ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 13ης Ιουλίου 2004 (1)
Υποθέσεις C-460/01 και C-104/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών
και
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
Παρεμβαίνον: Βασίλειο του Βελγίου
«Κοινοτικές διαδικασίες λόγω παραβάσεως της Συνθήκης – Τελωνειακός κώδικας – Κοινοτική διαμετακόμιση – Παραβάσεις και παρατυπίες – Είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής – Προθεσμία – Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων – Βεβαίωση – Τόκοι υπερημερίας»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης
Β – Η είσπραξη της τελωνειακής οφειλής
Γ – Διάθεση των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων
III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
IV – Επί της παραβάσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89 και του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα
Α – Οι κύριοι ισχυρισμοί των διαδίκων
Β – Αξιολόγηση
1. Επί της ενστάσεως απαραδέκτου των προσφυγών
2. Επί του ζητήματος της καθυστερήσεως των κρατών μελών που φέρεται να συνιστά την παράβαση της Συνθήκης
3. Επί του ζητήματος περί του κατά πόσον το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα προβλέπει απλή διαδικαστική προθεσμία
i) Η μέχρι τώρα νομολογία του Δικαστηρίου
ii) Επί των πρακτικών προβλημάτων που συνδέονται με την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα
– Επί της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής
– Επί του καθορισμού του οφειλέτη στην περίπτωση παρατυπιών κατά τη διαδικασία της κοινοτικής διαμετακόμισης
– Επί του καθορισμού του ποσού των δασμών
– Επί του καθορισμού της αρμοδιότητας
iii) Επί της περιττής επιβαρύνσεως του κυρίου υποχρέου στην περίπτωση εκ των υστέρων τακτοποιήσεως της διαδικασίας κοινοτικής διαμετακόμισης
V – Επί της παραβάσεως του άρθρου 11 του κανονισμού 1552/89
Α – Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί των διαδίκων
Β – Αξιολόγηση
1. Επί του ζητήματος του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος της προσφυγής στην υπόθεση C-104/02
2. Επί του βασίμου της προσφυγής στην υπόθεση C-460/01
VI – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Στην υπόθεση C-460/01, που αφορά διαδικασία λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή προέβαλε κατά των Κάτω Χωρών την αιτίαση ότι, κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1991 έως 31ης Δεκεμβρίου 1995, δεν διέθεσαν εγκαίρως ιδίους πόρους της Κοινότητας και δεν κατέβαλαν τους για τα ποσά αυτά οφειλόμενους τόκους υπερημερίας που κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι. Στην υπόθεση C-104/02, προέβαλε την ίδια αιτίαση κατά της Γερμανίας για τα έτη 1993 και 1994. Πρόκειται για την είσπραξη τελωνειακών οφειλών λόγω παρατυπιών που αφορούν το καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης
2. Το καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης διεπόταν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το 1991 έως το 1992, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 222/77 (2) και τον (εκτελεστικό) κανονισμό (ΕΟΚ) 1062/87 (3), για το έτος 1993 από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2726/90 (4) και τον (εκτελεστικό) κανονισμό (ΕΟΚ) 1214/92 (5) και, για τα έτη 1994 και 1995, από τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα (6) (στο εξής: τελωνειακό κώδικα) και τον εκτελεστικό κανονισμό του τελωνειακού κώδικα (7). Το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών είναι κατά βάση όμοιο. Κατά συνέπεια στη συνέχεια θα αναφέρονται μόνον οι πιο πρόσφατες, περιεχόμενες στον τελωνειακό κώδικα και στον εκτελεστικό κανονισμό του τελωνειακού κώδικα διατάξεις. Στο μέτρο που ορισμένες αποκλίσεις των διατάξεων των προϊσχυσάντων κανονισμών είναι κρίσιμες για τις διαδικασίες λόγω παραβάσεως, θα γίνεται στο κατάλληλο σημείο αναφορά σε αυτές.
3. Συνοπτικά, το καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης μπορεί να περιγραφεί ως εξής:
Εμπορεύματα, που φθάνουν στο τελωνειακό έδαφος των Κοινοτήτων και μεταφέρονται μεταξύ δύο κρατών μελών, μπορούν να παραμείνουν, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, απαλλαγμένα δασμών και τελών, στο πλαίσιο του καλούμενου καθεστώτος εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης. Παράλληλα υφίσταται και το καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, η εξέταση του οποίου όμως παρέλκει, δεδομένου ότι οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις εφαρμόζονται και στα δύο καθεστώτα διαμετακόμισης. Στο εξής θα γίνεται συνεπώς λόγος για «το» καθεστώς διαμετακόμισης· η αναφορά θα γίνεται στις διατάξεις που αφορούν το καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης.
Το καθεστώς διαμετακόμισης εξυπηρετεί τον έλεγχο, εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, αυτών των μεταφορών εμπορευμάτων. Συνίσταται στον έλεγχο των συνοδευτικών εγγράφων και στην εξακρίβωση του κατά πόσον τα μεταφερόμενα εμπορεύματα φθάνουν στον τόπο προορισμού χωρίς να υποστούν ποιοτικές και ποσοτικές μεταβολές.
Για κάθε κοινοτική διαμετακόμιση ορίζεται ένας «κύριος υπόχρεος», που κατά κανόνα είναι ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς. Αυτός δηλώνει την κοινοτική διαμετακόμιση στο αρμόδιο τελωνείο αναχώρησης του κράτους μέλους, στο οποίο έφθασαν τα εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτη χώρα. Υποβάλλεται έτσι στο τελωνείο αναχώρησης μια «δήλωση αποστολής Τ1» (στο εξής: Τ1), που αποτελείται από ένα πολυσύνθετο έντυπο και πρέπει να περιέχει διάφορα στοιχεία (είδος και ποσότητα των εμπορευμάτων, παραλήπτη, μεταφορέα, τόπο προορισμού, κ.λπ.). Το τμήμα 1 της Τ1 παραμένει στο τελωνείο της δήλωσης, ενώ το υπόλοιπο συνοδεύει τα εμπορεύματα κατά τη μεταφορά.
Τα εμπορεύματα πρέπει να παρουσιαστούν στο τελωνείο προορισμού εντός προθεσμίας που ορίζεται από το τελωνείο της δήλωσης και αναφέρεται στην Τ1 (προθεσμία προσκόμισης των εμπορευμάτων). Η προθεσμία αυτή στην πράξη εκτείνεται από μερικές ημέρες έως μερικές εβδομάδες. Το τελωνείο προορισμού ελέγχει ότι τα εμπορεύματα συμφωνούν με τα στοιχεία που αναγράφονται στην Τ1. Εφόσον η κοινοτική διαμετακόμιση διεξαχθεί ομαλά, το τελωνείο προορισμού αποστέλλει το τμήμα 5 της Τ1 στο τελωνείο αναχώρησης με αντίστοιχη παρατήρηση.
Παρατυπίες κατά την κοινοτική διαμετακόμιση
4. Υπεύθυνος για την κοινοτική διαμετακόμιση είναι ο κύριος υπόχρεος, ο οποίος οφείλει να καταβάλει, αν σημειωθούν παρατυπίες κατά τη διαδικασία διαμετακόμισης, τους δασμούς και τα τέλη που δεν εισπράχθηκαν κατά την είσοδο των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Κατά κανόνα οφείλει για τον σκοπό αυτό να καταβάλει εγγύηση κατά τη δήλωση της κοινοτικής διαμετακόμισης. Οι ρυθμίσεις για την περίπτωση παρατυπιών κατά τη διαδικασία διαμετακόμισης προβλέπονταν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1991 έως 1992, στο άρθρο 11α του κανονισμού 1062/87 (8), κατά το έτος 1993 στο άρθρο 49 του κανονισμού 1214/92 (9) και κατά τα έτη 1994 και 1995 στον εκτελεστικό κανονισμό του τελωνειακού κώδικα (10).
Το κρίσιμο εν προκειμένω απόσπασμα του άρθρου 378 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 215 (11) του κώδικα, όταν η αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και ο τόπος όπου διεπράχθη η παράβαση ή παρατυπία δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θεωρείται ότι η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία διεπράχθη:
– στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχώρησης,
ή
– […]
2. Όταν, ελλείψει αποδείξεως, η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία θεωρείται ότι διεπράχθη στο κράτος μέλος αναχώρησης [...], οι δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις για τα εν λόγω εμπορεύματα εισπράττονται από αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις.
Αν, εντός τριετίας από την ημερομηνία καταχώρησης της δήλωσης Τ1, έχει προσδιοριστεί το κράτος μέλος όπου πράγματι διεπράχθη η προαναφερθείσα παράβαση ή παρατυπία, το οικείο κράτος μέλος προβαίνει, σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις, στην είσπραξη των δασμών και των λοιπών επιβαρύνσεων [...] Στην περίπτωση αυτή, αμέσως μόλις προσκομιστεί η απόδειξη είσπραξης, επιστρέφονται οι δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που είχαν εισπραχθεί αρχικά [...]»
Το άρθρο 379 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
«1. Όταν κάποια αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή παρατυπία, το τελωνείο αναχώρησης ενημερώνει σχετικά τον κύριο υπόχρεο το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν από τη λήξη του ενδέκατου μήνα από την ημερομηνία καταχώρησης της δήλωσης κοινοτικής διαμετακόμισης.
