Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως είναι εν πρώτοις ενδιαφέρουσα από δικονομικής απόψεως. Πράγματι, δεν υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες επί της ουσίας, ήτοι επί του υποστατού της παραβάσεως εκ μέρους του καθού κράτους μέλους, υπό την έννοια ότι δεν μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος (1).
Ιστορικό
2 Η οδηγία 98/5 προσφέρει στους δικηγόρους τρόπο διευκολύνσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα εντός του κράτους μέλους υποδοχής (2). Για τους σκοπούς της συμμορφώσεώς τους προς αυτή, τα κράτη μέλη όφειλαν να εκδώσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις πριν από τις 14 Μαρτίου 2000 και να ενημερώσουν πάραυτα την Επιτροπή και να αναφερθούν στην οδηγία με τη νέα κανονιστική ρύθμιση τους (3).
3 Μη έχοντας λάβει από τις ιρλανδικές αρχές κοινοποίηση σχετικά με τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, η Επιτροπή τους απηύθυνε στις 8 Αυγούστου 2000 έγγραφο οχλήσεως, καλώντας τους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός δύο μηνών.
4 Στις 16 Ιανουαρίου 2001, ήτοι τρεις μήνες και πλέον από τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιρλανδίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως, αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η διαδικασία μεταφοράς της οδηγίας 98/5 εξακολουθούσε να εκκρεμεί και απαιτούσε την παρέμβαση του νομοθέτη, γεγονός που συνειδητοποιήθηκε όψιμα.
5 Όπως αναφέρεται στο έγγραφο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας, το ιρλανδικό σύνταγμα εξουσιοδοτεί την εκτελεστική εξουσία να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση των απορρεουσών από την ιδιότητα της χώρας ως μέλους της Ευρωπαϋκής Ενώσεως υποχρεώσεων. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/5 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιβάλουν στους δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής την υποχρέωση είτε να συνάπτουν ασφάλεια επαγγελματικής ευθύνης είτε να ασφαλίζονται σε ταμείο επαγγελματικής εγγυήσεως. Η Ιρλανδία προτίθεται να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, αλλά, λόγω ακριβώς του προαιρετικού χαρακτήρα της, αδυνατεί να προσφύγει στην κατά προτεραιότητα νομοθετική διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, της αναλήψεως νομοθετικής πρωτοβουλίας εκ μέρους της Κυβερνήσεως πρέπει να προηγηθεί η αντίστοιχη έγκριση του Ιρλανδικού Κοινοβουλίου (Oireachtas). Σύμφωνα με το έγγραφο, η διαδικασία της κοινοβουλευτικής εγκρίσεως και η θέσπιση της κανονιστικής ρυθμίσεως περί μεταφοράς πρόκειται να περατωθούν περί τις αρχές του 2001 (4).
6 Η απάντηση των ιρλανδικών αρχών πρωτοκολλήθηκε από την Επιτροπή στις 17 Ιανουαρίου 2001.
7 Επτά ημέρες αργότερα, ήτοι στις 24 Ιανουαρίου του ιδίου έτους, η Επιτροπή απηύθυνε προς την Ιρλανδία αιτιολογημένη γνώμη, πιέζοντάς την να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 98/5 και προς τη Συνθήκη εντός προθεσμίας δύο μηνών. Στο σημείο 3 του σχετικού εγγράφου, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν είχε λάβει καμία επίσημη απάντηση επί του εγγράφου της οχλήσεως.
8 Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιρλανδίας απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής με έγγραφο της 29ης Ιανουαρίου 2001, υπογραμμίζοντας ότι είχε ήδη αντιδράσει στο έγγραφο οχλήσεως, προσθέτοντας και αντίγραφο των παρατηρήσεων που είχε υποβάλει στις 16 Ιανουαρίου, χωρίς την προσθήκη οποιουδήποτε νέου στοιχείου.
Ανάλυση της προσφυγής
9 Όπως προανέφερα, η άμυνα της Ιρλανδίας επικεντρώνεται στη διαδικαστική πλημμέλεια, ήτοι στο ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς που διατύπωσε το καθού κράτος μέλος απαντώντας στο έγγραφο οχλήσεως. Επικαλούμενη τη διάταξη της 11ης Ιουλίου 1995 επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ισπανίας (5), η Ιρλανδία ζήτησε από το Δικαστήριο να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη ή, τουλάχιστον, να την απορρίψει λόγω της ιδίας διαδικαστικής πλημμέλειας.
