ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 10ης Απριλίου 2003 (1)
Υπόθεση C-433/01
Freistaat Bayern
κατά
Jan Blijdenstein
[αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Σύμβαση των Βρυξελλών – Ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας – Άρθρο 5, σημείο 2 – Υποχρέωση διατροφής – Αναγωγή εκ μέρους δημοσίου φορέα στον οποίο περιήλθαν τα δικαιώματα του δικαιούχου της διατροφής
1. Με διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 2001, το Bundesgerichtshof (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών ή Σύμβαση) (2) . Επί της ουσίας, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως ο οποίος χορήγησε επίδομα σε έχοντα ανάγκη, υποκαθιστώντας τον στα δικαιώματα διατροφής που έχει έναντι τρίτου, μπορεί να επικαλεστεί την ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του δικαιούχου διατροφής, όπως προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως, σε περίπτωση που στραφεί αναγωγικώς κατά του μη εκπληρώσαντος την υποχρέωσή του υποχρέου της διατροφής.
Ι ─ Το νομικό πλαίσιο
Η Σύμβαση των Βρυξελλών
2. Το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών καθορίζεται στο άρθρο της 1. Δυνάμει του πρώτου εδαφίου, η Σύμβαση: [...] εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου.
3. Προβαίνουσα σε καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών, η Σύμβαση ορίζει ότι, κατά κανόνα, έχει δικαιοδοσία το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του εναγομένου (άρθρο 2), αλλά προβλέπει και ορισμένες ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας. Αναφέρω, εξ αυτών, τη διεθνή δικαιοδοσία στον τομέα των υποχρεώσεων διατροφής, που προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 2, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου ο δικαιούχος διατροφής έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του.
Β ─ Η εθνική νομοθεσία
4. Δυνάμει του άρθρου 1602 του Bürgerliches Gesetzbuch (γερμανικού αστικού κώδικα, στο εξής: BGB), οι γονείς έχουν την υποχρέωση να διατρέφουν τα τέκνα τους. Το άρθρο 1610, παράγραφος 2, του BGB διευκρινίζει ότι η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει τα απαραίτητα για τη συντήρηση του τέκνου και επιπλέον τα έξοδα για την επαγγελματική εκπαίδευσή του.
5. Ο Bundesausbildungsförderungsgesetz (νόμος περί επιδομάτων σπουδών, στο εξής: BAföG) αναγνωρίζει στον φοιτητή ο οποίος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους προς κάλυψη των αναγκών του και των δαπανών εκπαιδεύσεώς του το δικαίωμα για επίδομα σπουδών. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται από τις υπηρεσίες του κατά τόπον αρμόδιου ομόσπονδου κράτους.
6. Δυνάμει του άρθρου 11 του BAföG, το ύψος του επιδόματος καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων διατροφής των γονέων του δικαιούχου. Εντούτοις, αν ο φοιτητής επικαλεστεί το γεγονός ότι οι γονείς του δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους αυτές και και ότι, εξ αυτού του λόγου, καθίσταται αβέβαιη η συνέχιση των σπουδών του, το άρθρο 36, παράγραφος 1, του BAföG ορίζει ότι το επίδομα υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υποχρέωση διατροφής.
7. Στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 37, παράγραφος 1, του BAföG, εκχωρείται στο ομόσπονδο κράτος το οποίο χορηγεί το επίδομα το δικαίωμα διατροφής που έχει ο φοιτητής έναντι των γονέων του. Η εκχώρηση αυτού του δικαιώματος γίνεται μέχρι του ύψους των επιδομάτων που έχουν καταβληθεί χωρίς, πάντως, υπέρβαση του μέρους των εισοδημάτων και των περιουσιακών στοιχείων των γονέων τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των αναγκών διατροφής του φοιτητή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον BAföG κριτήρια.
ΙΙ ─ Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
8. Το 1976 ο Jan Blijdenstein και η σύζυγός του, κάτοικοι Enschede Κάτω Χωρών, υιοθέτησαν μια κόρη.
9. Κατά το σχολικό έτος 1993/1994, η νεαρή Blijdenstein άρχισε την παρακολούθηση κύκλου μαθημάτων για βοηθούς φαρμακοποιούς σε ιδιωτικό ινστιτούτο του Μονάχου. Από τον μήνα Σεπτέμβριο του 1993 άρχισε να λαμβάνει από το Freistaat Bayern (ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας) εκπαιδευτικά επιδόματα το ύψος των οποίων υπολογίστηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη η διατροφή που είχε δικαίωμα να λαμβάνει από τους γονείς της η νεαρή σπουδάστρια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του BAföG.
