευταίος λόγος ήταν και ο καθοριστικός στην περίπτωση της Ισπανίας.
21 Ως προς τη διαμόρφωση του ειδικού συστήματος πληρωμής, το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96 ορίζει, ιδίως, ότι η καταβολή των προσθέτων ποσών πρέπει να γίνεται βάσει «αντικειμενικών κριτηρίων», και ότι το καταβαλλόμενο αντισταθμιστικό ποσό δεν πρέπει να υπερβαίνει την απώλεια εισοδήματος που υπέστη ο εκτροφέας.
22 Το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, καθόσον προβλέπει την καταβολή των ποσών ενιαίως επί τη βάσει του αριθμού εκτρεφομένων ζώων για το έτος 1995.
23 Η ενίσχυση, επιπλέον, δεν είναι υψηλότερη από την απώλεια εισοδήματος που υπέστησαν οι εκτροφείς βοοειδών: βάσει του συστήματος πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση οι εκτροφείς, στους οποίους αντιστοιχούσε μειωμένος αριθμός βοοειδών για το έτος 1996 σε σχέση με το 1995, εισέπραξαν πρόσθετα ποσά, ενδεχομένως, για μεγαλύτερο αριθμό βοοειδών από αυτόν που τους αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα. Το ύψος των προσθέτων ποσών ανέρχεται, εντούτοις, μόνο στο 2,9 % της τιμής αγοράς, η οποία μειώθηκε στην Ισπανία, κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου 1995 και Ιουνίου 1996, σε ποσοστό άνω του 32 %. Λαμβανομένου υπ' όψιν του γεγονότος ότι οι εκτροφείς στην Ισπανία κατείχαν κατά μέσο όρο, κατά το χρόνο καταβολής των προσθέτων ποσών, 15 ζώα και ότι η απώλεια ανά ζώο ανερχόταν στο πολλαπλάσιο του ύψους των προσθέτων ποσών, τα αντισταθμιστικά ποσά που καταβλήθηκαν στους θιγόμενους εκτροφείς ήταν κατά κανόνα μικρότερα από τις απώλειες που υπέστησαν.
24 Ως προς τον ισχυρισμό ότι οι ίδιες οι ισπανικές αρχές είχαν ανακοινώσει στην Επιτροπή την εφαρμογή ενός γενικού συστήματος πληρωμής, η Ισπανική Κυβέρνηση αντιτείνει ότι οι εν λόγω δηλώσεις ήταν, ενόψει των απαιτήσεων του κανονισμού 1504/96, απλώς ελλιπείς. Με την αναφορά στα άρθρα 1 και 4, στοιχείο αα, του κανονισμού 1357/96 οι ισπανικές αρχές ήθελαν απλώς να καταστήσουν σαφές ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν βάσει του ισπανικού συστήματος πληρωμής ήταν αντίστοιχα, ως προς τη μορφή και το ύψος, με τα πρόσθετα ποσά που ορίζονται στα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 1357/96.
25 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η καταβολή, εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας, των προβλεπομένων στον κανονισμό 1357/96 ποσών δεν έγινε νομοτύπως.
26 Η καταβολή των ποσών βάσει της υπουργικής αποφάσεως έλαβε τη μορφή της καταβολής ποσών επιπροσθέτως προς τις πριμοδοτήσεις του κανονισμού 805/68 και ανήλθε ακριβώς στο ύψος που προβλέπεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1357/96. Κατ' αυτό τον τρόπο το Βασίλειο της Ισπανίας άφησε να εννοηθεί ότι κατέβαλε τα πρόσθετα ποσά σύμφωνα με το γενικό σύστημα πληρωμής. Αυτό ακριβώς γνωστοποίησαν οι ισπανικές αρχές και με την προβλεπόμενη στο άρθρο 1 του κανονισμού 1504/96 ανακοίνωσή τους προς την Επιτροπή.
27 Στην περίπτωση, όμως, που κράτος μέλος εφαρμόζει γενικό σύστημα πληρωμής, δεν δικαιούται να το κάνει χωρίς να τηρεί τη μέθοδο υπολογισμού του άρθρου 1, παράγραφος 3, και τις διατάξεις του άρθρου 2 του κανονισμού 1357/96 περί επιστροφής πληρωμών.
28 Ακόμη και αν το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση θεωρηθεί ως ειδικό σύστημα πληρωμής κατά το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96, εν πάση περιπτώσει δεν πληροί τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό προϋποθέσεις. Οι όροι εφαρμογής ενός τέτοιου συστήματος δεν τηρήθηκαν ούτε πληρούσε το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του ειδικού συστήματος πληρωμής.