2. Η ανακοίνωση που αφορά η παράγραφος 1 πρέπει να αναφέρει κυρίως την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να αποδεικνύεται, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στο τελωνείο αναχώρησης η κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία. Η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τρεις μήνες από την ημερομηνία της ανακοίνωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν, εντός της προθεσμίας αυτής, δεν προσκομιστεί η εν λόγω απόδειξη, το αρμόδιο κράτος μέλος προβαίνει στην είσπραξη των σχετικών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων. Στην περίπτωση που αυτό το κράτος μέλος δεν είναι το ίδιο με εκείνο στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο αναχώρησης, αυτό το τελευταίο ειδοποιεί το συντομότερο το εν λόγω κράτος μέλος.»
Β – Η είσπραξη της τελωνειακής οφειλής
5. Για την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής ίσχυε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1991 έως και 1993, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1854/89 (12) και, κατά τα έτη 1994 και 1995, ο τελωνειακός κώδικας (13).
Το άρθρο 217, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
«Κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή, που στο εξής καλείται “ποσό των δασμών”, υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων (βεβαίωση).»
Το άρθρο 218, παράγραφος 3, του ίδιου κειμένου έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση που γεννάται τελωνειακή οφειλή υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η βεβαίωση του ποσού των αντίστοιχων δασμών πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή είναι σε θέση:
α) να υπολογίσει το εν λόγω ποσό των δασμών,
και
β) να ορίσει τον οφειλέτη.»
Το άρθρο 219 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«1. Οι προθεσμίες για τη βεβαίωση των δασμών που προβλέπονται στο άρθρο 218 μπορεί να παραταθούν:
α) είτε για λόγους που συνδέονται με τη διοικητική οργάνωση των κρατών μελών, και ιδίως σε περίπτωση που λειτουργεί σύστημα κεντρικής λογιστικής υπηρεσίας,
β) είτε όταν, λόγω ειδικών περιστάσεων, η τελωνειακή αρχή δεν είναι σε θέση να τηρήσει τις εν λόγω προθεσμίες.
Οι προθεσμίες που παρατείνονται για τους λόγους αυτούς δεν μπορούν να υπερβούν τις 14 ημέρες.
2. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας.»
Το κρίσιμο εν προκειμένω απόσπασμα του άρθρου 221 έχει ως εξής:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
[...]
3. Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. […]» (14).
Γ – Διάθεση των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων
6. Σύμφωνα με την απόφαση 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ (15), οι εισπραχθείσες τελωνειακές οφειλές αποτελούν ιδίους πόρους των Κοινοτήτων, που πρέπει να τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής στον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 (16), με τον ακόλουθο τρόπο:
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89 ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται ως βεβαιωθείσα όταν η αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους ανακοινώσει το οφειλόμενο ποσό στον οφειλέτη. Η ανακοίνωση αυτή πραγματοποιείται μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαίτησης μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αφού τηρηθούν όλες οι εφαρμοστέες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις.»
Σύμφωνα με τα άρθρα 6, 9 και 10 του κανονισμού 1552/89, το κράτος μέλος πρέπει να τηρεί λογαριασμούς στα λογιστικά βιβλία στο Δημόσιο Ταμείο του σχετικά με τις απαιτήσεις που βεβαιώνονται και να προβαίνει σε αντίστοιχη πίστωση σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται για το σκοπό αυτό στο Δημόσιο Ταμείο του κράτους μέλους στο όνομα της Επιτροπής. Οι απαιτήσεις καταχωρούνται στα εν λόγω λογιστικά βιβλία το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση και ταυτόχρονα πιστώνονται στον ειδικό λογαριασμό. Γίνεται σχετικά διάκριση μεταξύ των απαιτήσεων που έχουν εισπραχθεί και εκείνων που δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί. Απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται σε χωριστά λογιστικά βιβλία. Στις περιπτώσεις αυτές η πίστωση στον ειδικό λογαριασμό χωρεί το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των ποσών που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις. Τα ποσά που έχουν πιστωθεί στον ειδικό λογαριασμό εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία της Επιτροπής.
Το άρθρο 11 του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
7. Κατά τα έτη 1994 και 1995, πραγματοποιήθηκαν στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία έλεγχοι σχετικοί με την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων για τη διαμετακόμιση, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει ο κανονισμός 1552/89 για τον έλεγχο των κρατών μελών σχετικά με την είσπραξη των ιδίων πόρων της Κοινότητας. Στις εκθέσεις ελέγχου η Επιτροπή προέβαλε την αιτίαση ότι τα τελωνεία αναχώρησης και των δύο κρατών μελών εισέπραξαν καθυστερημένα, δηλαδή πολλούς μήνες μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, πολυάριθμες τελωνειακές οφειλές σε περιπτώσεις παρατυπιών κατά τη διαδικασία κοινοτικής διαμετακόμισης. Αυτό οδήγησε σε αντίστοιχες καθυστερήσεις στις λογιστικές εγγραφές των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, με αποτέλεσμα να οφείλονται αντίστοιχοι τόκοι υπερημερίας, κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89.
8. Οι Κάτω Χώρες και η Γερμανία δεν αμφισβητούν τις ημερομηνίες των επίμαχων εισπράξεων και εγγραφών. Υποστηρίζουν όμως ότι οι εν λόγω εισπράξεις και εγγραφές δεν πρέπει να θεωρηθούν καθυστερημένες.
9. Όσον αφορά τις Κάτω Χώρες (C-460/01), η Επιτροπή στη συνέχεια υπολόγισε τους τόκους υπερημερίας, κοινοποίησε τον υπολογισμό αυτό στις ολλανδικές αρχές και απαίτησε την καταβολή των τόκων, που ανέρχονταν στο ποσό των 5 323 395,06 NLG, μέχρι τις 23 Φεβρουαρίου 1997. Οι Κάτω Χώρες αρνήθηκαν την καταβολή.
10. Κατόπιν αυτού η Επιτροπή, με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 2000, απηύθυνε στις Κάτω Χώρες αιτιολογημένη γνώμη. Οι Κάτω Χώρες απάντησαν με έγγραφο της 28ης Μαρτίου 2000, με το οποίο αμφισβήτησαν εκ νέου ότι παρέβησαν το κοινοτικό δίκαιο και αρνήθηκαν να καταβάλουν τους αιτούμενους τόκους.
11. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει διαφορετική άποψη, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή ζητεί
να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1991 έως 31ης Δεκεμβρίου 1995,
– παραλείποντας να προβεί σε λογιστική εγγραφή και είσπραξη της τελωνειακής οφειλής και των λοιπών επιβαρύνσεων το αργότερο εντός τριών ημερών από την πάροδο της ορισθείσας προθεσμίας ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία προκύπτουσα από τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (17), όταν ο κύριος υπόχρεος διαδικασίας εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης δεν απέδειξε, εντός τριών μηνών από της αποστολής, από το τελωνείο αναχώρησης, της κοινοποίησης, σύμφωνα με την οποία η αποστολή δεν εμφανίστηκε εγκαίρως στο τελωνείο προορισμού, ότι η επίδικη διαδικασία διεξήχθη χωρίς παρατυπίες,
– παραλείποντας να θέσει εγκαίρως στη διάθεση της Επιτροπής τους αντίστοιχους ίδιους πόρους, και
– αρνούμενο να καταβάλει τους αντίστοιχους τόκους υπερημερίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11α, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1987, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης, το άρθρο 49, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1214/92 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης και το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, καθώς και τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
12. Όσον αφορά τη Γερμανία (C-104/02), η Επιτροπή ζήτησε από τις γερμανικές αρχές να της γνωστοποιήσουν τα στοιχεία που ήταν απαραίτητα για τον υπολογισμό των τόκων υπερημερίας, συνάντησε όμως άρνηση, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρξαν, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, καθυστερήσεις.
13. Κατόπιν αυτού η Επιτροπή, με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 2000, απηύθυνε στη Γερμανία αιτιολογημένη γνώμη. Η Γερμανία απάντησε με έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, με το οποίο αμφισβήτησε εκ νέου ότι παρέβη το κοινοτικό δίκαιο.
14. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει διαφορετική άποψη, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θέτοντας με καθυστέρηση ίδιους πόρους στη διάθεση της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1214/92 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης και το άρθρο 379 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
2) Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89 για την περίοδο μέχρι 31ης Μαΐου 2000 και το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/00 για τη μεταγενέστερη της 31ης Μαΐου 2000 περίοδο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποχρεούται να καταβάλει στον κοινοτικό προϋπολογισμό τους οφειλόμενους, λόγω καθυστερημένης εγγραφής, τόκους.
3) Να καταδικαστεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
15. Με δικόγραφο της 5ης Ιουλίου 2002, το Βασίλειο του Βελγίου ζήτησε να παρέμβει στην υπόθεση C-104/02 υπέρ της καθής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το αίτημά του έγινε δεκτό με διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 2002.
IV – Επί της παραβάσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89 και του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα
Α – Οι κύριοι ισχυρισμοί των διαδίκων
16. Η Επιτροπή, η Ολλανδική και η Γερμανική Κυβέρνηση συμφωνούν ότι οι απορρέουσες από παρατυπίες κατά την κοινοτική διαμετακόμιση τελωνειακές οφειλές του κυρίου υποχρέου (στο εξής: οι τελωνειακές οφειλές) δεν εισπράχθηκαν, στο εκάστοτε κρίσιμο χρονικό διάστημα (υπόθεση C-460/01: από 1ης Ιανουαρίου 1991 έως 31ης Δεκεμβρίου 1995, υπόθεση C-104/02: όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της προσφυγής «όσον αφορά τα έτη 1993 και 1994»), το αργότερο αμέσως μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα (στο εξής: τρίμηνη προθεσμία), αλλά, κατά κανόνα, πολλούς μήνες αργότερα. Οι διάδικοι όμως διαφωνούν ως προς το κατά πόσον αυτό αποτελεί παράβαση της Συνθήκης εκ μέρους των οικείων κρατών μελών.
