ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΑΝΤΟΝΙΟ TIZZANO
της 3ης Ιουλίου 2003 (1)
Υπόθεση C-434/01
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων – Άγρια πανίδα
Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσάπτει στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 12 και 16 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (στο εξής: οδηγία 92/43 ή οδηγία) (2) .
Ι ─ Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
2. Η οδηγία 92/43, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 130 Σ της Συνθήκης (νυν άρθρου 175 ΕΚ), έχει ως κύριο σκοπό να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας (άρθρο 2). Προς τούτο, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση συστάσεως ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ειδικών ζωνών, προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση ορισμένων τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών της χλωρίδας και της πανίδας (άρθρα 3 επ. και παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ).
3. Επιπλέον, η οδηγία αναφέρει συγκεκριμένα είδη ζώων και φυτών, για τη διατήρηση των οποίων απαιτούνται μέτρα αυστηρής προστασίας (άρθρα 12 επ. και παράρτημα IV).
4. Ειδικότερα, το άρθρο 12, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής: Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ του παραρτήματος ΙV, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, που να απαγορεύει:
α) κάθε μορφή σύλληψης ή θανάτωσης, εκ προθέσεως, δειγμάτων αυτών των ειδών λαμβανομένων στη φύση,
β) να παρενοχλούνται εκ προθέσεως τα εν λόγω είδη, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα, τη χειμερία νάρκη και τη μετανάστευση,
γ) την εκ προθέσεως καταστροφή ή τη συλλογή των αυγών στο φυσικό περιβάλλον,
δ) τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης
.
5. Μεταξύ των ειδών που προστατεύονται δυνάμει της εν λόγω διατάξεως το παράρτημα IV περιλαμβάνει και τον λοφιοφόρο τρίτωνα (Triturus cristatus), γεγονός που ενδιαφέρει εν προκειμένω.
6. To άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας εισάγει περιορισμένη παρέκκλιση από την υποχρέωση αυστηρής προστασίας του άρθρου 12, προβλέποντας ειδικότερα ότι: Τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής του[ς] κατανομής, μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 και 15 στοιχεία α΄ και β΄:
α) για να προστατεύσουν την άγρια πανίδα και χλωρίδα και να διατηρήσουν τους φυσικούς οικοτόπους,
β) για να προλάβουν σοβαρές ζημίες, ιδίως των καλλιεργειών, της κτηνοτροφίας, των δασών, των πληθυσμών ιχθύων και των υδάτων και ιδιοκτησιών άλλης μορφής,
γ) για λόγους δημόσιας υγείας και ασφαλείας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον,
δ) για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς λόγους, για λόγους αποκατάστασης πληθυσμών και επανεισαγωγής των εν λόγω ειδών και για επιχειρήσεις αναπαραγωγής που απαιτούνται για τους σκοπούς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής αναπαραγωγής των φυτών,
ε) για να επιτρέψουν, υπό όρους αυστηρά ελεγχόμενους, την επιλεκτική και ποσοτικά περιορισμένη σύλληψη ή κράτηση περιορισμένου αριθμού, προσδιορισμένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, μερικών δειγμάτων των ειδών που αναφέρει το παράρτημα ΙV
.
Η εθνική ρύθμιση
7. Τα άρθρα 12 και 16 της οδηγίας μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου με την Conservation (Natural Habitats) Regulations του 1994 (στο εξής: Regulations).
8. Ειδικότερα, το άρθρο 39, παράγραφος 1, των Regulations απαγορεύει τη σύλληψη, θανάτωση ή παρενόχληση δειγμάτων των ειδών που προστατεύονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο φυσικό τους περιβάλλον, την καταστροφή ή συλλογή των αυγών τους, καθώς και τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων αναπαύσεως των ειδών αυτών.
9. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 44 των Regulations, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την άσκηση δραστηριοτήτων κατά παρέκκλιση από το καθεστώς προστασίας των προστατευόμενων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ειδών (στο εξής: κατά παρέκκλιση χορήγηση αδειών), όταν η παρέκκλιση είναι αναγκαία για συγκεκριμένους σκοπούς, όπως
(...)c) για την προστασία άγριων ζώων ή φυτών, ή για την εισαγωγή τους σε ιδιαίτερες ζώνες,(...)e) για την προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον,(...) (3) .
10. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, των Regulations, η παρέκκλιση μπορεί να επιτραπεί μόνον εφόσον οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι δεν υφίσταται άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση σε ικανοποιητικό βαθμό των πληθυσμών του συγκεκριμένου είδους στην περιοχή της φυσικής του κατανομής.
11. Βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 44, παράγραφος 4, και 4 των Regulations, για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία a έως d του άρθρου 44, παράγραφος 2, των Regulations, αρμόδιες για την κατά παρέκκλιση χορήγηση αδειών αρχές είναι οι κατά τόπον αρμόδιοι για την προστασία του περιβάλλοντος φορείς (ήτοι, το Nature Conservancy Council for England, το Countryside Council for Wales και η Scottish Natural Heritage), ενώ για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία e έως g της ίδιας διατάξεως αρμόδιες αρχές είναι το Minister of Agriculture, Fisheries and Food ή η Secretary of State.
12. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4, των Regulations, οι βρετανικές δημόσιες αρχές οφείλουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, να λαμβάνουν υπόψη τις επιταγές της οδηγίας 92/43.
13. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, το άρθρο 3, παράγραφος 4, των Regulations εφαρμόζεται ιδίως όταν η δραστηριότητα από την οποία μπορεί να προκύψει «παρενόχληση» έχει σημασία και από χωροταξικής απόψεως.
14. Στην περίπτωση αυτή ─σύμφωνα, πάντα, με όσα προκύπτουν από τη δικογραφία─ o ενδιαφερόμενος θα πρέπει, κατ' αρχάς, να ζητήσει τη χορήγηση οικοδομικής άδειας από την τοπική πολεοδομική αρχή. Η αρχή αυτή μπορεί, ενόψει του κινδύνου «παρενοχλήσεως» κάποιου προστατευόμενου είδους, να απορρίψει την αίτηση ή να εξαρτήσει τη χορήγηση της οικοδομικής άδειας από προηγούμενη κατά παρέκκλιση χορήγηση, δυνάμει του άρθρου 44 των Regulations, άδειας εκ μέρους των αρμόδιων αρχών.
15. Κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας εκτιμήσεως, οι πολεοδομικές αρχές ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της χωροταξίας και της πολεοδομίας (για την Ουαλία, το Planning Guidance Wales του 1999). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές, όταν στην τοποθεσία για την οποία ζητείται η οικοδομική άδεια υπάρχουν προστατευόμενα είδη, οι τοπικές πολεοδομικές αρχές οφείλουν, πριν χορηγήσουν την άδεια, να διαβουλευθούν με τις αρμόδιες για την κατά παρέκκλιση χορήγηση αδειών αρχές (Planning Guidance 5.3.20). Εν πάση περιπτώσει, η αίτηση χορηγήσεως της εν λόγω οικοδομικής άδειας δεν πρέπει να απορρίπτεται «αν η υλοποίηση του σχεδίου οικοδομήσεως μπορεί να εξαρτηθεί από όρους αποκλείοντες τον κίνδυνο επιβλαβών επιπτώσεων στους φυσικούς οικοτόπους (...) ή αν υφίστανται άλλοι ουσιώδεις παράγοντες που υπερισχύουν των επιταγών περί προστασίας του περιβάλλοντος» (Planning Guidance 5.3.21) (4) .
ΙΙ ─ Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
16. Κατόπιν καταγγελιών εκ μέρους ιδιωτών για «παρενοχλήσεις» των πληθυσμών του λοφιοφόρου τρίτωνα στην Ουαλία, στις τοποθεσίες Broughton Park, Pontblyddyn και Connah's Quay, και αφού ζήτησε διευκρινίσεις από τις βρετανικές αρχές, στις 28 Απριλίου 1999 η Επιτροπή απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο έγγραφο οχλήσεως. Ακολούθησε αιτιολογημένη γνώμη της 2ας Φεβρουαρίου 2001, με την οποία η Επιτροπή προσήψε στο Ηνωμένο Βασίλειο τη μη τήρηση των άρθρων 12 και 16 της οδηγίας, ιδίως δε των διατάξεων του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄, για τη χορήγηση άδειας για άσκηση δραστηριότητας, κατά παρέκκλιση από το καθεστώς αυστηρής προστασίας του άρθρου 12.
17. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις και τις διευκρινίσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή.
III ─ Νομική ανάλυση
18. Κατά την έγγραφη διαδικασία της παρούσας δίκης, η Επιτροπή, έχοντας λάβει γνώση του γεγονότος ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε, έστω και καθυστερημένα, προβεί σε ορισμένες νομοθετικές τροποποιήσεις, παραιτήθηκε, κατ' ουσίαν, από την αιτίαση περί μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας (5) .
