ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DΑMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 20ής Ιανουαρίου 2004(1)
Υπόθεση C-486/01 P
Front national
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Αίτηση αναιρέσεως – Δήλωση συστάσεως πολιτικής ομάδας κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Έλλειψη πολιτικής συγγένειας μεταξύ των μελών της – Αναδρομική διάλυση της ομάδας – Ανταναίρεση – Παραδεκτό της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής ακυρώσεως εκ μέρους εθνικού πολιτικού κόμματος – Ερμηνεία του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ – Προσδιορισμός του αν μια πράξη αφορά άμεσα κάποιο πρόσωπο
1. Το Front national, γαλλικό πολιτικό κόμμα, άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 2 Οκτωβρίου 2001 το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Τ‑327/99, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμο το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, για τη με αναδρομική ισχύ διάλυση της «Ομάδας Τεχνικού Συντονισμού Ανεξαρτήτων Βουλευτών (ΤΣΑΒ) – Μικτή ομάδα».
2. Με το υπόμνημα απαντήσεώς του, το ως άνω κοινοτικό όργανο υποβάλλει αντίθετη αίτηση αναιρέσεως, ζητώντας από το Δικαστήριο να εξαφανίσει το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που δέχεται το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως. Αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει δίκιο, το αίτημα του Front national έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτο.
I – Η προσφυγή ακυρώσεως
Α – Το νομικό πλαίσιο
3. Το άρθρο 29, με τον τίτλο «Σχηματισμός πολιτικών ομάδων», του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως ισχύει από 1ης Μαΐου 1999 (2) , ορίζει τα εξής:
«1. Οι βουλευτές μπορούν να συγκροτήσουν ομάδες ανάλογα με την πολιτική τους τοποθέτηση.
2. Μια πολιτική ομάδα απαρτίζεται από βουλευτές περισσοτέρων του ενός κρατών μελών. Ο ελάχιστος αριθμός βουλευτών που είναι απαραίτητος για τον σχηματισμό μιας πολιτικής ομάδας καθορίζεται σε είκοσι τρεις βουλευτές εάν ανήκουν σε δύο κράτη μέλη, σε δεκαοκτώ βουλευτές εάν ανήκουν σε τρία κράτη μέλη και σε δεκατέσσερις βουλευτές εάν ανήκουν σε τέσσερα ή περισσότερα κράτη μέλη.
3. Κάθε βουλευτής δεν μπορεί να ανήκει παρά σε μία μόνο πολιτική ομάδα.
4. Ο σχηματισμός μιας πολιτικής ομάδας πρέπει να δηλώνεται στον Πρόεδρο. Η δήλωση αυτή πρέπει να αναφέρει το όνομα της ομάδας, το όνομα των μελών της και τη σύνθεση του Προεδρείου της.
5. Η δήλωση περί σχηματισμού πολιτικής ομάδας δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
4. Κατά το άρθρο 30 του προαναφερθέντος Κανονισμού, σχετικά με τους μη εγγεγραμμένους βουλευτές:
«1. Οι βουλευτές που δεν ανήκουν σε καμία πολιτική ομάδα έχουν στη διάθεσή τους γραμματεία. Τις λεπτομέρειες ρυθμίζει το Προεδρείο κατόπιν προτάσεως του Γενικού Γραμματέα.
2. Το Προεδρείο ρυθμίζει επίσης το καθεστώς και τα κοινοβουλευτικά δικαιώματα των εν λόγω βουλευτών.»
5. Δυνάμει του άρθρου 23 του Κανονισμού, στη διάσκεψη των προέδρων λαμβάνουν μέρος ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου και οι πρόεδροι των πολιτικών ομάδων, οι οποίοι έχουν δικαίωμα ψήφου στη διάσκεψη αυτή, και δύο εκπρόσωποι των μη εγγεγραμμένων βουλευτών, οι οποίοι μετέχουν στις συνεδριάσεις της διασκέψεως χωρίς δικαίωμα ψήφου. Επιπλέον, επιφυλάσσονται στις πολιτικές ομάδες η δυνατότητα υποβολής προτάσεως ψηφίσματος μετά τη συζήτηση επί της εκλογής της Επιτροπής (άρθρο 33) και η συμμετοχή στην αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην επιτροπή συνδιαλλαγής (άρθρο 82). Το άρθρο 137 του Κανονισμού αναγνωρίζει, εξάλλου, στις πολιτικές ομάδες το δικαίωμα αιτιολογήσεως της ψήφου με μέγιστη διάρκεια δύο λεπτών.
6. Ο Κανονισμός προβλέπει επίσης ότι μια σειρά πρωτοβουλιών μπορούν να αναλαμβάνονται μόνον από πολιτική ομάδα ή από 32 βουλευτές τουλάχιστον, όσον αφορά:
– την υποβολή υποψηφιοτήτων για τις θέσεις του προέδρου, των αντιπροέδρων και των κοσμητόρων (άρθρο 13)·
– τη δυνατότητα υποβολής προφορικών ερωτήσεων στο Συμβούλιο ή στην Επιτροπή και τη δυνατότητα να ζητείται η εγγραφή των ερωτήσεων αυτών «στην ημερήσια διάταξη του Κοινοβουλίου» (άρθρο 42)·
– την υποβολή προτάσεων στο Συμβούλιο σχετικά με τους τίτλους V και VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ή όταν δεν πραγματοποιήθηκε διαβούλευση με το Κοινοβούλιο σχετικά με διεθνή Συνθήκη στο πλαίσιο των άρθρων 97 ή 98 του Κανονισμού (άρθρο 49)·
– την κατάθεση τροπολογιών όσον αφορά την κοινή θέση του Συμβουλίου (άρθρο 80)·
– την πρόταση διεξαγωγής επείγουσας συζητήσεως (άρθρο 112).
7. Σύμφωνα με το άρθρο 180 του Κανονισμού:
«1. Αν προκύψουν αμφιβολίες σχετικά με την εφαρμογή ή ερμηνεία του παρόντος Κανονισμού, ο Πρόεδρος μπορεί, με την επιφύλαξη των σχετικών αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί, να παραπέμψει το ζήτημα προς εξέταση στην αρμόδια επιτροπή.
[…]
4. Αν μία πολιτική ομάδα ή τριάντα δύο τουλάχιστον βουλευτές αντιταχθούν στην ερμηνεία της επιτροπής, το ζήτημα υποβάλλεται στο Κοινοβούλιο, το οποίο αποφασίζει επ’ αυτού με σχετική πλειοψηφία εάν είναι παρόν τουλάχιστον το ένα τρίτο των βουλευτών του. Σε περίπτωση απορρίψεως, το ζήτημα παραπέμπεται εκ νέου στην επιτροπή.
5. Οι ερμηνείες για τις οποίες δεν έχει υποβληθεί ένσταση και οι ερμηνείες που έχουν γίνει δεκτές από το Κοινοβούλιο προστίθενται με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία σαν ερμηνευτικές σημειώσεις του άρθρου ή των αντίστοιχων άρθρων μαζί με τις σχετικές αποφάσεις επί της εφαρμογής του Κανονισμού.
6. Οι ερμηνευτικές αυτές σημειώσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη μελλοντική εφαρμογή και ερμηνεία των σχετικών άρθρων.
[...]»
