Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αναίρεση - Λόγοι - Λόγος που προβάλλεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρέσεως - Απαράδεκτος
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
2. Αναίρεση - Λόγοι - Έλεγχος εκ μέρους του Δικαστηρίου της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων - Αποκλείεται, εκτός της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51, εδ. 1)
3. Αναίρεση - Λόγοι - Έλεγχος εκ μέρους του Δικαστηρίου της εκτιμήσεως των πληροφοριακών στοιχείων - Αποκλείεται, εκτός της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 66 § 1)
Περίληψη
1. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πράγματι, αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. Όταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
( βλ. σκέψεις 62-63 )
2. Από τα άρθρα 225 ΕΚ και 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το τελευταίο δεν είναι αρμόδιο στα πλαίσια της αναιρετικής διαδικασίας για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ούτε, καταρχήν, για την εξέταση των αποδείξεων που δέχθηκε το Πρωτοδικείο προς στήριξη των εν λόγω πραγματικών περιστατικών. Αφ' ης στιγμής τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία προσκομίστηκαν νομοτύπως και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες επί της διεξαγωγής των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα υποβληθέντα υπόψη του στοιχεία. Επομένως, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα, υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
( βλ. σκέψη 65 )
3. Το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να κλητεύσει αυτεπαγγέλτως μάρτυρες, εφόσον το άρθρο 66, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου διευκρινίζει ότι αυτό εκδίδει διάταξη που καθορίζει τα αποδεικτικά μέσα και τα θέματα αποδείξεως. Το Πρωτοδικείο είναι έτσι το μόνο αρμόδιο να κρίνει επί της ενδεχομένης ανάγκης συμπληρώσεως των πληροφοριακών στοιχείων που διαθέτει στις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται.
Ο αποδεικτικός ή μη χαρακτήρας των στοιχείων της δικογραφίας εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία δεν συνιστά νομικό ζήτημα υπαγόμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, εκτός αν τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Πρωτοδικείο έχουν αλλοιωθεί ή αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας.
( βλ. σκέψεις 77-78 )
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-24/01 P και C-25/01 P,
Glencore Grain Ltd, πρώην Richco Commodities Ltd, με έδρα το Hamilton (Βερμούδες), εκπροσωπούμενη από τους P. Bos και J. van Zuuren, advocaten, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
Compagnie Continentale (France) SA, με έδρα το Labège (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους P. Bos και P. Chabrier, avocats, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 8 Νοεμβρίου 2000 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) στην υπόθεση T-485/93, T-491/93, T-494/93 και T-61/98, Dreyfus κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3659), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μ.-J. Jonczy και τον T. van Rijn, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
και η
Louis Dreyfus & Cie SA, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία),
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet (εισηγητή) πρόεδρο τμήματος, C. W. A. Timmermans, A. La Pergola, P. Jann και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο δικόγραφα που κατατέθηκαν στην Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιανουαρίου 2001, οι εταιρίες Glencore Grain Ltd, πρώην Richco Commodities Ltd (στο εξής: Glencore), και η Compagnie Continentale (France) SA (στο εξής: Compagnie Continentale) υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 2000, Τ-485/93, T-491/93, T-494/93 και T-61/98, Dreyfus κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3659, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές τους με τις οποίες ζητήθηκε, αφενός, η ακύρωση της αποφάσεως της 1ης Απριλίου 1993 με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να εγκρίνει τις προσθήκες στις συμβάσεις που αυτές είχαν συνάψει με την Exportkhleb (στο εξής: επίδικη απόφαση) και, αφετέρου, η αποκατάσταση της φερομένης ζημίας που αυτές υπέστησαν λόγω της αποφάσεως αυτής.
2 Με διάταξη του προέδρου του πέμπτου τμήματος του Δικαστηρίου της 31ης Μα_ου 2002, οι υποθέσεις C-24/01 P και C-25/01 P ενώθηκαν προς διευκόλυνση της ενδεχόμενης προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Το νομικό πλαίσιο
3 Στις 16 Δεκεμβρίου 1991, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 91/658/EΟΚ, για τη χορήγηση μεσοπρόθεσμου δανείου στη Σοβιετική Ένωση και τις δημοκρατίες της (ΕΕ L 362, σ. 89).
4 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής:
«Η Κοινότητα χορηγεί στη [Σοβιετική Ένωση] και τις δημοκρατίες της μεσοπρόθεσμο δάνειο ύψους 1 250 εκατομμυρίων ΕCU κατ' ανώτατο όριο σε κεφάλαιο, σε τρεις διαδοχικές δόσεις, ανώτατης διάρκειας τριών ετών, προκειμένου να επιτρέψει την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων, ειδών διατροφής και ιατρικού υλικού [...]»
5 Το άρθρο 2 της αποφάσεως 91/658 ορίζει:
«Για τους σκοπούς του άρθρου 1, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να δανειστεί, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τους αναγκαίους πόρους που τίθενται στη διάθεση της ΕΣΣΔ και των δημοκρατιών της υπό μορφή δανείου».
6 Το άρθρο 3 της εν λόγω αποφάσεως ορίζει:
«Η Επιτροπή διαχειρίζεται το δάνειο που αναφέρεται στο άρθρο 2».
7 Εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, της ίδιας αποφάσεως διαλαμβάνει:
«1. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να οριστικοποιήσει, μαζί με τις αρχές της [Σοβιετικής Ενώσεως] και των δημοκρατιών της [...], τους οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς όρους που συνοδεύουν τη χορήγηση του δανείου καθώς και τους κανόνες για τη διάθεση των κεφαλαίων και τις αναγκαίες εγγυήσεις για να εξασφαλιστεί η αποπληρωμή του δανείου.
[...]
3. Οι εισαγωγές προϊόντων των οποίων η χρηματοδότηση εξασφαλίζεται από το δάνειο θα γίνονται με τις τιμές που ισχύουν στη διεθνή αγορά. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός πρέπει να είναι εξασφαλισμένος για την αγορά και την παράδοση των προϊόντων που πρέπει να ανταποκρίνονται στα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα.»
8 Στις 9 Ιουλίου 1992 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1897/92, για τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση μεσοπρόθεσμου δανείου στη Σοβιετική Ένωση και στις δημοκρατίες της όπως προβλέπεται με την απόφαση 91/658 (ΕΕ L 191, σ. 22).
9 Κατά το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού:
«Τα δάνεια χορηγούνται επί τη βάσει συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ των Δημοκρατιών και της Επιτροπής, η οποία συμπεριλαμβάνει στους όρους καταβολής του δανείου τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 3 έως 7».
10 Το άρθρο 4 του κανονισμού 1897/92 ορίζει:
«1. Με τα δάνεια χρηματοδοτούνται μόνον η αγορά και η προμήθεια που αποτελούν αντικείμενο συμβάσεων οι οποίες έχουν αναγνωρισθεί από την Επιτροπή ως σύμφωνες με τις διατάξεις της απόφασης 91/658/EΟΚ καθώς επίσης και με τις διατάξεις των συμφωνιών οι οποίες αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 2.