29 Όσον αφορά τους όρους εφαρμογής, η Επιτροπή τονίζει ότι ο κανονισμός 1357/96 δεν αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το αν θα διαθέσουν τα ποσά σύμφωνα με το γενικό ή με το ειδικό σύστημα πληρωμής.
30 Η εφαρμογή του ειδικού συστήματος πληρωμής δικαιολογείται μεν, κατά το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96, κυρίως από το γεγονός ότι η καταβολή των ποσών έπρεπε να εξασφαλιστεί προ της 15ης Οκτωβρίου 1996. Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλέστηκε, εντούτοις, μόνο ειδικούς λόγους επείγοντος. Δεν μπόρεσε όμως να αποδείξει την ύπαρξή τους. Τα αναγκαία στοιχεία για τον αριθμό ζώων για το έτος 1995 ήταν στη διάθεση των αρχών ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1357/96, και οι επιστροφές που οφείλονταν στη μείωση κατά το έτος 1996 του αριθμού των βοοειδών σε σχέση με τον αντίστοιχο του 1995 δεν επρόκειτο να επιβραδύνουν την καταβολή των προσθέτων ποσών κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι οι επιστροφές ούτως ή άλλως μπορούσαν να συντελεστούν μόνο μετά από τη συλλογή των σχετικών στοιχείων, συνεπώς το έτος 1997.
31 Ακόμη όμως και αν ήταν δυνατή η επιλογή του ειδικού συστήματος πληρωμής εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας, εν πάση περιπτώσει το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του κανονισμού 1357/96.
32 Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, το ειδικό σύστημα πληρωμής έπρεπε να προβλέψει άλλον τρόπο καταβολής ποσών από αυτόν του γενικού συστήματος πληρωμής. Δεν μπορούσε λοιπόν να προβλέπει καταβολές ποσών υπό τη μορφή πληρωμών επιπροσθέτως προς τις πριμοδοτήσεις του κανονισμού 805/68. Το ειδικό σύστημα πληρωμής, επιπλέον, μπορεί να μην περιλαμβάνει ρυθμίσεις περί επιστροφής των καταβληθέντων ποσών μόνον εφόσον, σε καμία περίπτωση, δεν εξαρτά τις πληρωμές από τον αριθμό ζώων για τα οποία υφίσταται για το έτος 1995 δικαίωμα πριμοδοτήσεως βάσει του κανονισμού 805/68 - ένα τέτοιο σύστημα εφάρμοσε π.χ. η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
33 Το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96 προβλέπει, περαιτέρω, την τήρηση «αντικειμενικών κριτηρίων» και ορίζει ότι δεν πρέπει να καταβάλλονται ποσά υψηλότερα από την απώλεια εισοδήματος. Επομένως, πρέπει και το ειδικό σύστημα πληρωμής να εξασφαλίζει τη μη καταβολή ποσών σε εκτροφείς στους οποίους αναλογούσε αριθμός βοοειδών κατά το έτος 1996 μειωμένος σε σχέση με το 1995.
2. Εκτίμηση
34 Η καταβολή των προβλεπομένων από τον κανονισμό 1357/96 ποσών μπορούσε, όπως προκύπτει από τον κανονισμό, να γίνει επί τη βάσει δύο διαφορετικών συστημάτων πληρωμής. Η Επιτροπή εκτιμά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν εφάρμοσε νομοτύπως κανένα εκ των δύο συστημάτων πληρωμής.
35 Πρέπει, λοιπόν, να εξεταστεί το ζήτημα αν το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση πληροί τους όρους εφαρμογής του γενικού συστήματος πληρωμής. Αν αυτό δεν γίνει δεκτό, πρέπει περαιτέρω να ερευνηθεί αν το Βασίλειο της Ισπανίας πληροί τους όρους εφαρμογής του ειδικού συστήματος πληρωμής. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα υπεισέλθω στην αντιδικία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του ειδικού συστήματος πληρωμής.
α) Ως προς την εφαρμογή του γενικού συστήματος πληρωμής
36 Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν οι ισπανικές αρχές, με την τηλεομοιοτυπία της 8ης Ιουνίου 1996, γνωστοποίησαν την εφαρμογή του γενικού συστήματος πληρωμής. Δεν χρειάζεται να υπεισέλθω, εντούτοις, στην εξέταση αυτού του ζητήματος, δεδομένου ότι οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση δεν πληρούσε τους όρους εφαρμογής του γενικού συστήματος πληρωμής που προβλέπει ο κανονισμός 1357/96.
