Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-13/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Giudice di pace di Genova (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Safalero Srl
και
Prefetto di Genova,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των αρχών της αναλογικότητας, της αποτελεσματικότητας και της δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, τους R. Schintgen και C. Gulmann, την F. Macken και τον J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Safalero Srl, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους G. Conte και S. Cavanna,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia και τον M. Fiorilli, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. B. Wainwright και R. Amorosi,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Safalero Srl, εκπροσωπούμενης από τους δικηγόρους G. Conte και G. M. Giacomini, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον M. Fiorilli, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον C. Lemaire, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον R. Amorosi, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2003,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 20ής Μαρτίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διατάξεις της 4ης Ιανουαρίου 2001 και της 30ής Ιουλίου 2002, οι οποίες περιήλθαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιανουαρίου 2001 και στις 19 Αυγούστου 2002, αντιστοίχως, ο Giudice di pace di Genova υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των αρχών της αναλογικότητας, της αποτελεσματικότητας και της δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Safalero Srl (στο εξής: Safalero) και του Prefetto di Genova (νομάρχη της Γένοβας) αναφορικά με την κατάσχεση ορισμένου αριθμού ραδιοτηλεχειριστηρίων, τα οποία η Safalero είχε πωλήσει σε επιχείρηση λιανικής πωλήσεως και τα οποία κατήσχεσαν οι ιταλικές αρχές εις χείρας αυτής της επιχειρήσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/5/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1999, σχετικά με το ραδιοεξοπλισμό και τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητας των εξοπλισμών αυτών (ΕΕ L 91, σ. 10, στο εξής: οδηγία), καθιερώνεται κανονιστικό πλαίσιο για τη διάθεση στην αγορά, την ελεύθερη κυκλοφορία και τη θέση σε λειτουργία στην Κοινότητα ραδιοεξοπλισμού και τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού.
4 Το άρθρο 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας ορίζει τον ραδιοεξοπλισμό ως «προϋόν ή σχετικό κατασκευαστικό στοιχείο του, το οποίο είναι ικανό να αποκαταστήσει επικοινωνία μέσω εκπομπής ή/και λήψης ραδιοκυμάτων και το οποίο χρησιμοποιεί φάσμα που έχει παραχωρηθεί στις επίγειες/δορυφορικές ραδιοεπικοινωνίες».
5 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι για όλες τις συσκευές εφαρμόζονται ορισμένες βασικές απαιτήσεις. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι ο ραδιοεξοπλισμός πρέπει να κατασκευάζεται κατά τέτοιο τρόπο που να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά το φάσμα το οποίο έχει παραχωρηθεί στις ραδιοεπικοινωνίες ώστε να αποφεύγονται οι επιβλαβείς παρεμβολές.
6 Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει ότι, όταν η συσκευή ανταποκρίνεται στα εναρμονισμένα πρότυπα, τεκμαίρεται η συμμόρφωση προς τις βασικές απαιτήσεις του άρθρου 3.
7 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η συσκευή διατίθεται στην αγορά μόνον εφόσον συμμορφούται προς τις ενδεδειγμένες βασικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και προς τις άλλες σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας όταν εγκαθίσταται και συντηρείται κατάλληλα και χρησιμοποιείται για τον προορισμό της. Δεν υπόκειται σε περαιτέρω εθνική ρύθμιση όσον αφορά τη διάθεση στην αγορά.»
8 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας:
«Στην περίπτωση ραδιοεξοπλισμού που χρησιμοποιεί ζώνες συχνοτήτων η χρήση των οποίων δεν είναι εναρμονισμένη σε ολόκληρη την Κοινότητα, ο κατασκευαστής ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του που είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη διάθεση της συσκευής στην αγορά κοινοποιούν, στην εθνική αρχή του οικείου κράτους μέλους που είναι αρμόδια για τη διαχείριση του φάσματος των συχνοτήτων, την πρόθεσή τους για διάθεση στην εθνική αγορά του εξοπλισμού αυτού.
Η κοινοποίηση αυτή εκδίδεται τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από τη διάθεση στην αγορά του προϋόντος και παρέχει πληροφορίες για τα ραδιοχαρακτηριστικά του εξοπλισμού (ιδιαίτερα τις ζώνες συχνοτήτων, το διάστημα μεταξύ διαύλων, τον τύπο της διαμόρφωσης και την ισχύ της ραδιοσυχνότητας) και τον αναγνωριστικό αριθμό του κοινοποιημένου οργανισμού που αναφέρεται στα παραρτήματα IV ή V.»
