ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 11ης Σεπτεμβρίου 2003(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-482/01 και C-493/01
Γεώργιος Ορφανόπουλος (C-482/01)
κατά
Land Baden-Württemberg
και
[Αίτηση του Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Raffaele Oliveri (C-493/01)
κατά
Land Baden-Württemberg
[Αίτηση του Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Ερμηνεία του άρθρου 39 ΕΚ – Περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων για λόγους δημοσίας τάξεως – Απέλαση από το έδαφος κράτους μέλους κατόπιν καταδίκης λόγω χρήσεως ναρκωτικών και κινδύνου υποτροπής – Διάρκεια της διαμονής του μισθωτού εργαζομένου – Συμφέρον της συζύγου και των τέκνων του – Ερμηνεία των άρθρων 3 και 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ – Μη εξέταση της σκοπιμότητας
Table des matières I – Εισαγωγή II – Το νομικό πλαίσιο Α – Το κοινοτικό δίκαιο Β – Το εθνικό δίκαιο III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία στα πλαίσια της κύριας δίκης Α – Στην υπόθεση C-482/01 Β – Στην υπόθεση C-493/01 IV – Τα ナποβληθέντα ερωτήματα Α – Στην υπόθεση C-482/01 Β – Στην υπόθεση C-493/01 V – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-482/01 Α – Τα κύρια επιχειρήματα των ενδιαφερομένων Νομική εκτίμηση 1. Τα όρια που θέτει η οδηγία 64/221 2. Ο σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ VI – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-482/01 A – Τα κύρια επιχειρήματα των ενδιαφερομένων B – Νομική εκτίμηση 1. Η αναγκαιότητα διατυπώσεως γνώμης μιας αρμόδιας αρχής 2. Η απόφαση του Verwaltungsgericht είναι απόφαση ανεξάρτητης αρχής; VII – Επί του πρώτου ερωτήματος στην υπόθεση C-493/01 Α – Τα ουσιώδη επιχειρήματα των ενδιαφερομένων Β – Νομική εκτίμηση 1. Επί του παραδεκτού του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος 2. Επί του βασίμου του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος VIII – Επί του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-493/01 Α – Τα ουσιώδη επιχειρήματα των ενδιαφερομένων Β – Νομική εκτίμηση IX – Πρόταση Α – Στην υπόθεση C-482/01 Β – Στην υπόθεση C-493/01
I – Εισαγωγή
1. Οι δύο αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως αναφέρονται στην εξουσία των κρατών μελών να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων για λόγους δημοσίας τάξεως, ιδίως να εκδιώκουν από το έδαφός τους προς άλλο κράτος μέλος κοινοτικούς υπηκόους λόγω ορισμένων παραβάσεων. Πρόκειται συναφώς για την ερμηνεία του άρθρου 39 ΕΚ και της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας (2) (στο εξής: οδηγία 64/221).
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Α – Το κοινοτικό δίκαιο
2. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί αφενός την ερμηνεία του άρθρου 39 ΕΚ, ήτοι της πλέον σημαντικής διατάξεως του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου αναφορικά με την ελεύθeρη κυκλοφορία των εργαζομένων. Πρόκειται ιδίως για τη ρήτρα που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 3 της διατάξεως αυτής και αφορά τους περιορισμούς που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει αφετέρου ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 64/221.
3. Στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 64/221 προβλέπονται τα εξής:
«1. Τα μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που αφορούν.
2. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν δύνανται καθ’ εαυτές να αιτιολογήσουν την λήψη παρόμοιων μέτρων.»
4. Το άρθρο 9 της οδηγίας 64/221 προβλέπει τα εξής:
«1. Αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στην νομιμότητα της αποφάσεως ή αν δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, η απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή η απόφαση περί απομακρύνσεως του κατόχου αδείας διαμονής από την επικράτεια λαμβάνεται από την διοικητική αρχή –εκτός επειγουσών περιπτώσεων– μόνο κατόπιν γνώμης αρμοδίας αρχής της χώρας υποδοχής, ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να προβάλλει τα μέσα υπερασπίσεώς του και να δύναται να επικουρείται ή να εκπροσωπείται κατά τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.
Η αρχή αυτή πρέπει να είναι άλλη από εκείνη που έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει την απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή την απόφαση περί απομακρύνσεως.
2. Οι αποφάσεις περί αρνήσεως εκδόσεως της πρώτης αδείας διαμονής, καθώς και οι αποφάσεις περί απομακρύνσεως προ της εκδόσεως της εν λόγω αδείας υποβάλλονται προς εξέταση, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, στην αρχή εκείνη, η προηγουμένη γνώμη της οποίας προβλέπεται από την παράγραφο 1. Ο ενδιαφερόμενος επιτρέπεται τότε να αναλάβει αυτοπροσώπως την υπεράσπισή του, εκτός αν λόγοι ασφαλείας του Κράτους αντιτίθενται στην υπεράσπιση αυτή.»
Β – Β – Το εθνικό δίκαιο
5. Οι διατάξεις σχετικά με την είσοδο και τη διαμονή αλλοδαπών στη γερμανική επικράτεια περιλαμβάνονται στον Gesetz zur Neuregelung des Ausländerrechts (3) (νόμος περί αλλοδαπών, στο εξής: Ausländergesetz) καθώς και στον Gesetz über Einreise und Aufenthalt von Staatsangehörigen der Mitgliedstaaten der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft) (4) (νόμος περί εισόδου και διαμονής υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, στο εξής: Aufenthaltsgesetz/EWG). Σύμφωνα με το άρθρο του 2, παράγραφος 2, ο Ausländergesetz εφαρμόζεται στους αλλοδαπούς που απολαύουν ελεύθερης κυκλοφορίας κατ’ εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου μόνον αν το κοινοτικό δίκαιο και ο Aufenthaltsgesetz/ΕWG δεν περιλαμβάνουν αποκλίνουσες διατάξεις. Συναφώς, το άρθρο 15 του Aufenthaltsgesetz/ΕWG προβλέπει ότι ο Ausländergesetz και οι βάσει αυτού εκδοθέντες κανονισμοί εφαρμόζονται εφόσον ο Aufenthaltsgesetz/ΕWG δεν περιλαμβάνει αντίθετη διάταξη.
6. Το άρθρο 12 του Aufenthaltsgesetz/ΕWG, με το οποίο ρυθμίζονται οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας, προβλέπει τα εξής:
«(1) Εφόσον ο παρόν νόμος επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία και δεν προβλέπει περιοριστικά μέτρα στις προηγούμενες διατάξεις του, η απαγόρευση της εισόδου, τα μέτρα που περιορίζουν τη χορήγηση αδείας διαμονής ΕΚ ή την παράταση της ισχύος της, όπως προβλέπονται στα άρθρα 3, παράγραφος 5, 12, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος και 14 του Ausländergesetz, καθώς και η απέλαση ή η επαναφορά στα σύνορα των προσώπων που απαριθμούνται στο άρθρο 1 είναι νόμιμες μόνον για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (άρθρο 48, παράγραφος 3, άρθρο 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας). Οι αλλοδαποί στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής ΕΚ απεριόριστης διάρκειας μπορούν να απελαύνονται μόνον για σοβαρούς λόγους συνδεόμενους με τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη.
[…]
(3) Οι αποφάσεις ή τα μέτρα που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 επιτρέπεται να λαμβάνονται μόνον όταν ο αλλοδαπός δικαιολογεί τη λήψη τους λόγω της προσωπικής του συμπεριφοράς. Αυτό δεν ισχύει αναφορικά με τις αποφάσεις ή τα μέτρα που λαμβάνονται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας».
7. Ο Ausländergesetz προβλέπει τρία είδη απελάσεως: τη δυνατότητα απελάσεως (ή προαιρετική απέλαση), την κατ’ αρχήν απέλαση και την υποχρεωτική απέλαση.
8. Η προαιρετική απέλαση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 του Ausländergesetz, συνδέεται με την προσβολή κατά της δημοσίας ασφαλείας και τάξεως ή άλλων θεμελιωδών συμφερόντων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
9. Το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Ausländergesetz ρυθμίζει την αποκαλούμενη κατ’ αρχήν απέλαση, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει περιοριστική απαρίθμηση των λόγων για τους οποίους οι αλλοδαποί «κατά κανόνα απελαύνονται».
10. Το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Ausländergesetz ρυθμίζει την υποχρεωτική απέλαση, υπό την έννοια ότι προβλέπει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, υφίσταται υποχρέωση απελάσεως, η διάταξη αυτή έχει την εξής διατύπωση:
«(1) Ο αλλοδαπός υπήκοος απελαύνεται
1. όταν καταδικάστηκε, λόγω ενός ή περισσοτέρων εκ προθέσεως τελεσθέντων αδικημάτων, σε ποινή στερητική της ελευθερίας ή ποινή για ανηλίκους διαρκείας τουλάχιστον τριών ετών, ή, λόγω εκ προθέσεως τελεσθέντων αδικημάτων κατά τα πέντε τελευταία έτη, σε περισσότερες ποινές στερητικές της ελευθερίας ή ποινές για ανηλίκους, συνολικής διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, χωρίς αναστολή, ή, κατά την τελευταία καταδίκη, διατάχθηκε επιπροσθέτως η λήψη ασφαλιστικών μέτρων·
2. όταν καταδικάστηκε, σύμφωνα με τον Betäubungsmittelgesetz (νόμο περί ναρκωτικών) ή λόγω διαταραχής της δημοσίας ασφαλείας υπό τις συνθήκες που απαριθμούνται στο άρθρο 125 bis, δεύτερη περίοδος, του Strafgesetzbuch (ποινικού κώδικα), ή λόγω διαταραχής της δημοσίας ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 125 του ποινικού κώδικα λόγω συμμετοχής σε δημόσια συγκέντρωση ή απαγορευμένη πορεία, σε ποινή για ανηλίκους διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών χωρίς αναστολή ή σε ποινή στερητική της ελευθερίας χωρίς αναστολή (υποχρέωση απελάσεως).»
11. Το άρθρο 48, παράγραφος 1, σημείο 4, του Ausländergesetz προβλέπει για ορισμένους αλλοδαπούς ειδική προστασία κατά της απελάσεως. Εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, μεταξύ άλλων, οι αλλοδαποί υπήκοοι στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια παραμονής (σημείο 1) καθώς και οι αλλοδαποί που ζουν υπό καθεστώς οικογενειακής συνενώσεως με γερμανό υπήκοο (σημείο 4). Οι αλλοδαποί αυτοί «μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρου απελάσεως μόνον για πολύ σοβαρούς λόγους συνδεόμενους με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Σύμφωνα με τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου αυτής, συντρέχουν τέτοιοι λόγοι στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου». Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 47, παράγραφος 3, η υποχρέωση απελάσεως μπορεί να μετατραπεί σε κατ’ αρχήν υποχρέωση και η κατ’ αρχήν υποχρέωση σε προαιρετική απέλαση.
12. Οι υπήκοοι της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής απεριόριστης διάρκειας εξομοιώνονται με τα πρόσωπα τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, κατ’ εφαρμογήν του σημείου 48.1.0 της Allgemeine Verwaltungsvorschrift zum Ausländergesetz (5) (γενικές διοικητικές διατάξεις περί εφαρμογής του Ausländergesetz). Για τα πρόσωπα που απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 12 του Aufenthaltsgesetz/ΕWG.
13. Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ο αναλογικός χαρακτήρας του μέτρου, στο πλαίσιο δε της εξετάσεως αυτής πρέπει να λαμβάνεται επίσης υπόψη η προστασία του γάμου και της οικογένειας, που προβλέπεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ).
14. Στο άρθρο 8 του Ausländergesetz περιλαμβάνονται οι ειδικοί λόγοι για τους οποίους δεν χορηγείται άδεια διαμονής. Στην παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής μνημονεύεται, μεταξύ άλλων, ο περιορισμός της διάρκειας της απελάσεως.
15. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, στο ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης έπρεπε να εξετάζεται κατ’ αρχήν, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1999, η νομιμότητα και η σκοπιμότητα μιας διοικητικής πράξεως εμπεριέχουσας απόφαση περί απομακρύνσεως από την εθνική επικράτεια. Ωστόσο, από την 1η Ιουλίου 1999 (6) , τέτοια διαδικασία αποκλείεται όταν η οικεία διοικητική πράξη λαμβάνεται από Regierungspräsidium.
16. Το άρθρο 6 bis, πρώτη περίοδος, του Ausführungsgesetz zur Verwaltungsgerichtsordnung (εκτελεστικός νόμος του κώδικα διοικητικής δικονομίας, στο εξής: AGVwGO) προβλέπει πλέον τα εξής: «δεν απαιτείται προδικασία εφόσον το Regierungspräsidium εκδίδει τη διοικητική πράξη ή απορρίπτει την έκδοσή της».
17. Δεν διενεργείται συνεπώς έλεγχος της σκοπιμότητας τέτοιας αποφάσεως στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής εφόσον το Regierungspräsidium είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για τη λήψη αποφάσεως περί απελάσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Ausländer- und Asylverfahrenszuständigkeitsverordnung (κανονισμός περί δικαστικής αρμοδιότητας αναφορικά με τις υποθέσεις των αλλοδαπών και των αιτούντων άσυλο, στο εξής: AZuVO), τα Regierungspräsidien είναι αρμόδια για την απέλαση αλλοδαπών οι οποίοι έχουν διαπράξει αδικήματα όταν αυτοί έχουν φυλακιστεί κατόπιν δικαστικής αποφάσεως ή είναι προφυλακισμένοι επί χρονικό διάστημα πέραν της εβδομάδας.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία στα πλαίσια της κύριας δίκης
Α – Α – Στην υπόθεση C-482/01
18. Ο Γεώργιος Ορφανόπουλος γεννήθηκε το 1959, είναι Έλληνας υπήκοος και εισήλθε στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις 18 Αυγούστου 1972, στα πλαίσια των μέτρων για τη συνένωση των οικογενειών. Στη συνέχεια, υπήρξε κάτοχος αδειών διαμονής ορισμένου χρόνου. Το 1978, επανήλθε στην Ελλάδα για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Τον Σεπτέμβριο/Οκτώβριο του 1980 επέστρεψε στη Γερμανία. Το 1981 νυμφεύθηκε Γερμανίδα υπήκοο με την οποία απέκτησε τρία τέκνα, τα οποία είναι επίσης προσφεύγοντες στη διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Στη συνέχεια, έλαβε επανειλημμένα άδεια διαμονής ως κοινοτικός υπήκοος, η τελευταία δε από τις άδειες αυτές ίσχυσε μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1999. Στις 9 Νοεμβρίου 1999, ζήτησε την παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής κοινοτικού υπηκόου. Ο Γ. Ορφανόπουλος δεν έχει πλήρη επαγγελματική κατάρτιση, από δε το 1981 και εντεύθεν άσκησε διάφορες επαγγελματικές δραστηριότητες ως μισθωτός. Στον Γ. Ορφανόπουλο επιβλήθηκαν διάφορες ποινές με σειρά αποφάσεων του Amtsgericht Stuttgart.
19. Από τις 3 Φεβρουαρίου 1999 έως τις 5 Αυγούστου 1999, ο Γ. Ορφανόπουλος εξέτισε ποινή φυλακίσεως. Μετέπειτα, αναμίχθηκε επανειλημμένα σε υποθέσεις ναρκωτικών. Διήλθε το χρονικό διάστημα από τις 7 έως τις 25 Ιανουαρίου 2000 σε νοσοκομειακό ίδρυμα της Στουτγάρδης για αποτοξίνωση, στη συνέχεια δε εισήχθη προς θεραπεία σε ίδρυμα αποκαταστάσεως, από το οποίο αποβλήθηκε στις 15 Απριλίου 2000 λόγω υπερβολικής χρήσεως οινοπνεύματος. Στις 31 Μαΐου 2000, εισήχθη εκ νέου στο ανωτέρω ίδρυμα αποκαταστάσεως, από όπου και εκδιώχθηκε στις 29 Ιουνίου 2000 για πειθαρχικούς λόγους, επειδή βρέθηκε θετικός στη βενζοδιαζεπίνη. Από τις 11 Σεπτεμβρίου 2000, ο Γ. Ορφανόπουλος εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας κατόπιν των αποφάσεων του Amtsgeriht Stuttgart που εκδόθηκαν το 1994 και το 1998.
20. Με έγγραφα της υπηρεσίας αλλοδαπών του 1992, του 1997 και του 1998, ο Γ. Ορφανόπουλος προειδοποιήθηκε για το ενδεχόμενο απελάσεώς του.
21. Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ο Γ. Ορφανόπουλος είναι ναρκομανής από δεκαπενταετίας. Από το 1994, δεν έκανε χρήση ναρκωτικών μόνο για περίοδο περίπου ενάμισι έτους. Στις αρχές του 2000, υποβλήθηκε σε θεραπεία αποτοξινώσεως και στη συνέχεια προσπάθησε δύο φορές να υποβληθεί σε θεραπεία απεξαρτήσεως με την εισαγωγή σε νοσοκομειακό ίδρυμα. Οι δύο αυτές προσπάθειες δεν απέδωσαν αποτελέσματα, δεδομένου ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει προώρως το θεραπευτικό ίδρυμα. Σύμφωνα με την έκθεση του ιδρύματος αυτού, ο Γ. Ορφανόπουλος απέκτησε εν τω μεταξύ συνείδηση της εξαρτήσεώς του από τα ναρκωτικά, δεν προκύπτει ωστόσο ότι η συνειδητοποίηση αυτή μπορεί να τον οδηγήσει σε πλήρη απομάκρυνση από τη χρήση ναρκωτικών. Από τις παραβάσεις τις οποίες διέπραξε ήδη προκύπτει επίσης σαφώς ότι ο Γ. Ορφανόπουλος ρέπει προς τη χρήση βίας μετά από τη λήψη ισχυρής δόσεως οινοπνεύματος. Δεν κατέβαλε όμως μέχρι σήμερα καμία προσπάθεια απεξαρτήσεως από το οινόπνευμα. Σύμφωνα με την έκθεση του θεραπευτικού ιδρύματος, ουδόλως δέχεται ότι έχει πρόβλημα αλκοολισμού, δεν επιθυμεί δε και δεν είναι σε θέση να υποβληθεί σε θεραπεία της εξαρτήσεώς του από το οινόπνευμα. Λόγω της συνεχιζόμενης εξαρτήσεώς του από τα ναρκωτικά και το οινόπνευμα, στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ότι υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος διαπράξεως περαιτέρω αδικημάτων. Τον Γ. Ορφανόπουλο δεν συνέτισε η προειδοποίηση λήψεως μέτρων ποινικού χαρακτήρα ή μέτρων βάσει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών, αυτός δε και οι κόρες του ουδέποτε αμφισβήτησαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος υποτροπής.
22. Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2001, το Regierungspräsidium Stuttgart αποφάσισε την απέλαση του Γ. Ορφανόπουλου από τη γερμανική επικράτεια, απέρριψε την αίτησή του να παραταθεί η διάρκεια της ισχύος της αδείας διαμονής του ως κοινοτικού υπηκόου και να του χορηγηθεί νέα άδεια διαμονής και απείλησε να τον εκδιώξει στην Ελλάδα, χωρίς να τάξει προθεσμία. Συγχρόνως, κοινοποιήθηκε στον Γ. Ορφανόπουλο ότι η απέλασή του να θα πραγματοποιείτο μετά την αποφυλάκισή του. Στις 21 Μαρτίου 2001, ο Γ. Ορφανόπουλος και οι κόρες του άσκησαν προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής. Τον Μάρτιο του 2002, το απομένον μέρος της ποινής του Γ. Ορφανόπουλου μετετράπη σε φυλάκιση με αναστολή. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Landgericht το οποίο αποφάσισε την αναστολή του υπολοίπου της ποινής, ο Γ. Ορφανόπουλος επέδειξε κατά τη φυλάκισή του καλή συμπεριφορά και δέχθηκε επιπλέον να υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή.
23. Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες επί του κατά πόσον η απέλαση είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο, ήτοι με το άρθρο 39, παράγραφοι 1 και 3, ΕΚ. Η απόφαση του Regierungspräsidium είναι μεν σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αλλά είναι αμφίβολος ο αναλογικός χαρακτήρας της απελάσεως, λαμβανομένης υπόψη της μακράς διάρκειας της διαμονής του Γ. Ορφανόπουλου στη Γερμανία. Επιπλέον, η απέλασή του θα καθιστούσε σαφώς δυσχερέστερη την οικογενειακή ζωή με τη σύζυγό του, δεδομένου ότι δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από αυτήν να μετακομίσει στην Ελλάδα. Τίθεται επομένως το ερώτημα αν η απέλαση αυτή είναι συμβατή με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η απέλαση θα μπορούσε να συνιστά παράβαση των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 9 της οδηγίας 64/221.
Β – Β – Στην υπόθεση C-493/01
24. Ο Raffaele Oliveri γεννήθηκε στη Γερμανία το 1977 και είναι Ιταλός υπήκοος. Έκτοτε διαμένει αδιαλείπτως στη Γερμανία. Δεν ολοκλήρωσε κάποιου είδους σπουδές για την επαγγελματική κατάρτισή του. Είναι από μακρού χρόνου ναρκομανής, έχει δε καταδικαστεί μεταξύ άλλων σε διάφορες ποινές.
25. Ο R. Oliveri έλαβε στις 14 Μαΐου 1999 έγγραφη προειδοποίηση, βάσει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών, αναφορικά με τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η συμπεριφορά του. Από τις 18 Νοεμβρίου 1999, εξέτισε σε σωφρονιστικό ίδρυμα ποινές στερητικές της ελευθερίας που είχαν επιβληθεί με δύο αποφάσεις του 1999, καθώς και διάφορες ποινές λόγω υποκαταστάσεως των χρηματικών ποινών με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Με απόφαση της 7ης Μαρτίου 2000 της εισαγγελίας της Στουτγάρδης, ανεστάλη από τις 9 Μαρτίου 2000 η εκτέλεση των ποινών που είχαν επιβληθεί με δύο αποφάσεις του 1999 για το διάστημα της θεραπείας του σε μονάδα αποτοξινώσεως. Ο R. Oliveri διέκοψε τη θεραπεία αυτή μετά από μία εβδομάδα περίπου. Κατόπιν αυτού, ανακλήθηκε η αναστολή της εκτελέσεως των ποινικών αποφάσεων. Στις 24 Απριλίου 2000, ο R. Oliveri συνελήφθη εκ νέου και βρίσκεται έκτοτε υπό κράτηση.
26. Με απόφαση της 29ης Αυγούστου 2000, το Regierungspräsidium Stuttgart απέλασε τον R. Oliveri και τον απείλησε να τον εκδιώξει στην Ιταλία, χωρίς να θέσει προθεσμία για την εκούσια έξοδό του από τη χώρα. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2000, ο R. Oliveri άσκησε προσφυγή.
27. Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2001, η ιατρική υπηρεσία του σωφρονιστικού καταστήματος εντός του οποίου ο R. Oliveri εξέτιε την ποινή του ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές ότι αυτός είχε προσβληθεί από τον ιό ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS) και ότι από τον Μάρτιο του 2001 βρίσκεται στο στάδιο εκδηλώσεως της ασθένειας. Από τον Μάιο του 2001 υποβάλλεται σε εντατική θεραπεία, η θεραπεία αυτή όμως δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο R. Oliveri δεν μπορεί να τύχει στην Ιταλία της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στην οποία πρέπει να υποβληθεί ένας βαρέως ασθενών που είναι πιθανό να πεθάνει σύντομα.
28. Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το συμβατό της απελάσεως με το άρθρο 39, παράγραφοι 1 και 3, ΕΚ και με το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221. Συγκεκριμένα, το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Ausländergesetz δεν προβλέπει εξέταση συγκεκριμένων περιπτώσεων. Τέλος, είναι αμφίβολο αν συμφωνεί με την αρχή της αναλογικότητας, κατά πάγια νομολογία του Bundesverwaltungsgericht, το γεγονός ότι ο R. Oliveri δεν μπορεί να επικαλεστεί ουσιώδη στοιχεία αναφορικά με την υγεία του που θα μπορούσαν να είναι αποφασιστικά για τη λήψη αποφάσεως επί της απελάσεώς του.
IV – Τα υποβληθέντα ερωτήματα
29. Το Verwaltungsgericht Stuttgart ανέστειλε τη διαδικασία σε αμφότερες τις υποθέσεις και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
Α – Α – Στην υπόθεση C-482/01
«1) Ο λόγω αδικήματος αντιβαίνοντος στον νόμο περί ναρκωτικών διαταχθείς περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας ενός αλλοδαπού υπηκόου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με μακροχρόνια διαμονή στο κράτος υποδοχής κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 3, ΕΚ, για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, είναι σύμφωνος με το κοινοτικό δίκαιο αν, βάσει της προσωπικής συμπεριφοράς του εν λόγω υπηκόου, είναι δικαιολογημένο να αναμένεται ότι αυτός θα διαπράξει και στο μέλλον αδικήματα και αν δεν είναι ευλόγως δυνατό να απαιτηθεί από τον σύζυγο του εν λόγω υπηκόου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και από τα τέκνα του να ζήσουν στο κράτος προελεύσεώς του;
2) Αντίκειται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, μια εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει πλέον διαδικασία ενστάσεως, κατά την οποία διενεργείται επίσης εξέταση της σκοπιμότητας, έναντι αποφάσεως διοικητικής αρχής περί απομακρύνσεως από την επικράτεια του κράτους υποδοχής ενός κατόχου αδείας διαμονής, αν δεν έχει ιδρυθεί αρχή ανεξάρτητη από τη διοικητική αρχή η οποία λαμβάvει την απόφαση περί απομακρύνσεως;»
Β – Β – Στην υπόθεση C-493/01
«1) Αντιβαίνει στο άρθρο 39 ΕΚ και στο άρθρο 3 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1964 εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τις διοικητικές αρχές να απελαύνουν πολίτες που έχουν την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών λόγω τελεσίδικης καταδίκης τους, βάσει του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών, σε σωφρονιστική ποινή ανηλίκων τουλάχιστον δύο ετών ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή για την εκ προθέσεως τέλεση αξιόποινης πράξεως;
2) Πρέπει το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1964 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της νομιμότητας της απελάσεως του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα πραγματικά περιστατικά καθώς και η θετική εξέλιξη του ενδιαφερομένου που σημειώθηκαν μετά την τελευταία διοικητική απόφαση;»
V – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-482/01
Α – Α – Τα κύρια επιχειρήματα των ενδιαφερομένων
30. Ο Γ. Ορφανόπουλος εκκινεί από τη διαπίστωση ότι το κοινοτικό δίκαιο παρέχει ευρεία προστασία κατά της απελάσεως. Παραπέμπει συναφώς στο δίκαιο που ισχύει στα λοιπά κράτη μέλη. Προβάλλει ότι η απέλαση πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου και όχι σε εκτιμήσεις γενικής προλήψεως. Κατά την άποψή του, δεν είναι ανεκτό να φέρουν τα οικεία πρόσωπα το βάρος της αποδείξεως ότι δεν συνιστούν κίνδυνο για την κοινωνία. Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη του ατόμου μετά την τέλεση του αδικήματος. Η απέλαση πρέπει επιπλέον να συνδέεται με το πταίσμα.
31. Πέραν αυτών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα όρια που θέτει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ήτοι το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής που διατυπώνεται στο άρθρο αυτό, η δε ικανότητα του ενδιαφερομένου να καθίσταται αντιληπτός από γλωσσική άποψη στη χώρα προελεύσεώς του δεν πρέπει συναφώς να αποτελεί κριτήριο επιτρέπον την απέλαση. Η απέλαση θα μπορούσε επιπλέον να έχει ως συνέπεια η καταχώριση των αδικημάτων που τελούνται από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο απελάσεως, να εξαλείφεται από το ποινικό τους μητρώο πολύ αργότερα από ό,τι ισχύει για τους υπηκόους της οικείας χώρας. Εκτός αυτού, η έννοια της δημοσίας τάξεως η οποία περιλαμβάνεται στην οδηγία 64/221 πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά.
32. Εν κατακλείδι, ο Γ. Ορφανόπουλος προτείνει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 39 ΕΚ απαγορεύει την απέλαση πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που είναι εγκατεστημένος επί σειρά ετών σε κράτος μέλος, πρέπει δε να εξετάζεται σε ποιο κράτος μέλος μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα η κοινωνική επανένταξή του.
33. Κατά το Regierungspräsidium Stuttgart, η νομιμότητα της απελάσεως εξαρτάται αποκλειστικά από το αν υφίσταται πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά την έννοια του Aufenthaltsgesetz. Πρέπει να διενεργείται συγκεκριμένη εκτίμηση υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Συναφώς, η απέλαση λόγω τελέσεως αδικήματος δεν είναι πάντοτε αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, έστω και αν πρόκειται για υπήκοο κράτους μέλους που είναι από μακρού εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και έστω και αν δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από τα μέλη της οικογενείας του να μεταφέρουν την κατοικία τους σε άλλο κράτος. Τέλος, το Regierungspräsidium Stuttgart προβάλλει ότι η παράβαση της ΕΣΔΑ δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
34. Η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έχουν μεταφερθεί ορθά στο γερμανικό δίκαιο. Επισημαίνει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να υφίσταται πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή που θίγει ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας. Όλα τα αδικήματα για τα οποία πρόκειται στην παρούσα περίπτωση πρέπει να θεωρούνται για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το ισχύον γερμανικό δίκαιο και ιδίως το άρθρο 12 του Aufenthaltsgesetz λαμβάνει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, το θεμελιώδες δικαίωμα προστασίας της οικογενείας κατά την έννοια του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 6 ΕΚ καθώς και τον χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεδομένου ότι προβλέπει την εξέταση κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.
35. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η έννοια «δημόσια τάξη» πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτόνομο και ομοιόμορφο στο κοινοτικό δίκαιο. Η Ιταλική Κυβέρνηση παραπέμπει περαιτέρω στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναφορικά με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Από το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 προκύπτει ότι η αυτόματη απέλαση είναι παράνομη, διότι οι εξαιρέσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά. Οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να επιβάλονται μόνον για λόγους ειδικής προλήψεως, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας. Η Ιταλική Κυβέρνηση καταλήγει κατά συνέπεια στο συμπέρασμα ότι μια εθνική διάταξη που προβλέπει την αυτόματη απέλαση υπηκόου άλλου κράτους μέλους βάσει και μόνον ποινικής καταδίκης του δεν είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο.
36. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 39 ΕΚ και 3 της οδηγίας 64/221 αντιτίθενται σε εθνικό κανόνα ο οποίος επιβάλλει κατά τρόπο δεσμευτικό στην εθνική διοίκηση να απελαύνει από την επικράτεια υπηκόους άλλων κρατών μελών καταδικασθέντες σε ορισμένες ποινές λόγω διαπράξεως ορισμένων αδικημάτων, χωρίς να εξετάζονται λεπτομερώς οι συνθήκες στις οποίες εντάσσεται η προσωπική συμπεριφορά του ατόμου.
37. Όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της απελάσεως, η Επιτροπή προβαίνει σε λεπτομερή ανάλυση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Είναι της γνώμης ότι η απέλαση δεν επιτρέπεται όταν είναι μεν δικαιολογημένη λόγω της συμπεριφοράς του οικείου προσώπου, αλλά δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από τον σύζυγο και τα τέκνα του οικείου κοινοτικού υπηκόου να ζήσουν στη χώρα προελεύσεώς του. Στηριζόμενη στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αναφερόμενη στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας του οποίου απολαύουν οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απέλαση αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
Νομική εκτίμηση
38. Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνεται με τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και στο Δικαστήριο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα ερμηνευτικά στοιχεία που του είναι αναγκαία ώστε να αποφανθεί επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί (7) .
39. Στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας στρεφόμενο κατά πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και, ειδικότερα, για απέλαση. Το ουσιώδες ζήτημα είναι συνεπώς ποια εξουσία εκτιμήσεως διαθέτουν τα κράτη μέλη αναφορικά με την προάσπιση της δημοσίας τάξεως.
40. Τίθεται κατ’ αρχήν το ερώτημα ποια πλεονεκτήματα θα συνεπήγετο για την Ευρωπαϊκή Ένωση η απέλαση από κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος. Σε τέτοια περίπτωση, η απομάκρυνση από το έδαφος κράτους μέλους καταλήγει στην πραγματικότητα σε «εξαγωγή των κινδύνων», δεδομένου ότι η πηγή του κινδύνου παραμένει εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
1. Τα όρια που θέτει η οδηγία 64/221
41. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (8) η έννοια «δημόσια τάξη», όταν προβάλλεται για να δικαιολογήσει εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, πρέπει να ερμηνεύεται από την άποψη του κοινοτικού δικαίου κατά τρόπο αυτόνομο και συσταλτικό, να υπόκειται δε στον έλεγχο του δικαστηρίου.
42. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας για λόγους δημοσίας τάξεως πρέπει να πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις.
43. Πρέπει, πρώτον, να υφίσταται «διατάραξη της κοινωνικής τάξεως». Πρέπει κατόπιν να υφίσταται πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή. Τρίτον, η απειλή αυτή πρέπει να θίγει θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (9) . Τέλος, κατά τη λήψη του μέτρου από το οικείο κράτος μέλος πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
44. Ενώ δεν αμφισβητείται ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται στην παρούσα υπόθεση, μπορεί να θεωρηθεί ότι η τρίτη πληρούται επίσης καθόσον πρόκειται για συνδεόμενα με τα ναρκωτικά αδικήματα τα οποία θίγουν κατά κανόνα ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.
45. Τίθεται το ερώτημα αν πληρούνται εν προκειμένω η δεύτερη και η τέταρτη προϋπόθεση. Εφόσον πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης για μέτρο το οποίο εμπίπτει στα πλαίσια της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας κατά την έννοια της οδηγίας 64/221, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις της οδηγίας αυτής. Η δεύτερη προϋπόθεση αναφορικά με την απειλή κατά της δημοσίας τάξεως πρέπει επομένως να εξεταστεί στα πλαίσια του άρθρου 3 της οδηγίας 64/221.
46. Σημείο εκκινήσεως αποτελεί η διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221, κατά την οποία [τα μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας] «πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που αφορούν». Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει συναφώς να λαμβάνεται υπόψη «ο κίνδυνος τον οποίο το οικείο πρόσωπο συνιστά για τη δημόσια τάξη» (10) . Απαιτείται να συντρέχει ενεστώσα και συγκεκριμένη απειλή, ήτοι να υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (11) είναι επομένως δυνατό να συναχθεί συνολικά ότι απαγορεύονται οι «γενικές εκτιμήσεις». Ως εκ τούτου, απαγορεύεται επίσης να λαμβάνονται υπόψη εκτιμήσεις γενικής προλήψεως, ήτοι να απελαύνεται ένα πρόσωπο βάσει τέτοιων εκτιμήσεων.
47. Μια περαιτέρω προϋπόθεση προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 64/221, κατά το οποίο «προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν δύνανται καθ’ εαυτές να αιτιολογήσουν τη λήψη παρόμοιων μέτρων».
48. Η διάταξη αυτή ερμηνεύεται από το Δικαστήριο υπό την έννοια ότι η κατά το ισχύον δίκαιο εκτίμηση των αλλοδαπών «δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκη με τις εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζεται η ποινική καταδίκη. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ποινικής καταδίκης μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον εφόσον από τις συνθήκες που οδήγησαν στην καταδίκη αυτή συνάγεται η ύπαρξη προσωπικής συμπεριφοράς που αποτελεί ενεστώσα απειλή για τη δημόσια τάξη (12) .
49. Όσον αφορά τα αδικήματα που τελούνται υπό την επήρεια ναρκωτικών, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς την ανωτέρω νομολογία του (13) . Συναφώς, μπορεί να κατά την άποψή μου να γίνει ευχερώς διάκριση μεταξύ των αδικημάτων που συνδέονται με τα ναρκωτικά και να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο εμπόριο επικίνδυνων ναρκωτικών, όπως π.χ. της ηρωίνης.
50. Από τη νομολογία μπορεί κατά συνέπεια να συναχθεί ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να στηρίζουν την απόφασή τους στην εκτίμηση της μελλοντικής συμπεριφοράς του οικείου προσώπου. Ο αριθμός και το είδος των καταδικών του ενδιαφερομένου μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο διενεργείται η εκτίμηση αυτή, ιδίως η βαρύτητα των τελεσθέντων αδικημάτων, αποτελούν συναφώς ένα σημαντικό στοιχείο. Επιπλέον, είναι ουσιώδες να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος υποτροπής, αλλά δεν αρκεί η μικρή πιθανότητα νέας διαταράξεως της δημοσίας τάξεως. Παραδείγματος χάριν, η πιθανότητα υποτροπής θα είναι μεγαλύτερη σε περίπτωση εξαρτήσεως από τα ναρκωτικά, κατά την οποία υφίσταται κίνδυνος διαπράξεως νέων αδικημάτων για την απόκτηση των αναγκαίων χρημάτων.
51. Ένα ουσιώδες στοιχείο κατά την εκτίμηση του κατά πόσο συντρέχει μελλοντικός κίνδυνος αποτελεί επίσης, όπως π.χ. στην υπόθεση της κύριας δίκης, το γεγονός ότι χορηγήθηκε αναστολή εκτελέσεως της ποινής. Συγκεκριμένα, αυτό αποδεικνύει ότι η συμπεριφορά του ενδιαφερομένου δεν παρουσιάζει πλέον κανένα συγκεκριμένο κίνδυνο. Επιπλέον, ενδεχόμενες ασθένειες, όπως η προσβολή από τον ιό της ανθρώπινης ανοσολογικής ανεπάρκειας ή η εκδήλωση της ασθένειας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση υπό την έννοια ότι, σε ακραίες περιπτώσεις, αντιτίθενται στην απέλαση.
52. Ως τέταρτη προϋπόθεση για να θεωρούνται νόμιμοι οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας για λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας, απαιτείται κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Συναφώς, τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει «να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να μην είναι δεσμευτικά πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού» (14) .
2. Ο σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ
53. Πέραν των διατάξεων της οδηγίας 64/221, οι εθνικές αρχές οφείλουν επίσης να τηρούν τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και από τα στοιχεία που προκύπτουν από τις διεθνείς συμβάσεις αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στη σύναψη των οποίων τα κράτη μέλη έχουν συμμετάσχει ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει. Μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία προστατεύονται στην κοινοτική έννομη τάξη περιλαμβάνεται και η ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η οποία επιβεβαιώθηκε με το άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΚ (15) .
54. Η παρούσα υπόθεση αφορά τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, επί του οποίου επέστησαν την προσοχή τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και ο Γ. Ορφανόπουλος, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Ιταλική Κυβέρνηση.
55. Πρέπει κατ’ αρχάς να δοθεί απάντηση στην ένσταση ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, μια διάταξη περί απελάσεως δεν εμπίπτει στον τομέα προστασίας του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, διότι δεν επηρεάζει αρνητικά κατά τρόπο άμεσο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Συγκεκριμένα, αντίθετα προς τις περιπτώσεις επί των οποίων αποφάνθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και οι οποίες αφορούσαν διαδικασία απελάσεως κατά το γαλλικό δίκαιο, η απέλαση κατά το γερμανικό δίκαιο δεν έχει, καθ’ εαυτή, ως συνέπεια τον πραγματικό χωρισμό του ενδιαφερομένου από τον σύζυγο και/ή τα τέκνα του. Το πρόσωπο το οποίο αφορά απέλαση κατά το γερμανικό δίκαιο θα μπορούσε π.χ. να εξακολουθήσει να διαμένει στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ζητώντας να τύχει της εφαρμογής μέτρου ανοχής. Επιπλέον, στον ενδιαφερόμενο θα μπορούσε να χορηγηθεί, μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, άδεια προσωρινής διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, η οποία θα μπορούσε να παραταθεί και να μετατραπεί σε άδεια διαρκούς διαμονής (16) .
56. Χωρίς να προβώ σε εκτίμηση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που στηρίζονται στο γαλλικό δίκαιο περί αλλοδαπών, αρκεί στο πλαίσιο αυτό να παραπέμψω στην εκ μέρους του ιδίου του Δικαστηρίου ερμηνεία του όρου «επέμβαση» κατά την έννοια του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Carpenter (17) , μπορεί να συντρέχει ήδη επέμβαση εκ του απλού γεγονότος της λήψεως αποφάσεως περί απελάσεως («decision to make a deportation order»), συγκεκριμένα, έστω και αν, στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο δεν αναφέρεται ρητώς παρά σε «απόφαση περί απελάσεως», στην υπόθεση της κύριας δίκης επρόκειτο για «απόφαση περί διαταγής απελάσεως». Μπορεί συνεπώς να συντρέχει ήδη επέμβαση ακόμη και όταν η διαταγή απελάσεως δεν έχει ακόμη δοθεί, ούτε κατά μείζονα λόγο έχει τεθεί σε εφαρμογή.
57. Κατά τη νομολογία τόσο του Δικαστηρίου όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η επέμβαση δεν μπορεί ωστόσο να συνιστά παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ παρά μόνον «αν δεν πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, δηλαδή αν δεν προβλέπεται εκ του νόμου, δεν επιβάλλεται από έναν ή περισσότερους νόμιμους στόχους που απαριθμούνται στην εν λόγω παράγραφο και δεν είναι απαραίτητη για μια δημοκρατική κοινωνία, δηλαδή δεν δικαιολογείται από επιτακτική κοινωνική ανάγκη και δεν είναι, ιδίως, ανάλογη προς τον νόμιμο στόχο που επιδιώκεται» (18) .
58. Πρέπει στη συνέχεια να εκτεθούν λεπτομερώς τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να διενεργηθεί ο έλεγχος της αναλογικότητας. Ο έλεγχος αυτός συνίσταται στη στάθμιση, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, των συμφερόντων του κράτους που λαμβάνει την απόφαση περί καταργήσεως του δικαιώματος διαμονής και των συμφερόντων του ενδιαφερομένου.
59. Βάσει ωστόσο της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να προβεί σε εκτίμηση επί συγκεκριμένου πραγματικού γεγονότος στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Απεναντίας, «στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται ο έλεγχος του ζητήματος εάν τα λαμβανόμενα εν προκειμένω μέτρα πράγματι αφορούν ατομική συμπεριφορά συνιστώσα πραγματικό και αρκούντως σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια και αν με τα εν λόγω μέτρα τηρείται, οπωσδήποτε, η αρχή της αναλογικότητας» (19) . Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται συνεπώς να εξετάσει αν, στα πλαίσια της διαδικασίας της κύριας δίκης, η απόφαση περί απελάσεως τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη τα ανωτέρω εκτεθέντα ερμηνευτικά στοιχεία.
60. Επομένως, όσον αφορά τον Γ. Ορφανόπουλο, πρέπει να εξετασθεί κατ’ αρχάς η προσωπική του κατάσταση. Πρέπει συναφώς να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό είναι ενσωματωμένος στη Γερμανία από οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική άποψη. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη η διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία, η ηλικία την οποία είχε όταν έφθασε στη Γερμανία καθώς και ο βαθμός γνώσεως της γλώσσας της χώρας προελεύσεώς του (20) .
61. Σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, πρέπει, δεύτερον, να εξετασθεί αν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από τα μέλη της οικογενείας του απελαυνομένου, ήτοι από τη σύζυγο και τα τέκνα του να ζήσουν στο κράτος προελεύσεώς του. Όσον αφορά αυτό το ζήτημα της σταθμίσεως των συμφερόντων, το αιτούν δικαστήριο κατέληξε ήδη στο συμπέρασμα, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, ότι τέτοια λύση δεν θα ήταν ανθρωπίνως ανεκτή στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει πλέον λόγος να εξεταστούν επί του σημείου αυτού τα σχετικά κριτήρια.
62. Τρίτον, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη η σοβαρότητα και ο αριθμός των αδικημάτων που διέπραξε ο ενδιαφερόμενος. Πρέπει να υπογραμμιστεί στο πλαίσιο αυτό γενικώς ότι τα αδικήματα που διαπράττονται υπό την επήρεια ναρκωτικών θεωρούνται ως βαρύτατα, πληρούν δε την τεθείσα από το Δικαστήριο προϋπόθεση, ήτοι θίγουν ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.
63. Όσον αφορά τις καταδικαστικές αποφάσεις έναντι του Γ. Ορφανόπουλου, πρέπει να επισημανθεί ότι με έξι από αυτές επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας. Η ποινή αυτή ήταν ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις πολύ σύντομης διάρκειας. Αλλά ακόμη και η συνολική διάρκεια των ποινών η οποία είναι ελαφρώς κατώτερη των πέντε ετών δεν αρκεί καθ’ εαυτή να δικαιολογήσει την απέλαση (21) , σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πρέπει εξάλλου να ληφθεί υπόψη στην παρούσα υπόθεση το γεγονός ότι το αρμόδιο δικαστήριο διέταξε την αναστολή εκτελέσεως της ποινής υπό την προϋπόθεση της μη υποτροπής.
64. Υπέρ της απελάσεως θα μπορούσε απεναντίας να συνηγορεί η επανειλημμένη υποτροπή, η οποία ωστόσο αφορά αδικήματα ήσσονος σημασίας. Τέλος, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξετάσει σε ποια χώρα είναι ευχερέστερη η κοινωνική ένταξη του ενδιαφερομένου.
65. Από την ανάγκη λήψεως υπόψη όλων αυτών των παραγόντων προκύπτει ότι πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στις αρχές των κρατών μελών να προβαίνουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σε στάθμιση των διακυβευομένων συμφερόντων, ακόμη και στα πλαίσια μιας κατ’ αρχήν, επιβεβλημένης απελάσεως κατά το γερμανικό δίκαιο. Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί βεβαίως την απόλυτη απαγόρευση της απελάσεως, αλλά το εθνικό δίκαιο, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, δεν επιτρέπεται να προβλέπει την απέλαση ως δεσμευτική έννομη συνέπεια.
66. Στην παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να διερευνηθεί αν οι ισχύουσες γερμανικές διατάξεις είναι αντίθετες προς την οδηγία 64/221, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι η αφηρημένη εξέταση του συμβατού δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
67. Εν πάση περιπτώσει, οι γερμανικές αρχές οφείλουν να ερμηνεύουν το γερμανικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών διατάξεων, κατά τρόπο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
68. Στο πρώτο ερώτημα προσήκει συνεπώς η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας ενός πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που διέμεινε επί πολλά έτη στο κράτος μέλος υποδοχής, ο οποίος επιβάλλεται κατόπιν παραβάσεως του γερμανικού νόμου περί ναρκωτικών για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, εφόσον με το μέτρο αυτό τηρείται η αρχή της αναλογικότητας κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ιδίως αν, βάσει της προσωπικής συμπεριφοράς του εν λόγω πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, είναι δικαιολογημένο να αναμένεται ότι θα διαπράξει αδικήματα και στο μέλλον, και αν είναι ανθρωπίνως ανεκτό να απαιτηθεί από τη σύζυγό του και τα τέκνα του να ζήσουν στο κράτος προελεύσεώς του.
VI – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-482/01
A – Τα κύρια επιχειρήματα των ενδιαφερομένων
69. Ο Γ. Ορφανόπουλος υποστηρίζει ότι η διαδικασία είναι πλημμελής από πολλές απόψεις. Πρώτον, ένα δικαστήριο ασκεί τον έλεγχό του όχι πριν, αλλά μετά τη λήψη του επίμαχου μέτρου, αυτό δε συνδέεται με πρόσθετα έξοδα. Επιπλέον, το ότι το Verwaltungsgericht δεν αποτελεί αρμόδια αρχή προκύπτει επίσης εκ του ότι αυτό επιλαμβάνεται μόνον κατόπιν προσφυγής. Δεύτερον, το Verwaltungsgericht μπορεί να εξετάσει μόνο σε περιορισμένο βαθμό τη σκοπιμότητα του επίμαχου μέτρου. Τρίτον, κατά τον Γ. Ορφανόπουλο, η απέλαση αντίκειται επίσης προς το άρθρο 10 ΕΚ, καθόσον το κράτος μέλος υποδοχής μετακυλίει την κοινωνική επιβάρυνση στο κράτος προελεύσεως.
70. Κατά το Regierungspräsidium Stuttgart, είναι επαρκές το ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα να επιτύχει τη δικαστική εξέταση της διατάξεως περί άμεσης εκτελέσεως της απελάσεως. Το Verwaltungsgericht, ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να θεωρείται αρμόδια αρχή κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221.
71. Η Γερμανική Κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαία μια διαδικασία ανακοπής όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, πραγματοποιείται έγκαιρος και εμπεριστατωμένος δικαστικός έλεγχος. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, υπέρ του συμβατού με το κοινοτικό δίκαιο συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι η δικαστική απόφαση λαμβάνεται πριν από την εκτέλεση της απελάσεως.
72. Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι κατά τη διοικητική διαδικασία πρέπει να διασφαλίζεται η ελάχιστη προστασία που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221.
73. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, στο ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης, το Verwaltungsgericht μπορεί να εξετάσει μόνο τη νομιμότητα μιας αποφάσεως περί απελάσεως και ότι, κατά συνέπεια, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221. Δεν υπάρχει ωστόσο στο ομόσπονδο αυτό κράτος αρμόδια αρχή διατυπώνουσα γνώμη πριν από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, όπως προβλέπεται στη διάταξη αυτή. Κατά την Επιτροπή, είναι επιπλέον αμφίβολο αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας οι οποίες διατυπώᄑονται στη νομολογία του Δικαστηρίου.
B – Νομική εκτίμηση
74. Πρέπει κατ’ αρχάς να επιστήσω την προσοχή επί του ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 64/221 έχουν ως σκοπό τον καθορισμό των ελάχιστων διαδικαστικών εγγυήσεων που μπορούν να απολαύουν οι κοινοτικοί υπήκοοι επικαλούμενοι την ελεύθερη κυκλοφορία σε συνάρτηση με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Οι διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας, οι οποίες είναι συμπληρωματικές των διατάξεων του άρθρου 8, «σκοπούν να διασφαλίσουν μια ελάχιστη διαδικαστική εγγύηση στα άτομα που θίγονται με ένα από τα μέτρα που προβλέπονται στις τρεις περιπτώσεις που ορίζει η παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου, ήτοι εφόσον δεν χωρούν δικαστικές προσφυγές ή οι προσφυγές αυτές αφορούν μόνον τη νομιμότητα της αποφάσεως ή δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα» (22) .
1. Η αναγκαιότητα διατυπώσεως γνώμης μιας αρμόδιας αρχής
75. Πρέπει πρώτον να εξεταστεί αν συντρέχει μια από τις τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221. Στην παρούσα υπόθεση, η μόνη περίπτωση που μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι εκείνη κατά την οποία η προσφυγή κατά της αποφάσεως περί απελάσεως αφορά μόνον τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως.
76. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «η παρέμβαση της αρμόδιας αρχής που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, πρέπει να καθιστά δυνατόν τον εξαντλητικό έλεγχο όλων των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της σκοπιμότητας του αντιμετωπιζομένου μέτρου, πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως» (23) .
77. Πρέπει κατά συνέπεια να εξεταστεί αν ο έλεγχος στον οποίο πρέπει να προβεί ένα διοικητικό δικαστήριο στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ανταποκρίνεται προς τις ανωτέρω εκτεθείσες προϋποθέσεις.
78. Από το άρθρο 86, παράγραφος 1, του Verwaltungsgerichtsordnung προκύπτει ότι τα διοικητικά δικαστήρια έχουν κατ’ αρχάς την υποχρέωση να προβαίνουν εξ επαγγέλματος στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Αυτός ο έλεγχος των πραγματικών συνθηκών μπορεί μάλιστα να καταλήξει στην ακύρωση διοικητικών πράξεων, εφόσον διαπιστώνεται ότι η διοικητική αρχή στηρίχθηκε σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά.
79. Συναφώς, μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα διοικητικά δικαστήρια πρέπει να προβαίνουν στον επιβαλλόμενο από τη νομολογία του Δικαστηρίου «εξαντλητικό έλεγχο όλων των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων». Αλλά ακόμη και αν το εθνικό δίκαιο ανταποκρίνεται προς αυτή την προϋπόθεση του κοινοτικού δικαίου, αυτό δεν σημαίνει ωστόσο κατ’ ανάγκη ότι, στην πράξη, τα διοικητικά δικαστήρια εφαρμόζουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την αρχή αυτή κατά τρόπο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο. Στην παρούσα διαδικασία δεν πρόκειται πάντως για την εκτίμηση συγκεκριμένων περιπτώσεων, αντίθετα προς τα ισχύοντα στη διαδικασία λόγω παραβάσεως η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση συγκεκριμένων παραβάσεων.
80. Δεύτερον, τα διοικητικά δικαστήρια οφείλουν να ελέγχουν την τυπική και ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως περί απελάσεως. Η υποχρέωση αυτή, σύμφωνα με τη διατύπωση της σχετικής διατάξεως, περιορίζεται στην εξέταση της νομιμότητας της αποφάσεως.
81. Θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτό το ζήτημα ποια είναι ή ποια θα έπρεπε να είναι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η έκταση και το βάθος του ελέγχου στον οποίο πρέπει να προβαίνουν τα διοικητικά δικαστήρια. Θα μπορούσε ιδίως να εξεταστεί πώς πρέπει να διενεργούνται οι έλεγχοι κατά το γερμανικό δίκαιο, αφενός στον τομέα στον οποίο η διοίκηση έχει δεσμία αρμοδιότητα και, αφετέρου, στον τομέα στον οποίο διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως.
82. Τέτοια εξέταση προϋποθέτει ωστόσο την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του γερμανικού δικαίου. Κατά τη νομολογία όμως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, να προβαίνει στην ερμηνεία διατάξεων του εθνικού δικαίου (24) .
2. Η απόφαση του Verwaltungsgericht είναι απόφαση ανεξάρτητης αρχής;
83. Υποστηρίχθηκε εν προκειμένω ότι το Verwaltungsgericht, ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να θεωρείται ανεξάρτητη αρχή («αρμόδια αρχή») κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221. Πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτό αν οι αποφάσεις που εκδίδει το Verwaltungsgericht στα πλαίσια υποθέσεων όπως αυτή της κύριας δίκης μπορούν να χαρακτηριστούν ως «γνώμη αρμοδίας αρχής» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221.
84. Επισημαίνεται συναφώς ότι στην οδηγία δεν δίδεται ορισμός της εννοίας «αρμόδια αρχή» ούτε της εννοίας «γνώμη». Η οδηγία αναφέρεται σε «αρχή η οποία να είναι ανεξάρτητη από τη διοικητική αρχή, αφήνει όμως στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη φύση της αρχής» (25) .
85. Αυτή η εξουσία εκτιμήσεως δεν είναι φυσικά απεριόριστη. Από τις απαιτήσεις τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι «στο περιεχόμενο μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της, πρέπει κανονικά να δίδεται, σε όλη την Κοινότητα, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία, η οποία πρέπει να ανευρίσκεται με βάση τα συμφραζόμενα της διατάξεως και τον σκοπό που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση» (26) .
86. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί ως βάση η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία «η παρέμβαση της αρμόδιας αρχής που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, πρέπει να καθιστά δυνατόν τον εξαντλητικό έλεγχο όλων των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της σκοπιμότητας του αντιμετωπιζομένου μέτρου, πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως». Η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από τη διοικητική αρχή, πλην επειγουσών περιπτώσεων, μόνον κατόπιν γνώμης της αρμοδίας αρχής (27) . Κατά συνέπεια, η διοικητική αρχή που πρέπει να λάβει απόφαση περιορίζουσα την ελευθερία ενός ατόμου, όπως συμβᄆίνει στην περίπτωση απελάσεως, πρέπει να αναμείνει να αποφανθεί η αρμόδια ανεξάρτητα αρχή.
87. Επισημαίνεται συναφώς ότι δεν πρόκειται να εξεταστεί αν το Verwaltungsgericht έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας «αρμοδίας αρχής» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 (28) . Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την απόφαση Santillo, ένα δικαστήριο μπορεί να αποτελεί «αρμοδία αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221. Το ουσιώδες γνώρισμα της καταστάσεως για την οποία επρόκειτο στην ανωτέρω υπόθεση ήταν το γεγονός ότι το οικείο δικαστήριο διατύπωνε τη γνώμη του πριν λάβει το επίδικο μέτρο η αρμόδια διοικητική αρχή, ήτοι ο Secretary of State.
88. Το εν προκειμένω ουσιώδες κριτήριο είναι κατά συνέπεια το ότι η γνώμη πρέπει να διατυπώνεται πριν την έκδοση της αποφάσεως περί απελάσεως. Σύμφωνα με τις ισχύουσες στη Βάδη-Βυρτεμβέργη διατάξεις, το Verwaltungsgericht αποφαίνεται απεναντίας μετά τη λήψη της οικείας αποφάσεως από τη διοίκηση.
89. Είναι ρητώς απορριπτέο το επιχείρημα κατά το οποίο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 έστω και αν η γνώμη διατυπώνεται πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως. Όσον αφορά το χρόνο διατυπώσεως της γνώμης, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (29) λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία κατά την οποία εκδίδεται η περιοριστική της ελευθερίας απόφαση και όχι η ημερομηνία εκτελέσεως της αποφάσεως.
90. Διαπιστώνεται επομένως ότι, βάσει των ισχυουσών στο Ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης διατάξεων μετά τη θέσπιση του άρθρου 6α του AGVwGO, οι οποίες εφαρμόζονται στη διαδικασία της κύριας δίκης, το Regierungspräsidium είναι μεν αρμόδιο για την έκδοση αποφάσεως περί απελάσεως, αλλά ελλείπει μια αρμόδια αρχή κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 η οποία διατυπώνει γνώμη κατά τον προβλεπόμενο από το κοινοτικό δίκαιο χρόνο.
91. Επισημαίνεται τέλος ότι οι διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας 64/221 έχουν χαρακτηριστεί από το Δικαστήριο ως εντελώς καθορισμένες και συγκεκριμένες (30) και επομένως είναι δυνατή η επίκλησή τους από τους ιδιώτες χωρίς να αναμένεται προσαρμογή των διατάξεων που ισχύουν στη Γερμανία σε ομοσπονδιακό επίπεδο και στα διάφορα ομόσπονδα κράτη.
92. Στο δεύτερο ερώτημα προσήκει συνεπώς η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει διαδικασία ενστάσεως, κατά την οποία διενεργείται επίσης εξέταση της σκοπιμότητας, έναντι αποφάσεως διοικητικής αρχής περί απομακρύνσεως από την επικράτεια του κράτους υποδοχής ενός κατόχου αδείας διαμονής, αν δεν έχει ιδρυθεί αρχή ανεξάρτητη από τη διοικητική αρχή η οποία λαμβάνει την απόφαση περί απομακρύνσεως, εφόσον υφίσταται η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος προβλέποντος τον εξαντλητικό έλεγχο του συνόλου των πραγματικών περιστατικών και συνθηκών μιας υποθέσεως, συμπεριλαμβανομένης και της σκοπιμότητας του σκοπούμενου μέτρου.
VII – Επί του πρώτου ερωτήματος στην υπόθεση C-493/01
Α – Α – Τα ουσιώδη επιχειρήματα των ενδιαφερομένων
93. Το Regierungspräsidium Stuttgart υποστηρίζει ότι το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 δεν αντιτίθενται στις διατάξεις του άρθρου 45 του Ausländergesetz και του άρθρου 12 του Aufenthaltsgesetz/EWG. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι πληρούνται οι πραγματικές προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, του Ausländergesetz δεν επιβάλλει κατά τρόπο δεσμευτικό στις αρχές να προβούν σε απέλαση. Επιπλέον, οι καταστάσεις αποτελούν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το αντικείμενο εξετάσεως η οποία αφορά επίσης το συμβατό του οικείου μέτρου με την αρχή της αναλογικότητας. Δεδομένου ότι η ληφθείσα στα πλαίσια της υποθέσεως της κύριας δίκης απόφαση περί απελάσεως στηρίχθηκε επιπλέον σε εκτιμήσεις ειδικής προλήψεως, το Regierungspräsidium Stuttgart διατυπώνει την άποψη ότι το πρώτο ερώτημα δεν είναι λυσιτελές για την έκδοση αποφάσεως.
94. Η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλουν επί του υπό εξέταση ερωτήματος επιχειρήματα παρόμοια προς εκείνα τα οποία ανέπτυξαν αναφορικά με το πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C-482/01.
95. Κατά την Επιτροπή, η οδηγία 64/221 θέτει σε εφαρμογή την αναφερόμενη στη δημόσια τάξη εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 3, ΕΚ και εφιστά την προσοχή επί των δύο θεμελιωδών αρχών οι οποίες διατυπώνονται στο άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας. Πρώτον, όσον αφορά τα μέτρα που στηρίζονται στη διασφάλιση της δημοσίας τάξεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου. Δεύτερον, οι ποινικές καταδίκες δεν μπορούν καθ’ εαυτές να δικαιολογήσουν τη λήψη μέτρων που στηρίζονται στη διασφάλιση της δημοσίας τάξεως.
96. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα άρθρα 39, παράγραφος 3, ΕΚ και 3 της οδηγίας 64/221 αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει κατά τρόπο δεσμευτικό στις αρμόδιες αρχές να απελαύνουν υπηκόους άλλων κρατών μελών λόγω τελεσίδικης καταδίκης τους, βάσει του γερμανικού νόμου περί ναρκωτικών, σε σωφρονιστική ποινή ανηλίκων τουλάχιστον δύο ετών ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή για την εκ προθέσεως τέλεση αξιόποινης πράξεως, εφόσον δεν προβλέπεται αναστολή εκτελέσεως της ποινής.
Β – Β – Νομική εκτίμηση
1. Επί του παραδεκτού του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
97. Δεδομένου ότι το Regierungspräsidium Stuttgart θεωρεί ότι το πρώτο ερώτημα είναι απολύτως αλυσιτελές, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί το παραδεκτό του.
98. Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που εγκαθιδρύει το άρθρο 234 της Συνθήκης, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (31) .
99. Απεναντίας, δεν εμπίπτει στην αποστολή του Δικαστηρίου να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών ή υποθετικών ερωτημάτων (32) . Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος υποβληθέντος από εθνικό δικαστήριο, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία ώστε να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (33) . Πρέπει επιπλέον να υπομνηστεί ότι, για να παρασχεθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να προβεί σε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο, είναι απαραίトητο να διευκρινίσει το τελευταίο τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η απάντηση επί των ερωτημάτων του είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς (34) .
100. Στην παρούσα υπόθεση, δεν διαπιστώνεται ότι συντρέχει ένας από αυτούς τους λόγους απαραδέκτου. Έστω και αν αληθεύει ότι η απόφαση περί απελάσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης στηρίχθηκε επιπροσθέτως σε εκτιμήσεις ειδικής προλήψεως, αυτό δεν μπορεί να συνεπάγεται το απαράδεκτο του προδικαστικού ερωτήματος.
101. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι κατά συνέπεια παραδεκτό.
2. Επί του βασίμου του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
102. Το πρώτο ερώτημα είναι διατυπωμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε αναφέρεται ρητώς μόνον σε εθνικό κανόνα ο οποίος επιβάλλει κατά τρόπο δεσμευτικό στις αρχές να προβαίνουν σε απέλαση σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις. Επισημαίνεται συναφώς ότι από την απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η διαδικασία της κύριας δίκης προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι το άρθρο 47, παράγραφος 1, σημείο 2, του Ausländergesetz προβλέπει την απέλαση ως επιτακτική συνέπεια.
103. Δεν απόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, να ερμηνεύσει διατάξεις του εθνικού δικαίου και, κατά συνέπεια, να εξετάσει αν και σε ποιο βαθμό οι διατάξεις περί κατ’ αρχήν επιβεβλημένης απελάσεως παρέχουν εξουσία εκτιμήσεως στις αρμόδιες αρχές (35) .
104. Το υποβληθέν ερώτημα δεν αναφέρεται επίσης ρητώς σε ειδική διάταξη του Ausländergesetz και επομένως δεν συντρέχει λόγος να εξετάσουμε λεπτομερέστερα τις αμφισβητούμενες σχέσεις μεταξύ του άρθρου 12 του Aufenthaltsgesetz/ΕWG και του άρθρου 47 του Ausländergesetz (36) .
105. Στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν συντρέχει επίσης λόγος να διερευνηθεί το συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο των εθνικών μέτρων μεταφοράς, ούτε να εξεταστεί αν και σε ποιο βαθμό είναι δυνατή η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία και αν αυτή εφαρμόζεται πράγματι από τις διοικητικές και τις δικαιοδοτικές αρχές. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί, στα πλαίσια αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, επί του συμβατού εθνικής διατάξεως με το κοινοτικό δίκαιο (37) .
106. Το υποβληθέν ερώτημα αναφέρεται στα τέσσερα ακόλουθα ζητήματα: την τέλεση αξιόποινης πράξεως, την παράβαση του Betäubungsmittelgesetz, την οριστική καταδίκη και τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής.
107. Από τη διάταξη του άρθρου 3 της οδηγίας 64/221 που πρέπει να ερμηνευθεί εν προκειμένω προκύπτουν για το κράτος που λαμβάνει τα οικεία μέτρα έναντι αλλοδαπών δύο όρια.
108. Πρώτον, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 προβλέπει ότι [τα μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας] «πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που αφορούν».
109. Φαίνεται ότι η επίμαχη γερμανική ρύθμιση ανταποκρίνεται προς το κριτήριο αυτό. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ουσιώδη στοιχεία της ρυθμίσεως αυτής, ως βάση της εκτιμήσεως λαμβάνεται η προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου καθόσον καθοριστικά στοιχεία αποτελούν η φύση της παραβάσεως, η παράβαση συγκεκριμένου νόμου, το είδος και το ύψος της ποινής καθώς και η μη πρόβλεψη αναστολής εκτελέσεως της ποινής.
110. Δεύτερον, στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 64/221 προβλέπεται ότι «προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν δύνανται καθ’ εαυτές να αιτιολογήσουν τη λήψη παρόμοιων μέτρων».
111. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της προβλέψεως αναφορικά με τη μελλοντική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο περί αλλοδαπών, πρέπει να εξετάζεται αν υφίσταται πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή, θίγουσα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (38) . Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (39) προκύπτει επίσης ότι απαγορεύεται να λαμβάνονται υπόψη «γενικές εκτιμήσεις». Συντρέχουν τέτοιες εκτιμήσεις όταν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου προβλέπουν την απέλαση σε ορισμένες περιπτώσεις κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Συγκεκριμένα, τέτοιες νομικές κατασκευές εμποδίζουν την ουσιαστική εξέταση κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.
112. Η εφαρμογή γενικών και αφηρημένων διατάξεων σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δεν ανταποκρίνεται εν πάση περιπτώσει στην απαγόρευση να λαμβάνονται υπόψη «γενικές εκτιμήσεις». Αυτό ακριβώς ισχύσει σαφώς στην περίπτωση ρυθμίσεως, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη (40) , η οποία προβλέπει «τυπικά στοιχεία» από την ύπαρξη των οποίων συνάγεται η συνδρομή ορισμένης απειλής. Κατά συνέπεια, ακόμα και αν σε ορισμένες περιπτώσεις διενεργείτο ατομική πρόγνωση αναφορικά με την ύπαρξη κινδύνου, αυτή δεν θα είχε κανένα βάρος, λαμβανομένου υπόψη του δεσμευτικού χαρακτήρα της απελάσεως, και δεν θα της απεδίδετο η σημασία την οποία της απονέμει το κοινοτικό δίκαιο.
113. Επισημαίνεται συναφώς η σύγκριση στην οποία προβαίνει ορθά η Επιτροπή μεταξύ του εν προκειμένω επίμαχου διαδικαστικού κανόνα και του εθνικού κανόνα που αποτελούσε αντικείμενο της διαδικασίας στην υπόθεση Calfa. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, οι αρχές έπρεπε επίσης να λάβουν απόφαση περί απελάσεως (41) . Το γεγονός ότι επρόκειτο για ισόβια απέλαση είναι συναφώς αδιάφορο, δεδομένου ότι η παράβαση του κοινοτικού δικαίου συνίστατο στον αυτόματο χαρακτήρα της εθνικής διατάξεως, όπως προκύπτει από την ερμηνεία της αποφάσεως Calfa στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση Nazli (42) .
114. Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει επομένως η απάντηση ότι τα άρθρα 39 , παράγραφος 3, ΕΚ και 3 της οδηγίας 64/221 αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τις διοικητικές αρχές να απελαύνουν πολίτες που έχουν την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών λόγω τελεσίδικης καταδίκης τους, βάσει του Betäubungsmittelgesetz, σε σωφρονιστική ποινή ανηλίκων τουλάχιστον δύο ετών ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή για την εκ προθέσεως τέλεση αξιόποινης πράξεως, εφόσον δεν προβλέπεται αναστολή εκτελέσεως της ποινής.
VIII – Επί του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-493/01
Α – Α – Τα ουσιώδη επιχειρήματα των ενδιαφερομένων
115. Κατά την άποψη του Regierungspräsidium Stuttgart, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην παρούσα υπόθεση στερείται σημασίας για τον λόγο ότι η ασθένεια από την οποία προσβλήθηκε ο ενδιαφερόμενος μετά τη λήψη της αποφάσεως περί απελάσεως εμποδίζει την απομάκρυνσή του από τη γερμανική επικράτεια και επηρεάζει κατά συνέπεια το επιτρεπτό της εκτελέσεως της απελάσεως και όχι τη νομιμότητα της απελάσεως. Επιπλέον, το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στο να θεωρείται ως κρίσιμος χρόνος το χρονικό σημείο λήψεως ενός μέτρου. Τέλος, το ζήτημα του περιορισμού της διάρκειας της απελάσεως δεν εξαρτάται κατά τρόπο δεσμευτικό από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε προηγουμένως τη χώρα.
116. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι από το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά και η θετική εξέλιξη του ενδιαφερομένου που σημειώθηκαν μετά την τελευταία απόφαση των διοικητικών αρχών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της νομιμότητας της απελάσεως. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, οι αρχές δεν είναι σε θέση να λάβουν υπόψη πραγματικές μελλοντικές εξελίξεις, λόγος για τον οποίο κρίσιμος χρόνος είναι η ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως. Δεδομένου ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 ρυθμίζει μόνον τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναφορικά με τα λαμβανόμενα κατά το δίκαιο περί αλλοδαπών μέτρα, από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να προκύπτει κανένα άλλο στοιχείο.
117. Η εξέλιξη που σημειώνεται μετά την έκδοση της τελευταίας αποφάσεως των διοικητικών αρχών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της αποφάσεως επί αιτήσεως για τον κατά χρόνο περιορισμό των αποτελεσμάτων της απελάσεως. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση της απαγορεύσεως της εκ νέου εισόδου στη χώρα και στη χορήγηση νέας αδείας διαμονής. Επιπλέον, νέα πραγματικά περιστατικά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως περί απελάσεως.
118. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν λαμβάνει χωριστά θέση επί του υπό εξέταση προδικαστικού ερωτήματος, αλλά προβάλλει τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε στα πλαίσια της υποθέσεως C-482/01.
119. Κατά την Επιτροπή από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εξετάζουν αν υφίσταται ενεστώσα απειλή κατά της δημοσίας τάξεως. Το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 αντιτίθεται στον περιορισμό της λήψεως υπόψη των πραγματικών περιστατικών ή της θετικής εξελίξεως του οικείου προσώπου που σημειώθηκαν μεταξύ της αποφάσεως που έλαβαν οι διοικητικές αρχές και της δικαστικής αποφάσεως.
Β – Β – Νομική εκτίμηση
120. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη ορισμένες εξελίξεις που σημειώθηκαν στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου μετά την τελευταία απόφαση των αρμόδιων διοικητικών αρχών. Στη διαδικασία της κύριας δίκης, πρόκειται κατ’ ουσίαν για το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται στο στάδιο εκδηλώσεως της ασθένειας της ανθρώπινης ανοσολογικής ανεπάρκειας μετά την άσκηση της προσφυγής, θεωρείται δε πιθανός ο θάνατός του παρά τη θεραπεία στην οποία υποβάλλεται.
121. Το ερώτημα αυτό αφορά ένα άλλο αμφισβητούμενο ζήτημα στα πλαίσια του εθνικού δικαίου, ήτοι το ζήτημα του χρονικού σημείου που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το εθνικό δικαστήριο. Αναφορικά με την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του εθνικού δικονομικού δικαίου, ήτοι το άρθρο 113 του κώδικα διοικητικής δικονομίας, πρέπει να διακρίνονται τρεις περιπτώσεις. Στην πρώτη περίπτωση, κρίσιμος χρόνος είναι το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, ενώ στη δεύτερη η ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως ακυρώσεως της αποφάσεως. Στην τρίτη περίπτωση, καθοριστική είναι η πραγματική και νομική κατάσταση του οικείου προσώπου κατά την τελευταία επ’ ακροατηρίου συζήτηση του επιληφθέντος δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για διαδικασία ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως.
122. Στα πλαίσια του εθνικού δικαίου, τέθηκε ήδη το ερώτημα αν η λύση πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά βάσει του δικονομικού δικαίου, ή βάσει του ισχύοντος ουσιαστικού δικαίου. Αναφορικά με την υπόθεση της κύριας δίκης, αυτό σημαίνει ότι η λύση θα έπρεπε να αναζητηθεί στις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί αλλοδαπών.
123. Λαμβανομένης ωστόσο υπόψη της αποστολής που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν πρέπει στην παρούσα υπόθεση να ληφθεί ως βάση το ισχύον εθνικό δίκαιο, αλλά το κοινοτικό δίκαιο.
124. Η συλλογιστική πρέπει κατ’ αρχάς να στηριχθεί στο άρθρο 3 της οδηγίας 64/221, στο οποίο αναφέρεται ρητώς το προδικαστικό ερώτημα.
125. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη αυτή ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η ύπαρξη ποινικής καταδίκης μπορεί να γίνει δεκτή ως αιτιολογία για την απέλαση «μόνον αν από τις περιστάσεις που οδήγησαν στην καταδίκη αυτή προκύπτει η ύπαρξη ατομικής συμπεριφοράς που συνιστά ενεστώσα απειλή κατά της δημοσίας τάξεως» (43) .
126. Αποφασιστικό στοιχείο είναι επομένως η ύπαρξη ενεστώσας απειλής. Ωστόσο, η πρόγνωση για το μέλλον μπορεί να αποδειχθεί αναγκαία. Ούτε από το γράμμα του άρθρου 3 της οδηγίας 64/221 ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτουν ακριβέστερα στοιχεία όσον αφορά το χρονικό σημείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη διαπίστωση της υπάρξεως «ενεστώσας απειλής».
127. Η απόφαση Santillo (44) στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή αναφέρεται βέβαια και σε έναν χρονικό παράγοντα, αλλά αυτός αφορά τη χρονική περίοδο μεταξύ της γνώμης που διατυπώνει η ανεξάρτητη αρχή και της αποφάσεως περί απελάσεως.
128. Όσον αφορά την κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση χρονική περίοδο η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ της αποφάσεως περί απελάσεως και του ελέγχου εκ μέρους του διοικητικού δικαστηρίου, εφαρμόζεται ωστόσο η αρχή στην οποία στηρίζεται η απόφαση Santillo, κατά την οποία «τα στοιχεία εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά τη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, μπορούν να εξελιχθούν με την πάροδο του χρόνου».
129. Προς την αρχή αυτή πρέπει να ανταποκρίνεται και το γερμανικό δίκαιο περί αλλοδαπών, στο οποίο περιλαμβάνεται επίσης, από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, η εν προκειμένω ισχύουσα διοικητική δικονομία.
130. Ελλείψει ακριβέστερων στοιχείων στο κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά τον διαδικαστικό τομέα, εφαρμόζεται βέβαια κατ’ αρχήν το εθνικό δικονομικό δίκαιο. Πρέπει ωστόσο να ληφθεί συναφώς ως βάση η νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία «απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας)» (45) .
131. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η εκ μέρους προσώπου το οποίο αφορά απόφαση περί απελάσεως άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχει η οδηγία 64/221 καθίσταται υπερβολικά δυσχερής, εφόσον το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να προβάλει νέα πραγματικά περιστατικά στα πλαίσια εκκρεμούς διοικητικής διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, αλλά είναι υποχρεωμένο να υποβάλει ειδική αίτηση για τον κατά χρόνο περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως περί απελάσεως, μόνον δε στο πλαίσιο της αποφάσεως επί της αιτήσεως αυτής θα μπορούσαν να ληφθούν επίσης υπόψη οι εν τω μεταξύ σημειωθείσες εξελίξεις.
132. Από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, η δυνατότητα επικλήσεως δικαιωμάτων εκ μέρους ενός προσώπου δεν είναι ωστόσο το μόνο σημαντικό στοιχείο. Το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί επίσης να είναι σε θέση τα κατά το εθνικό δίκαιο αρμόδια δικαστήρια, επομένως και τα διοικητικά δικαστήρια, να εξασφαλίσουν την άσκηση των δικαιωμάτων, και να μην παρεμποδίζεται η άσκηση αυτή από διατάξεις του δικονομικού δικαίου.
133. Θα υφίστατο όμως τέτοιο εμπόδιο αν τα διοικητικά δικαστήρια μπορούσαν να εκτιμήσουν τέτοιες εξελίξεις μόνον κατόπιν αιτήσεως και τους απαγορευόταν να τις λάβουν αυτεπαγγέλτως υπόψη.
134. Από αυτά προκύπτει ότι το εθνικό δικονομικό δίκαιο, επομένως και το άρθρο 8 του Ausländergesetz ή ο κώδικας διοικητικής δικονομίας, πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο υπό την έννοια ότι παρέχεται επίσης η δυνατότητα να περιορίζονται αυτεπαγγέλτως κατά χρόνο τα αποτελέσματα της αποφάσεως περί απελάσεως (46) .
135. Αλλά και αν καταλήξομε στο συμπέρασμα ότι παρέχεται επίσης η δυνατότητα αυτεπαγγέλτου περιορισμού των χρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως περί απελάσεως, τίθεται περαιτέρω το ερώτημα αν ικανοποιούνται κατά τον τρόπο αυτό οι απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
136. Συγκεκριμένα, η λήψη υπόψη περαιτέρω εξελίξεων στο πλαίσιο της αποφάσεως σχετικά με τον περιορισμό της διάρκειας της απελάσεως μπορεί επίσης να συνεπάγεται την κατάργηση της απαγορεύσεως επανόδου στη χώρα και τη χορήγηση νέας αδείας διαμονής, αλλά η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί επαρκές σύνολο μέτρων για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του κοινοτικού δικαίου.
137. Το πρόβλημα της λήψεως υπόψη νέων εξελίξεων μπορεί επομένως να τεθεί επίσης στο πλαίσιο των ίδιων των διοικητικών αποφάσεων περί απελάσεως. Δεν πρόκειται βέβαια συναφώς για διοικητική πράξη διαρκούς ισχύος, αλλά, τουλάχιστον, εφόσον δεν έχει ακόμη εκτελεστεί η απόφαση περί απελάσεως, μπορούν να ληφθούν υπόψη νεότερες εξελίξεις. Δεδομένου ότι μια διοικητική απόφαση περί απελάσεως στηρίζεται στην ιδέα ότι η απέλαση θα πραγματοποιηθεί μελλοντικά, ήτοι στην πρόβλεψη της απελάσεως χωρίς συγκεκριμένο χρονικό όριο (47) , νέες εξελίξεις έχουν μεγάλη πρακτική σημασία σε συνδυασμό με την πραγματοποίηση της απελάσεως.
138. Στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει συνεπώς η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της νομιμότητας της απελάσεως ενός πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, από τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη τα πραγματικά περιστατικά καθώς και η θετική εξέλιξη του ενδιαφερομένου που σημειώθηκαν μετά την τελευταία διοικητική απόφαση.
IX – Πρόταση
139. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
Α – Α – Στην υπόθεση C-482/01
«1) Το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας ενός πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που διέμεινε επί πολλά έτη στο κράτος μέλος υποδοχής, ο οποίος επιβάλλεται κατόπιν παραβάσεως του Betäubungsmittelgesetz (γερμανικού νόμου περί ναρκωτικών) για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, εφόσον με το μέτρο αυτό τηρείται η αρχή της αναλογικότητας κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως αν, βάσει της προσωπικής συμπεριφοράς του εν λόγω πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, είναι δικαιολογημένο να αναμένεται ότι θα διαπράξει αδικήματα και στο μέλλον, και αν είναι ανθρωπίνως ανεκτό να απαιτηθεί από τη σύζυγό του και τα τέκνα του να ζήσουν στο κράτος προελεύσεώς του.
2) Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει διαδικασία ενστάσεως, κατά την οποία διενεργείται επίσης εξέταση της σκοπιμότητας, έναντι αποφάσεως διοικητικής αρχής περί απομακρύνσεως από την επικράτεια του κράτους υποδοχής ενός κατόχου αδείας διαμονής, αν δεν έχει ιδρυθεί αρχή ανεξάρτητη από τη διοικητική αρχή η οποία λαμβάνει την απόφαση περί απομακρύνσεως, εφόσον υφίσταται η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος προβλέποντος τον εξαντλητικό έλεγχο του συνόλου των πραγματικών περιστατικών και συνθηκών μιας υποθέσεως, συμπεριλαμβανομένης και της σκοπιμότητας του σκοπούμενου μέτρου.»
Β – Β – Στην υπόθεση C-493/01
«1) Τα άρθρα 39, παράγραφος 3, ΕΚ και 3 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τις διοικητικές αρχές να απελαύνουν πολίτες που έχουν την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών λόγω τελεσίδικης καταδίκης τους, βάσει του Betäubungsmittelgesetz, σε σωφρονιστική ποινή ανηλίκων τουλάχιστον δύο ετών ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή για την εκ προθέσεως τέλεση αξιόποινης πράξεως, εφόσον δεν προβλέπεται αναστολή εκτελέσεως της ποινής.
2) Το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της νομιμότητας της απελάσεως ενός πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, από τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη τα πραγματικά περιστατικά καθώς και η θετική εξέλιξη του ενδιαφερομένου που σημειώθηκαν μετά την τελευταία διοικητική απόφαση.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16.
3 – BGBl. I 1990, σ. 1354, ως έχει στον νόμο της 16ης Φεβρουαρίου 2001, BGBl. I, σ. 266.
4 – Δημοσιευθείς στις 31 Ιανουαρίου 1980, BGBl. I, σ. 116, ως έχει στον νόμο της 27ης Δεκεμβρίου 2000, BGBl. Ι, σ. 2042.
5 – Bundesanzeiger αριθ. 188 bis της 6ης Οκτωβρίου 2000.
6 – Νόμος της 10ης Μαΐου 1999, BGBl. σ. 173.
7 – Βλ. ιδίως τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2000, C-51/96 και C-191/97, Deliège (Συλλογή 2000, σ. Ι-2549, σκέψη 20), της 20ής Μαΐου 1990, C-332/88, Alimenta (Συλλογή 1990, σ. I-2077, σκέψη 9) και της 3ης Ιουνίου 1986, 139/85, Kempf (Συλλογή 1986, σ. 1741, σκέψη 12).
8 – Αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1975, 36/75, Rutili (Συλλογή τόμος 1975, σ. 367, σκέψεις 26 έως 28) και της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau (Συλλογή τόμος 1977, σ. 617, σκέψεις 30 έως 35)· βλέπε επίσης την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-100/01, Olazabal (Συλλογή 2002, σ. I-10981, σκέψεις 30 επ.).
9 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση C-30/97 και απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C-340/97, Nazli (Συλλογή 2000, σ. I-957, σκέψη 57).
10 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1975, 67/74, Bonsignore (Συλλογή τόμος 1975, σ. 111, σκέψη 6), απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999, C-348/96, Calfa (Συλλογή 1999, σ. I-11, σκέψη 27), και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9 απόφαση C-340/97, σκέψη 59).
11 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση 67/74, σκέψη 7, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση 36/75, σκέψεις 29 έως 31, απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 48/75, Royer (Συλλογή τόμος 1976, σ. 203, σκέψεις 45 έως 49), απόφαση της 18ης Μαΐου 1982, 115/81 και 116/81, Adoui και Cornouaille (Συλλογή 1982, σ. 1665, σκέψη 11) και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9 απόφαση C-340/97, σκέψεις 59 και 63· βλ. επίσης τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση C-100/01, σκέψεις 30 επ.
12 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση 30/77, σκέψεις 27 και 28.
13 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9 απόφαση C-340/97, σκέψη 58· βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση C-348/96, σκέψεις 22 έως 24.
14 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση C-100/01, σκέψη 43, και απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψη 37).
15 – Βλ. τις αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2001 C-274/99 P, Connolly (Συλλογή 2001, σ. I-1611, σκέψεις 37 επ.) και της 11ης Ιουλίου 2002, C-60/00, Carpenter (Συλλογή 2002, σ. I-6279, σκέψη 41).
16 – Sennekamp, «Ist Ausweisung menschenrechtswidrig?» Zeitschrift für Ausländerrecht und Ausländerpolitik 2002, σ. 136 (ιδίως σ. 141 επ.).
17 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 15 απόφαση C-60/00, σκέψη 41. Στη σκέψη αυτή γίνεται βέβαια λόγος για «απόφαση περί απελάσεως», αλλά στην υπόθεση της κύριας δίκης επρόκειτο για «απόφαση περί διαταγής απελάσεως».
18 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 15 απόφαση C-60/00, σκέψη 42. Βλ. την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της 2ας Αυγούστου 2001, στην υπόθεση Boultif κατά Ελβετίας, Recueil des arrêts et décisions 2001-IX, σκέψεις 39, 41 και 46.
19 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση C-100/01, σκέψη 44. Bλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση 30/77, σκέψη 30.
20 – Βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση Berrehab κατά Κάτω Χωρών, της 21ης Ιουνίου 1988, σειρά A, αριθ. 138, σκέψεις 7 και 29, απόφαση Mehemi κατά Γαλλίας, της 26ης Σεπτεμβρίου 1997, Recueildesarrêtsetdecisions 1997-VI, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 18 απόφαση Boultif κατά Ελβετίας, απόφαση Sen κατά Κάτω Χωρών, της 21ης Δεκεμβρίου 2001, μη δημοσιευθείσα ακόμη στο Recueil des arrêts et décisions, σκέψη 40, απόφαση, Yildiz κατά Αυστρίας, της 31ης Οκτωβρίου 2002, μη δημοσιευθείσα ακόμη στο Recueil des arrêts et décisions, σκέψη 43, και απόφασση Jakupovic κατά Αυστρίας της 6ης Φεβρουαρίου 2003, μη δημοσιευθείσα ακόμη στο Recueil des arrêts et décisions, σκέψη 29.
21 – Βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση Beldjoudi κατά Γαλλίας, της 26ης Μαρτίου 1992, σειρά Α, αριθ. 234, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι συνέτρεχε παράβαση παρά το ότι το οικείο πρόσωπο είχε καταδικαστεί σε ποινή οκτώ ετών. Αντιθέτως, στην απόφαση Amrollahi κατά Δανίας της 11ης Ιουλίου 2002, μη δημοσιευθείσα ακόμη στο Recueil des arrêts et décisions, δεν γίνεται αναφορά στο ύψος της ποινής.
22 – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2000, C-357/98, Yiadom (Συλλογή 2000, σ. I-9265, σκέψεις 27 και 29). Βλ. επίσης την απόφαση της 22ας Μαΐου 1980, 131/79, Regina κατά Secretary of State for Home Affaires, ex parte Mario Santillo (Συλλογή τόμος 1980 μέρος ΙΙ, σ. 171, σκέψη 12), τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 απόφαση 115/81 και 116/81, σκέψη 15, την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89, Dzodzi κατά Βελγίου (Συλλογή 1990, σ. I-3763, σκέψη 62), καθώς και την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1997, C-65/95 και C-111/95, The Queen κατά Secretary of State for the Home Department, ex parte, Shingara και Radiom (Συλλογή 1997, σ. I-3343, σκέψη 34).
23 – Μνημονευθείσες ανωτέρω στην υποσημείωση 11 αποφάσεις 115/81 και 116/81, σκέψη 15, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση 131/79, σκέψη 12, και απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-175/94, The Queen κατά Secretary of State for the Home Department, ex parte Gallagher (Συλλογή 1995, σ. I-4253, σκέψη 17).
24 – Απόφαση της 30ής Απριλίου 1986, 209/84 έως 213/84, Asjes κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 1425, σκέψη 12), απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997, C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95, Tombesi κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-3561, σκέψη 36), και απόφαση της 3ης Μαΐου 2001, C-28/99, Verdonck κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-3399, σκέψη 28).
25 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση 131/79, σκέψη 15.
26 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση C-357/98, σκέψη 26. Βλ. επιπλέον την απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1984, 327/82, Ekro (Συλλογή 1984, σ. 107, σκέψη 11) και την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-287/98, Linster (Συλλογή 2000, σ. I-6917, σκέψη 43).
27 – Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος. Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 απόφαση 48/75, σκέψη 59, απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980, 98/79, Pecastaing κατά Βελγικού Δημοσίου (Συλλογή τόμος 1980-Ι, σ. 367, σκέψη 17), μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση 131/79, σκέψη 12, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 απόφαση 115/81 και 116/81, σκέψη 15, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση C-297/88 και C-197/89, σκέψη 62, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 23, απόφαση C-175/94, σκέψη 17, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση C-65/95 και C-111/95, σκέψη 34, και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση C-357/98, σκέψη 31.
28 – Βλ. συναφώς τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση C-297/88 και C-197/89, σκέψη 65.
29 – Βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση C-297/88 και C-197/89, σκέψεις 61 και 66, στην οποία γίνεται αναφορά στον χρόνο εκτελέσεως της αποφάσεως διότι υπό την έννοια αυτή είχε διατυπωθεί το υποβληθέν ερώτημα.
30 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση 131/79, σκέψη 13.
31 – Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995σ. I-4921, σκέψη 59), της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 38), της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital (Συλλογή 2002, σ. I-607, σκέψη 18), και της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-153/00, der Weduwe (Συλλογή 2002, σ. Ι‑11319, σκέψη 31).
32 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 31 απόφαση C-415/93, σκέψη 60, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C-451/99, Cura Anlagen (Συλλογή 2002, σ. I-3193, σκέψη 26), και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 31 απόφαση C-153/00, σκέψη 32.
33 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 31 απόφαση C-379/98, σκέψη 39, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 31 απόφαση C-390/99, σκέψη 19, και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 31 απόφαση C-153/00, σκέψη 33.
34 – Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 98/85, 162/85 και 258/85, Bertini (Συλλογή 1986 σ. 1885, σκέψη 6), απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenço Dias (Συλλογή 1992, σ. I-4673, σκέψη 19) και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 31 απόφαση C-153/00, σκέψη 34.
35 – Σε ορισμένους γερμανικούς νομικούς κύκλους υποστηρίζεται η άποψη ότι η κατ’ αρχήν επιβεβλημένη απέλαση αποτελεί περίπτωση της υποχρεωτικής απελάσεως, ότι οι αρχές μπορούν να στηρίζονται μόνον επικουρικώς στη διακριτική τους ευχέρεια, ότι διαθέτουν διακριτική ευχέρεια μόνον σε περίπτωση μη τυπικής εξελίξεως των συνθηκών μιας υποθέσεως και ότι δεν υπόκειται στην εξουσία εκτιμήσεώς τους η οριοθέτηση μεταξύ του κανόνα και της εξαιρέσεως.
36 – Βλ. συναφώς Harms, «Ausländerrecht», στο έργο: Deutsches Verwaltungsrecht unter europäischem Einfluss, 2002, σημείο 91.
37 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 24 απόφαση 209/84 έως 213/84, σκέψη 12, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 24 απόφαση C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95, σκέψη 36, και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 24 απόφαση C-28/99, σκέψη 28.
38 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση 30/77, σκέψη 35, και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9 απόφαση C-340/97, σκέψη 57.
39 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση 67/74, σκέψη 7, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση 36/75, σκέψεις 29 έως 31, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 απόφαση 48/75, σκέψεις 45 έως 49, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 απόφαση 115/81 και 116/81, σκέψη 11, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση C-348/96, σκέψεις 22 έως 24, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9 απόφαση C-340/97, σκέψη 63. Βλ. επίσης τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση C-100/01, σκέψεις 30 επ.
40 – Για μια κριτική θεώρηση της γερμανικής νομοθεσίας, βλ. Beichel, «Das deutsche Ausweisungsrecht auf dem Prüfstand», Informationsbrief Ausländerrecht 2002, σ. 457 επ.· Brinkmann, στο έργο: Ausweisung im demokratischen Rechtsstaat (εκδ. Barwig) 1996, σ. 172 επ.· Renner, Ausländerrecht in Deutschland, 1998, σ. 564.
41 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση C-348/96, σκέψη 5 επ.
42 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9 απόφαση C-340/97, σκέψεις 58 και 59.
43 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 8 απόφαση 30/77, σκέψη 28, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση C-348/96, σκέψη 24, και μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9 απόφαση C-340/97, σκέψη 58.
44 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 22 απόφαση 131/79.
45 – Συναφώς, βλ. μόνον την απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-255/00, Grundig (Συλλογή 2002, σ. I-8003, σκέψη 33).
46 – Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και ο Renner (στο μνημονευθέν ανωτέρω στην υποσημείωση 40 έργο), σ. 304 επ.
47 – Beichel (έργο μνημονευθέν ανωτέρω στην υποσημείωση 40), σ. 460.
Full & Egal Universal Law Academy