37 Η υπουργική απόφαση προβλέπει μεν καταβολές επιπροσθέτως προς τις πριμοδοτήσεις του κανονισμού 805/68. Αναφέρεται και αυτή στον αριθμό βοοειδών κατά το έτος 1995. Οι καταβολές, εντούτοις, είναι οριστικές, δεδομένου ότι η υπουργική απόφαση δεν περιέχει διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες, σε περίπτωση διαπιστώσεως μειωμένου αριθμού ζώων για το έτος 1996 σε σχέση με το έτος 1995, τα ενδεχομένως επιπλέον καταβληθέντα ποσά πρέπει να επιστραφούν. Δεν πληρούνται, επομένως, οι όροι εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, και του άρθρου 2 του κανονισμού 1357/96.
β) Ως προς την εφαρμογή ειδικού συστήματος πληρωμής
38 Το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση μπορεί, επομένως, να είναι μόνο ειδικό σύστημα πληρωμής υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96.
39 Οι διάδικοι υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις ως προς το υπό ποιους όρους και με ποιο περιεχόμενο μπορούσαν τα κράτη μέλη να προβλέψουν ειδικό σύστημα πληρωμής για την καταβολή των προβλεπομένων από τον κανονισμό 1357/96 ποσών.
40 Μόνον αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ειδικού συστήματος πληρωμής επιβάλλεται να εξεταστεί αν το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του ειδικού συστήματος πληρωμής του άρθρου 5 του κανονισμού. Συνεπώς, πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
41 Το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96, αυτό καθαυτό, δεν περιέχει ενδείξεις ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν ειδικό σύστημα πληρωμής.
42 Πρόσθετα στοιχεία μπορούν να συναχθούν μόνο από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη: Τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν σε εφαρμογή ειδικό σύστημα πληρωμής όταν «η δομή της παραγωγής καθιστά σκοπιμότερο ένα σύστημα πληρωμής άλλο από εκείνο στο οποίο χρησιμοποιείται η εν λόγω αύξηση πριμοδοτήσεων ή/και σε περίπτωση που αυτό απαιτείται από την ανάγκη να ολοκληρωθούν όλες οι πληρωμές πριν από τις 15 Οκτωβρίου».
43 Το ειδικό σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση συνίσταται σε σύστημα πληρωμής υπό τη μορφή της αυξήσεως των πριμοδοτήσεων του κανονισμού 805/68, έτσι ώστε, εν πάση περιπτώσει, δεν πληρούται ο πρώτος από τους προαναφερθέντες όρους. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν η πέμπτη αιτιολογική σκέψη έχει την έννοια ότι προβλέπει την ολοκλήρωση των πληρωμών κατά τον κανονισμό 1357/96 εντός ενός σχετικά μικρού χρονικού διαστήματος, συγκεκριμένα από τις 15 Ιουλίου έως το αργότερο τις 15 Οκτωβρίου 1996, ως μόνη προϋπόθεση για την επιλογή του ειδικού συστήματος πληρωμής.
44 Το γράμμα της πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως περιέχει σε δέκα από τις έντεκα γλώσσες τον συνδυασμό λέξεων «και/ή», ενώ μόνο η απόδοσή του στη σουηδική γλώσσα χρησιμοποιεί αποκλειστικά τη λέξη «ή». Ο συνδυασμός των λέξεων «και/ή» καλύπτει όμως τόσο εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες το κράτος μέλος πληροί και τους δύο όρους (δομή της παραγωγής καθιστά σκοπιμότερο άλλο σύστημα πληρωμής/ανάγκη τηρήσεως της προθεσμίας για την πληρωμή) όσο και εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες συντρέχει μόνο ένας εκ των δύο όρων. Αυτή η ερμηνεία δεν έρχεται σε αντίθεση με την απόδοση της αιτιολογικής σκέψεως στη σουηδική γλώσσα. Προκύπτει, συνεπώς, από τις αποδόσεις σε όλες τις γλώσσες (8).
45 Αν όμως επαρκεί για την επιλογή ειδικού συστήματος πληρωμής το ότι η εφαρμογή του ήταν απαραίτητη λόγω της ανάγκης περατώσεως όλων των πληρωμών πριν από τις 15 Οκτωβρίου, τίθεται περαιτέρω το ζήτημα, αν αυτή η προϋποθεση συνέτρεχε στην περίπτωση της Ισπανίας.