2. Οι συμβάσεις υποβάλλονται στην Επιτροπή για αναγνώριση εκ μέρους των δημοκρατιών ή εκ μέρους των εντεταλμένων οικονομικών εκπροσώπων τους».
11 Το άρθρο 5 του κανονισμού 1897/92, διαλαμβάνει τους όρους από τους οποίους εξαρτάται η αναγνώριση του ότι οι συμβάσεις συνάδουν προς το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού. Μεταξύ των όρων αυτών περιλαμβάνονται εκείνοι των παραγράφων 1 και 2, που έχουν ως εξής:
«1) Η σύμβαση έχει συναφθεί βάσει διαδικασίας με την οποία εξασφαλίζεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Προς αυτόν τον σκοπό, οι αγοραστικοί οργανισμοί των δημοκρατιών οφείλουν, για την επιλογή των προμηθευτών τους μεταξύ των κοινοτικών επιχειρήσεων, να αναζητούν τρεις τουλάχιστον προσφορές από επιχειρήσεις ανεξάρτητες μεταξύ τους [...].
2) Η σύμβαση προσφέρει τους ευνοϊκότερους όρους αγοράς σε σχέση με την τιμή η οποία ισχύει κατά κανόνα στις διεθνείς αγορές».
12 Στις 9 Δεκεμβρίου 1992, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η Ρωσική Ομοσπονδία, ενεργώντας ως διάδοχος της Σοβιετικής Ενώσεως και των δημοκρατιών της, και ο οικονομικός εκπρόσωπός της, η Vnesheconombank (στο εξής: VEB), υπέγραψαν, σύμφωνα με τον κανονισμό 1897/92, ένα Memorandum of Understanding (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο), βάσει του οποίου η Κοινότητα θα χορηγούσε στη Ρωσική Ομοσπονδία το προβλεπόμενο από την απόφαση 91/658 δάνειο. Έτσι, προβλέφθηκε ότι η Κοινότητα ως δανειστής θα χορηγούσε στη VEB, τον δανειολήπτη, υπό την εγγύηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μεσοπρόθεσμο δάνειο 349 εκατομμυρίων ECU για ανώτατη διάρκεια τριών ετών.
13 Η συμφωνία-πλαίσιο ορίζει, στο σημείο 6, τα εξής:
«Το ποσό του δανείου, αφού αφαιρεθούν οι προμήθειες και τα έξοδα της ΕΟΚ, θα καταβληθεί στον δανειολήπτη και θα χρησιμοποιηθεί, σύμφωνα με τις ρήτρες και τους όρους της συμβάσεως του δανείου, αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των αμετάκλητων ενεγγύων πιστώσεων που θα ανοίξει ο δανειολήπτης σύμφωνα με τα συνήθη διεθνή πρότυπα και κατ' εφαρμογήν των συμβάσεων παραδόσεως, εφόσον οι συμβάσεις αυτές και οι ενέγγυες αυτές πιστώσεις έχουν αναγνωρισθεί από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως σύμφωνες προς την απόφαση του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1991 και προς την παρούσα συμφωνία».
14 Το σημείο 7 απαριθμεί τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αναγνώριση του συμβατού της συμβάσεως με την απόφαση του Συμβουλίου. Διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι προμηθευτές επιλέγονται από τους ρωσικούς οργανισμούς που ορίζει προς τούτο η Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
15 Στις 9 Δεκεμβρίου 1992, η Επιτροπή και η VEB υπέγραψαν τη σύμβαση δανείου την οποία προέβλεπαν ο κανονισμός 1897/92 και η συμφωνία-πλαίσιο (στο εξής: σύμβαση δανείου). Η σύμβαση αυτή ορίζει επακριβώς τον μηχανισμό εκταμιεύσεως του δανείου. Το άρθρο 5.1, στοιχείο α_, της συμβάσεως αυτής ορίζει ότι η αίτηση εγκρίσεως που υποβάλλει η VEB στην Επιτροπή πρέπει να είναι συνταγμένη, μεταξύ άλλων, υπό τη μορφή του υποδείγματος που επισυνάπτεται στο παράρτημα 2-Α της συμβάσεως αυτής. Από το παράρτημα αυτό προκύπτει ότι η VEB πρέπει να επισυνάπτει στην αίτηση αυτή, αφενός, αντίγραφο της συμβάσεως προμήθειας και, αφετέρου, τις τρεις προσκλήσεις για την υποβολή προσφορών τις οποίες απηύθυνε σε ανεξάρτητες εταιρίες πριν από τη σύναψη της συμβάσεως αυτής καθώς και τις απαντήσεις στις προσκλήσεις αυτές.
16 Στις 15 Ιανουαρίου 1993, η Επιτροπή, ως δανειστής, συνήψε εξ ονόματος της Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 2 της αποφάσεως 91/658, σύμβαση δανείου με έναν όμιλο τραπεζών, επικεφαλής του οποίου ήταν η Crédit Lyonnais.
Ιστορικό της διαφοράς
17 Η εταιρία Exportkhleb, κρατική επιχείρηση στην οποία η Ρωσική Ομοσπονδία είχε αναθέσει να διαπραγματευθεί την αγορά σιταριού, διοργάνωσε ανεπίσημη διαδικασία προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών, στο πλαίσιο της οποίας ήλθε σε επαφή με τις Glencore και Compagnie Continentale, εταιρίες επιδιδόμενες στο διεθνές εμπόριο, καθώς και με άλλες εταιρίες.
18 Με συμβάσεις που συνήφθησαν στις 27 και 28 Νοεμβρίου 1992 (στο εξής: συμβάσεις), οι αναιρεσείουσες και η Exportkhleb συμφώνησαν για την ποσότητα σιταριού που έπρεπε να παραδοθεί, καθώς και για την τιμή. Κατά τις συμβάσεις αυτές, το εμπόρευμα έπρεπε να φορτωθεί κατά τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1993.
19 Εξάλλου, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν οι εξής διαπιστώσεις:
«8 Μετά την υπογραφή της συμβάσεως δανείου, η VEB ζήτησε από την Επιτροπή να εγκρίνει τις συμβάσεις που είχε συνάψει η Exportkhleb με τις προσφεύγουσες.
9 Αφού οι προσφεύγουσες παρέσχον στην Επιτροπή ορισμένα αναγκαία συμπληρωματικά στοιχεία, μεταξύ άλλων, σχετικά με τη συναλλαγματική ισοτιμία του ECU προς το δολάριο ΗΠΑ, η οποία δεν είχε καθοριστεί με τις συμβάσεις, η Επιτροπή έδωσε την έγκρισή της στις 27 Ιανουαρίου 1993, υπό μορφή επιβεβαιωτικών εγγράφων που απέστειλε στη VEB.
10 Κατά τις προσφεύγουσες, οι πιστωτικές επιστολές βάσει των οποίων έπρεπε να πραγματοποιηθεί η χρηματοδότηση άρχισαν να ισχύουν μόλις κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου 1993, ήτοι μερικές μόνον ημέρες πριν από τη λήξη της περιόδου φορτώσεως την οποία προέβλεπαν οι συμβάσεις.
11 Μολονότι, επομένως, σημαντικό μέρος του εμπορεύματος είχε παραδοθεί ή βρισκόταν στο στάδιο της φορτώσεως, καθίστατο πρόδηλο, κατά τις προσφεύγουσες, ότι η παράδοση του συνόλου του εμπορεύματος δεν ήταν δυνατή πριν από το τέλος Φεβρουαρίου 1993.
12 Με τηλετύπημα της 19ης Φεβρουαρίου 1993, η Exportkhleb κάλεσε τους εξαγωγείς σε συνάντηση στις Βρυξέλλες, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 22 και 23 Φεβρουαρίου 1993. Κατά τη συνάντηση αυτή, η Exportkhleb ζήτησε από τους εξαγωγείς να προσφέρουν νέες τιμές για την παράδοση του αποκληθέντος από την ίδια "προβλεπομένου υπολοίπου", δηλαδή των ποσοτήτων για τις οποίες ευλόγως έπρεπε να θεωρηθεί ότι δεν θα παραδίδονταν πριν από τις 28 Φεβρουαρίου 1993. Κατά τις προσφεύγουσες, η τιμή του σιταριού στην παγκόσμια αγορά είχε σημειώσει σημαντική αύξηση μεταξύ Νοεμβρίου 1992, ημερομηνίας συνάψεως των συμβάσεων πωλήσεως, και Φεβρουαρίου 1993, ημερομηνίας των νέων διαπραγματεύσεων.
13 Κατά το πέρας της συναντήσεως αυτής στις Βρυξέλλες, οι προσφεύγουσες συμφώνησαν με την Exportkhleb νέες παραδόσεις σιταριού οι οποίες έπρεπε να πραγματοποιηθούν πριν από το τέλος Απριλίου 1993. [...] Η Glencore Grain ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει 450 000 τόνους προϊόντων αλευροποιίας σιταριού αντί του [...] τιμήματος [των 155 USD]. Τέλος, στην Compagnie Continental (Γαλλία) ανατέθηκε η παράδοση 300 000 τόνων προϊόντων αλευροποιίας σιταριού, εκ των οποίων 120 000 τόνοι αντί του αρχικώς συμφωνηθέντος τιμήματος και 180 000 τόνοι αντί τιμήματος 155 USD, καθώς και η παράδοση 20 000 τόνων σκληρού σιταριού ή προϊόντων αλευροποιίας σιταριού αντί του ιδίου τιμήματος.
14 Κατά τις προσφεύγουσες, λόγω του επείγοντος εξαιτίας της σοβαρότητας της επισιτιστικής καταστάσεως στη Ρωσία, αποφασίστηκε, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Exportkhleb, η επισημοποίηση των τροποποιήσεων αυτών με απλές προσθήκες στις αρχικές συμβάσεις.
15 Στις 9 Μαρτίου 1993 η Exportkhleb ενημέρωσε την Επιτροπή ότι οι συμβάσεις που είχε υπογράψει με πέντε από τους προμηθευτές της είχαν τροποποιηθεί και ότι για τις μελλοντικές παραδόσεις θα ίσχυε στο εξής η τιμή των 155 USD ανά τόνο (cif free-out, με παράδοση σε λιμένα της Βαλτικής Θάλασσας), για τη μετατροπή της οποίας σε ECU θα ίσχυε η ισοτιμία 1,17418 (δηλαδή 132 ΕCU ανά τόνο).
16 Με τηλεομοιοτυπία της 12ης Μαρτίου 1993, ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας (ΓΔ VI) επέστησε την προσοχή της Exportkhleb επί του γεγονότος ότι η Επιτροπή, δεδομένου ότι η ανώτατη αξία των συμβάσεων αυτών είχε ήδη καθοριστεί με το επιβεβαιωτικό έγγραφο της Επιτροπής και ότι είχαν ήδη διατεθεί όλες οι διαθέσιμες για το σιτάρι πιστώσεις, δεν θα μπορούσε να δεχθεί το αίτημα αυτό παρά μόνον αν η συνολική αξία των συμβάσεων παρέμενε η ίδια, πράγμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί με ανάλογη μείωση των προς παράδοση ποσοτήτων. Ο γενικός διευθυντής προσέθεσε ότι η αίτηση για την έγκριση των τροποποιήσεων δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή παρά μόνον αν η VEB την υπέβαλε επίσημα.
17 Κατά τις προσφεύγουσες, τα στοιχεία αυτά ερμηνεύθηκαν ως επιβεβαίωση της κατ' αρχήν εγκρίσεως της Επιτροπής, υπό την επιφύλαξη της εξετάσεως του φακέλου που θα διαβίβαζε η VEB προκειμένου να δοθεί η επίσημη έγκριση.
18 Οι προσθήκες στις συμβάσεις συνομολογήθηκαν κατόπιν τούτου επισήμως αν και αντί της πραγματικής τέθηκε η ημερομηνία της 22ας Φεβρουαρίου 1993, ημερομηνία της συγκεντρώσεως στις Βρυξέλλες. Αν και η τιμή ανά τόνο δεν τροποποιήθηκε σε σχέση με την αναγγελθείσα στις 9 Μαρτίου 1993, οι ποσότητες προσαρμόστηκαν προκειμένου το συνολικό ποσό να μην υπερβαίνει το αρχικώς προβλεφθέν. Κατόπιν αυτών, οι προσφεύγουσες ξεκίνησαν εκ νέου ή εξακολούθησαν τις παραδόσεις τους.
19 Στις 22 και 26 Μαρτίου 1993 η VEB διαβίβασε επισήμως στην Επιτροπή τους φακέλους με τις νέες προσφορές και τις τροποποιήσεις των συμβάσεων.
20 Με έγγραφο της 1ης Απριλίου 1993, υπογεγραμμένο από τον αρμόδιο για τη γεωργία επίτροπο, η Επιτροπή ενημέρωσε τη VEB σχετικά με την άρνησή της να εγκρίνει τις τροποποιήσεις των αρχικών συμβάσεων.
21 Ο συντάκτης του εγγράφου αυτού δήλωσε ότι, κατόπιν εξετάσεως των γενομένων τροποποιήσεων στις συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ της Exportkhleb και ορισμένων προμηθευτών, η Επιτροπή μπορούσε να εγκρίνει όσες αφορούσαν τη μετάθεση των ημερομηνιών παραδόσεως και πληρωμής. Αντιθέτως, δήλωσε ότι "το μέγεθος των αυξήσεων των τιμών είναι τόσο μεγάλο, ώστε δεν μπορούμε να τις θεωρήσουμε ως αναγκαία προσαρμογή, αλλ' ως ουσιώδη τροποποίηση των αρχικών συμβάσεων". Συνέχισε δε ως εξής: "Το σημερινό ύψος των τιμών στην παγκόσμια αγορά (τέλη Μαρτίου 1993) δεν διαφέρει σημαντικά από το ύψος των τιμών που επικρατούσε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο συμφωνήθηκαν αρχικά οι τιμές (τέλη Νοεμβρίου 1992)." Ο επίτροπος υπενθύμισε ότι η ανάγκη εξασφαλίσεως αφενός του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των δυνητικών προμηθευτών και αφετέρου των ευνοϊκότερων δυνατών όρων για την αγορά των αγαθών ήταν ένας από τους κυριότερους παράγοντες που λαμβάνονταν υπόψη για την έγκριση των συμβάσεων από την Επιτροπή. Ο επίτροπος, διαπιστώνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι τροποποιήσεις είχαν συμφωνηθεί απευθείας με τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις χωρίς να υπάρξει ανταγωνισμός με άλλους προμηθευτές, κατέληξε ως εξής: "Η Επιτροπή δεν μπορεί να εγκρίνει τόσο σημαντικές αλλαγές οι οποίες γίνονται με απλές τροποποιήσεις των υφισταμένων συμβάσεων." Δήλωσε επίσης ότι, "αν η τροποποίηση των τιμών ή των ποσοτήτων ήταν αναγκαία, θα έπρεπε να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη νέων συμβάσεων, οι οποίες θα έπρεπε να υποβληθούν στην Επιτροπή για έγκριση κατ' εφαρμογήν της πλήρους συνήθους διαδικασίας (δηλαδή θα έπρεπε να υποβληθούν τουλάχιστον τρεις προσφορές)"».
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
20 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Ιουλίου και 22 Ιουνίου 1993, αντιστοίχως, οι Glencore και Compagnie Continentale άσκησαν προσφυγές με τις οποίες ζήτησαν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
21 Με διατάξεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, το Δικαστήριο παρέπεμψε τις υποθέσεις αυτές ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, EΟΚ, του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21). Οι υποθέσεις αυτές πρωτοκολλήθησαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με αριθμούς Τ-491/93 και Τ-494/93.
Υπόθεση Τ-491/93
22 Με απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, Τ-491/93, Richco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1131), το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Glencore και απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Επιτροπή όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως.
23 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1996, η Glencore άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, κατά το μέτρο που έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως.
24 Με διάταξη του Πρωτοδικείου της 27ης Ιανουαρίου 1997, το Πρωτοδικείο ανέστειλε την έγγραφη διαδικασία, ως προς την αγωγή αποζημιώσεως, εν αναμονή της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
25 Με απόφαση της 5ης Μα_ου 1998, C-403/96 P, Glencore Grain κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-2405), το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου κατά το μέτρο που έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως, ανέπεμψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για να δικάσει επί της ουσίας και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Υπόθεση Τ-494/93
26 Με απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, Τ-494/93, Compagnie Continentale κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1157), το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Compagnie Continentale.
27 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1996, η Compagnie Continentale άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, κατά το μέτρο που έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως.
28 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Απριλίου 1998, η Compagnie Continentale άσκησε νέα αγωγή με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα λόγω της αποφάσεως της 1ης Απριλίου 1993. Η υπόθεση πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με τον αριθμό Τ-61/98.
29 Με απόφαση της 5ης Μα_ου 1998, C-391/96 P, Compagnie Continentale (France) κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-2377), το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου κατά το μέτρο που έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως της Compagnie Continentale, ανέπεμψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για να δικάσει επί της ουσίας και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
30 Η έγγραφη διαδικασία συνεχίστηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου στο στάδιο στο οποίο βρισκόταν, σύμφωνα με το άρθρο 119, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
31 Σύμφωνα με το άρθρο 50 του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να ενώσει τις υποθέσεις Τ-485/93, Τ-491/93, Τ-494/93 και Τ-61/98, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
Επί του αιτήματος ακυρώσεως
32 Προς στήριξη των προσφυγών ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προέβαλαν τρεις λόγους τους οποίους άντλησαν, αντιστοίχως, από την παράβαση της αποφάσεως 91/658 και του κανονισμού 1897/92, την παραβίαση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας.
33 Το Πρωτοδικείο απέρριψε αυτούς τους τρεις λόγους ακυρώσεως. Λαμβάνοντας υπόψη τις αιτιάσεις που προβάλλονται στο πλαίσιο των αιτήσεων αναιρέσεως, παρατίθενται κατωτέρω μόνον οι ασκούσες επιρροή σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως οι οποίες αφορούν τον λόγο που αντλήθηκε από την παράβαση της αποφάσεως 91/658 και του κανονισμού 1897/92.
34 Το Πρωτοδικείο παρατήρησε προκαταρκτικά τα εξής:
«56 Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν [...] ότι, μεταξύ των όρων που θέτουν οι εφαρμοστέες διατάξεις προκειμένου να δοθεί η έγκριση της Επιτροπής, υπάρχει όρος που αφορά το συμφωνηθέν τίμημα, καθώς και όρος που αφορά τον σεβασμό του ελεύθερου ανταγωνισμού κατά τη σύναψη της συμβάσεως. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, κατά την Επιτροπή, ουδείς από τους όρους αυτούς εκπληρώθηκε.
57 Εξάλλου, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι οι δύο αυτοί όροι συντρέχουν σωρευτικά και, επομένως, η μη εκπλήρωση ενός από αυτούς αρκεί για να δικαιολογήσει την απόφαση περί μη εγκρίσεως των συμβάσεων.
58 Υπό τις εν προκειμένω συνθήκες, πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί ο δεύτερος όρος.»
35 Συναφώς, όμως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καταλήγοντας στο ότι η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού δεν είχε τηρηθεί κατά τη συνομολόγηση των προσθηκών στις συμβάσεις, τούτο δε για τους εξής λόγους:
«65 Πρέπει να τονιστεί, ευθύς εξαρχής, ότι ο όρος σχετικά με την τήρηση των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού κατά τη σύναψη συμβάσεων είναι ουσιώδης για την καλή λειτουργία του μηχανισμού δανειοδοτήσεως που έχει θεσπίσει η Κοινότητα. Πέραν της προλήψεως του κινδύνου απάτης ή συμπαιγνίας, ο όρος αυτός αποσκοπεί, ευρύτερα, στη διασφάλιση της καλύτερης δυνατής χρήσης των μέσων που παρέχει η Κοινότητα προκειμένου να συνδράμει τις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως. Πράγματι, ο σκοπός του όρου αυτού είναι η προστασία τόσο της Κοινότητας, ως δανειστή, όσο και των δημοκρατιών αυτών, ως δικαιούχων της επισιτιστικής και ιατρικής βοήθειας.
66 Η τήρηση του όρου αυτού επομένως δεν φαίνεται να αποτελεί μία απλή τυπική υποχρέωση, αλλά αντιθέτως ένα απαραίτητο στοιχείο για τη λειτουργία του μηχανισμού δανειοδότησης.
67 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται να ελεγχθεί αν η Επιτροπή, όταν εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, θεώρησε ορθώς ότι ο όρος του ελεύθερου ανταγωνισμού δεν τηρήθηκε κατά τη σύναψη των προσθηκών των συμβάσεων. Η νομιμότητα της αποφάσεως πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του συνόλου των κανόνων που διέπουν τη σχετική δράση της Επιτροπής, ήτοι των συμφωνιών που συνήφθησαν με τις ρωσικές αρχές.
68 Οι προσθήκες που συνομολογήθηκαν με τις διάφορες κοινοτικές επιχειρήσεις αποτελούν, οι μεν σε σχέση με τις δε, ειδικές συμβάσεις, εκάστη των οποίων πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ εκάστης προσφεύγουσας, όταν συνομολόγησε τους νέους όρους της συμβάσεως με την Exportkhleb, και δύο τουλάχιστον ανεξάρτητων επιχειρήσεων.
69 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, καταρχάς, ότι το τηλετύπημα που απέστειλε η Exportkhleb στις προσφεύγουσες καλώντας τες σε συνάντηση στις Βρυξέλλες στις 22 και 23 Φεβρουαρίου 1993 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της υπάρξεως ανταγωνισμού, πριν από τη συνομολόγηση των προσθηκών, μεταξύ εκάστης επιχειρήσεως και δύο τουλάχιστον επιχειρήσεων ανεξαρτήτων μεταξύ τους.
70 Είναι αληθές ότι οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις δεν προβλέπουν ιδιαίτερο τύπο για την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών. Πάντως, εν προκειμένω, το ζήτημα δεν είναι αν ένα τηλετύπημα μπορεί να αποτελέσει έγκυρη πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, αλλά το αν από το τηλετύπημα αυτό προκύπτει ότι υπήρξε ανταγωνισμός εκάστης επιχειρήσεως με άλλες επιχειρήσεις πριν από τη συνομολόγηση των νέων όρων. Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι το τηλετύπημα της Exportkhleb, που έχει γενικόλογη διατύπωση, χωρίς να παραθέτει μεταξύ άλλων τις προς παράδοση ποσότητες ή τους όρους παραδόσεως, δεν παρέχει τέτοια απόδειξη.
71 Επίσης, τα αποσπάσματα του ειδικευμένου Τύπου που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες, τα οποία έκαναν λόγο για την άφιξη των εκπροσώπων της Exportkhleb στην Ευρώπη για να συζητήσουν, μεταξύ άλλων, τον εφοδιασμό σε σιτάρι στο πλαίσιο του κοινοτικού δανείου, ουδόλως αποδεικνύουν ότι οι προσθήκες συνομολογήθηκαν με επιχειρήσεις που είχαν προηγουμένως ανταγωνιστεί με δύο τουλάχιστον άλλες ανεξάρτητες επιχειρήσεις.
72 Όπως τόνισε η προσφεύγουσα Glencore Grain, είναι ακριβές ότι οι ισχύουσες διατάξεις επιβάλλουν μόνο στην Exportkhleb να "αναζητήσει" τρεις τουλάχιστον ανταγωνιστικές προσφορές. Δεν αποκλείεται επομένως ορισμένες επιχειρήσεις, μολονότι έχουν προσκληθεί προς τούτο, να αρνηθούν να υποβάλουν προσφορά.
73 Πάντως, εν προκειμένω, από τη δικογραφία δεν προκύπτει καν ότι για κάθε προσθήκη που συνομολογήθηκε τελικώς, δύο τουλάχιστον ανεξάρτητες ανταγωνίστριες εταιρίες απέρριψαν το αίτημα της Exportkhleb.
74 Έτσι, με την τηλεομοιοτυπία που απέστειλε στην Επιτροπή στις 9 Μαρτίου 1993 προκειμένου να γνωστοποιήσει τις επενεχθείσες στις συμβάσεις τροποποιήσεις, η Exportkhleb περιορίστηκε απλώς να δηλώσει τις συμβάσεις που συνήφθησαν με κάθε επιχείρηση. Για κάθε σύμβαση, αναφέρεται μόνον η προσφορά της επιχείρησης με την οποία συνήφθη η σύμβαση και οι όροι που συνομολογήθηκαν κατόπιν διαπραγματεύσεως μεταξύ της Exportkhleb και της επιχειρήσεως αυτής. Ουδόλως αναφέρεται, για κάθε σύμβαση, η ύπαρξη δύο τουλάχιστον άλλων απαντήσεων, έστω και αρνητικών, στις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών. Από την τηλεομοιοτυπία αυτή προκύπτει μόνον ότι κάθε επιχείρηση συνήψε με την Exportkhleb σύμβαση που αντιστοιχούσε στις ποσότητες που απέμεναν να της παραδοθούν κατά τον χρόνο της συνάντησης στις Βρυξέλλες. Στην πραγματικότητα, μολονότι επισυνάπτονταν ορισμένες προσφορές στην τηλεομοιοτυπία της 9ης Μαρτίου 1993, επρόκειτο για διαφορετικές προσφορές που αφορούσαν διαφορετικές συμβάσεις, και όχι μία και την αυτή σύμβαση. Επομένως, ούτε από την τηλεομοιοτυπία αυτή είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι κάθε προσθήκη συνήφθη κατόπιν ανταγωνισμού με τρεις τουλάχιστον ανεξάρτητες μεταξύ τους επιχειρήσεις.
75 Η Επιτροπή υποστήριξε εξάλλου, χωρίς να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός της αυτός, ότι όταν η VEB προέβη στην επίσημη κοινοποίηση των νέων όρων των συμβάσεων, ήτοι στις 22 και 26 Μαρτίου 1993, δεν έλαβε τις απαντήσεις, θετικές ή μη, τριών τουλάχιστον ανεξαρτήτων επιχειρήσεων.
76 Οι προσφεύγουσες ωστόσο παρατηρούν ότι τηρήθηκαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, δοθέντος ότι εκάστη προσφεύγουσα υποχρεώθηκε να αποδεχθεί τη χαμηλότερη προταθείσα τιμή.
77 Είναι αληθές ότι από την τηλεομοιοτυπία της 9ης Μαρτίου 1993 της Exportkhleb στην Επιτροπή προκύπτει ότι οι προσφερθείσες τιμές κυμαίνονταν από 155 έως 158,50 USD, αλλά ότι η τιμή βάσει της οποίας επήλθε συμφωνία με την Exportkhleb ήταν εν τέλει η τιμή των 155 USD για όλες τις επιχειρήσεις.
78 Ωστόσο, αυτό το γεγονός το πολύ να αποδεικνύει ότι, πριν από τη σύναψη εκάστης συμβάσεως, υπήρξε διαπραγμάτευση μεταξύ της Exportkhleb και κάθε προσφεύγουσας. Αντιθέτως, αν ληφθούν υπόψη και τα ανωτέρω στοιχεία, τούτο δεν αποδεικνύει ότι η τιμή αυτή ήταν το προϊόν ανταγωνισμού, για κάθε σύμβαση που έπρεπε να συναφθεί, μεταξύ τριών τουλάχιστον ανεξάρτητων μεταξύ τους επιχειρήσεων.»
Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
36 Αφού απέρριψε τους προβληθέντες λόγους προς στήριξη των προσφυγών ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο κατέληξε, στη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι Glencore και Compagnie Continentale δεν κατόρθωσαν «να αποδείξουν ότι η Επιτροπή έσφαλε» και, κατά συνέπεια, απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν.
37 Επομένως, οι προσφυγές στις υποθέσεις Τ-491/93, Τ-494/93 και Τ-61/98 απορρίφθηκαν στο σύνολό τους.
Οι αιτήσεις αναιρέσεως
38 Με τις αιτήσεις αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, την αναπομπή των υποθέσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων αποζημιώσεως που υποβλήθηκαν ενώπιόν του, καθώς και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν πρωτοδίκως.
39 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
40 Προς στήριξη των αιτήσεων αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη διότι περιόρισε την εκτίμησή του στη μόνη προϋπόθεση ως προς την τήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού κατά τη σύναψη των συμβάσεων και διότι έκρινε ότι οι προσθήκες στις συμβάσεις αυτές συνομολογήθηκαν κατά παράβαση της προϋποθέσεως αυτής. Δεύτερον, προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας διότι δεν διέταξε την εξέταση μαρτύρων. Τέλος, υποστηρίζουν ότι κακώς το Πρωτοδικείο αρνήθηκε να τους επιδικάσει τις αποζημιώσεις που ζήτησαν προς αποκατάσταση της ζημίας.
Επί του ότι ελήφθη μόνον υπόψη η προϋπόθεση ελεύθερου ανταγωνισμού
Επιχειρήματα των διαδίκων
41 Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη διότι έκρινε, στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο όρος ως προς την τιμή και ο σχετικός με την τήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού κατά τη σύναψη των συμβάσεων ήσαν σωρευτικοί. Φρονούν, αντιθέτως, ότι οι δύο όροι συνδέονται αδιαρρήκτως μεταξύ τους, εφόσον ο όρος ως προς τις τιμές στις διεθνείς αγορές επιτρέπει ακριβώς να εξακριβωθεί αν τηρήθηκε ο όρος ως προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Πράγματι, τέτοιες τιμές αντικατοπτρίζουν εκείνες που προκύπτουν, στο διεθνές επίπεδο, από τον ελεύθερο και θεμιτό ανταγωνισμό.
42 Κατά την Επιτροπή, από το άρθρο 5 του κανονισμού 1897/92 προκύπτει ότι οι εν λόγω όροι είναι διαφορετικής φύσεως. Ο όρος σχετικά με την τήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού αφορά τη διαδικασία συνάψεως των συμβάσεων, ενώ ο σχετικός με τις τιμές στις διεθνείς αγορές αφορά το περιεχόμενο των συμβάσεων. Επομένως, το Πρωτοδικείο καλώς έκρινε τους δύο αυτούς όρους ως σωρευτικούς.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
43 Κατά το άρθρο 5, σημεία 1 και 2, του κανονισμού 1897/92, οι δύο όροι πρέπει να συντρέχουν προκειμένου η Επιτροπή να εγκρίνει τη χρηματοδότηση των αγορών εκ μέρους των δημοκρατιών της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως και την προμήθεια προϊόντων στις εν λόγω δημοκρατίες. Η διάταξη αυτή προβλέπει, αφενός, ότι «η σύμβαση έχει συναφθεί βάσει διαδικασίας με την οποία εξασφαλίζεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός» και, αφετέρου, «η σύμβαση προσφέρει τους ευνοϊκότερους όρους αγοράς σε σχέση με την τιμή η οποία ισχύει κατά κανόνα στις διεθνείς αγορές».
44 Όπως παρατήρησε η Επιτροπή και ο γενικός εισαγγελέας, στο σημείο 50 των προτάσεών του, προκύπτει σαφώς από τη φρασεολογία του άρθρου 5, σημεία 1 και 2, του κανονισμού 1897/92 ότι ο όρος ως προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό πρέπει να νοείται ως διαδικαστικός κανόνας και όχι ως ουσιαστική διάταξη, κατ' αντίθεση προς τον όρο σχετικά με τις τιμές στις διεθνείς αγορές.
45 Επίσης, αφού καλώς έκρινε ότι οι δύο όροι που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως ήσαν σωρευτικοί, το Πρωτοδικείο νομίμως μπορούσε να εξετάσει μόνον τον όρο ως προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
46 Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί της εκτιμήσεως του όρου ως προς την τήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού
Επιχειρήματα των διαδίκων
47 Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η Επιτροπή διέπραξε σφάλμα καταλήγοντας στο ότι η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού δεν είχε τηρηθεί κατά τη σύναψη των προσθηκών στις συμβάσεις.
48 Ο λόγος αυτός διαρθρώνεται σε τέσσερα σκέλη.
49 Πρώτον, το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο όρος ως προς την τήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού επιβάλλει, για κάθε σύμβαση που πρέπει να συναφθεί, την προσφορά τουλάχιστον τριών ανεξάρτητων επιχειρήσεων. Όμως, ούτε η απόφαση 91/658 ούτε ο κανονισμός 1897/92 επιβάλλουν μια τέτοια απαίτηση.
50 Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι ο όρος αυτός προβλέπεται στα άρθρα 5, σημείο 1, του κανονισμού 1897/92, 7, έβδομη περίπτωση, της συμφωνίας-πλαίσιο και 5.1, στοιχείο α_, της συμβάσεως δανείου σε συνδυασμό με το παράρτημα 2-Α αυτής.
51 Δεύτερον, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι εσφαλμένως το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «η νομιμότητα της αποφάσεως πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του συνόλου των κανόνων που διέπει τη σχετική δράση της Επιτροπής, ήτοι των συμφωνιών που συνήφθησαν με τις ρωσικές αρχές». Μια τέτοια κρίση σημαίνει ότι οι υποχρεώσεις συμβατικής φύσεως που περιλαμβάνονται σε μη δημοσιευθέντα κείμενα μπορούν να αντιτάσσονται στους τρίτους.
52 Κατά την Επιτροπή, εναπέκειτο στο Πρωτοδικείο να εκτιμήσει αντικειμενικά τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως υπό το πρίσμα του συνόλου των κανόνων που επιβάλλονται στην Επιτροπή, περιλαμβανομένων και εκείνων που περιέχονται στη συμφωνία-πλαίσιο.
53 Τρίτον, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη τη διοικητική πρακτική της Επιτροπής και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την πρακτική αυτή, καθώς και τα δικαιώματα άμυνας. Υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με την πρακτική αυτή, όφειλε να τους ζητήσει άλλα έγγραφα εκτός από τις τροποποιηθείσες συμβάσεις μόνο και να διενεργήσει περισσότερο εμπεριστατωμένη έρευνα, χωρίς να αναμένει παθητικά να της παρασχεθεί η σχετική πληροφόρηση.
54 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός, ο οποίος δεν είναι δημοσίας τάξεως, δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως και, επομένως, αποτελεί νέο ισχυρισμό. Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν σε τι αυτή απέστη της διοικητικής της πρακτικής ή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας.
55 Τέταρτον, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένως τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την τήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού. Προβάλλουν ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να λάβει υπόψη τις ιδιομορφίες του εν λόγω διαγωνισμού, ο οποίος έπρεπε να ανταποκρίνεται σε κατάσταση ανάγκης. Οι ανάγκες ήσαν τόσο μεγάλες ώστε ένας απομονωμένος έμπορος ουδέποτε θα μπορούσε να τις ικανοποιήσει. Επίσης, οι προσθήκες στις συμβάσεις έπρεπε να θεωρηθούν ως παράλληλες πράξεις και συνδεόμενες με τις εν λόγω συμβάσεις, όχι όμως χωριστές απ' αυτές, αντίθετα προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 68 και 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Η Exportkhleb ασφαλώς ζήτησε προσφορές από περισσότερους από τρεις προμηθευτές αφού κάλεσε έντεκα εμπόρους σιτηρών, όλοι ανταγωνιστές στον ειδικό τομέα του σιταριού, σε συνάντηση η οποία πραγματοποιήθηκε στις 22 και 23 Φεβρουαρίου 1993 στις Βρυξέλλες. Επτά από τους έντεκα εμπόρους υπέβαλαν προσφορά, πέντε από αυτούς συνήψαν συγχρόνως σύμβαση με την Exportkhleb και τέσσερις έμποροι δεν υπέβαλαν προσφορά, για άγνωστους λόγους. Τελικά, η Exportkhleb πέτυχε όπως οι προσθήκες στις συμβάσεις συνομολογηθούν στη χαμηλότερη τιμή που πρότειναν οι εν λόγω έμποροι. Όλα αυτά μαρτυρούν την ύπαρξη ελεύθερου ανταγωνισμού. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, οι αναιρεσείουσες φρονούν ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να συναγάγει από την τηλεομοιοτυπία που απέστειλε η Exportkhleb στην Επιτροπή στις 9 Μαρτίου 1993, στην οποία γινόταν μνεία της παραλαβής επτά προσφορών από εμπόρους σιτηρών, κατόπιν των προσκλήσεων που είχαν απευθυνθεί σε έντεκα προμηθευτές, ότι ο όρος του ελεύθερου ανταγωνισμού είχε τηρηθεί.
56 Κατά την Επιτροπή, προκύπτει σαφώς από τη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε εμπεριστατωμένα την τηλεομοιοτυπία της 9ης Μαρτίου 1993. Κατέληξε ότι αυτή δεν επέτρεπε «να αποδειχθεί ότι κάθε προσθήκη συνήφθη κατόπιν ανταγωνισμού με τρεις τουλάχιστον ανεξάρτητες μεταξύ τους επιχειρήσεις».
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
57 Όσον αφορά την υποχρέωση να ανταγωνιστούν τουλάχιστον τρεις επιχειρήσεις για να διασφαλιστεί η τήρηση του όρου σχετικά με τον ελεύθερο ανταγωνισμό, αρκεί η υπόμνηση ότι ο όρος αυτός μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 5, σημείο 1, του κανονισμού 1897/92, διάταξη κατά την οποία «[η] σύμβαση έχει συναφθεί βάσει διαδικασίας με την οποία εξασφαλίζεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Προς αυτόν τον σκοπό, οι αγοραστικοί οργανισμοί των δημοκρατιών οφείλουν, για την επιλογή των προμηθευτών τους μεταξύ των κοινοτικών επιχειρήσεων, να αναζητούν τρεις τουλάχιστον προσφορές από επιχειρήσεις ανεξάρτητες μεταξύ τους [...]».
58 Στην προκειμένη όμως περίπτωση, το Πρωτοδικείο κυριαρχικά διαπίστωσε, στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «[ο]ι προσθήκες που συνομολογήθηκαν με τις διάφορες κοινοτικές επιχειρήσεις αποτελούν, οι μεν σε σχέση με τις δε, ειδικές συμβάσεις, εκάστη των οποίων πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή». Επομένως, καλώς το Πρωτοδικείο κατέληξε στο ότι, για κάθε σύμβαση, έπρεπε να ζητηθούν τρεις ανεξάρτητες προσφορές. Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
59 Το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμο.
60 Όσον αφορά τη συνεκτίμηση εκ μέρους του Πρωτοδικείου, στο πλαίσιο εκτιμήσεως της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως, των συμφωνιών που συνήφθησαν με τις ρωσικές αρχές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτές οι ίδιες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση-πλαίσιο ή ακόμα από τη σύμβαση δανείου αποτελούν την εφαρμογή της αποφάσεως 91/658 και του κανονισμού 1897/92, που έχουν δημοσιευθεί. Όμως, οι όροι σχετικά με τις τιμές στις διεθνείς αγορές και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, που βρίσκονται στο κέντρο της παρούσας διαφοράς, διαλαμβάνονται στο άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού.
61 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αλυσιτελές.
62 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από το ότι το Πρωτοδικείο δεν εξακρίβωσε αν η Επιτροπή συμμορφώθηκε με τη διοικητική της πρακτική και σεβάστηκε τα δικαιώματα άμυνας, αρκεί η διαπίστωση ότι η αιτίαση αυτή δεν προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Όμως, αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. _Οταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 Ρ, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 59, και της 28ης Μα_ου 1998, C-7/95 Ρ, Deere κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-3111, σκέψη 62).
63 Κατά συνέπεια, το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
64 Όσον αφορά το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών τείνουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εν όψει των οποίων το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή καλώς θεώρησε ότι ο όρος ως προς την τήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού δεν είχε τηρηθεί.
65 Όμως, από τα άρθρα 225 ΕΚ και 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το τελευταίο δεν είναι αρμόδιο ούτε για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ούτε, καταρχήν, για την εξέταση των αποδείξεων που δέχθηκε το Πρωτοδικείο προς στήριξη των εν λόγω πραγματικών περιστατικών. Αφ' ης στιγμής τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία προσκομίστηκαν νομοτύπως και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες επί της διεξαγωγής των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα υποβληθέντα υπόψη του στοιχεία (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-8417, σκέψη 24). Επομένως, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα, υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
66 Στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, πρώτον, στις σκέψεις 69 και 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το τηλετύπημα που απέστειλε η Exportkhleb στις προσφεύγουσες καλώντας τες σε συνάντηση στις Βρυξέλλες στις 22 και 23 Φεβρουαρίου 1993, «που [ε]ίχε γενικόλογη διατύπωση, χωρίς να παραθέτει μεταξύ άλλων τις προς παράδοση ποσότητες ή τους όρους παραδόσεως», δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της υπάρξεως ανταγωνισμού, πριν από τη συνομολόγηση των προσθηκών, μεταξύ εκάστης επιχειρήσεως και δύο τουλάχιστον επιχειρήσεων ανεξαρτήτων μεταξύ τους.
67 Δεύτερον, το Πρωτοδικείο παρατήρησε, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αποσπάσματα του ειδικευμένου τύπου που είχαν προσκομίσει οι προσφεύγουσες ούτε αυτά συνιστούσαν απόδειξη.
68 Τέλος, όσον αφορά την τηλεομοιοτυπία που απέστειλε η Exportkhleb στην Επιτροπή στις 9 Μαρτίου 1993, προκειμένου να της γνωστοποιήσει τις επενεχθείσες στις συμβάσεις τροποποιήσεις, το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, έκρινε ότι αυτή δεν επέτρεπε να αποδειχθεί ότι κάθε προσθήκη συνήφθη κατόπιν ανταγωνισμού με τρεις τουλάχιστον ανεξάρτητες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι «για κάθε σύμβαση, αναφέρεται μόνον η προσφορά της επιχείρησης με την οποία συνήφθη η σύμβαση και οι όροι που συνομολογήθηκαν κατόπιν διαπραγματεύσεως μεταξύ της Exportkhleb και της επιχειρήσεως αυτής. Ουδόλως αναφέρεται, για κάθε σύμβαση, η ύπαρξη δύο τουλάχιστον άλλων απαντήσεων, έστω και αρνητικών, στις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών. Από την τηλεομοιοτυπία αυτή προκύπτει μόνον ότι κάθε επιχείρηση συνήψε με την Exportkhleb σύμβαση που αντιστοιχούσε στις ποσότητες που απέμεναν να της παραδοθούν κατά τον χρόνο της συνάντησης στις Βρυξέλλες. Στην πραγματικότητα, μολονότι επισυνάπτονταν ορισμένες προσφορές στην τηλεομοιοτυπία της 9ης Μαρτίου 1993, επρόκειτο για διαφορετικές προσφορές που αφορούσαν διαφορετικές συμβάσεις, και όχι μία και την αυτή σύμβαση».
69 Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε, εξάλλου, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, αν η συμφωνηθείσα με την Exportkhleb τιμή ήταν η χαμηλότερη προσφερθείσα τιμή, το γεγονός αυτό επιτρέπει το πολύ να αποδειχθεί ότι, «πριν από τη σύναψη εκάστης συμβάσεως, υπήρξε διαπραγμάτευση μεταξύ της Exportkhleb και κάθε προσφεύγουσας», χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ότι η τιμή αυτή ήταν «το προϊόν ανταγωνισμού για κάθε σύμβαση που έπρεπε να συναφθεί, μεταξύ τριών τουλάχιστον ανεξάρτητων μεταξύ τους επιχειρήσεων».
70 Οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν πώς από τέτοιες σκέψεις προκύπτει οποιαδήποτε αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία είχαν υποβληθεί στο Πρωτοδικείο.
71 Κατά συνέπεια, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτο το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου.
72 Ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει ο δεύτερος λόγος να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου
Επιχειρήματα των διαδίκων
73 Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας επειδή δεν διέταξε την εξέταση μαρτύρων, όπως η Exportkhleb ή ένας ή περισσότεροι έμποροι οι οποίοι μετείχαν στη συνάντηση των Βρυξελλών στις 22 και 23 Φεβρουαρίου 1993. Μια τέτοια εξέταση θα του επέτρεπε να διαπιστώσει ότι οι αναιρεσείουσες είχαν ανταγωνιστεί με σημαντικό αριθμό άλλων εμπόρων.
74 Η Επιτροπή προβάλλει ότι από τον φάκελο δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες είχαν ζητήσει από το Πρωτοδικείο να εξετάσει μάρτυρες. Εν πάση περιπτώσει, αντίθετα προς ό,τι επιβάλλει το άρθρο 68, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, δεν ανέφεραν με ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία έπρεπε να εξεταστούν μάρτυρες ούτε τους λόγους που δικαιολογούσαν την εξέταση.
75 Η Επιτροπή προσθέτει ότι η εν λόγω διάταξη του Κανονισμού Διαδικασίας παρέχει στο Πρωτοδικείο διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξεταστούν μάρτυρες. Μια τέτοια απόφαση δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως αν δεν αποδεικνυόταν ότι το γεγονός ότι δεν είχε γίνει μια τέτοια εξέταση ήταν προφανώς αδικαιολόγητο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
76 Κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου:
«Το Πρωτοδικείο διατάσσει είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων την απόδειξη ορισμένων πραγματικών περιστατικών με μάρτυρες, αφού ακούσει τους διαδίκους και τον γενικό εισαγγελέα. Η διάταξη καθορίζει τα πραγματικά περιστατικά που πρέπει να αποδειχθούν.
Οι μάρτυρες κλητεύονται από το Πρωτοδικείο είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων ή του γενικού εισαγγελέα.
Στην αίτηση του διαδίκου για την εξέταση μάρτυρα αναφέρονται με ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία πρέπει να εξεταστεί ο μάρτυρας και οι λόγοι που δικαιολογούν την εξέτασή του».
77 Επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι, πρώτον, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να κλητεύσει αυτεπαγγέλτως μάρτυρες, εφόσον το άρθρο 66, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου διευκρινίζει ότι αυτό εκδίδει διάταξη που καθορίζει τα αποδεικτικά μέσα και τα θέματα αποδείξεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, σκέψη 77). Το Πρωτοδικείο είναι έτσι το μόνο αρμόδιο να κρίνει επί της ενδεχομένης ανάγκης συμπληρώσεως των πληροφοριακών στοιχείων που διαθέτει στις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2001, C-315/99 P, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-5281, σκέψη 19).
78 Δεύτερον, ο αποδεικτικός ή μη χαρακτήρας των στοιχείων της δικογραφίας εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία, όπως υπομνήστηκε στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, δεν συνιστά νομικό ζήτημα υπαγόμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, εκτός αν τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Πρωτοδικείο έχουν αλλοιωθεί ή αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας (προπαρατεθείσα απόφαση Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 19).
79 Όμως, προς στήριξη του τρίτου τους λόγου, οι αναιρεσείουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο το οποίο επιτρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη αλλοιώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στο Πρωτοδικείο ή η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του εν όψει των στοιχείων της δικογραφίας.
80 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
81 Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, λαμβάνοντας υπόψη τους προβληθέντες λόγους προς στήριξη των αιτήσεων αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο όφειλε να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή αποζημιώσεων προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε με την επίδικη απόφαση. Καλούν το Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων αποζημιώσεως πρωτοδίκως ή το ίδιο το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του σημείου αυτού αν κρίνει τούτο σκόπιμο.
82 Κατά την Επιτροπή, δεδομένου ότι οι λόγοι που απέβλεπαν στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι αβάσιμοι, ο τέταρτος λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
83 Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο κοινοτικό όργανο συμπεριφοράς (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1994, C-146/91, ΚΥΔΕΠ κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4199, σκέψη 19).
84 Δεδομένου ότι από την εξέταση των λόγων που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες προς στήριξη των αιτήσεων αναιρέσεως δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη παρανομίας που να καταλογίζεται στην Επιτροπή, καλώς το Πρωτοδικείο απέρριψε τα αιτήματα περί αποκαταστάσεως της ζημίας που φέρεται ότι αυτές υπέστησαν.
85 Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
86 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
87 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε υποβάλει σχετικό αίτημα και οι αναιρεσείουσες ηττήθηκαν, πρέπει οι Glencore και Compagnie Continentale να καταδικαστούν στα δικαστικά τους έξοδα, καθώς και, αντιστοίχως, στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στις υποθέσεις C-24/01 Ρ και C-25/01 Ρ στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Glencore Grain Ltd στα δικαστικά έξοδα της υποθέσεως C-24/01/ Ρ και την Compagnie Continentale (France) SA στα δικαστικά έξοδα της υποθέσεως C-25/01/ Ρ.
Full & Egal Universal Law Academy