9 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη θέση της συσκευής σε λειτουργία για το σκοπό για τον οποίο έχει σχεδιαστεί όταν συμμορφούται προς τις αντίστοιχες βασικές απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 και τις λοιπές σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
2. Παρά την παράγραφο 1, και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που συνδέονται με την άδεια παροχής της σχετικής υπηρεσίας σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη θέση σε λειτουργία ραδιοεξοπλισμού μόνο για λόγους που αφορούν την αποτελεσματική και κατάλληλη χρήση του φάσματος των ραδιοσυχνοτήτων, την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών ή θέματα δημόσιας υγείας.»
10 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή θέτουν εμπόδια στην εμπορία και εγκατάσταση στην επικράτειά τους συσκευών με το σήμα CE που αναφέρεται στο παράρτημα VII και το οποίο δηλώνει τη συμμόρφωσή τους προς όλες τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών για την αξιολόγηση της πιστότητας, οι οποίες αναφέρονται στο κεφάλαιο II. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη του άρθρου 6 παράγραφος 4, του άρθρου 7 παράγραφος 2, και του άρθρου 9, παράγραφος 5.»
11 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι το ακόλουθο:
«Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος εκτιμά ότι συσκευή που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δεν συμμορφούται προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα στην επικράτειά του για την απόσυρση της συσκευής από την αγορά ή την υπηρεσία, την απαγόρευση της διάθεσής της στην αγορά ή της θέσης σε λειτουργία ή τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας της.»
12 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 5, της οδηγίας:
«α) Παρά τις διατάξεις του άρθρου 6, ένα κράτος μέλος μπορεί, ενεργώντας σύμφωνα με τη συνθήκη, ιδίως δε με τα άρθρα 30 και 36, να λαμβάνει οποιαδήποτε κατάλληλα μέτρα προκειμένου:
i) να απαγορεύει ή να περιορίζει τη διάθεση στην αγορά
ή/και
ii) να απαιτεί την απόσυρση από την οικεία αγορά
του ραδιοεξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων τύπων ραδιοεξοπλισμού, ο οποίος έχει προκαλέσει ή ο οποίος ευλόγως πιστεύεται ότι θα προκαλέσει επιβλαβείς παρεμβολές, συμπεριλαμβανομένων των παρεμβολών με τις υφιστάμενες ή προβλεπόμενες υπηρεσίες σε εθνικώς κατανεμόμενες ζώνες συχνοτήτων.
β) Όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με το στοιχείο αα, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή για τα μέτρα αυτά, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους τα έλαβε.»
13 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει:
«Συσκευή που συμμορφούται προς όλες τις συναφείς βασικές απαιτήσεις φέρει την αναφερόμενη στο παράρτημα VII σήμανση πιστότητας CE».
14 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη, το αργότερο μέχρι τις 7 Απριλίου 2000, θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 8 Απριλίου 2000.
[...]»
15 Εξάλλου, το άρθρο 1 της απόφασης 3052/95/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί διαδικασίας αμοιβαίας πληροφόρησης σχετικά με τα εθνικά μέτρα παρέκκλισης από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας (EE L 321, σ. 1) προβλέπει:
«Όταν ένα κράτος μέλος παρεμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία ή τη διάθεση στην αγορά ορισμένου μοντέλου ή τύπου προϋόντος που έχει νομίμως κατασκευαστεί ή διατεθεί στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος, ενημερώνει την Επιτροπή εφόσον το μέτρο αυτό έχει ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα:
- γενική απαγόρευση,
- μη χορήγηση άδειας διάθεσης στην αγορά,
- την τροποποίηση του μοντέλου ή τύπου του σχετικού προϋόντος, προκειμένου να διατεθεί ή να παραμείνει στην αγορά
ή
- απόσυρση από την αγορά.»
16 Κατά το άρθρο 3 της απόφασης 3052/95:
«1. Η υποχρέωση κοινοποίησης βάσει του άρθρου 1 ισχύει για μέτρα λαμβανόμενα από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που έχουν εξουσιοδότηση να εκδίδουν τέτοιες πράξεις, με εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις.
Όταν ένα ορισμένο μοντέλο ή τύπος προϋόντος αποτελεί αντικείμενο πολλών μέτρων, τα οποία λαμβάνονται με τις ίδιες ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις, κοινοποιείται μόνο το πρώτο μέτρο.
2. Το άρθρο 1 δεν εφαρμόζεται:
- στα μέτρα που λαμβάνονται αποκλειστικά κατ' εφαρμογή κοινοτικών διατάξεων εναρμόνισης,
- στα μέτρα που κοινοποιούνται στην Επιτροπή δυνάμει ειδικών διατάξεων,
- στα μέτρα που κοινοποιούνται στην Επιτροπή υπό μορφή σχεδίων δυνάμει ειδικών κοινοτικών διατάξεων,
- στα μέτρα που, όπως τα συντηρητικά και τα αποδεικτικά, αποσκοπούν μόνον στο να επιτρέψουν τη θέσπιση του κύριου μέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 1,
- στα μέτρα που εμπίπτουν αποκλειστικά στο πεδίο της προστασίας των χρηστών ηθών ή της δημόσιας τάξης,
- στα μέτρα τα οποία αφορούν μεταχειρισμένα αγαθά τα οποία λόγω παλαιότητας ή χρήσης είναι ακατάλληλα να διατεθούν στην αγορά ή να συνεχίσουν να κυκλοφορούν.