46 Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη δεν έχει την έννοια ότι η συνδρομή της προϋποθέσεως του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1357/96 (καταβολή των πληρωμών μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1996), αυτή καθαυτή, καθιστά δυνατή την επίκληση της ειδικής ρυθμίσεως του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96. Η εν λόγω προθεσμία έπρεπε να τηρηθεί από όλα τα κράτη μέλη στον ίδιο βαθμό. Δεν θα ήταν λογικό να αναχθεί η τήρηση προθεσμίας, που δεσμεύει εξίσου όλα τα κράτη μέλη, σε προϋπόθεση για την εφαρμογή ειδικής διατάξεως (της εφαρμογής ειδικού συστήματος πληρωμής). Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη συνηγορεί μάλλον υπέρ της απόψεως ότι η εφαρμογή του ειδικού συστήματος πληρωμής πρέπει να είναι απαραίτητη (λόγω της ανάγκης εμπρόθεσμης καταβολής των ποσών). Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει στο εκάστοτε κράτος μέλος να υφίστανται ειδικοί λόγοι οι οποίοι, χωρίς την εφαρμογή του ειδικού συστήματος πληρωμής, θα δυσκόλευαν ή θα καθιστούσαν αδύνατη την εμπρόθεσμη καταβολή των ποσών.
47 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου «μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται η απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος βαρύνεται με την απόδειξη, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή πλανήθηκε ως προς τις οικονομικές συνέπειες που έπρεπε σχετικώς να αντλήσει» (9).
48 Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή στήριξε την υπό κρίση διόρθωση στην αιτιολογία «το σύστημα δεν συμμορφώνεται προς τους κανόνες». Το Βασίλειο της Ισπανίας έπρεπε λοιπόν να εκθέσει και, ενδεχομένως, να αποδείξει ότι δικαιούταν να εφαρμόσει ειδικό σύστημα πληρωμής. Η Ισπανική Κυβέρνηση έπρεπε λοιπόν, εν προκειμένω, να αιτιολογήσει γιατί στην Ισπανία ήταν απαραίτητη, για την εξασφάλιση της εμπρόθεσμης διαθέσεως των πόρων του κανονισμού 1357/96, η εφαρμογή ειδικού συστήματος πληρωμής. Αντ' αυτού, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλέστηκε απλώς και μόνο το γεγονός ότι, λόγω της προθεσμίας, είχε στη διάθεσή της μόνο ένα μικρό χρονικό διάστημα για την καταβολή και, επομένως, υφίσταντο ειδικοί λόγοι επείγοντος. Παράλληλα, δεν αιτιολόγησε γιατί η καταβολή των ποσών στην Ισπανία δεν μπορούσε να γίνει εμπροθέσμως με την εφαρμογή του γενικού συστήματος πληρωμής.
49 Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτό ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν ετήρησε κανέναν από τους όρους εφαρμογής του ειδικού συστήματος πληρωμής που προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96. Δεν χρειάζεται, επομένως, να εξεταστεί αν το σύστημα πληρωμής που προβλέπει η υπουργική απόφαση πληρούσε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του κανονισμού.
50 Η Επιτροπή, επομένως, νομίμως επικαλέστηκε για τη διόρθωση το γεγονός ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, κατά την εφαρμογή του κανονισμού 1357/96, δεν εφάρμοσε νομοτύπως κανένα σύστημα πληρωμής. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει λοιπόν να απορριφθεί.
Β - Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: μη τήρηση της αποκλειστικής προθεσμίας για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν προγενεστέρως των 24 μηνών από της ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των ελέγχων
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
51 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν τήρησε, κατά τον προσδιορισμό της υπό κρίση διορθώσεως, το άρθρο 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, στοιχείο αα, του κανονισμού 1258/99 (10). Συγκεκριμένα, η διόρθωση αφορούσε δαπάνες τις οποίες οι ισπανικές αρχές πραγματοποίησαν προγενεστέρως των 24 μηνών από της γραπτής ανακοινώσεως της Επιτροπής αναφορικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων.
52 Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων έγινε μόλις τη 12η Απριλίου 1999, ώστε μόνον οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τη 12η Απριλίου 1997 μπορούν να αποκλειστούν από την κοινοτική χρηματοδότηση. Τα πρόσθετα ποσά, εντούτοις, καταβλήθηκαν, όπως ορίζει το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1357/96, έως και τις 15 Οκτωβρίου 1996.