10. Στη συνέχεια, το Freistaat Bayern, προς το οποίο εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα διατροφής της νεαρής σπουδάστριας έναντι του πατρός της, άσκησε αναγωγικώς έναντι του Amtsgericht Munchen αγωγή κατά του J. Blijdenstein, ζητώντας την ανάκτηση των ενισχύσεων που κατέβαλε στη θυγατέρα του για το σχολικό έτος 1993/1994, το αίτημά του δε αυτό έγινε δεκτό.
11. Στη συνέχεια, το Freistaat Bayern άσκησε δεύτερη αγωγή κατά του J. Blijdenstein ζητώντας την ανάκτηση των επιδομάτων που κατέβαλε κατά τα σχολικά έτη 1994/1995 και 1995/1996.
12. Ο εναγόμενος αμφισβήτησε τη διεθνή δικαιοδοσία του Amtsgericht München. Το εν λόγω δικαστήριο, όμως, απέρριψε τη σχετική αίτησή του, στηριζόμενο στο άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και έκανε δεκτό το αίτημα του Freistaat Bayern.
13. Ο J. Blijdenstein άσκησε έφεση ενώπιον του Oberlandesgericht München, το οποίο μεταρρύθμισε την απόφαση του Amtsgericht, δεχόμενο την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του επιληφθέντος δικαστηρίου. Πράγματι, κατά το δικαστήριο της εφέσεως, δεν μπορεί εν προκειμένω να προβληθεί το άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η δε αγωγή του Freistaat Bayern μπορούσε εγκύρως να ασκηθεί μόνο στο κράτος κατοικίας του εναγομένου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 2 της Συμβάσεως.
14. Το Freistaat Bayern άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής το ένδικο μέσο της Revision (αναιρέσεως) ενώπιον του Bundesgerichtshof. Το εν λόγω δικαστήριο, έχοντας αμφιβολία ως προς την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως σε περίπτωση αναγωγικώς ασκουμένης αγωγής εκ μέρους οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:Δύναται ο ενάγων δημόσιος φορέας, οι υπηρεσίες του οποίου κατέβαλαν σε σπουδαστή για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα οικονομική ενίσχυση για την προώθηση της επαγγελματικής του καταρτίσεως, να επικαλεστεί την ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 26ης Μαΐου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, στην περίπτωση που προβάλλει αναγωγικώς, βάσει εκ του νόμου μεταβιβασθείσας απαιτήσεως, την αστικού δικαίου αξίωση διατροφής του σπουδαστή κατά των γονέων του για το χρονικό διάστημα της καταβολής της εν λόγω οικονομικής ενισχύσεως;
15. Η Επιτροπή και η Αυστριακή, Γερμανική και Βρετανική Κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
ΙΙΙ ─ Νομική ανάλυση
Επί της δυνατότητας εφαρμογής της Συμβάσεως
16. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται, προκαταρκτικώς, ότι η αναγωγικώς ασκουμένη εκ μέρους δημόσιας αρχής αγωγή προϋποθέτει την καταβολή του επιδόματος, η οποία συνιστά πράξη δημόσιας εξουσίας. Επομένως, δεν εμπίπτει στον τομέα των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, κατά την έννοια του άρθρου 1 της Συμβάσεως, η οποία, επομένως, δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
17. Αντιθέτως, όλοι οι υπόλοιποι μετασχόντες της διαδικασίας υποστηρίζουν μετά βεβαιότητας ότι η σύμβαση έχει ratione materiae εφαρμογή επί της εκκρεμούσας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς. Εντούτοις, μόνον η Επιτροπή κατέθεσε ειδικές παρατηρήσεις προς υποστήριξη αυτής της απόψεως, υπογραμμίζοντας, ειδικότερα, ότι ο δημόσιος φορέας περί του οποίου πρόκειται, ενεργών αναγωγικώς, δεν ασκεί αρμοδιότητα δημοσίου δικαίου, αλλά προβάλλει αίτημα διεπόμενο από τους κανόνες του κοινού δικαίου. Στηριζόμενη, επίσης, στις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου (3) και στις εκθέσεις Jenard (4) και Schlosser (5) , η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εκκρεμούσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά εμπίπτει, χωρίς αμφιβολία, στον τομέα των αστικών και εμπορικών υποθέσεων.