Β – Το ιστορικό της διαφοράς
8. Με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 1999 ορισμένοι βουλευτές του Κοινοβουλίου, προερχόμενοι από διάφορα πολιτικά κόμματα, ανακοίνωσαν στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 4, του Κανονισμού, τον σχηματισμό της «Ομάδας Τεχνικού Συντονισμού Ανεξαρτήτων Βουλευτών (ΤΣΑΒ) ─ Μικτή ομάδα» (στο εξής: ομάδα ΤΣΑΒ), δηλωμένος σκοπός της οποίας ήταν να εξασφαλίσει σε όλους τους βουλευτές την πλήρη άσκηση της κοινοβουλευτικής τους εντολής.
9. Οι «λεπτομέρειες σχετικά με τη σύσταση» της ομάδας ΤΣΑΒ περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
«Τα συνυπογράφοντα μέρη δηλώνουν αμοιβαία την πλήρη πολιτική ανεξαρτησία μεταξύ τους, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια τα ακόλουθα:
– ελευθερία ψήφου τόσο στο πλαίσιο επιτροπών όσο και στην ολομέλεια,
– κανένα από τα μέρη που απαρτίζουν την ομάδα δεν θα ομιλεί για λογαριασμό του συνόλου των βουλευτών της ομάδας,
– οι συνεδριάσεις της ομάδας έχουν ως μόνο σκοπό την κατανομή του χρόνου ομιλίας και τη διευθέτηση κάθε διοικητικού και χρηματοοικονομικού ζητήματος σχετικά με την ομάδα,
– το Προεδρείο της ομάδας συνίσταται από εκπροσώπους των διαφόρων μερών που την απαρτίζουν.»
10. Από τα πρακτικά της ολομέλειας του Κοινοβουλίου της 20ής Ιουλίου 1999 (3) προκύπτει ότι η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε ότι «έλαβε από 29 βουλευτές δήλωση συστάσεως μιας νέας πολιτικής ομάδας με την επωνυμία “Ομάδα Τεχνικού Συντονισμού Ανεξαρτήτων Βουλευτών” (ΤΣΑΒ)».
Οι πρόεδροι των άλλων πολιτικών ομάδων, κρίνοντας ότι εν προκειμένω δεν επληρούτο η προϋπόθεση περί συγγενούς πολιτικής τοποθετήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού, ζήτησαν να προβεί σε ερμηνεία της διατάξεως αυτής η επιτροπή συνταγματικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου και να θεωρηθούν οι ενδιαφερόμενοι βουλευτές ως μη εγγεγραμμένοι βουλευτές μέχρις ότου αποφανθεί η εν λόγω επιτροπή.
11. Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1999 ο πρόεδρος της επιτροπής συνταγματικών υποθέσεων πληροφόρησε την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ως προς τα ακόλουθα:
«Κατά τη συνεδρίαση της 27ης και της 28ης Ιουλίου 1999 η επιτροπή συνταγματικών υποθέσεων εξέτασε την αίτηση ερμηνείας του άρθρου 29, [παράγραφος] 1, του Κανονισμού, την οποία υπέβαλε η διάσκεψη των προέδρων κατά την από 21 Ιουλίου 1999 συνεδρίασή της.
Κατόπιν διεξοδικής ανταλλαγής απόψεων και με 15 ψήφους υπέρ, 2 ψήφους κατά και 1 αποχή, η επιτροπή συνταγματικών υποθέσεων ερμηνεύει το άρθρο 29, [παράγραφος] 1, του Κανονισμού ως εξής:
Η δήλωση συστάσεως της [ομάδας ΤΣΑΒ] δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 29, [παράγραφος] 1, του [Κανονισμού].
Πράγματι, η δήλωση συστάσεως αυτής της ομάδας, ειδικότερα δε το παράρτημα 2 της επιστολής σχετικά με τη σύσταση που απευθυνόταν στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αποκλείει κάθε πολιτική συγγένεια. Παρέχει στα διάφορα συνυπογράφοντα μέρη πλήρη πολιτική ανεξαρτησία στο πλαίσιο αυτής της ομάδας.
Σας προτείνω να προσθέσετε ως ερμηνευτική σημείωση στο άρθρο 29, [παράγραφος] 1, το ακόλουθο κείμενο:
“Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η σύσταση ομάδας που ομολογεί ανοιχτά ότι στερείται κάθε πολιτικού χαρακτήρα και κάθε πολιτικής συγγενείας μεταξύ των μερών που την απαρτίζουν.”
[...]»
12. Βάσει του άρθρου 180, παράγραφος 4, του Κανονισμού, η ομάδα ΤΣΑΒ αντιτάχθηκε στην ερμηνευτική σημείωση που πρότεινε η επιτροπή συνταγματικών υποθέσεων, αλλά, κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, η σημείωση αυτή τέθηκε σε ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο και η πλειοψηφία των μελών του τη δέχθηκε (4) .
Γ – Τα αιτήματα και οι λόγοι ακυρώσεως
13. Στις 19 Νοεμβρίου 1999 το πολιτικό κόμμα Front national άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί διαλύσεως της ομάδας ΤΣΑΒ και την καταδίκη του καθού κοινοτικού οργάνου στα δικαστικά έξοδα (υπόθεση Τ‑327/99).
Οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε ήταν οι ακόλουθοι: 1) εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού· 2) παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και των διατάξεων του Κανονισμού, καθώς και έλλειψη νομίμου βάσεως, διότι κακώς το Κοινοβούλιο έλεγξε το αν η ομάδα ΤΣΑΒ είναι σύμφωνη προς το άρθρο 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού και κακώς θεώρησε ότι οι αποτελούντες την ομάδα αυτή δεν έχουν πολιτική συγγένεια· 3) προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως έναντι των μελών της ομάδας ΤΣΑΒ· 4) παράβαση των κοινών κοινοβουλευτικών παραδόσεων των κρατών μελών· 5) παράβαση ουσιώδους τύπου και 6) τεκμήριο καταστρατηγήσεως διαδικασίας.
14. Στις 5 Οκτωβρίου 1999 οι J.‑C. Martinez και C. de Gaulle είχαν ήδη ασκήσει προσφυγή ενώπιον της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, περί αποδοχής της θέσεως της επιτροπής συνταγματικών υποθέσεων επί της συμφωνίας της δηλώσεως συστάσεως της ομάδας ΤΣΑΒ προς το άρθρο 29 του Κανονισμού (υπόθεση Τ‑222/99)· στις 22 Νοεμβρίου οι E. Bonino, M. Pannella, M. Cappato, G. Dell’Alba, Β. Della Vedova, Ο. Dupuis, Μ. Turco και η «Lista Emma Bonino» άσκησαν προσφυγή κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως (υπόθεση T‑329/99). Το Πρωτοδικείο διέταξε την ένωση και συνεκδίκαση των τριών υποθέσεων προς έκδοση κοινής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας του.
II – Η πρωτόδικη απόφαση
15. Στην υπόθεση Τ‑327/99 το Κοινοβούλιο δεν προέβαλε ρητά ένσταση απαραδέκτου σύμφωνα με το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Υποστήριξε ωστόσο ότι η προσφυγή ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι η πράξη της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, ως ερμηνεία διατάξεως γενικού χαρακτήρα, δεν αφορούσε άμεσα το προσφεύγον υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο.