10 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις του καθού κράτους μέλους επειδή δεν της είχαν περιέλθει εγκαίρως. Προσθέτει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τις είχε λάβει εμπροθέσμως, το περιεχόμενό τους δεν θα ήταν ικανό να την οδηγήσει σε αλλαγή στάσης. Κατά τα λοιπά, εκτιμά ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο εξέδωσε την προαναφερθείσα διάταξη επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ισπανίας δεν πληρούνται εν προκειμένω. Με την υπόθεση εκείνη, το καθού κράτος μέλος όχι μόνον είχε απαντήσει εντός των προθεσμιών που του είχαν ταχθεί, αλλ' η απάντησή του άφηνε να διαφανεί ότι η μεταφορά της επίδικης κοινοτικής νομοθεσίας είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο συγκεκριμένου έργου.
11 Δεν πρέπει να λησμονείται η περίπλοκη φύση της διαδικασίας από την οποία το άρθρο 226 ΕΚ εξαρτά την αναγνώριση της παραβάσεως: την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία ακολουθεί έτερη δικαστική, αλλ' ουδείς μεταξύ τους αναγκαστικός σύνδεσμος υφίσταται. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή είναι απολύτως ελεύθερη να καλέσει, οχλώντας, το διαπράττον την παράβαση κράτος μέλος να δικαιολογήσει τη θέση του, ενώ μπορεί να του απευθύνει αιτιολογημένη γνώμη και να προσφύγει στο Δικαστήριο (6). Επιπλέον, διαθέτει ανάλογη ελευθερία να αποφασίσει τον χρόνο κινήσεως των διαδικαστικών αυτών πράξεων (7). Επομένως, το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο του είδους αυτού προσφυγής είναι η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής.
12 Γεγονός είναι, μεν, ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, στόχος της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παρασχεθεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η δυνατότητα συμμορφώσεώς του προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο ή, ενδεχομένως να του δοθεί η δυνατότητα να δικαιολογήσει τη θέση του (8), πλην όμως η ίδια αυτή διαδικασία παρέχει στους διαδίκους τη δυνατότητα ενάρξεως διαλόγου επί της μιας ή της άλλης πτυχής, σε επίπεδο δικαίου ή σκοπιμότητας, δυναμένης να επηρεάσει την ευρεία διακριτική εξουσία που διαθέτει η Επιτροπή. Αυτή είναι η έννοια που πρέπει αν αποδοθεί στην ευελιξία με την οποία η Συνθήκη περιέβαλε την προσφυγή λόγω παραβάσεως.
13 Ακριβώς λόγω του υβριδικού χαρακτήρα της, η διοικητική αυτή φάση δεν παρέχει έδαφος στον ισχυρισμό ότι στερείται τη χρησιμότητά της οσάκις το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν διαθέτει νομικά επιχειρήματα προς άμυνά του, ήτοι λόγους ικανούς να θεμελιώσουν ένσταση κατά την ένδικη φάση της διαδικασίας. Από την ίδια της τη φύση, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία διακρίνεται σαφώς από την ένδικη διαδικασία, όπως ακριβώς διαφέρουν σαφώς οι εξουσίες που ασκεί η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσεως από εκείνες που επαφίενται στο Δικαστήριο κατά τη δεύτερη φάση.
14 Ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητα της ανωτέρω πρακτικής, είναι αδιαμφισβήτητο ότι βούληση του συντάκτη της Συνθήκης ήταν η διαδικαστική πράξη που χαράσσει τα όρια της τυχόν προσφυγής, ήτοι η αιτιολογημένη γνώμη, να μεσολαβεί μετά από πρόσκληση που απευθύνεται στο οικείο κράτος μέλος προκειμένου να του επιτραπεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, τις οποίες η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη (9).
15 Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη με την αιτιολογημένη γνώμη παρατηρήσεις που υποβάλλει κράτος μέλος σε απάντηση του εγγράφου οχλήσεώς της ισοδυναμεί με στέρηση του οικείου κράτους από την προσφερόμενη με την εν λόγω διαδικασία δυνατότητα.