18. Επιθυμώ κατ' αρχάς να τονίσω, από γενικότερης απόψεως, ότι η έννοια των εμπορικών και αστικών υποθέσεων, κατά το άρθρο 1 της Συμβάσεως, θεωρείται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως αυτοτελής έννοια, κατά την ερμηνεία της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σκοποί και το σύστημα της Συμβάσεως, καθώς και οι γενικές αρχές που απορρέουν από το σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων (6) . Επίσης, ως γενική παρατήρηση επισημαίνω ότι, κατά το Δικαστήριο, προκειμένου να καθοριστεί αν μια απόφαση εμπίπτει ή όχι στον τομέα των αστικών υποθέσεων, δεν έχει τόσο σημασία η νομική φύση των προσώπων που εμπλέκονται στη διαφορά, με βάση την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία (7) : αντιθέτως, εκείνο που έχει σημασία είναι το αν η έννομη σχέση περί της οποίας πρόκειται στηρίζεται σε πράξη δημόσιας εξουσίας (jure imperii) (8) .
19. Σύμφωνα με τη γενική αυτή προσέγγιση, το Δικαστήριο υπογράμμισε, στην πρόσφατη απόφασή του Baten, της 14ης Νοεμβρίου 2002, ότι το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στις αστικές υποθέσεις περιλαμβάνεται η αγωγή με την οποία ένας δημόσιος φορέας στρέφεται αναγωγικώς κατά ιδιώτη για την ανάκτηση χρηματικών ποσών που ο φορέας αυτός κατέβαλε ως κοινωνική ενίσχυση [...] αρκεί η βάση και ο τρόπος ασκήσεως της αγωγής αυτής να διέπονται από τους κανόνες του κοινού δικαίου περί της υποχρεώσεως διατροφής (9) .
20. Η αρχή αυτή, εφαρμοζόμενη επί της παρούσας υποθέσεως, καθιστά εύκολη την απάντηση στην αντίρρηση που προέβαλε η Βρετανική Κυβέρνηση.
21. Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την απόφαση περί προδικαστικής παραπομπής, η βάση και ο τρόπος ασκήσεως της αγωγής του Freistaat Bayern ─δημόσιος φορέας στον οποίο περιήλθε το δικαίωμα διατροφής της νεαρής J. Blijdenstein έναντι των γονέων της─ διέπεται από τους κανόνες του κοινού δικαίου περί διατροφής.
22. Συνεπώς, η εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορά εμπίπτει στον τομέα των κατά το άρθρο 1 της Συμβάσεως αστικών και εμπορικών υποθέσεων.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
23. Όλοι οι μετέχοντες στη δίκη προτείνουν στο Δικαστήριο να δώσει αρνητική απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof, καθόσον υποστηρίζουν ότι δημόσια αρχή, η οποία κατέβαλε επίδομα σε ευρισκόμενο σε ανάγκη πρόσωπο και στην οποία περιήλθε το δικαίωμα διατροφής που το πρόσωπο αυτό έχει έναντι τρίτου, δεν μπορεί να επικαλεστεί την ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως, σε περίπτωση που η δημόσια αυτή αρχή στραφεί αναγωγικώς κατά του υποχρέου διατροφής.
24. Ας μου επιτραπεί εξ αρχής να τονίσω ότι θεωρώ βάσιμο ένα τέτοιο συμπέρασμα.
25. Κατ' αρχάς, οφείλω να υπενθυμίσω, όπως έπραξαν η Γερμανική και η Βρετανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, ότι, κατά πάγια νομολογία, προς διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της Συμβάσεως σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, οι χρησιμοποιούμενοι από τη Σύμβαση όροι πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, με βάση το σύστημα και τους σκοπούς της Συμβάσεως (10) . Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τονίσει επανειλημμένως ότι οι κανόνες που προβλέπουν ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς, καθόσον έχουν ως συνέπεια να αποσπούν τον εναγόμενο από τον φυσικό του δικαστή (11) .
26. Το ίδιο αυτό κριτήριο πρέπει να ληφθεί υπόψη και για την οριοθέτηση της ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας στον τομέα των υποχρεώσεων διατροφής, κατά το άρθρο 5, σημείο 2, δεδομένου ότι ο κανόνας αυτός συνιστά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα του δικαστηρίου του τόπου του εναγομένου.
