Υπόθεση C-95/01
Ποινική δίκη
κατά
John Greenham και Léonard Abel
(αίτηση του tribunal de grande instance de Paris για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ – Απαγόρευση εμπορίας τροφίμων στα οποία έχουν προστεθεί βιταμίνες και μέταλλα – Αιτιολογία – Αναλογικότητα»
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Ποσοτικοί περιορισμοί – Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος – Απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο, χωρίς προηγούμενη έγκριση, τροφίμων στα οποία έχουν προστεθεί θρεπτικές ουσίες – Δικαιολόγηση – Προστασία της δημόσιας υγείας – Προϋποθέσεις
(Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ)
Τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εμποδίζει, με την επιφύλαξη προηγουμένης εγκρίσεως, τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων, που παρασκευάζονται και διατίθενται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους, αν έχουν προστεθεί σ’ αυτά θρεπτικές ουσίες όπως οι βιταμίνες ή τα μέταλλα, άλλες από αυτές των οποίων η χρήση προβλέπεται ότι είναι νόμιμη στο πρώτο κράτος μέλος, αρκεί να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Αφενός, η διαδικασία προηγουμένης εγκρίσεως πρέπει να είναι εύκολα προσιτή, πρέπει να μπορεί να ολοκληρώνεται εντός εύλογης προθεσμίας και, αν καταλήγει σε αρνητική απάντηση, η αρνητική απόφαση πρέπει να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς. Αφετέρου, η άρνηση εγκρίσεως της διαθέσεως στο εμπόριο πρέπει να βασίζεται στην εκτίμηση σε βάθος του κινδύνου για τη δημόσια υγεία βάσει των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας.
(βλ. σκέψη 50 και διατακτικό)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 5ης Φεβρουαρίου 2004 (*)
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ – Απαγόρευση εμπορίας τροφίμων στα οποία έχουν προστεθεί βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία – Αιτιολογία – Αναλογικότητα»
Στην υπόθεση C-95/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de grande instance de Paris (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
John Greenham
και
Léonard Abel,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, F. Macken (εισηγήτρια) και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– οι J. Greenham και L. Abel, εκπροσωπούμενοι από τον M. Jeannin, avocat,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την R. Loosli-Surrans,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Σ. Σπυρόπουλο και Κ. Γεωργιάδη, καθώς και τη Ν. Δαφνίου,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Ortiz Vaamonde,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον M. Shotter και την J. Adda,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των J. Greenham και L. Abel, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 18ης Απριλίου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαΐου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Φεβρουαρίου 2001, το tribunal de grande instance de Paris υπέβαλε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά των J. Greenham και L. Abel, συνδιαχειριστών της NSA France SARL (στο εξής: NSA France), της οποίας η έδρα είναι στο Παρίσι (Γαλλία) και η οποία διανέμει τρόφιμα προερχόμενα από την εταιρία NSA International, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στη διαφορά της κύριας δίκης, δεν υπήρχαν στην κοινοτική νομοθεσία διατάξεις καθορίζουσες τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να προστίθενται στα τρόφιμα συνήθους καταναλώσεως θρεπτικές ουσίες, όπως είναι οι βιταμίνες και τα ανόργανα στοιχεία.
4 Όσον αφορά τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή, ορισμένα από αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο των οδηγιών που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (ΕΕ L 186, σ. 27).
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
5 Κατά το γράμμα του άρθρου L. 213-1 του code français de la consommation (γαλλικού κώδικα περί καταναλωτικών ειδών), όπως εφαρμόζεται στη διαφορά της κύριας δίκης:
«Τιμωρείται με φυλάκιση δύο ετών και πρόστιμο 250 000 γαλλικών φράγκων ή με μία μόνο από τις δύο αυτές ποινές οποιοσδήποτε παραπλάνησε ή αποπειράθηκε να παραπλανήσει τον συμβαλλόμενο, με οποιοδήποτε μέσο ή μέθοδο, ακόμη και με τη διαμεσολάβηση τρίτου:
1° Είτε ως προς τη φύση, το είδος, την προέλευση, τις ουσιώδεις ιδιότητες, τη σύνθεση ή την περιεκτικότητα σε χρήσιμα στοιχεία οποιουδήποτε εμπορεύματος·
2° Είτε ως προς την ποσότητα των παραδοθέντων πραγμάτων ή ως προς την ταυτότητά τους με την παράδοση άλλου εμπορεύματος εκτός του συγκεκριμένου πράγματος που αποτέλεσε αντικείμενο της συμβάσεως·
3° Είτε ως προς την καταλληλότητα για τη χρήση, τους συναφείς με τη χρησιμοποίηση του προϊόντος κινδύνους, τους διεξαχθέντες ελέγχους, τους τρόπους χρήσεως ή τις προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν.»
6 Η γαλλική ρύθμιση που εφαρμόζεται στην εμπορία των συμπληρωμάτων διατροφής και των τροφίμων συνήθους καταναλώσεως που είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνες, ανόργανα στοιχεία και άλλες θρεπτικές ουσίες, όπως τα αμινοξέα, είναι το διάταγμα της 15ης Απριλίου 1912, περιέχον κανονισμό δημόσιας διοικήσεως για την εφαρμογή του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905 περί καταστολής της απάτης κατά την πώληση των εμπορευμάτων και της νοθείας στον τομέα των τροφίμων, όσον αφορά τα τρόφιμα και ειδικώς τα κρέατα, αλλαντικά, φρούτα, λαχανικά, ψάρια και κονσέρβες.
7 Βάσει του άρθρου 1 του εν λόγω διατάγματος, ως έχει μετά το διάταγμα 73-138, της 12ης Φεβρουαρίου 1973 (JORF της 15ης Φεβρουαρίου 1973, σ. 1728):
«Απαγορεύεται η κατοχή με σκοπό την πώληση, η διάθεση ή η πώληση των εμπορευμάτων και τροφίμων που προορίζονται προς βρώση όταν στα εν λόγω εμπορεύματα και τρόφιμα έχουν προστεθεί χημικά προϊόντα πέραν εκείνων η χρήση των οποίων χαρακτηρίστηκε νόμιμη με τις αποφάσεις που έλαβαν από κοινού ο Υπουργός Γεωργίας και Γεωργικής Ανάπτυξης, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο Υπουργός Βιομηχανικής και Επιστημονικής Ανάπτυξης και ο Υπουργός Δημόσιας Υγείας, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Ανώτατου Συμβουλίου Δημόσιας Υγιεινής της Γαλλίας [στο εξής: CSHPF] και της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής.»
8 Το διάταγμα 99-242, της 26ης Μαρτίου 1999 (JORF της 28ης Μαρτίου 1999, σ. 4653), τροποποίησε το διάταγμα της 15ης Απριλίου 1912 αντικαθιστώντας τη γνωμοδότηση του CSHPF και της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής με τη γνωμοδότηση της Agence française de sécurité sanitaire des aliments (AFSSA, γαλλικός φορέας υγειονομικής ασφάλειας των τροφίμων).
9 Δυνάμει του άρθρου 1 του διατάγματος 91-827, της 29ης Αυγούστου 1991, σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (JORF της 31ης Αυγούστου 1991, σ. 11424):
«Θεωρούνται τρόφιμα προοριζόμενα για ειδική διατροφή τα τρόφιμα που, λόγω της ιδιαίτερης συστάσεώς τους ή της ιδιαίτερης διαδικασίας παρασκευής τους, διακρίνονται σαφώς από τα τρόφιμα συνήθους καταναλώσεως, ανταποκρίνονται στον αναφερόμενο στόχο διατροφής και διατίθενται στο εμπόριο κατά τρόπο που να δείχνει ότι ανταποκρίνονται στον στόχο αυτό.»
10 Το άρθρο 3 του ιδίου διατάγματος έχει ως εξής:
«Με κοινές αποφάσεις των αρμοδίων για την κατανάλωση, τη γεωργία και την υγεία υπουργών, καθορίζονται, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του [CSHPF]:
a) ο πίνακας και οι όροι χρησιμοποιήσεως των ουσιών με θρεπτικό σκοπό, όπως βιταμίνες, μεταλλικά άλατα, αμινοξέα και άλλες ουσίες που μπορούν νομίμως να ενσωματωθούν στα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή, καθώς και τα κριτήρια καθαρότητας που εφαρμόζονται στις ουσίες αυτές·
[…]».
11 Το διάταγμα 97-964, της 14ης Οκτωβρίου 1997 (JORF της 21ης Οκτωβρίου 1997, σ. 15266), που συμπληρώνει το διάταγμα της 15ης Απριλίου 1912, ορίζει για πρώτη φορά τα συμπληρώματα διατροφής ως «προϊόντα που προορίζονται να τρώγονται ως συμπλήρωμα της συνήθους διατροφής, προκειμένου να αποσωβηθεί η πραγματική ή υποτιθέμενη ανεπάρκεια της απαιτουμένης ημερήσιας ποσότητας».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12 Οι J. Greenham και L. Abel διώχθηκαν επειδή, κατά τη διάρκεια του 1998, διέπραξαν δύο παραβάσεις αφορώσες την πώληση τροφίμων.
13 Αφενός, προσάπτεται σ’ αυτούς ότι διέθεσαν προς πώληση και πώλησαν νοθευμένα τρόφιμα διαθέτοντας στο εμπόριο προϊόντα (συμπληρώματα διατροφής «Juice Plus + μείγμα φρούτων» και «Juice Plus + μείγμα λαχανικών») στα οποία είχε προστεθεί το «συνένζυμο Q10», θρεπτική ουσία της οποίας η προσθήκη στην ανθρώπινη διατροφή δεν επιτρέπεται στη Γαλλία, και βιταμίνες, οι ποσότητες των οποίων υπερβαίνουν τις συνιστώμενες ημερήσιες δόσεις ή υπερβαίνουν τα όρια ασφαλείας που έχει καθορίσει το CSHPF.
14 Αφετέρου, διώχθηκαν επειδή παραπλάνησαν τους καταναλωτές, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσιώδη ιδιότητα των προϊόντων, διαθέτοντας στο εμπόριο υποκατάστατα γευμάτων «Juice Plus + Lite, άρωμα σοκολάτας και άρωμα βανίλιας» τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις ισχύουσες κανονιστικές διατάξεις βάσει της οδηγίας 96/8/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε δίαιτες μειωμένων θερμίδων για απώλεια βάρους (EΕ L 55, σ. 22), ιδίως λόγω παροχής θερμίδων σε κατώτερο όριο από αυτό που καθορίζει η κανονιστική ρύθμιση και λόγω ανεπάρκειας ορισμένων ανόργανων στοιχείων.
15 Οι διώξεις αυτές ασκήθηκαν κατόπιν δύο δειγματοληψιών που πραγματοποιήθηκαν στις 23 Μαρτίου 1998 από τη Γενική Διεύθυνση ανταγωνισμού, καταναλώσεως και καταστολής της απάτης ως προς τα τρόφιμα που διατίθενται στο εμπόριο στη Γαλλία από την NSA France.
16 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης υποστήριξαν, αφενός, ότι τα επίμαχα τρόφιμα διετίθεντο ήδη νομίμως στο εμπόριο στα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όταν ανέλαβαν τη διαχείριση της εταιρίας τους και, αφετέρου, ότι το συνένζυμο Q10 κυκλοφορεί ελεύθερα στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, οι γαλλικές αρχές δεν μπορούν να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία και διάθεση στο εμπόριο των εν λόγω τροφίμων στη Γαλλία.
17 Εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί χρήζει της ερμηνείας των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, το tribunal de grande instance de Paris αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν τα άρθρα 28 και 30 της Συνθήκης την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία και διάθεση στο εμπόριο συμπληρώματος διατροφής που πωλείται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
18 Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση στο εμπόριο των συμπληρωμάτων διατροφής που νομίμως διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, ενώ δεν έχει αποδειχθεί κανένας σοβαρός κίνδυνος για την υγεία, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος αντίθετο προς τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
19 Κατ’ αυτούς, οι γαλλικές αρχές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση είναι αναγκαία για την αποφυγή σοβαρού κινδύνου για τη δημόσια υγεία και ότι αυτή δεν μπορεί να αντικατασταθεί με ένα λιγότερο δεσμευτικό μέτρο όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, όπως είναι η σήμανση.
20 Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι, αντίθετα προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να λάβουν άδεια εμπορίας των εν λόγω συμπληρωμάτων διατροφής στο τέλος εύκολα προσιτής διαδικασίας που να μπορεί να ολοκληρωθεί εντός εύλογης προθεσμίας.
21 Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ένα σύστημα απαγορεύσεως της εμπορίας, υπό την επιφύλαξη εκδόσεως αδείας, είναι συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο υπό τον όρο να ανταποκρίνεται σε ορισμένες απαιτήσεις που καθιερώνονται από αυτό. Αυτή η διαδικασία αδείας πρέπει να είναι εύκολα προσιτή, να μπορεί να ολοκληρωθεί εντός εύλογης προθεσμίας και να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς σε περίπτωση αρνητικής αποφάσεως.
22 Η εν λόγω κυβέρνηση τονίζει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, καμία αίτηση αδείας δεν υποβλήθηκε από την NSA France, η οποία, πράγματι, προέβη ηθελημένα στην εμπορία των οικείων προϊόντων χωρίς προηγουμένως να υποβάλει αίτηση, η οποία θα μπορούσε να έχει εξεταστεί από τις γαλλικές αρχές.
23 Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα συγκεκριμένο συμπλήρωμα διατροφής κυκλοφορεί ελεύθερα σε άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να κριθεί αρκετό, αυτό και μόνο, για να επιτραπεί αυτομάτως η διάθεσή του στο εμπόριο εντός του οικείου κράτους μέλους, χωρίς το προϊόν αυτό να υποβληθεί στη διαδικασία εγκρίσεως που προβλέπουν προς τον σκοπό αυτό οι ισχύουσες στο εν λόγω κράτος μέλος κανονιστικές ρυθμίσεις. Κατ’ αυτήν, οι συναφείς εθνικές διατάξεις μπορούν και πρέπει να θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις για την έγκριση της κυκλοφορίας των συμπληρωμάτων διατροφής, είτε παράγονται στο οικείο κράτος μέλος είτε εισάγονται σ’ αυτό από άλλο κράτος μέλος. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν να συνίστανται σε προηγούμενη διαδικασία εγκρίσεως.
24 Ενώ δεν λαμβάνει θέση επί του υποβληθέντος ερωτήματος, η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, στο πλαίσιο της νομοθεσίας της στον τομέα της διατροφής, κανένα από τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος δεν λαμβάνεται υπόψη ως τρόφιμο και ότι, επομένως, δεν μπορούν να διατίθενται ελεύθερα στην ισπανική αγορά τροφίμων. Εξάλλου, ισχυρίζεται ότι η προσθήκη του συνενζύμου Q10 δεν προβλέπεται από την εν λόγω νομοθεσία.
25 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσθήκη στα τρόφιμα συγκεκριμένης θρεπτικής ουσίας, που γίνεται δεκτή σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να εγκρίνεται στην περίπτωση προϊόντος εισαγομένου από το εν λόγω κράτος, εφόσον, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και, αφετέρου, τις συνήθειες διατροφής στο κράτος μέλος εισαγωγής, η ουσία αυτή δεν εμφανίζει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
26 Κατά την Επιτροπή, στον εθνικό δικαστή απόκειται να εκτιμήσει αν οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους προέβησαν στην εκτίμηση των σχετικών με τις οικείες θρεπτικές ουσίες κινδύνων, καθιστώντας επομένως δυνατό να εκτιμηθεί αν η σχετική με τις τελευταίες κανονιστική ρύθμιση είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία της δημόσιας υγείας.
27 Ως προς την υπόθεση της κύριας δίκης, διαπιστώνει ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν παρέχει καμία ένδειξη ούτε ως προς τα καθορισθέντα από το CSHPF όρια ασφαλείας για τον καταναλωτή των βιταμινών ούτε ως προς τον τρόπο με τον οποίο καθορίστηκαν τα όρια αυτά.
28 Ως προς το συνένζυμο Q10, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν παρέχεται καμία πληροφορία όσον αφορά τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία που θα προκαλούσε η προσθήκη της θρεπτικής αυτής ουσίας σε ένα τρόφιμο.
Απάντηση του Δικαστηρίου
29 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να απαγορεύει την άνευ προηγουμένης εγκρίσεως εμπορία τροφίμων, νομίμως παρασκευασθέντων και διατιθεμένων στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, αν σ’ αυτά έχουν προστεθεί θρεπτικές ουσίες, όπως βιταμίνες ή ανόργανα στοιχεία, άλλα από αυτά των οποίων η χρήση είναι νόμιμη στο πρώτο κράτος μέλος.
30 Εκ προοιμίου πρέπει να παρατηρηθεί ότι η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά μεν διώξεις που αφορούν τόσο συμπληρώματα διατροφής όσο και υποκατάστατα γευμάτων, πλην όμως το προδικαστικό ερώτημα αφορά μόνο τα συμπληρώματα διατροφής στα οποία έχουν προστεθεί το συνένζυμο Q10, του οποίου η προσθήκη δεν επιτρέπεται στη Γαλλία, και βιταμίνες σε ποσότητες που υπερβαίνουν τα καθορισθέντα από το CSHPF όρια ασφαλείας ή υπερβαίνουν τις συνιστώμενες ημερήσιες δόσεις.
31 Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης ΕΚ και εκφράζεται με την απαγόρευση, στο άρθρο 28 ΕΚ, των ποσοτικών περιορισμών στις εισαγωγές μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και όλων των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
32 Η απαγόρευση μέτρων αποτελέσματος ισοδυνάμου με ποσοτικό περιορισμό που προβλέπεται στο άρθρο 28 ΕΚ αφορά κάθε κανονιστική ρύθμιση εμπορικού δικαίου των κρατών μελών δυνάμενη να δημιουργήσει εμπόδια αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5, και της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑192/01, Επιτροπή κατά Δανίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39).
33 Από τον φάκελο της υποθέσεως της κύριας δίκης φαίνεται να προκύπτει ότι πρόκειται για τρόφιμα εισαχθέντα από άλλο κράτος μέλος, όπου παρασκευάζονται και/ή διατίθενται στο εμπόριο νομίμως. Πάντως, στο εθνικό δικαστήριο, το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υποβληθείσας στην κρίση του διαφοράς, απόκειται να εξετάσει ότι αυτό συμβαίνει και ότι οι κανόνες και οι αρχές που απορρέουν από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχουν πράγματι εφαρμογή στην εν λόγω υπόθεση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 18ης Μαΐου 2000, C‑107/97, Rombi και Arkopharma, Συλλογή 2000, σ. Ι‑3367, σκέψη 72).
34 Εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει την εμπορία τροφίμων στα οποία προστέθηκαν θρεπτικές ουσίες και τα οποία παρασκευάστηκαν και/ή διατέθηκαν στο εμπόριο νομίμως εντός του κράτους εξαγωγής αλλά απαγορεύονται εντός του κράτους μέλους εισαγωγής, ή η οποία προβλέπει ότι οι ουσίες αυτές πρέπει να έχουν προηγουμένως εγγραφεί σε εθνικό κατάλογο προβλεπόμενο προς τον σκοπό αυτό για να επιτρέπεται η εμπορία των τροφίμων στα οποία αυτές προστέθηκαν, μπορεί, ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, να δικαιολογείται, αρκεί να είναι σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 30 ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο.
35 Αφενός, αυτή η κανονιστική ρύθμιση πρέπει να συνοδεύεται από μια διαδικασία που να καθιστά δυνατό στους επιχειρηματίες να πετύχουν την εγγραφή θρεπτικής ουσίας στον εθνικό κατάλογο των επιτρεπομένων ουσιών. Η διαδικασία αυτή πρέπει να είναι εύκολα προσιτή, να μπορεί να ολοκληρώνεται εντός εύλογης προθεσμίας και, αν καταλήγει σε άρνηση, η αρνητική απόφαση πρέπει να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C‑344/90, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1992, σ. I‑4719, σκέψη 9, και σημερινή απόφαση, C‑24/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 26).
36 Αφετέρου, αίτηση για την εγγραφή θρεπτικής ουσίας στον εθνικό κατάλογο των επιτρεπομένων ουσιών δεν μπορεί να απορριφθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές παρά μόνον εάν η ουσία αυτή ενέχει πραγματικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 46).
37 Ασφαλώς, ελλείψει κανόνων εναρμονίσεως και στο μέτρο που εξακολουθεί η αβεβαιότητα στην επιστημονική έρευνα, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν ποιο είναι το επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και ζωής το οποίο προτίθενται να διασφαλίζουν και αν θα απαιτούν προηγούμενη έγκριση για τη θέση τέτοιων προϊόντων σε κυκλοφορία, έχοντας πάντοτε υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 42).
38 Η διακριτική αυτή ευχέρεια σε σχέση με την προστασία της δημόσιας υγείας είναι ιδιαιτέρως σημαντική, δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί ότι εξακολουθεί να επικρατεί αβεβαιότητα στην επιστημονική έρευνα ως προς ορισμένες θρεπτικές ουσίες, όπως οι βιταμίνες που κατά γενικό κανόνα δεν είναι καθαυτές επιβλαβείς, αλλά μπορούν να έχουν συγκεκριμένα επιβλαβή αποτελέσματα μόνο σε περίπτωση υπερβολικής καταναλώσεώς τους με το σύνολο της διατροφής, της οποίας η σύσταση δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί ή να ελεγχθεί (βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz, σ. 2445, σκέψη 17, και προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 43).
39 Εντούτοις, κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας σε σχέση με την προστασία της δημόσιας υγείας, τα κράτη μέλη οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Τα μέσα που επιλέγουν, επομένως, πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας· πρέπει να είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο δι’ αυτών σκοπό, ο οποίος δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα που να περιορίζουν λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Sandoz, σκέψη 18, και Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 45).
40 Επιπλέον, δεδομένου ότι το άρθρο 30 ΕΚ θεσπίζει εξαίρεση, στενά ερμηνευόμενη, από τον κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, εναπόκειται στις εθνικές αρχές που το επικαλούνται να αποδείξουν σε κάθε επίδικη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη τόσο των εθνικών διατροφικών συνηθειών όσο και των αποτελεσμάτων της διεθνούς επιστημονικής έρευνας, ότι η κανονιστική τους ρύθμιση είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία των αγαθών που διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή και, συγκεκριμένα, ότι η διάθεση στο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων ενέχει πραγματικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Sandoz, προπαρατεθείσα, σκέψη 22· της 30ής Νοεμβρίου 1983, 227/82, Van Bennekom, Συλλογή 1983, σ. 3883, σκέψη 40, και Επιτροπή κατά Δανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 46).
41 Η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο τροφίμων στα οποία έχουν προστεθεί θρεπτικά στοιχεία πρέπει, επομένως, να βασίζεται σε εκτίμηση σε βάθος του κινδύνου που προβάλλει το κράτος μέλος το οποίο επικαλείται το άρθρο 30 ΕΚ (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 47).
42 Η απόφαση απαγορεύσεως της διαθέσεως στο εμπόριο εμπλουτισμένου τροφίμου, που αποτελεί, εξάλλου, το πλέον περιοριστικό εμπόδιο στο εμπόριο των προϊόντων που παρήχθησαν και τέθηκαν στην κυκλοφορία νομίμως σε άλλα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επιβληθεί παρά μόνον αν ο προβαλλόμενος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία αποδεικνύεται επαρκώς, βάσει των πλέον πρόσφατων επιστημονικών δεδομένων που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο της λήψεως μιας τέτοιας αποφάσεως. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εκτίμηση του κινδύνου που οφείλει να κάνει το κράτος μέλος έχει ως αντικείμενο την εκτίμηση του βαθμού πιθανότητας των βλαπτικών για την ανθρώπινη υγεία αποτελεσμάτων από την προσθήκη ορισμένων θρεπτικών ουσιών στα τρόφιμα, καθώς και της σοβαρότητας των δυνητικών του αποτελεσμάτων (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 48).
43 Πάντως, μια τέτοια εκτίμηση του κινδύνου θα μπορούσε να αποκαλύψει ότι η επιστημονική αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή την έκταση των πραγματικών κινδύνων για τη δημόσια υγεία εξακολουθεί να υπάρχει. Υπ’ αυτές τις συνθήκες πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος μπορεί, βάσει της αρχής της προλήψεως, να λάβει μέτρα προστασίας χωρίς να αναμείνει την πλήρη απόδειξη της πραγματικότητας και της σοβαρότητας των κινδύνων αυτών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, C-157/96, National Farmers’ Union κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I-2211, σκέψη 63). Εντούτοις, η εκτίμηση του κινδύνου δεν μπορεί να βασίζεται σε καθαρά υποθετικές θεωρήσεις του κινδύνου (βλ. αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C-236/01, Monsanto Agricoltura Italia κ.λπ., μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 106, και Επιτροπή κατά Δανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 49).
44 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Κυβέρνηση ανέφερε ότι η NSA France είχε ενημερωθεί, με επιστολή της 21ης Οκτωβρίου 1996, ότι το CSHPF είχε γνωμοδοτήσει ευνοϊκώς για την προσθήκη του συνενζύμου Q10 στην ανθρώπινη διατροφή κατόπιν αιτήσεως χορηγήσεως αδείας για τη διάθεση στην αγορά υποβληθείσας από άλλον επιχειρηματία. Κατά την κυβέρνηση αυτή, η εν λόγω γνωμοδότηση, με ημερομηνία 11ης Ιουνίου 1996, βασίζεται στην απουσία θρεπτικής ανάγκης όσον αφορά την προσθήκη του συνενζύμου Q10 και κυρίως στην απουσία τοξικολογικών στοιχείων σχετικά με τις επιπτώσεις της ουσίας αυτής.
45 Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίστηκε επίσης, κατά τη συνεδρίαση, ότι η συλλογιστική των γαλλικών αρχών ως προς τις αιτήσεις χορηγήσεως αδείας όσον αφορά την προσθήκη θρεπτικών ουσιών στα τρόφιμα βασίζεται στη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος εγκρίσεως της διαθέσεως στο εμπόριο τροφίμου στο οποίο προστέθηκαν αυτές οι ουσίες οι οποίες, ακόμη και αν δεν εμφανίζουν επί του παρόντος κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, μπορούν εντούτοις να προκαλέσουν έναν τέτοιο κίνδυνο στο μέλλον, κυρίως δε δεν εμφανίζουν κανένα ενδιαφέρον σε επίπεδο διατροφής.
46 Είναι μεν αληθές ότι το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, μέσα σε ένα πλαίσιο επιστημονικής αβεβαιότητας, το κριτήριο της διατροφικής ανάγκης του πληθυσμού ενός κράτους μέλους μπορεί να παίξει ένα ρόλο στην εκτίμηση σε βάθος του κινδύνου που μπορεί να ενέχει για τη δημόσια υγεία η προσθήκη θρεπτικών στοιχείων στα τρόφιμα, πλην όμως, αντιθέτως προς την ερμηνεία της προπαρατεθείσας αποφάσεως Sandoz που προτείνει η Δανική Κυβέρνηση, η απουσία τέτοιας ανάγκης δε μπορεί αφ’ εαυτής να δικαιολογήσει μια συνολική απαγόρευση, βάσει του άρθρου 30 ΕΚ, διαθέσεως στο εμπόριο τροφίμων νομίμως παραχθέντων και/ή διατιθέμενων στην αγορά άλλων κρατών μελών (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 54).
47 Εξάλλου, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 41 έως 43 της παρούσας αποφάσεως, η απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο τροφίμων στα οποία προστέθηκαν θρεπτικές ουσίες πρέπει να βασίζεται στην εκτίμηση σε βάθος του πραγματικού κινδύνου για τη δημόσια υγεία, που προβάλλεται από τις εθνικές αρχές οι οποίες επικαλούνται το άρθρο 30 ΕΚ, βάσει των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 51).
48 Οσάκις αποδεικνύεται αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ύπαρξη ή η έκταση του προβαλλόμενου κινδύνου λόγω της ανεπαρκούς, αλυσιτελούς ή ανακριβούς φύσεως των αποτελεσμάτων των μελετών, και η πιθανότητα ενός πραγματικού κινδύνου για τη δημόσια υγεία εξακολουθεί να υπάρχει στην υποθετική περίπτωση που ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, η αρχή της προλήψεως δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 52).
49 Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν, υπό τις νομικές και πραγματικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του οικείου κράτους μέλους, η απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο των επίμαχων τροφίμων ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
50 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εμποδίζει, με την επιφύλαξη προηγουμένης εγκρίσεως, τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων, που παρασκευάζονται και διατίθενται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους, αν έχουν προστεθεί σ’ αυτά θρεπτικές ουσίες όπως οι βιταμίνες ή τα ανόργανα στοιχεία, άλλες από αυτές των οποίων η χρήση προβλέπεται ότι είναι νόμιμη στο πρώτο κράτος μέλος, αρκεί να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Αφενός, η διαδικασία προηγουμένης εγκρίσεως πρέπει να είναι εύκολα προσιτή, πρέπει να μπορεί να ολοκληρώνεται εντός εύλογης προθεσμίας και, αν καταλήγει σε αρνητική απάντηση, η αρνητική απόφαση πρέπει να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς. Αφετέρου, η άρνηση εγκρίσεως της διαθέσεως στο εμπόριο πρέπει να βασίζεται στην εκτίμηση σε βάθος του κινδύνου για τη δημόσια υγεία βάσει των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική, η Ελληνική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2001 το tribunal de grande instance de Paris, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εμποδίζει, με την επιφύλαξη προηγουμένης εγκρίσεως, τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων, που παρασκευάζονται και διατίθενται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους, αν έχουν προστεθεί σ’ αυτά θρεπτικές ουσίες όπως οι βιταμίνες ή τα ανόργανα στοιχεία, άλλες από αυτές των οποίων η χρήση προβλέπεται ότι είναι νόμιμη στο πρώτο κράτος μέλος, αρκεί να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Αφενός, η διαδικασία προηγουμένης εγκρίσεως πρέπει να είναι εύκολα προσιτή, πρέπει να μπορεί να ολοκληρώνεται εντός εύλογης προθεσμίας και, αν καταλήγει σε αρνητική απάντηση, η αρνητική απόφαση πρέπει να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς. Αφετέρου, η άρνηση εγκρίσεως της διαθέσεως στο εμπόριο πρέπει να βασίζεται στην εκτίμηση σε βάθος του κινδύνου για τη δημόσια υγεία βάσει των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας.
Σκουρής
Gulmann
Puissochet
Macken
Colneric
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Φεβρουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy