ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN MISCHO
της 15ης Μαΐου 2003 (1)
Υπόθεση C-416/01
Sociedad Cooperativa General Agropecuaria (ACOR)
κατά
Administración General del Estado,
παρισταμένων των:
Azucareras Reunidas de Jaén SA,
Ebro Puleva SA, πρώην Azucarera Ebro Agrícolas SA
[αίτηση του Tribunal Supremo (Ισπανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης – Ανακατανομή ή μεταφορά ποσοστώσεων – Ερμηνεία των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 1785/81, 193/82 και (ΕΚ) 1260/2001 – Απόφαση των αρμοδίων αρχών κράτους μέλους να επιβάλουν, επ' ευκαιρία της εγκρίσεως συγχωνεύσεως ζαχαροβιομηχανιών, ανακατανομή ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης – Πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό – Μεταφορά ποσοστώσεων εξ επαχθούς αιτίας
Ι ─ Εισαγωγή
1. Το Tribunal Supremo (Ισπανία) ζητεί από το Δικαστήριο να διασαφηνίσει εάν η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να αποφασίσουν ότι μια μεταφορά ή ανακατανομή ποσοστώσεων θα γίνει, εξ επαχθούς αιτίας, σύμφωνα με τη διαδικασία πωλήσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό, όταν, κατ' εφαρμογήν του εθνικού δικαίου περί ανταγωνισμού, οι αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους μέλους έχουν εκτιμήσει ότι πρέπει η άδεια για τη συγχώνευση ζαχαροβιομηχανιών να εξαρτηθεί από την ανακατανομή, μεταξύ των εγκατεστημένων στην επικράτειά τους ζαχαροβιομηχανιών, ενός μέρους των ποσοστώσεων της ζαχαροβιομηχανίας που θα προκύψει από τη συγχώνευση.
ΙΙ ─ Νομικό πλαίσιο
Α ─ Η σχετική κοινοτική νομοθεσία
2. Κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, τη σχετική κοινοτική νομοθεσία αποτελούσαν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (2) , και ο κανονισμός (EOK) 193/82 του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1982, για τη θέσπιση γενικών κανόνων για τις μεταφορές ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (3) .
3. Εν τω μεταξύ, θεσπίστηκαν νέες διατάξεις και, σήμερα, ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (4) .
4. Η κοινή οργάνωση των αγορών (στο εξής: ΚΟΑ) στον τομέα της ζάχαρης συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα ποσοστώσεων. Η σχετική κοινοτική νομοθεσία κάνει διάκριση μεταξύ δύο τύπων ποσοστώσεων και τριών τύπων ζάχαρης. Η ζάχαρη που υπάγεται στην ποσόστωση Α αντιπροσωπεύει την κατανάλωση στην Κοινότητα και μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο ελεύθερα στην κοινή αγορά ενώ η διάθεσή της διασφαλίζεται από την τιμή παρεμβάσεως. Η ποσόστωση Β είναι η ποσότητα παραχθείσας ζάχαρης που υπερβαίνει την ποσόστωση Α, χωρίς όμως να υπερβαίνει μια μέγιστη ποσόστωση που προβλέπει ο κανονισμός. Η ζάχαρη που εμπίπτει στην ποσόστωση Β μπορεί επίσης να διατίθεται στο εμπόριο ελεύθερα εντός της κοινής αγοράς, χωρίς όμως την εγγύηση της τιμής παρεμβάσεως, ή μπορεί να εξάγεται προς τρίτες χώρες με επιστροφή κατά την εξαγωγή. Η ζάχαρη που παράγεται σε ποσότητες που υπερβαίνουν το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και Β καλείται ζάχαρη Γ και πρέπει να εξάγεται χωρίς τη χορήγηση καμιάς επιστροφής κατά την εξαγωγή. Οι ποσοστώσεις περί των οποίων πρόκειται εν προκειμένω είναι οι ποσοστώσεις Α και Β και δεν είναι ανάγκη, πιστέψτε με, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, να γίνει διάκριση μεταξύ αυτών.
5. Σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81 (νυν άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/2001), τα Κράτη μέλη παρέχουν, υπό τους όρους του παρόντος τίτλου, μια ποσόστωση Α και μια ποσόστωση Β σε κάθε ζαχαροβιομηχανία [...] η οποία έλαβε μία βασική ποσόστωση, όπως ορίζεται κατά περίπτωση από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3330/70 ή τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1111/77 [...].
6. Καθόσον αφορά τις μεταφορές ποσοστώσεων, η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1785/81 ορίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν, στο πλαίσιο ιδιαίτερων κοινοτικών κανόνων και κριτηρίων, την αρμοδιότητα χορηγήσεως των ποσοστώσεων ανά ζαχαροβιομηχανία [...] καθώς επίσης και μεταγενέστερης τροποποιήσεως ποσοστώσεων των υπαρχουσών επιχειρήσεων [...] και να μετακυλίσουν σε άλλες επιχειρήσεις τις ανακατανεμόμενες ποσότητες, και τούτο προκειμένου να ανταποκρίνονται κατά περίπτωση στις ανάγκες διαρθρώσεως των τομέων καλλιεργείας τεύτλων και ζαχαροκαλάμων, της παραγωγής ζάχαρης και της παραγωγής ισογλυκόζης [...]. Εξάλλου, σύμφωνα με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού, επειδή οι ποσοστώσεις παραγωγής που χορηγούνται στις επιχειρήσεις συνιστούν για τους παραγωγούς ένα μέσο εγγυήσεως των κοινοτικών τιμών και της διαθέσεως της παραγωγής τους, θα πρέπει οι μεταφορές των ποσοστώσεων να πραγματοποιούνται λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον όλων των ενδιαφερομένων μερών και, ιδίως, των παραγωγών τεύτλων ή ζαχαροκάλαμου. Η δέκατη όγδοη και η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1260/2001 έχουν περιεχόμενο ανάλογο προς αυτό των δύο προμνημονευθεισών αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 1785/81.
7. Το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81 (νυν άρθρο 12 του κανονισμού 1260/2001) ορίζει: 1. Τα Κράτη μέλη δύνανται να πραγματοποιούν μεταφορές των ποσοστώσεων Α και Β μεταξύ επιχειρήσεων υπό τους όρους του παρόντος άρθρου και λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος κάθε ενδιαφερομένου μέρους ιδίως δε των παραγωγών τεύτλων ή ζαχαροκαλάμου.2. Τα Κράτη μέλη δύνανται να μειώνουν την ποσόστωση Α και την ποσόστωση Β κάθε ζαχαροβιομηχανίας ή βιομηχανίας ισογλυκόζης εγκατεστημένων στην επικράτειά τους κατά μία συνολική ποσότητα που δεν υπερβαίνει, [...] το 10 %, κατά περίπτωση, της ποσοστώσεως Α ή της ποσοστώσεως Β που ορίζεται για κάθε μία από αυτές σύμφωνα με το άρθρο 24.3. Οι ποσότητες των ποσοστώσεων Α ή των ποσοστώσεων Β, που ανακατανέμονται, παρέχονται σαν τέτοιες από τα Κράτη μέλη σε μία ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις που έτυχαν ή δεν έτυχαν ποσοστώσεως και είναι εγκατεστημένες στην ίδια περιφέρεια, [...]
8. Καθόσον αφορά, ειδικότερα, την τύχη των ποσοστώσεων, σε περίπτωση συγχωνεύσεως ή μεταβιβάσεως ζαχαροβιομηχανιών, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 193/82 (νυν σημείο ΙΙ.1, στοιχείο α΄, του παραρτήματος IV του κανονισμού 1260/2001) προβλέπει ότι το κράτος μέλος χορηγεί στην επιχείρηση, που προκύπτει από τη συγχώνευση, ποσόστωση Α και ποσόστωση Β αντιστοίχως ίση με το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και το άθροισμα των ποσοστώσεων Β που είχαν χορηγηθεί, πριν από τη συγχώνευση, στις εν λόγω επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης.
9. Όμως, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως (νυν σημείο ΙΙ.2 του παραρτήματος IV του κανονισμού 1260/2001):Όταν μερικοί από τους παραγωγούς τεύτλων ή ζαχαροκάλαμου, οι οποίοι θίγονται άμεσα από μια από τις ενέργειες της παραγράφου 1, δηλώνουν ρητά τη θέλησή τους να παραδίδουν τα τεύτλα ή το ζαχαροκάλαμο παραγωγής τους σε μια επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης που δεν συμμετέχει στις εν λόγω ενέργειες, το κράτος μέλος δύναται να πραγματοποιήσει τη χορήγηση σε συνάρτηση με τις ποσότητες παραγωγής που απορροφώνται από την επιχείρηση, στην οποία προτίθενται να παραδίδουν τα τεύτλα ή το ζαχαροκάλαμο που παράγουν.
10. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 193/82 (νυν σημείο IV του παραρτήματος IV του κανονισμού 1260/2001): [...] τα μέτρα, που λαμβάνονται δυνάμει των άρθρων 2 και 3, δύνανται να εφαρμοσθούν μόνο εάν:
α) λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον κάθε ενδιαφερόμενου μέρους, και
β) το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κρίνει ότι μπορούν να βελτιώσουν τη δομή των τομέων παραγωγής τεύτλων ή ζαχαροκαλάμου και παραγωγής ζάχαρης, και
γ) αφορούν επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ίδια περιφέρεια κατά την έννοια του άρθρου 24 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81.
Β ─ Το εθνικό δίκαιο
11. Η προσβαλλομένη στην κύρια δίκη πράξη, με την οποία το ισπανικό Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε τη συγχώνευση μεταξύ των επιχειρήσεων Ebro Agrícolas, Compañía de Alimentación SA και Sociedad General Azucarera de España SA, εκδόθηκε βάσει του ισπανικού νόμου αριθ. 16/89, της 17ης Ιουλίου 1989, σχετικά με την προστασία του ανταγωνισμού (BOE αριθ. 170, της 18ης Ιουλίου 1989, σ. 22747) ο οποίος ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των πράξεων συγκεντρώσεως.
ΙΙΙ ─ Πραγματικά περιστατικά και προδικαστικό ερώτημα
12. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που έχουν αποτελέσει την αιτία της διαφοράς της κύριας δίκης, ο τομέας της ζαχαροβιομηχανίας στην Ισπανία περιελάμβανε τέσσερις επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων κατανεμόταν η μεγίστη ποσόστωση παραγωγής ζάχαρης που είχε χορηγηθεί στην Ισπανία, δηλαδή 1 000 000 μετρικοί τόνοι (μτ) όσον αφορά τις ποσοστώσεις Α και Β. Η κατανομή αυτή είχε ως εξής:
─ Ebro Agrícolas, Compañía de Alimentación SA, μια από τις συγχωνευθείσες επιχειρήσεις, 540 786 μτ· η επιχείρηση αυτή διέθετε δέκα εργοστάσια ζάχαρης (επί 19 εγκαταστάσεων βιομηχανικής μεταποιήσεως ζάχαρης που λειτουργούσαν στην Ισπανία),
─ Sociedad General Azucarera de España SA, η έτερη συγχωνευθείσα επιχείρηση, 241 688 μτ· η επιχείρηση αυτή διέθετε πέντε εγκαταστάσεις μεταποιήσεως ζαχαροτεύτλων και ένα εργοστάσιο μεταποιήσεως ζαχαροκαλάμου,
─ Sociedad Cooperativa General Agropecuaria (στο εξής: ACOR), 147 794 μτ· η επιχείρηση αυτή είχε δύο εργοστάσια κείμενα στη ζώνη του Βορρά,
─ Azucareras Reunidas de Jaén SA (στο εξής: ARJ), 69 732 μτ (εκ των οποίων 66 900 μτ για την ποσόστωση A και 2 832 μτ για την ποσόστωση B)· η επιχείρηση αυτή διέθετε ένα μόνο εργοστάσιο κείμενο στη ζώνη του Νότου.
13. Στις 25 Σεπττεμβρίου 1998 το ισπανικό Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε, σύμφωνα με τον νόμο 16/89, την πράξη συγχωνεύσεως μεταξύ των εταιριών Ebro Agrícolas, Compañía de Alimentación SA και Sociedad General Azucarera de España SA. Δεδομένου ότι η συγχώνευση αυτή θα επέτρεπε στη νέα εταιρία Azucarera Ebro Agrícolas SA (στο εξής: Azucarera Ebro) να ελέγχει το 78,23 % της ισπανικής ποσοστώσεως ζάχαρης Α+Β, καθώς και σημαντικό μέρος των αγορών εγχωρίων τεύτλων Α+Β, η Ισπανική Κυβέρνηση υπέβαλε, για λόγους προστασίας του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά ζάχαρης, τη συγχώνευση στον έλεγχο της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων. Σύμφωνα με τη δεύτερη από τις προϋποθέσεις αυτές, για να αυξηθούν οι δυνατότητες ανταγωνισμού στην αγορά, ο Υπουργός Γεωργίας, Αλιείας και Διατροφής ανακατανέμει, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1785/81, όταν θα το κρίνει σκόπιμο και εξ επαχθούς αιτίας, μέχρι 30 000 μτ της ισπανικής ποσοστώσεως παραγωγής ζάχαρης σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο ισπανικό έδαφος. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτή η ανακατανομή ποσοστώσεων θα γίνει σύμφωνα με τους μηχανισμούς της αγοράς, η τιμή της ποσοστώσεως που πρόκειται να μεταφερθεί και η κατανομή της θα καθοριστούν μέσω πωλήσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό της μεγίστης ποσότητας των 30 000 μτ των ποσοστώσεων [...] που έχουν χορηγηθεί στην Azucarera Ebro. Σύμφωνα με την έκτη από τις εν λόγω προϋποθέσεις, σε περίπτωση ανακατανομής ποσοστώσεων, που θα γίνει όποτε κριθεί σκόπιμο σύμφωνα με τη διαδικασία πωλήσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό, η Κυβέρνηση θα θεσπίσει τα μέτρα που θα κρίνει σκόπιμα προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε τυχόν αρνητική επίπτωση επί των εγχωρίων τεύτλων [...].
14. Όταν πληροφορήθηκαν τη συμφωνία αυτή, οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποφάσισαν να κινήσουν διαδικασία λόγω παραβάσεως. Ένα από τα θέματα που αφορούσε η εξέταση της Επιτροπής ήταν και η δεύτερη προϋπόθεση, σχετικά με τη μεταφορά ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης μέσω πωλήσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό. Τότε, οι ισπανικές αρχές δήλωσαν ότι ήσαν διατεθειμένες να παραιτηθούν από την πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό και η σχετική διαδικασία δεν έχει μέχρι τώρα προχωρήσει. Παρ' όλ' αυτά, οι υπηρεσίες της Επιτροπής, μη έχοντας λάβει γραπτή επιβεβαίωση σχετικά με την παραίτηση αυτή, γνώρισαν στις ισπανικές αρχές ότι, σε περίπτωση κατά την οποία θα αποφασιζόταν να εφαρμοστεί η εν λόγω δεύτερη προϋπόθεση, η Επιτροπή επιφυλασσόταν του δικαιώματος να προσφύγει, χωρίς χρονικούς περιορισμούς, στη διαδικασία λόγω παραβάσεως.
15. Την 1η Δεκεμβρίου 1998, η ACOR προσέβαλε την απόφαση του ισπανικού Υπουργικού Συμβουλίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1998 ενώπιον του Tribunal Supremo, ισχυριζόμενη ότι η ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας και όχι δωρεάν των ποσοστώσεων ήταν αντίθετη προς τη σχετική με την ΚΟΑ, όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης, κοινοτική νομοθεσία.
16. Σ' αυτήν ακριβώς την αλληλουχία, το Tribunal Supremo υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα αποτελούμενο από τρία σκέλη.
IV ─ Σκεπτικό
Α ─ Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος
17. Το πρώτο σκέλος του εν λόγω ερωτήματος έχει ως εξής: Εφόσον η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που είναι επιφορτισμένη με τη διενέργεια διοικητικού ελέγχου επί των πράξεων συγχωνεύσεως επιχειρήσεων φρονεί ότι η ανακατανομή των ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης μεταξύ των εγκατεστημένων στο έδαφός της επιχειρήσεων είναι αναγκαία για την προστασία του ανταγωνισμού:
α) Αντίκειται προς τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, και προς αυτές του κανονισμού (ΕΟΚ) 193/82 του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1982, το να αποφασίσει η εν λόγω αρχή ότι αυτή η μεταφορά ή αυτή η ανακατανομή θα πραγματοποιηθεί εξ επαχθούς αιτίας και, ως εκ τούτου, να επιβάλει στην επιχείρηση ή στις επιχειρήσεις που είναι αποδέκτες την υποχρέωση να καταβάλουν οικονομική αντιπαροχή;
18. Θα προβώ τώρα στην εξέταση των διαφόρων επιχειρημάτων που έχει προβάλει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης κατά της χορηγήσεως, εξ επαχθούς αιτίας, των ποσοστώσεων αυτών καθώς και, κάθε φορά, τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν από την Επιτροπή, την Azucarera Ebro και την Ισπανική Κυβέρνηση, πριν διατυπώσω τη δική μου εκτίμηση.
1. Τα όρια αρμοδιότητας που διαθέτουν τα κράτη μέλη προκειμένου να εφαρμόσουν τους δικούς τους κανόνες περί ανταγωνισμού όσον αφορά τη γεωργική πολιτική
α) Οι κατατεθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις
19.
Η ACOR, υποστηριζόμενη κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από την ARJ, παρατηρεί ότι η επιβληθείσα εν προκειμένω από την Ισπανική Κυβέρνηση ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας των ποσοστώσεων έχει ως κύριο στόχο την αύξηση των δυνατοτήτων αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην ισπανική αγορά και ότι συνεπάγεται εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού σε τομέα διεπόμενο από την κοινή γεωργική πολιτική.
20. Πάντως, σύμφωνα με την ACOR, όταν η ρύθμιση των συνθηκών της γεωργικής αγοράς προκαλεί, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, σύγκρουση κανόνων όπως αυτών που εφαρμόζονται επί της ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης και αυτών που διέπουν το δίκαιο του ανταγωνισμού, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις ειδικές διατάξεις που προβλέπονται από τους κανονισμούς για την εγκαθίδρυση της ΚΟΑ. Αφενός, ο κανονισμός 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (5) , που εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 42 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 36 ΕΚ), προβλέπει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων μόνο στο μέτρο που ορίζει το Συμβούλιο, ενόψει των στόχων της γεωργικής πολιτικής που μνημονεύονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 33 ΕΚ). Ειδικότερα, η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού ορίζει ότι, μολονότι οι κανόνες ανταγωνισμού πρέπει πράγματι να εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων, τούτο πρέπει να γίνεται αποκλειστικώς κατά το μέτρο που η εφαρμογή τους δεν εμποδίζει τη λειτουργία των εθνικών οργανώσεων γεωργικών αγορών και δεν θέτει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής.
21. Αφετέρου, με τη νομολογία του Δικαστηρίου έχει ρητώς επισημανθεί η υπεροχή της κοινής γεωργικής πολιτικής σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στο πλαίσιο του δικαίου προστασίας του ανταγωνισμού στόχους (6) . Καθόσον αφορά, συγκεκριμένα, την αγορά της ζάχαρης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά τη διαδικασία της κατανομής μεταξύ των πωλητών των ποσοτήτων ζαχαροτεύτλων που ο βιομήχανος προσφέρεται να αγοράσει εντός των ορίων των ποσοστώσεων Α και Β, δεν αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των προμηθευτών που προκύπτει από το εθνικό δίκαιο περί συμπράξεων, τα κράτη μέλη δεν απαλλάσσονται, παρ' όλ' αυτά, από την υποχρέωση τηρήσεως των αρχών και των γενικών κανόνων που διέπουν την κοινή γεωργική πολιτική (7) .
22. Η ACOR και η ARJ παρατηρούν επίσης ότι, αφ' ης στιγμής η Κοινότητα ασκεί την εξουσία που της παρέχει το άρθρο 34 ΕΚ για την εγκαθίδρυση της ΚΟΑ, των αγορών, αυτή υποκαθιστά τις εθνικές οργανώσεις, τα δε κράτη μέλη δεν είναι πλέον αρμόδια, πλην ειδικών διατάξεων κανονισμών (8) , να ρυθμίζουν την οικεία αγορά. Ελλείψει τέτοιων διατάξεων, τα κράτη μέλη απολαύουν μιας υποκατάστατης αρμοδιότητας η οποία πρέπει να ασκείται στο πλαίσιο της τηρήσεως του άρθρου 10 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 24 ΕΚ) και του ισχύοντος παράγωγου δικαίου. Η αρχή αυτή έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου (9) .
23. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, σ' έναν καλυπτόμενο από ΚΟΑ τομέα, οι αρμοδιότητες των κρατών μελών είναι περιορισμένες. Σε καμιά περίπτωση αυτά δεν μπορούν να παρεμβαίνουν, μέσω εθνικών διατάξεων θεσπιζομένων μονομερώς, στους μηχανισμούς που προκύπτουν από την ΚΟΑ (10) ή να λαμβάνουν μέτρα δυνάμενα να παρεμβάλλουν εμπόδια στη λειτουργία της. Αντιθέτως, τα κράτη αυτά υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς τις αρχές που διέπουν την ΚΟΑ καθώς και προς τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής.
24. Εφόσον η διέπουσα την ΚΟΑ της ζάχαρης κοινοτική νομοθεσία δεν παρουσιάζει κανένα κενό, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν διαθέτει καμιά αρμοδιότητα για τη λήψη μέτρων ή για τη θέσπιση διατάξεων σε τομέα καλυπτόμενο από αυτήν την ΚΟΑ εκτός των αρμοδιοτήτων που έχουν ειδικώς ανατεθεί στα κράτη μέλη από τη θεσπισμένη με την εν λόγω ΚΟΑ νομοθεσία.
25. Επιπλέον, σύμφωνα με την ACOR, έστω και αν επρόκειτο να θεωρηθεί ότι η εν λόγω νομοθεσία παρουσιάζει κενά, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεμβαίνουν μόνον υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των αρχών που διέπουν την ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης (11) .
26.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει από την πλευρά της ότι στο πλαίσιο της ΚΟΑ, στον τομέα της ζάχαρης, που αποτελεί ένα πλήρες σύστημα, ειδικότερα όσον αφορά τις τιμές και την παρέμβαση, του καθεστώτος συναλλαγών με τρίτες χώρες ή της ρυθμίσεως των σχέσεων μεταξύ πωλητών και αγοραστών τεύτλων, η αρμοδιότητα σχετικά με τη χορήγηση των ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης έχει εκχωρηθεί στα κράτη μέλη εντός των ορίων των κανόνων και των κριτηρίων που έχουν θεσπιστεί από την κοινοτική νομοθεσία.
27. Όπως το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, όταν μια ρύθμιση περί κοινής οργανώσεως αγοράς μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί πλήρες σύστημα, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον καμιά αρμοδιότητα στον τομέα αυτό, εκτός αν υπάρχουν ειδικές διατάξεις που προβλέπουν το αντίθετο (12) .
28. Η Επιτροπή φρονεί ότι η απόφαση αρχής για την έγκαιρη ανακατανομή μεγίστης ποσότητας 30 000 μτ ζάχαρης των ποσοστώσεων Α και Β της Azucarera Ebro προς όφελος άλλων παραγωγών πρέπει να στηρίζεται μόνον στην εκχωρηθείσα στα κράτη μέλη, με το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81, αρμοδιότητα.
29. Πράγματι, το άρθρο 2 του κανονισμού 193/82 προβλέπει ότι, στην περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων παραγωγής ζάχαρης, το κράτος μέλος χορηγεί στην προελθούσα από τη συγχώνευση εταιρία το άθροισμα των ποσοστώσεων που αντιστοιχούν στις συγχωνευθείσες εταιρίες. Το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ της διατάξεως αυτής και του άρθρου 25 του κανονισμού 1785/81 έχει αναλυθεί από το Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναγνωριζόμενη στα κράτη μέλη από το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81 εξουσία χειρισμών μπορεί να ασκηθεί ταυτόχρονα με τροποποίηση των ποσοστώσεων διενεργουμένη, βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 193/82 [...] εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής κάθε μιας από τις διατάξεις αυτές (13) .
30. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ισπανικές αρχές έχουν κάνει χρήση της αρμοδιότητας που έχει εκχωρηθεί με το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81 για σκοπό άλλο εκτός αυτών που επιδιώκονται από τη διάταξη αυτή. Πράγματι, στο πλαίσιο της ΚΟΑ, στον τομέα της ζάχαρης, έχει προβλεφθεί η δυνατότητα τροποποιήσεως της χορηγήσεως των ποσοστώσεων παραγωγής προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες διαρθρωτικής προσαρμογής των τομέων της καλλιεργείας τεύτλων και της παραγωγής ζάχαρης (14) . Αντιθέτως, οι εθνικές αρχές έχουν προβλέψει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της χορηγήσεως των ποσοστώσεων που έχουν παρασχεθεί στην προελθούσα από τη συγχώνευση επιχείρηση με σκοπό την προστασία του ανταγωνισμού.
31. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, όταν ένα κράτος μέλος προσφεύγει στους εθνικούς περί ανταγωνισμού κανόνες σε γεωργικό τομέα καλυπτόμενο από ΚΟΑ, η παρεμβατική του ικανότητα περιορίζεται από τους προβλεπομένους από την εν λόγω ΚΟΑ κανόνες.
32. Και η Azucarera Ebro προβάλλει την απόφαση Mörlins (15) , πλην όμως υπογραμμίζει ένα άλλο χωρίο αυτής. Πράγματι, η εν λόγω επιχείρηση διατείνεται ότι το Δικαστήριο δέχεται την από κοινού εφαρμογή του εθνικού δικαίου σχετικά με τις πρακτικές συμπράξεων και της κοινοτικής νομοθεσίας περί της ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης επειδή, ελλείψει κοινοτικών κανόνων ή συμφωνιών συναφθεισών στο πλαίσιο διεπαγγελματικής συμφωνίας, τα κράτη μέλη δικαιούνται να προβούν, σύμφωνα με τους κανόνες του δικού τους εθνικού δικαίου, σ' αυτήν την κατανομή. Επομένως, ο κανονισμός 1785/81 δεν απαγορεύει την εφαρμογή του εθνικού δικαίου περί καρτέλ και περί εταιριών όσον αφορά την κατανομή των ποσοτήτων ζαχαροτεύτλων μεταξύ των πωλητών αυτών εντός των ορίων των ποσοστώσεων Α και Β [...].
33.
Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει καμιά ρητή διάταξη που να απαγορεύει την ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων ζάχαρης και, επομένως, κάτι τέτοιο μπορεί να γίνεται για λόγους έχοντες σχέση με την προστασία του ανταγωνισμού.
β) Εκτίμηση
34. Όπως αναμφισβητήτως προκύπτει από τη νομολογία που έχουν παραθέσει οι ACOR, ARJ και Επιτροπή, τα κράτη μέλη δεν είναι εξουσιοδοτημένα να παρεμβαίνουν μονομερώς στους μηχανισμούς μιας ΚΟΑ. Η εξουσία τους παρεμβάσεως εξαντλείται σε δύο περιπτώσεις: όταν τους έχει χορηγηθεί ειδική αρμοδιότητα ή όταν η οικονομία της σχετικής νομοθεσίας ή κάποιο κενό αυτής τους αφήνει κάποιο περιθώριο αρμοδιότητας. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση τα κράτη μέλη δεν απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να τηρούν τις αρχές και τους γενικούς κανόνες που διέπουν την κοινή γεωργική πολιτική και, ειδικότερα, αυτούς που διέπουν την οικεία οργάνωση αγοράς (16) .
35. Τι συμβαίνει όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση;
36. Όπως προκύπτει από χωρίο, που έχει προπαρατεθεί, των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής, το εν λόγω κοινοτικό όργανο είναι της γνώμης ότι οι ισπανικές αρχές έχουν βεβαίως κάνει χρήση αρμοδιότητας που έχει εκχωρηθεί στα κράτη μέλη με τον σχετικό με τη ζάχαρη κανονισμό 1785/81, συγκεκριμένα το άρθρο του 25, πλην όμως έπραξαν τούτο για σκοπό διαφορετικό από αυτόν που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη.
37. Πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός 1785/81 δεν επιτρέπει ανακατανομή ποσοστώσεων, και τούτο με σκοπό τη διατήρηση ενός πλέον αποτελεσματικού ανταγωνισμού; Εγώ δεν το νομίζω.
38. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 193/82 προβλέπει ότι σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων παραγωγής ζάχαρης το κράτος μέλος χορηγεί στην επιχείρηση, που προκύπτει από την συγχώνευση, ποσόστωση Α και ποσόστωση Β αντιστοίχως ίση με το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και το άθροισμα των ποσοστώσεων Β που είχαν χορηγηθεί, πριν από τη συγχώνευση, στις εν λόγω επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης.
39. Όμως, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι όταν μερικοί από τους παραγωγούς τεύτλων ή ζαχαροκαλάμου οι οποίοι θίγονται άμεσα από μια από τις ενέργειες της παραγράφου 2 δηλώνουν ρητά τη θέλησή τους να παραδίδουν τα τεύτλα ή το ζαχαροκάλαμο παραγωγής τους σε μια επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης που δεν συμμετέχει στις εν λόγω ενέργειες, το κράτος μέλος δύναται να πραγματοποιήσει τη χορήγηση σε συνάρτηση με τις ποσότητες παραγωγής που απορροφώνται από την επιχείρηση στην οποία προτίθενται να παραδίδουν τα τεύτλα ή το ζαχαροκάλαμο που παράγουν.
40. Έστω και αν η τελευταία αυτή διάταξη δεν παίζει κανένα ρόλο όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, παρ' όλ' αυτά αξίζει να παρατεθεί επειδή καταδεικνύει ότι η χορήγηση του συνόλου των ποσοστώσεων των συγχωνευομένων επιχειρήσεων στην επιχείρηση που προκύπτει από τη συγχώνευση δεν αποτελεί απόλυτο κανόνα.
41. Εξάλλου, από το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού 1785/81 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να μειώνουν την ποσόστωση Α και την ποσόστωση Β κάθε ζαχαροβιομηχανίας ή βιομηχανίας ισογλυκόζης εγκατεστημένων στην επικράτειά τους κατά μια συνολική ποσότητα που δεν υπερβαίνει, για την περίοδο που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, το 10 % κατά περίπτωση, της ποσοστώσεως Α ή της ποσοστώσεως Β που ορίζεται για κάθε μια από αυτές σύμφωνα με το άρθρο 24.
42. Όπως έχει υπογραμμίσει το αιτούν δικαστήριο, η εξουσία που έχουν τα κράτη μέλη να μεταφέρουν τις ποσοστώσεις Α και τις ποσοστώσεις Β μεταξύ επιχειρήσεων τους έχει παρασχεθεί [...] υπό τους όρους του παρόντος άρθρου και λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος κάθε ενδιαφερομένου μέρους ιδίως δε των παραγωγών τεύτλων ή ζαχαροκαλάμου [άρθρα 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81· 30, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2038/99 του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 1999, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (17) , και 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/2001]. Οι μόνες προϋποθέσεις που μνημονεύονται έχουν σχέση με τα όρια της μειώσεως που προκύπτει από τη μεταφορά (άρθρα 25, παράγραφος 2, του κανονισμού 1785/81· 30, παράγραφος 2, του κανονισμού 2038/99 και 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/2001), με την υποχρέωση γνωστοποιήσεως, χωρίς καθυστέρηση, στην Επιτροπή των σχεδίων αναδιαρθρώσεως και των συνακόλουθων μέτρων που επηρεάζουν τις ποσοστώσεις Α και Β (τελευταία εδάφια των παρατεθεισών παραγράφων) καθώς και με την υποχρέωση για τα κράτη μέλη να χορηγούν ως τέτοιες τις ποσότητες ποσοστώσεων Α ή ποσοστώσεων Β που έχουν ανακατανεμηθεί σε μια ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις που έχουν λάβει ή δεν έχουν λάβει ποσόστωση και είναι εγκατεστημένες στην ίδια περιφέρεια με τις επιχειρήσεις στις οποίες οι ποσότητες αυτές έχουν ανακατανεμηθεί (παράγραφος 3 των προπαρατεθέντων άρθρων).
43. Με την απόφασή του Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ. (18) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναγνωριζόμενη στα κράτη μέλη από το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81 εξουσία χειρισμών μπορεί να ασκηθεί ταυτόχρονα με τροποποίηση των ποσοστώσεων διενεργουμένη, βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 193/82, κατόπιν μεταβιβάσεως επιχειρήσεων ή εργοστασίων παραγωγής, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής κάθε μιας από τις διατάξεις αυτές. Νομίζω ότι ο ίδιος κανόνας πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων.
44. Εν προκειμένω, το σύνολο των ποσοστώσεων Α και Β των συγχωνευθεισών επιχειρήσεων ανέρχεται σε 782 474 μτ. Επομένως, μια μείωση κατά 10 % θα ανερχόταν σε 78 247,4 μτ. Κατά συνέπεια, η πράγματι επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση μείωση είναι 30 000 μτ.
45. Τέλος, όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους ένα κράτος μέλος προβαίνει σε ανακατανομή ποσοστώσεων, δεν βλέπω για ποιο λόγο δεν θα μπορούσε μια συγχώνευση, συνοδευόμενη από προϋποθέσεις επιβαλλόμενες από τις αρμόδιες αρχές, να ικανοποιεί ανάγκες αναδιαρθρώσεως των τομέων καλλιεργείας τεύτλων [...] και της παραγωγής ζάχαρης σύμφωνα με τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1785/81.
46. Στην αλληλουχία αυτή, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι αρχές [...] εκτίμησαν ότι διάφορες περιστάσεις τις οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν έπρεπε ν' αντιταχθούν στη συγχώνευση αλλά ότι έπρεπε να την επιτρέψουν, εξαρτώντας την από την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων (οι οποίες είναι οι προϋποθέσεις που έχουν επιβληθεί με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου). Εν ολίγοις, οι αρχές εκτίμησαν ότι η σχετική πράξη θα μπορούσε να συντελέσει στη βελτίωση των συστημάτων παραγωγής και εμπορίας της ζάχαρης και στην ενδυνάμωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ισπανικής ζαχαροβιομηχανίας εάν η συγχώνευση αυτή επέτρεπε την πραγματοποίηση μιας σφαιρικής αναδιαρθρώσεως του τομέα βιομηχανικής μετατροπής των συγχωνευομένων επιχειρήσεων και αποτελεσματικής μεταφοράς κερδών προς τους καταναλωτές και χρήστες.
47. Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει, στο πλαίσιο της αποφάσεως της 20ής Δεκεμβρίου 2001 σχετικά με το συμβατό με την κοινή αγορά και τη συμφωνία επί του ΕΟΧ μιας συγχωνεύσεως (υπόθεση αριθ. ΟΜΡ/Μ.2530 ─ Südzucker/Saint-Louis Sucre) (19) (στο εξής: απόφαση Südzucker/Saint-Louis) ότι, στο πλαίσιο της ΚΟΑ, στον τομέα της ζάχαρης, υφίσταντο ανησυχίες σχετικά με τον ανταγωνισμό. Πράγματι, σε σχετική με την απόφαση αυτή ανακοίνωση τύπου αναφέρονται τα εξής: στην αλληλουχία αυτή, που χαρακτηρίζεται από πολυάριθμες ρυθμίσεις, είναι σημαντικότατο, για τους πελάτες που αγοράζουν ζάχαρη και, σε τελευταία ανάλυση, για τον καταναλωτή, το ότι πρέπει να προστατευθεί κάθε υφιστάμενος ανταγωνισμός [...]. Είναι ακόμα περισσότερο σημαντικό να διατηρηθεί ένας δυνητικός ανταγωνισμός εκεί όπου, στις χαρακτηριζόμενες από πολυάριθμες ρυθμίσεις αγορές, ο ανταγωνισμός είναι κατ' ουσίαν αδύνατος και οι πελάτες εξαρτώνται, σε σημαντικό βαθμό, από περιορισμένο αριθμό προμηθευτών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επέβαλε στη Südzucker AG (στο εξής: Südzucker) προϋποθέσεις επί των οποίων πρόκειται να επανέλθω στη συνέχεια στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων.
48. Κατά συνέπεια, στο στάδιο αυτό, θα καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η αρχή για τη μείωση των ποσοστώσεων της συγχωνευθείσας επιχειρήσεως και την ανακατανομή αυτών σε μία ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις δεν είναι συμβατή με τις αρχές που διέπουν την ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης.
49. Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα εάν μια εξ επαχθούς αιτίας ανακατανομή των ποσοστώσεων συνιστά ανάμιξη στους μηχανισμούς της ΚΟΑ και πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό ακριβώς είναι και το θέμα που πρέπει να εξεταστεί τώρα.
2. Είναι συμβατή με τη νομική φύση των ποσοστώσεων η εξ επαχθούς αιτίας μεταφορά αυτών;
α) Οι κατατεθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις
50. Σύμφωνα με την ACOR και την ARJ , η νομική φύση των ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης δεν επιτρέπει να θεωρηθούν αυτές ως στοιχείο ενεργητικού το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της περιουσίας της επιχειρήσεως στην οποία έχουν χορηγηθεί. Οι ποσοστώσεις αποτελούν μηχανισμό λειτουργίας της ΚΟΑ, που έχει σχεδιαστεί για τη ρύθμιση και διαχείριση της αγοράς της ζάχαρης. Η Κοινότητα αναθέτει στα κράτη μέλη τη μέριμνα της κατανομής των ποσοστώσεων μεταξύ των ζαχαροβιομηχανιών χωρίς όμως οι ποσοστώσεις να ανήκουν στα κράτη μέλη ούτε, ακόμα λιγότερο, στις επιχειρήσεις.
51. Οι ποσοστώσεις παραγωγής, όπως εκτιμούν οι ACOR και ARJ, έχουν περισσότερο τη φύση πράξεως δημόσιας εξουσίας, μιας αδείας επιτρέπουσας τη δράση στην αγορά κατά τρόπο αποδοτικό και την παραγωγή συγκεκριμένης ποσότητας ζάχαρης σε εγγυημένη τιμή. Οι ποσοστώσεις χορηγούνται ανά επιχείρηση σύμφωνα με την αρχή μιας πραγματικής παραγωγής κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου αναφοράς. Πρόκειται για την πλέον δυνατή προσαρμογή της παραγωγής στην κατανάλωση στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, η ποσόστωση δεν αποτελεί, αυτή καθεαυτή, αυτόνομο περιουσιακό στοιχείο έχον οικονομική αξία.
52. Οι ACOR και ARJ διαπιστώνουν τη σχετική επιβεβαίωση στις ειδικές διατάξεις του κανονισμού 193/82, που αφορούν όλες τις περιπτώσεις μεταφοράς ποσοστώσεων μεταξύ επιχειρήσεων: συγχώνευση ή μεταβίβαση επιχειρήσεων, μεταβίβαση εργοστασίων, μεταβίβαση δραστηριοτήτων ενός ή περισσοτέρων εργοστασίων, μίσθωση εργοστασίου ή κατάσταση κατά την οποία μια παραγωγός ζάχαρης επιχείρηση δεν είναι πλέον σε θέση να διασφαλίζει την τήρηση των υποχρεώσεών της έναντι των παραγωγών τεύτλων ή ζαχαροκαλάμου. Εξάλλου, το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81 παρέχει στα κράτη μέλη μεγάλο περιθώριο χειρισμών προκειμένου να προβαίνουν σε μεταφορές ποσοστώσεων, ιδίως σε περίπτωση αναδιαρθρώσεως του τομέα, σε περίπτωση που θεωρούν κάτι τέτοιο σκόπιμο για τη ρύθμιση της αγοράς.
53. Σε καμιά περίπτωση οι διατάξεις αυτές δεν κάνουν υπαινιγμό όσον αφορά την υποχρέωση που θα είχε η αποδέκτης της ποσοστώσεως επιχείρηση να καταβάλει οικονομικό αντίτιμο στη δικαιούχο εν προκειμένω επιχείρηση. Εάν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε εκτιμήσει ότι η αποστερούμενη της ποσοστώσεως επιχείρηση υφίστατο οποιαδήποτε οικονομική ζημία, θα είχε θεσπίσει αντισταθμιστικό μηχανισμό με σκοπό την αποζημίωση για ενδεχόμενη περιουσιακή ζημία. Εάν ορισμένες από τις υποθέσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την καταβολή αντιτίμου σε χρήμα, το αντίτιμο αυτό συνδέεται με τα περιουσιακά στοιχεία ενεργητικού που αποτελούν το αντικείμενο της μεταφοράς (όπως η μεταβίβαση εργοστασίου ή επιχειρήσεως). Το γεγονός ότι το εργοστάσιο ή επιχείρηση αποκτά υπέρτερη αξία επειδή συνοδεύεται και από ποσόστωση παραγωγής δεν σημαίνει, παρ' όλ' αυτά, ότι η ποσόστωση αντιπροσωπεύει, αυτή καθεαυτή, κάποια αξία.
54. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν μεταβιβάζεται κανένα στοιχείο ενεργητικού αλλ' απλώς και μόνον η ποσόστωση, η μεταβίβαση δεν συνεπάγεται ότι η αποδέκτης επιχείρηση πρέπει να καταβάλει κάποιο ανάλογο αντίτιμο.
55. Εξάλλου, οι ACOR και ARJ σημειώνουν ότι αυτό ακριβώς έχει γίνει μέχρι τώρα κατά τις προηγούμενες μεταφορές ποσοστώσεων στην Ισπανία: με την υπουργική απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1991 πραγματοποιήθηκε μεταφορά ποσοστώσεως υπέρ της ACOR κατόπιν της συγχωνεύσεως από την οποία προέκυψε η Azucarera Ebro, ενώ με δύο μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις πραγματοποιήθηκαν δωρεάν δύο μεταφορές ποσοστώσεων.
56. Στη συνέχεια, οι ACOR και ARJ αναφέρονται στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις γαλακτοκομικές ποσοστώσεις υπογραμμίζοντας ότι το Δικαστήριο έχει σαφώς αποφανθεί σχετικά με το ασύμβατο της εμπορίας ποσοστώσεων με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τις μεταφορές ποσοστώσεων γάλακτος. Έτσι, σημειώνει η ACOR, με τις αποφάσεις του Von Deetzen (20) και Bostock (21) , το Δικαστήριο έκρινε ότι το διασφαλιζόμενο εντός της κοινοτικής έννομης τάξης δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα εμπορίας ενός πλεονεκτήματος όπως οι ποσότητες αναφοράς που χορηγούνται στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, το οποίο δεν προέρχεται ούτε από αγαθά που ανήκουν στον ενδιαφερόμενο ούτε από την επαγγελματική δραστηριότητά του.
57. Για την ACOR και την ARJ αυτή η συλλογιστική μπορεί να μεταφερθεί στις ποσοστώσεις παραγωγής ζάχαρης, που επίσης δεν ανήκουν στις επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, εφόσον δεν προέρχονται ούτε από περιουσιακά τους στοιχεία ούτε από την επαγγελματική δραστηριότητά τους. Εάν δεν συνέβαινε αυτό, δηλαδή εάν γινόταν δεκτή η δυνατότητα εμπορίας των ποσοστώσεων ζάχαρης, τότε θα προέκυπταν πολλά προβλήματα, όπως ο κίνδυνος εμφανίσεως στην αγορά ποσοστώσεων μη συνδεομένων με την άμεση και πραγματική παραγωγή ζάχαρης.
58.
Η Επιτροπή διατυπώνει τις εξής δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, η ανακατανομή ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης μέσω πωλήσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό υπερβαίνει τα όρια της ευχέρειας την οποία παρέχει στα κράτη μέλη η κοινοτική νομοθεσία και η οποία συνίσταται στη χορήγηση ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης στις επιχειρήσεις που την παράγουν. Πράγματι, σε καμιά περίπτωση, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει παράσχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να πωλούν τις ποσοστώσεις αυτές. Οι σχετικοί με την ΚΟΑ κανονισμοί στον τομέα της ζάχαρης δεν κάνουν καμιά σημειολογική διάκριση μεταξύ των πράξεων που συνίστανται στην παροχή ποσοστώσεων βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού 1785/81, στην παροχή των ανακατανεμομένων ποσοτήτων των ποσοστώσεων αυτών βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού 1785/81 ή στη «χορήγηση» των αντιστοίχων ποσοστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 193/82. Ακόμα και αν οι ειδικοί στόχοι των πράξεων αυτών χορηγήσεως ποσοστώσεων είναι δυνατό να διαφέρουν, το βέβαιο είναι ότι ο γενικού συμφέροντος στόχος τους είναι ο ίδιος καθόσον αφορά το συμφέρον των παραγωγών.
59. Σε τελευταία ανάλυση, ναι μεν οι κανονισμοί 1785/81 και 193/82 κάνουν αναφορά στη χορήγηση από τα κράτη μέλη ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης, πλην όμως από τις διατάξεις αυτές δεν μπορεί να συναχθεί κάποιο στοιχείο που να επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι πρόθεση ήταν η παροχή επίσης στα κράτη μέλη της εξουσίας μεταβιβάσεως, εξ επαχθούς αιτίας, της χρησιμοποιήσεως ενός μηχανισμού αγοράς προοριζομένου να διασφαλίζει στους παραγωγούς τις κοινοτικές τιμές και τη διάθεση στο εμπόριο της παραγωγής τους.
60. Δεύτερον, όχι μόνον η πώληση των ποσοστώσεων δεν είναι αναγκαία όσον αφορά τη χορήγησή τους από το κράτος μέλος, αλλά και συνεπάγεται, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αλλαγή της ίδιας της φύσης αυτού του οργάνου, πράγμα που είναι δυνατό να έχει ως συνέπεια διαταραχές δυνάμενες να βλάψουν το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού συστήματος. Πράγματι, πρέπει να σημειωθεί ότι η προπαρατεθείσα κοινοτική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο που να επιτρέπει τη διαπίστωση διαφοράς ως προς το καθεστώς μεταξύ των ποσοστώσεων, ανάλογα με το εάν έχουν χορηγηθεί βάσει της μιας ή της άλλης διατάξεως. Αντιθέτως, η πώληση μέσω δημοσίου πλειστηριασμού μπορεί να εισαγάγει τροποποίηση του νομικού καθεστώτος των εν λόγω ποσοστώσεων, καθώς θα παρέχει σ' αυτόν που τις κατέχει δικαίωμα μη προβλεπόμενο από τη νομοθεσία.
61. Η Επιτροπή υπενθυμίζει την απόφαση Eridania και Società italiana per l'industria degli zuccheri (22) , με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ποσοστώσεις καθορίζουν τις ποσότητες ζάχαρης για τις οποίες οι επιχειρήσεις απολαύουν εγγυήσεων τιμής και διαθέσεως που διασφαλίζονται στους παραγωγούς στο πλαίσιο της ΚΟΑ χωρίς να μπορούν, σε καμιά περίπτωση, να θεωρηθούν ως κεκτημένα δικαιώματα που απορρέουν υπέρ μιας επιχειρήσεως σε δεδομένο χρονικό σημείο. Πάντως, παρατηρεί η Επιτροπή, η αναγνώριση οικονομικής αξίας στις ποσοστώσεις παραγωγής ζάχαρης θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια το να θεωρηθούν οι επιχειρήσεις που αποκτούν τις ποσότητες που διατίθενται στον πλειστηριασμό ως κεκτημένο δικαίωμα, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της περιουσίας τους.
62. Αυτή η τροποποίηση του νομικού καθεστώτος των επιμάχων εν προκειμένω ποσοτήτων ζάχαρης είναι, εξάλλου, δυνατό, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, να θίγει την ικανότητα του κράτους μέλους να αναθεωρήσει μεταγενέστερα, και για τους προπαρατεθέντες λόγους γενικού συμφέροντος, την απόφασή του όσον αφορά τον τρόπο χορηγήσεως των ποσοστώσεων. Πράγματι, η θιγομένη από την ανακατανομή εταιρία θα μπορούσε, σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να απαιτήσει από τις εθνικές αρχές αποζημίωση. Τέλος, η απόφαση χορηγήσεως ποσοστώσεων εξ επαχθούς αιτίας στην υπό κρίση περίπτωση θα ήταν δυνατό να ωθήσει μια άλλη επιχείρηση, που θα θιγόταν από την ανακατανομή ποσοστώσεων, να διεκδικήσει οικονομική ικανοποίηση.
63. Αντιθέτως, η Azucarera Ebro, παρεμβαίνουσα της κύριας δίκης, θεωρεί ότι δεν αντίκειται προς την κοινοτική νομοθεσία το ότι, όταν ένα κράτος, για λόγους σχετικούς με την προστασία του ανταγωνισμού, εξαρτά μια συγκέντρωση από την προϋπόθεση ότι ένα μέρος των ποσοστώσεων να ανακατανεμηθεί, αυτή η ανακατανομή να γίνει εξ επαχθούς αιτίας μέσω πωλήσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό. Συναφώς, η Azucarera Ebro επικαλείται θεωρήσεις έχουσες σχέση με το συμβατό μεταξύ της σχετικής με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων νομοθεσίας και της ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης, το γράμμα, τους στόχους και τις αρχές των κοινοτικών κανονισμών σχετικά με ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης, τη νομολογία του Δικαστηρίου και την πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά κοινοτικών διαστάσεων συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων που παράγουν ζάχαρη.
64. Η Azucarera Ebro παρατηρεί, κατ' αρχάς, ότι η προϋπόθεση της ανακατανομής εξ επαχθούς αιτίας των ποσοστώσεων δεν ετέθη κατ' εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας κατά την οποία η ανακατανομή ποσοστώσεων προβλέπεται με σκοπό τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της αποτελεσματικής παραγωγής. Πράγματι, η επίμαχη προϋπόθεση αποτελεί τη συνέπεια ελέγχου, κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου περί προστασίας του ανταγωνισμού, μιας πράξεως συγκεντρώσεως επιχειρήσεων.
65. Συναφώς, αναφερόμενη στην κοινοτική νομοθεσία (άρθρο 25, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1785/81) και, εκ νέου στην απόφαση Mörlins (23) , η Azucarera Ebro θεωρεί ότι, εφόσον δεν υφίσταται καμιά συγκεκριμένη μεταφορά στον τρόπο χορηγήσεως ή ανακατανομής των ποσοστώσεων προς το συμφέρον καθενός από τα ενδιαφερόμενα μέρη, η ελεγκτική εθνική αρχή μπορεί να επιβάλει μια εξ επαχθούς αιτίας μεταφορά μεταξύ παραγωγών ζάχαρης.
66. Αναφερόμενη στην απόφαση Südzucker κατά Saint-Louis (24) , η Azucarera Ebro ισχυρίζεται ότι προκειμένου περί του τρόπου μεταφοράς της βελγικής ποσοστώσεως παραγωγής ζάχαρης της Südzucker, τίποτα δεν επιτρέπει να εκφράζονται αμφιβολίες ότι θα γίνει τούτο εξ επαχθούς αιτίας. Στην υπόθεση εκείνη, επισημαίνει η εν λόγω παρεμβαίνουσα, μολονότι επρόκειτο για ποσοστώσεις παραγωγής επιχειρήσεων παραγωγής ζάχαρης, η Επιτροπή, όλως κατ' εξαίρεση, δεν απαίτησε να γίνουν οι μεταφορές αυτές δωρεάν.
67. Εξ αυτού, η Azucarera Ebro συμπεραίνει ότι είναι αξιοσημείωτος ο παραλληλισμός που υφίσταται μεταξύ αυτού του προηγουμένου που έχει καθιερωθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της διαδικασίας ελέγχου συγκεντρώσεων που ακολουθείται από τις ισπανικές αρχές, που αποτελεί την αιτία της παρούσας ένδικης διαδικασίας. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, πρόκειται για συγκέντρωση που περιορίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην αγορά, λόγος για τον οποίο η σχετική πράξη μπορεί να επιτραπεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η οντότητα που θα προκύψει από τη συγχώνευση θα εγκαταλείψει ένα μέρος της ποσοστώσεώς της παραγωγής ζάχαρης. Ούτε στη μια ούτε στην άλλη περίπτωση, οι ελεγκτικές αρχές δεν επέβαλαν να γίνει η μεταφορά ποσοστώσεων δωρεάν.
68. Το προηγούμενο που έχει προβληθεί από την Επιτροπή όσον αφορά αυτή την υπόθεση ελέγχου συγκεντρώσεως επιχειρήσεων καταδεικνύει, συνεχίζει ο ίδιος διάδικος, ότι, όταν πρόκειται για εθνική διαδικασία ελέγχου μιας συγκεντρώσεως και η αρμόδια αρχή κράτους μέλους είναι αυτή που πρέπει να εξαρτήσει τη σχετική άδειά της από ορισμένες προϋποθέσεις, τίποτα δεν εμποδίζει την αρχή αυτή να επιβάλει όπως η αποεπένδυση, ασχέτως του αν πρόκειται για ποσοστώσεις παραγωγής ή για άλλα στοιχεία ενεργητικού, θα γίνει εξ επαχθούς αιτίας. Τέτοιες μεταφορές εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων παραγωγής δεν συνιστούν παράβαση ούτε του γράμματος ούτε του σκοπού ούτε των αρχών της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπει την ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης.
69. Εξάλλου, η Azucarera Ebro αναφέρεται στην απόφαση Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ. (25) , από την οποία μπορεί να συναχθεί, όπως αυτή εκτιμά, ότι το περιθώριο χειρισμών που διαθέτουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81, πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως. Σύμφωνα με την Azucarera Ebro, η απόφαση αυτή, έστω και αν δεν αφορά κατά τρόπο άμεσο τα τεθέντα εν προκειμένω προβλήματα, φαίνεται να δίνει καταφατική απάντηση στο ερώτημα της δυνατότητας που έχουν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας των ποσοστώσεων.
70. Σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, η ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων ζάχαρης και για λόγους έχοντες σχέση με την προστασία του ανταγωνισμού είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο.
71. Και η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τη συγκέντρωση μεταξύ Saint-Louis Sucre SA και Südzucker AG αποτελεί προηγούμενο δυνάμενο να δικαιολογήσει την, εν προκειμένω, εξ επαχθούς αιτίας μεταφορά ποσοστώσεων.
72. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, επίσης, ότι η εξ επαχθούς αιτίας ανακατανομή των ποσοστώσεων διασφαλίζει ότι αυτή η ανακατανομή θα γίνει σύμφωνα με τους μηχανισμούς της αγοράς και κατ' εφαρμογήν λογικών εθνικών κριτηρίων.
β) Εκτίμηση
73. Το να προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτές τις συμπίπτουσες συλλογιστικές της ACOR, της ARJ και της Επιτροπής θα ήταν, για μια ακόμα φορά, περιττό.
74. Τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα που έχουν αναπτύξει η Azucarera Ebro και η Ισπανική Κυβέρνηση δεν είναι πειστικά.
75. Πρώτ' απ' όλα, διαπιστώνω ότι η απόφαση Südzucker κατά Saint-Louis δεν αποτελεί το κατάλληλο προηγούμενο.
76. Με την απόφαση αυτή επιβλήθηκαν δύο προϋποθέσεις για τη συγχώνευση μεταξύ της Südzucker και της Saint-Louis Sucre SA.
77. Πρώτον, η Südzucker οφείλει να πωλήσει συμμετοχή 68 % μέσα στη βελγική επιχείρηση, Suikerfabriek van Veurne SA, μεριμνώντας ώστε η ποσόστωση να παραμείνει στην επιχείρηση αυτή. Επομένως, ουδόλως πρόκειται για αυτοτελή μεταφορά εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων.
78. Δεύτερον, η Südzucker υποχρεούται να πωλήσει σε ανεξάρτητη επιχείρηση όχι ποσόστωση αλλά ετήσια ποσότητα 90 000 μτ ζάχαρης που έχει ήδη παραχθεί στα εργοστάσιά της, και τούτο σε τιμή τέτοια (26) ώστε ο αγοραστής αυτός να μπορεί να ανταγωνιστεί τη Südzucker κατά τη μεταπώληση της ζάχαρης αυτής (σημείο Β.11 του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως). Η αντιστοιχούσα σ' αυτούς τους 90 000 μτ ποσόστωση όχι μόνο δεν μεταφέρεται εξ επαχθούς αιτίας αλλά και παραμένει στη Südzucker.
79. Ούτε η προπαρατεθείσα απόφαση Mörlins (27) μπορεί λυσιτελώς να επικληθεί στην αλληλουχία αυτή. Με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο διαπίστωσε, καταρχάς, ότι ναι μεν ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αρμόδιος να καθορίζει τον τρόπο κατανομής, μεταξύ των πωλητών, των ποσοτήτων ζαχαροτεύτλων που ο βιομήχανος προσφέρεται να αγοράσει, πλην όμως δεν έχει εισέτι θεσπίσει σχετικούς κανόνες.
80. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, σύμφωνα με τους ασκούντες επιρροή κανονισμούς, ελλείψει κοινοτικών κανόνων ή συμφωνιών που να έχουν συναφθεί στο πλαίσιο διεπαγγελματικής συμφωνίας, τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού τους δικαίου, σε τέτοια κατανομή.
81. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αντίκειται προς τον κανονισμό 1785/81 η εφαρμογή του εθνικού δικαίου επί συμπράξεων και εταιριών καθόσον αφορά την κατανομή των ποσοστώσεων ζαχαροτεύτλων, εντός των ορίων Α και Β, μεταξύ των πωλητών αυτών. Ωστόσο, πρόσθεσε το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη, μολονότι έχουν την ευχέρεια να εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο, δεν απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να τηρούν τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν την κοινή γεωργική πολιτική.
82. Στα ασκούντα επιρροή νομοθετικά κείμενα ουδόλως διευκρινίζεται ότι η μείωση των ποσοστώσεων πρέπει να συνοδεύεται από οικονομικό αντιστάθμισμα. Εάν ο νομοθέτης είχε στηριχθεί στην ιδέα ότι έπρεπε να υφίσταται ένα τέτοιο αντιστάθμισμα, θα το είχε πει. Η ACOR, η ARJ και η Επιτροπή κατέδειξαν, κατά τρόπο πειστικό κατά τη γνώμη μου, ότι τούτο θα ήταν ασύμβατο με τη νομική φύση της εννοίας της ποσοστώσεως ζάχαρης. Ως εκ τούτου, εφόσον, με την απόφασή του Mörlins (28) , το Δικαστήριο επιβεβαίωσε το ότι τα κράτη μέλη, εφαρμόζοντας το εθνικό τους δίκαιο, δεν απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να τηρούν τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν την κοινή γεωργική πολιτική, δεν είναι δυνατή η επίκληση της αποφάσεως αυτής προκειμένου να δικαιολογηθεί οικονομικό αντιστάθμισμα προς όφελος των συγχωνευομένων επιχειρήσεων.
83. Όσον αφορά την απόφαση Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ. (29) , την οποία έχει επίσης προβάλει η Azucarera Ebro, με την απόφαση αυτή απλώς επιβεβαιώνεται το ευρύ περιθώριο χειρισμών που το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81 παρέχει στα κράτη μέλη, χωρίς να είναι δυνατό εξ αυτής να συναχθεί οτιδήποτε σχετικά με το ζήτημα της δυνατότητας μεταφοράς εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων.
84. Απομένει το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά το οποίο οποιαδήποτε ανακατανομή ποσοστώσεων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους μηχανισμούς της αγοράς και κατ' εφαρμογή ορθολογικών οικονομικών κριτηρίων.
85. Παρ' όλ' αυτά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η οργάνωση των αγορών της ζάχαρης, από τον ίδιο της τον σχεδιασμό, πόρρω απέχει από τους μηχανισμούς της αγοράς μιας ελεύθερης οικονομίας. Η εν λόγω οργάνωση σκοπεί, σε σημαντικό βαθμό, στην προστασία των παραγωγών τεύτλων και των επιχειρήσεων παραγωγής ζάχαρης έναντι των σκληρών νόμων της αγοράς. Όπως προκύπτει από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1785/81, οι ποσοστώσεις παραγωγής που χορηγούνται στις επιχειρήσεις συνιστούν για τους παραγωγούς ένα μέσο εγγυήσεως των κοινοτικών τιμών (που είναι υψηλότερες αυτών που θα επιτύγχαναν εάν οι νόμοι της αγοράς αφήνονταν ελεύθεροι να λειτουργήσουν) και της διαθέσεως της παραγωγής τους (που, ελλείψει της ΚΟΑ, δεν θα μπορούσε, αναμφιβόλως, να γίνει σε ικανοποιητικές τιμές).
86. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική σκέψη, θα πρέπει οι μεταφορές των ποσοστώσεων να πραγματοποιούνται λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον όλων των ενδιαφερομένων μερών και, ιδίως, των παραγωγών τεύτλων ή ζαχαροκάλαμου [(η φράση αυτή επαναλαμβάνεται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81)]. Ομοίως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 193/82 (νυν σημείο 1 του παραρτήματος IV του κανονισμού 1260/2001), τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που κρίνουν αναγκαία προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των παραγωγών τεύτλων και των παραγωγών ζαχαροκαλάμου στις περιπτώσεις χορηγήσεων ποσοστώσεων σε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης που έχει περισσότερα του ενός εργοστάσια. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού, τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού αυτού ισχύουν μόνον εφόσον λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον κάθε ενδιαφερόμενου μέλους και εφόσον το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κρίνει ότι μπορούν να βελτιώσουν τη δομή των τομέων παραγωγής τεύτλων ή ζαχαροκαλάμου και παραγωγής ζάχαρης.
87. Επομένως, έχω τη γνώμη, όπως και η Επιτροπή ότι η κατακύρωση των ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης στον τελευταίο πλειοδότη, δηλαδή βάσει καθαρά οικονομικών θεωρήσεων, δεν λαμβάνει υπόψη τους προμνημονευθέντες στόχους δημοσίου συμφέροντος που έχουν καθοριστεί από την κοινοτική νομοθεσία και, ειδικότερα αυτών της προστασίας των συμφερόντων των παραγωγών τεύτλων και ζαχαροκάλαμου. Κατά συνέπεια, το σύστημα αυτό δεν επιτρέπει οι εθνικές αρχές να διασφαλίζουν τα συμφέροντα αυτά υπό τους ήδη περιγραφέντες όρους. Ακριβής ανάλυση της προσβαλλομένης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου συμφωνίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρά την περιλαμβανόμενη στην έκτη προϋπόθεση επιφύλαξη (30) , η συμφωνία αυτή δεν διασφαλίζει επαρκώς την προστασία των συμφερόντων των παραγωγών τεύτλων.
88. Τέλος, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι οι ποσοστώσεις δεν αποτελούν, κυρίως ειπείν, παραχωρήσεις (εφόσον δεν προσφέρουν την απολαβή ενός αγαθού για συγκεκριμένο διάστημα χρόνου), αντιπροσωπευτικούς τίτλους δικαιώματος κυριότητας ή απολαβής πραγμάτων ή κινητών ή ακινήτων αξιών.
89. Οι δικαιούχοι ποσοστώσεων δεν έχουν στη διάθεσή τους κάποια αφηρημένη αξία, αορίστως και άνευ όρων διαπραγματεύσιμη, της οποίας οι παράμετροι θα ήσαν σταθερές και θα μπορούσαν, καθ' οιοδήποτε χρονικό σημείο, να αποτελέσουν το αντικείμενο εκτιμήσεως σύμφωνης προς τα συνήθη κριτήρια των αγορών. Εξάλλου, είναι πιθανό οι ποσοστώσεις να ποικίλλουν διαχρονικώς. Είναι δυνατό, ανάλογα με τις ανάγκες της κοινής γεωργικής πολιτικής, να τροποποιούνται ή, ακόμα, να καταργούνται από τις αρμόδιες αρχές. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αποτελούν το αντικείμενο μεταβιβάσεως, όπως θα συνέβαινε με ένα δικαιόγραφο στον κομιστή, πράγμα που θα συνιστούσε άγνοια των ιδιοτήτων και των ευχερειών των οικείων επιχειρηματιών.
90. Οι γενικές αρχές και η οικονομία της ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης, η νομολογία του Δικαστηρίου και η βάσει των αποφάσεων της Επιτροπής πρακτική, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η νομική φύση των ποσοστώσεων δεν επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να αποφασίσει, όπως συμβαίνει με την Ισπανική Κυβέρνηση, ότι η μεταφορά ποσοστώσεων ζάχαρης θα γίνει εξ επαχθούς αιτίας.
3. Είναι η ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων ζάχαρης συμβατή με τους θεμελιώδεις μηχανισμούς της ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης;
α) Οι κατατεθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις
91.
Η ACOR με την οποία συντάχθηκε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και η ARJ ισχυρίζεται ακόμα ότι το σύστημα της μεταφοράς εξ επαχθούς αιτίας της ποσοστώσεως παραγωγής ζάχαρης συνιστά κατάφωρη παράβαση των διατάξεων σχετικά με την ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης, στο μέτρο που υφίσταται αρνητική επίπτωση στη λειτουργία του συστήματος των ποσοστώσεων και των τιμών παρεμβάσεως.
92. Πράγματι, παρατηρεί η ACOR, ανακατανομή της ποσοστώσεως με καθορισμό μιας τιμής συνεπάγεται πώληση, και τούτο προϋποθέτει την προσθήκη κόστους και επιπλέον επιβαρύνσεων στην αλυσίδα παραγωγής ζάχαρης της επιχειρήσεως που αποκτά τελικώς την ποσόστωση. Η καταβολή της τιμής αυτής έχει αρνητική επίπτωση στη διαδικασία διαμορφώσεως της τελικής τιμής του προϊόντος.
93. Η ACOR υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή υπολογίζει, για κάθε περίοδο, την τιμή παρεμβάσεως της ζάχαρης στηριζόμενη σε ορισμένα στοιχεία που προβλέπονται στη νομοθεσία της ΚΟΑ (τα διάφορα έξοδα που οι επιχειρήσεις πρέπει να φέρουν, το κόστος μεταποιήσεως του τεύτλου, οι αποσβέσεις κ.λπ., ενώ η βασική τιμή του τεύτλου υπολογίζεται σύμφωνα με την τιμή παρεμβάσεως). Η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει επίσης λίαν συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως (που εφαρμόζονται στις ελλειματικές ζώνες). Η τυχόν ύπαρξη οποιουδήποτε κόστους συνδεομένου με την κατανομή ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης ουδέποτε αναγνωρίζεται ούτε καν μνημονεύεται.
94. Για τον λόγο αυτό, τροποποίηση του συστήματος που εφαρμόζεται στη χορήγηση ποσοστώσεων και δημιουργία, έτσι, πρόσθετου κόστους για τις σχετικές επιχειρήσεις και τους παραγωγούς τεύτλων, όχι μόνο αλλοιώνει το σύνολο του μηχανισμού καθορισμού τιμών αλλά και θίγει σοβαρώς τους στόχους και τις αρχές της κοινής γεωργικής πολιτικής και είναι ασύμβατο με την ίδια την ουσία της φύσεως της ΚΟΑ. Κατά συνέπεια, αποτελεί συμφυές στοιχείο της ίδιας της ΚΟΑ το ότι τόσο η χορήγηση των ποσοστώσεων, όσο βεβαίως και η μεταφορά τους, πρέπει να γίνονται δωρεάν.
95. Συναφώς, η ACOR μνημονεύει την απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (31) , στο πλαίσιο υποθέσεως σχετικής με ΚΟΑ στον τομέα των σιτηρών:[...] οι κοινές οργανώσεις αγορών στηρίζονται στην αρχή της ανοικτής αγοράς, στην οποία κάθε παραγωγός έχει ελεύθερη πρόσβαση υπό συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού και της οποίας η λειτουργία ρυθμίζεται αποκλειστικά από τα νομοθετήματα που προβλέπουν οι οργανώσεις αυτές. Ειδικότερα, σε τομείς που καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγορών και κατά μείζονα λόγο όταν η οργάνωση αυτή στηρίζεται, όπως εν προκειμένω, σε κοινό σύστημα τιμών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να παρεμβαίνουν με εθνικές διατάξεις, θεσπιζόμενες μονομερώς, στον μηχανισμό σχηματισμού των τιμών, όπως αυτός προκύπτει από την κοινή οργάνωση (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. Ι-3125, σκέψη 29).
96. H ACOR προσθέτει ότι η Ισπανική Κυβέρνηση, αντί για μια απλή και ξεκάθαρη μεταφορά ποσοστώσεων δωρεάν, είχε στη διάθεσή της λιγότερο καταναγκαστικές δυνατότητες που θα επέτρεπαν να καταστεί λιγότερο δεσπόζουσα η θέση της νέας επιχειρήσεως που θα προέκυπτε από τη συγχώνευση και θα αύξαναν, επιπλέον, τις δυνατότητες πραγματικού ανταγωνισμού στην ισπανική αγορά χωρίς παράβαση των κανόνων που διέπουν την ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης.
97. Συναφώς, η ACOR μνημονεύει διάφορες δυνατότητες και, ιδίως, τη μεταβίβαση ενός ή περισσοτέρων από τα εργοστάσια που ανήκουν στις συγχωνευθείσες επιχειρήσεις, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια τη μεταφορά της σχετικής ποσοστώσεως του εργοστασίου στον νέο ιδιοκτήτη, ή ακόμα τη θέση στη διάθεση ανεξάρτητου εμπόρου ορισμένης ποσότητας ήδη μεταποιηθείσας ζάχαρης, στην τιμή παρεμβάσεως, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις προϋποθέσεις που η Επιτροπή επέβαλε όσον αφορά τη συγκέντρωση Südzucker/Saint-Louis (32) .
98. Όσον αφορά την Επιτροπή , η μεταφορά εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων είναι δυνατό να προκαλέσει διαταραχές οι οποίες θα μπορούσαν να βλάψουν το εύρος και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού συστήματος.
99.
Η Azucarera Ebro ισχυρίζεται ότι, σε περίπτωση πωλήσεως εργοστασίων ή επιχειρήσεων μεταξύ παραγωγών ζάχαρης, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να μεταφέρουν αμέσως τις ποσοστώσεις, ενώ τίποτα, ενόψει των αρχών ή των στόχων της ΚΟΑ, δεν εμποδίζει το κράτος μέλος να διατάξει όπως η μεταφορά γίνει εξ επαχθούς αιτίας.
100. Όσο για την Ισπανική Κυβέρνηση , αυτή εκτιμά ότι η ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας των ποσοστώσεων ουδόλως θίγει την εύρρυθμη λειτουργία της ΚΟΑ.
β) Εκτίμηση
101. Η συλλογιστική της ACOR , στο μέτρο που αυτή η επιχείρηση υπογραμμίζει ότι η ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας των ποσοστώσεων επηρεάζει τη διαμόρφωση των τιμών της ζάχαρης και των ζαχαροτεύτλων, θίγει, όπως πιστεύω, μια κεφαλαιώδη πτυχή του τεθέντος προβλήματος. Οι κανόνες σχετικά με τη διαμόρφωση των τιμών αποτελούν το νευραλγικό κέντρο της ΚΟΑ της ζάχαρης.
102. Όπως επιβεβαιώνεται από την παρατεθείσα από την ACOR νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, όπως είναι επόμενο, να αναμειγνύεται στον τρόπο διαμορφώσεως αυτών, χωρίς να διακυβεύεται, ipso facto, η ίδια η ουσία του κοινοτικού συστήματος αγοράς.
103. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων αντίκειται και προς τους θεμελιώδεις μηχανισμούς της ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης.
4. Το συμφέρον των παραγωγών ζάχαρης και ζαχαροτεύτλων ─ Οι αρχές της ισότητας και της νομικής ασφάλειας
α) Οι κατατεθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις
104.
Η ACOR προβάλλει μια σειρά επιχειρημάτων αντλουμένων από τις αρνητικότατες και δαπανηρότατες συνέπειες που θα προκαλούσε η υποχρέωση πληρωμής της μεταφερομένης ποσοστώσεως ζάχαρης, τόσο όσον αφορά τις επιχειρήσεις που παράγουν ζάχαρη όσο και όσον αφορά τις λοιπές επιχειρήσεις του τομέα, καθώς επίσης και όσον αφορά τους παραγωγούς τεύτλων και τους καταναλωτές. Έτσι, παρατηρεί η ACOR, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστεί η τιμή που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης στους παραγωγούς τεύτλων που τους παραδίδουν το προϊόν τους, με αποτέλεσμα να μειωθούν, έτσι, τα έσοδα των παραγωγών αυτών.
105. Η ACOR υπογραμμίζει επίσης ότι σε περίπτωση αποκτήσεως εξ επαχθούς αιτίας, η επιχείρηση οφείλει να εμφανίσει το κόστος της ποσοστώσεως στα λογιστικά της. Πράγματι, η επιχείρηση αναγκάστηκε να καταβάλει τιμή για την εν λόγω ποσόστωση, και τούτο ενώ το υπόλοιπο μέρος των ποσοστώσεων της επιχειρήσεως αυτής είχε ληφθεί δωρεάν.
106. Μέχρι σήμερα, η ποσόστωση παραγωγής δεν ήταν δυνατό να καταγραφεί στον ισολογισμό των επιχειρήσεων εφόσον δεν πρόκειται για λογιστικώς καταχωρίσιμο στοιχείο ενεργητικού. Όμως, στην περίπτωση κατακυρώσεως μέσω πωλήσεως σε πλειστηριασμό, η επιχείρηση που αποκτά ένα μέρος ποσοστώσεως με το μέσον αυτό υποχρεούται, δυνάμει των λογιστικού χαρακτήρα υποχρεώσεών της, να εμφανίσει στους ετήσιους λογαριασμούς της την πράξη αποκτήσεως και την καταβληθείσα με την ευκαιρία αυτή τιμή. Τι γίνεται επομένως, στην περίπτωση αυτή, με την εναπομένουσα ποσόστωση, για την οποία δεν έπρεπε να καταβληθεί καμιά τιμή;
107. Θα έπρεπε να επιβληθεί σε όλες τις επιχειρήσεις του τομέα η υποχρέωση λογιστικής καταχωρίσεως της ποσοστώσεώς τους για ποσό που πρόκειται να καθορίζεται από τις αρχές, ανάλογο προς την καταβληθείσα για την ποσότητα των 30 000 μτ;
108. Εξάλλου, η ACOR ισχυρίζεται ότι τα πρακτικά προβλήματα δεν είναι απλώς λογιστικού χαρακτήρα. Η ανακατανομή εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων ενέχει επίσης τον κίνδυνο να προκαλέσει τη δημιουργία μιας αγοράς ποσοστώσεων, χωρίς η ποσόστωση να συνδέεται κατ' ανάγκην με πραγματική παραγωγή ζάχαρης. Ο κίνδυνος αυτός θα ήταν μάλιστα δυνατό να επεκταθεί και σε κοινοτικό επίπεδο. Σύμφωνα με την ACOR, η Ισπανική Κυβέρνηση θα μπορούσε, π.χ., να ενεργήσει σε συνεννόηση με τη Γαλλική Κυβέρνηση ώστε οι ισπανικές επιχειρήσεις να αγοράσουν ποσοστώσεις χορηγηθείσες σε γαλλικές επιχειρήσεις (που είναι όλες τους πλεονασματικές) με σκοπό την κάλυψη του ελλείμματος σε ζάχαρη που παρουσιάζει η ισπανική αγορά. Τούτο θα προκαλούσε, όπως είναι επόμενο, σοβαρή στρέβλωση στην κοινοτική αγορά της ζάχαρης και θα καθιστούσε εντελώς αναποτελεσματικούς τους κανόνες της ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης.
109. Εξάλλου, η απορρέουσες από τη δυνατότητα μεταφοράς εξ επαχθούς αιτίας της ποσοστώσεως ζάχαρης συνέπειες θα είχαν επιπτώσεις στο μέλλον. Οι ποσοστώσεις παραγωγής είναι ένα χρονικώς περιορισμένο εργαλείο ρυθμίσεως της ανανεούμενης με διαδοχικούς κανονισμούς αγοράς. Όμως, εάν το σύστημα των ποσοστώσεων καταργούνταν στο μέλλον, η οικονομική ζημία των επιχειρήσεων που θα είχαν αποκτήσει ποσοστώσεις εξ επαχθούς αιτίας θα ήταν πρόδηλη.
110. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, που είναι εγκατεστημένες σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και δικαιούνται ποσοστώσεως παραγωγής, θα ευνοούνταν από την άποψη του ανταγωνισμού σε σχέση με τις εγκατεστημένες στην Ισπανία επιχειρήσεις που θα όφειλαν να αγοράσουν την ποσόστωσή τους παραγωγής. Τούτο συνεπάγεται κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ παραγωγών καθώς και πρόδηλη δυσμενή διάκριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
111. Η ACOR παρατηρεί επίσης ότι δυσμενής διάκριση θα υφίστατο όχι μόνο για τους παραγωγούς αλλά και για τους ίδιους τους καλλιεργητές τεύτλων. Πράγματι, δεδομένου ότι ένας από τους πλειοδότες που έχουν γίνει δεκτοί στην πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό είναι η συνεταιριστική επιχείρηση ACOR, στο πλαίσιο της οποίας οι ίδιοι οι καλλιεργητές τεύτλων έχουν την ιδιότητα των μελών του συνεταιρισμού, οποιαδήποτε δυσμενής διάκριση έναντι της εταιρίας θα είχε ολικό και άμεσο αντίκτυπο επί αυτών των καλλιεργητών τεύτλων.
112. Σύμφωνα με την Επιτροπή, από εμπεριστατωμένη ανάλυση της προσβαλλομένης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποφάσεως προκύπτει το συμπέρασμα ότι, παρά την επιφύλαξη που περιέχεται στην έκτη προϋπόθεση, η απόφαση αυτή δεν διασφαλίζει επαρκώς την προστασία των συμφερόντων των παραγωγών τεύτλων. Ειδικότερα, θα ήταν δυνατό, σύμφωνα με την Επιτροπή, αν ληφθεί ως αφετηρία η γεωγραφική θέση των εργοστασίων των τριών ισπανικών ομίλων παραγωγής ζάχαρης, δηλαδή της Azucarera Ebro, της ACOR και της ARJ, να συναχθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα. Τυχόν μεταφορά ποσοστώσεων υπέρ της ACOR δεν είναι δυνατό να βλάψει τους παραγωγούς τεύτλων, και τούτο εφόσον τα δύο εργοστάσια της επιχειρήσεως αυτής βρίσκονται στη ζώνη παραγωγής του Βορρά όπου και η Azucarera Ebro έχει τα εργοστάσιά της. Αντιθέτως, η μεταφορά ποσοστώσεων υπέρ της ARJ θα μπορούσε να βλάψει τους παραγωγούς τεύτλων, και τούτο εφόσον το μόνο εργοστάσιο της ARJ το οποίο κείται στη Linares, στην επαρχία Jaén (ζώνη παραγωγής του Νότου), είναι σχετικώς απομακρυσμένο και απομονωμένο από τις λοιπές σχετικές βιομηχανικές μονάδες που κείνται στη ζώνη του Νότου. Η χορήγηση νέων ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης στην ARJ καταλήγει αναπόφευκτα σε μείωση των καλλιεργουμένων εκτάσεων τεύτλων των παραδοσιακών παραγωγών που είναι εγκατεστημένοι στη ζώνη παραγωγής του Βορρά και σε αύξηση της καλλιέργειας τεύτλων στα περίχωρα της Linares.
113. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ARJ αμφισβήτησε το κύρος της αναλύσεως αυτής ισχυριζόμενη ότι διαθέτει εργοστάσιο που επεξεργάζεται το 49,62 % των παραγομένων στην περιφέρεια του κέντρου τεύτλων.
114. Όσο για την Azucarera Ebro, αυτή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 25 του κανονισμού 1785/81 πρέπει να ερμηνευτεί κατά τρόπο ευρύ. Όταν τα κράτη ασκούν τις αρμοδιότητες που αυτό προβλέπει, οφείλουν να τηρούν την αρχή της νομικής ασφάλειας προς όφελος των επιχειρήσεων που παράγουν ζάχαρη. Πράγματι, οι ποσοστώσεις έχουν τον χαρακτήρα παραχωρήσεως και προκαλούν τη γένεση, όσον αφορά τις παράγουσες ζάχαρη επιχειρήσεις, έννομων συμφερόντων που τα κράτη μέλη οφείλουν να σέβονται. Συναφώς, η προσφεύγουσα επικαλείται την απόφαση Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ. (33) .
β) Εκτίμηση
115. Η πράξη ανακατανομής εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων ζάχαρης επηρεάζει αναμφισβήτητα την κατάσταση του ή των οικείων παραγωγών ζάχαρης σε σχέση με τους λοιπούς επιχειρηματίες των οποίων η από λογιστικής απόψεως κατάσταση δεν επιβαρύνεται από την καταβαλλόμενη για την απόκτηση ποσοστώσεως τιμή. Υπάρχει κίνδυνος το ίδιο να ισχύει και όσον αφορά τους παραγωγούς τεύτλων που εξαρτώνται από τον οικείο παραγωγό ζάχαρης.
116. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου:Το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, δεν αποτελεί παρά ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας η οποία επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 25, και της 17ης Απριλίου 1997, C-15/95, EARL de Kerlast, Συλλογή 1997, σ. I-1961, σκέψη 35) (34) .
117. Επομένως, αντίκειται, εν πάση περιπτώσει, προς την αρχή της ισότητας μια πράξη των εθνικών αρχών η οποία, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ επιχειρηματιών που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.
118. Όσον αφορά την προβαλλόμενη από την Azucarera Ebro νομική ασφάλεια, ελέχθη προηγουμένως πώς και γιατί οι ποσοστώσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κεκτημένα δικαιώματα που οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν άνευ ετέρου να προβάλλουν.
119. Τέλος, η πώληση μέσω πλειστηριασμού θα μπορούσε να καταλήξει στη χορήγηση των ποσοστώσεων σε επιχείρηση λίαν απομεμακρυσμένη από τους παραγωγούς τεύτλων, που συνήθως παρέχουν την παραγωγή τους σε μια από τις συγχωνευθείσες επιχειρήσεις. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα άρθρα 25, παράγραφος 3, του κανονισμού 1785/81 και 4 του κανονισμού 193/82 προβλέπουν ότι οι ανακατανεμόμενες ποσότητες ποσοστώσεων πρέπει να χορηγούνται σε μια ή περισσότερες εγκατεστημένες στην ίδια περιφέρεια επιχειρήσεις.
5. Απάντηση στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος
120. Επομένως, πρέπει να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι αντίκειται προς τις διατάξεις του κανονισμού 1785/81 και προς αυτές του κανονισμού 193/82 το να αποφασίσει η επιφορτισμένη με την άσκηση διοικητικού ελέγχου των πράξεων συγχωνεύσεως επιχειρήσεων αρχή κράτους μέλους ότι αυτή η μεταφορά ή αυτή η ανακατανομή θα γίνει εξ επαχθούς αιτίας και, ως εκ τούτου, να επιβάλει στην επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις που είναι οι σχετικοί αποδέκτες την υποχρέωση καταβολής οικονομικής αντιπαροχής.
Β ─ Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος
121. Το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος είναι διατυπωμένο ως εξής:β) Παρ' όλα αυτά, έστω και σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο μέρος του ερωτήματος, αντίκειται προς τις διατάξεις αυτές το να αποφασιστεί ότι η τιμή της ποσοστώσεως που πρόκειται να μεταφερθεί και η κατανομή αυτής θα γίνουν μέσω δημοσίου πλειστηριασμού; Ή αντίκειται προς τις ίδιες διατάξεις η οργάνωση παρομοίων δημοσίων πλειστηριασμών, έστω και όταν προβλέπεται ότι η πράξη ανακατανομής των ποσοστώσεων που θα γίνει σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία πλειστηριασμού θα συνοδεύεται από μέτρα που θα επιτρέπουν την αποφυγή οποιασδήποτε τυχόν αρνητικής επιπτώσεως στους εγχώριους παραγωγούς ζαχαροτεύτλων;
122. Επομένως, δεδομένου ότι έχω προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος καταφατικώς, απάντηση στο δεύτερο σκέλος δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, αναγκαία. Ως εκ τούτου, απλώς επικουρικώς και μόνο, θα εξετάσω τις κατατεθείσες εν προκειμένω παρατηρήσεις.
1. Οι κατατεθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις
123.
Οι ACOR και ARJ ισχυρίζονται ότι είναι προφανές ότι η διαδικασία δημόσιου πλειστηριασμού συνεπάγεται σιωπηρώς τον καθορισμό τιμής πρώτης προσφοράς και ότι πρόκειται, όπως είναι επόμενο, για διαδικασία πωλήσεως εξ επαχθούς αιτίας. Ενόψει των επιχειρημάτων που έχουν αναπτυχθεί όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, η ACOR είναι της γνώμης ότι αντίκειται επίσης προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου το να αποφασίζονται μέσω δημοσίου πλειστηριασμού η τιμή της ποσοστώσεως που πρόκειται να μεταφερθεί και η κατανομή της. Σύμφωνα με την ACOR, κάθε διαδικασία πωλήσεως εξ επαχθούς αιτίας, ασχέτως του αν πρόκειται για δημόσιο πλειστηριασμό ή για άλλη διαδικασία συνεπαγόμενη τον καθορισμό τιμής, είναι ασύμβατη με την κοινοτική νομοθεσία.
124.
Η Azucarera Ebro θεωρεί ότι το ζήτημα σχετικά με τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως της μεταφοράς ποσοστώσεων διά διαδικασίας πωλήσεως μέσω δημόσιου πλειστηριασμού είναι καθαρά παρεπόμενο, στο μέτρο που αυτό που έχει σημασία δεν είναι η διαδικασία πλειστηριασμού αλλά οι βάσεις της μεταφοράς ποσοστώσεων, δηλαδή τα στοιχεία ενεργητικού που πρόκειται να μεταβιβαστούν και τα συμφέροντα των οικείων εμπλεκομένων μερών εντός της περιφερείας περί της οποίας πρόκειται.
125. Όσο για την Ισπανική Κυβέρνηση , η χορήγηση των επιμάχων ποσοστώσεων ζάχαρης μέσω πωλήσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό πληροί εθνικά οικονομικά κριτήρια. Η πώληση μέσω δημόσιου πλειστηριασμού διασφαλίζει ότι η τιμή της ποσοστώσεως θα προσδιοριστεί βάσει των κανόνων της αγοράς και όχι κατά τρόπο αυθαίρετο από τη διοίκηση.
126. Επιπλέον, αυτό το μέσο ανακατανομής των ποσοστώσεων δεν είναι ασύμβατο με καμιά από τις διατάξεις των κοινοτικών κανονισμών.
127. Όπως έχω ήδη επισημάνει στην ανωτέρω παράγραφο 87, η Επιτροπή θεωρεί ότι με την κατακύρωση ποσοστώσεων παραγωγής στον τελευταίο πλειοδότη δεν λαμβάνονται υπόψη οι γενικού συμφέροντος στόχοι που έχουν καθοριστεί από την κοινοτική νομοθεσία και, ειδικότερα, αυτός της προστασίας των συμφερόντων των παραγωγών τεύτλων και ζαχαροκαλάμου.
128. Το συμπέρασμα που προκύπτει από εμπεριστατωμένη ανάλυση της προσβαλλομένης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποφάσεως είναι ότι, παρά την περιεχόμενη στην έκτη προϋπόθεση επιφύλαξη, η απόφαση αυτή δεν διασφαλίζει επαρκώς την προστασία των συμφερόντων των παραγωγών τεύτλων.
2. Εκτίμηση
129. Η πώληση μέσω δημόσιου πλειστηριασμού αποτελεί απλώς ειδική μορφή ανακατανομής εξ επαχθούς αιτίας ποσοστώσεων.
130. Έστω και αν υποτεθεί ότι είναι δυνατή η λήψη αποτελεσματικών μέτρων ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση επί των παραγωγών τεύτλων, η πώληση μέσω δημόσιου πλειστηριασμού προσκρούει, παρ' όλ' αυτά, σε όλες τις αντιρρήσεις που έχω ανωτέρω διατυπώσει αναφορικά με την ίδια την αρχή της εξ επαχθούς αιτίας χορηγήσεως. Όπως έχει υπογραμμιστεί από διάφορους παρεμβαίνοντες, αυτός ο τρόπος χορηγήσεως συνεπάγεται αλλοίωση της ίδιας της φύσης του οργάνου των ποσοστώσεων, πράγμα που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα διαταραχές δυνάμενες να διακυβεύσουν το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού συστήματος.
131. Εάν έπρεπε να δοθεί απάντηση στο δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, θα πρότεινα στο Δικαστήριο, όπως είναι επόμενο, να αποφανθεί ότι αντίκειται προς τις διατάξεις του κανονισμού 1785/81 καθώς και προς αυτές του κανονισμού 193/82 το να καθορίζονται η τιμή της ποσοστώσεως που πρέπει να μεταφερθεί και η κατανομή αυτής μέσω δημοσίου πλειστηριασμού και ότι αντίκειται προς τις διατάξεις αυτές η οργάνωση παρομοίων δημοσίων πλειστηριασμών ακόμα και όταν έχει προβλεφθεί ότι η πράξη ανακατανομής των ποσοστώσεων που θα γίνει σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία πλειστηριασμού θα συνοδεύεται από μέτρα που θα επιτρέπουν την αποφυγή οποιασδήποτε τυχόν αρνητικής επιπτώσεως επί των εγχωρίων παραγωγών τεύτλων.
Γ ─ Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος
132. Το τρίτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος έχει ως εξής:γ) Έχει η θέση σε ισχύ του κανονισμού 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, με τον οποίο γίνεται παρέκκλιση από τους προγενέστερους κανονισμούς και πραγματοποιείται η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, ως αποτέλεσμα την αλλαγή της ερμηνείας της κοινοτικής νομοθεσίας και των απαντήσεων του Δικαστηρίου;
133. Όλοι οι έχοντες καταθέσει παρατηρήσεις διάδικοι συμφωνούν μεταξύ τους θεωρώντας ότι ο κανονισμός 1260/2001 σε τίποτα δεν έχει τροποποιήσει τις ασκούσες εν προκειμένω επιρροή διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας.
134. Συντάσσομαι και εγώ με την άποψή τους και προτείνω να δοθεί σ' αυτό το σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος η απάντηση ότι η θέση σε ισχύ του κανονισμού 1260/2001 δεν έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της ερμηνείας της κοινοτικής νομοθεσίας και της απαντήσεως του Δικαστηρίου.
V ─ Πρόταση
135. Κατόπιν της ανωτέρω αναλύσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο και τρίτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος ως εξής:
1) Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που είναι επιφορτισμένη με τη διενέργεια διοικητικού ελέγχου των πράξεων συγχωνεύσεως επιχειρήσεων εκτιμά ότι είναι ανάγκη για την προστασία του ανταγωνισμού η ανακατανομή των ποσοστώσεων παραγωγής ζάχαρης μεταξύ των εγκατεστημένων στο έδαφός της επιχειρήσεων, αντίκειται προς τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης και προς αυτές του κανονισμού 193/82 του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1982, για τη θέσπιση γενικών κανόνων για τις μεταφορές ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης, το να αποφασίσει η εν λόγω αρχή ότι αυτή η μεταφορά ή αυτή η ανακατανομή θα γίνει εξ επαχθούς αιτίας και, ως εκ τούτου, να επιβάλει στην επιχείρηση ή στις επιχειρήσεις που είναι οι σχετικοί αποδέκτες την υποχρέωση καταβολής οικονομικής αντιπαροχής.
2) Η θέση σε ισχύ του κανονισμού (ΕΟΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης δεν έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της ερμηνείας της κοινοτικής νομοθεσίας και της απαντήσεως του Δικαστηρίου.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 177, σ. 4.
3 – ΕΕ L 21, σ. 3.
4 – ΕΕ L 178, σ. 1.
5 – ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35.
6 – Βλ. τις αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, 139/79, Maizena κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1980/ΙΙΙ, σ. 359, σκέψη 23), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973).
7 – Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-134/92, Mörlins (Συλλογή 1993, σ. Ι-6017, σκέψη 17).
8 – Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984, 16/83, Prantl (Συλλογή 1984, σ. Ι-1299, σκέψη 13).
9 – Βλ. αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1975, 51/74, Hulst (Συλλογή τόμος 1975, σ. 29, σκέψη 25), της 18ης Μαΐου 1977, 111/76, Van den Hazel (Συλλογή τόμος 1977, σ. 271, σκέψη 13), της 28ης Μαρτίου 1984, 47/83 και 48/83, Midden-Nederland και Van Miert (Συλλογή 1984, σ. 1721, σκέψη 25), και την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση Mörlins, σκέψη 17).
10 – Απόφαση της 7ης Απριλίου 1992, C-61/90, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1992, σ. Ι-2407, σκέψη 22).
11 – Αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1988, 90/86, Zoni (Συλλογή 1988, σ. 4285) και της 19ης Μαρτίου 1991, C-32/89, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1321, σκέψη 20).
12 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Prantl, σκέψη 13.
13 – Απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-1/94, Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-2363, σκέψεις 33 και 34).
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Maizena κατά Συμβουλίου.
15 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 (σκέψεις 16 και 17).
16 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση Mörlins (σκέψεις 16 και 17).
17 – ΕΕ L 252, σ. 1.
18 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 34.
19 – Απόφαση μη δημοσιευθείσα, της οποίας το γερμανικό κείμενο και το ανακοινωθέν τύπου είναι διαθέσιμα στον διακομιστή της Επιτροπήςè βλ. επίσης την προηγούμενη ανακοίνωση, ΕΕ 2001, C 211, σ. 53.
20 – Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1991, C-44/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-5119, σκέψη 27).
21 – Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-2/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι-955, σκέψη 19).
22 – Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, 230/78 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 340, σκέψεις 21 και 22).
23 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7.
24 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19.
25 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
26 – Τιμή παρεμβάσεως προσηυξημένη με ορισμένα πραγματικά έξοδα.
27 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7.
28 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7.
29 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
30 – Σύμφωνα με την οποία [...] σε περίπτωση ανακατανομής ποσοστώσεων που γίνεται κατά το κατάλληλο χρονικό σημείο σύμφωνα με τη διαδικασία πωλήσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό, η κυβέρνηση θα λάβει τα μέτρα που θα κρίνει κατάλληλα προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε τυχόν επίπτωση στα εγχώρια τεύτλα.
31 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 22.
32 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19.
33 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
34 – Απόφαση της 13ης Απριλίου 2000, C-292/97, Karlsson κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. Ι-2737, σκέψη 39).
Full & Egal Universal Law Academy