27. Επιθυμώ, επίσης, να παρατηρήσω, όπως έπραξαν και όλοι οι μετέχοντες στη δίκη, ότι κύριος σκοπός της συγκεκριμένης διατάξεως είναι να παράσχει στον ασθενέστερο διάδικο, εν προκειμένω τον υπόχρεο διατροφής, το πλεονέκτημα ενός δικαστηρίου ευρισκομένου πλησίον της κατοικίας του και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα πραγματικής προσβάσεως στη δικαιοσύνη.
28. Βεβαίως, με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται και η επίτευξη άλλων σκοπών, μεταξύ των οποίων η εξασφάλιση της συμπτώσεως μεταξύ της εφαρμοστέας νομοθεσίας και του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου, ή η εκδίκαση της διαφοράς από δικαστή ο οποίος να είναι καλύτερα σε θέση να εκτιμήσει την κατάσταση ανάγκης στην οποία ευρίσκεται ο υπόχρεος διατροφής.
29. Πάντως, είναι προφανές ότι πρόκειται για επικουρικής φύσεως σκοπούς, οι οποίοι προστίθενται στον προηγουμένως εκτεθέντα και οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο ενισχύουν την επιλογή των συμβαλλομένων στη σύμβαση μερών. Αυτοί καθεαυτοί, όμως, δεν αρκούν προς δικαιολόγηση της επιλογής του κριτηρίου της ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας και της παρέκκλισης από τον γενικό κανόνα του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου (12) .
30. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνει, εξάλλου, η απόφαση Farrell. Πράγματι, αφού προηγουμένως υπογράμμισε ότι η ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 2, πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα του σκοπού που η διάταξη αυτή επιδιώκει στο πλαίσιο της Συμβάσεως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι: η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 2, αποσκοπεί στο να παράσχει στο πρόσωπο που αξιώνει διατροφή, το οποίο θεωρείται ως ο πλέον αδύναμος διάδικος σε μια τέτοια διαδικασία, μια εναλλακτική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας. Οι συντάκτες της Συμβάσεως, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, θεώρησαν ότι ο ειδικός αυτός σκοπός πρέπει να υπερισχύει εκείνου που επιδιώκει ο κανόνας του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, ο οποίος συνίσταται στην προστασία του εναγομένου, ως εν γένει πιο αδύναμου διαδίκου, ένεκα του ότι υφίσταται την αγωγή του ενάγοντος (13) .
31. Ισχυρό έρεισμα αυτής της ερμηνείας αποτελεί και η επεξηγηματική έκθεση η σχετική με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978, την οποία κατήρτισε ο καθηγητής Schlosser.
32. Πράγματι, στο σημείο 97 της εκθέσεως, αφού προηγουμένως εξηγεί γιατί η αγωγή μιας δημόσιας αρχής η οποία κατέβαλε επιδόματα σε δικαιούχο διατροφής εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως, όταν ασκείται αναγωγικώς κατά του υποχρέου διατροφής, η προαναφερθείσα έκθεση υπογραμμίζει ότι εντούτοις, δεν συνάδει με το πνεύμα του κανόνα του άρθρου 5, σημείο 2, που προβλέπει ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας να εμπίπτουν οι αναγωγικώς ασκούμενες αγωγές στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του δικαιούχου διατροφής, ή ακόμα του τόπου της έδρας της αρμόδιας διοικητικής αρχής (14) .
33. Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι το άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μόνον ο δικαιούχος διατροφής μπορεί να επικαλεστεί την προβλεπόμενη ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, καθόσον σκοπός της διατάξεως είναι να διασφαλίσει πραγματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη του προσώπου εκείνου το οποίο εξαρτάται, προς κάλυψη των αναγκών διατροφής του, από την καταβολή της οφειλόμενης διατροφής.
34. Αντιθέτως, όπως ορθώς υποστήριξαν όλοι οι συμμετέχοντες στη δίκη, δημόσια αρχή η οποία κατέβαλε επίδομα προς ευρισκόμενο σε ανάγκη πρόσωπο, ουδόλως ευρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας σε σχέση με τον υπόχρεο διατροφής, κατά του οποίου στρέφεται αναγωγικώς, και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να επικαλεστεί την ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του δικαιούχου της διατροφής (15) .