53 Ως προς τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η διόρθωση έγινε επειδή οι ισπανικές αρχές δεν απαίτησαν κατά το οικονομικό έτος 1997 την επιστροφή εκείνων των προσθέτων ποσών που, κατά την άποψη της Επιτροπής, καταβλήθηκαν επιπλέον για το έτος 1996, η Ισπανική Κυβέρνηση αντιτείνει ότι η διόρθωση αναφέρεται ρητά στις δαπάνες της θέσεως του προϋπολογισμού Β01-2133 του οικονομικού έτους 1996 και όχι στις μη συντελεσθείσες επιστροφές ποσών κατά το οικονομικό έτος 1997. Κατά το οικονομικό έτος 1997 δεν θα έπρεπε να υφίσταται πλέον αυτή η κατηγορία.
54 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τήρησε την αποκλειστική προθεσμία. Η παράβαση του κανονισμού 1357/96 έγινε εντός του 24μήνου από της ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των ελέγχων. Η διόρθωση, ειδικότερα, δεν αφορά τα καθ' υπέρβασιν ποσά που καταβλήθηκαν πριν από τη 15η Οκτωβρίου 1996. Η εν λόγω διόρθωση οφείλεται πολύ περισσότερο στο γεγονός ότι οι ισπανικές αρχές, μετά από τη διαπίστωση του πραγματικού αριθμού ζώων για το έτος 1996 (διαπίστωση που οριστικοποιήθηκε το αργότερο τον Ιούνιο του 1997), παρέλειψαν να απαιτήσουν την επιστροφή των καθ' υπέρβασιν καταβληθέντων προσθέτων ποσών.
2. Εκτίμηση
55 Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται τον κανονισμό 1258/1999, προς στήριξη της απόψεώς της ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την αποκλειστική προθεσμία για τις διορθώσεις. Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο εν λόγω κανονισμός, όπως ορίζει το άρθρο 20, ισχύει μόνο για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2000. Η διάταξη περί αποκλειστικής προθεσμίας, την οποία επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση (άρθρο 4, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, στοιχείο αα, του κανονισμού 1258/1999), συμπίπτει, εντούτοις, κατά γράμμα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο κανονισμού 729/70. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει λοιπόν να εξεταστεί υπό το πρίσμα της τελευταίας αυτής διατάξεως.
56 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 729/70 αποκλείει τη διόρθωση δαπανών που πραγματοποιήθηκαν προγενεστέρως των 24 μηνών από της γραπτής ανακοινώσεως της Επιτροπής αναφορικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων (εν προκειμένω τη 12η Απριλίου 1999). Δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε το Βασίλειο της Ισπανίας προ της 12ης Απριλίου 1997 θα μπορούσαν λοιπόν να μην υπόκεινται σε διόρθωσηS αυτό θα περιελάμβανε, στην υπό κρίση περίπτωση, κατ' αρχήν όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν στην Ισπανία βάσει του κανονισμού 1357/96.
α) Ως προς τις «δαπάνες» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 729/70
57 Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το περιεχόμενο της έννοιας «δαπάνες» σε σχέση με την αποκλειστική προθεσμία: πρόκειται για την καταβολή των προσθέτων ποσών ή - όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή - για την παράλειψη διενέργειας των αναγκαίων επιστροφών εκείνων των ποσών που καταβλήθηκαν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση παρά το ότι ο αριθμός ζώων για το έτος 1996 μειώθηκε σε σχέση με το έτος 1995. Αν γίνει δεκτή η πρώτη άποψη, όλες οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν πριν την εκπνοή της αποκλειστικής προθεσμίας, αν γίνει δεκτή η δεύτερη, οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν εμπροθέσμως.
58 Κατά την άποψή μου δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής όσον αφορά αυτό το σημείο.
59 Όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1287/95 - ο εν λόγω κανονισμός εισήγαγε το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, στον κανονισμό 729/70 - με την αποκλειστική προθεσμία σκοπείται «να καθοριστεί η μέγιστη περίοδος, την οποία θα αφορούν οι συνέπειες που έχουν τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων συμφωνίας [της Επιτροπής]».
60 Η κατ' αυτό τον τρόπο επιδιωκόμενη ασφάλεια δικαίου υπέρ των κρατών μελών (11) δεν θα μπορούσε να διασφαλιστεί αν δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν οι «δαπάνες», ως προς τις οποίες έπρεπε να κριθεί το ζήτημα αν πραγματοποιήθηκαν εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 729/70. Αν γινόταν δεκτή η άποψη της Επιτροπής, θα επερχόταν ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να προσδιοριστεί με επαρκή ακρίβεια το πότε έπρεπε να συντελεστούν οι επιστροφές των καταβληθέντων ποσών.
