ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 22ας Ιανουαρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-332/01
Ελληνική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«ΕΓΤΠΕ – Εκκαθάριση λογαριασμών»
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 2001/557/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) (στο εξής: απόφαση ή προσβαλλομένη απόφαση) (2).
2. Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί συγκεκριμένα το γεγονός ότι η Επιτροπή απέκλεισε από την κοινοτική χρηματοδότηση των δαπανών στους τομείς του βαμβακιού, του ελαιολάδου, της σταφίδας και του αιγοπρόβειου κρέατος.
3. Προτού εξετασθούν λεπτομερώς τα αιτήματα και τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, είναι χρήσιμο να αναφερθούν τα βασικά χαρακτηριστικά του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την εκκαθάριση των λογαριασμών σύμφωνα με το Ταμείο.
Το νομικό πλαίσιο
Η κύρια κοινοτική νομοθεσία
4. Οι κύριοι κανόνες για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής θεσπίζονται με τον κανονισμό 729/70 (3), ο οποίος ορίζει ότι το Ταμείο χρηματοδοτεί κοινές ενέργειες που αποφασίζονται για την πραγματοποίηση των στόχων, που καθορίζονται στο άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ΕΚ, περιλαμβανομένων των παρεμβάσεων που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (4).
5. Το άρθρο 5 του κανονισμού 729/70 ρυθμίζει την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβάλλονται από τους εθνικούς οργανισμούς που είναι εξουσιοδοτημένοι να πραγματοποιούν πληρωμές σε πράξεις επιλέξιμες για χρηματοδότηση από το Ταμείο («οργανισμοί πληρωμής»). Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πρώτο εδάφιο, επιβάλλει ρητώς στην Επιτροπή να αποκλείει από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες που δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
6. Περαιτέρω, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, ορίζει τα εξής:
«Πριν από οποιαδήποτε απόφαση απόρριψης χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντίστοιχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών· τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδότησης.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων [...]» (5).
7. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων, να προλάβουν ανωμαλίες και να ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά. Στους περισσότερους γεωργικούς τομείς, συγκεκριμένα κοινοτικά μέτρα καθορίζουν λεπτομερώς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν τα κράτη μέλη προκειμένου να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1 (6).
8. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει μέτρα για να εξακριβώνει και συμπληρώνει τα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα που προσκομίζουν οι αρχές του κράτους μέλους. Παραδείγματος χάρη, η Επιτροπή δύναται να διενεργήσει επιτόπιους ελέγχους και να έχει πρόσβαση σε όλα τα βιβλία και έγγραφα σχετικά με τις χρηματοδοτούμενες από το Ταμείο δαπάνες και να διεξαγάγει ή να συμφωνήσει με τα κράτη μέλη περί της διεξαγωγής ελέγχων και ερευνών.
9. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (7), ορίζει, καθόσον είναι κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση:
«Σε περίπτωση που, ως συνέπεια οιασδήποτε έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις διαπιστώσεις της και καθορίζει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων, καθώς και εκτίμηση των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Η ανακοίνωση περιέχει παραπομπή στον παρόντα κανονισμό».
Η ερμηνεία της κύριας νομοθεσίας εκ μέρους του Δικαστηρίου
10. Το Δικαστήριο έχει θεσπίσει ορισμένες αρχές όσον αφορά το θέμα αμφισβητήσεως εκ μέρους των κρατών μελών της νομιμότητας των δημοσιονομικών διορθώσεων που επιβάλλει η Επιτροπή.
11. Πρώτον, είναι σαφές ότι ο κανονισμός 729/70 επιτρέπει στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνον με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους θεσπισθέντες στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων κανόνες (8) και συνεπώς υποχρεώνει την Επιτροπή να αρνείται τη χρηματοδότηση δαπανών εφόσον διαπιστώσει την ύπαρξη πλημμελειών (9): ο σκοπός της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, ο οποίος συνίσταται στον έλεγχο του αν οι επιστροφές και οι παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και, ως εκ τούτου, στην εξασφάλιση ίδιων όρων ανταγωνισμού στους επιχειρηματίες, θα διακυβευόταν αν η Επιτροπή μπορούσε, μετά τη διαπίστωση του παράτυπου χαρακτήρα μιας εθνικής πρακτικής, να κάνει χρήση ενός περιθωρίου εκτιμήσεως ώστε να δεχθεί ή να απορρίψει την κοινοτική χρηματοδότηση, αναλόγως των περισσότερο ή λιγότερο επαχθών οικονομικώς αποτελεσμάτων της για το ΕΓΤΠΕ (10). Κατά συνέπεια, αφήνει τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής αυτής οργανώσεως (11).
12. Ειδικότερα, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να βεβαιώνονται για το αληθές και το νομότυπο των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, να προλαμβάνουν και να διώκουν τις παρανομίες και να ανακτούν τα ποσά που χάνονται λόγω παρανομιών ή αμελειών, και τούτο έστω και αν η ειδική κοινοτική πράξη δεν προβλέπει ρητώς τη λήψη κάποιου συγκεκριμένου μέτρου ελέγχου. Αφετέρου, από τη διάταξη αυτή, θεωρούμενη υπό το φως της υποχρεώσεως της χρηστής συνεργασίας με την Επιτροπή, που καθιερώνει το άρθρο 10 ΕΚ, όσον αφορά, ειδικότερα, την ορθή χρησιμοποίηση των κοινοτικών πόρων, απορρέει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να οργανώσουν ένα σύνολο διοικητικών και επιτοπίων ελέγχων που να καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της ορθής τηρήσεως των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων χορηγήσεως των εν λόγω πριμοδοτήσεων. Οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για το νομότυπο της δαπάνης που βαρύνει το ΕΓΤΠΕ (12). Όταν ένας κανονισμός θεσπίζει ειδικά μέτρα ελέγχου, τα κράτη μέλη οφείλουν να τα εφαρμόζουν χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί η βασιμότητα της απόψεώς τους σύμφωνα με την οποία ένα άλλο σύστημα ελέγχου θα ήταν πιο αποτελεσματικό (13).
13. Όσον αφορά το βάρος αποδείξεως, μολονότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να δικαιολογήσει την απόφασή της να αρνηθεί να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με δαπάνη διενεργηθείσα από κράτος μέλος, αποδεικνύοντας τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που έχει έναντι αυτών των ελέγχων που διεξήχθησαν σ’ αυτό το κράτος μέλος, δεν υποχρεούται παρ’ όλ’ αυτά να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν ήσαν πρόσφοροι ή ότι υπάρχουν πλημμέλειες στα αριθμητικά στοιχεία που διαβίβασε το κράτος μέλος, ή ακόμα να προσκομίσει λεπτομερή στοιχεία περί της ανεπάρκειας των ελέγχων αυτών ή της ανακρίβειας των προσκομισθέντων από το κράτος στοιχείων: το κράτος μέλος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς χαρακτήρα των ελέγχων τους οποίους διενήργησε ή των αριθμητικών στοιχείων τα οποία προσκόμισε και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των ισχυρισμών της Επιτροπής (14). Το κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος ελέγχου (15).
14. Επιπλέον, στο κράτος μέλος εναπόκειται μάλλον να αποδείξει ενδεχομένως ότι η Επιτροπή πλανήθηκε ως προς τις επιβλητέες οικονομικές συνέπειες, ως αποτέλεσμα της προβαλλομένης παραβάσεως (16). Η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με το σύνολο των δαπανών, αν διαπιστώσει ότι δεν υφίστανται επαρκείς μηχανισμοί ελέγχου (17). Επομένως, όταν η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών που αφορούν την παράβαση, κατέβαλε προσπάθεια να θεσπίσει κανόνες που διαφοροποιούν την αντιμετώπιση των περιπτώσεων παρατυπιών, ανάλογα με τον βαθμό ανεπαρκείας των ελέγχων και το μέγεθος του κινδύνου που διατρέχει το ΕΓΤΠΕ, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι τα κριτήρια αυτά είναι αυθαίρετα και ανεπιεική (18).
15. Ως προς την υποχρέωση αιτιολογίας μιας αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως αυτής και είχε γνώση –παραδείγματος χάρη από τη συνοπτική έκθεση ή την αλληλογραφία με την Επιτροπή– των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό (19).
16. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70, το άρθρο 8, παράγραφος 1, συμπληρώνει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, καθορίζοντας τις απαιτήσεις που πρέπει να πληροί η «γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με αποτελέσματα των ελέγχων [της] προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος» σύμφωνα με την έννοια της τελευταίας διατάξεως (20). Συνεπώς, η ανακοίνωση πρέπει να αναφέρει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να διασφαλισθεί μελλοντική συμμόρφωση, να περιλαμβάνει αξιολόγηση κάθε δαπάνης που προτίθεται η Επιτροπή να προτείνει να αποκλεισθεί και να γίνεται μνεία του κανονισμού 1663/95· στο κράτος μέλος πρέπει να χορηγείται δίμηνη προθεσμία απαντήσεως.
17. Σκοπός των επιβαλλομένων με τη νομοθεσία απαιτήσεων είναι η διευκόλυνση του ενδιαφερομένου κράτους μέλους να εξακριβώσει την ημερομηνία από την οποία πρέπει να υπολογιστεί ο χρονικός περιορισμός· σκοπός της περιόδου αποκλεισμού είναι να προστατεύσει τα κράτη μέλη από την έλλειψη ασφάλειας δικαίου που θα προέκυπτε, αν η Επιτροπή ήταν σε θέση να επαναφέρει το ζήτημα δαπανών που πραγματοποιήθηκαν πολλά χρόνια πριν από την έκδοση ορισμένης αποφάσεως περί συμφωνίας (21). Ένα κράτος μέλος δύναται, ωστόσο, να απαιτήσει τον σεβασμό αυτής της χρονικής δικλείδας ασφαλείας, μόνον εφόσον τηρεί το ίδιο τις υποχρεώσεις που υπέχει από την κοινοτική οδηγία, κυρίως όσον αφορά την εκούσια κοινοποίηση των αναγκαίων για τον έλεγχο στοιχείων. Συνεπώς, προκειμένου να διαπιστώσει αν τηρήθηκε το χρονικό όριο των 24 μηνών, το κράτος μέλος πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνον την ημερομηνία πραγματοποιήσεως των δαπανών, αλλά και την ημερομηνία κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των κρίσιμων και επαρκών στοιχείων για τις δαπάνες αυτές, τα οποία επέτρεψαν στην Επιτροπή να προβεί σε εκκαθάριση των λογαριασμών (22).
Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής
18. Το έγγραφο VI/5330/97 της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1997 (23) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές που προτίθεται να ακολουθήσει το θεσμικό όργανο κατά την εφαρμογή των δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων.
19. Στις κατευθυντήριες οδηγίες αναφέρεται ότι όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κάποια συγκεκριμένη πληρωμή δεν πληροί τους κοινοτικούς κανόνες, πρέπει ως γενικός κανόνας να απορρίπτει τη χρηματοδότησή της. Όταν κάποιο κράτος μέλος δεν τηρεί τους κοινοτικούς κανόνες που αφορούν την επαλήθευση της επιλεξιμότητας των αιτημάτων, άρνηση της Επιτροπής να χρηματοδοτήσει το σύνολο των εν λόγω δαπανών σημαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις ότι το απορριπτόμενο ποσό είναι κατά πάσα πιθανότητα μεγαλύτερο από τις οικονομικές απώλειες που υπέστη η Κοινότητα. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι πρόσφορο να εκτιμάται η οικονομική απώλεια. Σύμφωνα με άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70 το ποσό της διορθώσεως πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από το ποσό της πιθανής απώλειας. Πρέπει να συντρέχει σημαντική παράβαση κατά την εφαρμογή ρητών κοινοτικών κανόνων που να εκθέτει το ΕΓΤΠΕ σε υποστατό κίνδυνο απωλειών ή πλημμελειών.
20. Το παράρτημα 2 αφορά τις οικονομικές συνέπειες στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως τέτοιων λογαριασμών σχετικά με πλημμέλειες των ελέγχων που διεξάγονται στα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτό, οι κατευθυντήριες οδηγίες διακρίνουν δύο κατηγορίες ελέγχων:
– Βασικούς ελέγχους, οι οποίοι είναι οι φυσικοί και διοικητικοί έλεγχοι που απαιτούνται για την επαλήθευση ουσιαστικών στοιχείων, ιδίως την ύπαρξη του υποκειμένου του αιτήματος, την ποσότητα και τις ποιοτικές προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της τηρήσεως των προθεσμιών, των απαιτήσεων συγκομιδής, των περιόδων παρακρατήσεως, κ.λπ. Οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνται επιτόπου και με διασταύρωση με ανεξάρτητα στοιχεία, όπως κτηματολόγια.
– Επικουρικούς ελέγχους, οι οποίοι είναι οι διοικητικές αυτές πράξεις που απαιτούνται για την ορθή διεκπεραίωση των αιτημάτων, όπως η επαλήθευση της τηρήσεως των προθεσμιών για την υποβολή τους, τον εντοπισμό πολλαπλών αιτήσεων για το ίδιο υποκείμενο, ανάλυση κινδύνου, εφαρμογή των κυρώσεων και κατάλληλη επίβλεψη των διαδικασιών.