19. Συνεπώς, το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς περιορίζεται πλέον στην αιτίαση της Επιτροπής περί μη ορθής εφαρμογής εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου των διατάξεων του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας στις περιπτώσεις στις οποίες ο κίνδυνος παρενοχλήσεως ενός προστατευόμενου είδους κατά το άρθρο 12 και κατά το παράρτημα IV της οδηγίας προκύπτει από δραστηριότητα για την οποία απαιτείται η χορήγηση οικοδομικής άδειας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
20. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής επικεντρώνονται κυρίως στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των τοπικών πολεοδομικών αρχών, που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση των οικοδομικών αδειών, και των αρχών που είναι αρμόδιες για την κατά παρέκκλιση χορήγηση αδειών βάσει του άρθρου 44 των Regulations.
21. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά τη βρετανική πρακτική, η χορήγηση οικοδομικής άδειας για περιοχή όπου απαντούν πληθυσμοί προστατευόμενων ειδών προηγείται της αιτήσεως για κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας.
22. Κατά την άποψη, όμως, της Επιτροπής, υπό αυτές τις συνθήκες, η αρμόδια για την κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας αρχή, στην οποία η αίτηση υποβάλλεται μετά τη χορήγηση της οικοδομικής άδειας, δεν είναι πλέον σε θέση να κρίνει αν υφίσταται ή όχι αποτελεσματική εναλλακτική λύση για το συγκεκριμένο σχέδιο οικοδομήσεως, όπως απαιτεί το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας.
23. Κατά την εξέταση της αιτήσεως για κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, η εν λόγω αρχή δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη συνδρομή επιτακτικών λόγων προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι η απόφασή της βασίζεται κατά κανόνα τους ίδιους αντικειμενικούς όρους που έλαβε υπόψη της η τοπική πολεοδομική αρχή που χορήγησε την οικοδομική άδεια.
24. Κατά την Επιτροπή, η ως άνω επισήμανση επιβεβαιώνεται, κατ' ουσίαν, από το έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 2000 που απηύθυνε το Department of Environnement, Transport and the Regions σε έναν από τους ιδιώτες με την καταγγελία των οποίων κινήθηκε η διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως. Στο έγγραφο αυτό τονίζεται ότι, κατά την εξέταση της αιτήσεως για κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας, λαμβάνεται υπόψη ότι μια δημόσια αρχή χορήγησε οικοδομική άδεια σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες και στο πλαίσιο του χωροταξικού σχεδιασμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα γίνει δεκτό ότι η πολεοδομική αρχή έχει ήδη κρίνει ότι οι σχετικές ουσιώδεις εκτιμήσεις συνηγορούν υπέρ του σχεδίου οικοδομήσεως (6) .
25. Κατά την Επιτροπή, η γενική διάταξη του άρθρου 3 των Regulations, βάσει του οποίου οι δημόσιες αρχές, μεταξύ των οποίων και οι πολεοδομικές αρχές, υποχρεούνται, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, να λαμβάνουν υπόψη την οδηγία, δεν αρκεί για να διασφαλίσει την ορθή μεταφορά του άρθρου 16 της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Επιπλέον, το Planning Guidance 5.3.21 (βλ. ανωτέρω, σημείο 15), ορίζοντας ότι η αίτηση χορηγήσεως οικοδομικής άδειας δεν απορρίπτεται αν η υλοποίηση του σχεδίου οικοδομήσεως μπορεί να εξαρτηθεί από όρους που αποκλείουν τον κίνδυνο επιβλαβών επιπτώσεων στους φυσικούς οικοτόπους ή αν υφίστανται άλλοι ουσιώδεις παράγοντες που υπερισχύουν των επιταγών περί προστασίας του περιβάλλοντος, επιβεβαιώνει ότι κατά τη βρετανική διοικητική πρακτική η προσέγγιση του ζητήματος δεν είναι τόσο αυστηρή όσο απαιτεί το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας.
26. Το Ηνωμένο Βασίλειο επισημαίνει, κατ' αρχάς, ότι οι τοπικές πολεοδομικές αρχές υποχρεούνται, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, να λαμβάνουν υπόψη την οδηγία. Συνεπώς, οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να χορηγήσουν οικοδομική άδεια η χρήση της οποίας ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη σε προστευόμενο είδος, αν δεν είναι απολύτως βέβαιες ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16 της οδηγίας.