61 Ως «δαπάνες» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 729/70 μπορούν επομένως να χαρακτηριστούν μόνο οι πράγματι συντελεσθείσες καταβολές ποσών προς στήριξη της κοινοτικής γεωργίας.
β) Ως προς την ημερομηνία έναρξης του υπολογισμού της αποκλειστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 729/70
62 Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα, πώς προσδιορίζεται η ημερομηνία από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται η αποκλειστική προθεσμία, ή άλλως: αν η αποκλειστική προθεσμία άρχεται, σε κάθε περίπτωση, με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων ή αν η προθεσμία άρχεται από κάποιο άλλο χρονικό σημείο, το οποίο τα κράτη μέλη δύνανται να προσδιορίσουν.
63 Στην προκειμένη περίπτωση η κατάσταση έχει ως εξής:
64 Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού εφαρμογής τα κράτη μέλη είχαν υποχρέωση ενημερώσεως αναφορικά με τα συστήματα πληρωμής που εφάρμοσαν για τα ποσά που προβλέπει ο κανονισμός 1357/96. Σε περίπτωση εφαρμογής του γενικού συστήματος πληρωμής η ενημέρωση έπρεπε να γίνει έως τις 31 Ιουλίου 1997 (άρθρο 1, στοιχείο αα, του κανονισμού εφαρμογής), σε περίπτωση εφαρμογής ειδικού συστήματος πληρωμής «το συντομότερο δυνατό» (άρθρο 1, στοιχείο ββ του κανονισμού εφαρμογής), εν πάση περιπτώσει πάντως, επίσης, μέχρι - το αργότερο - τις 31 Ιουλίου 1997. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, οι πληροφορίες για το εφαρμοζόμενο στην Ισπανία σύστημα πληρωμής ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή (αν γίνει δεκτό ότι ανακοινώθηκαν (12)) το νωρίτερο με την τηλεομοιοτυπία των ισπανικών αρχών στις 8 Ιουνίου 1998 - επομένως, με καθυστέρηση τουλάχιστον δέκα μηνών.
65 Από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού εφαρμογής προκύπτει, εντούτοις, ότι τα στοιχεία για τα εθνικά συστήματα πληρωμής σκοπούν στο να παράσχουν στην Επιτροπή μία ευσύνοπτη έκθεση της κατανομής και διαχειρίσεως των ποσών και κατ' αυτό τον τρόπο να καταστήσουν πιο εύκολη την εξέταση του αν τα συστήματα πληρωμής συνάδουν με τον κανονισμό. Συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί σε καμία περίπτωση το ενδεχόμενο, η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων, η οποία έχει καθοριστική σημασία για την έναρξη της αποκλειστικής προθεσμίας, να καθυστέρησε προς όφελος του Βασιλείου της Ισπανίας μόνο εκ του λόγου ότι οι ισπανικές αρχές δεν εκπλήρωσαν ή τουλάχιστον δεν εκπλήρωσαν εμπροθέσμως την υποχρέωση που είχαν από το πρώτο άρθρο του κανονισμού εφαρμογής.
66 Τίθεται επομένως το ουσιώδες ζήτημα, αν ο υπολογισμός της αποκλειστικής προθεσμίας αρχίζει αμετάκλητα από την ημερομηνία της ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των ελέγχων, ακόμη και όταν αυτή η ημερομηνία μπορεί να επηρεαστεί από το ίδιο το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
67 Στην υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής (13) το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν η ημερομηνία ενάρξεως του υπολογισμού της προθεσμίας μπορούσε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των ελέγχων. Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά με το επιχείρημα ότι «ο περιορισμός [της περιόδου] έχει σκοπό να προστατεύσει τα κράτη μέλη από την έλλειψη ασφάλειας δικαίου [...] Συνεπώς, η ερμηνεία κατά την οποία το χρονικό όριο δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος γνωρίζει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι το οικείο σύστημα ελέγχου είναι ανεπαρκές δεν ανταποκρίνεται στον στόχο της ασφάλειας δικαίου».
68 Φρονώ, εντούτοις, ότι τα πραγματικά περιστατικά και η νομική κατάσταση της προαναφερθείσας υποθέσεως δεν συμπίπτουν απολύτως με την υπό κρίση περίπτωση. Το Δικαστήριο δεν είχε σε εκείνη την υπόθεση λόγο να αποφανθεί επί της σημασίας μιας ειδικής (14) συμπράξεως του κράτους μέλους, όπως αυτή επιβάλλεται εν προκειμένω από το άρθρο 1 του κανονισμού εφαρμογής.