21. Στις κατευθυντήριες γραμμές αναφέρεται ότι όταν ένας ή περισσότεροι από τους βασικούς ελέγχους δεν εφαρμόζονται, ή εφαρμόζονται ελλιπώς ή με περιορισμένη συχνότητα ώστε να μην επαρκούν για τον προσδιορισμό της επιλεξιμότητας του αιτήματος ή για την πρόληψη των ανωμαλιών, αιτιολογείται ένα ποσοστό διορθώσεως 10 % καθώς εύλογα συμπεραίνεται ότι υπάρχει υψηλός κίνδυνος εκτεταμένων απωλειών για το Ταμείο. Όταν εφαρμόζονται όλοι οι βασικοί έλεγχοι, αλλά όχι στον αριθμό, συχνότητα ή βάθος που απαιτείται από τους κανονισμούς, τότε αιτιολογείται ένα ποσοστό διορθώσεως 5 %, καθώς εύλογα συνεπάγεται ότι δεν παρέχουν το αναμενόμενο επίπεδο εξασφαλίσεως της κανονικότητας των πληρωμών και υπάρχει σημαντικός κίνδυνος για το Ταμείο. Όταν ένα κράτος μέλος έχει πραγματοποιήσει επαρκώς τους βασικούς ελέγχους, αλλά απέτυχε πλήρως να εφαρμόσει έναν ή περισσότερους από τους επικουρικούς ελέγχους, τότε αιτιολογείται ποσοστό διορθώσεως 2 %, λόγω του περιορισμένου κινδύνου απωλειών για το Ταμείο και λόγω της μη σοβαρότητας της παραβάσεως. Όταν η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου από ένα κράτος μέλος είναι ανύπαρκτη ή παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και υπάρχουν ενδείξεις εκτεταμένων ανωμαλιών, και αμέλεια στην αντιμετώπιση των παράτυπων ή δολίων πρακτικών, τότε αιτιολογείται ποσοστό διορθώσεως 25 %, καθώς εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ελευθερία υποβολής αιτήσεων, άνευ κυρώσεων, θα προκαλέσει εξαιρετικά υψηλές απώλειες στο Ταμείο.
22. Τα κριτήρια της εφαρμογής των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων που θεσπίζονται με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής εξετάστηκαν από το Δικαστήριο πλειστάκις. Είναι σαφές από τη σχετική νομολογία ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κριτήρια αυτά είναι έγκυρα (24).
Διαδικασία
23. Στην παρούσα υπόθεση, οι λόγοι επί των οποίων η Επιτροπή θεμελίωσε την άρνησή της περί χρηματοδοτήσεως δαπανών καθορίστηκαν στη συνοπτική έκθεση που εξέδωσε η Επιτροπή στις 19 Ιουνίου 2001 (25) μετά τη διαδικασία συμβιβασμού που επιβάλλει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70.
Άρνηση χρηματοδοτήσεως στον τομέα του βάμβακος
Κρίσιμη για την υπόθεση νομοθεσία
24. Κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών, το σύστημα της ενισχύσεως για το βαμβάκι ρυθμιζόταν κυρίως, πρώτον, από τον κανονισμό (ΕΚ) 1554/95, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων του καθεστώτος ενίσχυσης στο βαμβάκι και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/81 (26) και, δεύτερον, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1201/89, περί λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για το βαμβάκι (27).
25. Το άρθρο 8 του κανονισμού 1554/95 ορίζει:
«Πριν από την 1η Οκτωβρίου ορίζεται, [...] λαμβανομένων υπόψη των προβλέψεων συγκομιδής, η εκτιμώμενη παραγωγή βαμβακιού που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3.
Για τη διενέργεια αυτών των προβλέψεων, θεσπίζεται καθεστώς δήλωσης των σπαρμένων εκτάσεων.»
26. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1201/89 ορίζει:
«Κάθε παραγωγός βαμβακιού υποβάλλει κάθε χρόνο δήλωση των σπαρμένων εκτάσεων πριν από μία ημερομηνία που καθορίζεται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, το αργότερο την 1η Ιουλίου […].
Πάντως, για το έτος 1996, στην περίπτωση της Ελλάδας, η ημερομηνία της 1ης Ιουλίου αντικαταστάθηκε με την ημερομηνία της 1ης Αυγούστου.»
27. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1201/89 ορίζει:
«Ο οργανισμός που ορίζεται για τον σκοπό αυτό από το κράτος μέλος παραγωγής εξακριβώνει ότι οι δηλώσεις που αφορούν τις σπαρμένες εκτάσεις είναι ακριβείς, με βάση επιτόπιο δειγματοληπτικό έλεγχο που αφορά τουλάχιστον 5 % των δηλώσεων.»
28. Στο προοίμιο του κανονισμού 1437/96 (28), με τον οποίο προστέθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1201/89, αναφέρεται:
«[...] Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1201/89 [...] προβλέπει ότι κάθε βαμβακοπαραγωγός πρέπει να υποβάλει ετησίως δήλωση των σπαρθεισών εκτάσεων, πριν από ημερομηνία που θα καθοριστεί από το συγκεκριμένο κράτος μέλος και, εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας, το αργότερο την 1η Ιουλίου· [...] από τις απεργίες των δημοσίων υπηρεσιών στην Ελλάδα, διαταράχθηκε σοβαρά η κατάθεση των εν λόγω δηλώσεων για το έτος 1996·
[...] πρέπει, συνεπώς, για το έτος 1996 να καθοριστεί στην περίπτωση της Ελλάδας προθεσμία μετά την 1η Ιουλίου·
[...]» (29).
Οι διαπιστώσεις της Επιτροπής και τα αιτήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας
29. Στη συνοπτική έκθεση αναφέρεται ότι υπήρξε i) απουσία επιτοπίων ελέγχων στις δηλώσεις των σπαρμένων εκτάσεων στους νομούς (30) Σερρών και Δράμας για την περίοδο εμπορίας 1995/1996 λόγω ελλείψεως προσωπικού και ii) καθυστερημένη διενέργεια επιτοπίων ελέγχων των σπαρμένων εκτάσεων στους νομούς Βοιωτίας και Ημαθίας, λόγω απεργίας των επιθεωρητών. Επομένως, παραβιάστηκε το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1201/89, που απαιτεί ελάχιστο ποσοστό επιθεωρήσεων 5 % των δηλώσεων. Συνεπώς, η Επιτροπή πρότεινε διόρθωση 4 163 259 550 δρχ., αντιπροσωπεύουσα το 10 % όλων των δαπανών σε σχέση με τις οποίες είχαν παρατηρηθεί σφάλματα.
30. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, καθόσον επιβάλλει τις προαναφερθείσες δημοσιονομικές διορθώσεις στον τομέα του βάμβακος, η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ή, άλλως, να μεταρρυθμιστεί ώστε η διόρθωση να μειωθεί στο 2 % της δηλωθείσας δαπάνης.
Απουσία ελέγχων στις Σέρρες και τη Δράμα
31. Η Ελληνική Δημοκρατία, μολονότι δέχεται ότι δεν έγιναν επιθεωρήσεις στις Σέρρες και τη Δράμα, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1201/89. Στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή αναφέρει ότι οι έλεγχοι του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικοί· συνεπώς, δεν πρέπει να παραλειφθεί κανένας νομός. Αντιθέτως, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η διάταξη απαιτεί απλώς οι έλεγχοι να αφορούν το 5 % των δηλώσεων των σπαρμένων εκτάσεων. Για την περίοδο εμπορίας 1995/1996, παρελήφθησαν 119 942 δηλώσεις και διεξήχθησαν 8 299 έλεγχοι, που αντιστοιχούν στο 6,9 % των δηλώσεων. Αν και δεν έγιναν έλεγχοι στις Σέρρες και τη Δράμα, οι έλεγχοι ήσαν επομένως πλήρως αντιπροσωπευτικοί. Επιπλέον, η ερμηνεία της απαιτήσεως αυτής με αναφορά στον νομό αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εφόσον άλλα κράτη μέλη δεν έχουν αντίστοιχες εθνικές διοικητικές μονάδες. Ακόμη κι αν ήταν ορθό ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, απαιτεί ελέγχους στο 5 % μιας δεδομένης διοικητικής μονάδας, η μονάδα αυτή δεν θα είναι ο νομός, αλλά η περιφέρεια ή μια γεωγραφική επικράτεια.
32. Επιπροσθέτως, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρει ότι η απουσία ελέγχων στις Σέρρες και τη Δράμα επιβλήθηκε από τις περιστάσεις εφόσον υπήρχε έλλειψη προσωπικού που εξέλιπε μεταγενέστερα ώστε οι έλεγχοι στις περιοχές αυτές επανελήφθησαν. Από τις αρχές της καλής πίστης και της αναλογικότητας προκύπτει ότι οι αυστηρές διορθώσεις που επέβαλε η Επιτροπή δεν μπορεί να δικαιολογηθούν από τη συγκυριακή αυτή περίσταση.
Η καθυστέρηση στη διεξαγωγή των ελέγχων στη Βοιωτία και Ημαθία
33. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 1201/89 δεν θέτει καμία προθεσμία για τη διενέργεια των επιτοπίων ελέγχων· η μόνη απορρέουσα από τη νομοθεσία απαίτηση είναι ότι οι έλεγχοι πρέπει να γίνονται σε πρόσφορο χρόνο, δηλαδή σε χρόνο που μπορεί να κριθεί φερέγγυα ότι η ελεγχόμενη έκταση σπάρθηκε. Η χρονική αυτή περίοδος μπορεί να διαρκεί από τον Αύγουστο μέχρι τον Απρίλιο εφόσον και μετά τη συγκομιδή του βάμβακος η έκταση που έχει σπαρεί μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των στελεχών των φυτών που υφίστανται ακόμη στο χωράφι. Σχεδόν όλοι οι διεξαχθέντες έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο.
34. Επικουρικώς, η Ελληνική Δημοκρατία δέχεται ότι υπήρξαν κάποιες καθυστερήσεις σε ορισμένους νομούς, αλλά υποστηρίζει ότι οφείλονταν σε ανωτέρα βία, ιδίως σε απροειδοποίητες απεργίες πλέον του 95 % των υπαλλήλων του Οργανισμού Βάμβακος.
Εκτίμηση
35. Όσον αφορά την απουσία ελέγχων στις Σέρρες και στη Δράμα, συντάσσομαι με την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι από την απλή ανάγνωση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, προκύπτει ότι ο Οργανισμός πρέπει τυχαίως να επιλέγει τουλάχιστον 5 % όλων των παραληφθεισών αιτήσεων. Η απαίτηση τυχαίας επιλογής διασφαλίζει ότι, συν τω χρόνω, όλες οι περιοχές που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία συγκεκριμένου οργανισμού είναι πιθανόν να υποστούν ελέγχους. Η εναλλακτική άποψη έχει επίσης το μειονέκτημα ότι χρειάζεται να αποφασιστεί ποια περιφερειακή μονάδα είναι η κρίσιμη· όπως προτείνει η Ελληνική Δημοκρατία, τούτο μπορεί να μην είναι δίκαιο. Η διατύπωση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, μπορεί να αντίκειται στη διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2911/90 (31), που ορίζει ρητώς ότι οι έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται σε αντιπροσωπευτικό ποσοστό των αιτήσεων καλλιέργειας στον τομέα της σταφίδας, «στη δικαιοδοσία κάθε αρμόδιας διοικητικής μονάδας».
36. Πάντως, βάσει των εγγράφων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν εφάρμοσε προφανώς το σύστημα προσηκόντως. Στην προσφυγή περιλαμβάνεται πίνακας, από τον οποίο προκύπτει ότι στο 6,9 % των δηλώσεων, ως προς τις οποίες διεξήχθησαν οι έλεγχοι που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, περιλαμβάνονται 1 101 δηλώσεις για τις Σέρρες (επί συνόλου 10 874) και 325 για τη Δράμα (επί συνόλου 3 222) που επελέγησαν τυχαίως για έλεγχο. Συνεπώς, οι υποβληθείσες για τους δύο αυτούς νομούς δηλώσεις περιελήφθησαν στη διαδικασία τυχαίας επιλογής. Παρ’ όλ’ αυτά, συνομολογείται προφανώς ότι σε καμία από τις περιοχές που καλύπτονταν από τις δηλώσεις αυτές δεν διεξήχθησαν πράγματι έλεγχοι. Είναι προφανώς αντίθετο προς το πνεύμα της νομοθεσίας, που απαιτεί ελέγχους σε συγκεκριμένο ποσοστό των δηλώσεων των σπαρμένων εκτάσεων, ένα κράτος μέλος που επέλεξε τυχαίως δηλώσεις για έλεγχο να αποκλείει από τη διαδικασία ελέγχου όλες τις ούτως επιλεγείσες δηλώσεις των σπαρμένων εκτάσεων σε δύο ολόκληρους νομούς. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς χαρακτήρα των ελέγχων τους οποίους διενήργησε ή των αριθμητικών στοιχείων τα οποία προσκόμισε και το κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος ελέγχου (32). Είναι προδήλως αντίθετο προς τις αρχές αυτές το κράτος μέλος να μπορεί να βασίζεται σε επιλεκτικούς ελέγχους ενώ επιβάλλονται τυχαίοι έλεγχοι.
37. Όσον αφορά τους καθυστερημένους ελέγχους στη Βοιωτία και Ημαθία, συντάσσομαι εν μέρει με την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι, εφόσον το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, δεν θέτει ρητώς προθεσμία για τους ελέγχους, είναι εύλογο ότι οι έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται όταν μπορεί με βεβαιότητα να κριθεί ότι η ελεγχόμενη έκταση σπάρθηκε· επομένως οι έλεγχοι δεν χρειάζεται να προηγούνται οπωσδήποτε της συγκομιδής (όπως προφανώς προτείνει η Επιτροπή) εφόσον, όπως ισχυρίζεται η Ελληνική Δημοκρατία, ο μετά τη συγκομιδή έλεγχος μπορεί να έχει το ίδιο αποτέλεσμα εφόσον τα στελέχη της βαμβακιάς υφίστανται στο χωράφι.