16. Οι σκέψεις 66 και 67 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ασχολούνται με την εξέταση του λόγου αυτού:
«66 Όσον αφορά την υπόθεση T-327/99, υπογραμμίζεται ότι το Front national, γαλλικό πολιτικό κόμμα, αποτελεί νομικό πρόσωπο, του οποίου ο σκοπός κατά το καταστατικό του συνίσταται στην προώθηση, μέσω των μελών του, πολιτικών ιδεών και προγραμμάτων, στο πλαίσιο των εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1999 υπέβαλε συνδυασμό αντιπροσώπων στο Κοινοβούλιο. Όλα τα μέλη του τα οποία εξελέγησαν βουλευτές στο Κοινοβούλιο με τον συνδυασμό αυτόν περιλαμβάνονται μεταξύ των βουλευτών που δήλωσαν τον σχηματισμό της ομάδας ΤΣΑΒ. Λόγω της πράξεως της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, οι βουλευτές αυτοί βρίσκονται στην προπεριγραφείσα στη σκέψη 59 κατάσταση, πράγμα το οποίο θίγει άμεσα τις συνθήκες προωθήσεως των ιδεών και των προγραμμάτων του κόμματος το οποίο εκπροσωπούν στο πλαίσιο του Ευρωκοινοβουλίου και, επομένως, τις συνθήκες υλοποιήσεως του σκοπού του κόμματος αυτού σε ευρωπαϊκό επίπεδο σύμφωνα με το καταστατικό του.
67 Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η πράξη της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 θίγει άμεσα το Front national.»
Κατά την προαναφερθείσα σκέψη 59:
«59 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η πράξη της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 στερεί από τους βουλευτές που δήλωσαν τον σχηματισμό της ομάδας ΤΣΑΒ τη δυνατότητα να συγκροτήσουν πολιτική ομάδα, υπό την έννοια του άρθρου 29 του Κανονισμού, με αποτέλεσμα οι βουλευτές αυτοί να θεωρούνται μη εγγεγραμμένοι βουλευτές, σύμφωνα με το άρθρο 30 του εν λόγω κανονισμού. […] οι εν λόγω βουλευτές υποχρεούνται έτσι να ασκούν την εντολή τους υπό συνθήκες διαφορετικές από αυτές που ισχύουν όταν οι βουλευτές ανήκουν σε πολιτική ομάδα και οι οποίες θα ίσχυαν γι’ αυτούς αν δεν είχε εκδοθεί η πράξη της 14ης Σεπτεμβρίου 1999.»
17. Στη σκέψη 75 της αποφάσεώς του το Πρωτοδικείο δέχθηκε το παραδεκτό των τριών προσφυγών ακυρώσεως. Στη συνέχεια, προέβη στην εξέτασή τους επί της ουσίας, απορρίπτοντάς τες ως αβάσιμες.
III – Η αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου
18. Ο J.‑C. Martinez (υπόθεση C‑488/01 P) και το Front national (υπόθεση C‑486/01 P) άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής. Και οι δύο ζήτησαν, επιπλέον, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως. Οι υποθέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε κοινή διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 2002, ο οποίος αρνήθηκε την αίτηση προσωρινής προστασίας και επιφυλάχθηκε ρητά επί των δικαστικών εξόδων.
19. Η αίτηση αναιρέσεως του J.‑C. Martinez εκδικάστηκε με διάταξη της ολομέλειας του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 2003. Με τη διάταξη αυτή απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως, βάσει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, διότι αυτή θεωρήθηκε εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη.
20. Με το υπόμνημα που κατέθεσε στις 17 Δεκεμβρίου 2001 το Front national ζητεί από το Δικαστήριο (5) :
– να κηρύξει την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή·
– να δεχθεί ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο·
– να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση·
– να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή, επικουρικά, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο και
– να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
21. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου (6) . Εκμεταλλεύθηκε εντούτοις τις περιστάσεις για να υποβάλει αντίθετη αίτηση αναιρέσεως με το πρωτοκολληθέν στις 14 Φεβρουαρίου 2002 υπόμνημα αντικρούσεως, ζητώντας από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να εξαφανίσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αυτή δέχεται το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως του Front national·
– να απορρίψει την προσφυγή του Front national στην υπόθεση Τ‑327/99 ως απαράδεκτη ή, επικουρικά, ως αβάσιμη, και
– να καταδικάσει το Front national στα δικαστικά έξοδα.
22. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αρνήθηκε να δώσει άδεια υποβολής υπομνήματος απαντήσεως και υπομνήματος ανταπαντήσεως στη διαδικασία επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως. Δέχθηκε όμως να επιτρέψει στο Front national να εκθέσει, με υπόμνημα απαντήσεως, τη θέση του επί των επιχειρημάτων που προέβαλε το Κοινοβούλιο με τα σημεία 15 έως 29 του υπομνήματος αντικρούσεώς του, προς στήριξη της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως, πράγμα το οποίο έγινε στις 15 Απριλίου 2002.
Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να υποβάλει συμπληρωματικό υπόμνημα, η Γραμματεία του Δικαστηρίου επέστρεψε στο Front national το υπόμνημα που είχε υποβάλει στις 27 Μαΐου 2002.
23. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση C‑486/01 P, κατά την οποία οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους, πραγματοποιήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2003.
IV – Η εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως
24. Δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επικαλείται το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως του Front national λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του κόμματος αυτού, ανακύπτει δίλημμα ως προς τη σειρά με την οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί η εξέταση της εν λόγω υποθέσεως: ανάλυση, κατ’ αρχάς, της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως και, στη συνέχεια, της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως ή αντιστρόφως (7) . Λαμβάνοντας υπόψη τις πολύ διαφορετικές συνέπειες που έχει η επιλογή της μιας ή της άλλης οδού, πιστεύω ότι το Δικαστήριο πρέπει να επιλέξει τη δεύτερη δυνατότητα και να εξετάσει πρώτα την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως.
25. Η επιλογή αυτή δικαιολογείται από διάφορους λόγους. Αφενός, αν η εξέταση αφορούσε πρώτα την κύρια αίτηση αναιρέσεως, το Δικαστήριο, ακόμη και αν αυτή κρινόταν απαράδεκτη, ενδεχομένως δεν θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση να αποφανθεί στη συνέχεια επί της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως (8) . Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα κήρυσσε την αίτηση αυτή αβάσιμη (9) . Επιπλέον, αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, η σειρά με την οποία θα προβεί στη σχετική εξέταση θα είναι άνευ σημασίας. Αν όμως δεχθεί ότι η αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής, όσον αφορά την νομιμοποίηση του προσφεύγοντος να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, συνιστά νομικό σφάλμα, η κύρια αίτηση αναιρέσεως θα είναι απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, θα είναι αλυσιτελής η εξέταση επί της ουσίας, με συνακόλουθη προσβολή της αρχής της οικονομίας της διαδικασίας.