69 Εξάλλου, θα ήταν στην υπό κρίση περίπτωση κατ' αρχήν δυνατό, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα υπόθεση, να οριστεί άλλη - ανεπίδεκτη αμφιβολιών - ημερομηνία για την έναρξη του υπολογισμού της αποκλειστικής προθεσμίας (15), οπότε και θα είχε τηρηθεί η προϋπόθεση της ασφαλείας δικαίου υπέρ των κρατών μελών (16) που τέθηκε από το Δικαστήριο.
70 Διστάζω, εντούτοις να προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί, στην υπό κρίση περίπτωση, παρέκκλιση από την ημερομηνία ενάρξεως του υπολογισμού της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 729/70.
71 Κατά την άποψή μου, παρέκκλιση τέτοιου είδους είναι κατ' αρχήν δυνατή, εφόσον η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων - και επομένως η κρίσιμη ημερομηνία - καθυστέρησε λόγω της μη τηρήσεως της ειδικής κοινοτικής υποχρεώσεως συμπράξεως του κράτους μέλους και κατ' αυτόν τον τρόπο απέβη προς όφελος του παραβαίνοντος το κοινοτικό δίκαιο κράτους μέλους. Αυτό όμως ισχύει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η μη τήρηση της εν λόγω ειδικής υποχρεώσεως συμπράξεως απέτρεψε αποδεδειγμένα την Επιτροπή από το να διενεργήσει τους αναγκαίους ελέγχους και να ανακοινώσει τα αποτελέσματά τους σε μία προγενέστερη ημερομηνία.
72 Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει δίχως άλλο δεκτό. Κατ' αρχήν, από τους ισχυρισμούς της Επιτροπής δεν προέκυψε ότι η Επιτροπή απέδωσε, όσον αφορά τους ελέγχους και την επακόλουθη, καθοριστική για την έναρξη της προθεσμίας, ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, κάποια σημασία στην τήρηση των υποχρεώσεων ενημερώσεως του πρώτου άρθρου του κανονισμού εφαρμογής.
73 Η Επιτροπή, ιδίως, δεν απέδειξε ότι οι πληροφορίες που δεν διαβιβάστηκαν ή εν πάση περιπτώσει διαβιβάστηκαν με αρκετή καθυστέρηση ήταν δίχως άλλο αναγκαίες για την εξακρίβωση του ποιο από τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 1357/96 συστήματα πληρωμής εφαρμόστηκε στην Ισπανία και αν αυτό έγινε νομοτύπως. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η ίδια η Επιτροπή, κατέβαλε προσπάθειες, για να διαπιστώσει ποιο σύστημα εφαρμόστηκε από τις ισπανικές αρχές για τη διάθεση των ποσών που προβλέπει ο κανονισμός 1357/96, για πρώτη φορά μετά τους ελέγχους, στο τέλος του Σεπτεμβρίου 1998.
74 Φρονώ επομένως ότι ο υπολογισμός της αποκλειστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, πέμπτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 729/70, πρέπει, στην υπό κρίση περίπτωση, να αρχίσει από την ημερομηνία της ανακοινώσεως στις ισπανικές αρχές των αποτελεσμάτων των ελέγχων (12 Απριλίου 1999).
75 Συνεπώς, μόνο εκείνες οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά την 12η Απριλίου 1997 μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διορθώσεως. Επειδή, όμως, όλοι οι πόροι του κανονισμού 1357/96 διατέθηκαν στην Ισπανία μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1996, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται παρανόμως σε δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν προγενεστέρως των 24 μηνών από της γραπτής ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των ελέγχων.
76 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι συνεπώς βάσιμος. Η υπό κρίση απόφαση πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί, καθόσον προβλέπει χρηματοοικονομική διόρθωση για τις δαπάνες βάσει του κανονισμού 1357/96 που πραγματοποιήθηκαν από την Ισπανία κατά το έτος 1996.
VI - Πρόταση
77 Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Ακυρώνει την απόφαση 2001/557/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, καθόσον η απόφαση προβλέπει τη χρηματοοικονομική διόρθωση δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από την Ισπανία το έτος 1996 βάσει του κανονισμού 1357/96, ύψους 185 046 088,00 PTA.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 200, σ. 28.