38. Πάντως, η Επιτροπή, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα, δεν έλαβε προφανώς κανένα πληροφοριακό στοιχείο ή έγγραφο αποδεικνύον ότι διεξήχθησαν κάποια στιγμή έλεγχοι, έστω (κατά την άποψή της) και καθυστερημένα. Εφόσον, κατά πάγια νομολογία, το κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος ελέγχου (33), πρέπει να απορριφθεί αυτή η αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
39. Όσον αφορά το επιχείρημα της ανωτέρας βίας, νομίζω ότι υπάρχει κάποια σύγχυση ως προς τις ημερομηνίες. Η Ελληνική Δημοκρατία επισυνάπτει στην προσφυγή της έγγραφα προερχόμενα από τη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στον Οργανισμό Βάμβακος ως απόδειξη της αναγγελθείσας απεργίας με συμμετοχή πλέον του 95 % των υπαλλήλων πέραν των πέντε ημερών. Τα έγγραφα αυτά είναι προφανώς τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία των απεργιών που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, τα οποία προσκομίστηκαν στην Επιτροπή, τούτο δε μετά την κατάθεση της προσφυγής. Πάντως όλα τα έγγραφα του παραρτήματος αυτού χρονολογούνται από το 1995, όσον αφορά τη χρονική περίοδο από τον Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο του έτους αυτού, ενώ η αιτίαση της Επιτροπής αφορά τους καθυστερημένους ελέγχους που διεξήχθησαν από τον Δεκέμβριο 1996 μέχρι τον Φεβρουάριο/Μάρτιο 1997. Καθόσον τίθεται ζήτημα για την απεργία του 1996, μπορεί επιπλέον να είναι κρίσιμο το γεγονός ότι υπήρχε ήδη κάποια ελαστικότητα στο χρονοδιάγραμμα ως σύνολο για να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματά του: βλ. το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1201/89 (34). Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως της βαρύτητας του επιχειρήματός της περί ανωτέρας βίας (που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται πειστικό), είναι και πάλι σαφές ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε προσηκόντως να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής· επομένως, το σκέλος αυτό της αιτιάσεώς της πρέπει να απορριφθεί.
Άρνηση της χρηματοδοτήσεως στον τομέα του ελαιολάδου
Κρίσιμη για την υπόθεση νομοθεσία
40. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 154/75 προβλέπει την κατάρτιση ελαιοκομικού κτηματολογίου στα κράτη μέλη παραγωγής ελαιολάδου (35). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, το κτηματολόγιο πρέπει, μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1988 στην περίπτωση της Ελλάδας, να καλύψει όλες τις ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται στην επικράτειά της και να παρέχει ορισμένα συγκεκριμένα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να ενημερώνονται τακτικά.
41. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2261/84, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου και στις οργανώσεις παραγωγών ελαιολάδου (36), ορίζει ότι τα κράτη μέλη δημιουργούν διαρκή μηχανογραφημένα αρχεία ελαιοκομικών στοιχείων. Τα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνουν τα αρχεία αυτά απαριθμούνται στο άρθρο 16, παράγραφος 2.
42. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3061/84 (37), για λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου, ορίζει ότι όλα τα στοιχεία πρέπει να έχουν εισαχθεί στα μηχανογραφημένα αρχεία πριν από τις 31 Οκτωβρίου 1990.
Οι διαπιστώσεις της Επιτροπής και τα αιτήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας
43. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση και την προηγούμενη ανταλλαγή αλληλογραφίας, από ελέγχους που είχαν διεξαχθεί στην Ελλάδα τον Μάιο του 1996 εντοπίστηκαν πολλές ελλείψεις, ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχαν ακόμη καταρτιστεί το ελαιοκομικό κτηματολόγιο και τα μηχανογραφημένα αρχεία που απαιτούνται από τη νομοθεσία. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρότεινε (με προηγούμενες αποφάσεις) δημοσιονομικές διορθώσεις για τις περιόδους εμπορίας 1992/1993, 1993/1994 και 1994/1995. Όσον αφορά τις περιόδους εμπορίας 1995/1996 και 1996/1997, η Επιτροπή, κατόπιν συναντήσεως με τις ελληνικές αρχές, κατέληξε ότι, μολονότι το σύστημα ελέγχου είχε βελτιωθεί, το βασικό πρόβλημα παρέμενε. Επομένως, η Επιτροπή πρότεινε με την απόφασή της δημοσιονομική διόρθωση 5 %, συνολικώς 17 308 535 972 δρχ., επί των δαπανών που είχε δηλώσει η Ελληνική Δημοκρατία γι’ αυτά τα έτη.
44. Η πρώτη κύρια αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι ότι η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί βάσει του ότι η Επιτροπή ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την τέταρτη περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70 (38) και των κατευθυντηρίων γραμμών (39). Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι η Επιτροπή έσφαλε διττώς.
45. Πρώτον, η Επιτροπή θεμελίωσε τη δημοσιονομική διόρθωση σε ελέγχους που διεξήχθησαν στην Ελλάδα το 1996, βάσει των οποίων είχαν ήδη γίνει διορθώσεις για προηγούμενα έτη. Επομένως, η Επιτροπή συνήγαγε ότι τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει τότε ίσχυαν για τα επόμενα έτη, περιλαμβανομένων των χρονικών περιόδων μετά τους ελέγχους. Βάσει αυτού, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές δημοσιονομικές διορθώσεις, ιδιαίτερα εφόσον το Δικαστήριο δέχεται ότι, αν ένα σύστημα ελέγχου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος για αντικειμενικούς λόγους, το κενό αυτό μπορεί να πληρωθεί με τη χρήση ενός αξιοπίστου εναλλακτικού συστήματος. Επιπλέον, η προσέγγιση της Επιτροπής ισοδυναμεί με την επιβολή κυρώσεως για την καθυστέρηση συμπληρώσεως του ελαιοκομικού κτηματολογίου, την οποία η Επιτροπή δεν δικαιούται να επιβάλει σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, τέταρτο εδάφιο· αν η Επιτροπή επιθυμεί να επιβάλει κυρώσεις στην Ελληνική Δημοκρατία λόγω της καθυστερήσεως συμπληρώσεως του ελαιοκομικού κτηματολογίου, ο ορθός τρόπος είναι να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως.
46. Δεύτερον, η Επιτροπή επέβαλε δημοσιονομική διόρθωση για όλα τα έτη για τα οποία δηλώθηκαν δαπάνες στον οικείο τομέα για τον λόγο και μόνον ότι δεν είχε πλήρως εφαρμοστεί το σύστημα ελέγχου, χωρίς να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα, όπως απαιτεί η τέταρτη περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄. Πιο συγκεκριμένα, οι κατευθυντήριες γραμμές αναφέρουν ότι, όταν οι ελλείψεις είναι συνέπεια της παραλείψεως του κράτους μέλους να θεσπίσει κατάλληλο σύστημα ελέγχου, η διόρθωση πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής σε «όλες τις δαπάνες επί των οποίων εφαρμόστηκε το σύστημα». Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι «όλες οι δαπάνες» πρέπει να σημαίνουν όλες τις δαπάνες για την εν λόγω περίοδο εμπορίας και την περίοδο που αποτέλεσε το αντικείμενο των ελέγχων. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία δεν λαμβάνει υπόψη τις βελτιώσεις που επιφέρουν τα κράτη μέλη σε ένα δεδομένο σύστημα. Στην παρούσα υπόθεση πάντως, μολονότι η Επιτροπή δέχθηκε ότι υπήρξαν σημαντικές βελτιώσεις στο σύστημα ελέγχου της Ελλάδας κατά τη διάρκεια των ετών μετά τον έλεγχο του 1996, εφάρμοσε παρ’ όλ’ αυτά τον ίδιο συντελεστή διορθώσεως όπως τα προηγούμενα έτη.
47. Ο δεύτερος κύριος ισχυρισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας ή άλλως έχει ανεπαρκή αιτιολογία, κατά παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ. Η Ελληνική Δημοκρατία επιδιώκει προφανώς να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό αυτό προσάπτοντας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε ορθώς υπόψη τις διάφορες βελτιώσεις του συστήματος που της κοινοποίησαν οι ελληνικές αρχές· αν τις είχε λάβει υπόψη, θα έπρεπε να είχε δεχθεί ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για τους πόρους του ΕΓΤΠΕ και δεν θα είχαν επιβληθεί δημοσιονομικές διορθώσεις. Η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρει διάφορες βελτιώσεις, καμία από τις οποίες δεν συνίσταται προφανώς στην περάτωση του ελαιοκομικού κτηματολογίου και των μηχανογραφημένων αρχείων. Η Ελληνική Δημοκρατία καταλήγει ότι δεν πρέπει να απορριφθεί κανένα τμήμα των δαπανών στον τομέα του ελαιολάδου· εν πάση περιπτώσει, οι πλημμέλειες που υφίστανται είναι απλώς μεμονωμένες περιπτώσεις τεχνικών προβλημάτων και, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, δεν δικαιολογούν δημοσιονομική διόρθωση πλέον του 2 %. Επειδή η Επιτροπή είχε διαφορετική άποψη, δεν εκτίμησε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που είχε πληροφορηθεί και δεν τήρησε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση αιτιολογίας.
Εκτίμηση
48. Δέχομαι ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι αμελητέο το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση βάσει ελέγχων που προηγήθησαν των θιγομένων δαπανών. Πάντως, δεν θεωρώ ότι μπορεί να γίνει δεκτό στην παρούσα υπόθεση για τους ακόλουθους λόγους· επομένως, δεν θα εξετάσω περαιτέρω το γενικό περιεχόμενο του επιχειρήματος.
49. H παράλειψη της Ελληνικής Δημοκρατίας να καταρτίσει το ελαιοκομικό κτηματολόγιο και τα μηχανογραφημένα αρχεία που απαιτούνται από τη νομοθεσία χρονολογείται από πολλών ετών: η υποχρέωσή της για τη σύσταση του ελαιοκομικού κτηματολογίου χρονολογείται από το 1998 και η υποχρέωσή της για τη κατάρτιση των μηχανογραφημένων αρχείων από το 1990. Ο γενικός εισαγγελέας Fennelly περιέγραψε τη στάση των ελληνικών αρχών όσον αφορά τη σύσταση του κτηματολογίου και την κατάρτιση των αρχείων ως «νωχελική» στο πλαίσιο της ανεπιτυχούς προσφυγής της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά αποφάσεως της Επιτροπής το 1993 περί μειώσεως του ποσού της ενισχύσεως που χορηγήθηκε για δαπάνες το 1990 (40). Σε άλλη ανεπιτυχή προσφυγή κατά μεταγενέστερης αποφάσεως ληφθείσας το 1994, περί μειώσεως του ποσού της ενισχύσεως που χορηγήθηκε για δαπάνες το 1991, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την προηγουμένη απόρριψη του επιχειρήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι ήταν αδύνατο να συστήσει το κτηματολόγιο μέχρι την επιβεβλημένη ημερομηνία και έκρινε ότι η καθυστέρηση στην κατάρτιση των μηχανογραφημένων αρχείων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί όπως υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία (41). Προσφάτως, σε ανεπιτυχείς προσφυγές κατά αποφάσεων ληφθεισών το 1996 και 1997, περί μειώσεως του ποσού της ενισχύσεως που χορηγήθηκε για δαπάνες το 1992 και 1993, το Δικαστήριο επανέλαβε την απόρριψη του επιχειρήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι της ήταν αδύνατον να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας σχετικά με τη σύσταση του κτηματολογίου και την κατάρτιση των αρχείων (42).
50. Σημειωτέον ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ισχυρίστηκε ότι έχει καταρτίσει τώρα το ελαιοκομικό κτηματολόγιο και τα απαιτούμενα μηχανογραφημένα αρχεία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να προβάλει ότι η Επιτροπή δεν επανέλαβε τους ελέγχους από τους οποίους είχε αρχικώς προκύψει η απουσία του κτηματολογίου και των αρχείων. Πρέπει να υπομνηστεί ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τις πλημμέλειες επί των οποίων βασίζεται, αρκεί να προσκομίσει αποδείξεις σοβαρών ευλόγων αμφιβολιών συναφώς (43). Το επιχείρημα ότι η επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων στο περιγραφέν πλαίσιο ισοδυναμεί με την επιβολή κυρώσεως πέραν των εξουσιών της Επιτροπής, παραπέμπω στην υπόθεση C-247/98, Ελλάδα κατά Επιτροπής (44), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή έχει υποχρέωση να προβεί σε δημοσιονομική διόρθωση αν οι δαπάνες των οποίων ζητείται η χρηματοδότηση δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και η δημοσιονομική αυτή διόρθωση, εφόσον αποσκοπεί στο να μην επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με ποσά που δεν έχουν χρησιμεύσει στη χρηματοδότηση σκοπού επιδιωκομένου από τη συναφή κοινοτική ρύθμιση, δεν συνιστά κύρωση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας.
51. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι, όταν δεν αποδεικνύεται η οικονομική απώλεια που υπέστη η Κοινότητα, η Επιτροπή δεν δικαιούται να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση για όλα τα έτη για τα οποία δηλώθησαν δαπάνες, παραπέμπω και πάλι στη νομολογία από την οποία καθίσταται σαφές ότι στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται να προσκομίσει λεπτομερή και πλήρη απόδειξη της ανακρίβειας των ισχυρισμών της Επιτροπής (45). Όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, καθόσον τα δύο κύρια στοιχεία ελέγχου των ενισχύσεων, συγκεκριμένα το ελαιοκομικό κτηματολόγιο και τα μηχανογραφημένα αρχεία, δεν έχουν καταρτιστεί πλήρως, ο κίνδυνος απωλειών για την Κοινότητα παραμένει υψηλός. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής που επικαλέστηκε η Ελληνική Δημοκρατία, δικαιολογείται δημοσιονομική διόρθωση 10 % «όταν δεν έχουν πραγματοποιηθεί ένας ή περισσότεροι βασικοί έλεγχοι». Επομένως, 10 % είναι προφανώς ο κατάλληλος συντελεστής δημοσιονομικής διορθώσεως λόγω της παραλείψεως θεσπίσεως, εντός μη αμελητέου χρονικού διαστήματος μετά τη συναφή προθεσμία, δύο βασικών στοιχείων του συστήματος ελέγχου στον τομέα του ελαιολάδου· πάντως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ορισμένες βελτιώσεις και μείωσε προφανώς το αρχικώς προταθέν 10 % σε 5 %. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας.
52. Ως προς τον ισχυρισμό της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ανύπαρκτη ή ανεπαρκής, κατά παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης είχε γνώση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό (46). Εφόσον η Επιτροπή δεν τήρησε απόρρητους τους λόγους για τους οποίους επέβαλε δημοσιονομικές διορθώσεις, κατά το μάλλον ή ήττον αδιαλείπτως, στις πραγματοποιηθείσες από το 1990 δαπάνες, είναι εντελώς ανειλικρινής, στο στάδιο αυτό, η προβαλλομένη εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας άγνοια. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι βελτιώσεις στο σύστημά της σημαίνουν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για τους πόρους του ΕΓΤΠΕ, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν ένας κανονισμός θεσπίζει ειδικά μέτρα ελέγχου, τα κράτη μέλη οφείλουν να τα εφαρμόζουν χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί η βασιμότητα της απόψεώς τους σύμφωνα με την οποία ένα άλλο σύστημα ελέγχου θα είναι πιο –ή κατά μείζονα λόγο είναι εξίσου– αποτελεσματικό (47). Τέλος, ως προς το ζήτημα αυτό, θεωρώ ότι ασχολήθηκα επαρκώς στην προηγούμενη παράγραφο με το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οι πλημμέλειες του τομέα είναι απλώς μεμονωμένα ζητήματα τεχνικών προβλημάτων. Επομένως, πρέπει επίσης να απορριφθεί η δεύτερη αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Απόρριψη δαπανών στον τομέα της σταφίδας
Κρίσιμη νομοθεσία
53. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2392/86 του Συμβουλίου, για την κατάρτιση του κοινοτικού αμπελουργικού μητρώου (48), επιβάλλει στα κράτη μέλη παραγωγούς σταφυλιών που καλλιεργούνται σε υπαίθριο χώρο να καταρτίζουν για το έδαφός τους κοινοτικό αμπελουργικό μητρώο. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, ορίζει ότι η προθεσμία για την κατάρτιση του μητρώου λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2000 για την Ελλάδα.
54. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2911/90, περί των λεπτομερειών εφαρμογής για τη χορήγηση ενίσχυσης για την καλλιέργεια ορισμένων ποικιλιών σταφυλιών που προορίζονται για αποξήρανση (49), προβλέπει:
«Η δήλωση καλλιέργειας υποβάλλεται από τον παραγωγό στην αρμόδια αρχή που έχει ορισθεί από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου βρίσκονται οι εκτάσεις το αργότερο στις 30 Απριλίου κάθε έτους για την επόμενη περίοδο εμπορίας.»
55. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2911/90 επιβάλλει η αίτηση ενίσχυσης να περιλαμβάνει τουλάχιστον ορισμένες συγκεκριμένες ενδείξεις, μεταξύ των οποίων:
«β) τις εκτάσεις που καλύπτουν οι αμπελώνες και οι οποίες καλλιεργούνται με το ή τα συγκεκριμένα προϊόντα (σε εκτάρια και υποδιαιρέσεις τους [(50)]) και την αναφορά κτηματολογίου των εν λόγω εκτάσεων ή ισοδύναμη ένδειξη που έχει αναγνωριστεί από τον υπεύθυνο για τον έλεγχο των εκτάσεων οργανισμό·
γ) την ποικιλία των χρησιμοποιούμενων σταφυλιών και, στην περίπτωση της σουλτανίνας, εάν ο αμπελώνας έχει προσβληθεί από φυλλοξήρα ή έχει αναφυτευθεί κατά την τελευταία πενταετία·
δ) δήλωση του παραγωγού ότι οι εν λόγω εκτάσεις ή τα προϊόντα που συγκομίζονται σε αυτές δεν αποτελούν αντικείμενο ενίσχυσης, δυνάμει άλλων ρυθμίσεων [...]·
ε) εκτίμηση της παραγωγής που μπορεί να συγκομιστεί».
56. Το άρθρο 6 του κανονισμού 2911/90 προβλέπει, καθόσον είναι κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση:
«1. Τα κράτη μέλη επαληθεύουν, με έρευνες καθώς και με επιτόπιους ελέγχους, την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται μαζί με τις αιτήσεις ενίσχυσης, όσον αφορά ειδικότερα:
– τις εκτάσεις που έχουν δηλωθεί ως εκτάσεις σταφυλιών που προορίζονται να αποξηρανθούν,
– την ακρίβεια των δηλωθεισών στις αιτήσεις ενισχύσεων αποδόσεων,
– τον πραγματικό προορισμό για αποξήρανση τουλάχιστον του 90 % της παραγωγής των σταφυλιών που έχουν συγκομισθεί σε άλλες εκτάσεις [...],
Προκειμένου να διενεργηθούν οι έλεγχοι, το κράτος μέλος διασταυρώνει τις πληροφορίες που παρέχονται από τους παραγωγούς, με τα στοιχεία του αμπελοοινικού μητρώου [...]
2. Ο έλεγχος που διενεργεί το κράτος μέλος αφορά, στη δικαιοδοσία κάθε αρμόδιας διοικητικής μονάδας, αντιπροσωπευτικό ποσοστό των αιτήσεων που έχουν υποβληθεί [...].
3. Όταν μία δήλωση καλλιέργειας έχει επιλεγεί για έλεγχο, όλες οι καλλιεργούμενες με σταφύλια για αποξήρανση εκτάσεις που καλύπτει αποτελούν αντικείμενο ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός συνίσταται στη μέτρηση των δηλωμένων εκτάσεων και την εξακρίβωση της καλλιέργειας επιλέξιμων ποικιλιών σταφυλιών.
[...]
Για κάθε έλεγχο τηρούνται πρακτικά, στα οποία αναφέρονται ιδίως οι επισκεφθείσες και μετρηθείσες εκτάσεις και τεμάχια, τα χρησιμοποιηθέντα μέσα μέτρησης καθώς και οι διατυπωθείσες παρατηρήσεις.»
57. Το άρθρο 1 του κανονισμού 1663/95 (51) διέπει την έγκριση των εθνικών οργανισμών πληρωμών που εξουσιοδοτούνται για την πληρωμή των δαπανών επί των πράξεων που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση από το Ταμείο. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, ορίζει:
«Πριν από την έγκριση ενός οργανισμού πληρωμών, η αρμόδια αρχή βεβαιώνεται ότι οι διοικητικές και λογιστικές ρυθμίσεις του σχετικού οργανισμού παρέχουν τα εχέγγυα που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Τα κριτήρια θεσπίζονται από το κράτος μέλος και εφαρμόζονται από την αρμόδια αρχή για τον σκοπό της έγκρισης λαμβάνοντας υπόψη τους προσανατολισμούς της Επιτροπής για τα κριτήρια αυτά όπως καθορίζονται στο παράρτημα [...].»
58. Στο παράρτημα καθορίζονται πολλές συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές για τα κριτήρια αυτά, αναφέροντας ότι τα κριτήρια είναι τέτοιου είδους ώστε ο οργανισμός πληρωμών πρέπει να διασφαλίζει επαρκώς την ορθή λειτουργία της διοικητικής του οργανώσεως και του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.
59. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1456/97, σχετικά με τον καθορισμό, για την περίοδο 1997/1998 του ποσού της ενίσχυσης για την καλλιέργεια σταφυλιών προοριζομένων για την παραγωγή ορισμένων ποικιλιών σταφίδων (52), προβλέπει ότι η ενίσχυση δεν καταβάλλεται για την καλλιέργεια σταφίδων σε περιοχές που έχουν ανά εκτάριο εσοδεία χαμηλότερη ορισμένων κατωτάτων ορίων. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να ελέγξουν αυτές τις ελάχιστες αποδόσεις.
60. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1493/1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (53), που τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Αυγούστου 2000 (54), ενθαρρύνει την κατάρτιση εκ μέρους των κρατών μελών ή σε περιφερειακή βάση της απογραφής του δυναμικού της αμπελουργικής παραγωγής (55). Η πρόσβαση στη διευθέτηση των εκτάσεων που φυτεύθηκαν παράνομα, η αύξηση των δικαιωμάτων φύτευσης και η στήριξη υπέρ της αναδιάρθρωσης και της μετατροπής, τις οποίες ρυθμίζει η κανονιστική αυτή ρύθμιση, εξαρτώνται από την προηγουμένη υποβολή της απογραφής αυτής. Το άρθρο 16, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει την κατάρτιση της απογραφής σε περιφερειακή βάση, όλες αυτές οι απογραφές πρέπει να έχουν καταρτιστεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2001.
61. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1621/1999, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2201/96 του Συμβουλίου όσον αφορά την ενίσχυση για την καλλιέργεια σταφυλιών που προορίζονται για την παραγωγή ορισμένων ποικιλιών σταφίδων (56), ορίζει ότι, για τους σκοπούς διαχείρισης του συστήματος ενίσχυσης, καθιερώνεται μια αλφαριθμητική ηλεκτρονική βάση που περιλαμβάνει ορισμένα απαιτούμενα στοιχεία. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να έχουν προβεί στη σύσταση της βάσης δεδομένων πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας 2002/2003. Προβλέπει μια μεταβατική υποχρέωση εγγραφής στη βάση δεδομένων κατά τη διάρκεια των περιόδων εμπορίας 1999/2000, 2000/2001 και 2001/2002, και ορίζει ότι οι αναφορές σχετικά με την έκταση ή την αναγνώριση της ταυτότητας των αμπελοτεμαχίων είναι οι κτηματολογικές αναφορές «ή άλλες ενδείξεις αναγνωρισμένες ως ισοδύναμες από τον οργανισμό που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο των εκτάσεων». Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 16 προβλέπεται ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται από την περίοδο εμπορίας 1999/2000.
Οι διαπιστώσεις της Επιτροπής και οι αιτιάσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας
62. Στη συνοπτική έκθεση αναφέρεται ότι από τους επιτόπιους ελέγχους το 1998 στον νομό Ηρακλείου (Κρήτη) προέκυψαν παρατυπίες, πρώτον, στους ελέγχους των περιοχών και των επιλέξιμων ποικιλιών σταφυλιών, δεύτερον, στους ελέγχους των ελαχίστων αποδόσεων για τις επιλέξιμες ποικιλίες σταφυλιών, και τρίτον, στη θέσπιση και εφαρμογή των συστημάτων ελέγχου.
63. Η Επιτροπή πρότεινε μείωση 5 % της δηλωθείσας δαπάνης για τον τομέα το 1997 (για την περίοδο εμπορίας 1996/1997), το 1998 (για την περίοδο εμπορίας 1997/1998) και το 1999 (για την περίοδο εμπορίας 1998/1999) στον νομό του Ηρακλείου λόγω της πρώτης και δεύτερης παρατυπίας και μείωση 2 % της δηλωθείσας δαπάνης για τον τομέα το 1997, 1998 και 1999 (για τις προαναφερθείσες περιόδους εμπορίας) για όλη την Ελλάδα λόγω της τρίτης παρατυπίας. Η συνολική μείωση ανερχόταν σε 3 144 838 970 δρχ.