16 Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η δυνατότητα του κράτους μέλους να υποβάλει τις παρατηρήσεις του συνιστά, ακόμη και αν εκτιμά ότι δεν οφείλει να κάνει χρήση της, ουσιώδη εγγύηση ανταποκρινόμενη σε βούληση της Συνθήκης, οπότε η τήρησή της συνιστά προϋπόθεση του νομοτύπου της διαδικασίας της εκ μέρους του κράτους αυτού παραβάσεως (10).
17 Μη λαμβάνοντας υπόψη, με τη διατυπωθείσα στις 24 Φεβρουαρίου 2001 αιτιολογημένη γνώμη της, τις υποβληθείσες μια εβδομάδα νωρίτερα παρατηρήσεις της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ιρλανδίας, η Επιτροπή προσέβαλε τον νομότυπο χαρακτήρα της προηγηθείσας της παρούσας προσφυγής διοικητικής διαδικασίας.
18 Έρχομαι τώρα στην ανάλυση του ερωτήματος αν οι προσιδιάζουσες στην παρούσα υπόθεση περιστάσεις είναι ικανές να επηρεάσουν τη διαπίστωση της παρατυπίας.
19 Πρώτον, η Επιτροπή δικαιολογεί την παράλειψή της επικαλούμενη το γεγονός ότι παρέλαβε την απάντηση της Ιρλανδίας τρεις μήνες μετά την εκπνοή της προθεσμίας που της είχε τάξει με το έγγραφό της οχλήσεως.
20 Κατά την άποψή μου, το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή ως εκ του ότι δεν συνδέεται με την απόδειξη ότι το κράτος μέλος ενήργησε κακοπίστως ή δεν εξεπλήρωσε προδήλως το καθήκον του για ειλικρινή συνεργασία. Το άρθρο 226 ΕΚ περιορίζεται στο να απαιτεί από την Επιτροπή να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη «αφού προηγουμέως [παρασχεθεί] δυνατότητα στο κράτος αυτό να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του». Οι προθεσμίες εντός των οποίων τα κράτη διατυπώνουν τις σχετικές παρατηρήσεις, τις οποίες η Επιτροπή ορίζει ελευθέρως εντός ευλόγων ορίων (11), δεν είναι ανατρεπτικές. Αντιθέτως, έχουν ως στόχο τη δέσμευση του κοινοτικού θεσμικού οργάνου, ήτοι πλην δικαιολογημένης περιπτώσεως, να μη διατυπώνεται η αντίστοιχη αιτιολογημένη γνώμη ενόσω τρέχει η σχετική προθεσμία. Σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή, μετά την εκπνοή της προθεσμίας, προτιμά να μην κάνει χρήση της ευχέρειας αυτής, πάντως, παραμένει υποχρεωμένη, ως εκ του αποτελέσματος της ίδιας της Συνθήκης, να λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις που της υποβάλλει το κράτος μέλος. Κατά τα λοιπά, η υποχρέωση αυτή είναι αμοιβαία εκ του γεγονότος ότι η Επιτροπή μπορεί να ενεργήσει πέραν οποιασδήποτε αποκλειστικής προθεσμίας.
21 Όλως διάφορη είναι η φύση της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη. Επειδή σκοπός της είναι ο προσδιορισμός του αντικειμένου τυχόν προσφυγής και σηματοδοτεί το τέλος της προ της ασκήσεως της προσφυγής φάσεως, η νέα χορηγούμενη προθεσμία εμφανίζει τα χαρακτηριστικά μιας «περιόδου χάριτος», κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλονται τα αποτελέσματα της αιτιολογημένης γνώμης. Αφενός, η Επιτροπή αναλαμβάνει τη δέσμευση να μην ασκήσει ένδικη προσφυγή, αφετέρου, το κράτος μέλος έχει ακόμη τη δυνατότητα να εκπληρώσει αποτελεσματικά τις υποχρεώσεις του. Με τον τερματισμό της διοικητικής φάσεως, τον διάλογο διαδέχεται η ένδικη προσφυγή. Το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι διατυπωθείσες από το κράτος μέλος παρατηρήσεις σε απάντηση της αιτιολογημένης γνώμης δεν θίγει, συνακόλουθα, τη νομιμότητα της διοικητικής φάσεως, η οποία έχει ήδη περατωθεί. Υπό την έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 19 Μαου 1998 επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (12).