35. Προτείνω, κατά συνέπεια, στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof να δοθεί η απάντηση ότι η ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως αυτή έχει μεταγενεστέρως τροποποιηθεί, δεν εφαρμόζεται επί αγωγής δημόσιας αρχής, η οποία κατέβαλε επίδομα σε ευρισκόμενο σε ανάγκη πρόσωπο και στην οποία περιήλθε το δικαίωμα διατροφής που έχει το πρόσωπο αυτό έναντι τρίτου, όταν αυτή ασκείται αναγωγικώς κατά του τρίτου υποχρέου διατροφής.
IV ─ Πρόταση
36. Εν όψει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:Η ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως αυτή έχει μεταγενεστέρως τροποποιηθεί, δεν εφαρμόζεται επί αγωγής δημόσιας αρχής, η οποία κατέβαλε επίδομα σε ευρισκόμενο σε ανάγκη πρόσωπο και στην οποία περιήλθε το δικαίωμα διατροφής που έχει το πρόσωπο αυτό έναντι τρίτου, όταν αυτή ασκείται αναγωγικώς κατά του τρίτου υποχρέου διατροφής.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ 1998, C 27, σ. 1.
3 – Ειδικότερα από τις αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 1976, 29/76, LTU (Συλλογή τόμος 1976, σ. 577, σκέψη 4), και της 21ης Απριλίου 1993, C-172/91, Sonntag (Συλλογή 1993, σ. Ι-1963, σκέψεις 18 επ.).
4 – Έκθεση P. Jenard περί της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (JO 1979, C 59, σ. 1), σ. 13.
5 – Έκθεση του καθηγητή P. Schlosser για τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978, περί προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο Πρωτόκολλο για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως αυτής (JO 1979, C 59, σ. 71, σημεία 60 και 67, στο εξής: έκθεση του καθηγητή P. Schlosser).
6 – Απόφαση LTU, προπαρατεθείσα, σκέψη 3· υπό την αυτή έννοια, βλ. τις αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1979, 132/78, Gourdain (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 383, σκέψη 3)· της 16ης Δεκεμβρίου 1980, 814/79, Rüffer (Συλλογή τόμος 1980//ΙΙΙ, σ. 493, σκέψεις 7 και 8), και Sonntag, προαναφερθείσα, σκέψη 18.
7 – Βλ. αποφάσεις LTU, προπαρατεθείσα, σκέψη 4, και Rüffer, προπαρατεθείσα, σκέψη 8.
8 – Βλ. αποφάσεις LTU, προπαρατεθείσα, σκέψη 4· Sonntag, προαναφερθείσα, σκέψη 20. Βλ., επίσης, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση Sonntag, προαναφερθείσα, σκέψη 43.
9 – Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-271/00 (Συλλογή 2002, σ. Ι-10489, σκέψη 37).
10 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1993, C-89/91, Shearson Lehman Hutton (Συλλογή 1993, σ. Ι-139, σκέψη 13) και τις παρατιθέμενες σ' αυτήν αποφάσεις.
11 – Βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1992, C-26/91, Handte (Συλλογή 1992, σ. Ι-3967, σκέψη 14)· Shearson Lehman Hutton, προπαρατεθείσα, σκέψεις 15 και 16· της 3ης Ιουλίου 1997, C-269/95, Benincasa (Συλλογή 1997, σ. Ι-3767, σκέψη 13)· της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-51/97, Réunion européenne κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι-6511, σκέψη 16), και της 13ης Ιουλίου 2000, C-412/98, Group Josi (Συλλογή 2000, σ. Ι-5925, σκέψη 49).
12 – Από τη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία βλ. R. Geimer, R. A. Schütze, Europäisches Zivilverfahrensrecht, Μόναχο, 1997, σ. 144, σημείο 108· J. Kropholler, Europäisches Zivilprozeßrecht, έβδομη έκδοση, Χαϊδελβέργη, 2002, σ. 147.
13 – Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-295/95, Farrell (Συλλογή 1997, σ. Ι-1683, σκέψη 19).
14 – Έκθεση Schlosser, προπαρατεθείσα, σημείο 97.
15 – Από την επιστημονική βιβλιογραφία βλ., επίσης, R. Geimer, R. A. Schütze, Europäisches Zivilverfahrensrecht, προαναφερθέν, σ. 145, σημείο 111· J. Kropholler, Europäisches Zivilprozeßrecht, προαναφερθέν, σ. 148· και L. Mari, Il diritto processuale civile della Convenzione di Bruxelles, Ι, Il sistema della competenza, Πάδουα 1999, σ. 373.
Full & Egal Universal Law Academy