17. Η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται κατ’ αρχάς ότι η στρεφόμενη εναντίον της προσφυγή (C-104/02) είναι απαράδεκτη όσον αφορά τον πρώτο λόγο της προσφυγής. Στη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης κατά το άρθρο 228 ΕΚ μπορεί να διαπιστωθεί μόνον αντίθετη προς τη Συνθήκη συμπεριφορά που διαρκεί ακόμη κατά το χρονικό σημείο παρόδου της προθεσμίας για τη διατύπωση απόψεως επί της αιτιολογημένης γνώμης. Κατά το χρονικό αυτό σημείο τα γερμανικά τελωνεία είχαν όμως προ πολλού εισπράξει τις τελωνειακές οφειλές και είχαν τροποποιήσει την αντίστοιχη διοικητική πρακτική κατά τις υποδείξεις της Επιτροπής.
18. Κατά την άποψη της Επιτροπής, υφίσταται παράβαση του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η τρίμηνη προθεσμία υποχρεώνει το κράτος μέλος του τελωνείου αναχώρησης να εισπράξει αμελλητί τις τελωνειακές οφειλές. Για να αιτιολογήσει την άποψή της αυτή υποστηρίζει, συνοπτικά (18), τα ακόλουθα:
Η τρίμηνη προθεσμία δεν δεσμεύει μόνον τον κύριο υπόχρεο έναντι του τελωνείου αναχώρησης. Η προθεσμία ισχύει και για το κράτος μέλος του τελωνείου αναχώρησης έναντι της Κοινότητας, δεδομένου ότι πρόκειται για απαιτήσεις που πρέπει να μεταβιβασθούν στην Κοινότητα ως ίδιοι πόροι.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, η βεβαίωση του ποσού των αντίστοιχων τελωνειακών οφειλών –ανεξάρτητα από τους ειδικούς υπολογισμούς προθεσμιών του γενικού κοινοτικού δικαίου (19)– πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών (με δυνατότητα παρατάσεως μέχρι 14 ημέρες κατ’ ανώτατο όριο). Κατά το χρονικό αυτό σημείο οι τελωνειακές οφειλές είχαν ήδη γεννηθεί, η αρμοδιότητα του κράτους μέλους ήταν δεδομένη και οι τελωνειακές αρχές ήταν σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη.
19. Η Ολλανδική, η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση αμφισβητούν ότι η τακτική μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας συνιστά παράβαση της Συνθήκης. Για να αιτιολογήσουν την άποψή τους υποστηρίζουν, συνοπτικά (20), τα ακόλουθα:
Από το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εισπράξουν άμεσα, μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, τις τελωνειακές οφειλές. Η προθεσμία αυτή δεσμεύει πράγματι μόνον τον κύριο υπόχρεο, όχι όμως το κράτος μέλος.
Τα κράτη μέλη επικαλούνται περαιτέρω την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως SPKR (21), στην οποία έγινε δεκτό ότι η τρίμηνη προθεσμία για την είσπραξη των τελωνειακών οφειλών αποτελεί, έναντι του τελωνείου αναχώρησης, απλώς και μόνο διαδικαστική και όχι αποσβεστική προθεσμία.
Επικαλούνται περαιτέρω τη διατύπωση του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα και του άρθρου 221 του τελωνειακού κώδικα, από τα οποία προκύπτει ότι το τελωνείο αναχώρησης οφείλει απλώς να κινήσει, με την πάροδο της προθεσμίας αυτής, τη διαδικασία για την είσπραξη των τελωνειακών οφειλών.
Πέραν αυτού, τα κράτη μέλη επικαλούνται εκτιμήσεις πρακτικής φύσεως. Το τελωνείο αναχώρησης δεν είναι, κατά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, καν σε θέση να εισπράξει άμεσα τις τελωνειακές οφειλές, διότι κατά τον χρόνο αυτό δεν διαθέτει ακόμη όλα τα «απαραίτητα στοιχεία», κατά την έννοια του άρθρου 217, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα. Για την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής, απαιτείται μια συνολική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που έχει προσκομίσει ο κύριος υπόχρεος μέχρι την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας. Μόνο μετά την εκτίμηση αυτή μπορεί να διαπιστωθεί αν έχει γεννηθεί η τελωνειακή οφειλή, ποιος είναι ο οφειλέτης και αν είναι αρμόδιο το τελωνείο αναχώρησης. Δεδομένου ότι πρόκειται για διαδικασία εισπράξεως a posteriori, το ύψος της τελωνειακής οφειλής καθορίζεται μόνον εκ των υστέρων. Τέλος, πρέπει να κοινοποιηθεί στον οφειλέτη η επιταγή προς πληρωμή και να καταβληθεί πράγματι η τελωνειακή οφειλή, ενδεχομένως μέσω των εγγυήσεων που έχουν δοθεί. Μόνο στη συνέχεια μπορεί να βεβαιωθεί η τελωνειακή οφειλή.
20. Τέλος η υποχρέωση είσπραξης της τελωνειακής οφειλής αμέσως μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας θα αποτελούσε άχρηστη επιβάρυνση για τον κύριο υπόχρεο, διότι συχνά προκύπτει εκ των υστέρων ότι η κοινοτική διαμετακόμιση πραγματοποιήθηκε μεν μετά την πάροδο της προθεσμίας, καθ’ όλη τη διάρκειά της όμως δεν σημειώθηκαν παρατυπίες.
Β – Αξιολόγηση
1. Επί της ενστάσεως απαραδέκτου των προσφυγών
21. Όσον αφορά την ένσταση της Γερμανικής Κυβερνήσεως περί απαραδέκτου της προσφυγής, πρέπει κατ’ αρχήν να γίνει δεκτό ότι υφίσταται προστατευτέο έννομο συμφέρον για διαπίστωση της παραβάσεως της Συνθήκης, εφόσον η παράβαση αυτή εξακολουθεί ή δεν έχει πλήρως αρθεί κατά τον χρόνο της τελευταίας προφορικής συζητήσεως (22).
22. Στην προκειμένη περίπτωση η Γερμανία, πριν ακόμη παρέλθει η προθεσμία που τέθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, ζήτησε από τις τελωνειακές υπηρεσίες της να καταβάλλουν συστηματικά νωρίτερα, όπως απαιτούσε η Επιτροπή, τους ιδίους πόρους της Κοινότητας. Γεννάται το ερώτημα κατά πόσον αυτό μπορεί να θεωρηθεί παύση της παραβάσεως της Συνθήκης και συνεπώς διευθέτηση της διαφοράς.
23. Κατά της απόψεως ότι υφίσταται διευθέτηση συνηγορεί το γεγονός ότι η Γερμανία δεν εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις που υπέχει, στο μέτρο που το κράτος μέλος εξακολουθεί να αρνείται να καταβάλει στην Κοινότητα τους αιτούμενους από την Επιτροπή τόκους υπερημερίας (23). Εάν υφίσταται αξίωση των Κοινοτήτων για τόκους, η μη καταβολή τους αποτελεί παράβαση της Συνθήκης, που υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο της παρόδου της επιβαλλόμενης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
24. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο, σε παρόμοια υπόθεση, έκρινε ότι «υπάρχει [...] άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως της επίμαχης απαιτήσεως, [...] και τέλος της υποχρεώσεως καταβολής των τόκων υπερημερίας [...] [και], για να εξεταστεί το βάσιμο της αιτιάσεως που αφορά τη μη καταβολή των τόκων υπερημερίας, είναι εν πάση περιπτώσει αναγκαίο να κριθούν οι αιτιάσεις κατά τις οποίες η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβη καθυστερημένα στη βεβαίωση των επίμαχων απαιτήσεων και διενήργησε καθυστερημένα την πιστωτική εγγραφή του σχετικού ποσού στο λογαριασμό της Επιτροπής» (24).
25. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι οι προσφυγές λόγω παραβάσεως του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89 είναι παραδεκτές.
2. Επί του ζητήματος της καθυστερήσεως των κρατών μελών που φέρεται να συνιστά την παράβαση της Συνθήκης
26. Και στις δύο διαδικασίες, η Επιτροπή θεωρεί τις προβαλλόμενες καθυστερήσεις ως παράβαση του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα (25) και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89. Τα αιτήματα των προσφυγών αφορούν και στις δύο υποθέσεις την καθυστερημένη διάθεση των ιδίων πόρων (πρώτος λόγος προσφυγής στην υπόθεση C-104/02 και δεύτερος λόγος στην υπόθεση C‑460/01) καθώς και, σε μία υπόθεση, πέραν αυτού, τη βεβαίωση και είσπραξη των τελωνειακών οφειλών (πρώτος λόγος προσφυγής στην υπόθεση C-460/01). Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν προφανώς διαφορετικές απόψεις ως προς το ποια συγκεκριμένα μέτρα θα έπρεπε να λάβουν τα κράτη μέλη μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας εντός δύο έως δεκατεσσάρων το πολύ ημερών (άρθρο 218, παράγραφος 3 του τελωνειακού κώδικα).
