ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 16ης Οκτωβρίου 2003(1)
Υπόθεση C-476/01
Staatsanwaltschaft Frankenthal (Pfalz)
κατά
Felix Kapper
[αίτηση του Amtsgericht Frankenthal (Pfalz) (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Oδηγία 91/439/ΕΟΚ – Άρνηση κράτους μέλους να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως που έχει χορηγήσει άλλο κράτος μέλος – Λόγοι αρνήσεως – Έλλειψη συνήθους διαμονής του κατόχου της αδείας στο κράτος μέλος που την χορήγησε – Ανάκληση αδείας οδηγήσεως που χορηγήθηκε κατά το παρελθόν στο κράτος μέλος υποδοχής
1. Δικαιούται κράτος μέλος να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως που χορήγησε άλλο κράτος μέλος; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, για ποιους λόγους; Αυτά είναι κατ’ ουσίαν τα ερωτήματα που θέτει το Amtsgericht Frankenthal (Pfalz) (Γερμανία) στο πλαίσιο ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν κατά ιδιώτη και τα οποία αφορούν άμεσα ορισμένες σημαντικές πλευρές της καθημερινής ζωής του Eυρωπαίου πολίτη.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Α – Η κοινοτική ρύθμιση
2. Η έκδοση και η χρήση αδειών οδηγήσεως αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης εναρμονίσεως με την έκδοση της πρώτης οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ (2) . Σκοπός της οδηγίας αυτής ήταν, αφενός, να συμβάλει στη βελτίωση της οδικής ασφάλειας και, αφετέρου, να διευκολύνει την κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο πέτυχαν στις εξετάσεις για την απόκτηση αδείας οδηγήσεως ή τα οποία μετακινούνται στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
3. Προς τούτο, η οδηγία 80/1263 εναρμόνισε ορισμένους εθνικούς κανόνες που αφορούν μεταξύ άλλων την έκδοση αδειών οδηγήσεως και τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το κύρος τους. Η οδηγία αυτή όρισε ένα κοινοτικό πρότυπο αδείας οδηγήσεως, καθιέρωσε την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εν λόγω αδειών και προέβλεψε την αντικατάσταση των αδειών αυτών στην περίπτωση που οι κάτοχοί τους μεταφέρουν την κατοικία τους ή τον τόπο εργασίας τους από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
4. Η οδηγία 91/439/ΕΟΚ κατάργησε την οδηγία 80/1263 (3) . Η οδηγία 91/439 αποτελεί ένα νέο στάδιο στην εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις εκδόσεως των αδειών οδηγήσεως και την έκταση εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεώς τους.
5. Η χορήγηση αδείας οδηγήσεως υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις όπως είναι ένα ελάχιστο όριο ηλικίας (4) , η επιτυχία σε ορισμένες δοκιμασίες (5) , η συμμόρφωση με ορισμένους ιατρικούς κανόνες (6) καθώς και η ύπαρξη συνήθους διαμονής ή η απόδειξη της φοιτητικής ιδιότητας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στο έδαφος του κράτους μέλους που εκδίδει την άδεια οδηγήσεως (7) . Το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας προβλέπει ότι το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι κάτοχος μόνο μιας αδείας οδηγήσεως την οποία έχει εκδώσει κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, εφόσον ένα πρόσωπο είναι κάτοχος αδείας οδηγήσεως (που εξακολουθεί να ισχύει) την οποία έχει εκδώσει κράτος μέλος και η οποία μπορεί να αναγνωριστεί από τα λοιπά κράτη μέλη, απαγορεύεται το πρόσωπο αυτό να λάβει άλλη άδεια οδηγήσεως από το ίδιο ή από άλλο κράτος μέλος.
6. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας διατυπώνει με τους ακόλουθους γενικούς όρους την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως: «Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν».
7. Εντούτοις, στην περίπτωση που ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως, εκδοθείσας από κράτος μέλος και εξακολουθούσας να ισχύει, μεταφέρει τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει ότι, «με την επιφύλαξη της αρχής της εδαφικότητας όσον αφορά την ισχύ των ποινικών και αστυνομικών διατάξεών του, το κράτος μέλος κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον [εν λόγω] κάτοχο άδειας οδήγησης […] τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδήγησης και, ενδεχομένως, να προβεί, για τους σκοπούς αυτούς, σε αντικατάσταση της άδειας αυτής».
8. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας, «ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, την ισχύ άδειας οδήγησης που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος». Τα κράτη μέλη μπορούν να επιφέρουν στις εθνικές νομοθεσίες τους τις προσαρμογές που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών αφού λάβουν τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής (8) .
Β – Β – Η εθνική ρύθμιση
9. Από 1ης Ιανουαρίου 1999, η οδήγηση αυτοκίνητων οχημάτων στο γερμανικό έδαφος από κατόχους αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος και διαμένοντες στη Γερμανία διέπεται από την Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straßenverkehr, της 18ης Αυγούστου 1998, η οποία είναι επίσης γνωστή ως Fahrerlaubnisverordnung (9) (κανονιστική πράξη σχετικά με τη χορήγηση αδείας για την οδική κυκλοφορία, στο εξής: FeV).
10. Σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφοι 1 και 4, του FeV, ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (στο εξής: ΕΟΧ) δεν επιτρέπεται να οδηγεί στο γερμανικό έδαφος στην περίπτωση που, κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αδείας οδηγήσεως, είχε ήδη τη συνήθη διαμονή του στη Γερμανία (πλην της περιπτώσεως που έλαβε την άδειά του κατά τον χρόνο διαμονής του στο κράτος μέλος εκδόσεως λόγω παρακολουθήσεως σχολικών μαθημάτων ή λόγω φοιτήσεως σε πανεπιστήμιο) (10) .
11. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή του ΕΟΧ έχει ανακληθεί στη Γερμανία με δικαστική απόφαση (προσωρινή ή οριστική) ή με ισοδύναμη διοικητική πράξη (άμεσα εκτελεστή ή οριστική), στην περίπτωση που απορρᆵφθηκε το αίτημα για την έκδοση αδείας οδηγήσεως, στην περίπτωση που υπάρχει παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα (11) ή στην περίπτωση που έχει απαγορευθεί στον κάτοχο της εν λόγω αδείας η οδήγηση στο γερμανικό έδαφος ή η άδεια οδηγήσεως του έχει αφαιρεθεί, του έχει κατασχεθεί ή είναι υπό μεσεγγύηση (12) .
12. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο κάτοχος γερμανικής αδείας οδηγήσεως δεν έχει πλέον το δικαίωμα να οδηγεί στη Γερμανία στην περίπτωση που του έχει αφαιρεθεί η εν λόγω άδεια (13) ή στην περίπτωση που οι γερμανικές αρχές του έχουν επιβάλει το μέτρο της απαγορεύσεως της οδηγήσεως, έστω και αν στη συνέχεια άλλο κράτος μέλος του χορήγησε άδεια οδηγήσεως (14) .