Αφετέρου, όπως έχω ήδη εκθέσει με τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Boehringer 10 –Προαναφερθείσα απόφαση Συμβούλιο κατά Boehringer, σκέψη 31., η ενεργητική νομιμοποίηση του προσφεύγοντος συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση, σε περίπτωση δε μη πληρώσεως της προϋποθέσεως αυτής αποτέλεσμα είναι η αναρμοδιότητα του κρίνοντος δικαστηρίου να εξετάσει τη διαφορά επί της ουσίας 11 –Τούτο αποδεικνύεται σαφώς από το γεγονός ότι τα πρόσωπα που μπορούν να προσφύγουν παραδεκτώς ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ορίζονται στη Συνθήκη (άρθρα 226 ΕΚ έως 228 ΕΚ για την προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους· άρθρο 230 ΕΚ για την προσφυγή ακυρώσεως· άρθρο 232 ΕΚ για την προσφυγή κατά παραλείψεως ή άρθρο 236 ΕΚ για τις υπαλληλικές προσφυγές) και στον Οργανισμό του Δικαστηρίου (άρθρο 40 για την παρέμβαση· άρθρα 56 και 57 για την αίτηση αναιρέσεως), όχι όμως στον Κανονισμό Διαδικασίας..
Α – Α – Η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
26. Κατά το Κοινοβούλιο, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε το Front national (υπόθεση T‑327/99) ήταν απαράδεκτη, δεδομένου ότι το κόμμα αυτό δεν νομιμοποιείτο να ασκήσει προσφυγή, επειδή η επίμαχη πράξη δεν το αφορούσε άμεσα. Το παραδεκτό το οποίο δέχθηκε το Πρωτοδικείο προϋποθέτει εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, υπό την έννοια του άρθρου 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
27. Πρώτον, το Κοινοβούλιο επικαλείται αντίφαση μεταξύ της σκέψεως 67 και των λοιπών χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αφήνουν τον διοικούμενο να καταλάβει ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου είναι αντίθετη προς το διατακτικό της αποφάσεώς του, χωρίς καμία αιτιολόγηση για τη μετάπτωση αυτή. Το Κοινοβούλιο στηρίζεται στο ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου δέχεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Κοινοβουλίου μπορούσε να αφορά άμεσα τους ανήκοντες στην ομάδα ΤΣΑΒ βουλευτές, καθόσον τους στέρησε τη δυνατότητα να συστήσουν πολιτική ομάδα υπό την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού. Το Κοινοβούλιο θεωρεί αδιανόητο να αφορούν οι πράξεις του με τον ίδιο τρόπο τους βουλευτές, οι οποίοι έχουν ιδιαίτερο καθεστώς, και τα εθνικά πολιτικά κόμματα, που δεν έχουν κάτι τέτοιο. Προσθέτει ότι αν το παραδεκτό μιας προσφυγής εξηρτάτο από το περιεχόμενο των καταστατικών των νομικών προσώπων, η αναγνώριση της ενεργητικής τους νομιμοποιήσεως θα εξηρτάτο, σε τελική ανάλυση, από τη δική τους βούληση, οπότε οι προσφυγές ορισμένων από αυτά θα ήταν παραδεκτές και ορισμένων άλλων απαράδεκτες.
28. Δεύτερον, θεωρεί ότι, αν και η προσβαλλόμενη απόφαση θα μπορούσε να θίγει την κατάσταση ορισμένων βουλευτών, έτσι ώστε να πλήττονται ενδεχομένως οι προϋποθέσεις προωθήσεως των ιδεών και των σχεδίων του κόμματός τους, ωστόσο, μόνον οι βουλευτές του Front national έχουν τη δυνατότητα να αποδείξουν ότι επηρεάζονται άμεσα από την εν λόγω πράξη, δεδομένου ότι το προαναφερθέν πολιτικό κόμμα επηρεάζεται μόνον έμμεσα.
29. Τρίτον, κατά το Κοινοβούλιο, κάποια πράξη που λαμβάνεται στο πλαίσιο της εσωτερικής του οργανώσεως δεν είναι ικανή να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Μολονότι το Front national μετέσχε στις εκλογές του Ιουνίου του 1999, οι έννομες σχέσεις μεταξύ των κομμάτων που έλαβαν μέρος στην προεκλογική εκστρατεία και του εκλεγέντος Κοινοβουλίου παύουν να υφίστανται μετά τις εκλογές, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της πράξεως περί εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία και από το άρθρο 2 του Κανονισμού (12) , δυνάμει του οποίου οι βουλευτές ασκούν τα καθήκοντά τους με ανεξαρτησία και δεν μπορούν να δεσμεύονται από οδηγίες ούτε να δέχονται επιτακτική εντολή. Υπό τις συνθήκες αυτές, το να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά το Front national θα ισοδυναμεί με περιορισμό των βουλευτών στον ρόλο απλού μεσάζοντος μεταξύ του κόμματός τους και του Κοινοβουλίου, χωρίς αυτονομία και χωρίς ίδια ευθύνη, παραβλέποντας την πραγματική τους θέση. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι το άρθρο 191 ΕΚ, το οποίο υπογραμμίζει τη σημασία των κομμάτων σε υπερεθνικό επίπεδο ως παραγόντων ολοκληρώσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ως στοιχείων που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής συνειδήσεως και στην έκφραση της βουλήσεως των πολιτών (13) , δεν έχει σημασία εν προκειμένω, διότι τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, αφενός, δεν έχουν πάντα ένα συνταγματικό καθεστώς που προσδιορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους σε κοινοτικό επίπεδο (14) και, αφετέρου, εκ της φύσεώς τους, πρέπει να έχουν βουλευτές από διάφορα κράτη μέλη, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του Front national, καθόσον το κόμμα αυτό δρα μόνο στη Γαλλία.
30. Τέταρτον, το Κοινοβούλιο επικαλείται τις αρνητικές συνέπειες που θα είχε η αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής. Σε περίπτωση αποδοχής της ερμηνείας του Πρωτοδικείου, υφίσταται κίνδυνος πλημμυρίδας προσφυγών από πρόσωπα τα οποία επηρεάζονται μόνον έμμεσα από μέτρα εσωτερικής οργανώσεως του Κοινοβουλίου. Για παράδειγμα, το εν λόγω κοινοτικό όργανο αναφέρει τα δημιουργούμενα εκ μέρους πολιτικών κομμάτων ιδρύματα, σε περίπτωση που θα έπαυαν να λαμβάνουν επιχορηγήσεις αντίστοιχες προς εκείνες που χορηγούνται στις ομάδες, και τα άλλα κόμματα, τα οποία, σε συνάρτηση με τους δικούς τους κανόνες λειτουργίας που προβλέπουν τα καταστατικά τους, θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι θίγονται από ειδικές διατάξεις του Κανονισμού, ιδίως το άρθρο 152, σχετικά με τη συγκρότηση κοινοβουλευτικών επιτροπών, ή το άρθρο 168, σχετικά με τη συγκρότηση και τον ρόλο των διακοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών, στο πλαίσιο των οποίων λαμβάνεται υπόψη η δίκαιη εκπροσώπηση των κρατών μελών και των πολιτικών τάσεων.
31. Το Front national θεωρεί ότι ο κοινοτικός δικαστής πρέπει να μπορεί να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής αυξήσεως των αρμοδιοτήτων, της εξουσίας αποφάσεως και των μέσων δράσεως του εν λόγω κοινοτικού οργάνου.