Παρατυπίες στους ελέγχους των περιοχών και των επιλέξιμων ποικιλιών σταφυλιών
64. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, υπήρξαν πολλές παραβάσεις του κανονισμού 2911/90. Συγκεκριμένα, από τους επιτόπιους ελέγχους προέκυψε ότι οι πληροφορίες για τις εκτάσεις στις εκθέσεις ελέγχου, στις δηλώσεις καλλιεργείας, στις αιτήσεις ενισχύσεως και στον υπολογισμό της ενισχύσεως δεν συμφωνούν με την πραγματική κατάσταση επιτόπου. Εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις επιτόπου για τη διευκόλυνση της αναγνωρίσεως των εκτάσεων τις οποίες αναφέρουν οι εκθέσεις ελέγχου, είναι αδύνατον να αναγνωρισθούν τα αγροτεμάχια χωρίς τη βοήθεια του δικαιούχου της ενισχύσεως. Επιπλέον, δεν υπάρχει τεκμηρίωση με λεπτομερή στοιχεία σχετικά με το σχήμα των αγροτεμαχίων που αναφέρεται ότι έχουν μετρηθεί ή τα αποτελέσματα και η μέθοδος μετρήσεως. Μνημονεύονται επίσης συγκεκριμένα προβλήματα με τους εθνικούς επιθεωρητές: ειδικότερα, ένας επιθεωρητής χρησιμοποίησε τη μέθοδο μετρήσεως του τετραγωνισμού μολονότι το σχήμα των αγροτεμαχίων δεν ήταν τετράγωνο ή ορθογώνιο όταν μετρήθηκε εκ νέου· ορισμένοι επιθεωρητές αγνοούσαν τις οδηγίες για τον τρόπο εκτελέσεως της εργασίας τους· ο όγκος της εργασίας ελέγχου που διεκπεραιώθηκε δεν ήταν ρεαλιστικός (27 διαφορετικά αγροτεμάχια ελέγχθηκαν προφανώς σε μία μόνον ημέρα)· και δύο ελεγχθέντα αγροτεμάχια βρίσκονταν σε αγρανάπαυση. Γενικότερα, δεν υπήρχε τεκμηρίωση που να καλύπτει τους επιτοπίους ελέγχους για τα επιλέξιμα είδη σταφυλιών και ασθένειες, οι εκθέσεις ελέγχου χρονολογούνται μετά τις παραλαβές των σταφυλιών και οι εκθέσεις ελέγχου των εθνικών επιθεωρητών αντιστοιχούν πλήρως με τις δηλώσεις των δικαιούχων, ενώ από τους ελέγχους που διεξήχθησαν παρουσία των κοινοτικών υπαλλήλων προέκυψαν ασυμφωνίες για κάθε μετρηθέν αγροτεμάχιο σε κάθε μία από τις τρεις εκμεταλλεύσεις στις οποίες πραγματοποιήθηκε επίσκεψη. Τέλος, δεν υπήρξαν πράγματι διασταυρούμενοι έλεγχοι ώστε να αποφευχθεί η υποβολή περισσοτέρων αιτήσεων ενισχύσεως για το ίδιο αγροτεμάχιο.
65. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1621/1999 και το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1493/99 και δεν αιτιολόγησε προσηκόντως την απόφαση λόγω πεπλανημένης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και, για τους λόγους αυτούς, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
66. Όσον αφορά τους προβαλλομένους απρόσφορους ελέγχους των περιοχών και των επιλέξιμων ποικιλιών σταφυλιών, το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1493/99 ορίζει προθεσμία την 31η Δεκεμβρίου 2001 για την κατάρτιση της απογραφής του δυναμικού της αμπελουργικής παραγωγής και το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2392/86 ορίζει προθεσμία στην Ελλάδα την 31η Δεκεμβρίου 2000 για την κατάρτιση κοινοτικού αμπελοοινικού μητρώου. Τα άρθρα 2, παράγραφος 3, και 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1621/1999 επιβάλλουν στα κράτη μέλη να καθιερώσουν μια αλφαριθμητική ηλεκτρονική βάση για τους σκοπούς της διαχειρίσεως του συστήματος ενισχύσεως πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας 2002/2003. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, αναγνωρίζει ρητώς ότι τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν «άλλες ενδείξεις» για έλεγχο. Αυτό ακριβώς έπραξε η Ελληνική Δημοκρατία, χρησιμοποιώντας στοιχεία που υπήρχαν από δωδεκαετίας στις διευθύνσεις γεωργικής αναπτύξεως και δηλώσεις που είχαν υποβληθεί από το 1987 στις διευθύνσεις αυτές από παραγωγούς, στις οποίες περιλαμβάνονται αντίστοιχα πληροφοριακά στοιχεία που διευκολύνουν την αναγνώριση της ταυτότητας των αγροτεμαχίων. Το σύστημα εγγυάται ικανοποιητικό βαθμό προστασίας των κοινοτικών πόρων. Επομένως, υπάρχει πρόδηλη πλάνη στην αιτιολογία επί της οποίας η Επιτροπή θεμελίωσε την απόφασή της περί επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων, εφόσον, κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε υποχρέωση καταρτίσεως μητρώου.
67. Εν πάση περιπτώσει, οι διοικητικές ή διαδικαστικές ελλείψεις όπως η απουσία συναφούς τεκμηριώσεως για τις μετρήσεις ή το σχήμα των αγροτεμαχίων δεν έθεσαν σε κίνδυνο τους πόρους του ταμείου και πρέπει περαιτέρω να εξετασθούν ενόψει των τροποποιήσεων και βελτιώσεων που επήλθαν εν τω μεταξύ. Οι αντιφάσεις των στοιχείων σχετικά με τις εκτάσεις στις εκθέσεις ελέγχου, στις δηλώσεις καλλιέργειας και στις αιτήσεις ενισχύσεως είναι μεμονωμένες περιπτώσεις πρόδηλης πλάνης οφειλομένης στην τοπογραφία και σε αβέβαια δικαιώματα κυριότητας. Τα αγροτεμάχια μπορούν να αναγνωρισθούν από τους τοπικούς επιθεωρητές· εν πάση περιπτώσει, τα περιφερειακά τοπωνύμια είναι γνωστά στους κατοίκους. Η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος μετρήσεως είναι η χρησιμοποιούμενη σε όλη τη χώρα ανεξαρτήτως της περιφερείας, ούτως ώστε δεν χρειαζόταν να προσδιοριστεί· η αναφερθείσα περίπτωση της μη πρόσφορης μετρήσεως του τετραγωνισμού είναι μεμονωμένη περίπτωση και το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε εν τω μεταξύ. Ο φερόμενος όγκος των ελέγχων, που αποτελεί επίσης μεμονωμένη περίπτωση, εξηγείται από το γεγονός ότι οι εκθέσεις ελέγχου συντάσσονται υπό συνήθεις συνθήκες μετά τους επιτόπιους ελέγχους, που σημειώνονται σε ημερολόγια τα οποία επισυνάπτονται στο τοπικό μητρώο και αποστέλλονται στην Επιτροπή. Υπάρχουν πολλοί έλεγχοι, περιλαμβανομένων των επιτοπίων, των επιλεξίμων ειδών σταφυλιών και ασθενειών, από κοινού με ένα σύστημα ελέγχου των δικαιούχων της ενισχύσεως μέσω της ταυτότητάς τους.
Παρατυπίες στους ελέγχους της ελάχιστης αποδόσεως της επιλέξιμης ποικιλίας σταφυλιών
68. Στη συνοπτική έκθεση αναφέρεται ότι από τους επιτόπιους ελέγχους προέκυψαν παραβάσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 2911/90 και του άρθρου 1, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1456/97. Συγκεκριμένα, οι δικαιούχοι δεν υπέβαλαν εκτιμήσεις συγκομιδής και δεν διενεργήθηκε κανένας έλεγχος για να εξασφαλιστεί ότι χορηγείται ενίσχυση μόνο αν έχει επιτευχθεί μια ελάχιστη απόδοση ανά επιλέξιμη ποικιλία σταφυλιών και ότι οποιαδήποτε μείωση της αποδόσεως αυτής οφείλεται σε δυσμενείς κλιματικές συνθήκες. Χωρίς τις εκτιμήσεις συγκομιδής εκ μέρους των παραγωγών, οι αρχές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι εκτίμησαν τη συγκομιδή ανά επιλέξιμη ποικιλία για να αντισταθμίσουν την έλλειψη πληροφορήσεως. Περαιτέρω, οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν αποδείξεις ότι τα σταφύλια αποξηράνθηκαν και δεν χρησιμοποιήθηκαν για άλλους σκοπούς.
69. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή εκτίμησε εσφαλμένως τα πραγματικά περιστατικά και παρέβη το άρθρο 253 ΕΚ μη αιτιολογώντας προσηκόντως την προσβαλλομένη απόφαση. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2911/90 επιβάλλει στους παραγωγούς να υποβάλουν δηλώσεις καλλιέργειας, περιλαμβανομένης της εκτιμήσεως συγκομιδής, μέχρι τις 30 Απριλίου κάθε έτους. Πάντως, η ημερομηνία αυτή είναι πολύ πρόωρη για να είναι δυνατή αυτή η εκτίμηση. Επομένως, οι διασταυρούμενοι έλεγχοι διεξήχθησαν σε τρία στάδια. Συνεπώς, εξασφαλίστηκε η τήρηση της ελαχίστης αποδόσεως για τις επιλέξιμες ποικιλίες και η Επιτροπή, καταλήγοντας σε διαφορετικό συμπέρασμα, εκτίμησε εσφαλμένως τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
Ελλείψεις στη θέσπιση και εφαρμογή των συστημάτων ελέγχου
70. Στη συνοπτική έκθεση αναφέρεται ότι από τους επιτόπιους ελέγχους προέκυψαν πολλές συγκεκριμένες παραβάσεις του κανονισμού 2911/90 και του παραρτήματος του κανονισμού 1663/95 (57) σχετικά με τη θέσπιση και εφαρμογή του συστήματος ελέγχου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μπορεί να συναχθεί ότι οι ελλείψεις αυτές ισχύουν και για την υπόλοιπη Ελλάδα εφόσον το ίδιο σύστημα εφαρμόζεται σε όλη την εθνική επικράτεια.
71. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι υπάρχει πλάνη περί τα πράγματα στην εκτίμηση της Επιτροπής. Αναφέρθηκε ότι οι ελλείψεις έχουν γενικώς συνέπειες σε όλο το σύστημα του εσωτερικού ελέγχου που διεξήχθη από τον οργανισμό πληρωμής (ΓΕΔΙΔΑΓΕΠ) και όχι μόνο στον τομέα των σταφίδων. Η Επιτροπή έπρεπε λοιπόν να ελέγξει τον οργανισμό αυτό μάλλον αντί να συναγάγει από έναν έλεγχο του καθεστώτος ενισχύσεως του τομέα της σταφίδας ότι δεν εφαρμόζεται όλο το παράρτημα του κανονισμού 1663/95. Πάντως τα τελευταία χρόνια η Επιτροπή διεξήγαγε εκατοντάδες ελέγχους των ενισχύσεων σε όλους τους τομείς και ουδέποτε προέβαλε ότι διαπίστωσε τις επικαλούμενες τώρα ελλείψεις στον τομέα της σταφίδας. Εν πάση περιπτώσει, υπήρξαν βελτιώσεις στο σύστημα ενισχύσεως στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο ότι η Επιτροπή προδήλως προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση όλων των απαραίτητων στοιχείων επί των οποίων βασίζεται η απόφαση.
Εκτίμηση
Παρατυπίες στους ελέγχους των εκτάσεων και των επιλεξίμων ποικιλιών σταφυλιών
72. Μολονότι η συνοπτική έκθεση αναφέρει παραβάσεις του κανονισμού 2911/90, η Επιτροπή ισχυρίζεται στο υπόμνημά της αντικρούσεως, ως επιχειρήματα που προφανώς προβάλλονται σε απάντηση των προβληθέντων από την Ελληνική Δημοκρατία επιχειρημάτων (58), ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις συνδέονται με τις πλημμέλειες στην αναγνώριση της ταυτότητας και στη μέτρηση των αγροτεμαχίων κατά παράβαση του άρθρου 13 του κανονισμού 1621/1999.
73. Πάντως, είναι προφανές ότι οι εν λόγω πλημμέλειες δεν μπορούν να συνιστούν καθαυτές παράβαση του κανονισμού 1621/1999, εφόσον ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται μόνον για την περίοδο εμπορίας 1999/2000 (59), ενώ η προσβαλλομένη απόφαση αφορά τις δαπάνες για τις περιόδους εμπορίας 1996/1997, 1997/1998 και 1998/1999. Πάντως, το νομότυπο της δημοσιονομικής διορθώσεως πρέπει να καθοριστεί βάσει άλλων λόγων πλην της συμμορφώσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στον κανονισμό 1621/1999.
74. Ο κανονισμός αυτός, εκτός από το ότι επιβάλλει στα κράτη μέλη να δημιουργήσουν βάση δεδομένων περιέχουσα τα απαιτούμενα πληροφοριακά στοιχεία για τους μεμονωμένους παραγωγούς, οργανώσεις παραγωγών και μεταποιητών, ανακαλεί και αντικαθιστά τον κανονισμό 2911/90. Συνεπώς, από τη συνοπτική έκθεση είναι σαφές ότι ο τελευταίος κανονισμός καθόρισε –κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών– τις επίδικες απαιτήσεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις δηλώσεις καλλιέργειας και την υποχρέωση των κρατών μελών να εξακριβώνουν την ακρίβεια των πληροφοριών αυτών. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2911/90 απαιτεί η δήλωση καλλιέργειας να περιλαμβάνει «τις εκτάσεις που καλύπτουν οι αμπελώνες και οι οποίες καλλιεργούνται με το ή τα συγκεκριμένα προϊόντα [...] και την αναφορά κτηματολογίου των εν λόγω εκτάσεων ή ισοδύναμη ένδειξη που έχει αναγνωριστεί από τον υπεύθυνο για τον έλεγχο των εκτάσεων οργανισμό».
75. Το κύριο επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι ότι το σύστημα ελέγχου, το οποίο περιγράφει, εξασφαλίζει ικανοποιητικό βαθμό προστασίας των κοινοτικών πόρων. Πάντως, τα αποτελέσματα των επιτοπίων ελέγχων της Επιτροπής, όπως καθορίζονται στη συνοπτική έκθεση παρέχουν αποδείξεις σοβαρών αμφιβολιών όσον αφορά το υποστατό ή το πρόσφορο των διεξαχθέντων ελέγχων. Είναι σαφές από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής είναι εσφαλμένες· δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος ελέγχου (60). Εφόσον η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί αυτό το σκέλος της αιτιάσεώς της.