27. Η Επιτροπή θεωρεί ότι για την τήρηση της προθεσμίας αρκεί η έναρξη εισπράξεως των τελωνειακών οφειλών, δηλαδή η επίδοση της επιταγής προς πληρωμή στον κύριο υπόχρεο. Τα κράτη μέλη όμως θεωρούν ότι οι τελωνειακές αρχές θα έπρεπε, μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, να στραφούν πραγματικά κατά του κυρίου υποχρέου ή να ενεργήσουν για την κατάπτωση των εγγυήσεων. Από αυτό τα κράτη μέλη συνάγουν ότι το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα δεν μπορεί να προβλέπει δεσμευτική προθεσμία, αλλά μόνο διαδικαστική προθεσμία, διότι είναι πρακτικά αδύνατη η πλήρης ολοκλήρωση της εισπράξεως των τελωνειακών οφειλών εντός δύο ημερών από της παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας.
28. Θεωρώ συνεπώς ενδεδειγμένο να ασχοληθώ κατ’ αρχάς με το ερώτημα ποιες είναι οι πράξεις εισπράξεως τελωνειακών οφειλών για τις οποίες πρόκειται στις κρινόμενες υποθέσεις.
29. Πρέπει πρώτα να επισημανθεί ότι η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει μόνον από τη διατύπωση του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα. Το κείμενο της διατάξεως αυτής διαφέρει στις διάφορες γλώσσες –το τελωνείο αναχωρήσεως «προβαίνει στην είσπραξη» («erhebt» (26)) των τελωνειακών οφειλών ή «αρχίζει την είσπραξη των τελωνειακών οφειλών» (27). Εξάλλου η διάταξη δεν κάνει λόγο ούτε για την προσβαλλόμενη από την Επιτροπή ως καθυστερημένη «βεβαίωση», ούτε για τη «διάθεση των ιδίων πόρων». Το πραγματικό αντικείμενο των προσφυγών λόγω παραβάσεως της Συνθήκης προκύπτει, συνεπώς, μόνον από τη θεώρηση του συνολικού συστήματος της εισπράξεως ιδίων πόρων με τη μορφή τελωνειακών οφειλών του κυρίου υποχρέου επί παρατυπιών κατά τη διαδικασία κοινοτικής διαμετακόμισης.
30. Πράγματι, το κρίσιμο στάδιο για την εμπρόθεσμη διάθεση των ιδίων πόρων δεν είναι το πέρας της διαδικασίας εισπράξεως (28), αλλά, αντίθετα, μόνον ένα τμήμα της διαδικασίας αυτής και συγκεκριμένα η «γνωστοποίηση των ποσών των δασμών» στον οφειλέτη. Αυτή η γνωστοποίηση αποτελεί συγχρόνως και τη «βεβαίωση» της απαιτήσεως των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων (άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89), που, με τη σειρά της, συνεπάγεται την καταχώριση στα λογιστικά βιβλία (άρθρο 6 του κανονισμού 1552/89) και συνεπώς κινεί την προθεσμία για την επιδιωκόμενη τελικώς από την Επιτροπή πίστωση των ιδίων πόρων στον ειδικό λογαριασμό που τηρείται στο όνομα της Επιτροπής (άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89).
31. Από τα προηγούμενα προκύπτει συνεπώς ότι η κρίσιμη διοικητική πράξη για την καθυστερημένη διάθεση των ιδίων πόρων, που αποτελεί, τελικώς, το αντικείμενο της αιτιάσεως της Επιτροπής, είναι η γνωστοποίηση στον κύριο υπόχρεο της τελωνειακής οφειλής, που γεννήθηκε λόγω παρατυπιών κατά τη διαδικασία διαμετακόμισης. Το πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί εν προκειμένω περιορίζεται, συνεπώς, στο ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εκδώσουν αμέσως μετά την πάροδο της προθεσμίας την επιταγή προς πληρωμή των τελωνειακών οφειλών σε βάρος του κυρίου υποχρέου.
32. Όσον αφορά τις παρούσες διαδικασίες, αυτό κατ’ αρχάς σημαίνει ότι τα αιτήματα των προσφυγών της Επιτροπής έχουν, χωρίς να συντρέχει λόγος, διαφορετική διατύπωση και οπωσδήποτε δεν αποτελούν παραδείγματα σαφήνειας. Οι προσφυγές πάντως αποσκοπούν προφανώς στη διαπίστωση ότι η παράβαση της Συνθήκης συνίσταται στην καθυστερημένη διάθεση ιδίων πόρων (άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89) λόγω καθυστερημένης εκδόσεως των επιταγών προς πληρωμή κατά των κυρίων υποχρέων (άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα).
33. Εκτός αυτού, αποδεικνύεται έτσι ότι τα κράτη μέληδεν είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένα να εισπράττουν πράγματι τις τελωνειακές οφειλές εντός κατ’ αρχήν προθεσμίας δύο ημερών (άρθρο 218, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα) από της παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας. Το τελευταίο είναι σημαντικό για τα επικαλούμενα από τα οικεία κράτη μέλη πρακτικά προβλήματα, γιατί έτσι καθίσταται σαφές ότι δύσκολα τα κράτη μέλη μπορούν, για τον ισχυρισμό ότι η τρίμηνη προθεσμία είναι απλή διαδικαστική προθεσμία, να επικαλεστούν ότι η έγερση αξιώσεων κατά του κυρίου υποχρέου ή η κατάπτωση των εγγυήσεων δεν είναι πρακτικά δυνατόν να λάβουν χώρα εντός δύο ημερών από της παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας.
3. Επί του ζητήματος περί του κατά πόσον το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα προβλέπει απλή διαδικαστική προθεσμία
34. Οι παρούσες διαδικασίες λόγω παραβάσεως της Συνθήκης αφορούν, συνεπώς, το ζήτημα κατά πόσον οι Κάτω Χώρες και η Γερμανία ήταν, κατά το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα, υποχρεωμένες να εκδώσουν επιταγή προς πληρωμή κατά των κυρίων υποχρέων εντός δύο κατ’ αρχήν ημερών από της παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας.
35. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διαφωνούν σχετικά με το κατά πόσον το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα προβλέπει απλή διαδικαστική προθεσμία, υπό την έννοια ότι η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής δεν συνεπάγεται παράβαση της Συνθήκης ή αν η διάταξη αυτή υποχρεώνει δεσμευτικά τα κράτη μέλη σε άμεση έκδοση της επιταγής προς πληρωμή.
36. Κατά την άποψή μου, η προθεσμία αυτή είναι προθεσμία δεσμευτική για τα κράτη μέλη, η μη τήρηση της οποίας συνιστά παράβαση της Συνθήκης. Η άποψη αυτή δεν αντίκειται στη μέχρι τώρα νομολογία του Δικαστηρίου, ούτε σε εκτιμήσεις πρακτικής φύσεως, και δεν συνιστά περιττή επιβάρυνση του κυρίου υποχρέου.
i) Η μέχρι τώρα νομολογία του Δικαστηρίου
37. Κακώς, κατά την άποψή μου, τα κράτη μέλη επικαλούνται την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως SPKR (29). Πράγματι, στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο είχε να ασχοληθεί με διαφορετικό νομικό ζήτημα απ’ ό,τι εν προκειμένω.
38. Στην προαναφερθείσα απόφαση, πρώτον, το Δικαστήριο ασχολήθηκε όχι με την τρίμηνη προθεσμία, αλλά με την προθεσμία της γνωστοποιήσεως στον κύριο υπόχρεο, κατά το άρθρο 379, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα (προθεσμία των ένδεκα μηνών). Δεύτερον, οι αιτιολογίες της αποφάσεως δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην κατά το άρθρο 379, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού τελωνειακού κώδικα προθεσμία (τρίμηνη προθεσμία), ακόμη και αν οι δύο προθεσμίες θεωρηθούν –όπως υποστήριξαν τα κράτη μέλη– ως ενιαίο όλο («προθεσμία δεκατεσσάρων μηνών»).
39. Πράγματι το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή διαπίστωσε, βέβαια, ότι η προθεσμία την οποία η υπόθεση αφορούσε δεν ήταν αποσβεστική, αλλά διαδικαστική προθεσμία. Επρόκειτο όμως για τις νομικές συνέπειες της μη τηρήσεως της προθεσμίας αυτής έναντι του κυρίου υποχρέου, και συγκεκριμένα για το ζήτημα κατά πόσον το τελωνείο αναχωρήσεως δικαιούται και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής να εισπράξει τις τελωνειακές οφειλές, στο οποίο το Δικαστήριο έδωσε καταφατική απάντηση.
40. Εξάλλου, για να αιτιολογήσει την άποψή του ότι πρόκειται για διαδικαστική προθεσμία, το Δικαστήριο επικαλέστηκε ότι η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί να αποβαίνει σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, διότι αυτό θα ήταν αντίθετο προς το συμφέρον των Κοινοτήτων για είσπραξη των τελωνειακών οφειλών, που διατίθενται στις Κοινότητες ως ίδιοι πόροι.
41. Οι παρούσες υποθέσεις αφορούν όμως τη σχέση μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας και ακριβέστερα το ζήτημα κατά πόσον τα κράτη μέλη υποχρεούνται έναντι της Κοινότητας να τηρούν (εν προκειμένω) την τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα. Δεδομένου όμως ότι το Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα απόφαση, τονίζει ακριβώς το συμφέρον της Κοινότητας για είσπραξη των τελωνειακών οφειλών ως ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, αυτό μάλλον θα συνηγορούσε υπέρ του να θεωρηθεί ότι η τρίμηνη προθεσμία, όσον αφορά τα κράτη μέλη, δεν είναι διαδικαστική προθεσμία, αλλά προθεσμία δεσμευτική για τα κράτη μέλη.
ii) Επί των πρακτικών προβλημάτων που συνδέονται με την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα
42. Τα κράτη μέλη επικαλούνται προ παντός πρακτικά προβλήματα, για να αιτιολογήσουν για ποιο λόγο η προθεσμία του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα είναι, κατά την άποψή τους, διαδικαστική προθεσμία. Συγκεκριμένα, σε πολλές περιπτώσεις το τελωνείο αναχωρήσεως δεν διαθέτει, κατά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, τις απαραίτητες για την έκδοση της επιταγής προς πληρωμή πληροφορίες, ή πρέπει πρώτα να ελέγξει τις πληροφορίες που του διαβιβάζει ο κύριος υπόχρεος. Ο τελευταίος μπορεί μέχρι την τελευταία ημέρα της τρίμηνης προθεσμίας να προσκομίσει αποδείξεις ότι τα εμπορεύματα παρουσιάστηκαν κανονικά. Το ίδιο ισχύει για τις αποδείξεις που αφορούν το πρόσωπο του υπευθύνου για την περίπτωση που δεν παρουσιαστούν τα εμπορεύματα και τον τόπο όπου έλαβαν χώρα οι παρατυπίες. Μόνον όταν διαπιστωθεί ότι πράγματι γεννήθηκε η τελωνειακή οφειλή και ο κύριος υπόχρεος είναι ο οφειλέτης, συντελείται η δασμολόγηση και υπολογίζεται το ύψος των τελωνειακών οφειλών.
43. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα προβλήματα πρακτικής εφαρμογής που επικαλούνται οι διάδικοι δεν μπορούν κατ’ αρχήν να δικαιολογήσουν την παράβαση της Συνθήκης (30). Θα είχαν σημασία εάν επρόκειτο για αντικειμενικά προβλήματα, δηλαδή συνυφασμένα με το ίδιο το σύστημα της κοινοτικής διαμετακόμισης, που θα καθιστούσαν αντικειμενικά αδύνατη για τα κράτη μέλη την τήρηση των σχετικών υποχρεώσεων. Αυτό προφανώς προσπαθούν να αποδείξουν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.
44. Δεν θεωρώ πειστικά τα επιχειρήματά τους. Συνυφασμένα με το σύστημα θα ήταν τα πρακτικά προβλήματα μόνον αν οι αποδείξεις που ενδεχομένως προσκόμισε επιπλέον ο κύριος υπόχρεος αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της επιταγής προς πληρωμή. Αυτό, κατά την άποψή μου, δεν συμβαίνει, όπως προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις.
45. Σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, η διήμερη προθεσμία για τη βεβαίωση στο κράτος μέλος των τελωνειακών οφειλών του είδους των προκειμένων οφειλών (και συνεπώς για την έκδοση της επιταγής προς πληρωμή (31)) αρχίζει γενικώς να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή «είναι σε θέση» να υπολογίσει το ποσό των δασμών και να ορίσει τον οφειλέτη. Η διάταξη βέβαια δεν κάνει λόγο για τον καθορισμό της αρμοδιότητας της εκδίδουσας αρχής, η προϋπόθεση όμως αυτή πρέπει γενικώς να ελέγχεται στη διοικητική διαδικασία και μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως μη αναγραφόμενο στο κείμενο της διατάξεως στοιχείο του πραγματικού του άρθρου 218, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα.
46. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα πότε το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί γενικώς να θεωρήσει ότι γεννήθηκε η τελωνειακή οφειλή και είναι σε θέση να προσδιορίσει τον οφειλέτη, να υπολογίσει το ποσό των δασμών και να διαπιστώσει την ίδια του την αρμοδιότητα.
– Επί της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής
47. Η κοινοτική διαμετακόμιση είναι «καθεστώς αναστολής» (32). Κατά συνέπεια, κατά την εισαγωγή των αντίστοιχων εμπορευμάτων δεν υφίσταται κατ’ αρχάς τελωνειακή οφειλή. Γεννάται όμως τελωνειακή οφειλή όταν ο κύριος υπόχρεος δεν εκπληρώσει τα καθήκοντά του (33), επομένως κατ’ αρχήν –όπως ορθά υποστηρίζει η Επιτροπή– κατά το χρόνο εκπνοής της προθεσμίας για την εμφάνιση των εμπορευμάτων (34). Στην πράξη, η προθεσμία αυτή εκπνέει μερικές εβδομάδες μετά την έναρξη της κοινοτικής διαμετακόμισης. Ήδη σε αυτό το πολύ πρώιμο χρονικό στάδιο υφίσταται συνεπώς κατά νόμον τεκμήριο ότι ο κύριος υπόχρεος είναι ο οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής.
48. Πριν όμως γίνει επίκληση της τελωνειακής οφειλής, πρέπει πρώτα να γίνουν αυτεπάγγελτες έρευνες και μετά την ανεπιτυχή διεξαγωγή τους να ενημερωθεί ο κύριος υπόχρεος και να του ζητηθεί να προσκομίσει ο ίδιος αποδείξεις για την κανονική διεξαγωγή της διαδικασίας. Αυτή η ενημέρωση πρέπει να λάβει χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 379, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα, «το συντομότερο δυνατό και το αργότερο» πριν από τη λήξη του ενδέκατου μήνα από την έναρξη της διαδικασίας διαμετακόμισης, συνεπώς μπορεί κάλλιστα να λάβει χώρα και νωρίτερα.
49. Υπό το πρίσμα αυτό, η τρίμηνη προθεσμία από της κοινοποιήσεως στον κύριο υπόχρεο εξυπηρετεί μόνο την τελευταία από τις περισσότερες περιπτώσεις εκ των υστέρων αποδείξεως της κανονικότητας της διαδικασίας διαμετακόμισης και οριστικής (35) αντίκρουσης του νομίμου τεκμηρίου περί παραβάσεως εκ μέρους του κυρίου υποχρέου, που θεμελιώνει την τελωνειακή οφειλή.
50. Η κανονική ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδεικνύεται κατ’ αρχήν μόνο με την προσκόμιση του τμήματος 5 της Τ1. Εναλλακτικά, το άρθρο 380 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα αναφέρει την προσκόμιση και άλλων τελωνειακών εγγράφων που αποδεικνύουν την κανονική προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο. Εάν ο κύριος υπόχρεος ή το τελωνείο αναχωρήσεως καταφέρουν να προσκομίσουν οι ίδιοι, εντός της τρίμηνης προθεσμίας, κάποιο από τα έγγραφα αυτά, ο έλεγχός τους, δεδομένου ότι πρόκειται για έγγραφα των τελωνειακών αρχών (36), δεν θα έπρεπε κατά κανόνα να δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, δυνάμενα να δικαιολογήσουν καθυστέρηση εκδόσεως της επιταγής προς πληρωμή πέραν των προθεσμιών των άρθρων 217 επ. του τελωνειακού κώδικα.
51. Κατά συνέπεια, το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί, κατά την άποψή μου, να θεωρήσει ότι, το αργότερο με την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα, γεννήθηκε η τελωνειακή οφειλή του κυρίου υποχρέου λόγω παρατυπιών κατά τη διαδικασία διαμετακόμισης.
52. Ο ισχυρισμός των κρατών μελών όσον αφορά τα πρακτικά προβλήματα σε σχέση με τη γένεση της τελωνειακής οφειλής είναι, συνεπώς, ελάχιστα πειστικός.
– Επί του καθορισμού του οφειλέτη στην περίπτωση παρατυπιών κατά τη διαδικασία της κοινοτικής διαμετακόμισης
53. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως (37), από το άρθρο 378, παράγραφοι 1 και 2, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα προκύπτει νόμιμο τεκμήριο περί της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και, συνεπώς, και περί της ιδιότητας του κυρίου υποχρέου ως οφειλέτη. Αυτό σημαίνει ότι το τεκμήριο περί της ιδιότητας του κυρίου υποχρέου ως οφειλέτη υφίσταται ήδη σε πολύ πρώιμο χρονικό στάδιο. Με την άπρακτη πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, η ιδιότητα αυτή καθίσταται απλώς οριστική έναντι του τελωνείου αναχωρήσεως.
54. Στο μέτρο που τα κράτη μέλη στηρίζονται, όσον αφορά τα πρακτικά προβλήματα, κατ’ ουσίαν στο γεγονός ότι ο κύριος υπόχρεος προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για την έλλειψη ευθύνης του, τα οποία πρέπει να εκτιμηθούν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα, υφίσταται νόμιμο τεκμήριο για τη γένεση τελωνειακής οφειλής του κυρίου υποχρέου, που βασίζεται μόνο στην έλλειψη αποδείξεως της κανονικότητας της ολοκληρώσεως της διαδικασίας διαμετακόμισης και είναι, συνεπώς, ανεξάρτητο από την υπαιτιότητα. Δεν αρκεί, συνεπώς, να αποδείξει ο κύριος υπόχρεος ότι η διαδικασία διαμετακόμισης δεν διεξήχθη μεν κανονικά, άλλος όμως είναι υπαίτιος γι’ αυτό (38). Ανεξαρτήτως αυτού, τα κράτη μέλη δεν απέδειξαν ότι ο κύριος υπόχρεος προσκόμισε ή έστω αναζήτησε, συχνά και τακτικά, τέτοια απόδειξη, που θα απαιτούσε έρευνες που προσιδιάζουν σε ντετέκτιβ.
55. Το τελωνείο αναχωρήσεως είναι συνεπώς, κατά την άποψή μου, πολύ πριν την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα, σε θέση να προσδιορίσει τον κύριο υπόχρεο ως πιθανό οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής. Με την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας αυτό απλώς οριστικοποιείται.
56. Κατά συνέπεια, και η επιχειρηματολογία των κρατών μελών όσον αφορά τα πρακτικά προβλήματα σε σχέση με τη διαπίστωση της ιδιότητας του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής παρίσταται ελάχιστα πειστική.
– Επί του καθορισμού του ποσού των δασμών
57. Το ύψος των τελωνειακών οφειλών σε περίπτωση παρατυπιών κατά τη διαδικασία διαμετακόμισης καθορίζεται ανάλογα με την οφειλή εισαγωγικών δασμών που θα έπρεπε να καταβληθούν αν τα εμπορεύματα δεν μεταφέρονταν διά του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητος υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης, αλλά είχαν διατεθεί σε κατανάλωση (39). Πρόκειται συνεπώς για το ύψος της (προσωρινώς μη εισπραττόμενης) οφειλής εισαγωγικών δασμών. Αυτή υπολογίζεται ανάλογα με τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, που καθορίζεται βάσει κατατάξεως κατ’ εφαρμογήν του Δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (40) (41). Τα απαραίτητα για την κατάταξη και τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας στοιχεία (π.χ. ποσότητα και είδος των εμπορευμάτων) πρέπει να εμφαίνονται ήδη κατά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στη δήλωση κοινοτικής διαμετακόμισης. Κατά συνέπεια, το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί κατ’ αρχήν να υπολογίσει το πιθανό ποσό των δασμών από της ενάρξεως της διαδικασίας διαμετακομίσεως.
58. Ο ισχυρισμός της γερμανικής κυβερνήσεως, σύμφωνα με τον οποίο, γενικώς, η δήλωση κοινοτικής διαμετακόμισης Τ1 στην πράξη συχνά δεν συμπληρώνεται πλήρως, δεν είναι αντίθετος στη δυνατότητα υπολογισμού του ύψους της τελωνειακής οφειλής κατά τον χρόνο εκπνοής της τρίμηνης προθεσμίας. Ο έλεγχος της πληρότητας της δήλωσης κοινοτικής διαμετακόμισης αποτελεί, πράγματι, υποχρέωση των κρατών μελών, τη μη εκπλήρωση της οποίας δεν μπορούν, συνεπώς, να επικαλεστούν προς υπεράσπισή τους. Σ’ αυτό δεν αντιτίθεται ούτε το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει η γερμανική κυβέρνηση, στην κοινοτική διαμετακόμιση δεν υφίσταται υποχρέωση να δηλώνεται η αξία των εμπορευμάτων (42). Αυτό απλώς σημαίνει ότι τα τελωνεία αναχωρήσεως πρέπει να καθορίζουν την αναγκαία αξία των εμπορευμάτων με άλλο τρόπο, για την περίπτωση που αυτό θα καθίστατο απαραίτητο για μεταγενεστέρως επιβαλλόμενους δασμούς. Δεν είναι όμως προφανές για ποιο λόγο αυτή η (πιθανώς ιδιαίτερα πολύπλοκη) διαδικασία δεν θα μπορούσε χρονικά να λάβει χώρα παρά μόνο μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας (43).
59. Εξάλλου, τα κράτη μέλη υποστήριξαν –πράγμα που δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή– ότι ο υπολογισμός του ποσού των δασμών κατά τη δήλωση των εμπορευμάτων λαμβάνει, ευλόγως, χώρα μόνον όταν και στο μέτρο που είναι απαραίτητο για τον υπολογισμό των εγγυήσεων (44). Οι εγγυήσεις όμως υπολογίζονται συχνά ως κατ’ αποκοπή εγγύηση ή ως μεμονωμένη εγγύηση, χωρίς ακριβέστερο υπολογισμό της ενδεχόμενης οφειλής εισαγωγικών δασμών (45).
60. Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να είναι κρίσιμο, όπως υποστηρίζουν τα κράτη μέλη, το κατά πόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει ήδη υπολογιστεί το ύψος των δασμών κατά τον υπολογισμό της εγγυήσεως. Από την άλλη όμως πλευρά, δεν μπορεί να απαιτείται να υπολογίζουν τα τελωνεία αναχωρήσεως για κάθε κινηθείσα διαδικασία διαμετακόμισης, σχεδόν προληπτικώς, το ποσό της οφειλής εισαγωγικών δασμών: πράγματι η κανονική εκτέλεση της διαδικασίας διαμετακόμισης θα έπρεπε να αποτελεί τον κανόνα και, συνεπώς, αυτό θα αποτελούσε, κατά κανόνα, περιττή διοικητική επιβάρυνση.
61. Κρίσιμο για τον καθορισμό του χρονικού σημείου υπολογισμού του ύψους των δασμών θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να είναι, και εν προκειμένω, το γεγονός ότι –όπως προαναφέρθηκε (46)– το νόμιμο τεκμήριο περί υπάρξεως τελωνειακής οφειλής του κυρίου υποχρέου υφίσταται ήδη σε πολύ πρώιμο στάδιο, και συγκεκριμένα από της παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για προσκόμιση των εμπορευμάτων. Η τρίμηνη προθεσμία εξυπηρετεί μόνον την τελευταία από περισσότερες δυνατότητες αποδείξεως ότι, παρ’ όλ’ αυτά, η κοινοτική διαμετακόμιση ολοκληρώθηκε κανονικά.
62. Το τελωνείο αναχωρήσεως θα έπρεπε, συνεπώς, να είναι υποχρεωμένο, το αργότερο μετά τη διεξαγωγή των υπηρεσιακών ερευνών (προθεσμία ένδεκα μηνών (47)), δηλαδή από της ενάρξεως της τρίμηνης προθεσμίας, να υπολογίσει προληπτικώς το ύψος των δασμών, πράγμα το οποίο θα έπρεπε να είναι σε θέση να πράξει, όπως ορθά διαπίστωσε η Επιτροπή, βάσει των σχετικών στοιχείων που πρέπει να αναφέρονται στη δήλωση κοινοτικής διαμετακόμισης Τ1.
63. Κατά συνέπεια, και η επιχειρηματολογία των κρατών μελών όσον αφορά τα πρακτικά προβλήματα κατά τον υπολογισμό του ύψους των δασμών παρίσταται, κατά την άποψή μου, ελάχιστα πειστική.
– Επί του καθορισμού της αρμοδιότητας
64. Το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί, εντός του χρονικού διαστήματος από της παρόδου της προθεσμίας για την προσκόμιση των εμπορευμάτων μέχρι την πάροδο του ενδέκατου μήνα από την έναρξη της κοινοτικής διαμετακόμισης (48), να διαπιστώσει, με δικές του έρευνες, την αρμοδιότητα του ιδίου ή αυτή άλλου κράτους μέλους. Αν αυτή η προσπάθεια δεν ευοδωθεί, το άρθρο 378, παράγραφοι 1 και 2, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα προβλέπει –όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (49) σχετικά με προϊσχύσασα διάταξη– επίσης νόμιμο τεκμήριο αρμοδιότητας, και συγκεκριμένα της αρμοδιότητας του κράτους μέλους του τελωνείου αναχωρήσεως.
65. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται μόνο με την απόδειξη ότι ένα άλλο κράτος μέλος είναι αρμόδιο, διότι η παρατυπία έλαβε χώρα σε άλλον τόπο (50). Ο κύριος υπόχρεος μπορεί βέβαια να προσκομίσει σχετικές αποδείξεις εντός της τρίμηνης προθεσμίας. Είναι όμως αμφίβολο κατά πόσον η προσκόμιση τέτοιων αποδείξεων μπορεί να θεωρηθεί τόσο συχνή, ώστε να είναι δυνατόν αυτό να θεωρηθεί ως εγγενές στο σύστημα εμπόδιο για την άμεση έκδοση επιταγής προς πληρωμή. Η προσκόμιση αποδείξεων «την τελευταία στιγμή» δεν αποτελεί, πράγματι, ειδικό πρόβλημα του δικαίου της κοινοτικής διαμετακόμισης. Αντίθετα, το πρόβλημα αυτό τίθεται για κάθε προθεσμία απόδειξης προς ανατροπή νόμιμου τεκμηρίου.
66. Ως προς το ζήτημα αυτό, τα οικεία κράτη μέλη υποστήριξαν απλώς ότι δεν διέθεταν για το κρίσιμο χρονικό διάστημα στοιχεία σχετικά με το πόσο συχνά οι κύριοι υπόχρεοι προσπάθησαν να προσκομίσουν, εντός της τρίμηνης προθεσμίας, αποδείξεις για να αρνηθούν την αρμοδιότητα του τελωνείου αναχωρήσεως (51). Υποστήριξαν ότι, για τον σκοπό αυτό, μπορεί να ήταν απαραίτητες, ανάλογα με την περίπτωση, εκτεταμένες έρευνες. Προ πάντων στη σημαντικότερη στην πράξη περίπτωση ισχυρισμού περί αλλαγής αρμοδιότητας, στην περίπτωση της υπεξαίρεσης από την τελωνειακή επιτήρηση σε άλλο κράτος μέλος, η απόδειξη θα έπρεπε να μπορεί να χωρήσει συχνά (αν όχι αποκλειστικά) μόνο με επίσημα έγγραφα, όπως αστυνομικές εκθέσεις. Ορθά όμως η Επιτροπή επισημαίνει σχετικά ότι ο έλεγχος των εγγράφων αυτών δεν θα έπρεπε, κατά κανόνα, να δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες. Εκτός αυτού, το άρθρο 219 του τελωνειακού κώδικα προσφέρει τη δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας για την έκδοση της επιταγής προς πληρωμή κατά δεκατέσσερις ημέρες κατ’ ανώτατο όριο για τις ενδεχόμενες περιπτώσεις προσκόμισης αποδείξεων κάθε είδους λίγο πριν την πάροδο της προθεσμίας.
67. Στην προκειμένη περίπτωση, από μόνον το γεγονός ότι είναι δυνατό να προσκομιστούν, λίγο πριν την πάροδο της προθεσμίας, αποδείξεις για την ανατροπή του νόμιμου τεκμηρίου αρμοδιότητας, δεν μπορεί, συνεπώς, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προθεσμία για την έκδοση της επιταγής προς πληρωμή αποτελεί για τα κράτη μέλη, έναντι της Κοινότητας, απλή διαδικαστική προθεσμία.
68. Το τελωνείο αναχωρήσεως είναι, συνεπώς, κατά την άποψή μου, το αργότερο με την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα, σε θέση να διαπιστώσει και την αρμοδιότητα.
69. Κατά συνέπεια, και η επιχειρηματολογία των κρατών μελών, όσον αφορά τα πρακτικά προβλήματα σχετικά με την αρμοδιότητα, παρίσταται ελάχιστα πειστική.
iii) Επί της περιττής επιβαρύνσεως του κυρίου υποχρέου στην περίπτωση εκ των υστέρων τακτοποιήσεως της διαδικασίας κοινοτικής διαμετακόμισης
70. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η υποχρέωση άμεσης έκδοσης, κατά του κυρίου υποχρέου, της επιταγής προς πληρωμή των τελωνειακών οφειλών, μόλις παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία, θα αποτελούσε δυσανάλογη επιβάρυνση γι’ αυτόν, εάν προέκυπτε, παραδείγματος χάριν από μεταγενέστερη αποστολή του τμήματος 5 της Τ1, ότι η διαδικασία της διαμετακόμισης ολοκληρώθηκε στο σύνολό της με καθυστέρηση βέβαια, αλλά κατά τα λοιπά κανονικά. Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις ο κύριος υπόχρεος δεν είναι υπεύθυνος για παρατυπίες στη διαδικασία της διαμετακόμισης.
71. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή διότι, όπως διαπίστωσε η Επιτροπή, χωρίς να προβάλουν αντιρρήσεις τα κράτη μέλη, στις προαναφερθείσες περιπτώσεις εφαρμόζεται το σύστημα της επιστροφής των τελωνειακών οφειλών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως:
Πράγματι, εάν αποδειχθεί, μετά την καταβολή της τελωνειακής οφειλής, ότι η κοινοτική διαμετακόμιση πραγματοποιήθηκε έγκαιρα και κανονικά, ή ότι η διαδικασία πραγματοποιήθηκε μεν με καθυστέρηση, μετά την πάροδο όλων των προθεσμιών, αλλά κατά τα λοιπά διεξήχθη κανονικά, τίθεται θέμα επιστροφής των τελωνειακών οφειλών, διότι με τον τρόπο αυτό ανατρέπεται οριστικά το νόμιμο τεκμήριο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής του κυρίου υποχρέου (52).
Πράγματι, στην περίπτωση αυτή τεκμαίρεται, κατά το άρθρο 204, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 859 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα, ότι η παράλειψη «δεν είχ(ε) πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία [...] του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος» (53). Διαπιστώνεται έτσι εκ των υστέρων ότι η μη εκπλήρωση της τελωνειακής υποχρεώσεως (μη τήρηση της προθεσμίας προσκόμισης των εμπορευμάτων) δεν οδήγησε σε γένεση της τελωνειακής οφειλής. Στην περίπτωση αυτή τίθεται θέμα επιστροφής της τελωνειακής οφειλής του κυρίου υποχρέου βάσει του άρθρου 236, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
72. Με τον τρόπο αυτό, ο κύριος υπόχρεος δεν επιβαρύνεται δυσανάλογα με την άμεση έκδοση επιταγής προς πληρωμή, αμέσως μόλις παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία, δεδομένου ότι και μετά από αυτό του παρέχεται η δυνατότητα να αποδείξει ότι τα εμπορεύματα προσκομίστηκαν κανονικά στο τελωνείο προορισμού και έτσι να επιτύχει την επιστροφή των τελωνειακών οφειλών, που έχει ενδεχομένως καταβάλει.
73. Κατά συνέπεια, και η επιχειρηματολογία των κρατών μελών, όσον αφορά τη δυσανάλογη επιβάρυνση του κυρίου υποχρέου, παρίσταται ελάχιστα πειστική.
V – Επί της παραβάσεως του άρθρου 11 του κανονισμού 1552/89
Α – Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί των διαδίκων
74. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το δεύτερο αίτημα της προσφυγής που στρέφεται εναντίον της (C-104/02) είναι απαράδεκτο, διότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης, κατά το άρθρο 228 ΕΚ, να υποχρεωθούν σε ορισμένη συμπεριφορά.
75. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η καθυστερημένη είσπραξη των επίδικων τελωνειακών οφειλών οδήγησε αυτομάτως και σε καθυστερημένη διάθεση των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, διότι, εξαιτίας αυτού, οι αντίστοιχες αξιώσεις διαπιστώθηκαν και καταχωρίστηκαν λογιστικώς καθυστερημένα, πράγμα που αποτελεί παράβαση των άρθρων 2 και 9 επ. του κανονισμού 1552/89. Σε περίπτωση καθυστερήσεως οφείλονται τόκοι, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89. Η άρνηση καταβολής των τόκων αυτών αποτελεί, συνεπώς, παράβαση της προαναφερθείσας διατάξεως.
76. Η Ολλανδική, η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση θεωρούν ότι δεν συντρέχει παράβαση των άρθρων 2 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89, διότι, ελλείψει καθυστερημένης εισπράξεως των τελωνειακών οφειλών, δεν έλαβε χώρα και καθυστερημένη λογιστική εγγραφή των αντίστοιχων ιδίων πόρων.
77. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89 είναι άκυρο, και για να αιτιολογήσει τον ισχυρισμό της αυτό παρέπεμψε στις παρατηρήσεις που επρόκειτο να υποβάλει αργότερα σε άλλη εκκρεμή εναντίον της Γερμανίας υπόθεση (54).
Β – Αξιολόγηση
1. Επί του ζητήματος του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος της προσφυγής στην υπόθεση C-104/02
78. Η προσφυγή λόγω παραβάσεως της Συνθήκης, κατά τα άρθρα 226 ΕΚ και 228 ΕΚ, είναι αναγνωριστική προσφυγή (Feststellungsklage). Αυτό προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 228 ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα διαπιστώσεως παραβάσεως της Συνθήκης, τη διαπίστωση δε αυτή ακολουθεί η υποχρέωση του κράτους μέλους να ενεργήσει. Το τελευταίο δεν θα ήταν απαραίτητο, αν το Δικαστήριο μπορούσε, δυνάμει ιδίας αρμοδιότητας, να υποχρεώσει το κράτος μέλος να εξαλείψει μια παράνομη κατάσταση.
79. Κατά συνέπεια, η αξίωση για καταβολή τόκων υπερημερίας λόγω καθυστερημένης διαθέσεως ιδίων πόρων δεν μπορεί να προβληθεί μέσω της διαδικασίας προσφυγής λόγω παραβάσεως της Συνθήκης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής είναι δυνατό να προβληθεί μόνον αίτημα για τη διαπίστωση ότι η άρνηση καταβολής τόκων υπερημερίας κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89 αποτελεί παράβαση της Συνθήκης.
80. Από αυτό συνάγεται ότι το δεύτερο αίτημα της προσφυγής της Επιτροπής στην υπόθεση C-104/02, να υποχρεωθεί η Γερμανία να καταβάλει στην Κοινότητα τους δεδουλευμένους τόκους λόγω της καθυστερημένης εγγραφής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
81. Παρέλκει συνεπώς η εξέταση του ισχυρισμού περί ακυρότητας του άρθρου 11 του κανονισμού 1552/89 (55).
2. Επί του βασίμου της προσφυγής στην υπόθεση C-460/01
82. Η κατά παράβαση του άρθρου 218, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα καθυστερημένη ανακοίνωση του ποσού των δασμών (έκδοση της επιταγής προς πληρωμή) αποτελεί συγχρόνως καθυστερημένη βεβαίωση της αξιώσεως κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89. Έτσι, οι ίδιοι πόροι αυτομάτως πιστώθηκαν με καθυστέρηση στους λογαριασμούς που τηρούνται στα κράτη μέλη στο όνομα της Επιτροπής, πράγμα που αποτελεί παράβαση των άρθρων 9 επ. του κανονισμού 1552/89.
83. Λόγω των καθυστερήσεων αυτών γεννήθηκε, κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89, η αξίωση για τόκους υπερημερίας, ως προς την έκταση και το ύψος της οποίας οι Κάτω Χώρες δεν προέβαλαν αντιρρήσεις. Η άρνηση των Κάτω Χωρών να καταβάλουν τους τόκους αυτούς αποτελεί, συνεπώς, παράβαση της διατάξεως που προαναφέρθηκε.