Το ως άνω κόμμα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση το αφορά άμεσα, διότι η διάλυση της ομάδας ΤΣΑΒ είχε συνέπειες όχι μόνο για τους βουλευτές του, που απώλεσαν τη δυνατότητα να ασκούν σειρά από πολιτικά δικαιώματα που επιφυλάσσονται στα μέλη των ομάδων, αλλά και για τα πολιτικά κόμματα στα οποία ανήκουν οι βουλευτές αυτοί. Σημειώνει ότι, βάσει της προεκλογικής εκστρατείας την οποία οργάνωσε και για την οποία υποβλήθηκε σε σημαντικά έξοδα, έχει συμφέρον να διαθέτουν οι ευρωβουλευτές που εξελέγησαν με το κόμμα αυτό τις ίδιες ευκολίες με τους λοιπούς βουλευτές, διευκρινίζοντας ότι όλα τα γαλλικής ιθαγένειας άτομα της ομάδας αυτής που διαλύθηκε ήταν μέλη του κόμματος αυτού. Όσον αφορά τις οικονομικές απώλειες που υπέστη, το Front national παραθέτει τις πιστώσεις που αναγράφονται στη θέση 3707, συγκεκριμένα εκείνες που αφορούν τις διοικητικές δαπάνες και τα έξοδα γραμματείας (3707/1), καθώς και εκείνες που συνδέονται με τις πολιτικές δραστηριότητες των ομάδων (3707/2): ενώ η σχετική ετήσια χορηγία για κάθε βουλευτή μέλος κάποιας ομάδας είναι 36 698,28 ευρώ, η καταβαλλόμενη σε μη εγγεγραμμένο βουλευτή είναι μόνον 9 909,19 ευρώ.
32. Τέλος, προσθέτει ότι, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή προσφυγή πολιτικού κόμματος κατά μιας αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η οποία παραβίαζε την αρχή της ισότητας μεταξύ κομμάτων στο πλαίσιο προεκλογικής εκστρατείας (15) , δεν μπορεί να αρνηθεί το παραδεκτό προσφυγής άλλου κόμματος το οποίο ζητεί ίση μεταχείριση μετά τις εκλογές. Οι ψηφοφόροι του Front national έχουν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται υπό συνθήκες ανάλογες προς εκείνες που ισχύουν για τους βουλευτές των λοιπών ομάδων.
2. Ο τρόπος με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει το Front national
33. Δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκεί «προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά» (16) .
Σύμφωνα με την ανάλυση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 28 έως 34 της αποφάσεώς του, η προσβαλλόμενη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνίσταται σε δήλωση περί του ανυποστάτου της ομάδας ΤΣΑΒ με αναδρομικό χαρακτήρα, λόγω μη συμφωνίας προς το άρθρο 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού. Η πράξη αυτή παράγει αναμφισβήτητα άμεσα αποτελέσματα έναντι των βουλευτών οι οποίοι, μέχρι τότε, θα επιθυμούσαν να είναι μέλη μιας πολιτικής ομάδας. Όπως αναφέρεται στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η επίδικη πράξη τους παρεμπόδισε, υπό την έννοια του άρθρου 29 του Κανονισμού, χωρίς να απαιτείται η έκδοση συμπληρωματικής πράξεως, πράγμα το οποίο έθιγε τους όρους ασκήσεως των καθηκόντων τους. Επομένως, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι η πράξη αυτή τους αφορά ατομικά.
34. Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί αν το Front national, στο οποίο ανήκουν πολλά μέλη της ομάδας ΤΣΑΒ (17) , είναι σε θέση να υποστηρίξει ότι η αμφισβητούμενη απόφαση αφορά άμεσα και το ίδιο.
35. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο κοινοτικό μέτρο πρέπει να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως ενός προσώπου, χωρίς να αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως σε εκείνους που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, όταν αυτή έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (18) .
36. Κατά τη νομολογία αυτή, δεν προκύπτει ότι το Front national πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
37. Η περιλαμβανόμενη στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συλλογιστική του Πρωτοδικείου σχετικά με την εκτίμηση του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έθιγε άμεσα το Front national είναι εξαιρετικά περιληπτική και συνδέεται με τα αποτελέσματα που είχε η δήλωση περί ανυποστάτου της ομάδας για κάθε βουλευτή ειδικά και όχι για το κόμμα.
Κατά τη σκέψη 59 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, οι Γάλλοι εκλεγέντες υποψήφιοι του κόμματος αυτού στερήθηκαν τη δυνατότητα να συγκροτήσουν πολιτική ομάδα μέσω της ομάδας ΤΣΑΒ και θεωρούνταν μη εγγεγραμμένοι βουλευτές, με αποτέλεσμα την απώλεια πλεονεκτημάτων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Στη σκέψη 66 συνάγεται από τη διαπίστωση αυτή ότι η δημιουργηθείσα κατάσταση θίγει άμεσα τις συνθήκες προωθήσεως των ιδεών και των προγραμμάτων του κόμματος, το οποίο εκπροσωπούν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και, επομένως, τις συνθήκες πραγματοποιήσεως του σκοπού του κόμματος αυτού σε ευρωπαϊκό επίπεδο σύμφωνα με το καταστατικό του.
38. Συμμερίζομαι την άποψη του κοινοτικού οργάνου το οποίο αφορά η προσφυγή αυτή, κατά την οποία οι ενδεχόμενες συνέπειες της προσβαλλομένης αποφάσεως για το Front national ήταν μόνον έμμεσες. Πράγματι, η επίμαχη πράξη αφορά άμεσα τους βουλευτές, οι οποίοι, στερούμενοι της δυνατότητας υπερασπίσεως των σχεδίων και των ιδεών τού αποτελούντος πολιτικό σχηματισμό κόμματος, υποχρεώθηκαν να ενεργούν ατομικά από τη στιγμή εκείνη.
39. Κατόπιν εξετάσεως, δεν θεωρώ πειστικά ούτε τα επιχειρήματα που προβάλλει το Front national στην παρούσα διαδικασία.
40. Πρώτον, ναι μεν ένα πολιτικό κόμμα το οποίο μετέχει στις ευρωπαϊκές εκλογές επιθυμεί οι υποψήφιοί του, όταν εκλεγούν, να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους υπό συνθήκες ισότητας έναντι των άλλων βουλευτών (19) , το συμφέρον αυτό όμως δεν παρέχει το δικαίωμα στους εν λόγω εκπροσώπους να συστήσουν τη δική τους ομάδα ούτε να καταστούν μέλη μιας από τις δημιουργούμενες ομάδες. Ο ίδιος ο Κανονισμός επιβεβαιώνει το συμπέρασμα αυτό, διότι, αφενός, κατά το άρθρο 29, παράγραφος 2, κάθε πολιτική ομάδα πρέπει να αποτελείται από βουλευτές προερχόμενους από περισσότερα του ενός κράτη μέλη (το Front national είναι πολιτικό κόμμα αποκλειστικά γαλλικό) και, αφετέρου, η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού παρέχει τη δυνατότητα στους βουλευτές να οργανώνονται σε ομάδες ανάλογα με την πολιτική τους συγγένεια (κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας δεν είναι γνωστή η σύνθεση του νέου Κοινοβουλίου, οπότε δεν είναι γνωστό αν ο αριθμός των εκπροσώπων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και οι οποίοι συμμερίζονται την ιδεολογία ενός εθνικού κόμματος είναι επαρκής προς σύσταση ομάδας).
41. Δεύτερον, η απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 δεν προσβάλλει την αρχή της ισότητας μεταξύ των βουλευτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «[…] υφίσταται δυσμενής διάκριση όταν εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες επί παρεμφερών καταστάσεων ή όταν ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται επί διαφορετικών καταστάσεων» (20) . Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ακολουθώντας τις αρχές που απορρέουν από τη δικαστική πρακτική σε μεγάλο αριθμό δημοκρατικών κρατών, θεωρεί ότι η ισότητα παραβιάζεται αν η διαφορετική μεταχείριση κατά την άσκηση ενός δικαιώματος που αναγνωρίζεται από τη Σύμβαση δεν στηρίζεται σε αντικειμενική και εύλογη δικαιολογία (21) .
42. Με τον Κανονισμό του το Κοινοβούλιο αποφάσισε να ευνοήσει την οργάνωση των βουλευτών σε πολιτικές ομάδες, στο πλαίσιο του προσδιορισμού των κανόνων λειτουργίας του, απαιτώντας να προέρχονται οι βουλευτές από περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των κρατών από τα οποία προέρχονται οι βουλευτές τόσο πιο εύκολος είναι ο σχηματισμός πολιτικής ομάδας, μέχρι του σημείου να αρκούν δεκατέσσερις βουλευτές εφόσον προέρχονται από τέσσερα ή περισσότερα κράτη. Η μόνη προϋπόθεση που επιβάλλεται είναι να σχηματίσουν ομάδα ανάλογα με την ιδεολογική τους συγγένεια.
Είναι προφανές ότι οι βουλευτές ενός κράτους μέλους οι οποίοι δεν έχουν πολιτική συγγένεια με τα λοιπά μέλη του Κοινοβουλίου δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με εκείνους οι οποίοι καθίστανται μέλη μιας κοινοβουλευτικής ομάδας σε περίπτωση που υφίσταται μια τέτοια πολιτική συγγένεια. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των μεν και των δε.
43. Τρίτον, οι οικονομικές απώλειες που επικαλείται το Front national αφορούν στην πραγματικότητα τους βουλευτές, διότι οι πιστώσεις που είναι εγγεγραμμένες στις οικείες θέσεις του προϋπολογισμού δεν προορίζονται για τα κόμματα στα οποία ανήκουν οι βουλευτές αυτοί.
44. Τέλος, ο Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν αναγνωρίζει καμία συμμετοχή των εθνικών πολιτικών κομμάτων στην οργάνωσή του αλλά ούτε και στη λειτουργία του. Όταν εκλεγούν, οι εκπρόσωποι ασκούν τα καθήκοντά τους με ανεξαρτησία και δεν μπορούν να δεσμεύονται από οδηγίες ούτε να λαμβάνουν επιτακτική εντολή. Η ψήφος τους είναι ατομική και προσωπική. Μπορούν να καταστούν μέλη μιας πολιτικής ομάδας, να αλλάξουν ομάδα ή να καταταγούν ως μη εγγεγραμμένοι. Συμμερίζομαι την άποψη του Κοινοβουλίου ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη απόφασή του επηρέασε μόνον έμμεσα το Front national, μέσω των συνεπειών που είχε αναμφισβήτητα για τους εκλεγέντες υποψηφίους τού εν λόγω κόμματος.
45. Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το Front national δεν πληρούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή, όπως προβλέπει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, διότι η επίδικη απόφαση δεν το αφορούσε άμεσα.
Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα δεχόμενο, στη σκέψη 67 της αποφάσεως της 2ας Οκτωβρίου 2001, ότι η επίδικη απόφαση αφορούσε άμεσα το προσφεύγον.
46. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή η ανταναίρεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να αναιρεθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου κατά το μέρος που έκρινε παραδεκτή την προσφυγή ακυρώσεως την οποία άσκησε το Front national κατά της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 1999.
47. Η δεύτερη περίοδος του άρθρου 61 του Οργανισμού παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, όταν αναιρεί απόφαση του Πρωτοδικείου, να αποφαίνεται το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς όταν αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση ή να την αναπέμπει στο Πρωτοδικείο για να αποφανθεί εκείνο. Μία από τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να έχει εφαρμογή η πρώτη από τις δύο αυτές δυνατότητες που παρέχει η εν λόγω διάταξη είναι εκείνη του σφάλματος in judicando, υπό την προϋπόθεση ότι η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών είναι πλήρης και επαρκής για την έκδοση αποφάσεως και ότι δεν συντρέχει λόγος συλλογής αποδείξεων. Το Δικαστήριο ενεργεί συνήθως με τον τρόπο αυτό, αν και γενικά δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση (22) .
Ενδείκνυται το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ουσίας όταν από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση 23 –Βλ. J. Héron: Droitjudiciaireprivé, εκδόσεις Montchrétien, Παρίσι, 1991, σ. 517· J. Vincent και S. Guinchard: Procédurecivile, εκδόσεις Dalloz, Παρίσι, 1994, σ. 922., σύμφωνα με τον τρόπο οργανώσεως που προέβλεψε ο κοινοτικός νομοθέτης, ο οποίος δημιούργησε ένα σύγχρονο ακυρωτικό δικαιοδοτικό όργανο, με ευρεία εξουσία εκδόσεως ακυρωτικής αποφάσεως όταν το κρίνει σκόπιμο 24 –J. Nieva Fenoll: El recurso de casación ante el Tribunal de Justicia de las Comunidades Europeas, εκδόσεις Bosch, Βαρκελώνη, 1998, σ. 430..
48. Εν προκειμένω, το ζήτημα του οποίου έχει επιληφθεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αναμφισβήτητα καθαρά νομικής φύσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει χρήση της διατάξεως αυτής και να αποφανθεί το Δικαστήριο περί του απαραδέκτου της προσφυγής ακυρώσεως του Front national, λόγω ελλείψεως νομιμοποιήσεως.
Β – Β – Η κύρια αίτηση αναιρέσεως
49. Δεδομένου ότι το Front national δεν μπορούσε να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, ούτε η αίτηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως είναι παραδεκτή. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε το κόμμα αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτη.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
50. Σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων όταν κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, σε περίπτωση που η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη.
51. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται αναιρετικά στη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα.
Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως του Front national είναι απαράδεκτη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε την καταδίκη του κόμματος αυτού στα δικαστικά έξοδα, το τελευταίο πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της διαφοράς. Στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 2002, με την οποία επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων εν αναμονή της περατώσεως της κύριας δίκης, το Front national πρέπει να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα και το ήμισυ των εξόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
VI – Πρόταση
52. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) βάσει της εκ μέρους του Κοινοβουλίου ανταναιρέσεως, να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 2ας Οκτωβρίου 2001 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T‑222/99, T‑327/99 και T‑329/99, Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, κατά το μέτρο που κηρύσσει παραδεκτή την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε το Front national κατά της από 14 Σεπτεμβρίου 1999 αποφάσεως περί αναδρομικής διαλύσεως της Ομάδας Τεχνικού Συντονισμού Ανεξαρτήτων Βουλευτών (ΤΣΒΑ)·
2) να δεχθεί το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως που υπέβαλε το Front national·
3) να κηρύξει απαράδεκτη την κύρια αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε το Front national·
4) να καταδικάσει το Front national στα δικαστικά έξοδα της διαφοράς, περιλαμβανομένου του ημίσεος των εξόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – ΕΕ 1999, L 202, σ. 1.
3 – ΕΕ C 301, σ. 1.
4 – Ας ελπίσουμε ότι μια τέτοια κατάσταση δεν θα επαναληφθεί, λαμβανομένης υπόψη της νέας ερμηνείας του άρθρου 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού του Κοινοβουλίου που περιλαμβάνεται στην δέκατη πέμπτη έκδοσή του, του Φεβρουαρίου του 2003 (ΕΕ L 61, σ. 1).
5 – Η πλειοψηφία των λόγων που προβάλλει το Front national προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως συμπίπτει με εκείνους του J.‑C. Martinez. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο δικηγόρος του εν λόγω κόμματος δήλωσε ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της προαναφερθείσας διατάξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου και παραιτήθηκε από το δικαίωμα να υποβάλει παρατηρήσεις επί των λόγων αυτών.
6 – Στην ερώτηση που έθεσα επ’ αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος του Κοινοβουλίου απάντησε ότι η Νομική Υπηρεσία του δεν ήταν βέβαιη ότι μπορούσε να υποβάλει σχετικά με το παραδεκτό μιας προσφυγής αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου με την οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή αυτή. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι το Front national άσκησε αναίρεση προκειμένου να υποβάλουν αντίθετη αίτηση αναιρέσεως. Πάντως, υφίστανται υποθέσεις στις οποίες ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξαφανίσει μερικώς μια πρωτόδικη απόφαση δεχόμενη, ρητά ή σιωπηρά, το παραδεκτό όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση ενός των διαδίκων της πρωτόδικης διαδικασίας, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες ο αναιρεσείων δεν είχε μετάσχει στη διαφορά ή όταν το διατακτικό της πρωτόδικης αποφάσεως τον δικαιώνει. Μπορώ να παραθέσω, ως παραδείγματα, τις αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C‑73/97 P, Γαλλία κατά Comafrica κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑185), και της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C‑23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer (Συλλογή 2002, σ. I‑1873).
7 – Οι σχετικές με την κατάσταση αυτή ρυθμίσεις διαφέρουν πολύ εντός των κρατών μελών, καθόσον δεν αναγνωρίζεται, σε όλα τα κράτη αυτά, η υπέρ των διαδίκων δυνατότητα για την οποία κάνει λόγο το άρθρο 117, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Έτσι, στην Αυστρία, όποιος δεν άσκησε εμπρόθεσμα ένδικο μέσο κατά δικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να ασκήσει αντίθετο ένδικο μέσο, ενώ στην Ελλάδα η αντέφεση, που είναι το μόνο επιτρεπόμενο αντίθετο ένδικο μέσο, δεν μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικά αιτήματα από εκείνα του εφεσείοντος. Στο Βέλγιο, την Ισπανία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία ρυθμίζεται μόνον η αντέφεση. Στο ποινικό δίκαιο, στη Γερμανία δεν γίνεται δεκτό κανένα είδος αντίθετου ένδικου μέσου, ενώ στη Γαλλία αποκλείεται η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως.
8 – Ο βαθμός της αυτοτέλειας του κύριου ένδικου μέσου έναντι του αντιθέτως ασκουμένου ένδικου μέσου ποικίλλει στις έννομες τάξεις των διαφόρων κρατών μελών. Στην Ιρλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Δανία, το αντίθετο ένδικο μέσο εξετάζεται σε όλες τις περιπτώσεις από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, ανεξάρτητα από την τύχη του κύριου ένδικου μέσου. Το ίδιο ισχύει στην Ισπανία όσον αφορά τις αντίθετες εφέσεις στο αστικό και το διοικητικό δίκαιο. Στο Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες, μόνον το απαράδεκτο του κύριου ένδικου μέσου λόγω ακυρότητας ή εκπροθέσμου επιφέρει το απαράδεκτο του αντίθετου ένδικου μέσου. Στην Ιταλία και τη Γαλλία, διακρίνεται μεταξύ παρεμπίπτοντος ένδικου μέσου ασκουμένου εμπροθέσμως, που μπορεί να μετατραπεί σε κύριο ένδικο μέσο αν το ένδικο μέσο κριθεί παραδεκτό, και εκείνου που υποβάλλεται μετά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας, το οποίο συνδέεται αναγκαστικά με την τύχη του κύριου ένδικου μέσου. Στη Γερμανία, τη Φινλανδία, την Πορτογαλία και τη Σουηδία το αντίθετο ένδικο μέσο στερείται παντελώς αυτοτέλειας, αν δε το κύριο ένδικο μέσο κηρυχθεί απαράδεκτο, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο δεν μπορεί να αποφανθεί επί του αντιθέτως ασκουμένου ένδικου μέσου.
9 – Σε όλα σχεδόν τα νομικά συστήματα των κρατών μελών, έστω και αν το κύριο ένδικο μέσον είναι αβάσιμο, το αντιθέτως ασκούμενο ένδικο μέσο εξετάζεται από το κρίνον δικαστήριο. Εντούτοις, ορισμένα συστήματα προβλέπουν διαφοροποιημένη ρύθμιση στην περίπτωση προδήλως αβασίμου. Έτσι, στη Γερμανία, όταν ένα δικαστήριο αποφαίνεται επί εφέσεως στον τομέα του αστικού δικαίου με έκδοση διατάξεως και η έφεση είναι προδήλως αβάσιμη, η αντιθέτως ασκούμενη έφεση καθίσταται άνευ ερείσματος, εκτός αν η υπόθεση έχει κεφαλαιώδη σημασία ή αν η εξέλιξη του δικαίου ή η ενότητα της νομολογίας απαιτούν την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας. Το ίδιο ισχύει στη Φινλανδία για τα αντιθέτως ασκούμενα ένδικα μέσα αν ο δικαστής δεν προβαίνει σε εξαντλητική εξέταση μιας εφέσεως επί της ουσίας. Στην Πορτογαλία εφαρμόζεται μια παρόμοια λύση, στον τομέα του αστικού δικαίου, ο δε δικαστής δεν εξετάζει το αντίθετο ένδικο μέσο αν θεωρεί, μετά από απλό προκαταρκτικό έλεγχο, ότι το κύριο ένδικο μέσο είναι προδήλως αβάσιμο.
10 – Προαναφερθείσα απόφαση Συμβούλιο κατά Boehringer, σκέψη 31.
11 – Τούτο αποδεικνύεται σαφώς από το γεγονός ότι τα πρόσωπα που μπορούν να προσφύγουν παραδεκτώς ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ορίζονται στη Συνθήκη (άρθρα 226 ΕΚ έως 228 ΕΚ για την προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους· άρθρο 230 ΕΚ για την προσφυγή ακυρώσεως· άρθρο 232 ΕΚ για την προσφυγή κατά παραλείψεως ή άρθρο 236 ΕΚ για τις υπαλληλικές προσφυγές) και στον Οργανισμό του Δικαστηρίου (άρθρο 40 για την παρέμβαση· άρθρα 56 και 57 για την αίτηση αναιρέσεως), όχι όμως στον Κανονισμό Διαδικασίας.
12 – Δέκατη πέμπτη έκδοση, που ισχύει επί του παρόντος, προαναφερθείσα.
13 – Βλ. το άρθρο 45, παράγραφος 4, του σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης το οποίο, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τη σημασία των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως παραγόντων ολοκληρώσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, επαναλαμβάνει τη συμβολή τους στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής συνειδήσεως και στην έκφραση της βουλήσεως των πολιτών.
14 – Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι πλέον ακριβές μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 2004/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς και τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ΕΕ L 297, σ. 1).
15 – Απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339).
16 – Θέλω να υπογραμμίσω την αξιέπαινη προσπάθεια του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs, με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 21 Μαρτίου 2002, σε σχέση με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. Ι‑6677), με αντικείμενο να επαναπροσδιορίσει το Δικαστήριο το πότε μια πράξη μπορεί να αφορά ιδιώτες. Ο γενικός εισαγγελέας υποστήριξε, με πολύ πειστικά επιχειρήματα, ότι το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να είναι σύμφωνο με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Κατ’ αυτόν, κανένα επιχείρημα δεν υποχρεώνει να ερμηνεύεται η διάταξη που προβλέπει ότι μια πράξη πρέπει να αφορά ατομικά κάποιο πρόσωπο υπό την έννοια ότι απαιτείται ο ιδιώτης που επιθυμεί να αμφισβητήσει ένα γενικό μέτρο να διακρίνεται από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο αφορά το μέτρο αυτό κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο του αποδέκτη, πρότεινε δε να θεωρείται ότι ένα μέτρο αφορά ατομικά ένα πρόσωπο όταν, λόγω της καταστάσεως στην οποία βρίσκεται αυτό, το μέτρο μπορεί να θίξει ουσιαστικά τα συμφέροντά του. Το Δικαστήριο δεν άργησε να αντιδράσει. Με την απόφαση που εξέδωσε σε διάστημα όχι μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών αναγνώρισε μεν ότι η εν λόγω προϋπόθεση πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και των περιστάσεων που είναι ικανές να εξατομικεύσουν τη θέση ενός προσφεύγοντος, έκρινε όμως ότι η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να οδηγεί στην παραγνώριση της προϋποθέσεως που επιβάλλει η Συνθήκη, χωρίς να πραγματοποιείται υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στον κοινοτικό δικαστή, και ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΕΚ, να αναμορφώσουν το ισχύον σήμερα σύστημα. Το Πρωτοδικείο συμμερίστηκε την άποψη αυτή με την απόφαση της 3ης Μαΐου 2002, Τ‑177/01, Jégo-Quéré κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑2365). Με την απόφαση αυτή αναγνώρισε το παραδεκτό προσφυγής κατά ενός γενικής ισχύος κανονισμού της Επιτροπής, μολονότι δέχθηκε ότι η πράξη αυτή δεν αφορούσε ατομικά τον προσφεύγοντα με βάση τα κριτήρια που θέτει η νομολογία, προκειμένου αυτός να μη στερηθεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, υιοθετώντας τον ορισμό που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας. Η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω αποφάσεως, η δε υπόθεση εκκρεμεί ακόμη.
17 – Από τους δέκα Γάλλους βουλευτές οι οποίοι είναι επί του παρόντος μη εγγεγραμμένοι, οι πέντε ανήκουν στο Front national. Βλ.: .
18 – Βλ. τις αποφάσεις της 13ης Μαΐου 1971, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41/70 έως 44/70, International Fruit Company κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 783, σκέψεις 23 έως 29)· της 6ης Μαρτίου 1979, 92/78, Simmenthal κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 407, σκέψεις 25 και 26)· της 29ης Μαρτίου 1979, 113/77, NTN Toyo Bearing κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 669, σκέψεις 11 και 12)· 118/77, ISO κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 673, σκέψη 26)· 119/77, Nippon Seiko κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 675, σκέψη 14)· 120/77, Koyo Seiko κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 759, σκέψη 25)· 121/77, Nachi Fujikoshi κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 761, σκέψη 11)· της 11ης Ιουλίου 1985, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 87/77, 130/77, 22/83, 9/84 και 10/84, Salerno κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 2523, σκέψη 31)· της 17ης Μαρτίου 1987, 333/85, Mannesmann-Röhren-Werke κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 13/81, σκέψη 14)· της 14ης Ιανουαρίου 1988, 55/86, Arposol κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 13, σκέψεις 11 έως 13)· της 26ης Απριλίου 1988, 297/86, Apesco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2151, σκέψη 12)· της 26ης Ιουνίου 1990, C‑152/88, Sofrimport κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι‑2477, σκέψη 9), και της 5ης Μαΐου 1998, C‑404/96 P, Glencore Grain κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑2435, σκέψη 41).
19 – Το Κοινοβούλιο συνήγαγε ορισμένες συνέπειες από τη σκέψη 157 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τη οποία το Πρωτοδικείο το κάλεσε να εξετάσει αν οι διαφορές στη μεταχείριση μεταξύ των μελών μιας ομάδας και των μη εγγεγραμμένων βουλευτών είναι όλες απαραίτητες και, επομένως, αντικειμενικά δικαιολογημένες και να καλύψει τις σχετικές ανισότητες που δεν πληρούν τις ως άνω προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, η απόφαση του Γραφείου του Κοινοβουλίου της 2ας Ιουλίου 2003 τροποποίησε την εσωτερική ρύθμιση περί χρησιμοποιήσεως των πιστώσεων της θέσεως 3701 του προϋπολογισμού, που προορίζονταν να καλύψουν τις διοικητικές δαπάνες και τα έξοδα λειτουργίας των πολιτικών ομάδων και τα έξοδα γραμματείας των μη εγγεγραμμένων βουλευτών, καθώς και εκείνες που συνδέονται με τις πολιτικές δραστηριότητες και τις δραστηριότητες πληροφορήσεως στις οποίες προβαίνουν πολιτικές ομάδες και όχι οι μη εγγεγραμμένοι βουλευτές. Έχει ασκηθεί προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής στο πλαίσιο της υποθέσεως Τ‑357/03, Gollnisch κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου.
20 – Αποφάσεις της 14ης Φεβρουᄆρίου 1995, C‑279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. Ι‑225, σκέψη 30)· της 27ης Ιουνίου 1996, C‑107/94, Asscher (Συλλογή 1996, σ. I‑3089, σκέψη 40)· της 22ας Οκτωβρίου 1998, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑9/97 και C‑118/97, Jokela και Pitkäranta (Συλλογή 1998, σ. I‑6267, σκέψη 45), και της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑391/97, Gschwind (Συλλογή 1999, σ. I‑5451, σκέψη 21).
21 – Απόφαση της 23ης Ιουλίου 1968, υπόθεση σχετικά με ορισμένες πτυχές του γλωσσικού καθεστώτος της παιδείας στο Βέλγιο, σειρά Α, no 6, μέρος Ι, στοιχείο Β, σημείο 10.
22 – Το Δικαστήριο περιορίζεται γενικά στη λακωνική διαπίστωση ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο στην οικεία υπόθεση. Βλ. τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑432/98 P και C‑433/98 P, Συμβούλιο κατά Chvatal κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑8535, σκέψη 37), και της 9ης Ιανουαρίου 2003, C‑76/00 P, Petrotub και Republica κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I‑79, σκέψη 93).
23 – Βλ. J. Héron: Droitjudiciaireprivé, εκδόσεις Montchrétien, Παρίσι, 1991, σ. 517· J. Vincent και S. Guinchard: Procédurecivile, εκδόσεις Dalloz, Παρίσι, 1994, σ. 922.
24 – J. Nieva Fenoll: El recurso de casación ante el Tribunal de Justicia de las Comunidades Europeas, εκδόσεις Bosch, Βαρκελώνη, 1998, σ. 430.
Full & Egal Universal Law Academy