Παρατυπίες στους ελέγχους ελαχίστης αποδόσεως για τις επιλέξιμες ποικιλίες σταφυλιών
76. Σημειώνω πρώτον ότι ο κανονισμός 1456/97 (61) εφαρμόζεται μόνο (όπως καθιστά σαφές ο τίτλος του) στην περίοδο εμπορίας 1997/1998, μολονότι επαναλήφθηκε ένα έτος αργότερα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1594/98, της 23ης Ιουλίου 1998, σχετικά με τον καθορισμό, για την περίοδο 1998/99 του ποσού της ενίσχυσης για την καλλιέργεια σταφυλιών προοριζομένων για την παραγωγή ορισμένων ποικιλιών σταφίδων (62). Πάντως, για την περίοδο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1456/97 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να ελέγξουν αν έχουν επιτευχθεί οι ελάχιστες επιβληθείσες αποδόσεις για ορισμένες ποικιλίες σταφίδας. Επιπλέον, για όλη την επίδικη χρονική περίοδο, το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 2911/90 απαιτεί να περιλαμβάνεται στις δηλώσεις καλλιέργειας εκτίμηση συγκομιδής. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αρνείται ότι οι δικαιούχοι της ενισχύσεως δεν προσκόμισαν την εκτίμηση αυτή, αλλά υποστηρίζει απλώς ότι δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί η συγκομιδή κατά τον χρόνο υποβολής των δηλώσεων καλλιέργειας και αναφέρει ότι διεξήχθησαν διασταυρούμενοι έλεγχοι. Πάντως, επαναλαμβάνω ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος ελέγχου (63). Εφόσον και πάλι η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί αυτό το σκέλος της αιτιάσεώς της.
Ελλείψεις στη θέσπιση και εφαρμογή των συστημάτων ελέγχου
77. Ο κύριος ισχυρισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας βασίζεται προφανώς στην παρανόηση ότι η δημοσιονομική διόρθωση εφαρμόστηκε σε άλλους τομείς πλην του τομέα της σταφίδας. Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί προφανώς ότι η Επιτροπή συνήγαγε, βάσει των παραβάσεων του παραρτήματος του κανονισμού 1663/95 που αποκαλύφθηκαν στον τομέα της σταφίδας, ότι οι ίδιες παραβάσεις υφίστανται σε όλους τους άλλους τομείς, ενώ η Επιτροπή αναφέρει ότι συνήγαγε, βάσει των παραβάσεων του παραρτήματος που αποκαλύφθηκαν στον τομέα της σταφίδας σε έναν μόνο νομό (Ηράκλειο), ότι οι ίδιες παραβάσεις υφίστανται στον τομέα αυτό σε όλη την Ελλάδα. Η συλλογιστική της Επιτροπής έγκειται στο ότι οι παραβάσεις αφορούν τη θέσπιση και εφαρμογή του συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται σε όλη τη χώρα. Επομένως, είναι εύλογο να συναχθεί ότι οι αποκαλυφθείσες στο Ηράκλειο παραβάσεις θα επαναληφθούν και αλλού.
78. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή είναι εντελώς εύλογη. Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί πράγματι ότι έγιναν παραβάσεις· αντιθέτως, προβάλλει ότι επήλθαν βελτιώσεις στο σύστημα, οι περισσότερες από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν από την περίοδο εμπορίας 1998/1999, αναγνωρίζοντας έτσι σιωπηρώς ότι το σύστημα δεν ήταν προσήκον. Κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος ελέγχου (64). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Άρνηση χρηματοδοτήσεως στον τομέα της πριμοδοτήσεως στο αιγοπρόβειο κρέας
Κρίσιμη για την υπόθεση νομοθεσία
79. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (65), απαιτεί η αίτηση ενίσχυσης που αφορά τα ζώα να περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και ιδίως ορισμένα συγκεκριμένα θέματα στα οποία περιλαμβάνονται «ενδεχομένως, η δέσμευση του κατόχου της εκμετάλλευσης να διατηρήσει στην εκμετάλλευση [τα ζώα για τα οποία ζητείται η ενίσχυση] κατά την περίοδο υποχρεωτικής κατοχής, καθώς και η ένδειξη σχετικά με τον ή τους τόπους κατοχής των ζώων».
80. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92 απαιτεί να πραγματοποιούνται διοικητικοί και επιτόπιοι έλεγχοι κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, απαιτεί οι επιτόπιοι έλεγχοι να ασκούνται «τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων [το οποίο] πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον [...] το 10 % των αιτήσεων για τη χορήγηση ενίσχυσης για ζώα». Το άρθρο 6, παράγραφος 4, απαιτεί οι αιτήσεις που αποτελούν το αντικείμενο επιτόπιων ελέγχων να καθορίζονται από την αρμόδια αρχή βάσει ανάλυσης των κινδύνων, η οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη ορισμένους συγκεκριμένους παράγοντες.
81. Το άρθρο 10, παράγραφος 5, του κανονισμού 3887/92 ορίζει:
«Στην περίπτωση που, για λόγους σχετιζόμενους με τις φυσικές συνθήκες διαβίωσης της αγέλης, ο κάτοχος εκμετάλλευσης δεν μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να διατηρήσει στην κατοχή του, κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής περιόδου, τα ζώα για τα οποία έχει ζητήσει πριμοδότηση, το δικαίωμα για πριμοδότηση διατηρείται για τον αριθμό των ζώων που είναι πράγματι επιλέξιμα και υπάρχουν στην εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής τους, με τον όρο ότι ο κάτοχος της εκμετάλλευσης έχει ενημερώσει επί του θέματος, γραπτά, την αρμόδια αρχή, σε προθεσμία δέκα εργάσιμων ημερών μετά τη διαπίστωση της μείωσης του αριθμού των ζώων αυτών.»
82. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 12 του κανονισμού 3887/92 ορίζει ότι για κάθε επίσκεψη ελέγχου πρέπει να συντάσσεται έκθεση, στην οποία μνημονεύονται συγκεκριμένα πληροφοριακά στοιχεία. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 12 ορίζει:
«Ο κάτοχος της εκμετάλλευσης ή ο εκπρόσωπός του έχει τη δυνατότητα να υπογράψει την έκθεση αυτή […]».
83. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2700/93, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της πριμοδότησης υπέρ των παραγωγών αιγοπροβείου κρέατος (66), προβλέπει περίοδο υποχρεωτικής παραμονής των ζώων κατά τη διάρκεια της οποίας ο παραγωγός αναλαμβάνει την υποχρέωση να διατηρεί στην εκμετάλλευσή του τον αριθμό των προβατίνων ή/και αιγών για τις οποίες έχει ζητηθεί η πριμοδότηση. Το δεύτερο εδάφιο προβλέπει:
«Πριν εκμισθωθεί το σύνολο ή μέρος του αριθμού των προβατίνων ή των αιγών για τις οποίες έχει ζητηθεί η πριμοδότηση κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής των ζώων, πρέπει να εξακριβώνεται η ταυτότητα των ζώων αυτών». [...]
84. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2700/93 επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένα σύστημα μόνιμης καταγραφής των κινήσεων του κοπαδιού, με ισχύ από την περίοδο εμπορίας 1994, που υπόκειται στη θέσπιση μεταβατικού μέτρου βάσει του οποίου τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν ένα λιγότερο επαχθές σύστημα καταχωρίσεως μόνο για την περίοδο εμπορίας 1994. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβαίνουν, για κάθε περίοδο εμπορίας, στην κατάρτιση απογραφής των προβατοπαραγωγών που διαθέτουν στο εμπόριο πρόβειο γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα με βάση το πρόβειο γάλα.
Οι αιτιάσεις της Επιτροπής
85. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή διεξήγαγε ελέγχους, περιλαμβανομένων επιτοπίων επιθεωρήσεων, το 1997 και το 1998, για την πριμοδότηση στην αίγα και την προβατίνα, που αποκάλυψαν ορισμένα σοβαρά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 2000, από έναν ακόμα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οι ελληνικές αρχές είχαν καταβάλει πολύ λίγες προσπάθειες για να βελτιώσουν την κατάσταση. Συνοπτικώς, τα κύρια προβλήματα ήσαν τα εξής: μη καθιέρωση συστήματος καταγραφής των κινήσεων του κοπαδιού, κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2700/93· διεξαγωγή ελαχίστων ή καθόλου επιτοπίων ελέγχων κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3887/92· αναξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων των επιθεωρήσεων, όπου ορισμένοι επιθεωρητές ανέφεραν ότι είχαν προφανώς πραγματοποιήσει 25 έως 30 επιθεωρήσεις σε μία ημέρα και οι εκθέσεις επιθεωρήσεως δεν είχαν υπογραφεί από τον παραγωγό κατά παράβαση του άρθρου 12 του κανονισμού 3887/92· κακή ποιότητα των εκθέσεων επιθεωρήσεως· καθυστερήσεις όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων· απουσία αναλύσεως κινδύνου κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 3887/92· ασαφής κοινοποίηση του τόπου υποχρεωτικής κατοχής κατά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92· μη σήμανση των ζώων κατά παράβαση του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2700/93· προφορική (αντί γραπτής) ανακοίνωση απωλειών κατά παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 5, του κανονισμού 3887/92· μη έλεγχος της γαλακτοπαραγωγής των παραγωγών βαρέων αμνών κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2700/93 και μη συμβατοί αριθμοί αιγών και προβατίνων που επωφελούνται από προκαταβολές και τελικές πληρωμές.
86. Ειδικότερα, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι το προσωπικό της Επιτροπής θεώρησε την κατάσταση στο Ρέθυμνο ως εντελώς παράτυπη καθόσον δεν υπήρχε σύστημα ελέγχου αντίστοιχο με το επιβαλλόμενο με τον κανονισμό 3887/92: συγκεκριμένα, δεν υπήρξαν κατ’ ουσίαν καθόλου έλεγχοι το 1995, 1996 και 1997. Αμέσως μετά τους ελέγχους του 1997 των υπαλλήλων της Επιτροπής, οι ελληνικές αρχές ανέστειλαν μονομερώς τις πληρωμές και αργότερα, μετά τους ελέγχους του 99,6 % των παραγωγών στο Ρέθυμνο το 1998, οι αρχές αυτές απέρριψαν σημαντικό ποσοστό των πριμοδοτήσεων, ο δε αριθμός των αιτήσεων που απορρίφθησαν είχε αυξηθεί δραστικά από το ένα έτος στο άλλο.
87. Η Επιτροπή εφάρμοσε δημοσιονομική διόρθωση 5 % στις δαπάνες που δηλώθηκαν για το 1995, 1996 και 1997, περιλαμβανομένων ορισμένων δαπανών σχετικά με το 1997 που δηλώθηκαν όμως το 1999. Για ορισμένους νομούς, όπου από τις στατιστικές προέκυψαν ανεπαρκή επίπεδα επιθεωρήσεων ή όπου από τις επιτόπιες παρατηρήσεις της Επιτροπής δικαιολογήθηκε διαφορετική αντιμετώπιση, η Επιτροπή εφάρμοσε συντελεστή 10 % και για την περιοχή του Ρεθύμνου συντελεστή 25 %. Το συνολικό ποσό των διορθώσεων ανερχόταν σε 11 863 933 000 δρχ.
Ως προς τη δημοσιονομική διόρθωση του 25 % που εφαρμόστηκε στις πραγματοποιηθείσες στο Ρέθυμνο δαπάνες
88. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, υπερέβη τα όρια της διακριτικής της εξουσίας και αιτιολόγησε ανεπαρκώς την απόφασή της. Οι κατά νόμον προϋποθέσεις που θέτουν οι κατευθυντήριες γραμμές (67) για την επιβολή διορθώσεως 25 % δεν πληρούνται σαφώς: η Επιτροπή στηρίχθηκε σε ένα μόνο συγκριτικό στοιχείο, ήτοι το ποσοστό απορρίψεως το 1998, που ήταν υψηλότερο του ποσοστού απορρίψεως το 1997. Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές προέβησαν αμέσως σε αναστολή όλων των πληρωμών και ήλεγξαν το 99,6 % των παραγωγών στο Ρέθυμνο. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι πρέπει να ακυρωθεί η δημοσιονομική διόρθωση του 25 % ή, επικουρικώς, να μειωθεί σε 2 %.
89. Σημειωτέον πρώτον ότι η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με το σύνολο των δαπανών, αν διαπιστώσει ότι δεν υφίστανται επαρκείς μηχανισμοί ελέγχου (68). Επομένως, όταν η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών που αφορούν την παράβαση, κατέβαλε προσπάθεια να θεσπίσει κανόνες που διαφοροποιούν την αντιμετώπιση των περιπτώσεων παρατυπιών, ανάλογα με τον βαθμό ανεπαρκείας των ελέγχων και το μέγεθος του κινδύνου που διατρέχει το ΕΓΤΠΕ, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι τα κριτήρια αυτά είναι αυθαίρετα και ανεπιεική (69).
90. Κατά την άποψή μου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε την απόδειξη αυτή. Οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν δημοσιονομική διόρθωση 25 %, όταν η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου από ένα κράτος μέλος είναι ανύπαρκτη ή παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και υπάρχουν ενδείξεις εκτεταμένων ανωμαλιών, και αμέλεια στην αντιμετώπιση των παράτυπων ή δολίων πρακτικών. Το γεγονός ότι αυξήθηκε αιφνίδια το ποσοστό απορρίψεως το 1998, όταν οι ελληνικές αρχές επιθεώρησαν κατ’ ουσίαν όλους τους παραγωγούς, σε σχέση με το 1997, όπου προφανώς έγινε δεκτό ότι δεν έγιναν επιθεωρήσεις, υποδηλώνει σαφώς ότι οι πριμοδοτήσεις είχαν καταβληθεί το 1997 εσφαλμένως. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι υπήρξαν τόσο λίγοι έλεγχοι από το 1995 έως το 1997 αποτελεί καθαυτό απρόσφορη εφαρμογή του συστήματος ελέγχου και υποδηλώνει αμέλεια στην αντιμετώπιση των παράτυπων ή δολίων πρακτικών, που αποτελεί εξάλλου τον σκοπό της απαιτήσεως διεξαγωγής ελέγχων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτό το σκέλος της αιτιάσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Ως προς τη δημοσιονομική διόρθωση του 10 % που εφαρμόστηκε στις δηλωθείσες σε ορισμένους άλλους νομούς δαπάνες
91. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τα άρθρα 5, παράγραφος 1, 6, παράγραφος 3, και 12 του κανονισμού 3887/92, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2700/93 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 (70). Η Ελληνική Δημοκρατία καταλήγει στο ότι πρέπει να ακυρωθεί η δημοσιονομική διόρθωση του 10 % ή, σε ορισμένες περιπτώσεις και επικουρικώς, να μειωθεί στο 2 %.
92. Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, για ορισμένους νομούς, τα στοιχεία τα οποία δεν μηχανογραφήθηκαν ορθώς λόγω προβλημάτων εφαρμογής της μηχανογραφικής καταγραφής για πρώτη φορά επανεξετάσθηκαν και κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή. Από τα στοιχεία αυτά προέκυψε ότι το 1995 και 1996 διεξήχθησαν άνω του 10 % επιτόπιοι έλεγχοι των αιτήσεων ενισχύσεως. Εν πάση περιπτώσει, δημοσιονομική διόρθωση του 10 % προδήλως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
93. Από την προσκομισθείσα στο Δικαστήριο αλληλογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή, με το από τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 1997 έγγραφό της (71), ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να της διαβιβάσουν πλήρη και αναθεωρημένα στατιστικά στοιχεία για το 1995 και 1996. Τον Δεκέμβριο του 1999, η Επιτροπή συμφώνησε να δεχθεί αναθεωρημένα στατιστικά στοιχεία των ελέγχων για το 1995 και 1996, αρκεί τα πληροφοριακά στοιχεία να είναι διαφανή, σε δισκέτα ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, τεκμηριωμένα με πλήρεις και προσηκόντως συμπληρωμένες εκθέσεις ελέγχου, ήδη ελεγχθείσες από τις ελληνικές αρχές. Δεν είναι σαφές αν πληρούνται τα κριτήρια αυτά στα αναθεωρημένα στατιστικά στοιχεία που υπέβαλαν συνακολούθως οι ελληνικές αρχές, από τις οποίες εμφαίνεται σαφώς ότι οι αρχικώς υποβληθείσες στατιστικές για το 1995 και 1996 ήσαν εσφαλμένες και σε πολλούς νομούς τα αρχικώς δοθέντα ποσοστά επιτοπίων ελέγχων (0 %, 8,6 %, 7,48 %, 8,88 %, 8,57 % και 7,74 %) έπρεπε να είναι υψηλότερα (23,41 %, 10,25 %, 20,65 %, 10,15 %, 11,23 % και 10,13 %). Εν πάση περιπτώσει, η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι τα αναθεωρημένα στατιστικά στοιχεία μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος ελέγχου.
94. Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, ο ισχυρισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας συνίσταται απλώς στη δήλωση ότι το επιβληθέν από την Επιτροπή ποσοστό διορθώσεως είναι πολύ υψηλό και παραβιάζει προδήλως την αρχή αυτή. Ελλείψει οποιουδήποτε προβαλλομένου προς στήριξή του επιχειρήματος, ο ισχυρισμός αυτός και μόνον δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
95. Δεύτερον, σε σχέση με τη διόρθωση του 10 % που επιβλήθηκε ως προς τις πραγματοποιηθείσες σε ορισμένους άλλους νομούς δαπάνες, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η υποχρέωση διεξαγωγής επιτοπίων ελέγχων σε ποσοστό τουλάχιστον 10 % των αιτήσεων ενισχύσεως σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3887/92 ισχύει σε εθνικό επίπεδο και όχι εντός κάθε νομού ή περιοχής όπου εκτρέφονται αιγοπρόβατα.
96. Υπενθυμίζεται ότι παρεμφερές ζήτημα ανακύπτει σε σχέση με τον τομέα του βάμβακος (72). Πάντως, στην περίπτωση της πριμοδοτήσεως στο αιγοπρόβειο κρέας, αντί για την αμιγώς τυχαία επιλογή, το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 3887/92 απαιτεί οι αιτήσεις να καθορίζονται βάσει ανάλυσης των κινδύνων για να λαμβάνουν υπόψη ορισμένους συγκεκριμένους παράγοντες. Κατά συνέπεια, συντάσσομαι εν μέρει με την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας επί του σημείου αυτού. Πάντως, η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι η ίδια η Ελληνική Δημοκρατία απαιτεί επιτοπίους ελέγχους τουλάχιστον του 10 % των αιτήσεων για κάθε νομό· το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται από την Ελληνική Δημοκρατία. Βάσει αυτού, δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν ήταν πρόσφορη η δημοσιονομική διόρθωση εκ μέρους της Επιτροπής.
97. Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η περίπτωση των 30 επιθεωρήσεων που διεξήχθησαν προφανώς σε μία ημέρα είναι μεμονωμένη· εν πάση περιπτώσει, οι επιθεωρήσεις διεξήχθησαν πράγματι κατά τη διάρκεια πολλών ημερών, με ημερομηνία και υπογραφή των εκθέσεων κατά το πέρας των επιθεωρήσεων. Οι περιπτώσεις όπου οι παραγωγοί δεν έχουν υπογράψει εξηγούνται από τους φόβους ή τους δισταγμούς τους να υπογράψουν· το άρθρο 12 του κανονισμού 3887/92 προβλέπει απλώς τη δυνατότητα υπογραφής.
98. Είναι πράγματι εσφαλμένο ότι το άρθρο 12 δεν απαιτεί την υπογραφή των παραγωγών στις εκθέσεις επιθεωρήσεων. Πάντως, νομίζω ότι η Επιτροπή, στο συνολικό πλαίσιο των πλημμελειών που διαπιστώθηκαν στους ελέγχους της, απέδειξε τη σοβαρά και εύλογη αμφιβολία που έχει ως προς το υποστατό ή την ακρίβεια των ελέγχων που διεξήχθησαν στην Ελλάδα· σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο κράτος μέλος εναπόκειται να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς χαρακτήρα των ελέγχων τους οποίους διενήργησε (73). Η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε προφανώς τις αποδείξεις αυτές.
99. Τέταρτον, ως προς την υποχρέωση δημιουργίας μητρώων κινήσεως αγέλης, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η χρονική περίοδος μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1997 ήταν η πρώτη φάση θεσπίσεως των συστημάτων δημιουργίας των μητρώων. Ορισμένα προβλήματα ήσαν αναπόφευκτα, δεδομένου ότι τα αιγοπρόβατα εκτρέφονται σε ορεινές ή νησιωτικές περιοχές, ούτως ώστε οι παραγωγοί τους είναι διεσπαρμένοι και δεν μπορούν ευκόλως να πληροφορηθούν για το νέο σύστημα. Όσον αφορά την προβαλλομένη απουσία της μεθόδου αναλύσεως του κινδύνου, μολονότι δεν διεξάγεται ηλεκτρονικώς, διεξάγεται χειρόγραφα σε όλους τους νομούς· συνεπώς, ακόμη κι αν η επιλογή του δείγματος έγινε χωρίς ηλεκτρονική ανάλυση επικινδυνότητας, οι διεξαχθέντες έλεγχοι ήσαν αποτελεσματικοί και δεν δημιουργούσαν κανένα κίνδυνο απωλείας κοινοτικών πόρων. Ομοίως, ως προς τις προβαλλόμενες καθυστερήσεις στην επεξεργασία των στοιχείων των αιτήσεων, οι έλεγχοι ήσαν αποτελεσματικοί ακόμη κι αν δεν υπάρχει ηλεκτρονική επεξεργασία σε όλα τα επίπεδα (που οφείλεται καθαυτή στον ανεπαρκή εξοπλισμό σε υπολογιστές). Η δε αποδοχή στο παρελθόν προφορικών κοινοποιήσεων απωλειών αφορούσε μεμονωμένες περιπτώσεις όπου οι παραγωγοί βρίσκονταν σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές.
100. Συνεπώς, η Ελληνική Δημοκρατία δέχεται προφανώς ότι η υποχρέωση δημιουργίας μητρώων κινήσεως αγέλης και η αποδοχή προφορικών κοινοποιήσεων απωλειών συνιστούν παρατυπίες. Όσον αφορά ειδικότερα τα μητρώα, σημειωτέον ότι η υποχρέωση δημιουργίας τους χρονολογείται από τη θεσπισθείσα το 1993 νομοθεσία (74), που έπρεπε να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη –στην ανάγκη με τη δημιουργία μητρώου πληρούντος λιγότερες προϋποθέσεις για το πρώτο έτος– με ισχύ από την περίοδο εμπορίας 1994. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή περαιτέρω καθυστέρηση δύο ετών.
101. Όσον αφορά την προβαλλομένη έλλειψη αναλύσεως κινδύνου και τις καθυστερήσεις στην επεξεργασία των στοιχείων των αιτήσεων, επαναλαμβάνω ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος ελέγχου (75). Τίποτα δεν υποδηλώνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία προσκόμισε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία.
102. Πέμπτον, ως προς τον ισχυρισμό ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92 κοινοποίηση της τοποθεσίας της εκμεταλλεύσεως έγινε ασαφώς, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η τοποθεσία αναφέρεται ως τοπωνύμιο ελλείψει λεπτομερέστερης περιγραφής (δεδομένου ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κτηματολόγιο). Η νομοθεσία απαιτεί απλώς ένδειξη της τοποθεσίας και όχι λεπτομερή περιγραφή.
103. Πάντως, οι ελεγκτές της Επιτροπής δεν απαίτησαν προφανώς λεπτομερή περιγραφή, αλλ’ απλώς σαφή ένδειξη της τοποθεσίας της εκμεταλλεύσεως, πράγμα το οποίο δεν αναφέρθηκε στην αίτηση ενισχύσεως. Εκ νέου, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας.
104. Έκτον, ως προς τη μη σήμανση των ζώων, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι οι περιπτώσεις αυτές αφορούσαν συνεκμεταλλεύσεις κοπαδιών που ανήκαν σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες, για τις οποίες το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2700/93 δεν επιβάλλει σήμανση.
105. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, απαιτεί να εξακριβώνεται η ταυτότητα των προβατίνων ή των αιγών για τις οποίες έχει ζητηθεί η πριμοδότηση προτού εκμισθωθεί. Δεν μου είναι σαφές γιατί τα ανήκοντα σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες κοπάδια δεν υπόκεινται στην υποχρέωση αυτή· πράγματι, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, είναι εύλογο ότι τα ευρισκόμενα σε συνεκμετάλλευση κοπάδια παρουσιάζουν ακριβώς τα ίδια προβλήματα που επιδιώκει να επιλύσει το άρθρο 1, παράγραφος 3. Συνεπώς, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί.
106. Έβδομον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι έλεγχοι της Επιτροπής έγιναν το 1997 και το 1998, και η γραπτή ανακοίνωση των αποτελεσμάτων το 1998· κατά συνέπεια, η 24μηνη προθεσμία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 άρχισε να κινείται το 1996, ενώ η δημοσιονομική διόρθωση αφορά και τις πραγματοποιηθείσες το 1995 δαπάνες. Περαιτέρω, η Επιτροπή εσφαλμένως θεώρησε ότι οι πραγματοποιηθείσες το 1995 και δηλωθείσες το 1996 δαπάνες εμπίπτουν στην 24μηνη προθεσμία: ο αποφασιστικός παράγοντας είναι η ημερομηνία πραγματοποιήσεως των δαπανών ή δημιουργίας του γενεσιουργού αιτίου καταβολής της ενισχύσεως και όχι πότε έγινε η δήλωση.
107. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι παρατηρήσεις των ελεγκτών της αφορούν τα οικονομικά έτη 1995, 1996 και 1997· οι ελληνικές αρχές έλαβαν με έγγραφο της 22ας Ιουλίου 1997 τη γραπτή ανακοίνωση και συνεπώς εντός της 24μηνης προθεσμίας.
108. Από το έγγραφο αυτό που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (76), είναι σαφές ότι τα αποτελέσματα τουλάχιστον των ελέγχων που διεξήχθησαν το 1997 κοινοποιήθηκαν στην Ελληνική Δημοκρατία τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο του 1997 (77). Το έγγραφο, με επικεφαλίδα «Εκκαθάριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Εγγυήσεων) για το 1996 και 1997 στον τομέα του κρέατος», παραπέμπει στον επιτόπιο έλεγχο του 1997, συνοψίζει πολλά διαπιστωθέντα προβλήματα (συγκεκριμένα τη μη θέσπιση των μητρώων κινήσεως αγέλης, τις ελάχιστες επιτόπιες επιθεωρήσεις, την απουσία αναλύσεως κινδύνου, την αποδοχή προφορικών ανακοινώσεων απωλειών και την απουσία ελέγχων της γαλακτοκομικής παραγωγής από τους παραγωγούς βαρέων αμνών), και καταλήγει:
«Οι διαπιστώσεις της έρευνας αυτής κοινοποιούνται με παραπομπή στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούν ότι οι αρχές σας δεν συμμορφώθηκαν πλήρως με τις απαιτήσεις των κανονισμών 3887/92 και 2700/93, για τους προβαλλομένους στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του παρόντος εγγράφου λόγους. Θεωρούν ότι πρέπει να ληφθούν διορθωτικά μέτρα και να επέλθουν διαδικαστικές βελτιώσεις στις ακόλουθες περιοχές [...].