22 Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απάντηση της Ιρλανδίας ουδόλως υπεισέρχεται στη νομική θεμελίωση της αιτιολογημένης γνώμης εφόσον τα επιχειρήματα που εμπεριέχει δεν άπτονται των απορρεουσών εκ της Συνθήκης υποχρεώσεών της.
23 Γεγονός είναι ότι με την προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας, επί της οποίας η Ιρλανδία θεμελιώνει την επιχειρηματολογία της, οι παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει το καθού κράτος μέλος σε απάντηση του εγγράφου οχλήσεως αποδείκνυαν ότι η Ισπανία είχε εκπληρώσει εν μέρει τις υποχρεώσεις της. Οι διάδικοι της υποθέσεως εκείνης, επομένως, δεν κατέστη δυνατό να προσδιορίσουν τη φύση και το περιεχόμενο της διαφοράς τους με την αναγκαία σαφήνεια μέχρι την έκδοση εκ μέρους της Επιτροπής της αιτιολογημένης γνώμης της. Άρα, το στοιχείο αυτό στερούσε το καθού κράτος μέλος από τη δυνατότητα να προασπίσει τα δικαιώματά του άμυνας.
24 Πάντως, το περιεχόμενο της απαντήσεως που απηύθυνε στην Επιτροπή η Ιρλανδία στις 16 Ιανουαρίου 2001 δεν επιτρέπει να υποτεθεί άνευ ετέρου το αντίθετο. Γεγονός μεν είναι ότι δεν περιελάμβανε στοιχεία δυνάμενα να αναιρέσουν, εν όλω ή εν μέρει, την προσφυγή λόγω παραβάσεως μετά την άσκησή της, επέτρεπε, όμως, στην Ιρλανδία να προσβλέπει συναφώς - χάρη στην υβριδική φύση της φάσεως αυτής της διαδικασίας - ότι οι παρατηρήσεις της θα συνεπάγονταν ορισμένα αποτελέσματα επί της στάσεως της Επιτροπής και ότι, επί παραδείγματι, η τελευταία θα ανέστελλε την έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης της και θα συνέχιζε την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Τέλος, αν η Ιρλανδία είχε επίγνωση κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι οι λόγοι που επικαλούνταν με την απάντησή της δεν θα της επέτρεπαν να αποφύγει την εις βάρος της άσκηση προσφυγής, θα μπορούσε να υιοθετήσει διαφορετική στάση και, επί παραδείγματι, να επιταχύνει τα μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπον ώστε να θεσπιστούν πριν από τον μοιραίο χρόνο της εκπνοής της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
25 Στην περιπτωσιολογική αυτή αλληλουχία αποδίδω σημασία αποκλειστικά και μόνο για να καταστήσω γλαφυρό τον συλλογισμό μου. Πράγματι, εκείνο που είναι πράγματι σημαντικό πρέπει να αναζητηθεί στο ότι το γεγονός ότι αγνοήθηκε η απάντηση της Ιρλανδίας στέρησε το κράτος αυτό από δικονομική εγγύηση που του αναγνωρίζει η Συνθήκη. Το ερώτημα αν το οικείο κράτος μέλος θα έκανε ενδεχομένως χρήση της δυνατότητας αυτής δεν ασκεί επιρροή. Όπως επανέλαβε επανειλημμένα το Δικαστήριο, το να παρέχεται σε κράτος μέλος η δυνατότητα να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του επί του εγγράφου οχλήσεως συνιστά ουσιώδη τύπο «ακόμα και αν δεν κρίνει σκόπιμο να το πράξει» (13).
26 Έχοντας φτάσει στο σημείο αυτό, εκείνο που μου απομένει δεν είναι παρά να αναλύσω αν η διαπιστωθείσα παρατυπία μπορεί να έχει διακριτέα συνέπεια από εκείνη του παραδεκτού της προσφυγής. Δεν το πιστεύω.
27 Το εξ αρχής θετικό ατελές δικονομικό σύστημα που διέπει τις ασκούμενες ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγές ή αγωγές δεν προβλέπει κανένα συγκεκριμένο μέσον θεραπείας. Δεν παρέχει καν στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να επιβάλει κυρώσεις σε βάρος του επιδεικνύοντος αμέλεια διαδίκου πέραν της καταδίκης του, ακόμα και σε περίπτωση που πρόκειται για νικήσαντα διάδικο, στην καταβολή των εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί ο αντίδικός του, αν κρίνει ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως (14). Αλλά, ακόμη και αν υφίστατο η δυνατότητα αυτή δεν θα οδηγούσε σε ικανοποιητική λύση στον βαθμό που συνεπάγεται κατ' ανάγκη κρίση επί της πορείας που θα είχε ακολουθήσει η διαδικασία λόγω παραβάσεως αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη παρατηρήσεις που στην πραγματικότητα δεν ελήφθησαν υπόψη. Με τον τρόπο αυτό θα παραβιαζόταν η αρχή σύμφωνα με την οποία η αναγνωριζόμενη στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δυνατότητα να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του συνιστά ουσιώδη εγγύηση, η αθέτηση της οποίας καθιστά πλημμελή τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, έστω και αν το κράτος αυτό εκτιμά ότι δεν οφείλει να κάνει χρήση της σχετικής δυνατότητας (15). Αυτό, λοιπόν, συμβαίνει κατά μείζονα λόγο οσάκις το κράτος μέλος κάνει χρήση της σχετικής δυνατότητας όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
28 Το απαράδεκτο της προσφυγής είναι το μόνο μέσον θεραπείας που προβλέπει η κοινοτική έννομη τάξη και που είναι ικανό να επαναφέρει τη διαδικασία στην κατάσταση που ίσχυε προτού διαπραχθεί η σχετική πλημμέλεια (16). Η αναμφισβήτητα σοβαρότητα της κυρώσεως είναι το φυσικό επακόλουθο της μη τηρήσεως αυτού που το Δικαστήριο εκτιμά ως «ουσιώδη εγγύηση» της διαδικασίας, υπό την έννοια ότι η σχετική κύρωση επιτελεί ταυτόχρονα, όπως είναι σαφές, «προληπτική» λειτουργία, ήτοι σκοπεί στο να ωθήσει την Επιτροπή να αποφεύγει παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον.
29 Το γεγονός ότι ο γενικός εισαγγελέας Mischo κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα αναλύοντας την υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 2002, C-120/01, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή) ενισχύει την άποψή μου. Με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 28 Μαου 2002, αναγνώρισε, με βάση στοιχεία κατ' ουσίαν παρεμφερή προς αυτά της παρούσας υποθέσεως, ότι η προαναφερθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Ισπανίας, στην οποία ήδη αναφέρθηκα, έπρεπε «να ερμηνευθεί ως αναδεικνύουσα την κανονικότητα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία σε επιταγή η οποία αρκεί αφεαυτής και της οποίας η καταστρατήγηση οδηγεί κατ' ανάγκη στο απαράδεκτο της προσφυγής» (17). Όπως και ο γενικός εισαγγελέας Mischo, εκτιμώ ότι η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει εμπεριστατωμένα τα υπό τύπον απαντήσεως στο έγγραφο οχλήσεως παρατιθέμενα επιχειρήματα και, αν δεν είναι ικανά να τροποποιήσουν την άποψή της, οφείλει να τα απορρίψει με πειστικό τρόπο, εφόσον, αν ατυχώς η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία εμφανίζει υπερβολικά συχνά τα χαρακτηριστικά ενός διαλόγου κωφών, η Επιτροπή δεν μπορεί να μη φέρει καμία απολύτως ευθύνη για τη σχετική έλλειψη εποικοδομητικού διαλόγου (18).
30 Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εκτιμώ ότι η παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και η προσφεύγουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.
31 Αν το Δικαστήριο κατέληγε σε αντίθετη κρίση και αποφάσιζε να εγκύψει στην ουσία της υποθέσεως, θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να αναγνωρίσει την παράβαση εφόσον είναι πρόδηλο ότι η Ιρλανδία δεν εκτέλεσε τις απορρέουσες για την ίδια υποχρεώσεις από την οδηγία 98/5. Σε παρόμοια περίπτωση, θα έπρεπε το εν λόγω κράτος μέλος να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα κατ' εφαρμογήν της ιδίας διατάξεως.
Πρόταση
32 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη και να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 77, σ. 36.
(2) - Πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(3) - Άρθρο 16 της οδηγίας 98/5.
(4) - Η κοινοβουλευτική έγκριση παρεσχέθη στην πραγματικότητα στις 13 Απριλίου 2002 με την έκδοση του Solicitors (Amendment) Act 2002 (τροποποίηση του νόμου περί δικηγόρων), το άρθρο 20 του οποίου περιλαμβάνει τις διατάξεις περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 98/5. Σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 2, του νόμου, οι συναφείς διατάξεις αρχίζουν να ισχύουν από την ημερομηνία κυρώσεως της νομοθετικής αυτής πράξεως.
(5) - C-266/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-1975). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την πλήρη μεταφορά της οδηγίας 92/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές (ΕΕ L 165, σ. 27). Η Επιτροπή είχε απευθύνει έγγραφο οχλήσεως στο Βασίλειο της Ισπανίας, το οποίο, με την απάντησή του, είχε αναγνωρίσει ότι οι αναγκαίες για την απαιτούμενη προσαρμογή του εθνικού δικαίου διατάξεις δεν είχαν ακόμα τεθεί σε εφαρμογή, αλλ' είχε επικαλεσθεί τη λήψη εκείνων που είχαν ήδη θεσπιστεί για να διασφαλίσουν, προσωρινώς, την εκτέλεση ορισμένων απορρεουσών από την οδηγία 92/44 υποχρεώσεων. Θεωρώντας την απάντηση ως μη ικανοποιητική, η Επιτροπή είχε απευθύνει στο Βασίλειο της Ισπανίας αιτιολογημένη γνώμη με την οποία ισχυριζόταν ότι δεν είχε λάβει καμία απάντηση επί του πρώτου εγγράφου της. Κατόπιν αυτού, το Βασίλειο της Ισπανίας της απηύθυνε νέο έγγραφο στο οποίο γινόταν αναφορά στην απάντησή του επί του εγγράφου οχλήσεως. Με το δικόγραφο που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι λόγω δυσχερειών στη διαβίβαση αλληλογραφίας δεν είχε καταστεί δυνατόν να ληφθεί υπόψη η απάντηση επί του εγγράφου οχλήσεως, ενώ, με το υπόμνημα απαντήσεώς της, ισχυρίστηκε, σε αντίθεση με την αιτιολογημένη γνώμη, ότι το δικόγραφο ελάμβανε υπόψη τους λόγους που είχε επικαλεστεί το Βασίλειο της Ισπανίας κατά τρόπον ώστε οι διατάξεις της επίδικης οδηγίας για τη μεταφορά των οποίων των Βασίλειο της Ισπανίας είχε λάβει μεταβατικά μέτρα προσαρμογής δεν αποτελούσαν αντικείμενο της προσφυγής, γεγονός που δεν εμπόδιζε το Δικαστήριο να την κηρύξει απαράδεκτη.
(6) - Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 247/87, Star Fruit κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 291, σκέψη 11), της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. Ι-5449, σκέψη 46), και της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-207/97, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1999, σ. Ι-275, σκέψη 24).
(7) - Γεγονός είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η υπερβολική διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία ενδέχεται να καταστήσει δυσχερέστερη για το καθού κράτος μέλος την αντίκρουση των επιχειρημάτων της Επιτροπής και να οδηγήσει με τον τρόπο αυτό στην προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας (απόφαση της 16ης Μαου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών, Συλλογή 1991, σ. Ι-2461, σκέψη 16).
(8) - Βλ., με διαφορετική διατύπωση, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, 85/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 1149, σκέψη 11), της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 293/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 305, σκέψ 13), της 23ης Οκτωβρίου 1999, C-159/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-5815, σκέψη 103), και προαναφερθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 16.
(9) - Όπως προκύπτει από την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 353/85, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1988, σ. 817, σκέψη 19).
(10) - Βλ. αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 1970, 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1969-71, σ. 243, σκέψη 13), της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1982, σ. 4547, σκέψη 9), της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1983, σ. 203, σκέψη 6), της 11ης Ιουλίου 1984, 51/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1984, σ. 2793, σκέψη 5), της 28ης Μαρτίου 1985, 274/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1985, σ. 1077, σκέψη 20), της 29ης Ιουνίου 1995, C-135/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-1805, σκέψη 6), της 22ας Απριλίου 1991, C-340/96, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1999, σ. Ι-2023, σκέψη 36), της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. Ι-7773, σκέψη 23) και της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C-225/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. Ι-7445, σκέψη 69).
(11) - Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Βελγίου (ήδη προαναφερθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9), σκέψη 14.
(12) - Υπόθεση C-3/96 (Συλλογή 1998, σ. Ι-3031, σκέψεις 14 έως 21). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, υπό παρόμοιες περιστάσεις, «ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κινήθηκε με προσφυγή της Επιτροπής η οποία δεν έλαβε υπόψη ενδεχόμενα νέα στοιχεία, πραγματικά ή νομικά, προβληθέντα από το οικείο κράτος μέλος με την απάντησή του στην αιτιολογημένη γνώμη, τα δικαιώματα άμυνας του κράτους αυτού δεν θίγονται εξ αυτού του λόγου. Πράγματι, αυτό μπορεί, στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, να επικαλεσθεί πλήρως τα εν λόγω στοιχεία από την πρώτη του ήδη πράξη άμυνας. Στο Δικαστήριο απόκειται να εξετάσει τη λυσιτέλειά τους για την τύχη που θα έχει η προσφυγή λόγω παραβάσεως» (σκέψη 20).
(13) - Βλ. τις παρατιθέμενες στην υποσημείωση 11 αποφάσεις. Ο γενικός εισαγγελέας Fennelly τάχθηκε υπέρ της ιδίας απόψεως στα πλαίσια της αναλύσεως του ερωτήματος αν, προκειμένου να χαρακτηρίσει πλημμέλεια ως ουσιώδη τύπο, το Δικαστήριο εξετάζει τα συγκεκριμένα αποτελέσματα επί των συμφερόντων του προσώπου που επικαλείται την παράβαση ουσιωδών τύπων ή ερευνά αν το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι διαφορετικό αν διατηρηθεί η ανωτέρω προϋπόθεση. «Σε ορισμένες υποθέσεις - διευκρινίζει ο γενικός εισαγγελέας - είναι σαφές ότι δεν είχαν υπάρξει τέτοια αποτελέσματα ή ότι η έκβαση δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει διαφορετική. Στο πλαίσιο των ενδίκων διαδικασιών λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, π.χ., το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση ότι πρέπει να δίδεται στο κράτος μέλος η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του συνιστά ουσιώδη τύπο "ακόμα και αν δεν κρίνει σκόπιμο να το πράξει" [...] το γεγονός ότι το εκδόν την πράξη όργανο μπορεί να επαναλάβει ένα μέτρο που ακυρώθηκε λόγω μη τηρήσεως της προϋποθέσεως αυτής δεν θίγει το χαακτηρισμό της ως "ουσιώδους" [...] επίσης, ένα κοινοτικό όργανο δεν μπορεί να διαφύγει των συνεπειών της μη τηρήσεως μια τέτοιας προϋποθέσεως, επιδιώκοντας να αποδείξει ότι η τήρησή της δεν θα είχε προσθέσει τίποτε στην εκ μέρους του εξέταση του επίμαχου μέτρου» (σημείο 26 των προτάσεων που αναπτύχθηκαν από κοινού στις 25 Νοεμβρίου 1999 επί των υποθέσεων Επιτροπή κατά ICI, απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, C-286/95 P, Συλλογή 2000, σ. Ι-2341, και Επιτροπή κατά Solvay, απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, C-287/95 P και C-288/95 P, Συλλογή 2000, σ. Ι-2391) (η υπογράμμιση δική μου).
(14) - Άρθρο 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
(15) - Βλ. ανωτέρω σημείο 16.
(16) - Με την προαναφερθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Ισπανίας, το Δικαστήριο υιοθέτησε την ακόλουθη συλλογιστική: δεδομένου ότι δεν πληρούται μια από τις ουσιώδεις προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής λόγω παραβάσεως, ήτοι η νομότυπη διεξαγωγή της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, επιβάλλεται η κήρυξη της προσφυγής ως απαράδεκτης (σκέψεις 25 και 26).
(17) - Σημείο 44 των προτάσεων.
(18) - Σημεία 58 και 59 των προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy