Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Παραπλανητική και συγκριτική διαφήμιση - Οδηγία 84/450 - Συγκριτική διαφήμιση - Έννοια - Εφαρμογή των ιδίων κανόνων επί των διαφόρων στοιχείων της συγκρίσεως
(Οδηγία 84/450 του Συμβουλίου, άρθρο 2, σημ. 2)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Παραπλανητική και συγκριτική διαφήμιση - Οδηγία 84/450 - Συγκριτική διαφήμιση - Αυστηρότερες εθνικές διατάξεις περί παραπλανητικής διαφημίσεως - Δεν έχουν εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση
(Οδηγία 84/450 του Συμβουλίου, άρθρα 3α και 7)
3. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Παραπλανητική και συγκριτική διαφήμιση - Οδηγία 84/450 - Συγκριτική διαφήμιση - Αναφορά του σήματος ενός ανταγωνιστή - Δυνατότητα που παρέχεται στον διαφημιζόμενο - Όρια
(Οδηγία 84/450 του Συμβουλίου, άρθρο 3α § 1)
4. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Παραπλανητική και συγκριτική διαφήμιση - Οδηγία 84/450 - Συγκριτική διαφήμιση - Αγορά των συγκρινόμενων προϊόντων μέσω διαφορετικών δικτύων διανομής - Επιτρέπεται
(Οδηγία 84/450 του Συμβουλίου, άρθρο 3α § 1)
5. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Παραπλανητική και συγκριτική διαφήμιση - Οδηγία 84/450 - Συγκριτική διαφήμιση - Δοκιμαστική αγορά, εκ μέρους του διαφημιζομένου, από ανταγωνιστή του πριν από την έναρξη της δικής του προσφοράς - Επιτρέπεται
(Οδηγία 84/450 του Συμβουλίου, άρθρο 3α)
6. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Παραπλανητική και συγκριτική διαφήμιση - Οδηγία 84/450 - Συγκριτική διαφήμιση - Παρουσίαση, στο διαφημιστικό μήνυμα, του ονόματος του ανταγωνιστή, του λογοτύπου της εταιρίας του και μιας εικόνας της προσόψεως του καταστήματός του - Επιτρέπεται
(Οδηγία 84/450 του Συμβουλίου, άρθρο 3α § 1, στοιχ. ε_)
7. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Παραπλανητική και συγκριτική διαφήμιση - Οδηγία 84/450 - Συγκριτική διαφήμιση - Σύγκριση τιμών - Μη υποτίμηση του ανταγωνιστή, ακόμη και σε περίπτωση που προβάλλεται η ύπαρξη διαφοράς στην τιμή ενός προϊόντος μεγαλύτερης από την κατά μέσο όρο διαφορά στην τιμή ενός συνόλου προϊόντων
(οδηγία 84/450 του Συμβουλίου, άρθρο 3α § 1, στοιχ. ε_)
Περίληψη
1. Ο ορισμός της συγκριτικής διαφημίσεως που περιέχεται στο άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 84/450, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, καλύπτει όλους τους τρόπους συγκριτικής διαφημίσεως, κατά τρόπο ώστε, για να υπάρχει συγκριτική διαφήμιση, αρκεί να υπάρχει γνωστοποίηση που να αναφέρεται, έστω και έμμεσα, σε ανταγωνιστή ή στα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αυτός προσφέρει. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της οδηγίας 84/450, δεν απαιτείται η ρύθμιση να διακρίνει μεταξύ των διαφόρων στοιχείων της συγκρίσεως, ήτοι των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του διαφημιζομένου, των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του ανταγωνιστή και της σχέσεως αμφοτέρων των προσφορών μεταξύ τους.
( βλ. σκέψεις 35, 37 )
2. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450 για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, δεν επιτρέπει την εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση αυστηρότερων εθνικών διατάξεων περί προστασίας από την παραπλανητική διαφήμιση όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο της συγκρίσεως, χωρίς να απαιτείται να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων στοιχείων της συγκρίσεως, ήτοι των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του διαφημιζομένου, των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του ανταγωνιστή και της σχέσεως των ως άνω προσφορών μεταξύ τους.
Συγκεκριμένα, με την οδηγία έγινε πλήρης εναρμόνιση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση στα κράτη μέλη, οπότε το επιτρεπτό της ως άνω διαφημίσεως πρέπει να εκτιμάται μόνον υπό το πρίσμα των κριτηρίων που θέτει ο κοινοτικός νομοθέτης.
( βλ. σκέψη 42, 44, διατακτ. 1 )
3. Στο πλαίσιο μιας συγκριτικής διαφημίσεως, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/450, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, σύμφωνα με τις οποίες η εν λόγω διαφήμιση πρέπει να μη δημιουργεί στην αγορά σύγχυση μεταξύ των σημάτων του διαφημιζομένου και εκείνων ενός ανταγωνιστή, να μην έχει ως συνέπεια τη δυσφήμηση ή την υποτίμηση των σημάτων ενός ανταγωνιστή και να μην επιφέρει αθέμιτο όφελος από τη φήμη σήματος ενός ανταγωνιστή, η αναφορά του σήματος των προϊόντων ενός ανταγωνιστή είναι μία δυνατότητα που παρέχεται στον διαφημιζόμενο. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου η επιλογή του αγοραστή μπορεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σήμα των προϊόντων και όπου η σύγκριση αφορά ανταγωνιστικά προϊόντα των οποίων τα αντίστοιχα σήματα διαφέρουν σημαντικά ως προς τη φήμη, η παράλειψη της αναφοράς του πλέον φημισμένου σήματος αντιβαίνει στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450, το οποίο θέτει μία από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση. Απόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των συναφών στοιχείων της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, λαμβανομένης υπόψη της τεκμαιρόμενης προσδοκίας του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
( βλ. σκέψεις 47, 49, 53, 55, διατακτ. 2 )
4. Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/450 για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, δεν απαγορεύει να αγοράζονται τα συγκρινόμενα προϊόντα μέσω διαφορετικών δικτύων διανομής. Συγκεκριμένα, αφενός, μεταξύ των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, δεν περιλαμβάνεται η απαίτηση να αποκτώνται τα συγκρινόμενα προϊόντα μέσω των ιδίων δικτύων διανομής. Αφετέρου, μια τέτοια προϋπόθεση θα ήταν αντίθετη τόσο προς τους σκοπούς της εσωτερικής αγοράς όσο και προς τους σκοπούς της οδηγίας 84/450.
( βλ. σκέψεις 61-62, διατακτ. 3 )
5. Το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450 για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, δεν απαγορεύει την εκ μέρους του διαφημιζομένου πραγματοποίηση δοκιμαστικής αγοράς από ανταγωνιστή του πριν ακόμη αρχίσει η δική του προσφορά, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση. Απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει αν το διαφημιστικό μήνυμα τηρεί τις εν λόγω προϋποθέσεις.
( βλ. σκέψεις 70-71, διατακτ. 4 )
6. Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450 για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, δεν απαγορεύει να παρουσιάζεται σε μια συγκριτική διαφήμιση, εκτός από το όνομα του ανταγωνιστή, και ο λογότυπος της εταιρίας του και μία εικόνα της προσόψεως του καταστήματός του, εφόσον η διαφήμιση αυτή τηρεί τις καθοριζόμενες από το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
( βλ. σκέψεις 83-84, διατακτ. 5 )
7. Μια σύγκριση τιμών δεν έχει ως συνέπεια την υποτίμηση του ανταγωνιστή, υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450 για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, ούτε λόγω του ότι η διαφορά στην τιμή μεταξύ των συγκρινομένων προϊόντων είναι μεγαλύτερη από την κατά μέσον όρο διαφορά ούτε λόγω του αριθμού των συγκρίσεων που πραγματοποιήθηκαν.
( βλ. σκέψη 84, διατακτ. 5 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-44/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Pippig Augenoptik GmbH & Co. KG
και
Hartlauer Handelsgesellschaft mbH,
Verlassenschaft nach dem verstorbenen Franz Josef Hartlauer,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση (ΕΕ L 250, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 290, σ. 18),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, Μ. Wathelet και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, D. A. O. Edward, Β. Σκουρή, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή) και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: Μ.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Pippig Augenoptik GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον F. Hitzenbichler, Rechtsanwalt,
- οι Hartlauer Handelsgesellschaft mbH και Verlassenschaft nach dem verstorbenen Franz Josef Hartlauer, εκπροσωπούμενες από τους A. Haslinger, H. Μück, P. Wagner, W. Μüller και W. Graziani-Weis, Rechtsanwälte,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Sack και Μ. França,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Pippig Augenoptik GmbH & Co. KG, των Hartlauer Handelsgesellschaft mbH και Verlassenschaft nach dem verstorbenen Franz Josef Hartlauer, καθώς και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Φεβρουαρίου 2001, το Oberster Gerichtshof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση (ΕΕ L 250, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 290, σ. 18, στο εξής: οδηγία 84/450).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της αυστριακής εταιρίας Pippig Augenoptik GmbH & Co. KG (στο εξής: Pippig) και, αφετέρου, της αυστριακής εταιρίας Hartlauer Handelsgesellschaft mbH (στο εξής: Hartlauer) και των κληρονόμων του Franz Josef Hartlauer, πρώην διαχειριστή της Hartlauer, σχετικά με τη διαφήμιση που πραγματοποιεί η Hartlauer για την προώθηση των πωλήσεων των οπτικών προϊόντων της συγκρίνοντας τα εν λόγω προϊόντα με τα γυαλιά που πωλεί η Pippig.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Η οδηγία 84/450, η οποία αρχικώς αφορούσε μόνον την παραπλανητική διαφήμιση, τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55 προκειμένου να συμπεριλάβει και τη συγκριτική διαφήμιση. Με το άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας 97/55 τροποποιήθηκε αντιστοίχως ο τίτλος της οδηγίας 84/450.
4 Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 84/450 εκτίθενται τα εξής:
«[εκτιμώντας] ότι θα έπρεπε, για τον σκοπό αυτό, να οριστούν τα ελάχιστα και αντικειμενικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της παραπλανητικής διαφήμισης».
5 2. Το άρθρο 1 της οδηγίας 84/450 προβλέπει τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η προστασία των καταναλωτών και των προσώπων που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και η προστασία των συμφερόντων του κοινού γενικά από την παραπλανητική διαφήμιση και τις αθέμιτες συνέπειές της, επίσης δε ο καθορισμός των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.»
6 Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 84/450, θεωρείται ως παραπλανητική διαφήμιση, υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, «κάθε διαφήμιση που με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων τη γνώση περιέρχεται και που, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή.»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 2α, της οδηγίας 84/450, νοείται ως «συγκριτική διαφήμιση», υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, «κάθε διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή.»
8 Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/450 προβλέπει τα εξής:
«Η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται, όσον αφορά τη σύγκριση, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) δεν είναι παραπλανητική σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, το άρθρο 3 και το άρθρο 7, παράγραφος 1·
β) συγκρίνει αγαθά ή υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους·
γ) συγκρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη, συναφή, επαληθεύσιμα, και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών, στα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η τιμή·
δ) δεν δημιουργεί στην αγορά σύγχυση μεταξύ του διαφημιζόμενου και ενός ανταγωνιστή ή μεταξύ των σημάτων, εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών ή υπηρεσιών του διαφημιζόμενου και ενός ανταγωνιστή·
ε) δεν έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση των σημάτων, των εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών, υπηρεσιών, δραστηριοτήτων ή καταστάσεων ενός ανταγωνιστή·
στ) για προϊόντα με ονομασία προέλευσης, αφορά σε κάθε περίπτωση προϊόντα με την ίδια ονομασία προέλευσης·
ζ) δεν επιφέρει αθέμιτο όφελος από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ενός ανταγωνιστή ή των δηλωτικών καταγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων·
η) δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρουν σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία.»
9 Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 84/450:
«1. Η παρούσα οδηγία δεν κωλύει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να παράσχουν, έναντι της παραπλανητικής διαφήμισης, μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στο κοινό γενικότερα.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στη συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση.»
10 Η δεύτερη, η τρίτη, η δέκατη τέταρτη, η δέκατη πέμπτη και η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55 έχουν ως εξής:
«(2) [Εκτιμώντας] ότι η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς σημαίνει ένα ολοένα και ευρύτερο φάσμα δυνατοτήτων επιλογής· ότι επειδή οι καταναλωτές μπορούν και πρέπει να επωφελούνται κατά το μέγιστο δυνατόν από την εσωτερική αγορά και επειδή η διαφήμιση συνιστά σημαντικότατο μέσο για την εμπορική διάθεση σε ολόκληρη την Κοινότητα κάθε αγαθού και υπηρεσίας, οι βασικές διατάξεις που διέπουν τη μορφή και το περιεχόμενο της συγκριτικής διαφήμισης θα πρέπει να είναι ενιαίες και οι όροι της χρήσης της συγκριτικής διαφήμισης στα κράτη μέλη θα πρέπει να εναρμονισθούν· ότι, υπό τους όρους αυτούς, τούτο θα συμβάλει στην αντικειμενική προβολή των πλεονεκτημάτων των διαφόρων συγκρίσιμων προϊόντων· ότι, εξάλλου, η συγκριτική διαφήμιση μπορεί να τονώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των προμηθευτών αγαθών και υπηρεσιών προς όφελος των καταναλωτών·
[...]
(3) [εκτιμώντας] [...] ότι το γεγονός ότι ορισμένες εθνικές νομοθεσίες επιτρέπουν, ενώ άλλες απαγορεύουν, τη συγκριτική διαφήμιση μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών και να δημιουργήσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού [...]·
[...]
(14) [εκτιμώντας] ότι, ωστόσο, μπορεί να είναι απαραίτητο, για την αποτελεσματική λειτουργία της συγκριτικής διαφήμισης, να προσδιορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες ανταγωνισμού με μνεία του σήματος ή της εμπορικής επωνυμίας των οποίων ο ανταγωνιστής είναι δικαιούχος·
(15) [εκτιμώντας] ότι, κατά την εν λόγω χρήση του σήματος ή της εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων άλλου εφόσον πληρούνται οι όροι που θέτει η παρούσα οδηγία, δεν παραβιάζεται αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα, δεδομένου ότι η χρήση αυτή αποβλέπει μόνο στη διάκριση μεταξύ των δύο ανταγωνιστών και, κατά συνέπεια, στην αντικειμενική ανάδειξη των διαφορών·
[...]
(18) [εκτιμώντας] ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίζουν μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα καθώς και στο κοινό γενικότερα, δεν πρέπει να έχει εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση, δεδομένου ότι με την τροποποίηση της οδηγίας αυτής επιδιώκεται να τεθούν όροι υπό τους οποίους θα επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.»
Η εθνική ρύθμιση
11 Η Δημοκρατία της Αυστρίας μετέφερε την οδηγία 97/55 στο εσωτερικό δίκαιο τροποποιώντας, από 1ης Απριλίου 2000, τον Bundesgesetz gegen den unlauteren Wettbewerb (ομοσπονδιακό νόμο περί αθεμίτου ανταγωνισμού) της 16ης Νοεμβρίου 1984 (BGBl, 1984/448, στο εξής: UWG). Ωστόσο, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η αυστριακή νομολογία ελάμβανε υπόψη την εν λόγω οδηγία, ακόμη και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας, κατά την ερμηνεία του άρθρου 2 του UWG.
12 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του UWG:
«Είναι δυνατό να υποχρεωθεί σε παράλειψη όποιος στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών με σκοπό τον ανταγωνισμό προβαίνει σε δηλώσεις που αφορούν εμπορικές σχέσεις κατά τρόπο που δύναται να παραπλανήσει. [...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Η Pippig εκμεταλλεύεται τρία καταστήματα οπτικών ειδών στο Linz (Αυστρία), στα οποία εμπορεύεται γυαλιά. Προμηθεύεται προϊόντα από εξήντα περίπου διαφορετικούς κατασκευαστές και διαθέτει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα από τη συλλογή καθενός από τους προμηθευτές της.
14 Η Hartlauer είναι μια εμπορική εταιρία της οποίας τα υποκαταστήματα, που βρίσκονται σε ολόκληρη την Αυστρία, έχουν τμήματα οπτικών ειδών στα οποία τα γυαλιά που διατίθενται προς πώληση είναι, στην πλειονότητά τους, γυαλιά μη επώνυμων οίκων και πωλούνται σε χαμηλές τιμές. Όσον αφορά τα γυαλιά επώνυμων οίκων, η Hartlauer δεν τα προμηθεύεται απ' ευθείας από τους ίδιους προμηθευτές από τους οποίους τα προμηθεύονται οι οπτικοί, αλλά προμηθεύεται τα εν λόγω προϊόντα εκτός του κανονικού δικτύου διανομής, ιδίως μέσω παραλλήλων εισαγωγών.
15 Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1997 η Hartlauer διένειμε σε ολόκληρη την Αυστρία ένα διαφημιστικό φυλλάδιο στο οποίο ισχυριζόταν ότι 52 συγκρίσεις τιμών σε γυαλιά οι οποίες πραγματοποιήθηκαν επί έξι έτη κατέδειξαν την ύπαρξη συνολικής διαφοράς τιμής 204 777 αυστριακών σελινίων (ATS), ήτοι 3 900 ATS κατά μέσο όρο ανά ζεύγος γυαλιών, μεταξύ των τιμών που εφάρμοζε η Hartlauer και των τιμών που χρέωναν οι παραδοσιακοί οπτικοί. Σύμφωνα με το ανωτέρω φυλλάδιο, για ένα καθαρό κρύσταλλο μάρκας Zeiss, οι οπτικοί πραγματοποιούσαν περιθώριο εμπορικού κέρδους της τάξεως του 717 %.
16 Το διαφημιστικό φυλλάδιο περιελάμβανε επίσης μια άμεση σύγκριση μεταξύ της τιμής των 5 785 ATS που προτείνει η Pippig για γυαλιά Titanflex Eschenbach που φέρουν κρύσταλλα μάρκας Zeiss και της τιμής των 2 000 ATS που προτείνει η Hartlauer για γυαλιά του ιδίου μοντέλου, τα οποία όμως φέρουν κρύσταλλα μάρκας Optimed.
17 Η ως άνω σύγκριση τιμών ανακοινώθηκε και μέσω διαφημιστικών μηνυμάτων τα οποία μεταδόθηκαν από ορισμένα αυστριακά ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά προγράμματα, στα οποία μηνύματα, σε αντίθεση με το διαφημιστικό φυλλάδιο, δεν διευκρινιζόταν ότι τα γυαλιά μεταξύ των οποίων γινόταν σύγκριση έφεραν κρύσταλλα διαφορετικής μάρκας. Στα τηλεοπτικά διαφημιστικά μηνύματα παρουσιαζόταν η πρόσοψη του καταστήματος της ενάγουσας της κύριας δίκης, με το λογότυπο «Pippig».
18 Η προετοιμασία της ως άνω συγκριτικής διαφημίσεως περιελάμβανε την πραγματοποίηση μιας δοκιμαστικής αγοράς: ένας υπάλληλος της Hartlauer μετέβη στις 8 Ιουλίου 1997 σε κατάστημα της Pippig και παρήγγειλε γυαλιά Titanflex Eschenbach και κρύσταλλα Zeiss. Στη συνέχεια, τα γυαλιά αυτά φωτογραφήθηκαν και η φωτογραφία χρησιμοποιήθηκε δύο φορές στο διαφημιστικό φυλλάδιο που διένειμε η Hartlauer, μία φορά για να επισημανθεί η προσφορά της Pippig για τα γυαλιά αυτά και μία φορά για να επισημανθεί η προσφορά της Hartlauer για γυαλιά του ιδίου μοντέλου τα οποία έφεραν κρύσταλλα Optimed, καθόσον, κατά την ημερομηνία της δοκιμαστικής αγοράς, οι σκελετοί Titanflex Eschenbach δεν διετίθεντο ακόμη προς πώληση στα καταστήματα της Hartlauer.
19 Η Pippig άσκησε αγωγή κατά της Hartlauer και των κληρονόμων του Franz Josef Hartlauer ζητώντας να απόσχει η Hartlauer από κάθε συγκριτική διαφήμιση ως προς τις τιμές υπό τη μορφή που περιγράφηκε στις σκέψεις 15 έως 18 της παρούσας αποφάσεως, για τον λόγο ότι μια τέτοια διαφήμιση είναι παραπλανητική και δυσφημίζει την ενάγουσα. Η Pippig ζήτησε επίσης να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή αποζημιώσεως καθώς και στη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως με δικές τους δαπάνες.
20 Δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκαν τα περισσότερα από τα αιτήματα της Pippig, αλλ' όχι όλα, τόσο η ενάγουσα όσο και οι εναγόμενοι άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Oberster Gerichtshof.
21 Το Oberster Gerichtshof, εκτιμώντας ότι, προκειμένου να επιλύσει την ενώπιόν του εκκρεμούσα διαφορά, είναι αναγκαία η ερμηνεία της οδηγίας 84/450, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/EOK σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση προκειμένου να συμπεριληφθεί η συγκριτική διαφήμιση (στο εξής: οδηγία), την έννοια ότι η έκφραση "συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση" περιλαμβάνει τα στοιχεία σχετικά με την προσφορά του ίδιου του διαφημιζομένου, τα στοιχεία σχετικά με την προσφορά των ανταγωνιστών και τα στοιχεία για τη σχέση αμφοτέρων των προσφορών μεταξύ τους (το αποτέλεσμα της συγκρίσεως); Ή αφορά τη "σύγκριση" κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, μόνο στο μέτρο που δίδονται στοιχεία σχετικά με το αποτέλεσμα της συγκρίσεως προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτίμηση ψευδών παραστάσεων σχετικά με άλλες ιδιότητες των συγκρινομένων προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει ενός ενδεχομένως αυστηρότερου εθνικού κριτηρίου σχετικά με την ύπαρξη παραπλάνησης;
Αποτελεί η παραπομπή του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας στο άρθρο 7, παράγραφος 1, αυτής, lex specialis σε σχέση με το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή ενός ενδεχομένως αυστηρότερου εθνικού κριτηρίου σχετικά με την ύπαρξη παραπλάνησης σε όλα τα στοιχεία της συγκρίσεως;
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη σύγκριση της τιμής ενός επώνυμου προϊόντος με την τιμή ενός μη επώνυμου προϊόντος της αυτής ποιότητας, όταν τα ονόματα των παραγωγών δεν αναφέρονται, ή απαγορεύει το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχεία γ_ και ζ_, της οδηγίας την αναφορά των παραγωγών; Αποτελεί η εικόνα ενός (επώνυμου) προϊόντος ιδιότητα του προϊόντος ή της υπηρεσίας κατά την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο γ, της οδηγίας; Από την (ενδεχόμενη) αρνητική απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα προκύπτει ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε σύγκριση (τιμών) ενός επώνυμου προϊόντος με ένα μη επώνυμο προϊόν της αυτής ποιότητας;
2) Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας υπό την έννοια ότι και οι διαφορές στον τρόπο αποκτήσεως του προϊόντος/υπηρεσίας, οι ιδιότητες του οποίου συγκρίνονται με ιδιότητες του προϊόντος/υπηρεσίας του ανταγωνιστή, πρέπει να κρίνονται μόνον κατά τα κριτήρια του άρθρου 3α της οδηγίας;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3α της οδηγίας υπό την έννοια ότι επιτρέπεται η σύγκριση (τιμών) μόνον εφόσον η προμήθεια των συγκρινομένων προϊόντων γίνεται μέσω των ιδίων δικτύων διανομής και ως εκ τούτου τα εν λόγω προϊόντα προσφέρονται από τον διαφημιζόμενο και τον/τους ανταγωνιστή/ανταγωνιστές του σε συγκρίσιμη ποικιλία επιλογής;
3) Νοείται υπό τον όρο "σύγκριση" του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας και η κατασκευή κριτηρίων συγκρίσεως μέσω δοκιμαστικής αγοράς;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3α της οδηγίας υπό την έννοια ότι απαγορεύεται η σύγκριση που γίνεται ενσυνειδήτως με ευνοϊκή για τον διαφημιζόμενο σύγκριση (τιμών) μέσω δοκιμαστικής αγοράς η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από την έναρξη της δικής του προσφοράς και η οποία είχε αντιστοίχως διαμορφωθεί;
4) Είναι υποτιμητική μια σύγκριση κατά την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας, όταν ο διαφημιζόμενος επιλέγει κατά τέτοιο τρόπο το αγοραζόμενο από ανταγωνιστή του αγαθό ώστε να επιτυγχάνει διαφορά στην τιμή μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά και/ή όταν οι συγκρίσεις τιμών αυτού του είδους επαναλαμβάνονται ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι τιμές του/των ανταγωνιστή/ανταγωνιστών είναι εν γένει υψηλές;
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας υπό την έννοια ότι τα στοιχεία για τον προσδιορισμό του ανταγωνιστή πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο και ότι ως εκ τούτου απαγορεύεται η πέραν του ονόματος του ανταγωνιστή αναφορά και του (ενδεχόμενου) λογότυπου της εταιρίας του και της επιχειρήσεώς του;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
22 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί, πρώτον, αν το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450 έχει εφαρμογή επί όλων των στοιχείων της συγκρίσεως, ήτοι επί των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του διαφημιζομένου, επί των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του ανταγωνιστή και επί της σχέσεως μεταξύ των προσφορών αυτών, ή μόνον επί του τελευταίου αυτού στοιχείου. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, δεύτερον, αν το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την εφαρμογή, στη συγκριτική διαφήμιση, αυστηρότερων εθνικών διατάξεων σχετικά με την προστασία από την παραπλανητική διαφήμιση. Το ως άνω δικαστήριο ερωτά, τρίτον, αν το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει τη σύγκριση επώνυμων προϊόντων με μη επώνυμα προϊόντα όταν τα ονόματα των κατασκευαστών δεν αναφέρονται.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
23 Η Pippig προβάλλει ότι η διάταξη του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450 είναι εξαιρετικής σπουδαιότητας, στο μέτρο που προβλέπει ότι η συγκριτική διαφήμιση δεν πρέπει να είναι παραπλανητική υπό την έννοια των άρθρων 2, σημείο 2, 3 και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Η εν λόγω διάταξη δεν αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 7, αλλά στην παράγραφο 1, οπότε, όσον αφορά την παραπλανητική συγκριτική διαφήμιση, επιτρέπεται η εφαρμογή αυστηρότερων εθνικών κριτηρίων σε όλα τα στοιχεία της συγκρίσεως.
24 Κατά την Pippig, προκειμένου να μη στερηθεί κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εκτός από τις περιπτώσεις παραπλανητικής διαφημίσεως, η σύγκριση, αυτή καθ' εαυτήν, δεν μπορεί να περιορίζεται.
25 Η Pippig φρονεί ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύγκριση μεταξύ της τιμής ενός επώνυμου προϊόντος και της τιμής ενός μη επώνυμου προϊόντος ανάλογης ποιότητας δεν επιτρέπεται οσάκις δεν μνημονεύεται το όνομα του κατασκευαστή του επώνυμου προϊόντος. Τούτο απορρέει από την απαίτηση αντικειμενικής συγκρίσεως, που καθιερώνεται στην έβδομη και στη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55.
26 Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450 θεσπίζει έναν «αυστηρό κανόνα», αποκλειομένης ρητώς της εκ μέρους των κρατών μελών εφαρμογής αυστηρότερων εθνικών κριτηρίων σχετικά με την ύπαρξη παραπλανήσεως όσον αφορά όλα τα στοιχεία της συγκριτικής διαφημίσεως. Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε στο ότι μια διαφημιστική εκστρατεία που περιλαμβάνει συγκριτική διαφήμιση και η οποία σχεδιάστηκε για να πραγματοποιηθεί σε όλα τα κράτη μέλη ενδέχεται να επιτραπεί σε ορισμένα κράτη και να απαγορευθεί σε άλλα.
27 Εξάλλου, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης προβάλλουν ότι, δεδομένου ότι τα κρύσταλλα Optimed είναι, όπως και τα κρύσταλλα Zeiss, κρύσταλλα επώνυμου οίκου, η επίμαχη στην κύρια δίκη συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται. Διαφορετική ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια ότι η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται μόνον μεταξύ πανομοιότυπων προϊόντων, πράγμα το οποίο δεν θα είχε νόημα υπό το πρίσμα του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχεία β_, δ_, ε_, ζ_ και η_, της οδηγίας 84/450.
28 Επιπλέον, η αναφορά του ονόματος του ανταγωνιστή τον οποίο αφορά η σύγκριση δεν είναι υποχρεωτική. Συγκεκριμένα, ο δυνητικός χαρακτήρας μιας τέτοιας αναφοράς απορρέει είτε από το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450 είτε από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55.
29 Η Αυστριακή Κυβέρνηση θεωρεί ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι επιτρέπεται η εφαρμογή ενός αυστηρότερου εθνικού κριτηρίου σχετικά με την ύπαρξη παραπλανήσεως όσον αφορά τον κίνδυνο παραπλανήσεως στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450, αλλά όχι όσον αφορά τον προσδιορισμό της συγκριτικής διαφημίσεως ούτε όσον αφορά τις προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχεία β_ έως η_. Με την αντίθετη ερμηνεία, δεν θα είχε νόημα η διάταξη του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450. Θα ήταν επίσης δύσκολο να εξηγηθεί για ποιον λόγο η παραπλανητική διαφήμιση θα μπορούσε, σε εθνικό επίπεδο, να τυγχάνει αυστηρότερης μεταχειρίσεως όταν δεν περιλαμβάνει σύγκριση παρά απ' ό,τι όταν περιλαμβάνει σύγκριση.
30 Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, καίτοι η σύγκριση ενός μη επώνυμου προϊόντος με ένα επώνυμο προϊόν οδηγεί συχνά σε μια κατάσταση είτε παραπλανήσεως είτε υποβιβασμού, μια τέτοια σύγκριση δεν πρέπει ωστόσο να θεωρείται εκ συστήματος παράνομη.
31 Κατά την Επιτροπή, η οδηγία 84/450 περιλαμβάνει, όσον αφορά τη συγκριτική διαφήμιση, μια εξαντλητική ρύθμιση που καλύπτει όλα τα στοιχεία μιας συγκρίσεως αγαθών ή υπηρεσιών για διαφημιστικούς λόγους. Κατά συνέπεια, η ως άνω οδηγία δεν αφήνει περιθώριο για την ύπαρξη αυστηρότερης εθνικής ρυθμίσεως ή νομολογίας όσον αφορά το επιτρεπτό μιας τέτοιας διαφημίσεως.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, η παραπομπή του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450 στο άρθρο 7, παράγραφος 1, αυτής, απλώς σημαίνει ότι η συγκριτική διαφήμιση, η οποία, αυτή καθ' εαυτήν, επιτρέπεται βάσει των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας, θα απαγορευόταν εντούτοις εάν, σε ένα επίπεδο διαφορετικό από εκείνο της συγκρίσεως αυτής καθ' εαυτήν, περιελάμβανε παραπλανητικά στοιχεία.
33 Η Επιτροπή διαπιστώνει επίσης ότι καμία διάταξη της οδηγίας 84/450 δεν απαγορεύει τη σύγκριση επώνυμων προϊόντων με μη επώνυμα προϊόντα. Ωστόσο, στην περίπτωση των γυαλιών, το γεγονός ότι φέρουν κρύσταλλα γνωστής μάρκας αποτελεί ενδεχομένως ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που βελτιώνει την ποιότητα των γυαλιών και έχει ως συνέπεια την αύξηση της τιμής τους, οπότε πρέπει να γίνεται μνεία του αν τα γυαλιά που αποτελούν αντικείμενο συγκρίσεως τιμών φέρουν ή όχι τέτοια κρύσταλλα, προκειμένου η ως άνω σύγκριση τιμών να μην είναι παραπλανητική.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
34 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, το οποίο αφορά την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450 επί όλων των στοιχείων της συγκρίσεως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο 2α, της εν λόγω οδηγίας, νοείται ως συγκριτική διαφήμιση κάθε διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή.
35 Όπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο, πρόκειται για έναν ευρύ ορισμό, με τον οποίο καλύπτονται όλοι οι τρόποι συγκριτικής διαφημίσεως, κατά τρόπο ώστε, για να υπάρχει συγκριτική διαφήμιση, αρκεί να υπάρχει γνωστοποίηση που να αναφέρεται, έστω και έμμεσα, σε ανταγωνιστή ή στα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αυτός προσφέρει (βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-112/99, Toshiba Europe, Συλλογή 2001, σ. Ι-7945, σκέψεις 30 και 31).
36 Κάθε συγκριτική διαφήμιση αποσκοπεί στην προβολή των πλεονεκτημάτων των αγαθών ή των υπηρεσιών που προσφέρει ο διαφημιζόμενος σε σχέση με τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που προσφέρει ένας ανταγωνιστής του. Προς τούτο, το μήνυμα πρέπει οπωσδήποτε να επισημαίνει τις διαφορές μεταξύ των συγκρινομένων αγαθών ή υπηρεσιών μέσω της περιγραφής των κύριων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους. Η σύγκριση στην οποία προβαίνει ο διαφημιζόμενος απορρέει κατ' ανάγκην από την περιγραφή αυτή.
37 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της οδηγίας 84/450, δεν απαιτείται η ρύθμιση να διακρίνει μεταξύ των διαφόρων στοιχείων της συγκρίσεως, ήτοι των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του διαφημιζομένου, των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του ανταγωνιστή και της σχέσεως αμφοτέρων των προσφορών μεταξύ τους.
38 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, το οποίο αφορά την εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση αυστηρότερων εθνικών διατάξεων περί προστασίας από την παραπλανητική διαφήμιση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στόχος της οδηγίας 84/450 είναι ο καθορισμός των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η συγκριτική διαφήμιση πρέπει να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς.
39 Προς τούτο, το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450 απαριθμεί τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η απαίτηση να μην είναι η συγκριτική διαφήμιση παραπλανητική υπό την έννοια των άρθρων 2, σημείο 2, 3 και 7, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας (βλ. άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450).
40 Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη, όσον αφορά την παραπλανητική διαφήμιση, μόνον σε ελάχιστη εναρμόνιση των εθνικών καθεστώτων, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/450 παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν, στον τομέα αυτό, αυστηρότερες εθνικές διατάξεις προκειμένου να παράσχουν μεγαλύτερη προστασία, μεταξύ άλλων, στους καταναλωτές.
41 Εντούτοις, το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450 προβλέπει ρητώς ότι η παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου δεν εφαρμόζεται στη συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση.
42 Έτσι, οι διατάξεις της οδηγίας 84/450 σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση παραπέμπουν, αφενός, στο άρθρο 7, παράγραφος 1, όσον αφορά τον ορισμό της παραπλανητικής διαφημίσεως (άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_) και αποκλείουν, αφετέρου, την εφαρμογή της ιδίας διατάξεως (άρθρο 7, παράγραφος 2). Ενόψει της κατάδηλης αντιφάσεως την οποία παρουσιάζει το γράμμα των ως άνω διατάξεων, επιβάλλεται να ερμηνευθούν οι διατάξεις αυτές λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της οδηγίας 84/450 και υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία οι προϋποθέσεις που τάσσονται για τη συγκριτική διαφήμιση πρέπει να ερμηνεύονται κατά τον ευνοϊκότερο γι' αυτήν τρόπο (απόφαση Toshiba Europe, προπαρατεθείσα, σκέψη 37).
43 Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55, οι βασικές διατάξεις που διέπουν τη μορφή και το περιεχόμενο της συγκριτικής διαφήμισης θα πρέπει να είναι ενιαίες και οι όροι της χρήσης της συγκριτικής διαφήμισης στα κράτη μέλη θα πρέπει να εναρμονισθούν. Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας, το γεγονός ότι ορισμένες εθνικές νομοθεσίες επιτρέπουν, ενώ άλλες απαγορεύουν, τη συγκριτική διαφήμιση μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών και να δημιουργήσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας αποκλείει την εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση αυστηρότερων εθνικών διατάξεων περί παραπλανητικής διαφημίσεως, δεδομένου ότι ο στόχος που επεδίωκε ο κοινοτικός νομοθέτης με την έκδοση της οδηγίας 97/55 ήταν να τεθούν όροι υπό τους οποίους να επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση σε ολόκληρη την Κοινότητα.
44 Συνεπώς, με την οδηγία 84/450 έγινε πλήρης εναρμόνιση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση στα κράτη μέλη. Η εναρμόνιση αυτή συνεπάγεται, ως εκ της φύσεώς της, ότι το επιτρεπτό της συγκριτικής διαφημίσεως σε ολόκληρη την Κοινότητα πρέπει να εκτιμάται μόνον υπό το πρίσμα των κριτηρίων που θέτει ο κοινοτικός νομοθέτης. Κατά συνέπεια, οι αυστηρότερες εθνικές διατάξεις περί προστασίας από την παραπλανητική διαφήμιση δεν έχουν εφαρμογή επί της συγκριτικής διαφημίσεως όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο της συγκρίσεως.
45 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του ερωτήματος, το οποίο αφορά το επιτρεπτό της συγκρίσεως επωνύμων προϊόντων με μη επώνυμα προϊόντα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα επίμαχα προϊόντα είναι στο σύνολό τους επώνυμα προϊόντα.
46 Υπό τις συνθήκες αυτές, το ζήτημα που ανακύπτει πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αφορά το επιτρεπτό της συγκρίσεως μεταξύ διαφόρων επωνύμων προϊόντων όταν δεν αναφέρονται τα ονόματα των κατασκευαστών.
47 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί εκ προοιμίου ότι η οδηγία 84/450 παρέχει τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στον διαφημιζόμενο να αναφέρει, στη συγκριτική διαφήμιση, το σήμα των προϊόντων ενός ανταγωνιστή του.
48 Αυτό προκύπτει, αφενός, από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55, σύμφωνα με την οποία μπορεί να είναι απαραίτητο, για την αποτελεσματική λειτουργία της συγκριτικής διαφήμισης, να προσδιορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες ανταγωνισμού με μνεία του σήματος του οποίου ο ανταγωνιστής είναι δικαιούχος.
49 Αυτό συνάγεται, αφετέρου, από το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχεία δ_, ε_ και ζ_, της οδηγίας 84/450. Συγκεκριμένα, οι ως άνω διατάξεις θέτουν τρεις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, απαιτώντας από τη διαφήμιση αυτή, αντιστοίχως, να μη δημιουργεί στην αγορά σύγχυση μεταξύ των σημάτων του διαφημιζομένου και εκείνων ενός ανταγωνιστή, να μην έχει ως συνέπεια τη δυσφήμηση ή την υποτίμηση των σημάτων ενός ανταγωνιστή και να μην επιφέρει αθέμιτο όφελος από τη φήμη σήματος ενός ανταγωνιστή. Συνεπώς, όταν η σύγκριση δεν έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τέτοιων καταστάσεων αθέμιτου ανταγωνισμού, το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει τη χρήση του σήματος ενός ανταγωνιστή.
50 Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η χρήση του σήματος άλλου μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη όταν είναι αναγκαία για να καταστούν γνωστές στο κοινό η φύση των προϊόντων ή ο προορισμός των προσφερόμενων υπηρεσιών (απόφαση Toshiba Europe, προπαρατεθείσα, σκέψη 34).
51 Επομένως, η αναφορά του σήματος ενός ανταγωνιστή στο πλαίσιο της συγκριτικής διαφημίσεως είναι μία δυνατότητα που παρέχεται στον διαφημιζόμενο.
52 Η παράλειψη μιας τέτοιας αναφοράς σε διαφημιστικό μήνυμα, το οποίο περιέχει σύγκριση, ενδέχεται, υπό ειδικές περιστάσεις, να παραπλανά ή, τουλάχιστον, να είναι ικανή να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται το εν λόγω διαφημιστικό μήνυμα, καθιστώντας το ως εκ τούτου παραπλανητικό, υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας 84/450.
53 Στις περιπτώσεις όπου η επιλογή του αγοραστή μπορεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σήμα των προϊόντων και όπου η σύγκριση αφορά ανταγωνιστικά προϊόντα των οποίων τα αντίστοιχα σήματα διαφέρουν σημαντικά ως προς τη φήμη, η παράλειψη της αναφοράς του πλεόν φημισμένου σήματος αντιβαίνει στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450, το οποίο θέτει μία από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
54 Δεδομένου του σωρευτικού χαρακτήρα των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/450, μια τέτοια συγκριτική διαφήμιση απαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο.
55 Ωστόσο, στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξετάσει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των συναφών στοιχείων της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που διατυπώθηκαν στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως, λαμβανομένης υπόψη της τεκμαιρόμενης προσδοκίας του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2000, C-220/98, Estée Lauder, Συλλογή 2000, σ. Ι-117, σκέψεις 27 και 30).
56 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
- το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450 δεν επιτρέπει την εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση αυστηρότερων εθνικών διατάξεων περί προστασίας από την παραπλανητική διαφήμιση όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο της συγκρίσεως, χωρίς να απαιτείται να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων στοιχείων της συγκρίσεως, ήτοι των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του διαφημιζομένου, των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του ανταγωνιστή και της σχέσεως των ως άνω προσφορών μεταξύ τους·
- το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, καίτοι ο διαφημιζόμενος είναι κατ' αρχήν ελεύθερος να αναφέρει ή όχι το σήμα των ανταγωνιστικών προϊόντων σε μια συγκριτική διαφήμιση, απόκειται ωστόσο στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν, υπό ειδικές περιστάσεις, χαρακτηριζόμενες από τη σημασία του σήματος για την επιλογή του αγοραστή και από τη σημαντική διαφορά, από απόψεως φήμης, μεταξύ των αντιστοίχων σημάτων των συγκρινομένων προϊόντων, η παράλειψη της αναφοράς του πλεόν φημισμένου σήματος μπορεί να αποδειχθεί παραπλανητική.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
57 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι διαφορές που υφίστανται όσον αφορά τον τρόπο εφοδιασμού σε προϊόντα, των οποίων συγκρίνονται οι ιδιότητες, μπορούν να έχουν επίπτωση επί του επιτρεπτού της συγκριτικής διαφημίσεως.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
58 Η Pippig υποστηρίζει ότι, όταν οι διαφορές που υφίστανται όσον αφορά τον τρόπο αποκτήσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών έχουν καθοριστική σημασία για τη διαφήμιση και όταν η προέλευση του προϊόντος μπορεί να είναι σημαντική για τον καταναλωτή και, ως εκ τούτου, για τον υπολογισμό της τιμής, οι εν λόγω διαφορές πρέπει επίσης να εκτιμώνται με γνώμονα το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τον σκοπό της ως άνω οδηγίας, καθόσον το άρθρο της 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, παραπέμπει ρητώς στις διατάξεις των άρθρων της 3 και 7, παράγραφος 1. Το άρθρο 3, στοιχείο α_, της ίδιας οδηγίας προβλέπει ότι η ένδειξη, σε μια διαφήμιση, της εμπορικής προελεύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την εκτίμηση του αν η εν λόγω διαφήμιση είναι παραπλανητική.
59 Κατά τους εναγομένους της κύριας δίκης, οι διαφορές που υφίστανται όσον αφορά τον τρόπο προμήθειας ενός προϊόντος κατ' ουδέν μεταβάλλουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του προϊόντος αυτού. Έτσι, γυαλιά τα οποία φέρουν συγκεκριμένο σήμα παραμένουν το ίδιο επώνυμο προϊόν, ανεξαρτήτως του αν αποκτήθηκαν από έναν επίσημο διανομέα ή μέσω του διαύλου των παραλλήλων εισαγωγών. Κατά τα λοιπά, η συγκριτική διαφήμιση που αφορά προϊόντα τα οποία φέρουν το ίδιο σήμα δεν μπορεί παρά να διεξάγεται μεταξύ ενός παράλληλου εισαγωγέα και ενός επίσημου διανομέα, καθόσον οι επίσημοι διανομείς τηρούν κατά κανόνα τις τιμές πωλήσεως τις οποίες συνιστούν οι κατασκευαστές, εξαλείφοντας ως εκ τούτου τον ανταγωνισμό επί των τιμών.
60 Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει ότι το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450 δεν απαγορεύει τη σύγκριση προϊόντων που προμηθεύονται ο διαφημιζόμενος και οι ανταγωνιστές του μέσω διαφορετικών δικτύων διανομής. Την ερμηνεία αυτή υποστηρίζει και η Επιτροπή, εφόσον καμία ιδιαίτερη περίσταση, π.χ. η πρόθεση του καταναλωτή να αγοράζει τακτικά ένα προϊόν, δεν εμποδίζει την ως άνω ερμηνεία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
61 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, με την οδηγία 84/450 έγινε πλήρης εναρμόνιση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση στα κράτη μέλη. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών, οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, δεν περιλαμβάνεται η απαίτηση να αποκτώνται τα συγκρινόμενα προϊόντα μέσω των ιδίων δικτύων διανομής.
62 Κατά τα λοιπά, μία τέτοια προϋπόθεση θα ήταν αντίθετη τόσο προς τους σκοπούς της εσωτερικής αγοράς όσο και προς τους σκοπούς της οδηγίας 84/450.
63 Συγκεκριμένα, αφενός, στο πλαίσιο της ολοκληρώσεως της εσωτερικής αγοράς, ως χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα εντός του οποίου πρέπει να εξασφαλίζεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, οι παράλληλες εισαγωγές έχουν μεγάλη σημασία για την παρεμπόδιση της στεγανοποιήσεως των εθνικών αγορών.
64 Αφετέρου, από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55 προκύπτει ότι η συγκριτική διαφήμιση αποσκοπεί στο να παράσχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να επωφεληθούν κατά το μέγιστο δυνατό από την εσωτερική αγορά, δεδομένου ότι η διαφήμιση συνιστά σημαντικότατο μέσο για την εμπορική διάθεση σε ολόκληρη την Κοινότητα κάθε αγαθού και υπηρεσίας.
65 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/450 δεν απαγορεύει να αγοράζονται τα συγκρινόμενα προϊόντα μέσω διαφορετικών δικτύων διανομής.
Επί του τρίτου ερωτήματος
66 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450 απαγορεύει την εκ μέρους του διαφημιζομένου πραγματοποίηση δοκιμαστικής αγοράς από ανταγωνιστή του πριν από την έναρξη της δικής του προσφοράς.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
67 Η Pippig προβάλλει ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450 παραπέμπει ρητώς στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας. Η τελευταία αυτή διάταξη διευκρινίζει ότι «τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων των αγαθών ή των υπηρεσιών» μπορούν να προσδιορίσουν τον παραπλανητικό χαρακτήρα της διαφημίσεως. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ο διαφημιζόμενος προκαλεί εσκεμμένα μια ευνοϊκή για τον ίδιο σύγκριση τιμών πραγματοποιώντας, πριν ακόμη αρχίσει η δική του προσφορά, μια δοκιμαστική αγορά με αυτόν τον σκοπό καθιστά τη σύγκριση παράνομη.
68 Αντιθέτως, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης και η Επιτροπή φρονούν ότι το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450 δεν απαιτεί όπως, κατά την ημερομηνία της δοκιμαστικής αγοράς από έναν ανταγωνιστή, ο διαφημιζόμενος διαθέτει ήδη προς πώληση το προϊόν το οποίο πρόκειται να συγκριθεί μεταγενεστέρως με το προϊόν που αφορά η δοκιμαστική αγορά. Κατά τους εναγομένους της κύριας δίκης, είναι αναπόφευκτο να προηγείται η δοκιμαστική αγορά της διαφημίσεως και ως εκ τούτου να είναι η εν λόγω αγορά προγενέστερη του σταδίου κατά το οποίο ο διαφημιζόμενος προσφέρει το συγκρινόμενο προϊόν σε χαμηλότερη τιμή.
69 Η Αυστριακή Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να επιτρέπεται η σύγκριση τιμών προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3α της οδηγίας 84/450. Επομένως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί αν το γεγονός ότι ο διαφημιζόμενος προκάλεσε εν γνώσει του μια ευνοϊκή για τον ίδιο σύγκριση τιμών, πραγματοποιώντας μια δοκιμαστική αγορά πριν ακόμη αρχίσει η δική του προσφορά, μπορεί να συνιστά παραπλάνηση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
70 Δεδομένου ότι μια δοκιμαστική αγορά την οποία ο διαφημιζόμενος πραγματοποιεί από έναν ανταγωνιστή του δεν απαγορεύεται, αυτή καθ' εαυτήν, από την οδηγία 84/450, το διαφημιστικό μήνυμα που συγκρίνει την προσφορά του ως άνω διαφημιζομένου με εκείνη του εν λόγω ανταγωνιστή είναι παράνομο μόνον αν δεν τηρεί μία από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει.
71 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450 δεν απαγορεύει την εκ μέρους του διαφημιζομένου πραγματοποίηση δοκιμαστικής αγοράς από ανταγωνιστή του πριν ακόμη αρχίσει η δική του προσφορά, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
72 Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, πρώτον, αν μία σύγκριση τιμών έχει ως συνέπεια την υποτίμηση του ανταγωνιστή και είναι ως εκ τούτου ανεπίτρεπτη υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450, όταν τα προϊόντα επιλέγονται κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται διαφορά στην τιμή μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά και/ή όταν οι συγκρίσεις επαναλαμβάνονται συνεχώς, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι τιμές του ανταγωνιστή είναι υψηλές. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, δεύτερον, αν η ίδια διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια συγκριτική διαφήμιση είναι ανεπίτρεπτη εφόσον αναπαράγει, εκτός από το όνομα του ανταγωνιστή, και τον λογότυπο της εταιρίας του και μία εικόνα του καταστήματός του.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
73 Η Pippig προβάλλει ότι μια σύγκριση είναι υποτιμητική, υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450, όταν ο διαφημιζόμενος επιλέγει κατά τέτοιο τρόπο το αγοραζόμενο από ανταγωνιστή του αγαθό ώστε να επιτυγχάνει διαφορά στην τιμή μεγαλύτερη από τη συνήθη διαφορά και όταν πραγματοποιεί συνεχώς τέτοιες συγκρίσεις τιμών ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι τιμές του ανταγωνιστή είναι εν γένει υψηλές. Η επιταγή της αντικειμενικότητας συνεπάγεται ότι ο διαφημιζόμενος δεν δικαιούται να δημιουργεί τέτοια εντύπωση.
74 Εξάλλου, από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55 προκύπτει ότι με τη χρήση του σήματος, της εμπορικής επωνυμίας, του λογότυπου της εταιρίας ή μιας εικόνας της προσόψεως του καταστήματος ενός ανταγωνιστή δεν προσβάλλεται το αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου, εφόσον πληρούνται οι όροι που θέτει η οδηγία 84/450, δεδομένου ότι η χρήση αυτή αποβλέπει μόνον στη διάκριση μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών των δύο ανταγωνιστών και, επομένως, στην αντικειμενική ανάδειξη των διαφορών. Ωστόσο, η Pippig φρονεί ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν ήταν αναγκαίο να εμφανιστεί ο διαφημιζόμενος με «θριαμβευτικό» ύφος μπροστά στο κατάστημα του ανταγωνιστή του οποίου τα προϊόντα αποτελούσαν αντικείμενο της συγκρίσεως.
75 Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450 δεν επιβάλλει να περιορίζεται η συγκριτική διαφήμιση στην αναφορά της ενδεχόμενης κατά μέσο όρο διαφοράς στην τιμή μεταξύ των προσφορών των συγκρινομένων επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται κανένας περιορισμός ως προς τον αριθμό των συγκρίσεων τιμών που μπορούν να πραγματοποιούνται εγκύρως. Αν επιβαλλόταν μια τέτοια απαίτηση, η οποία δεν περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο 3α, θα αποκλείονταν οι συγκρίσεις τιμών ως προς ορισμένα προϊόντα μεταξύ επιχειρήσεων που εφαρμόζουν κατά μέσο όρο τις ίδιες τιμές.
76 Η περιεχόμενη στη διαφήμιση αναφορά στους χώρους ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας ή στις διευθύνσεις των καταστημάτων ενός ανταγωνιστή αποτελεί έγκυρο μέσο προσδιορισμού του ανταγωνιστή το οποίο επιτρέπεται από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55.
77 Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί, βάσει των κριτηρίων του άρθρου 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/450, ιδίως σε σχέση με το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας αυτής, αν η συγκριτική διαφήμιση επί των τιμών έχει ως συνέπεια την υποτίμηση του ανταγωνιστή και αν είναι ανεπίτρεπτο να δείχνει η συγκριτική διαφήμιση, εκτός από το όνομα του ανταγωνιστή, και το λογότυπο της εταιρίας του και το κατάστημά του.
78 Η Επιτροπή φρονεί ότι η αναφορά των υψηλότερων τιμών τις οποίες εφαρμόζει ένας ανταγωνιστής δεν μπορεί, αυτή καθ' εαυτήν, να συνιστά υποτίμηση ή δυσφήμηση του εν λόγω ανταγωνιστή. Κατά συνέπεια, προκειμένου να αποσαφηνιστεί αν μια σύγκριση τιμών είναι αντικειμενική και δεν είναι παραπλανητική, αρκεί να εφαρμοστεί το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχεία α_ έως γ_, της οδηγίας 84/450. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι το επίπεδο των τιμών ουδόλως είναι προκαθορισμένο, ο ισχυρισμός ότι ένας ανταγωνιστής εφαρμόζει επί σταθερής βάσεως «υψηλές» τιμές δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να συνιστά υποτίμηση ή δυσφήμηση, εκτός αν υπονοείται η εφαρμογή υπέρογκων τιμών.
79 Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η απλή αναπαραγωγή του λογότυπου και μιας εικόνας του καταστήματος ενός ανταγωνιστή δεν συνιστά υποτίμηση ή δυσφήμηση, εφόσον δεν συνοδεύεται από την προβολή ψευδούς ή δυσφημιστικού ισχυρισμού. Η εν λόγω αναπαραγωγή μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία μιας συγκριτικής διαφημίσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
80 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αντιπαράθεση των ανταγωνιστικών προσφορών, ιδίως όσον αφορά τις τιμές, εμπίπτει στη φύση της συγκριτικής διαφημίσεως. Κατά συνέπεια, η σύγκριση των τιμών δεν μπορεί αυτή καθ' εαυτήν, να έχει ως συνέπεια την υποτίμηση ή τη δυσφήμιση ενός ανταγωνιστή που εφαρμόζει υψηλότερες τιμές, υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450.
81 Επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι η επιλογή του αριθμού των συγκρίσεων, στις οποίες επιθυμεί να προβεί ο διαφημιζόμενος, μεταξύ των προϊόντων που προσφέρει ο ίδιος και εκείνων που προσφέρουν οι ανταγωνιστές του εμπίπτει στην άσκηση της οικονομικής του ελευθερίας. Ενδεχόμενη υποχρέωση να περιοριστεί κάθε σύγκριση τιμών στις μέσες τιμές των προϊόντων που προσφέρει ο διαφημιζόμενος και των ανταγωνιστικών προϊόντων θα ήταν αντίθετη προς τους σκοπούς του κοινοτικού νομοθέτη.
82 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55, η συγκριτική διαφήμιση πρέπει να συμβάλει στην αντικειμενική προβολή των πλεονεκτημάτων των διαφόρων συγκρίσιμων προϊόντων. Η αντικειμενικότητα αυτή συνεπάγεται ότι τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η διαφήμιση μπορούν να λάβουν γνώση των πραγματικών διαφορών στην τιμή των συγκρινομένων προϊόντων και όχι μόνο της κατά μέσο όρο διαφοράς μεταξύ των τιμών που εφαρμόζει ο διαφημιζόμενος και εκείνων που εφαρμόζουν οι ανταγωνιστές.
83 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, το οποίο αφορά το ζήτημα της αναπαραγωγής, στο διαφημιστικό μήνυμα, του λογότυπου και της εικόνας της προσόψεως του καταστήματος του ανταγωνιστή, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55, με τη χρήση του σήματος ή της εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων άλλου δεν προσβάλλεται αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα, εφόσον πληρούνται οι όροι που θέτει η οδηγία αυτή.
84 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση, πρώτον, ότι μια σύγκριση τιμών δεν έχει ως συνέπεια την υποτίμηση του ανταγωνιστή, υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450, ούτε λόγω του ότι η διαφορά στην τιμή μεταξύ των συγκρινομένων προϊόντων είναι μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά ούτε λόγω του αριθμού των συγκρίσεων που πραγματοποιήθηκαν. Δεύτερον, το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450 δεν απαγορεύει να παρουσιάζεται σε μια συγκριτική διαφήμιση, εκτός από το όνομα του ανταγωνιστή, και ο λογότυπος της εταιρίας του και μία εικόνα της προσόψεως του καταστήματός του, εφόσον η διαφήμιση αυτή τηρεί τις καθοριζόμενες από το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
85 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 2000 το Oberster Gerichtshof, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, δεν επιτρέπει την εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση αυστηρότερων εθνικών διατάξεων περί προστασίας από την παραπλανητική διαφήμιση όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο της συγκρίσεως, χωρίς να απαιτείται να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων στοιχείων της συγκρίσεως, ήτοι των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του διαφημιζομένου, των στοιχείων σχετικά με την προσφορά του ανταγωνιστή και της σχέσεως των ως άνω προσφορών μεταξύ τους.
2) Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450, όπως έχει τροποποιηθεί, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, καίτοι ο διαφημιζόμενος είναι κατ' αρχήν ελεύθερος να αναφέρει ή όχι το σήμα των ανταγωνιστικών προϊόντων σε μια συγκριτική διαφήμιση, απόκειται ωστόσο στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν, υπό ειδικές περιστάσεις, χαρακτηριζόμενες από τη σημασία του σήματος για την επιλογή του αγοραστή και από τη σημαντική διαφορά, από απόψεως φήμης, μεταξύ των αντιστοίχων σημάτων των συγκρινομένων προϊόντων, η παράλειψη της αναφοράς του πλέον φημισμένου σήματος μπορεί να αποδειχθεί παραπλανητική.
3) Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 84/450, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν απαγορεύει να αγοράζονται τα συγκρινόμενα προϊόντα μέσω διαφορετικών δικτύων διανομής.
4) Το άρθρο 3α της οδηγίας 84/450, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν απαγορεύει την εκ μέρους του διαφημιζομένου πραγματοποίηση δοκιμαστικής αγοράς από ανταγωνιστή του πριν ακόμη αρχίσει η δική του προσφορά, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
5) Μια σύγκριση τιμών δεν έχει ως συνέπεια την υποτίμηση του ανταγωνιστή, υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450, όπως έχει τροποποιηθεί, ούτε λόγω του ότι η διαφορά στην τιμή μεταξύ των συγκρινομένων προϊόντων είναι μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά ούτε λόγω του αριθμού των συγκρίσεων που πραγματοποιήθηκαν. Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν απαγορεύει να παρουσιάζεται σε μια συγκριτική διαφήμιση, εκτός από το όνομα του ανταγωνιστή, και ο λογότυπος της εταιρίας του και μία εικόνα της προσόψεως του καταστήματός του, εφόσον η διαφήμιση αυτή τηρεί τις καθοριζόμενες από το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.
Full & Egal Universal Law Academy