VI – Πρόταση
84. Υπό το πρίσμα των προηγουμένων παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο
Στην υπόθεση C-460/01
1. να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1991 έως 31ης Δεκεμβρίου 1995,
– παραλείποντας να εκδώσει επιταγή προς πληρωμή για την οικεία τελωνειακή οφειλή και να προβεί σε λογιστική εγγραφή των λοιπών επιβαρύνσεων το αργότερο εντός τριών ημερών από την πάροδο της ορισθείσας προθεσμίας ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία προκύπτουσα από τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες, και διαθέτοντας, με τον τρόπο αυτό, καθυστερημένα ιδίους πόρους της Κοινότητας, όταν ο κύριος υπόχρεος διαδικασίας εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης δεν απέδειξε, εντός τριών μηνών από της αποστολής, από το τελωνείο αναχώρησης, της κοινοποίησης, σύμφωνα με την οποία η αποστολή δεν εμφανίστηκε εγκαίρως στο τελωνείο προορισμού, ότι η επίδικη διαδικασία διεξήχθη χωρίς παρατυπίες,
– και αρνούμενο να καταβάλει τους αντίστοιχους τόκους υπερημερίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11α, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1987, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης, το άρθρο 49, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1214/92 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης και το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, καθώς και τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων·
2. να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
Στην υπόθεση C-104/02
1. να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά τα έτη 1993 και 1994,
– παραλείποντας να εκδώσει επιταγή προς πληρωμή για την οικεία τελωνειακή οφειλή και να προβεί σε λογιστική εγγραφή των λοιπών επιβαρύνσεων το αργότερο εντός τριών ημερών από την πάροδο της ορισθείσας προθεσμίας ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία προκύπτουσα από τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες, και διαθέτοντας, με τον τρόπο αυτό, καθυστερημένα ιδίους πόρους της Κοινότητας, όταν ο κύριος υπόχρεος διαδικασίας κοινοτικής διαμετακόμισης δεν απέδειξε, εντός τριών μηνών από της αποστολής, από το τελωνείο αναχώρησης, της κοινοποίησης, σύμφωνα με την οποία η αποστολή δεν εμφανίστηκε εγκαίρως στο τελωνείο προορισμού, ότι η επίδικη διαδικασία διεξήχθη χωρίς παρατυπίες,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1214/92 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης και το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων·
2. να απορρίψει το δεύτερο αίτημα της προσφυγής ως απαράδεκτο·
3. να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 474/90 του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1990, για την τροποποίηση, όσον αφορά την κατάργηση της κατάθεσης του δελτίου διέλευσης κατά τη διέλευση εσωτερικών συνόρων της Κοινότητας, του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ L 51, σ. 1).
3 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1987, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 107, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1429/90 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1990, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1062/87 για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 137, σ. 1).
4 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2726/90 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, περί κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 262, σ. 1).
5 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1214/92 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 132, σ. 1).
6 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1).
7 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1).
8 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 3.
9 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 5.
10 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 7.
11 – Η υποσημείωση δεν υπάρχει στο πρωτότυπο: το άρθρο 215, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής: «Η τελωνειακή οφειλή γεννάται στον τόπο στον οποίο λαμβάνουν χώρα οι πράξεις που δημιουργούν την οφειλή αυτή.»
12 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή (ΕΕ L 186, σ. 1).
13 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 6.
14 – Ο κανονισμός 1854/89 δεν περιείχε αντίστοιχη διάταξη.
15 – Απόφαση του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 185, σ. 24).
16 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1). Από 31ης Μαΐου 2000 ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1).
17 – ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 131.
18 – Οι λεπτομέρειες της επιχειρηματολογίας αυτής θα εξεταστούν, στο μέτρο που παρίσταται ενδεδειγμένο, στο πλαίσιο της αξιολόγησης.
19 – Κανονισμός 1182/71 (παρατίθεται στην υποσημείωση 17).
20 – Οι λεπτομέρειες της επιχειρηματολογίας αυτής θα εξεταστούν, στο μέτρο που παρίσταται ενδεδειγμένο, στο πλαίσιο της αξιολόγησης.
21 – Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-112/01 (Συλλογή 2002, σ. I-10655).
22 – Αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 375), και της 21ης Σεπτεμβρίου 1978, 69/77, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1978, σ. 555).
23 – Απόφαση 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 22), που αφορούσε περίπτωση κατά την οποία έπρεπε να ερευνηθεί κατά πόσον συνέτρεχε λόγος να συνεχισθεί η δίκη μετά την πάροδο της προθεσμίας.
24 – Αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, 303/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 1171, σκέψη 11), και της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 17).
25 – Ή, ενδεχομένως, των διατάξεων που ίσχυαν προηγουμένως.
26 – Γλώσσα της διαδικασίας στην υπόθεση C-104/02: η γερμανική.
27 – «Gaat de bevoegde Lid-Staat over tot de inning» (γλώσσα διαδικασίας στην υπόθεση C-460/01: η ολλανδική)· «the competent Member State shall take steps to recover» (αγγλικό κείμενο)· «el Estado miembro competente procederá a la recaudación» (ισπανικό κείμενο)· «lo Stato membro competente procede alla riscossione» (ιταλικό κείμενο)· «skall den behöriga medlemsstaten vidta atgärder för att driva in» (σουηδικό κείμενο)· και «l’État membre compétent procède au recouvrement» (γαλλικό κείμενο).
28 – Χρονολογικά, η διαδικασία εισπράξεως συντίθεται από τη «βεβαίωση» στο κράτος μέλος, τη «γνωστοποίηση στον οφειλέτη», την καταβολή των τελωνειακών οφειλών ή την κατάπτωση των εγγυήσεων και, τέλος, ενδεχομένως, από την αναγκαστική εκτέλεση των τελωνειακών οφειλών (άρθρα 217 επ. του τελωνειακού κώδικα). Δεδομένου όμως ότι η γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 221 του τελωνειακού κώδικα, να γίνει «μόλις» βεβαιωθεί, κατά τα άρθρα 217 επ., το ποσό, μπορεί να γίνει δεκτό ότι χρονικά οι δύο αυτές πράξεις συμπίπτουν.
29 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 21.
30 – Βλ. π.χ. την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 89)· απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, C-404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I-6695).
31 – Άρθρο 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
32 – Άρθρο 84, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
33 – Άρθρο 204, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και παράγραφος 3, καθώς και άρθρο 96, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
34 – Άρθρο 356 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα.
35 – Άρθρα 378, παράγραφοι 1 και 2, και 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα. Για την ειδική περίπτωση της προσκόμισης στο τελωνείο, που αποδεικνύεται μετά την καταβολή των τελωνειακών οφειλών, βλ. κατωτέρω, σημεία 71 επ.
36 – Το άρθρο 380 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα δεν περιέχει βέβαια περιοριστική απαρίθμηση των δυνατών αποδεικτικών μέσων («ιδίως»), από το είδος όμως των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων μπορεί να συναχθεί ότι δεν είναι δυνατόν κάθε είδους απόδειξη να ανατρέψει το νόμιμο τεκμήριο του άρθρου 378 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα.
37 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 49 και 53.
38 – Εάν τα εμπορεύματα δεν προσκομιστούν στο τελωνείο προορισμού διότι, π.χ., κατά την κοινοτική διαμετακόμιση «υπεξαιρέθηκαν από την τελωνειακή επιτήρηση», ο διαπράξας την υπεξαίρεση (δηλαδή ο κλέπτης) καθίσταται και αυτός οφειλέτης (άρθρο 203, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα). Από τον τελωνειακό κώδικα δεν προκύπτει όμως ότι, στην περίπτωση αυτή, η τελωνειακή οφειλή του κυρίου υποχρέου παύει να υφίσταται ή ότι αυτός ευθύνεται μόνον επικουρικά.
39 – Το άρθρο 379, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα αναφέρει: «προβαίνει στην είσπραξη των σχετικών δασμών».
40 – Κανονισμοί της Επιτροπής περί τροποποιήσεως του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, που επανεκδίδονται τακτικά.
41 – Άρθρα 28 επ. του τελωνειακού κώδικα.
42 – Παράρτημα 37, τίτλος 1, B, σημείο 2, στοιχείο γ΄, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα.
43 – Δεδομένου ότι είναι ενδεχόμενο να μην είναι πλέον δυνατός ο υπολογισμός του ύψους των δασμών βάσει της αξίας των εμπορευμάτων κατά τον χρόνο αυτό –παραδείγματος χάριν σε περίπτωση υπεξαίρεσης από την τελωνειακή επιτήρηση.
44 – Άρθρο 94 του τελωνειακού κώδικα και άρθρα 359 επ. του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα.
45 – Άρθρα 367 επ. και 373 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα.
46 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 49 και 53.
47 – Άρθρο 379, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα.
48 – Άρθρο 379, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα.
49 – Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-233/98, Lensing & Brockhausen (Συλλογή 1999, σ. I-7349, σκέψη 33).
50 – Η αρμοδιότητα προκύπτει επίσης ήδη από το άρθρο 215, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα.
51 – Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι αυτό είναι πιθανό στο 20 με 30 % όλων των περιπτώσεων, η ολλανδική κυβέρνηση στο 1 % περίπου όλων των περιπτώσεων.
52 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 49.
53 – Το άρθρο 859 του εκτελεστικού κανονισμού του τελωνειακού κώδικα ισχύει βέβαια από 1ης Ιανουαρίου 1994. Κατά την άποψη όμως που υποστήριξε η Επιτροπή κατά τη συζήτηση και δεν αμφισβήτησαν τα κράτη μέλη, η αξίωση για επιστροφή κατά την επίδικη περίοδο ήταν ήδη δεδομένη κατ’ εφαρμογή της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 204, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
54 – Υπόθεση C-105/02 (Επιτροπή κατά Γερμανίας).
55 – Εξάλλου, αυτός ο υπερασπιστικός ισχυρισμός θα έπρεπε προφανώς να απορριφθεί και κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου ως καθυστερημένα προβληθείς, διότι η γερμανική κυβέρνηση δεν τον αιτιολόγησε, αλλά περιορίστηκε σε παραπομπή στις παρατηρήσεις της επί άλλης υποθέσεως, οι οποίες μάλιστα υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο το πρώτον μετά την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή υπομνήματος αντικρούσεως στην παρούσα υπόθεση.
Full & Egal Universal Law Academy