13. Επιπλέον, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδει στις διατάξεις αυτές η νομολογία (15) , τα χρονικά αποτελέσματα αυτής της εκπτώσεως από το δικαίωμα οδηγήσεως εντός του γερμανικού εδάφους δεν περιορίζονται στην προθεσμία που συνοδεύει το μέτρο της απαγορεύσεως της οδηγήσεως ή στη διάρκεια της περιόδου απαγορεύσεως που συνδέεται με το μέτρο της αφαιρέσεως της αδείας οδηγήσεως. Αντίθετα με ό,τι συνέβαινε κατά το παρελθόν βάσει της κανονιστικής πράξεως για τη μεταφορά της οδηγίας (16) , αυτή η έκπτωση από το δικαίωμα οδηγήσεως στη Γερμανία μπορούσε να ισχύσει επ’ αόριστον, ακόμη και μετά τη λήξη των εν λόγω προθεσμιών (17) .
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία στην κύρια δίκη
14. Στις 26 Φεβρουαρίου 1998 το Amstgericht Frankenthal (Pfalz) διέταξε την αφαίρεση (η οποία εξομοιούται με ακύρωση) της αδείας οδηγήσεως του Felix Kapper, Γερμανού υπηκόου και κατόχου αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας στη Γερμανία, και υποχρέωσε τις αρμόδιες εθνικές αρχές να μη χορηγήσουν νέα άδεια οδηγήσεως πριν από την πάροδο χρονικού διαστήματος εννέα μηνών, ήτοι όχι πριν από τις 25 Νοεμβρίου 1998.
15. Έκτοτε, δεν χορηγήθηκε στον F. Kapper νέα άδεια οδηγήσεως στη Γερμανία. Αντιθέτως, στις 11 Αυγούστου 1999 ο F. Kapper απέκτησε ολλανδική άδεια οδηγήσεως.
16. Στις 17 Μαρτίου 2000, το ίδιο δικαστήριο καταδίκασε τον F. Kapper σε χρηματική ποινή διότι στις 20 Νοεμβρίου και στις 11 Δεκεμβρίου 1999 οδηγούσε στη Γερμανία αυτοκίνητο όχημα χωρίς έγκυρη άδεια οδηγήσεως ή ακριβέστερα με ολλανδική άδεια οδηγήσεως της οποίας την ισχύ δεν αναγνωρίζουν οι γερμανικές αρχές. Ο F. Kapper, επικαλούμενος την ολλανδική άδειά του οδηγήσεως, άσκησε ανακοπή κατά της αποφάσεως αυτής (πάντοτε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου).
III – Το προδικαστικό ερώτημα
17. Βάσει των ισχυρισμών που προέβαλαν οι διάδικοι, το Amstgericht Frankenthal (Pfalz) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29 Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως, σε κράτος μέλος να μην αναγνωρίζει άδεια οδηγήσεως όταν από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του προκύπτει ότι η άδεια αυτή έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος μολονότι ο κάτοχος αυτής της αδείας οδηγήσεως δεν έχει σ’ εκείνο το κράτος μέλος την κανονική διαμονή του, έχει δε ενδεχομένως η ανωτέρω διάταξη άμεση εφαρμογή ως προς το σημείο αυτό;»
IV – Ανάλυση
Α – Α – Επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος
18. Η Ολλανδική Κυβέρνηση διερωτάται ως προς το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος, δεδομένου ότι, κατά την άποψή της, η διάταξη περί παραπομπής δεν παρέχει επαρκή στοιχεία ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τις κρίσιμες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας καθώς και ως προς την κρισιμότητα του υποβαλλόμενου ερωτήματος για την επίλυση της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, ιδίως στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος εξακολουθεί να υφίσταται τις συνέπειες του μέτρου της στερήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως στη Γερμανία.
19. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 234 ΕΚ αποτελεί ένα μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων (18) . Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως όσο και η λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει (19) .
20. Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι σ’ αυτό εναπόκειται να εκτιμά τις περιστάσεις υπό τις οποίες του υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να αποφαίνεται επί της αρμοδιότητάς του (20) .
21. Λαμβανομένης υπόψη της αποστολής αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα οσάκις είναι προφανές ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους κοινοτικού κανόνα, την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο της κύριας δίκης, δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ακόμᄋ όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως, το δε Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (21) .
22. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η απαίτηση επαρκούς περιγραφής του νομικού πλαισίου και των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως εξυπηρετεί ουσιαστικά δύο σκοπούς.
23. Πρώτον, τα στοιχεία της διατάξεως περί παραπομπής πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να προβαίνει σε μια ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή (22) .
24. Εν προκειμένω, είναι αληθές ότι η διάταξη περί παραπομπής περιέχει ελάχιστα στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης. Έτσι, από την ανάγνωσή της δεν προκύπτει αν, όταν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του F. Kapper για το γεγονός ότι οδηγούσε χωρίς έγκυρη άδεια οδηγήσεως, αυτός εξακολουθούσε να υπόκειται στο μέτρο της στερήσεως ή του περιορισμού του δικαιώματος οδηγήσεως στη Γερμανία κατόπιν της αφαιρέσεως της γερμανικής αδείας του οδηγήσεως.
25. Εντούτοις, τα στοιχεία που παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής συμπληρώθηκαν τόσο από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στην αίτηση για την παροχή διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο όσο και από τις απαντήσεις του F. Kapper και της Γερμανικής Κυβερνήσεως στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν ως προς το σημείο αυτό. Από τις απαντήσεις αυτές προκύπτει ότι, όταν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του F. Kapper για τα επίδικα πραγματικά περιστατικά, ο ενδιαφερόμενος δεν υπέκειτο πλέον στο μέτρο της απαγορεύσεως λήψεως νέας αδείας οδηγήσεως (το οποίο τον δέσμευε για περίοδο εννέα μηνών), αλλά εξακολουθούσε, όπως φαίνεται, να μην έχει το δικαίωμα να οδηγεί στη Γερμανία δυνάμει του άρθρου 28, παράγραφος 4, σημείο 4, του FeV (23) . Επομένως, φρονώ ότι, παρά τα κενά της διατάξεως περί παραπομπής, το Δικαστήριο είναι σε θέση να δώσει λυσιτελή απάντηση στο ερώτημα του Amtsgericht Frankenthal (Pfalz).
26. Δεύτερον, τα στοιχεία της διατάξεως περί παραπομπής πρέπει να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (24) .
27. Εν προκειμένω, από τις παρατηρήσεις των κυβερνήσεων των κρατών μελών καθώς και της Επιτροπής προκύπτει ότι τα στοιχεία που παραθέτει η διάταξη περί παραπομπής τους παρέσχον τη δυνατότητα να διατυπώσουν λυσιτελώς τις απόψεις τους επί του προδικαστικού ερωτήματος. Επιπλέον, όπως προελέχθη, τα στοιχεία αυτά συμπληρώθηκαν από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στην αίτηση παροχής διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο. Αυτά τα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία τα οποία παρατίθενται στην έκθεση ακροατηρίου τέθηκαν στη διάθεση των κυβερνήσεων των κρατών μελών και των λοιπών ενδιαφερομένων μερών είτε προκειμένου να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένες ερωτήσεις είτε εν όψει της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως και, ως εκ τούτου, τόσο οι κυβερνήσεις των κρατών μελών όσο και τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να συμπληρώσουν, ενδεχομένως, τις παρατηρήσεις τους.
28. Επομένως, φρονώ ότι το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Amtsgericht Frankenthal (Pfalz) είναι παραδεκτό.
29. Εντούτοις, όπως προέβαλαν ο F. Kapper, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, το προδικαστικό ερώτημα επιβάλλεται να επεκταθεί και στην ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής και πλήρης απάντηση στο αιτούν δικαστήριο.