(2) - Κανονισμός (ΕΚ) 1357/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996, για την πρόβλεψη επιπροσθέτων πληρωμών οι οποίες πρέπει να γίνουν το 1996 μαζί με τις πριμοδοτήσεις που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και για την τροποποίηση αυτού του κανονισμού (ΕΕ L 175, σ. 9).
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 94, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαου 1995, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 125, σ. 1).
(4) - ΕΕ L 148, σ. 24, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 894/96 του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 1996 (ΕΕ L 125, σ. 1).
(5) - ΕΕ L 189, σ. 77.
(6) - ΒΟΕ αριθ. 228 της 20ής Σεπτεμβρίου 1996 (σ. 21089).
(7) - Ανακοίνωση κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, με διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου αναφορικά με τη διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (στο εξής: ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων).
(8) - Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1996 στην υπόθεση C-298/94, Henke (Συλλογή 1996, σ. Ι-4989, σκέψη 15)· απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998 στην υπόθεση C-236/97, Codan (Συλλογή 1998, σ. Ι-8679, σκέψη 26).
(9) - Βλ. πχ. την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 επί της υποθέσεως 49/83, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2931, σκέψη 30).
(10) - Κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103).
(11) - Απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002 στην υπόθεση C-130/99, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-3005)· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano της 21ης Φεβρουαρίου 2002 στην υπόθεση C-158/00, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-5373, σημείο 41).
(12) - Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η τηλεομοιοτυπία της 8ης Ιουνίου 1998 δεν περιείχε στοιχεία για την εφαρμογή συγκεκριμένου συστήματος πληρωμών και τόνισε, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, ότι δεν απέστειλε στην Επιτροπή ούτε καν αντίγραφο της υπουργικής αποφάσεως.
(13) - Υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψεις 133 επ.
(14) - Η νομική κατάσταση διαφέρει σε αυτό το σημείο και από τη νομική κατάσταση που υφίστατο στην υπόθεση Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής επί της οποίας ανέπτυξε τις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Tizzano (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12). Στο σημείο 45 των εν λόγω προτάσεων ο γενικός εισαγγελέας δεν αποδέχεται το επιχείρημα ότι, όταν υπάρχουν καθυστερήσεις κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων που οφείλονται γενικώς στην «ανεπαρκή συνεργασία των κρατών μελών», τα κράτη μέλη δεν μπορούν να βασιστούν στην αποκλειστική προθεσμία των 24 μηνών.
(15) - Η έναρξη του υπολογισμού της αποκλειστικής προθεσμίας θα μπορούσε να εντοπιστεί σε μία πλασματική ημερομηνία ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των ελέγχων, η οποία θα υπολογιζόταν ως εξής: υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος θα ανακοίνωνε σε εύλογο χρόνο τα στοιχεία για το επιλεχθέν σύστημα πληρωμής, η Επιτροπή θα είχε στη διάθεσή της τις αναγκαίες πληροφορίες το αργότερο την 31η Ιουλίου 1997. Αν ληφθεί ως βάση υπολογισμού το πότε λήφθηκαν πράγματι οι πληροφορίες στην υπό κρίση περίπτωση (το νωρίτερο στις 8 Ιουνίου 1998), η Επιτροπή χρειάστηκε άνω των δέκα μηνών για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων. Αν λοιπόν ο χρόνος επεξεργασίας που χρειάστηκε πράγματι κατά περίπτωση η Επιτροπή υπολογιζόταν από την τελευταία από νομικής απόψεως επιτρεπτή ημερομηνία για την αποστολή των πληροφοριών από τα κράτη μέλη (δηλαδή την 31η Ιουλίου 1997), η αποκλειστική προθεσμία θα υπολογιζόταν, στην υπό κρίση περίπτωση, από τις 31 Μαου 1998. Κατ' αυτό τον τρόπο όλες οι προβλεπόμενες στον κανονισμό 1357/96 δαπάνες, που πραγματοποιήθηκαν από την Ισπανία στο διάστημα από 15 Ιουλίου μέχρι 15 Οκτωβρίου 1996, θα ενέπιπταν εντός της υπό κρίση 24μηνης προθεσμίας και θα υπόκεινταν επομένως σε διόρθωση.
(16) - Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με την κατάσταση στην υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12). Σε αυτή την υπόθεση υποστηρίχθηκε ότι η αποκλειστική προθεσμία έπρεπε να αρχίσει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έλαβε γνώση του ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Αυτή η ημερομηνία είναι όμως αδύνατο να προσδιοριστεί επακριβώς, βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής (απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σημείο 95.
Full & Egal Universal Law Academy