27. Το σημαντικότερο, όμως, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι ότι η τήρηση των διατάξεων του άρθρου 16 της οδηγίας διασφαλίζεται άμεσα απο τις αρχές που είναι αρμόδιες για την κατά παρέκκλιση χορήγηση αδειών κατά το άρθρο 44 των Regulations. Το γεγονός ότι η απόφαση των αρχών αυτών στηρίζεται κατά κανόνα στα στοιχεία που τους κοινοποιεί η τοπική πολεοδομική αρχή ουδόλως περιορίζει την εξουσία τους εκτιμήσεως και, κατά μείζονα λόγο, οι αρχές αυτές ουδόλως δεσμεύονται από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη η πολεοδομική αρχή που χορήγησε την οικοδομική άδεια.
28. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν ευσταθεί, ομοίως, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 2000 (βλ. ανωτέρω, σημείο 24) αποδεικνύει την εσφαλμένη πρακτική των βρετανικών αρχών. Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή παραθέτει το κείμενο του εγγράφου αυτού κατά τρόπο ελλιπή και παραπλανητικό, καθόσον παραλείπει την τελευταία του πρόταση, από την οποία προκύπτει με σαφήνεια ότι η αρμόδια αρχή αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη της αποφάσεως περί συνδρομής ή όχι των όρων του άρθρου 44 των Regulations, παρά την χορήγηση της οικοδομικής άδειας από την τοπική πολεοδομική αρχή.
Εκτίμηση
29. Πριν γίνει η εκτίμηση των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας και του καθού, πρέπει να επισημανθεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υφίστανται διαφωνίες ως προς την ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
30. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια κατά παρέκκλιση από το καθεστώς αυστηρής προστασίας των προστατευόμενων ειδών, το συγκεκριμένο κράτος μέλος θα πρέπει να κρίνει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16 της οδηγίας. Ομοίως, δεν αμφισβητείται ότι, από τυπικής απόψεως, το άρθρο 44 των Regulations μεταφέρει πλήρως στην εσωτερική έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου το άρθρο 16 της οδηγίας.
31. Συνεπώς, αντικείμενο της παρούσας διαφοράς είναι το ζήτημα αν ο τρόπος λειτουργίας του βρετανικού συστήματος εμποδίζει, στην πράξη, την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η οδηγία.
32. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατ' αρχάς, να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως του πρώην άρθρου 226 ΕΚ, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι διαπράχθηκε η φερόμενη παράβαση. Η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να έχει τη δυνατότητα επικλήσεως οποιουδήποτε τεκμηρίου (7) .
33. Συνεπώς, εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή αρκούν για να αποδειχθεί ότι o τρόπος λειτουργίας του βρετανικού συστήματος έχει, στην πράξη, ως αποτέλεσμα να επιτρέπονται, κατά παρέκκλιση από το καθεστώς αυστηρής προστασίας, δραστηριότητες που προκαλούν παρενόχληση, χωρίς να έχει προηγουμένως καταστεί βέβαιο ότι δεν υπάρχει αποτελεσματική εναλλακτική λύση και ότι συντρέχει κάποιος από τους περιοριστικώς απαριθμούμενους λόγους του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
34. Η Επιτροπή επικρίνει, κατ' αρχάς, το γεγονός (που αμφισβητείται από το Ηνωμένο Βασίλειο) ότι οι τοπικές πολεοδομικές αρχές, μολονότι υποχρεούνται γενικώς να τηρούν τις διατάξεις της οδηγίας, δεν εφαρμόζουν, ως προς το ζήτημα της χορηγήσεως ή όχι της οικοδομικής άδειας, κριτήρια αυστηρότητας ίδιας με εκείνη των κριτηρίων του άρθρου 16 της οδηγίας για την κατά παρέκκλιση χορήγηση αδειών.
35. Το γεγονός αυτό είναι καθοριστικής σημασίας για την παρούσα δίκη, δεδομένου ότι, σύμφωνα πάντα με την άποψη της προσφεύγουσας, η απόφαση περί χορηγήσεως οικοδομικής άδειας προδικάζει, κατ' ουσίαν, και την μετέπειτα απόφαση των αρχών που, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρων 44 και 4 των Regulations, είναι αρμόδιες για την κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας.
36. Κατά την Επιτροπή, η απόφαση των εν λόγω αρχών επί της αιτήσεως για την κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας εξαρτάται από τα στοιχεία που τους διαβίβασαν οι τοπικές πολεοδομικές αρχές που εξέτασαν την αίτηση χορηγήσεως οικοδομικής άδειας και, συνεπώς, δεν μπορεί να αφίσταται από τη δική τους εκτίμηση.
37. Μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της προαναφερθείσας θέσεως αποτελεί προφανώς το έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 2000, που απηύθυνε το Department of Environnement, Transport and the Regions σε έναν από τους καταγγέλλοντες. Με το έγγραφο αυτό βεβαιώνεται ότι η απόφαση της αρμόδιας για την κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας αρχής λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι μια τοπική δημόσια αρχή αποφάσισε ήδη να χορηγήσει άδεια για την υλοποίηση σχεδίου οικοδομήσεως, κρίνοντας ότι οι σχετικές ουσιώδεις εκτιμήσεις συνηγορούν υπέρ του εν λόγω σχεδίου.
38. Εντούτοις, με το έγγραφο αυτό διευκρινίζεται περαιτέρω ─σε χωρίο που δεν παρέθεσε η Επιτροπή─ ότι υπεύθυνη για την οριστική διοικητική απόφαση είναι η αρμόδια για την κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας αρχή και ότι η χορήγηση άδειας θα εξαρτηθεί από τη συνδρομή των όρων του άρθρου 44 των Regulations και του άρθρου 16 της οδηγίας.
39. Ανεξαρτήτως, όμως, του ζητήματος αν τα κριτήρια που εφαρμόζουν οι τοπικές αρχές κατά την εξέταση μιας αιτήσεως χορηγήσεως οικοδομικής άδειας συμφωνούν με την οδηγία, είναι γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αποδεικνύει το βάσιμο του κεντρικού στοιχείου της θέσεως που υποστηρίζει.
40. Πράγματι, ούτε από το προαναφερθέν έγγραφο ούτε από κάποιο άλλο στοιχείο που προσκόμισε η Επιτροπή μπορεί να συναχθεί ότι οι εξουσίες ελέγχου που διαθέτουν οι κεντρικές αρχές είναι κενές περιεχομένου αποκλειστικά για τον λόγο ότι οι αποφάσεις των αρχών αυτών στηρίζονται στα διαβιβασθέντα από τις τοπικές αρχές στοιχεία και έπονται της χορηγήσεως της οικοδομικής άδειας.
41. Συντασσόμενος με την απόψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, θεωρώ προφανές ότι η εκ μέρους δύο διαφορετικών αρχών διαδοχική εκτίμηση των ίδιων πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά ασφαλώς στοιχείο επαρκές για τη θεμελίωση του ισχυρισμού ότι η κρίση της πρώτης αρχής προδικάζει την απόφαση της δεύτερης, κατά μείζονα λόγο διότι, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, οι δύο αρχές εφαρμόζουν διαφορετικά κριτήρια: αφενός, τη γενική υποχρέωση του άρθρου 3, παράγραφος 4, των Regulations περί λήψεως υπόψη της οδηγίας και, αφετέρου, τους επιτακτικούς όρους του άρθρου 44 των Regulations.
42. Ως εκ τούτου, λόγω ελλείψεως στοιχείων ικανών να τεκμηριώσουν τη φερόμενη ανικανότητα των αρχών που μνημονεύονται στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 44 και 4 των Regulations να διασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, θεωρώ ότι δεν αποδεικνύεται επαρκώς το βάσιμο των αιτιάσεων της Επιτροπής.
43. Κατά συνέπεια, προτείνω την απόρριψη της ασκηθείσας από την Επιτροπή προσφυγής, καθόσον η Επιτροπή δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν τη φερόμενη παράβαση.
IV ─ Επί των δικαστικών εξόδων
44. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Επιτροπή ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
V ─ Πρόταση
45. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής: 1) Απορρίπτει την προσφυγή της Επιτροπής.2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – EE L 226, σ. 7.
3 – Ανεπίσημη μετάφραση.
4 – Aνεπίσημη μετάφραση.
5 – Απάντηση της Επιτροπής, παράγραφοι 1 έως 3.
6 – Ανεπίσημη μετάφραση.
7 – Βλ. αποφάσεις της 25ης Απριλίου 1989, 141/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 943, σκέψη 15), της 19ης Μαρτίου 1991, C-249/88, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. Ι-1275, σκέψη 6), της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-210/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. I-6735, σκέψη 22), της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C-279/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1997, σ. I-4743, σκέψη 33), της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-408/97, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2000, σ. Ι-6417, σκέψη 15), και της 11ης Ιουλίου 2000, C-139/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-6407, σκέψη 45).
Full & Egal Universal Law Academy