30. Επομένως, φρονώ ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά κατ’ ουσίαν το αν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, παράγραφος 2, 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, παράγραφοι 2 και 4, και 9 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος για τον λόγο ότι, αφενός, από τις έρευνές του προκύπτει ότι ο κάτοχος της εν λόγω αδείας δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος εκδόσεως της αδείας πριν από την έκδοση αυτή, ή/και ότι, αφετέρου, ο κάτοχος της αδείας οδηγήσεως εξακολουθεί να μην έχει το δικαίωμα να οδηγεί στο έδαφος αυτού του πρώτου κράτους μέλους διότι του έχει επιβληθεί το μέτρο της αφαιρέσεως ή της ακυρώσεως της προηγουμένης αδείας οδηγήσεως που εξέδωσε αυτό το κράτος μέλος, μέτρο το οποίο συνοδεύεται από την προσωρινή απαγόρευση λήψεως νέας αδείας οδηγήσεως, μολονότι αυτά τα δύο μέτρα έχουν πλήρως εκτελεστεί και, επομένως, έχουν εξαντλήσει τα αποτελέσματά τους.
Β – Β – Επί της ουσίας
31. Ευθύς εξαρχής, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας θέτει την αρχή ότι «[ο]ι άδειες οδηγήσεως που εκδίδονται σε άλλα κράτη μέλη είναι αμοιβαίως αναγνωρισμένες».
32. Όπως τόνισα προσφάτως, οι διατάξεις αυτές χρησιμοποιούν μια γενική διατύπωση όσον αφορά την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως χωρίς να εξαρτούν την αναγνώριση αυτή από την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων ή διατυπώσεων (25) .
33. Αυτό έκρινε και το Δικαστήριο με την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (26) όσον αφορά τις διατυπώσεις για την αντικατάσταση των αδειών οδηγήσεως. Το Δικαστήριο επανέλαβε την εκτίμησή του αυτή με την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, Awoyemi (27) , προσθέτοντας ότι η υποχρέωση αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως αποτελεί μια σαφή και απαλλαγμένη αιρέσεων υποχρέωση και ότι τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να λάβουν για να συμμορφωθούν προς την υποχρέωση αυτή και, ως εκ τούτου, οι προπαρατεθείσες διατάξεις της οδηγίας έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
34. Αυτό υπενθύμισε το Δικαστήριο πολύ προσφάτως με την προπαρατεθείσα απόφασή του Επιτροπή κατά Κάτω Χώρων σχετικά με ορισμένες διατυπώσεις για την καταχώριση των αδειών οδηγήσεως (28) .
35. Υπό το πρίσμα αυτής της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως, που στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών, πρέπει να εξεταστεί αν ένα κράτος μέλος δικαιούται να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως που έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος για λόγους που αφορούν τη διαμονή του κατόχου της εν λόγω αδείας οδηγήσεως ή στο γεγονός ότι στον κάτοχο της αδείας αυτής έχει επιβληθεί το μέτρο της αφαιρέσεως ή της ακυρώσεως της αδείας οδηγήσεως.
1. Επί της προϋποθέσεως του τόπου διαμονής τυ κατόχου της αδείας οδηγήσεως κατά την έκδοση της εν λόγω αδείας
36. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, η έκδοση αδείας οδηγήσεως εξαρτάται από το αν ο αιτών την έκδοση αδείας οδηγήσεως έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος από το οποίο ζητεί την έκδοση της εν λόγω αδείας.
37. Φρονώ, όπως και ο F. Kapper καθώς και η Ολλανδική και Ιταλική Κυβέρνηση, ότι εναπόκειται μόνο στο κράτος μέλος εκδόσεως της αδείας οδηγήσεως να ελέγχει αν πληρούται η προϋπόθεση αυτή σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 9 της οδηγίας. Επομένως, εφόσον μια άδεια οδηγήσεως έχει εκδοθεί από κράτος μέλος, τα λοιπά κράτη μέλη δεν μπορούν να αρνηθούν την αναγνώρισή της με το αιτιολογικό ότι, κατά την άποψή τους, η προϋπόθεση αυτή δεν επληρούτο.
38. Αν γίνει δεκτό το αντίθετο, όπως προτείνει η Γερμανική Κυβέρνηση, τούτο θα ανέτρεπε το σύστημα που καθιερώνει η οδηγία καθώς και την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του συστήματος αυτού.
39. Πράγματι, όπως έχω τονίσει στο πλαίσιο της υποθέσεως που αφορούσε την υφιστάμενη στις Κάτω Χώρες διαδικασία καταχωρίσεως των αδειών οδηγήσεως, η ίδια η φιλοσοφία του συστήματος που διαπνέει την οδηγία αυτή, συνίσταται στον καθορισμό κοινών κανόνων για την έκδοση αδειών οδηγήσεως και στην ανάθεση στο κράτος μέλος εκδόσεως της αποκλειστικής αρμοδιότητας να διασφαλίζει την τήρηση των κανόνων αυτών (29) . Επ’ αυτού ακριβώς του συστήματος στηρίζεται η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως η οποία, πρέπει να το υπενθυμίσω, πρέπει να εφαρμόζεται αυτομάτως, ήτοι άνευ ιδιαιτέρων προϋποθέσεων, διατυπώσεων ή επαληθεύσεων, και η οποία επομένως προϋποθέτει την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών.
40. Επομένως, αν γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος ελέγχει αν ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος πληρούσε πράγματι τις προϋποθέσεις που αφορούν τον τόπο της διαμονής του και ότι, στην περίπτωση που κατά την άποψή του δεν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, αρνείται να αναγνωρίσει την εν λόγω άδεια οδηγήσεως, τούτο θα ισοδυναμούσε με το να καταστεί άνευ περιεχομένου η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως και με το να καταργηθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των κρατών μελών ως προς το ζήτημα αυτό.
41. Παρεμφερείς εκτιμήσεις οδήγησαν το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι «η κατοχή αδείας οδηγήσεως χορηγηθείσας από κράτος μέλος πρέπει να θεωρείται ως αποδεικνύουσα ότι ο κάτοχος αυτής της αδείας πληρούσε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως που προβλέπει η οδηγία 91/439, το δε κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί, άνευ παραβιάσεως της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως, να ζητεί από τον συγκεκριμένο κάτοχο να προσκομίσει για δεύτερη φορά την απόδειξη ότι πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 της οδηγίας 91/439» (30) .
42. Η ανωτέρω εκτίμηση του Δικαστηρίου στηρίζεται στο γεγονός ότι «η απαίτηση αυτή [της αποδείξεως] […] συνιστά […] άρνηση αναγνωρίσεως της αδείας οδηγήσεως που έχει χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη, καθόσον ισοδυναμεί με εκ νέου έλεγχο του αν ο κάτοχος της αδείας πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως που προβλέπουν τα άρθρα 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 της οδηγίας 91/439» (31) .
43. Συναφώς, το Δικαστήριο φρόντισε να τονίσει ότι η απαίτηση αυτή επιβάλλει στον κάτοχο καταχωριστέας αδείας οδηγήσεως να αποδείξει ένα γεγονός του οποίου η απόδειξη ενδέχεται να είναι άκρως δυσχερής λαμβανομένης υπόψη, αφενός, της διάρκειας του διαδραμόντος χρόνου μεταξύ της λήψεως της αδείας οδηγήσεως και της εγκαταστάσεως του κατόχου της στο εν λόγω κράτος μέλος και, αφετέρου, της αποστάσεως που ενδέχεται να υπάρχει μεταξύ του τόπου στον οποίο ο κάτοχος είχε τη διαμονή του (κατά τον χρόνο λήψεως της αδείας του οδηγήσεως) και τον τόπο στον οποίο αποφάσισε να εγκατασταθεί (στο εν λόγω κράτος μέλος) (32) .