Δεδομένης της σοβαρότητας των διαπιστώσεων, οι υπηρεσίες της Επιτροπής σκοπεύουν να προτείνουν τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση μέρους των δαπανών, που δηλώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 7.1 του κανονισμού (ΕΚ) 296/96 της Επιτροπής (78), οι οποίες πραγματοποιήθησαν το πολύ 24 μήνες πριν από την ημερομηνία της τυπικής παραλαβής του εγγράφου αυτού (στην ελληνική γλώσσα). Ενόψει της απαντήσεώς σας στο έγγραφο αυτό, το τμήμα της δαπάνης που θα αποκλεισθεί θα καθοριστεί βάσει των κρισίμων διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου. Όπως ορίζει το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) της Επιτροπής 1663/95, η απάντησή σας στο έγγραφο αυτό πρέπει να κοινοποιηθεί εντός δίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία της τυπικής παραλαβής του εγγράφου αυτού (στην ελληνική γλώσσα). Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, και μετά την εξέταση οποιασδήποτε απαντήσεως παραληφθεί εντός αυτής της προθεσμίας, θα προταθεί διμερής συνάντηση προτού οι υπηρεσίες της Επιτροπής κοινοποιήσουν τυπικώς τα πορίσματά τους».
109. Κατά την άποψή μου, το έγγραφο αυτό ανταποκρίνεται πλήρως στις επιταγές της νομοθεσίας όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο: όχι μόνο είναι εντελώς σαφές ότι πρόκειται για την κοινοποίηση την οποία σκοπεί το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, αλλά μνημονεύεται επίσης ρητώς και η έναρξη της προθεσμίας των 24 μηνών.
110. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι το έγγραφο του 1997 της Επιτροπής αφορά μόνον τις περιόδους εμπορίας 1996 και 1997, αποκλειομένης της περιόδου εμπορίας 1995. Τούτο είναι πάντως σαφώς εσφαλμένο: το έγγραφο αναφέρεται πλειστάκις στις περιόδους εμπορίας 1995 και 1996· μολονότι φέρει την επικεφαλίδα «Εκκαθάριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Εγγυήσεων) για το 1996 και 1997 στον τομέα του κρέατος», έπεται προφανώς της συνήθους πρακτικής να γίνεται αναφορά και στο οικονομικό έτος το οποίο αφορούν οι λογαριασμοί (το οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ εκτείνεται από 16 Οκτωβρίου μέχρι 15 Οκτωβρίου) και στην περίοδο εμπορίας για τον οικείο τομέα (στην περίπτωση του αιγοπροβείου κρέατος, η περίοδος εμπορίας αρχίζει την πρώτη Δευτέρα του Ιανουαρίου και λήγει την προηγουμένη της ημέρας αυτής ημέρα του επομένου έτους (79)).
111. Εφόσον είναι κρίσιμη η ημερομηνία πραγματοποιήσεως της δαπάνης, μπορεί να είναι κάπως πειστικό το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις στις δαπάνες του 1995 είναι εκπρόθεσμες. Πάντως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να λάβει υπόψη μόνο την ημερομηνία πραγματοποιήσεως της δαπάνης, χωρίς να λάβει υπόψη και την ημερομηνία κατά την οποία παρείχε στην Επιτροπή κρίσιμες και επαρκείς πληροφορίες για τη δαπάνη αυτή, δίνοντας στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβεί στην εκκαθάριση των λογαριασμών. Ένα κράτος μέλος δύναται να απαιτήσει την τήρηση της 24μηνης προθεσμίας αποκλεισμού, μόνον εφόσον τηρεί το ίδιο τις υποχρεώσεις που υπέχει από την κοινοτική οδηγία, κυρίως όσον αφορά την εκούσια κοινοποίηση των αναγκαίων για τον έλεγχο στοιχείων (80). Από το έγγραφο είναι σαφές ότι, κατά τη χρονική στιγμή της συντάξεώς του (τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 1997), η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε προσκομίσει ικανοποιητικά στατιστικά στοιχεία για τους επιτόπιους ελέγχους, το μόνο δε κρίσιμο στοιχείο της αιτιάσεως που διατυπώθηκε αφορούσε την περίοδο εμπορίας 1995. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να απαιτήσει την τήρηση της 24μηνης προθεσμίας αποκλεισμού.
112. Για τους προαναφερθέντες λόγους, δεν μπορεί να γίνει δεκτός κανείς από τους ισχυρισμούς της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προς τη διόρθωση του 10 % που εφαρμόστηκε στις δαπάνες στον τομέα του αιγοπροβείου κρέατος σε ορισμένους νομούς πλην του Ρεθύμνου.
Πρόταση
113. Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2– ΕΕ L 200, σ. 28.
3– Κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (EE ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95, της 22ας Μαΐου 1995 (EE L 125, σ. 1). O κανονισμός 729/70 αντικαταστάθηκε, με ισχύ για τις δαπάνες από 1ης Ιανουαρίου 2000, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1258/99 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103).
4– Άρθρα 1, παράγραφος 3, και 3, παράγραφος 1.
5– Άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο.
6– Η νομοθεσία, που αφορά καθένα από τους τομείς της προσφυγής της Ελληνικής Δημοκρατίας, αναφέρεται στην αρχή του σχετικού κεφαλαίου των προτάσεων αυτών.
7– Κανονισμός (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995 (ΕΕ L 158, σ. 6).
8– Βλ., π.χ., απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-118/99, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-747, σκέψη 38.
9– Βλ., π.χ., απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-157/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι-153, σκέψη 44.
10– Βλ., π.χ., απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, C-332/00, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-3609, σκέψη 46.
11– Βλ., π.χ., την μνημονευθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 35.
12– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψεις 11 και 12.
13– Βλ., π.χ., την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C-130/99, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-3005, σκέψη 87.
14– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψεις 16 έως 17, και την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C-331/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι-9085, σκέψη 66.
15– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 18.
16– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 42.
17– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 37.
18– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 44.
19– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 54· και απόφαση της 14ης Μαρτίου 2002, C-132/99, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-2709, σκέψη 39).
20– Βλ., π.χ., την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-170/00, Φινλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-1007, σκέψη 27).
21– Απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψεις 133 και 134· βλ. επίσης το σημείο 41 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Τizzano στην υπόθεση C‑158/00, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής (απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, Συλλογή 2002, σ. Ι-5373), και τα σημεία 50 και 59 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 20 υπόθεση Φινλανδία κατά Επιτροπής.
22– Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-331/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι‑8963, σκέψεις 60 και 65).
23– Το οποίο αντικατέστησε το έγγραφο εργασίας VI/216/93 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1993. Οι κατευθυντήριες γραμμές εφαρμόζονται στις αποφάσεις που έχουν ληφθεί μετά τις 8 Δεκεμβρίου 1997.
24– Βλ., ως πρόσφατα παραδείγματα, τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 49, τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση στην υπόθεση C-157/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 115, και τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση στην υπόθεση C-331/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 73, και, ως ανασκόπηση της προσεγγίσεως του Δικαστηρίου, τα σημεία 21 έως 25 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στην υπόθεση C-375/99, Ισπανία κατά Επιτροπής (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, Συλλογή 2001, σ. Ι-5983).
25– Έγγραφο υπ’ αριθ. AGR/17537/01-τελικό.
26– Κανονισμός (ΕΚ) 1554/95 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1995 (ΕΕ L 148, σ. 48).
27– Κανονισμός (ΕΟΚ) 1201/89 της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 1989 (ΕΕ L 123, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε συγκεκριμένα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1437/96, της 23ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 184, σ. 29).
28– Παρατεθείς στην υποσημείωση 27.
29– Πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη.
30– Η Ελλάδα διαιρείται σε 52 νομούς ή διοικητικές περιφέρειες.
31– Κανονισμός (EOK) 2911/90 της Επιτροπής, της 9ης Οκτωβρίου 1990 (ΕΕ L 278, σ. 35), όπως τροποποιήθηκε συγκεκριμένα με τον κανονισμό (EK) 2614/95 της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 1995 (ΕΕ L 268, σ. 7).
32– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση στην υπόθεση C-157/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψεις 17 και 18.
33– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 18.
34– Προπαρατεθέν στο σημείο 26 ανωτέρω· βλ. επίσης το σημείο 28.
35– Κανονισμός (ΕΟΚ) 154/75 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1975, περί καταρτίσεως ελαιοκομικού κτηματολογίου στα κράτη μέλη παραγωγής ελαιολάδου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 158), όπως τροποποιήθηκε συγκεκριμένα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3453/80 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/032, σ. 121), και 3788/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985 (ΕΕ L 367, σ. 1).
36– Κανονισμός (ΕΟΚ) 2261/84 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1984 (ΕΕ L 208, σ. 3).
37– Κανονισμός (ΕΟΚ) 3061/84 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1984 (ΕΕ L 288, σ. 52), όπως τροποποιήθηκε συγκεκριμένα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 98/89 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1989 (ΕΕ L 14, σ. 14).
38– Παρατεθέν στο σημείο 6 ανωτέρω.
39– Βλ. τα σημεία 18 έως 22 ανωτέρω.
40– Απόφαση της 4ης Ιουλίου 1996, C-50/94, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-3331, σκέψη 49).
41– Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1998, C-61/95, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι‑207, σκέψεις 12 και 13).
42– Αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2000, C-46/97, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-5719, σκέψεις 12 και 16), και C-243/97, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-5813, σκέψη 14).
43– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 16.
44– Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001 (Συλλογή 2001, σ. Ι-1, σκέψεις 13 και 14).
45– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 17.
46– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 54.
47– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 87.
48– Κανονισμός (ΕΟΚ) 2392/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986 (ΕΕ L 208, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1631/98 του Συμβουλίου (ΕΕ L 210, σ. 14).
49– Προαναφερθείς στην υποσημείωση 31, όπως επίσης τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2475/94 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1994 (ΕΕ L 264, σ. 6).
50– Υποσημείωση αφορώσα παραδρομή του αγγλικού κειμένου.
51– Προαναφερθείς στην υποσημείωση 7.
52– Κανονισμός (ΕΚ) 1456/97 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1997 (ΕΕ L 199, σ. 4).
53– Κανονισμός (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999 (ΕΕ L 179, σ. 1).
54– Βλ. το άρθρο 82.
55– Βλ. αιτιολογική σκέψη 31 στο προοίμιο και τα άρθρα 2, παράγραφος 3, 6, παράγραφος 2, 11, παράγραφος 4, και 16.
56– Κανονισμός (ΕΚ) 1621/1999 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1999 (ΕΕ L 192, σ. 21).
57– Βλ. σημεία 57 και 58 ανωτέρω.
58– Βλ. σημεία 65 και 66 ανωτέρω.
59– Βλ. άρθρα 13, παράγραφος 1, και 16.
60– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 18, και τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 42.
61– Προαναφερθείς στην υποσημείωση 52.
62– ΕΕ L 208, σ. 19.
63– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 18, και τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 42.
64– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 18.
65– Κανονισμός (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ L 391, σ. 36).
66– Κανονισμός (ΕΟΚ) 2700/93 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1993 (ΕΕ L 245, σ. 99), όπως τροποποιήθηκε συγκεκριμένα με τον κανονισμό (ΕΚ) 279/94 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994 (ΕΕ L 37, σ. 1).
67– Βλ. σημεία 18 έως 22 ανωτέρω.
68– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 37.
69– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 44.
70– Παρατεθέν στο σημείο 6 ανωτέρω.
71– Βλ. σημείο 107 κατωτέρω.
72– Βλ. σημείο 35 ανωτέρω.
73– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψεις 16 και 17.
74– Άρθρο 4 του κανονισμού 2700/93.
75– Βλ., π.χ., τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 18.
76– Παράρτημα 11 του υπομνήματος αντικρούσεως.
77– Το έγγραφο αυτό φέρει προφανώς δύο ημερομηνίες, 12 Ιουνίου 1997 και 3 Ιουλίου 1997, ενώ η Επιτροπή αναφέρει τις 22 Ιουλίου 1997· πιθανόν οι τρεις ημερομηνίες να αφορούν το αγγλικό σχέδιο, την ελληνική μετάφραση και την παραλαβή από τις ελληνικές αρχές.
78– Η διάταξη αυτή αναφέρει ότι: «Οι δαπάνες οι οποίες δηλώνονται για ένα μήνα πρέπει να αντιστοιχούν στις πληρωμές και εισπράξεις που έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του μήνα αυτού. Μπορούν να περιέχουν διορθώσεις των στοιχείων που έχουν δηλωθεί για τους προηγούμενους μήνες του ίδιου οικονομικού έτους. Λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του οικονομικού έτους “n-1”».
79– Άρθρο 3, παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3013/89 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1989, για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (ΕΕ L 289, σ. 1).
80– Βλ. τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 60 και 65.
Full & Egal Universal Law Academy