3. Η άσκηση δικαστικής προσφυγής κατά του προαναφερόμενου κύριου μέτρου δεν αναστέλλει σε καμία περίπτωση την εφαρμογή του άρθρου 1.»
Η εθνική νομοθεσία
17 Στην Ιταλία, η εμπορία και η χρήση ραδιοσυσκευών διέπονται από τον κώδικα περί ταχυδρομείων που εισήχθη με το διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας 156, της 29ης Μαρτίου 1973 (GURI αριθ. 113, της 3ης Μαου 1973, σ. 2), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 209, της 22ας Μαου 1980 (GURI αριθ. 155, της 7ης Ιουνίου 1980, σ. 4988).
18 Το άρθρο 398 του κώδικα αυτού περιέχει κανόνες για την πρόληψη και την εξάλειψη των διαταραχών στις εκπομπές και στις λήψεις ραδιοκυμάτων. Το άρθρο αυτό όπως έχει τροποποιηθεί είναι το ακόλουθο:
«Απαγορεύεται η κατασκευή και η εισαγωγή στο εθνικό έδαφος, με σκοπό την εμπορία, τη χρήση και τη λειτουργία, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, συσκευών ή ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, ραδιοηλεκτρικών συσκευών ή γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενεργείας που δεν ανταποκρίνονται στους κανόνες για την πρόληψη και την εξάλειψη των διαταραχών στις επικοινωνίες μέσω εκπομπής και λήψεως ραδιοκυμάτων.
Οι κανόνες αυτοί, που καθορίζουν επίσης τη μέθοδο εξακριβώσεως του συμβατού των συσκευών, θεσπίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών και του Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας, σύμφωνα με τις οδηγίες των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
Η διάθεση στο εμπόριο και η εισαγωγή με σκοπό την εμπορία υλικού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο υπόκειται στη χορήγηση αδείας, σήματος, βεβαιώσεως πιστότητας ή στην υποβολή δηλώσεως πιστότητας σύμφωνα με ό,τι ορίζει η απόφαση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών και του Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας ιδρύονται οι οργανισμοί ή οι φορείς που χορηγούν τα σήματα ή τις βεβαιώσεις πιστότητας που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο.»
19 Οι κανόνες στους οποίους αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 398 του κώδικα περί ταχυδρομείων περιελήφθησαν στην υπουργική απόφαση της 15ης Ιουλίου 1977 (GURI αριθ. 226, της 20ής Αυγούστου 1977, σ. 6104), για τις συχνότητες που χρησιμοποιούνται μόνον από ραδιοηλεκτρικές συσκευές εκπομπής-λήψεως χαμηλής ισχύος, όπως τροποποιήθηκε με την υπουργική απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1996 (GURI αριθ. 274, της 22ας Νοεμβρίου 1996, σ. 9), που προβλέπει την υποχρέωση επιθέσεως σήματος πιστοποιούντος την έγκριση από τη διοίκηση των ταχυδρομείων (στο εξής: Υπουργείο Επικοινωνιών).
20 Το άρθρο 2 της υπουργικής απόφασης της 15ης Ιουλίου 1977 προβλέπει μεταξύ άλλων:
«Οι συσκευές στις οποίες αναφέρεται το προηγούμενο άρθρο πρέπει να ανήκουν σε τύπο που έχει εγκριθεί από τη Διοίκηση βάσει των τεχνικών προδιαγραφών του παραρτήματος 1 της παρούσας απόφασης.
Η πράξη εγκρίσεως αναφέρει για ποιο σκοπό χρησιμοποιείται η συσκευή καθώς και τα χαρακτηριστικά της εγκρίσεως. Τα χαρακτηριστικά αυτά εμφαίνονται στο σήμα που προβλέπει το άρθρο 334, δεύτερο εδάφιο, σημείο c, του κώδικα περί ταχυδρομείων σύμφωνα με το πρότυπο του παραρτήματος 2.
Οι συσκευές μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο αν ο κύριός τους διαθέτει την εν λόγω έγκριση.»
21 Το άρθρο 399 του κώδικα περί ταχυδρομείων, όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 398. Συγκεκριμένα ορίζει τα ακόλουθα:
«Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου 398 τιμωρείται με διοικητική ποινή 15 000 έως 300 000 ιταλικών λιρών (ITL). Όταν ο παραβάτης εμπίπτει στην κατηγορία των κατασκευαστών ή των εισαγωγέων των συσκευών ή των ηλεκτρικών ή ραδιοηλεκτρικών εγκαταστάσεων, επιβάλλεται διοικητική ποινή από 50 000 έως 1 000 000 ITL, πέραν της κατασχέσεως των προϋόντων και των συσκευών που δεν ανταποκρίνονται στη βεβαίωση πιστότητας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 398.»
22 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μετέφερε την οδηγία στο εθνικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Ωστόσο, η εγκύκλιος GM/123709/4517 DL/CR του Υπουργείου Επικοινωνιών, της 17ης Απριλίου 2000 (GURI αριθ. 101, της 3ης Μαου 2000, σ. 67), προβλέπει:
«1. Για την εμπορία και τη λειτουργία του τερματικού τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού και του ραδιοεξοπλισμού, οι υπηρεσίες του Υπουργείου Επικοινωνιών συμμορφώνονται προς τις διατάξεις της οδηγίας 1999/5/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1999, εντός των ορίων του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας.
2. Το Υπουργείο Επικοινωνιών λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να απαγορεύσει την εμπορία και τη λειτουργία, να αποσύρει από την αγορά ή να παύσει τη λειτουργία ή να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των συσκευών που δεν ανταποκρίνονται στις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.»
23 Επιπροσθέτως, ο νόμος 689 της 24ης Νοεμβρίου 1981 (GURI αριθ. 329, της 30ής Νοεμβρίου 1981, τακτικό συμπλήρωμα), περί τροποποιήσεως του ποινικού συστήματος, ορίζει, στο άρθρο 20, τέταρτο εδάφιο: «Η διοικητική κατάσχεση αντικειμένων των οποίων η κατασκευή, χρήση, μεταφορά, κατοχή ή εκχώρηση συνιστά διοικητική παράβαση διατάσσεται, σε κάθε περίπτωση, έστω και αν δεν έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής».
24 Στη διάταξη παραπομπής ο Giudice di pace di Genova σημειώνει επιπροσθέτως ότι, κατά τη νομολογία του Corte suprema di cassazione (Ιταλία) περί διοικητικών παραβάσεων, το αντικείμενο της διαδικασίας ανακοπής περιορίζεται στη διακρίβωση της νομιμότητας της επιβληθείσας στον δράστη της διοικητικής παραβάσεως κυρώσεως, χωρίς να επιτρέπεται στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, όσον αφορά την ανακοπή, ούτε η εκούσια παρέμβαση τρίτων ούτε η παρέμβαση κατόπιν προσεπικλήσεως ούτε η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή.
Η υπόθεση Radiosistemi
25 Κατόπιν αιτήσεως του Giudice di pace di Genova για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με την κατάσχεση ορισμένου αριθμού τηλεχειριστηρίων που κυκλοφόρησαν στο εμπόριο στην Ιταλία για μικρά μοντέλα αεροδυναμικών αυτοκινήτων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε με απόφαση της 20ής Ιουνίου 2002, C-388/00 και C-429/00, Radiosistemi (Συλλογή 2002, σ. I-5845). Κατά το Δικαστήριο:
«1) Tο άρθρο 28 ΕΚ αντίκειται σε κανόνες ή σε πρακτικές της εθνικής διοίκησης που αναθέτουν τις διαδικασίες αξιολογήσεως του συμβατού, ενόψει διαθέσεως στην αγορά και λειτουργίας ραδιοεξοπλισμού, στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και απαγορεύουν στους επιχειρηματίες, ελλείψει εθνικής έγκρισης, να εισάγουν, να εμπορεύονται ή να κατέχουν ραδιοεξοπλισμό, ενόψει πωλήσεως, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να αποδείξουν κατά τρόπο ισοδύναμο και λιγότερο επαχθή ότι οι συσκευές αυτές ανταποκρίνονται στους όρους που διέπουν την καλή χρήση των ραδιοσυχνοτήτων τις οποίες επιτρέπει το εθνικό δίκαιο.
2) Οι διατάξεις των άρθρων 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, 7, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 1, της οδηγίας [...] παρέχουν στους ιδιώτες δικαιώματα τα οποία οι τελευταίοι μπορούν να επικαλεσθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων καίτοι η ίδια η οδηγία δεν είχε νομοτύπως μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο κατά την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας δεν επιτρέπει τη διατήρηση διατάξεων ή πρακτικής του εθνικού δικαίου που, μετά τις 8 Απριλίου 2000, απαγορεύουν την εμπορία ή τη θέση σε λειτουργία ραδιοεξοπλισμού που δεν φέρει εθνικό σήμα εγκρίσεως, εφόσον αποδεικνύεται ή εύκολα μπορεί να εξακριβωθεί ότι το φάσμα ραδιοσυχνοτήτων που επιτρέπει το εθνικό δίκαιο χρησιμοποιήθηκε ορθά και αποτελεσματικά.
3) Ο όρος "μέτρο" κατά την έννοια του άρθρου 1 της απόφασης 3052/95 [...], περιλαμβάνει όλα τα λαμβανόμενα από ένα κράτος μέλος μέτρα, εκτός των δικαστικών αποφάσεων, που έχουν ως αποτέλεσμα να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που νομίμως κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος. Η διατήρηση διοικητικής κατάσχεσης ορισμένου μοντέλου ή ορισμένου τύπου προϋόντος που νομίμως διατίθεται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος, αφού προηγουμένως οι εθνικές αρχές οι αρμόδιες για τους τεχνικούς ελέγχους έχουν ελέγξει τη συμμόρφωση του προϋόντος με την εθνική και κοινοτική ρύθμιση, εμπίπτει στην έννοια του "μέτρου" το οποίο πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
4) Όταν μια εθνική ρύθμιση κρίθηκε αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, η επιβολή προστίμων ή άλλων μέτρων εξαναγκασμού λόγω παραβάσεώς της είναι επίσης ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
26 Η Safalero είναι μια ιταλική επιχείρηση που παράγει μικρά μοντέλα αεροπλάνων που κινούνται με κινητήρες καύσεως ή ηλεκτρικούς κινητήρες και κατευθύνονται εξ αποστάσεως με τηλεχειριστήριο. Η επιχείρηση παράγει τα μικρά μοντέλα αλλά όχι και τα τηλεχειριστήρια, τα οποία εισάγονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και κατόπιν διατίθενται στο εμπόριο από τον εισαγωγέα, εν προκειμένω την επιχείρηση Safalero, η οποία πωλεί στις επιχειρήσεις λιανικής πωλήσεως πλήρεις σειρές, που περιλαμβάνουν το μικρό μοντέλο, τον κινητήρα και το τηλεχειριστήριο.
27 Στις 8 Φεβρουαρίου 2000, άνδρες της αστυνομίας ταχυδρομείων της Λιγουρίας μετέβησαν στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως Vitale (στο εξής: Vitale), επιχείρηση λιανικής πωλήσεως μικρών μοντέλων στη Γένοβα (Ιταλία). Προέβησαν σε διοικητική κατάσχεση επτά τηλεχειριστηρίων τα οποία η εν λόγω επιχείρηση αγόρασε από τη Safalero, με το αιτιολογικό ότι δεν έφεραν το σήμα πιστοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 398 του κώδικα ταχυδρομείων.
28 Η Vitale άσκησε διοικητική προσφυγή ενώπιον του Prefetto di Genova. Με διάταξη της 26ης Απριλίου 2000, ο Prefetto απέρριψε τη διοικητική αυτή προσφυγή, επέβαλε στη Vitale διοικητικό πρόστιμο 33 000 ITL και διέταξε τη δήμευση και την καταστροφή του κατασχεθέντος υλικού. Η Vitale δεν προσέφυγε δικαστικώς κατά της αποφάσεως αυτής του Prefetto.
29 Με πράξεις της 17ης Φεβρουαρίου 2000, η αστυνομία ταχυδρομείων απήγγειλε κατηγορία κατά της Safalero επειδή πώλησε τις κατασχεθείσες συσκευές και παρέβη τα άρθρα 398 και 399 του κώδικα ταχυδρομείων, της επέβαλε δε πρόστιμο 100 000 ITL για κάθε μία από τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, δηλαδή συνολικώς πρόστιμο 300 000 ITL.
30 Στις 18 Απριλίου 2000, η Safalero άσκησε, ενώπιον του Prefetto di Genova, διοικητική προσφυγή κατά των αποφάσεων αυτών, καθώς και αίτηση άρσεως της κατασχέσεως των τηλεχειριστηρίων που είχε αγοράσει από αυτήν η Vitale, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι κατασχεθείσες συσκευές είναι σύμφωνες προς την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, καθόσον λειτουργούν μόνο στις επιτρεπόμενες ραδιοσυχνότητες και φέρουν την προβλεπόμενη σήμανση «CE».
31 Με διάταξη της 21ης Απριλίου 2000, ο Prefetto di Genova απέρριψε τη διοικητική προσφυγή που άσκησε η Safalero, καθώς και την αίτησή της για άρση της κατασχέσεως, και την υποχρέωσε να καταβάλει, ως χρηματική ποινή για τις προσαπτόμενες παραβάσεις, το ποσό των 330 000 ITL. Την απόφασή του αυτή στήριξε στο σκεπτικό ότι η Safalero δεν νομιμοποιείται να αμφισβητήσει την απόφαση περί της κατασχέσεως, η οποία απευθύνεται στη Vitale, καθώς και ότι η παράλειψη επιθέσεως του σήματος πιστοποιήσεως συνιστά, αυτή καθεαυτή, παράβαση του άρθρου 398 του κώδικα ταχυδρομείων, το οποίο είναι σύμφωνο προς την κοινοτική νομοθεσία.
32 Στις 22 Ιουνίου 2000, η Safalero προσέφυγε δικαστικώς κατά της διατάξεως αυτής του Prefetto, ενώπιον του Giudice di pace di Genova, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση περί κατασχέσεως των τηλεχειριστηρίων συνιστά «γενική απαγόρευση», κατά την έννοια της αποφάσεως 3052/95, η οποία θα έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 1 της εν λόγω αποφάσεως. Η Safalero υποστήριξε, επίσης, ότι δεδομένου ότι η κατάσχεση δεν διατάχθηκε για λόγους συντηρητικούς ή αποδεικτικούς, αλλά με σκοπό τη δήμευση των εν λόγω συσκευών, έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της αναλογικότητας, την οποία διασφαλίζει η κοινοτική έννομη τάξη, καθώς και προς την οδηγία.
33 Στη διάταξη παραπομπής ο Giudice di pace υπογραμμίζει ότι η συμβατότητα των εν λόγω συσκευών δεν προκύπτει απλώς από τα έγγραφα που προσκόμισε η Safalero, αλλά έχει επίσης αναγνωριστεί, από τεχνικής απόψεως, εκ μέρους της αρμόδιας νομαρχιακής υπηρεσίας και ότι, δεν χωρεί, στο εξής, αμφισβήτησή της.
34 Επιπροσθέτως, ο Giudice di pace τονίζει ότι, σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων, ο πρώτος πωλητής δεν μπορεί να προβάλει απευθείας έναντι των δημοσίων αρχών τη συμφωνία προς τις επιταγές του νόμου της συσκευής η οποία κατασχέθηκε εις χείρας του αγοραστή, δεδομένου ότι η διαδικασία ανακοπής, σύμφωνα με το ειδικό σύστημα που προβλέπει ο νόμος 689, περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της κυρώσεως που επιβλήθηκε στον δράστη της διοικητικής παραβάσεως.
35 Ο Giudice di pace υπογράμμισε, επίσης, ότι, δυνάμει των άρθρων 1490 και 1497 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, ο πωλητής εγγυάται, τόσο έναντι του αγοραστή όσο και έναντι του τελικού καταναλωτή, την ποιότητα και τον προορισμό του πωληθέντος προϋόντος.
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Giudice di pace di Genova, με διάταξη της 4ης Ιανουαρίου 2001, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα.
37 Με διάταξη της 30ής Ιουλίου 2002, το εν λόγω δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι η προαναφερθείσα απόφαση Radiosistemi απαντά στο δεύτερο από τα υποβληθέντα ερωτήματα, παραιτήθηκε από το ερώτημα αυτό αλλά επέμεινε στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του πρώτου ερωτήματος, το οποίο έχει ως ακολούθως:
«Συμβιβάζονται προς τις διακηρυχθείσες με τη Συνθήκη και/ή διαμορφωθείσες και οριοθετηθείσες με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου αρχές της αναλογικότητας, της αποτελεσματικής και της πρόσφορης δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η κοινοτική έννομη τάξη οι δικονομικές διατάξεις, προβλέπουσες και κυρώσεις, περί των παραβάσεων διοικητικής φύσεως, που θεσπίζει ο νόμος 689, της 24ης Νοεμβρίου 1981, όταν:
- ο διαπράττων την παράβαση δεν μπορεί να ασκήσει δικαστική προσφυγή κατά του μέτρου της κατασχέσεως που έλαβε η δημόσια διοίκηση μέχρις ότου η ίδια η διοίκηση, μη υπέχουσα συναφώς σχετική υποχρέωση βάσει των διαδικαστικών κανόνων, εκδώσει διαταγή πληρωμής ή διαταγή περί δημεύσεως,
- δεν παρέχεται η δυνατότητα σε πολίτη, τον οποίο αφορά άμεσα και ατομικά μέτρο που έλαβε η δημόσια διοίκηση, να ασκήσει δικαστική προσφυγή στην περίπτωση κατά την οποία το μέτρο αυτό ελήφθη έναντι άλλου προσώπου,
- δεν παρέχεται η δυνατότητα σε πολίτη, τον οποίο αφορά άμεσα και ατομικά μέτρο που έλαβε η δημόσια διοίκηση έναντι άλλου προσώπου, να συμμετάσχει, ακόμη και ως εκουσίως παρεμβαίνων, στη διαδικασία ανακοπής που κίνησε το άλλο αυτό πρόσωπο,
- προβλέπεται, χωρίς δυνατότητα διαφορετικής και κατά τη διακριτική του ευχέρεια εκτιμήσεως εκ μέρους του δικαστηρίου της παρεπόμενης κυρώσεως της κατασχέσεως του εμπορεύματος ενόψει παραβάσεων διοικητικής απλώς φύσεως, για την οποία η κύρια ποινή, οικονομικής φύσεως, συνίσταται στην καταβολή ασήμαντου επίσης χρηματικού ποσού;»
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
38 Το πρώτο σημείο του προδικαστικού ερωτήματος αφορά την περίπτωση κατά την οποία η δημόσια διοίκηση δεν εκδίδει διαταγή πληρωμής ή διαταγή περί δημεύσεως.
39 Από τη δικογραφία που διαβίβασε στο Δικαστήριο το εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι η περίπτωση αυτή δεν αφορά την κύρια δίκη, καθόσον ο Prefetto di Genova με τη διάταξή του της 26ης Απριλίου 2000, διέταξε τη δήμευση των κατασχεθεισών συσκευών.
40 Εφόσον πρόκειται για υποθετικό ερώτημα, παρέλκει να δοθεί απάντηση (βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 39).
41 Το τρίτο σημείο του προδικαστικού ερωτήματος αφορά την περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο το οποίο το αφορά μέτρο που έλαβε η αρμόδια διοικητική αρχή έναντι τρίτου δεν έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας που κίνησε ο εν λόγω τρίτος κατά του διοικητικού μέτρου.
42 Όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών της, εφόσον η Vitale δεν αντιτάχθηκε δικαστικώς στο μέτρο που ελήφθη έναντι αυτής, το ζήτημα αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο το να μην παρέχεται σε πρόσωπο θιγόμενο από το μέτρο αυτό, εν προκειμένω στη Safalero, η δυνατότητα παρεμβάσεως σε δικαστική διαδικασία που κίνησε τρίτος, εν προκειμένω η Vitale, κατά του εν λόγω μέτρου, συνιστά ζήτημα υποθετικό στο οποίο παρέλκει να δοθεί απάντηση.
43 Όσον αφορά το τέταρτο σημείο του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι συγκεκριμένες συσκευές κατασχέθηκαν αποκλειστικώς διότι δεν έφεραν το εθνικό σήμα πιστοποιήσεως που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία.
44 Στην προαναφερθείσα, όμως, απόφαση Radiosistemi (ιδίως στις σκέψεις 47 και 66) τονίζεται ότι μια τέτοια απαίτηση της εθνικής νομοθεσίας δεν είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο το οποίο τυγχάνει απευθείας εφαρμογής, είτε πρόκειται για το άρθρο 28 ΕΚ είτε για τις διατάξεις της οδηγίας που αναπτύσσουν άμεσο αποτέλεσμα μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την εφαρμογή της.
45 Επιπροσθέτως, από την προαναφερθείσα απόφαση Radiosistemi (ιδίως από τις σκέψεις 79 και 80) προκύπτει ότι σύστημα κυρώσεων το οποίο προβλέπει την επιβολή προστίμων ή άλλων μέτρων εξαναγκασμού για τη διασφάλιση της εφαρμογής εθνικής νομοθετικής διατάξεως η οποία έχει αναγνωριστεί ως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο πρέπει, εξ αυτού και μόνον του λόγου, να κριθεί ως αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν συμβιβάζεται προς τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας.
46 Επομένως, κατάσχεση αγαθών, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, παρέλκει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν ο περιορισμός της εξουσίας του εθνικού δικαστή στον απλό έλεγχο της νομιμότητας της προβλεπομένης κυρώσεως, χωρίς τη δυνατότητα της εκ μέρους του διαφορετικής ή κατά διάκριση εκτιμήσεως αυτής της κυρώσεως, είναι ή όχι σύμφωνος προς το κοινοτικό δίκαιο.
47 Όσον αφορά το δεύτερο σημείο του υποβληθέντος ερωτήματος, αυτό δεν αφορά το επιβληθέν στη Safalero πρόστιμο, αλλά, απλώς, το αίτημά της για την άρση της κατασχέσεως εις χείρας του αγοραστή των συγκεκριμένων αυτών συσκευών. Από τη διάταξη παραπομπής και τη δικογραφία της κύριας δίκης προκύπτει σχετικώς ότι ο Prefetto di Genova, με την απόφασή του της 21ης Απριλίου 2000, απέρριψε την αίτηση αυτή με το αιτιολογικό ότι η Safalero δεν είχε την ενεργητική νομιμοποίηση να αμφισβητήσει την επιβάλλουσα την κατάσχεση απόφαση, η οποία απευθύνεται στη Vitale.
48 Συνεπώς, το ερώτημα αφορά, κατ' ουσίαν, αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, το κοινοτικό δίκαιο αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο εισαγωγέας δεν έχει τη δυνατότητα να προσφύγει δικαστικώς κατά της κατασχέσεως εμπορευμάτων που έχουν πωληθεί σε επιχείρηση λιανικού εμπορίου, διαταχθείσα εκ μέρους της αρμόδιας διοικητικής αρχής κατά της επιχειρήσεως λιανικού εμπορίου.
49 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα και να ρυθμίσει τις δικονομικές προϋποθέσεις ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία τα υποκείμενα δικαίου αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-453/99, Courage και Crehan, Συλλογή 2001, σ. I-6297, σκέψη 29).
50 Επιπροσθέτως, μολονότι εναπόκειται, κατ' αρχήν, στο εθνικό δίκαιο να προσδιορίζει τη νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον του διαδίκου να προσφύγει στη δικαιοσύνη, εντούτοις, το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί η εθνική νομοθετική ρύθμιση να μη θίγει το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-87/90 έως C-89/90, Verholen κ.λπ., Συλλογή 1991, σ. I-3757, σκέψη 24).
51 Όπως υπογραμμίστηκε στις σκέψεις 27 και 43 της παρούσας αποφάσεως, οι συσκευές για τις οποίες πρόκειται στην κύρια δίκη κατασχέθηκαν εις χείρας της Vitale, αποκλειστικώς επειδή δεν έφεραν το προβλεπόμενο από το άρθρο 398 του κώδικα ταχυδρομείων σήμα πιστοποιήσεως.
52 Όπως, όμως, υπογραμμίστηκε στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει την κατά την εθνική νομοθεσία επιβολή μιας τέτοιας απαιτήσεως.
53 Όπως σημειώθηκε στις σκέψεις 29 και 31 της παρούσας αποφάσεως, στη Safalero προσήφθη, επίσης, ότι παρέβη, υπό την ιδιότητά της ως εταιρία η οποία πώλησε τις κατασχεθείσες συσκευές, το άρθρο 398 του κώδικα ταχυδρομείων, για τον λόγο δε αυτό της επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο.
54 Εφόσον εισαγωγέας όπως η Safalero έχει τη δυνατότητα, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, να προβάλει, στο πλαίσιο δικαστικής προσφυγής κατά της δημοσίας διοικήσεως, τον παράνομο χαρακτήρα, λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου, του προστίμου που της επιβλήθηκε, για τον λόγο ότι οι πωληθείσες συσκευές δεν έφεραν το σήμα πιστοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 398 του κώδικα ταχυδρομείων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι έχει στη διάθεσή του μέσο παροχής ενδίκου προστασίας, το οποίο του διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που έλκει από την κοινοτική έννομη τάξη.
55 Πράγματι, το συμφέρον ενός τέτοιου εισαγωγέα να μην παρακωλυθεί στην άσκηση εμπορίας λόγω της υπάρξεως διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο τυγχάνει, προφανώς, επαρκούς προστασίας εν προκειμένω, καθόσον έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως διαπιστώνουσας το ασυμβίβαστο αυτής της διατάξεως με το κοινοτικό δίκαιο.
56 Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα επιβάλλεται να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που έλκουν οι πολίτες από την κοινοτική έννομη τάξη έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, η αρχή αυτή δεν αποκλείει διάταξη της εθνικής νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ο εισαγωγέας δεν έχει τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής κατά της κατασχέσεως εμπορευμάτων που έχουν πωληθεί σε επιχείρηση λιανικής πωλήσεως, διαταχθείσα εκ μέρους της αρμόδιας διοικητικής αρχής κατά της επιχειρήσεως λιανικού εμπορίου, εφόσον ο εισαγωγέας αυτός έχει στη διάθεσή του μέσο παροχής ενδίκου προστασίας, το οποίο του διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που έλκει από την κοινοτική έννομη τάξη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
57 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διατάξεις της 4ης Ιανουαρίου 2001 και της 30ής Ιουλίου 2002 ο Giudice di pace di Genova, αποφαίνεται:
Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που έλκουν οι πολίτες από την κοινοτική έννομη τάξη έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, η αρχή αυτή δεν αποκλείει διάταξη της εθνικής νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ο εισαγωγέας δεν έχει τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής κατά της κατασχέσεως εμπορευμάτων που έχουν πωληθεί σε επιχείρηση λιανικής πωλήσεως, διαταχθείσα εκ μέρους της αρμόδιας διοικητικής αρχής κατά της επιχειρήσεως λιανικού εμπορίου, εφόσον ο εισαγωγέας αυτός έχει στη διάθεσή του μέσο παροχής ενδίκου προστασίας, το οποίο του διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που έλκει από την κοινοτική έννομη τάξη.
Full & Egal Universal Law Academy