44. Φρονώ ότι αυτά που ελέχθησαν για τη συστηματική απόδειξη της εν λόγω προϋποθέσεως της διαμονής από τον ίδιο τον κάτοχο της αδείας οδηγήσεως, στο πλαίσιο διαδικασίας καταχωρίσεως σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό της εκδόσεως της αδείας, ισχύουν και για τους ελέγχους ή τις έρευνες στις οποίες προβαίνει σχετικώς αυτό το κράτος μέλος προκειμένου να δεχθεί ή να αρνηθεί την αναγνώριση της εν λόγω αδείας.
45. Πράγματι, η διαδικασία αυτή ισοδυναμεί με έλεγχο για δεύτερη φορά του αν ο κάτοχος της αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος πληρούσε την προϋπόθεση της διαμονής που απαιτεί η οδηγία για τη λήψη της εν λόγω αδείας. Ωστόσο, όπως έκρινε το Δικαστήριο, η κατοχή της αδείας αυτής πρέπει να θεωρείται ως απόδειξη ότι ο κάτοχος της εν λόγω αδείας τηρούσε την προϋπόθεση αυτή. Επομένως, η ύπαρξη μιας τέτοιας αποδείξεως αποκλείει κατ’ ανάγκην το ενδεχόμενο να απαλλαγεί κράτος μέλος από την υποχρέωση αναγνωρίσεως αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος με το αιτιολογικό και μόνον ότι κατά την άποψή του υπάρχουν στοιχεία από τα οποία προκύπτει η μη συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως και ότι εντεύθεν κλονίζεται η αξιοπιστία της αποδείξεως αυτής. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που, δεδομένου ότι αυτό το κράτος μέλος έλαβε υπόψη τέτοιου είδους στοιχεία προκειμένου να αρνηθεί την αναγνώριση τής εν λόγω αδείας οδηγήσεως, ο κάτοχός της υποχρεώνεται τελικώς να αποδείξει εκ νέου ότι πράγματι τηρούσε την ανωτέρω προϋπόθεση, πράγμα το οποίο, όπως έκρινε το Δικαστήριο, επίσης αντιβαίνει στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών.
46. Καταλήγω επομένως ότι ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται ούτε να ελέγχει αν ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος πληρούσε πράγματι την προϋπόθεση του τόπου διαμονής που προβλέπει η οδηγία ούτε να αρνείται την αναγνώριση της εν λόγω αδείας με το αιτιολογικό ότι, κατά την άποψή του, ο κάτοχός της δεν πληρούσε την εν λόγω προϋπόθεση.
47. Αντίθετα με όσα προβάλλει η Επιτροπή, φρονώ ότι το ανωτέρω συμπέρασμα επιβάλλεται και στην περίπτωση που, όπως συμβαίνει στη Γερμανία, αυτού του είδους οι έλεγχοι ή οι έρευνες δεν έχουν συστηματικό χαρακτήρα, αλλά περιορίζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το αν πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση του τόπου διαμονής.
48. Πράγματι, οσάκις ένα κράτος μέλος έχει τέτοιες επιφυλάξεις, μπορεί ενδεχομένως να τις γνωστοποιήσει στο κράτος μέλος της εκδόσεως της αδείας οδηγήσεως, στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας (33) . Εντούτοις, πρέπει να διευκρινιστεί ότι αν, μετά την ανταλλαγή των πληροφοριών αυτών, το κράτος μέλος που εξέδωσε την άδεια οδηγήσεως επιβεβαιώσει ότι όντως πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση του τόπου διαμονής, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος υποχρεούται να αναγνωρίσει την εν λόγω άδεια, έστω και αν δεν έχει πειστεί από την απάντηση που του δόθηκε. Επομένως, δεν έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί τους δικούς του ελέγχους ή τις δικές του έρευνες εタί του θέματος, έστω και περιορισμένης κλίμακας, προκειμένου να αντιταχθεί στην αναγνώριση της εν λόγω αδείας.
49. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, στην περίπτωση που, κατά την άποψή του, το κράτος μέλος εκδόσεως της αδείας ελέγχει ανεπαρκώς τη συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως του τόπου κατοικίας, το κράτος μέλος υποδοχής έχει σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να κινήσει κατά αυτού του κράτους μέλους τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 227 ΕΚ.
50. Συναφώς, δεν αγνοώ ότι είναι δυνατόν (αν και ελάχιστα πιθανόν), μετά από ενδεχόμενη ανταλλαγή πληροφοριών, το κράτος μέλος εκδόσεως της αδείας να αντιληφθεί ότι στην πραγματικότητα, αντίθετα με όσα είχε διαπιστώσει κατά την έκδοση της αδείας, η απαιτούμενη από την οδηγία σχετικά με τον τόπο διαμονής προϋπόθεση δεν επληρούτο. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή φρονώ ότι δεν μπορεί να απορριφθεί το αίτημα αναγνωρίσεως της εν λόγω αδείας (34) .
51. Πράγματι, αντίθετα με την Επιτροπή, αδυνατώ να αντιληφθώ με ποιον τρόπο μπορεί να τεθεί στο ίδιο επίπεδο η μη διαμονή του κατόχου αδείας οδηγήσεως στο κράτος μέλος εκδόσεώς της και η κατάσταση την οποία εξέτασε το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, Van de Bijl (35) .
52. Με την ανωτέρω απόφαση, το Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση Ολλανδού υπηκόου ο οποίος επιθυμούσε να ασκήσει στις Κάτω Χώρες τη δραστηριότητα του ανεξάρτητου ζωγράφου χωρίς να έχει τα απαιτούμενα σε αυτό το κράτος μέλος επαγγελματικά προσόντα για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής και ο οποίος επικαλέστηκε ενώπιον των ολλανδικών αρχών βεβαίωση των βρετανικών αρχών σύμφωνα με την οποία είχε ασκήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο την εν λόγω δραστηριότητα για ορισμένο χρονικό διάστημα προκειμένου να του επιτραπεί, δυνάμει της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ (36) , η άσκηση της δραστηριότητας αυτής στις Κάτω Χώρες. Η οδηγία αυτή προέβλεπε ότι, οσάκις σε ένα κράτος μέλος η πρόσβαση ή η άσκηση ορισμένης δραστηριότητας εξαρτάται από την απόκτηση ορισμένων γνώσεων και προσόντων, αυτό το κράτος μέλος έπρεπε να αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη αυτών των γνώσεων και των προσόντων την πραγματική άσκηση της οικείας δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα βάσει βεβαιώσεως εκδιδομένης από τις αρχές αυτού του τελευταίου κράτους μέλους.
53. Αυτή η προϋπόθεση της πραγματική ασκήσεως ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας εντασσόταν στο πλαίσιο ενός μεταβατικού συστήματος αδειών για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων, εν αναμονή της εναρμονίσεως των εθνικών κανόνων σχετικά, αφενός, με την πρόσβαση στις δραστηριότητες αυτές και την άσκησή τους και, αφετέρου, με την αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων (37) . Η προϋπόθεση αυτή ανταποκρινόταν στο εύλογο ενδιαφέρον του κράτους μέλους υποδοχής να βεβαιωθεί ότι ο ενδιαφερόμενος είχε ορισμένες γενικές γνώσεις και ορισμένα προσόντα για την άσκηση της σκοπούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα των αποδεκτών της εν λόγω δραστηριότητας.
54. Αν ληφθεί υπόψη το πλαίσιο αυτό, γίνεται κατανοητό για ποιον λόγο το Δικαστήριο έκρινε ότι «η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής στην οποία υποβάλλεται αίτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος βάσει πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προελεύσεως δυνάμει […] της οδηγίας, δεν υποχρεούται να χορηγήσει αυτόματα την αιτούμενη άδεια, όταν το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό περιέχει προφανή ανακρίβεια, καθόσον βεβαιώνει ότι το πρόσωπο που αφορά […] έχει συμπληρώσει ορισμένη περίοδο επαγγελματικής απασχολήσεως στο κράτος μέλος προελεύσεως, μολονότι είναι βέβαιο ότι κατά την ίδια αυτή περίοδο το πρόσωπο αυτό ασκούσε επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής» (38) .
55. Φρονώ ότι η νομολογία αυτή δεν μπορεί να ισχύσει στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης.
56. Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι η προϋπόθεση περί του τόπου διαμονής που προβλέπει η οδηγία εντάσσεται στο πλαίσιο ενός συστήματος αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως και όχι ενός συστήματος χορηγήσεως αδειών, πράγμα το οποίο αποκλείει, κατ’ αρχήν, οποιοδήποτε περιθώριο εκτιμήσεως εκ μέρους των άλλων κρατών μελών πλην αυτού που εξέδωσε την άδεια οδηγήσεως ως προς το αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των εν λόγω αδειών.
57. Επιπλέον, αυτή η προϋπόθεση περί του τόπου διαμονής δεν εξυπηρετεί απαιτήσεις παρεμφερείς με αυτές που συνδέονται με την κατοχή γενικών γνώσεων και προσόντων που αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων των αποδεκτών μιας επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκείται από ανεξάρτητους επαγγελματίες. Όσο σημαντική κι αν είναι για την όλη οικονομία του συστήματος που θεσπίζει η οδηγία, η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να εξισωθεί με τις ουσιώδεις προϋποθέσεις π.χ. της επιτυχίας σε ορισμένες δοκιμασίες ελέγχου των ικανοτήτων, της συμπεριφοράς ή των γνώσεων, οι οποίες επιβάλλονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που αφορούν την οδική ασφάλεια, όπως τούτο προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας (39) .
58. Από τις ανωτέρω αναπτύξεις προκύπτει ότι δεν είναι επιτυχής ο παραλληλισμός της Επιτροπής μεταξύ της αποδείξεως της μη τηρήσεως της προϋποθέσεως του τόπου διαμονής που θέτει η οδηγία και της περιπτώσεως που εξέτασε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφασή του Van de Bijl. Επομένως, η ανωτέρω απόφαση δεν ανατρέπει την ανάλυσή μου.
59. Φρονώ ότι αυτή καθ’ εαυτήν η παρατυπία αυτή δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την άρνηση αναγνωρίσεως της εν λόγω αδείας οδηγήσεως ούτε εξάλλου για να δικαιολογήσει την αφαίρεση ή την ακύρωση της αδείας αυτής από κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό που την εξέδωσε (με συνέπειες επί του δικού του εδάφους) (40) . Ούτως εχόντων των πραγμάτων, στην περίπτωση συστηματικής παραβάσεως από το κράτος μέλος εκδόσεως της υποχρεώσεως που υπέχει να ελέγχει τη συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως του τόπου διαμονής, το κράτος μέλος υποδοχής και η Επιτροπή μπορούν να κινήσουν κατά του εν λόγω κράτους μέλους τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 226 ΕΚ και 227 ΕΚ.
60. Επιπλέον, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο το κράτος μέλος εκδόσεως της αδείας να αποφασίσει, λόγω της διαπιστώσεως μιας τέτοιας παρατυπίας, να αφαιρέσει ή να ακυρώσει την εν λόγω άδεια, ανάλογα με το τι προβλέπεται, και, ως εκ τούτου, τα λοιπά κράτη μέλη βεβαίως δεν υποχρεούνται πλέον να την αναγνωρίσουν.
61. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, παράγραφος 2, 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος με το αιτιολογικό ότι, κατά την άποψή του, ο κάτοχος της εν λόγω αδείας δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο τελευταίο κράτος μέλος κατά την έκδοση της εν λόγω αδείας.
2. Επί των αποτελεσμάτων του μέτρου της αφαιρέσεως ή της ακυρώσεως αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από κράτος μέλος έναντι της αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε στη συνέχεια από άλλο κράτος μέλος.
62. Στο σημείο αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν ένα κράτος μέλος δικαιούται να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος για λόγους διαφορετικούς από αυτούς που εξετάστηκαν ανωτέρω και οι οποίοι στηρίζονται στο επιβληθέν κατά του κατόχου της εν λόγω αδείας οδηγήσεως μέτρου της αφαιρέσεως ή της ακυρώσεως της ήδη εκδοθείσας από αυτό το πρώτο κράτος μέλος αδείας.
63. Κατά τον F. Kapper, οι γερμανικές αρχές θα μπορούσαν, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας, να αρνηθούν να αναγνωρίσουν στο εθνικό έδαφος την ισχύ αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος ενόσω εξακολουθεί να ισχύει ένα εθνικό μέτρο όπως είναι αυτό της αναστολής της ασκήσεως ή της καταργήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εντούτοις, οι γερμανικές αρχές ασφαλώς δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.
64. Στο ίδιο πνεύμα, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διατάξεις αυτές σκοπούν αποκλειστικά στη διασφάλιση της επιβολής ποινικών κυρώσεων, όπως είναι η αναστολή της ισχύος ή η αφαίρεση της αδείας οδηγήσεως, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο κάτοχος της αδείας αυτής να αποφύγει τις συνέπειες επικαλούμενος ανεπιτρέπτως την έκδοση αδείας οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος. Άπαξ εκτελέστηκε η εν λόγω ποινική κύρωση, το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου επιβλήθηκε αυτή η ποινική κύρωση δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να αρνηθεί την αναγνώριση της εν λόγω αδείας.
65. Κατά την Επιτροπή, η οδηγία δεν απαγορεύει στο κράτος μέλος να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος οσάκις στον κάτοχό της έχει επιβληθεί το μέτρο της αφαιρέσεως της εθνικής αδείας του, η δε άδεια αυτή δεν του έχει ακόμη επιστραφεί. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή προσέθεσε ότι αυτή η άρνηση αναγνωρίσεως βάσει των διατάξεων του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν μπορεί να προβάλλεται επ’ άπειρον, ιδίως στην περίπτωση που, σε μια δεδομένη στιγμή, ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να ζητήσει εκ νέου την έκδοση αδείας οδηγήσεως στη χώρα καταγωγής του.
66. Αφού υπομνήσθηκαν οι παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία, φρονώ ότι υπό περιστάσεις όπως είναι αυτές της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, αυτή η άρνηση αναγνωρίσεως της αδείας οδηγήσεως δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 2 ούτε στις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας.
67. Όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας, υπενθυμίζω ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι το κράτος μέλος υποδοχής, με την επιφύλαξη της αρχής της εδαφικότητας όσον αφορά την ισχύ των ποινικών και αστυνομικών διατάξεών του, μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο ισχύουσας αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος την εθνική νομοθεσία του, όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την κατάργηση του δικαιώματος οδηγήσεως και, ενδεχομένως, να προβεί για τους σκοπούς αυτούς σε αντικατάσταση της αδείας αυτής.
68. Φρονώ ότι αυτές οι διατάξεις της οδηγίας, οι οποίες δεν εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση αντικαταστάσεως της αδείας οδηγήσεως (41) , καλύπτουν την περίπτωση κατά την οποία προσάπτεται στον κάτοχο της αδείας ότι παρέβη τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής καθώς και την περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους μέλους προτίθενται να του επιβάλουν ως κύρωση το μέτρο του περιορισμού, της αναστολής της ισχύος, της αφαιρέσεως ή της καταργήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως, μέτρο του οποίου τα αποτελέσματα περιορίζονται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους (42) .
69. Ωστόσο, ο F. Kapper δεν βρίσκεται στη θέση αυτή σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
70. Πράγματι, μολονότι αυτός καταδικάστηκε στη Γερμανία σε αφαίρεση της αδείας του, η οποία εξομοιώνεται προς την ακύρωσή της, η κύρωση αυτή αφορά αποκλειστικά τη γερμανική άδεια την οποία κατείχε κατά το παρελθόν πριν αποκτήσει την επίδικη ολλανδική άδεια. Στη διαφορά της κύριας δίκης, το ερώτημα δεν είναι αν, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας, οι γερμανικές αρχές εδικαιούντο να λάβουν εκ νέου κατά του F. Kapper το μέτρο της αφαιρέσεως ή της ακυρώσεως της αδείας οδηγήσεως, αυτή τη φορά όσον αφορά την ολλανδική άδειά του. Πρόκειται αποκλειστικά για το αν οι γερμανικές αρχές δικαιούνται να αρνηθούν την αναγνώριση της ισχύος της επίδικης ολλανδικής αδείας. Ωστόσο, όπως προελέχθη σε σχέση με την προϋπόθεση του τόπου διαμονής, επιβάλλεται να δοθεί αρνητική απάντηση. Επομένως, η ολλανδική άδεια οδηγήσεως του F. Kapper πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύει και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η παράβαση που του προσάπτεται (ότι οδηγούσε άνευ ισχύουσας αδείας). Δεδομένου ότι δεν στοιχειοθετείται τέτοιου είδους παράβαση, ο ενδιαφερόμενος δεν εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας.
71. Φρονώ ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος υποδοχής δικαιούται να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως που έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, οσάκις, δυνάμει διατάξεων της εθνικής του νομοθεσίας (του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής) σχετικά με τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την κατάργηση του δικαιώματος οδηγήσεως, ο κάτοχος της εν λόγω αδείας χάνει το δικαίωμα οδηγήσεως στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους λόγω της προηγούμενης καταδίκης του (από τις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους) σε στερητικό του δικαιώματος οδηγήσεως μέτρο, καθώς και στην περίπτωση που το μέτρο αυτό είχε πλήρως εκτελεστεί και, επομένως, είχαν παύσει τα αποτελέσματά του. Πράγματι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, τυχόν διασταλτική ερμηνεία των διατάξεων αυτών της οδηγίας θα μπορούσε να στερήσει από τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας την πρακτική χρησιμότητά τους.
72. Όσον αφορά αυτές τις τελευταίες διατάξεις της οδηγίας, φρονώ ότι πρέπει να ερμηνευθούν συσταλτικά υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δικαιούται να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος οσάκις οι αρχές αυτού του πρώτου κράτους μέλους επέβαλαν στον κάτοχο της εν λόγω αδείας το μέτρο του περιορισμού, της αναστολής, της αφαιρέσεως ή της καταργήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως, μόνο στο βαθμό που το μέτρο αυτό δεν έχει πλήρως εκτελεστεί και, ως εκ τούτου, εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα. Πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας αυτής.
73. Κατ’ αρχάς, όπως τόνισε η Ιταλική Κυβέρνηση, από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών (43) προκύπτει ότι η ευχέρεια που έχει παραχωρηθεί στα κράτη μέλη (να αρνούνται την αναγνώριση του κύρους αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος) αφορά αποκλειστικά την περίπτωση προσώπου «στο οποίο [εξακολουθεί να] εφαρμόζεται» στο έδαφός του κάποιο από τα προαναφερθέντα μέτρα, πράγμα το οποίο πρέπει να διακρίνεται από την περίπτωση προσώπου «το οποίο αποτελεί [ήδη] το αντικείμενο» ενός τέτοιου μέτρου. Η χρήση του ενεστώτα, και όχι του αορίστου, εκφράζει με σαφήνεια τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να περιορίσει τη χρήση της ευχέρειας αυτής στην ύπαρξη στερητικών ή περιοριστικών του δικαιώματος οδηγήσεως μέτρων τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν.
74. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας στα κράτη μέλη αποτελεί εξαίρεση από την αρχή της αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως που καθιερώνει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας. Επομένως, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις αυτές του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά.
75. Τέλος, πρέπει να υπομνηστεί ότι σκοπός της οδηγίας είναι ο καθορισμός ενός κοινοτικού προτύπου αδείας οδηγήσεως και η καθιέρωση ενός συστήματος αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εν λόγω αδειών χωρίς υποχρέωση αντικαταστάσεως, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο έδωσαν τις εξετάσεις για να αποκτήσουν άδεια οδηγήσεως (44) . Επομένως, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του συστήματος που καθιερώνει η οδηγία. Θα αποτελούσε αυτόχρημα αναίρεση της αρχής αυτής το να θεωρηθεί ότι ένα κράτος μέλος δικαιούται να επικαλείται τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας προκείμενου να αντιτάσσεται επ’ αόριστον ή επ’ άπειρον στην αναγνώριση αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος (45) .
76. Εξάλλου, υπενθυμίζω ότι από το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας προκύπτει ότι, οσάκις κράτος μέλος επιθυμεί να προσαρμόσει την εθνική νομοθεσία του στις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας, πρέπει να λάβει τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής. Η απαίτηση αυτή μπορεί να διασφαλίσει ότι οι μελετώμενες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας εντάσσονται ορθώς στο πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας. Προς τούτο, πρέπει η σύμφωνη αυτή γνώμη να έχει από νομικής απόψεως δεσμευτικό χαρακτήρα, ήτοι να μην περιορίζεται σε μια σιωπηρή στάση ή στη διατύπωση ανεπίσημης γνώμης, όπως αυτό συνέβη στην περίπτωση της επίμαχης γερμανικής ρυθμίσεως στη διαφορά που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης (46) .
77. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι οι διατάξεις των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 4, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δικαιούται να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος αν οι αρχές αυτού του πρώτου κράτους μέλους έχουν επιβάλει στον κάτοχο της εν λόγω αδείας το μέτρο του περιορισμού, της αναστολής, της αφαιρέσεως ή της καταργήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως, μόνο στον βαθμό που ένα τέτοιο μέτρο δεν έχει πλήρως εκτελεστεί και, ως εκ τούτου, εξακολουθεί να ισχύει.
V – Πρόταση
78. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Amtsgericht Frankenthal (Pfalz) ως εξής:
«1) Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, παράγραφος 2, 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται να αρνηθεί την αναγνώριση αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος με το αιτιολογικό ότι, κατά την άποψή του, ο κάτοχος της εν λόγω αδείας δεν είχε την συνήθη διαμονή του σ’ αυτό το τελευταίο κράτος μέλος κατά την έκδοση της εν λόγω αδείας.
2) Αντιθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, της ανωτέρω οδηγίας, ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην αναγνώριση αυτή αν οι αρχές αυτού του κράτους μέλους έχουν επιβάλει στον κάτοχο της εν λόγω αδείας το μέτρο του περιορισμού, της αναστολής, της αφαιρέσεως ή της καταργήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως, μόνο στον βαθμό που ένα τέτοιο μέτρο δεν έχει πλήρως εκτελεστεί και, ως εκ τούτου, εξακολουθεί να ισχύει.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως (ΕΕ ειδ. εκδ. 13/010, σ. 89).
3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως (ΕΕ L 237, σ. 1, στο εξής: οδηγία).
4 – Άρθρο 6 της οδηγίας.
5 – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
6 – Αυτόθι.
7 – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας. Το άρθρο 9 ορίζει ότι ως «κανονική διαμονή» νοείται ο τόπος όπου ένα πρόσωπο διαμένει συνήθως, ήτοι επί 185 τουλάχιστον ημέρες ανά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών ή επαγγελματικών δεσμών, ή, όταν πρόκειται για άτομο χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών, που συνεπάγονται στενή σχέση του με τον τόπο όπου κατοικεί. Διευκρινίζεται ότι ως κανονική διαμονή ενός ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο διαφορετικό από εκείνον των προσωπικών του δεσμών, και το οποίο, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, υποχρεούται να διαμένει εναλλάξ σε διαφορετικούς τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη, θεωρείται ο τόπος στον οποίο βρίσκονται οι προσωπικοί του δεσμοί, υπό τον όρο ότι το άτομο αυτό επιστρέφει εκεί τακτικά (η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν χρειάζεται να πληρούται, όταν το άτομο διαμένει σε ένα κράτος μέλος για την εκτέλεση αποστολής συγκεκριμένης διάρκειας).
8 – Άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας.
9 – .Bundesgesetzblatt 1999 I, 2214. Οι διατάξεις της κανονιστικής αυτής πράξεως που είναι κρίσιμες για τη διαφορά που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης τροποποιήθηκαν ελάχιστα με την κανονιστική πράξη της 7ης Αυγούστου 2002 η οποία άρχισε να ισχύει από 1ης Σεπτεμβρίου 2002.
10 – Άρθρο 28, παράγραφος 4, σημείο 2, του FeV. Παρεμφερείς διατάξεις προέβλεπε ήδη το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της Verordnung zur Umsetzung der Richtlinie 91/439/ EWG des Rates vom 29 Juli 1991 über den Führerschein und zur Änderung straßenverkehrsrechtlicher Vorschriften (Bundesgesetzblatt 1991 I, σ. 885, στο εξής: κανονιστική πράξη για τη μεταφορά της οδηγίας). Η κανονιστική αυτή πράξη η οποία εκδόθηκε στις 19 Ιουνίου 1996 ίσχυσε από την 1η Ιουλίου 1996 έως την 31η Δεκεμβρίου 1998 (μέχρις ενάρξεως της ισχύος της FeV η οποία την αντικατέστησε).
11 – Άρθρο 28, παράγραφος 4, σημείο 3, της FeV.
12 – Άρθρο 28, παράγραφος 4, σημείο 4, της FeV.
13 – Στο γερμανικό δίκαιο, η αφαίρεση της αδείας (Entziehung) συνεπάγεται αυτομάτως την απώλεια ή την κατάργηση του δικαιώματος οδηγήσεως, και όχι την απλή αναστολή του. Το μέτρο της αφαιρέσεως συνοδεύεται οπωσδήποτε από την απαγόρευση λήψεως νέας αδείας για ορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο καθορίζει το δικαστήριο (περίοδος απαγορεύσεως). Μετά το πέρας του χρονικού αυτού διαστήματος, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του οδηγήσεως μόνον αν το επιτρέψουν οι αρμόδιες αρχές και αφού επιτύχει σε ορισμένες δοκιμασίες ικανότητας.
14 – Για ορισμένα παραδείγματα της περιπτώσεως αυτής βλ. μεταξύ άλλων τη διάταξη του Bundesgerichtshof της 20ής Ιουνίου 2002 (4 StR 371/01, NJW 2002, σ. 2330).
15 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, μεταξύ άλλων την προπαρατεθείσα διάταξη του Bundesgerichtshof (III, σκέψη 2).
16 – Από το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως για τη μεταφορά της οδηγίας προκύπτει ότι ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, από τον οποίο προηγουμένως είχε αφαιρεθεί προσωρινώς η γερμανική άδεια του οδηγήσεως ή ο οποίος δεν μπορούσε να λάβει άδεια οδηγήσεως δυνάμει τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, δεν είχε το δικαίωμα να οδηγεί όχημα εντός της Γερμανίας ενόσω ίσχυε το μέτρο αυτό. Από της λήξεως της εν λόγω περιόδου, ο ενδιαφερόμενος μπορούσε αυτομάτως να χρησιμοποιήσει στη Γερμανία την άδειά του οδηγήσεως που είχε εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος.
17 – Εντούτοις, η κανονιστική απόφαση της 7ης Αυγούστου 2002, η οποία άρχισε να ισχύει από 1ης Σεπτεμβρίου 2002, προέβλεπε τη δυνατότητα τερματισμού αυτής της καταστάσεως απώλειας του σχετικού δικαιώματος. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 5, της FeV, όπως τροποποιήθηκε, οι γερμανικές αρχές μπορούν να επιτρέψουν την οδήγηση στη Γερμανία βάσει αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος οσάκις ο ενδιαφερόμενος υποβάλει σχετικό αίτημα υπό την προϋπόθεση ότι δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι για τους οποίους του αφαιρέθηκε η άδεια οδηγήσεως. Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν ακριβώς την περίπτωση κατά την οποία οι γερμανικές αρχές αφαίρεσαν την άδεια οδηγήσεως από τον κάτοχο γερμανικής αδείας οδηγήσεως, αυτός δε απέκτησε στη συνέχεια νέα άδεια οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος.
18 – Το σημείο αυτό τονίστηκε για πρώτη φορά με την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 16/65, Schwarze (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 191).
19 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 59), της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. Ι-2099, σκέψη 38), της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-153/00, Der Weduwe (Συλλογή 2002, σ. Ι-11319, σκέψη 31), και της 21ης Ιανουαρίου 2003, C-318/00, Bacardi-Martini και Cellier des Dauphins (Συλλογή 2003, σ. 1905, σκέψη 41).
20 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 21), και τις προπαρατεθείσες αποφάσεις PreussenElektra (σκέψη 39), Der Weduwe (σκέψη 39) και Bacardi?-Martini και Cellier des Dauphins (σκέψη 42).
21 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Bosman (σκέψη 61), και τις αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2000, C-437/97, EKW και Wein & Co. (Συλλογή 2000, σ. Ι-1157, σκέψη 52), της 13ης Ιουλίου 2000, C-36/99, Idéal tourisme (Συλλογή 2000, σ. Ι-6049, σκέψη 20), και της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital (Συλλογή 2002, σ. Ι-607, σκέψη 19).
22 – Βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6), και ιδίως τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gulmann επί της ανωτέρω υποθέσεως (σημεία 5 έως 21). Βλ., επίσης, τις διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. Ι-1085, σκέψη 6), και της 9ης Αυγούστου 1994, C-378/93, La Pyramide (Συλλογή 1994, σ. Ι-3999, σκέψη 14).
23 – Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το ζήτημα που αφορά την ratione temporis εφαρμογή του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, από την ανάγνωση της προπαρατεθείσας διατάξεως του Bundesgerichtshof, της 20ής Ιουνίου 2002, υποθέτω ότι το FeV έχει εφαρμογή στην περίπτωση του F. Kapper, αποκλειομένης της εφαρμογής της κανονιστικής πράξεως σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας.
24 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-67/96, Albany (Συλλογή 1999, σ. Ι-5751, σκέψη 40), και της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-35/99, Arduino (Συλλογή 2002, σ. Ι-1529, σκέψεις 28 και 29), καθώς και τις προτάσεις μου επί της ανωτέρω υποθέσεως (σημείο 30).
25 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, C-246/00, Συλλογή 2003, σ. Ι‑7485, Ι‑7487, σημείο 38).
26 – C-193/94, Συλλογή 1996, σ. Ι-929, σκέψη 26.
27 – C-230/97, Συλλογή 1998, σ. I-6781 (σκέψη 41).
28 – Σκέψεις 60 και 61.
29 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της προπαρατεθείσας υποθέσεως Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σημείο 42).
30 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σκέψη 75). Στην υπόθεση αυτή, η στρεφόμενη κατά του Βασιλείου των Κάτω Χωρών αιτίαση ήταν ότι είχε θεσπίσει ένα υποχρεωτικό σύστημα καταχωρίσεως των αδειών οδηγήσεως που χορηγούσαν τα λοιπά κράτη μέλη, ένα έτος μετά την εγκατάσταση του κατόχου της αδείας αυτής στο ολλανδικό έδαφος, καθώς και ότι είχε προβλέψει μια διαδικασία καταχωρίσεως η οποία, λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα της, ουδόλως διέφερε από μια διαδικασία αντικαταστάσεως της αδείας οδηγήσεως. Ο περίπλοκος χαρακτήρας της εν λόγω διαδικασίας αφορούσε, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο κάτοχος της προς καταχώριση αδείας οδηγήσεως έπρεπε να αποδείξει στις ολλανδικές αρχές ότι, κατά το έτος εκδόσεως της εν λόγω αδείας, διέμενε επί τουλάχιστον 185 ημέρες στο κράτος μέλος που εξέδωσε την άδεια οδηγήσεως ή ότι ήταν εγγεγραμμένος επί τουλάχιστον έξι μήνες σε σχολείο ή σε πανεπιστήμιο του κράτους αυτού.
31 – Σκέψη 74.
32 – Αυτόθι.
33 – Βλ., στο πνεύμα αυτό, την ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής για την κοινοτική άδεια οδήγησης (ΕΕ 2002, C 77, σ. 5, μέρος ΙΙ, υπό Γ.2).
34 – Είναι εξαιρετικά πιθανό η διαφορά που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης να μην αφορά μια τέτοια κατάσταση. Πράγματι, εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει ότι οι γερμανικές αρχές αντάλλαξαν πληροφορίες με τις ολλανδικές αρχές σχετικά με την άδεια οδηγήσεως που αυτές χορήγησαν στον F. Kapper. Επιπλέον, μολονότι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο ενδιαφερόμενος προέβαλε ότι είχε διαμείνει οκτώ μήνες στις Κάτω Χώρες, κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αδείας, και ότι στη συνέχεια επέστρεψε στη Γερμανία όπου διαμένει επί του παρόντος, το στοιχείο αυτό δεν κατέστη δυνατόν ούτε να επιβεβαιωθεί ούτε να διαψευσθεί από την Ολλανδική Κυβέρνηση η οποία δεν παρέστη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (ούτε εξάλλου από τη Γερμανική Κυβέρνηση η οποία επίσης δεν παρέστη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση) και, ως εκ τούτου, δεν γνωρίζουμε αν αποδείχθηκε ότι ο F. Kapper δεν πληρούσε την εν λόγω προϋπόθεση του τόπου διαμονής. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, για λόγους εξαντλητικής πραγματεύσεως του ζητήματος, πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση αυτή.
35 – Υπόθεση 130/88, Συλλογή 1989, σ. 3039.
36 – Οδηγία του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1964 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 2340 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και Βιοτεχνία) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 38).
37 – Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Van de Bijl (σκέψη 14).
38 – Αυτόθι, σκέψη 27.
39 – Φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την ανωτέρω άποψη αν ληφθεί υπόψη η προπαρατεθείσα ερμηνευτική ανακοίνωσή της. Οι συνέπειες από την παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας είναι ταυτόσημες με αυτές της παραβάσεως του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄.
40 – Αντίθετα με όσα διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής (μέρος ΙΙ, Γ.2.3), φρονώ ότι, ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι δεν επληρούτο η προϋπόθεση του τόπου κατοικίας που προβλέπει η οδηγία, το κράτος μέλος δεν είναι αρμόδιο να ακυρώσει, με συνέπειες επί του εδάφους του, άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος (υπάρχει η δυνατότητα να την επιστρέψει στη συνέχεια στο κράτος εκδόσεώς της προκειμένου αυτό να προβεί στην ακύρωσή της με αποτελέσματα επί του εδάφους όλων των κρατών μελών). Πράγματι, τα αποτελέσματα ενός τέτοιου μέτρου ακυρώσεως θα ήσαν σε μεγάλο βαθμό παρεμφερή με αυτά μιας αποφάσεως αρνήσεως αναγνωρίσεως της αδείας.
41 – Αντίθετα προς την αρχή στην οποία στηρίζεται η διάταξη περί παραπομπής.
42 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, την προπαρατεθείσα ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής (μέρος ΙΙ, Γ.2.1).
43 – Τουλάχιστον στην ιταλική και τη γαλλική μετάφραση.
44 – Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Το Δικαστήριο τόνισε τη σημασία της αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως τόσο ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων όσο και ως προς την ελευθερία εγκαταστάσεως και ως προς την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (σκέψη 23).
45 – Παρατηρώ ότι, όπως φαίνεται, αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί τελικώς βάσει της γερμανικής νομοθεσίας (του FeV), όπως αυτή εφαρμόζεται μέχρι σήμερα από τα εθνικά δικαστήρια. Βλ., συναφώς, τα σημεία 12 και 13 των προτάσεών μου.
46 – Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας η Επιτροπή έχει ήδη μεριμνήσει να τυποποιήσει τη σύμφωνη γνώμη της υπό τη μορφή αποφάσεως (απόφαση 2000/275/ΕΚ, της 21ης Μαρτίου 2000, για την ισοδυναμία μεταξύ ορισμένων κατηγοριών αδειών οδήγησης, ΕΕ L 91, σ. 1). Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύσει και όσον αφορά τη σύμφωνη γνώμη που προβλέπει το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας
Full & Egal Universal Law Academy