Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαδικασίες - Υποκατάσταση της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ με τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2 - Επιτρέπεται - Διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να διευρύνει τις δυνατότητες επιλογής της
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 29)
2. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Πρόσληψη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ - Περιεχόμενο του φακέλου υποψηφιότητας - Υποβολή ενώπιον του Πρωτοδικείου πιστοποιητικών για τα προσόντα του επιλεγέντος υποψηφίου, τα οποία καταρτίστηκαν μετά την απόφαση περί διορισμού - Επιτρέπεται
3. Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων - Αποκλείεται, εξαιρουμένης της περιπτώσεως αλλοιώσεως
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58)
4. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Λόγοι - Κατάχρηση εξουσίας - _Εννοια
Περίληψη
1. Δεδομένου ότι, κατά την πλήρωση κενής θέσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την ανεύρεση των υποψηφίων που κατέχουν τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, ακεραιότητας και αποδόσεως, μπορεί να προχωρήσει σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας προσλήψεως, ακόμη και εάν, κατά το προηγούμενο στάδιο, έχει στη διάθεσή της κατάλληλες υποψηφιότητες.
Εξάλλου, η χρήση του όρου «δυνατότητες» στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ σημαίνει σαφώς ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται οπωσδήποτε, προκειμένου περί πληρώσεως κενής θέσεως, να προβεί σε προαγωγή ή μετάθεση, αλλά απλώς να εξετάσει σε κάθε περίπτωση εάν τα μέτρα αυτά μπορούν να οδηγήσουν στον διορισμό προσώπου κατέχοντος τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, ακεραιότητας και αποδόσεως.
Κατά συνέπεια, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει την εφαρμογή της διαδικασίας προσλήψεως, κατά το άρθρο 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ακόμη και αν υπάρχουν ένας ή περισσότεροι υποψήφιοι οι οποίοι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που απαιτεί η ανακοίνωση της κενής θέσεως. Εξάλλου, η εν λόγω απόφαση δεν πρέπει να λαμβάνεται αναγκαστικά κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως και δεν υπόκειται σε καμιά προϋπόθεση δημοσιεύσεως. Ομοίως, δεν συνιστά παράβαση του εν λόγω άρθρου 29, παράγραφος 2, το γεγονός ότι οι υποψήφιοι που εμφανίστηκαν κατά τη διαδικασία προσλήψεως εντός του οργάνου δεν ενημερώθηκαν για την απόφαση περί εφαρμογής της διαδικασίας προσλήψεως με δυνατότητα συμμετοχής εξωτερικών υποψηφίων, αφού οι υποψηφιότητες των πρώτων ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας και δεν τροποποιήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως.
( βλ. σκέψεις 14-17, 19 )
2. Είναι μεν αληθές ότι η νομιμότητα μιας αποφάσεως περί προσλήψεως πρέπει να εκτιμάται βάσει των πληροφοριών που διέθετε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά τη στιγμή που εξέδωσε αυτή την απόφαση, αλλά το άρθρο 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, δεν επιβάλλει στους υποψηφίους να παρέχουν πιστοποιητικά περί των τίτλων σπουδών τους ή άλλα δικαιολογητικά έγγραφα, ούτε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να συμπεριλάβει στον φάκελο, κατά τη στιγμή της αποφάσεως, έγγραφα που να επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες που διαθέτει.
( βλ. σκέψη 28 )
3. Από τα άρθρα 225 ΕΚ και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και ότι, επομένως, μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του απορρέει από στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά. Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, εξαιρουμένης της αλλοιώσεως αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, νομικό ζήτημα το οποίο, ως τέτοιο, θα υπέκειτο στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
( βλ. σκέψη 35 )
4. Η έννοια της καταχρήσεως εξουσίας έχει συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής, το οποίο αναφέρεται στην εκ μέρους της διοικητικής αρχής χρήση των εξουσιών της προς επίτευξη σκοπού διαφορετικού από εκείνον για τον οποίο της έχουν απονεμηθεί. Μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον εάν φαίνεται, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συνεκτικών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό, ή τουλάχιστον πρωταρχικό, σκοπό διαφορετικό από αυτούς που επικαλείται το εκδόν όργανο ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η νομοθεσία.
( βλ. σκέψη 46 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-121/01 P,
Eoghan O'Hannrachain, μόνιμος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με τόπο διαμονής στο Cents (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενος από τους G. Vandersanden και L. Levi, avocats,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα) της 16ης Ιανουαρίου 2001, T-97/99 και T-99/99, Chamier και O'Hannrachain κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-1 και ΙΙ-1), με την οποία ζητείται η μερική αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους J. Schoo, H. von Hertzen και D. Moore, επικουρουμένους από τον D. Waelbroeck, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο του έκτου τμήματος, ασκούντα καθήκοντα προέδρου του δευτέρου τμήματος, Β. Σκουρή και N. Colneric (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μα_ου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 15 Μαρτίου 2001, ο E. O'Hannarachain υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως με την οποία ζητείται η μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 16ης Ιανουαρίου 2001, T-97/99 και T-99/99, Chamier και O'Hannrachain κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-1 και ΙΙ-1, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), η οποία απέρριψε καθ' ολοκληρίαν ως αβάσιμες τις προσφυγές-αγωγές του ιδίου και του Μ. Chamier με αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 1998 της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) περί διορισμού του Lopez Veiga στη θέση του γενικού διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως «Οικονομικά και δημοσιονομικός έλεγχος» (στο εξής: επίδικη θέση), των αποφάσεων της ιδίας ημερομηνίας περί απορρίψεως των υποψηφιοτήτων τους για τη θέση αυτή και, στο μέτρο που απαιτείται, των αποφάσεων της 21ης Ιανουαρίου 1999 περί απορρίψεως των διοικητικών ενστάσεών τους, καθώς και, αφετέρου, την επιδίκαση εις βάρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ αυτών.
Το νομικό πλαίσιο
2 Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ):
«Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τοποθετεί, με διορισμό ή μετάθεση, προς το συμφέρον και μόνον της υπηρεσίας και χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ιθαγένεια, κάθε υπάλληλο σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στον βαθμό του.»
3 Το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει:
«Η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων».
4 Το άρθρο 29 του ΚΥΚ προβλέπει:
«1. Για την πλήρωση των κενών θέσεων σε όργανο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αφού εξετάσει:
α) τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου·
β) τις δυνατότητες οργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο·
γ) τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων οργάνων των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κινεί τη διαδικασία διαγωνισμών βάσει τίτλων, κατόπιν εξετάσεων ή βάσει τίτλων και εξετάσεων. Η διαδικασία διαγωνισμών καθορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ.
[...]
2. Για την πρόσληψη των υπαλλήλων των βαθμών Α 1 και Α 2, καθώς και σε εξαιρετικές περιπτώσεις για θέσεις που απαιτούν ειδικά προσόντα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να υιοθετήσει διαδικασία προσλήψεως διάφορη από τη διαδικασία διαγωνισμών.»
Ιστορικό της διαφοράς
5 Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται ως ακολούθως στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση:
«1 Στις 28 Ιανουαρίου 1998, το προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: Προεδρείο) ενέκρινε πρόταση του Γενικού Γραμματέα να διαιρεθεί η Γενική Διεύθυνση "Προσωπικό, προϋπολογισμός και οικονομικά" (ΓΔ V) και να δημιουργηθούν δύο νέες γενικές διευθύνσεις, ήτοι η Γενική Διεύθυνση "Οικονομικά και δημοσιονομικός έλεγχος" (ΓΔ VIII) και η Γενική Διεύθυνση "Προσωπικό" (ΓΔ V).
2 Κατόπιν αυτής της αποφάσεως, κηρύχθηκαν κενές οι θέσεις, στον βαθμό Α 1, γενικών διευθυντών των δύο αυτών γενικών διευθύνσεων. Η διαδικασία προσλήψεως γενικού διευθυντού της ΓΔ VIII κινήθηκε βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, α), του ΚΥΚ [...].
3 Η ανακοίνωση κενής θέσεως της 25ης Ιουνίου 1998 για τη θέση γενικού διευθυντή της ΓΔ VIII αναφέρει:
"Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία πληρώσεως αυτής της θέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΥΚ, καταρχάς με προαγωγή ή μετάθεση εντός του Οργάνου.
1) Φύση των καθηκόντων
Υπό την εποπτεία του Γενικού Γραμματέα και με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στον υπόλογο και της ανεξαρτησίας που αναγνωρίζεται στον δημοσιονομικό ελεγκτή από τον δημοσιονομικό κανονισμό και τους όρους εκτελέσεώς του:
- διεύθυνση των διοικητικών υπηρεσιών των οικονομικών, ήτοι των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με τις κοινοβουλευτικές αποζημιώσεις, τον προϋπολογισμό, τα ταμειακά διαθέσιμα και τη λογιστική, την απογραφή καθώς και τη διαχείριση και τον δημοσιονομικό έλεγχο·
- συντονισμός και οργάνωση των υπηρεσιών και διεύθυνση των προσωπικού της γενικής διευθύνσεως·
- σχέσεις με τα άλλα Όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ιδίως στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού.
2) Απαιτούμενα προσόντα και ικανότητες
- Πανεπιστημιακού επιπέδου γνώσεις πιστοποιούμενες με πτυχίο οικονομίας ή οικονομικών, ή ισοδύναμου επιπέδου επαγγελματική πείρα·
- καλή γνώση της δομής και της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και των Οργάνων της, ιδίως του Κοινοβουλίου, καθώς και των συνθηκών και της κοινοτικής νομοθεσίας·
- ενδελεχής γνώση των κανόνων δικαίου που διέπουν τα κοινοτικά όργανα, ιδίως στα δημοσιονομικά·
- εξαίρετα οργανωτικά προσόντα και επιβεβαιωμένη ικανότητα ως προς τη διεύθυνση μεγάλων ομάδων και τη διοικητική διαχείριση·
- ικανότητα αναλύσεως και συνθέσεως·
- άριστη γνώση μιας επίσημης γλώσσας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και πολύ καλή γνώση μιας ακόμη επίσημης γλώσσας. Για λειτουργικούς λόγους, θα ληφθεί υπόψη η γνώση και άλλων επίσημων γλωσσών.
Τα περιγραφόμενα στο σημείο 1 καθήκοντα απαιτούν τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, υψηλοτάτου επιπέδου κριτική ικανότητα και ικανότητα λήψεως αποφάσεων, καθώς και ευχέρεια στις κοινωνικές επαφές."
4 Στις 2 Ιουλίου 1998, ο Lopez Veiga, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής, αποσπασθείς στο Κοινοβούλιο ως προϊστάμενος του ιδιαίτερου γραφείου του Προέδρου, υπέβαλε την υποψηφιότητά του για την επίδικη θέση, αναφέροντας:
"Με το παρόν σημείωμα, υποβάλλω την υποψηφιότητά μου για τη θέση γενικού διευθυντού στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικά και δημοσιονομικός έλεγχος’, σε περίπτωση κατά την οποία [η ΑΔΑ] αποφάσιζε να κινήσει τη διαδικασία προσλήψεως του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ."
5 Οι προσφεύγοντες-ενάγοντες, E. O'Hannarachain και Μ. Chamier, μόνιμοι υπάλληλοι του Κοινοβουλίου, υπέβαλαν υποψηφιότητα για τη θέση αυτή στις 9 και 10 Ιουλίου 1998, αντιστοίχως. Οι B., V. και C. υπέβαλαν επίσης υποψηφιότητα για τη θέση αυτή. Ωστόσο, μόνον οι υποψηφιότητες των δύο προσφευγόντων-εναγόντων, των Β. και V. κρίθηκαν παραδεκτές δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του ΚΥΚ. Δεδομένου ότι οι C. και Lopez Veiga ήταν υπάλληλοι της Επιτροπής, οι υποψηφιότητές τους ήταν, ως εκ τούτου, απαράδεκτες.
6 Κατά τη συνεδρίαση του Προεδρείου της 13ης Ιουλίου 1998, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου, αφού παρουσίασε τα χαρακτηριστικά των τεσσάρων υποψηφιοτήτων βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, καθώς και εκείνα των δύο υποψηφιοτήτων οι οποίες θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, πρότεινε στο Προεδρείο, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της προς πλήρωση θέσεως, να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Υπό την ιδιότητά του ως [ΑΔΑ], το Προεδρείο αποφάσισε την ίδια ημέρα να κινήσει την εν λόγω διαδικασία και να λάβει υπόψη της υποψηφιότητες των C. και Lopez Veiga. Τα πρακτικά αυτής της συνεδριάσεως του Προεδρείου αναφέρουν:
"3. Πλήρωση θέσεων Α 1 και A 2 (κεκλεισμένων των θυρών) [...]
Το Προεδρείο
- άκουσε εισήγηση του Γενικού Γραμματέα, ο οποίος αναφέρθηκε στις υποβληθείσες υποψηφιότητες για τις τρεις κενές θέσεις Α 1 (γενικού διευθυντού του προσωπικού - ΓΔ V· γενικού διευθυντού των οικονομικών και του δημοσιονομικού ελέγχου - ΓΔ VIII· γενικού διευθυντού διοικήσεως - ΓΔ VI) και για την κενή θέση A 2 (διευθυντού των υπηρεσιών της προεδρίας - ΓΔ Ι) και πρότεινε να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ως προς τη θέση γενικού διευθυντού οικονομικών και δημοσιονομικού ελέγχου - ΓΔ VIII (θέση αριθ. VIII/A/3942), ώστε να διευρυνθούν τα περιθώρια επιλογής υποψηφίων γι' αυτή τη θέση, βάσει των σκέψεων που αναπτύσσονται στο σημείωμά του της 13ης Ιουλίου 1998·
- άκουσε εισήγηση του Προέδρου, ο οποίος πρότεινε να επανεξετασθούν οι υποψηφιότητες για τις τέσσερις αυτές θέσεις την Πέμπτη 16 Ιουλίου 1998, στις 8:30, λαμβανομένου υπόψη του φακέλου που υποβλήθηκε στις 13 Ιουλίου 1998 στα μέλη του Προεδρείου·
- αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ως προς τη θέση γενικού διευθυντού οικονομικών και δημοσιονομικού ελέγχου."
7 Στις 15 Ιουλίου 1998, ο Γενικός Γραμματέας πληροφορήθηκε την ανάκληση των υποψηφιοτήτων των V. και C. για την επίδικη θέση. Την ίδια ημέρα πρότεινε στο Προεδρείο να διορίσει τον Lopez Veiga στη θέση του γενικού διευθυντού της ΓΔ VIII.
8 Κατά τη συνεδρίασή του της 16ης Ιουλίου 1998, το Προεδρείο άκουσε "τις εισηγήσεις του Προέδρου, της κ. Fontaine, του κ. Cot, Αντιπροέδρου, του Γενικού Γραμματέα, του νομικού συμβούλου του κ. Imbeni, της κ. Hoff, του κ. Martin, του κ. Αναστασόπουλου, του κ. Gutiérrez Díaz, της κ. Schleicher, του κ. Verde i Aldea, του κ. Haarder και του κ. Collins, Αντιπροέδρου" και αποφάσισε, με ψηφοφορία, να διορίσει τον Lopez Veiga στην επίδικη θέση γενικού διευθυντού, κατ' εφαρμογήν της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του KYK.
9 Στις 16 Σεπτεμβρίου 1998, οι προσφεύγοντες-ενάγοντες έλαβαν επιστολή του προϊσταμένου του τμήματος προσωπικού η οποία ανέφερε:
"Κατόπιν της συνεδριάσεως του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Ιουλίου 1998, ευρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να σας πληροφορήσω ότι η υποψηφιότητά σας για την προαναφερόμενη θέση δεν επελέγη.
Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας για τη θέση αυτή."
10 Στις 13 Οκτωβρίου 1998, έκαστος των δύο προσφευγόντων-εναγόντων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 1998 περί διορισμού του Lopez Veiga στην επίδικη θέση και κατά της απορριπτικής αποφάσεως της δικής του υποψηφιότητας με ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου 1998. Οι ενστάσεις αυτές απορρίφθηκαν με αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στους προσφεύγοντες-ενάγοντες στις 25 Ιανουαρίου 1999.»
Οι προσφυγές-αγωγές ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
6 Με δικόγραφα που κατατέθηκαν στις 20 και 22 Απριλίου 1999 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και καταχωρήθηκαν με τους αριθμούς T-97/99 και T-99/99, οι Μ. Chamier και E. O'Hannarachain άσκησαν τις προσφυγές-αγωγές των οποίων γίνεται μνεία στη σκέψη 1 της παρούσας αποφάσεως. Με διάταξη της 6ης Ιουνίου 2000, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Πρωτοδικείου διέταξε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων T-97/99 και T-99/99.
7 Προς στήριξη των αιτημάτων τους περί ακυρώσεως των αποφάσεων της ΑΔΑ (στο εξής: επίδικες αποφάσεις), οι προσφεύγοντες-ενάγοντες επικαλέσθηκαν έξι λόγους αντλούμενους, αντιστοίχως, από την παράβαση του άρθρου 29 του ΚΥΚ, τη μη συμμόρφωση προς την ανακοίνωση της κενής θέσεως, το πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή στην οποία προέβη η ΑΔΑ, την παράβαση των άρθρων 7 και 27 του ΚΥΚ και της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, την κατάχρηση εξουσίας, την παραβίαση των αρχών της υγιούς διαχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως καθώς και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Επιπλέον, υπέβαλαν αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως, επικαλούμενοι προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τους.
8 Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε καθ' ολοκληρίαν τις δύο προσφυγές-αγωγές των οποίων είχε επιληφθεί, κρίνοντας αβάσιμους όλους τους προβληθέντες λόγους.
Η αίτηση αναιρέσεως και τα αιτήματα
9 Ο E. O'Hannrachaim άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, καθό μέρος τον αφορά, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2001.
10 Ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση·
- κατά συνέπεια, να δεχθεί τα πρωτοδίκως διατυπωθέντα αιτήματά του και, συνεπώς,
- να ακυρώσει την απόφαση της ΑΔΑ, της 16ης Ιουλίου 1998, περί διορισμού του L. V. στη θέση γενικού διευθυντού της Γενικής Διευθύνσεως «Οικονομικά και δημοσιονομικός έλεγχος», και την απόφαση της ιδίας ημερομηνίας, περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του αναιρεσείοντος στη θέση αυτή, καθώς και, στο μέτρο που παρίσταται ανάγκη, την απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του αναιρεσείοντος·
- να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση 100 000 ευρώ, κατ' εκτίμηση ex aequo et bono·
- να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
11 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτη και κατά τα λοιπά ως αβάσιμη·
- επικουρικώς, στην εντελώς απίθανη περίπτωση που το Δικαστήριο αποφάσιζε να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου προς νέα εκδίκαση της προσφυγής-αγωγής του αναιρεσείοντος·
- να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
Οι λόγοι αναιρέσεως
12 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο E. O'Hannrachain προβάλλει έξι λόγους, αντλουμένους, αντιστοίχως, από τη μη συμμόρφωση του Πρωτοδικείου προς:
- το άρθρο 29 του ΚΥΚ·
- τις αρχές της νομιμότητας, της αιτιολογήσεως και της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας·
- την υποχρέωση αιτιολογήσεως και τις συνέπειες που παράγει η ανακοίνωση κενής θέσεως·
- την έννοια της καταχρήσεως εξουσίας·
- τα άρθρα 7 και 27 του ΚΥΚ και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων·
- την αρχή της υγιούς διαχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως καθώς και την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί των αιτημάτων αναιρέσεως
Επί του λόγου περί παραβάσεως του άρθρου 29 του ΚΥΚ
13 Ο E. O'Hannrachain ισχυρίζεται, εκ προοιμίου, κατ' ουσίαν ότι στις σκέψεις 33 έως 37 και 39 έως 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 29 του ΚΥΚ, θεωρώντας ότι η ΑΔΑ δύναται να ακολουθήσει τη διαδικασία της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής αφού έχει κινήσει διαδικασία προσλήψεως βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, χωρίς να έχει προβεί προηγουμένως σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως, προκειμένου να ελέγξει εάν πληρούν τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, η ΑΔΑ δεν εξέτασε εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ΚΥΚ, η διαδικασία προαγωγής/μεταθέσεως μπορούσε να καταλήξει στον διορισμό προσώπου που να κατέχει τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
14 Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι το Πρωτοδικείο καλώς υπενθύμισε, στις σκέψεις 33 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η ΑΔΑ δεν μπορούσε να προχωρήσει σε επόμενο στάδιο της διαδικασίας προσλήψεως, διότι διέθετε κατάλληλες υποψηφιότητες κατά τη λήξη του πρώτου σταδίου, δεν είναι βάσιμο. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την ανεύρεση των υποψηφίων που κατέχουν τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, ακεραιότητας και αποδόσεως (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1965, 12/64 και 29/64, Ley κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 41· της 8ης Ιουνίου 1988, 135/87, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1987, σ. 2901, σκέψη 23, και της 13ης Ιουλίου 2000, C-174/99 P, Κοινοβούλιο κατά Richard, Συλλογή 2000, σ. Ι-6189, σκέψη 37).
15 Εξάλλου, προκύπτει ομοίως από πάγια νομολογία ότι η χρήση του όρου «δυνατότητες» στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ σημαίνει σαφώς ότι η ΑΔΑ δεν υποχρεούται οπωσδήποτε, προκειμένου περί πληρώσεως κενής θέσεως, να προβεί σε προαγωγή ή μετάθεση, αλλά απλώς να εξετάσει σε κάθε περίπτωση εάν τα μέτρα αυτά μπορούν να οδηγήσουν στον διορισμό προσώπου κατέχοντος τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, ακεραιότητας και αποδόσεως (βλ., ιδίως, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Ley κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 41, και Κοινοβούλιο κατά Richard, σκέψη 38).
16 Κατά συνέπεια, η ΑΔΑ μπορεί να προχωρήσει σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας προσλήψεως, ακόμη και αν υπάρχουν ένας ή περισσότεροι υποψήφιοι οι οποίοι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που απαιτεί η ανακοίνωση της κενής θέσεως (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Richard, σκέψη 40).
17 Ομοίως, το Πρωτοδικείο καλώς επισήμανε, στη σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ενώ έχει ήδη ξεκινήσει η διαδικασία πληρώσεως κενής θέσεως, δεν πρέπει να λαμβάνεται αναγκαστικά κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως και δεν υπόκειται σε καμιά προϋπόθεση δημοσιεύσεως (βλ. τις αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1975, 81/74 έως 88/74, Marenco κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 391, σκέψεις 21 και 23· της 19ης Μα_ου 1983, 289/81, Μαυρίδης κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 1731, σκέψη 23, καθώς και της 12ης Δεκεμβρίου 1989, C-331/87, Έξαρχος κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 4185). Εξ αυτού συνήγαγε, επομένως, με τη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ΑΔΑ μπορούσε νομίμως να αποφασίσει την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
18 Ο E. O'Hannrachain προσάπτει, εν συνεχεία, στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η βραχύτητα της προθεσμίας, εντός της οποίας διορίστηκε ο Lopez Veiga, ενώ ενδέχεται να μην είναι επιλήψιμη καθεαυτή, καθίσταται επιλήψιμη εξαιτίας των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο εν λόγω διορισμός, οι οποίες καθορίσθηκαν, συγχρόνως, από τη διάσωση της υποψηφιότητας του ενδιαφερομένου, την καταχρηστική εφαρμογή, προς τον σκοπό αυτόν, της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, την έλλειψη συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων των υπαλλήλων, των οποίων η υποψηφιότητα κρίθηκε παραδεκτή βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, την εσπευσμένη απόφαση του Προεδρείου, βάσει προτάσεως, άνευ άλλης αιτιολογίας, του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου, καθώς και από τη μη συζήτηση των υποψηφιοτήτων οι οποίες επελέγησαν τελικώς και από την έλλειψη αιτιολογίας παρέχουσας τη δυνατότητα να εκτιμηθούν οι λόγοι για τους οποίους η υποψηφιότητα του Lopez Veiga προτιμήθηκε από τη δική του.
19 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Υπό το πρίσμα των αρχών που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 14 και 17 της παρούσας αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς δέχθηκε, με τη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η βραχύτητα της προθεσμίας, λαμβανομένη δεόντως υπόψη στο πλαίσιο του διορισμού, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 29 του ΚΥΚ. Συναφώς, το Πρωτοδικείο καλώς υπέμνησε ότι, δεδομένου ότι η ΑΔΑ δεν υπέχει υποχρέωση δημοσιεύσεως της αποφάσεως να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στο Προεδρείο η βραχύτητα της προθεσμίας εντός της οποίας ολοκλήρωσε τη διαδικασία αυτή, εφόσον οι δυνατότητες επιλογής του είχαν πράγματι διευρυνθεί. Τέλος, καλώς επίσης το Πρωτοδικείο τόνισε, με τη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ούτε το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες-ενάγοντες δεν είχαν ενημερωθεί για την πρόθεση του Προεδρείου να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, μπορούσε να συνιστά παράβαση της εν λόγω διατάξεως, εφόσον η ΑΔΑ είχε λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της διαδικασίας προσλήψεως με δυνατότητα συμμετοχής εξωτερικών υποψηφίων, τις υποψηφιότητες που είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας προσλήψεως εντός του οργάνου, χωρίς να τροποποιήσει τις προϋποθέσεις που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 29 του ΚΥΚ.
20 Τέλος, ο E. O'Hannrachain προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αναγνώρισε, με τη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ παρουσίαζαν «a priori» ενδιαφέρον, χωρίς τούτο να αιτιολογείται ή να δικαιολογείται. Ωστόσο, η αναγνώριση αυτή σημαίνει ότι το Κοινοβούλιο είχε εσκεμμένως και εκ των προτέρων αποφασίσει να διορίσει τον Lopez Veiga, ακόμη και κατά παράβαση των σχετικών διαδικασιών.
21 Στηριζόμενο επί εσφαλμένης ερμηνείας της προσβαλλομένης αποφάσεως, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να επισημάνει, με την προαναφερθείσα σκέψη 37, αφενός, ότι, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου παρουσίασε, με σημείωμα που συνέταξε ενόψει της συνεδριάσεως του Προεδρείου της 13ης Ιουλίου 1998, τα χαρακτηριστικά όλων των υποβληθεισών υποψηφιοτήτων και πρότεινε στο Προεδρείο να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, πρόταση η οποία έγινε δεκτή κατά την εν λόγω συνεδρίαση, και, αφετέρου, ότι την εν λόγω απόφαση αιτιολογούσε προφανώς το ενδιαφέρον που παρουσίαζαν, a priori, οι δύο αυτές υποψηφιότητες ως προς την πλήρωση της επίδικης θέσεως. Με τη διατύπωση αυτή, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε απλώς ότι οι δύο επίδικες υποψηφιότητες ήταν, εκ πρώτης όψεως, ενδιαφέρουσες όσον αφορά την επάξια πλήρωση αυτής της θέσεως.
22 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την παραβίαση των αρχών της νομιμότητας, της αιτιολογήσεως και της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας
23 Ο E. O'Hannrachain προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη, με τις σκέψεις 58, 61 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις αρχές της νομιμότητας, της αιτιολογήσεως και της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας, αποδεχόμενο την εκ μέρους του Κοινοβουλίου υποβολή εγγράφων που συντάχθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως περί διορισμού του Lopez Veiga στην επίδικη θέση. Δυνάμει της αρχής της αιτιολογήσεως, μια διοικητική απόφαση πρέπει να στηρίζεται σε λόγους δυναμένους να ελεγχθούν. Οι λόγοι αυτοί, εάν δεν περιλαμβάνονται στην ίδια την πράξη, πρέπει να προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο ο οποίος δημιουργείται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας καταρτίσεως πράξεως. Η απόδειξη των λόγων που θεμελιώνουν την προσβαλλομένη πράξη μπορεί να γίνει μόνο με στοιχεία που ανάγονται in tempore non suspecto (προγενέστερα της πράξεως ή σύγχρονα με αυτήν). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αιτιολογίες πρέπει, επομένως, να αναφέρονται στα στοιχεία τα οποία υφίσταντο και καθοδήγησαν το Κοινοβούλιο τη στιγμή που εξέδωσε αυτήν την απόφαση. Πράγματι, η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει η νομιμότητα μιας αποφάσεως να ελέγχεται κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεώς της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη μεταγενέστερα στοιχεία, διότι η διοικητική αρχή δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζει κατά τη στιγμή που αποφάσισε. Η αρχή της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσει την απόφαση του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη έγγραφα μεταγενέστερα της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
24 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα έγγραφα που προσκόμισε το Κοινοβούλιο με τα παραρτήματα 8.2 έως 8.5 του υπομνήματός του αντικρούσεως και αφορούν το βιογραφικό σημείωμα του Lopez Veiga εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας, καθόσον απαντούν στις αμφιβολίες που εξέφρασαν οι προσφεύγοντες-ενάγοντες ως προς την κατάρτιση και την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου. Μολονότι τα έγγραφα αυτά είναι μεταγενέστερα της υποψηφιότητάς του, δεν μπορούν να εξομοιωθούν, κατά το Πρωτοδικείο, προς περιστατικά μεταγενέστερα της εκδόσεως της αποφάσεως περί διορισμού, καθόσον τείνουν να αποδείξουν την αλήθεια και τη χρησιμότητα των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του το εκδόν την απόφαση όργανο.
25 Στη σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε:
«Εν σχέσει προς το επιχείρημα των προσφευγόντων-εναγόντων ότι ο Lopez Veiga δεν διαθέτει πτυχίο οικονομίας ή οικονομικών ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα, πρέπει να τονισθεί ότι είναι κάτοχος πτυχίου "Bachelor of administration" του πανεπιστημίου της Νότιας Αφρικής. Συναφώς, το Κοινοβούλιο υπέβαλε, κατόπιν αιτήσεως του Πρωτοδικείου, επίσημο αντίγραφο του πτυχίου του Lopez Veiga καθώς και κατάλογο των μαθημάτων που παρακολούθησε για να αποκτήσει το εν λόγω πτυχίο. Προκύπτει από τα έγγραφα αυτά ότι το κυριότερο μάθημα που παρακολούθησε ο Lopez Veiga στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών αυτών σπουδών ήταν η οικονομία. Ως εκ τούτου, κακώς ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες-ενάγοντες ότι ο Lopez Veiga δεν διαθέτει πτυχίο στην οικονομία.»
26 Στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στο βιογραφικό σημείωμα του Lopez Veiga για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η φύση των καθηκόντων που άσκησε προηγουμένως ο ενδιαφερόμενος, μολονότι δεν είχαν σχέση με τα κοινοτικά όργανα, επιτρέπει οπωσδήποτε να αναγνωρισθεί επαγγελματική πείρα στον τομέα του προϋπολογισμού.
27 Οι σκέψεις αυτές δεν πάσχουν πλάνη περί το δίκαιο.
28 Είναι μεν αληθές ότι η νομιμότητα μιας αποφάσεως περί προσλήψεως πρέπει να εκτιμάται βάσει των πληροφοριών που διέθετε η ΑΔΑ κατά τη στιγμή που εξέδωσε αυτή την απόφαση, αλλά το άρθρο 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, στο πλαίσιο των διαδικασιών προσλήψεως που προβλέπει, δεν επιβάλλει στους υποψηφίους να παρέχουν πιστοποιητικά περί των τίτλων σπουδών τους ή άλλα δικαιολογητικά έγγραφα, ούτε στην ΑΔΑ να συμπεριλάβει στον φάκελο, κατά τη στιγμή της αποφάσεως, έγγραφα που να επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες που διαθέτει.
29 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο E. O'Hannrachain δεν προσάπτει στην ΑΔΑ ότι δεν είχε στη διάθεσή της όλες τις αναγκαίες πληροφορίες κατά τη στιγμή που έλαβε την απόφαση περί διορισμού του Lopez Veiga στην επίδικη θέση. Αιτιάται απλώς το Πρωτοδικείο διότι δέχθηκε να προσκομισθούν έγγραφα μεταγενέστερα της εν λόγω αποφάσεως. Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι καλώς το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη έγγραφα προσκομισθέντα μετά την έναρξη της διαδικασίας, στο πλαίσιο της ασκήσεως των δικαιωμάτων άμυνας από το Κοινοβούλιο, τα οποία αποτελούν έκφραση της αρχής της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας.
30 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 58, 61 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν παρέβη την αρχή της νομιμότητας ή την αρχή της αιτιολογήσεως των αποφάσεων της διοικήσεως, ούτε εκείνη της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας.
Επί των λόγων που αντλούνται από τη μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως και τις συνέπειες που παράγει η ανακοίνωση κενής θέσεως, καθώς και από την παράβαση των άρθρων 7 και 27 του ΚΥΚ και της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων.
31 Ο τρίτος και ο πέμπτος λόγος πρέπει να συνεξετασθούν καθώς αμφότεροι αφορούν την αιτίαση περί ακαταλληλότητας του επιλεγέντος υποψηφίου να καταλάβει την επίδικη θέση, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων της ανακοινώσεως κενής θέσεως.
32 Με τον τρίτο λόγο, ο E. O'Hannrachain υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου, στις σκέψεις 62 έως 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περί των προσόντων και της εμπειρίας του Lopez Veiga πάσχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον τείνει να του αναγνωρίσει προσόντα αντίστοιχα προς τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Ως εκ τούτου, στη σκέψη 67 της εν λόγω αποφάσεως, φέρεται να μην έλαβε υπόψη τις συνέπειες που παράγει η ανακοίνωση κενής θέσεως.
33 Ειδικότερα, ο E. O'Hannrachain ισχυρίζεται ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί η απόφαση περί διαιρέσεως της πρώην ΓΔ V σε δύο νέες γενικές διευθύνσεις. Από τη φύση των καθηκόντων της επίδικης θέσεως προκύπτει ότι ο κάτοχός της πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει υψηλού επιπέδου προσόντα και εμπειρία εν σχέσει με τις διάφορες πτυχές της διευθύνσεως οικονομικών. Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τη σπουδαιότητα που προσέδωσε το ίδιο το Κοινοβούλιο στον τεχνικό και εξειδικευμένο χαρακτήρα της εν λόγω θέσεως, την οποίαν θέλησε να διαφοροποιήσει από τα γενικά διοικητικά καθήκοντα. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο Lopez Veiga φαίνεται να μην πληροί προφανώς τις δύο προϋποθέσεις που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως, ήτοι:
- πανεπιστημιακού επιπέδου γνώσεις πιστοποιούμενες με πτυχίο οικονομίας ή οικονομικών, ή ισοδύναμου επιπέδου επαγγελματική πείρα·
- ενδελεχή γνώση των κανόνων δικαίου που διέπουν τα κοινοτικά όργανα, ιδίως στα δημοσιονομικά.
34 Με την αιτίαση αυτή, ο O'Hannrachain αμφισβητεί στην πραγματικότητα την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο.
35 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι από τα άρθρα 225 ΕΚ και 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και ότι, επομένως, μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του απορρέει από στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά. Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, εξαιρουμένης της αλλοιώσεως αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, νομικό ζήτημα το οποίο, ως τέτοιο, θα υπέκειτο στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2001, C-449/99 P, ΕΤΕΠ κατά Hautem, Συλλογή 2001, σ. Ι-6733, σκέψη 44, και της 7ης Νοεμβρίου 2002, C-184/01 P, Hirschfeldt κατά ΕΟΠ, η οποία δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 40).
36 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν φαίνεται να υπήρξε αλλοίωση από το Πρωτοδικείο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του. Ως εκ τούτου, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
37 Ο E. O'Hannrachain προσάπτει επίσης στο Πρωτοδικείο ότι, με τη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποκατέστησε την ΑΔΑ στην εκτίμησή της. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο τήρησε τα όρια του ελέγχου που είναι αρμόδιο να ασκεί, τα οποία το ίδιο διευκρίνισε ορθώς με τη σκέψη 57 της εν λόγω αποφάσεως.
38 Ο E. O'Hannrachain υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η απόφαση περί διορισμού του Lopez Veiga στην επίδικη θέση δεν είναι αιτιολογημένη κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα εκτιμήσεως εάν ο επιλεγείς πράγματι πληρούσε τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως.
39 Η αιτίαση αυτή, η οποία αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποίαν υπέχει το Κοινοβούλιο, δεν υποβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Βεβαίως, προβλήθηκε από τον E. O'Hannrachain με την προηγουμένως ασκηθείσα διοικητική του ένσταση. Ωστόσο, αυτή δεν επανελήφθη αυτούσια στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου. Εάν επιτρεπόταν σε διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό τον οποίον δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου, τότε θα του παρείχετο η δυνατότητα να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο έχει περιορισμένη αρμοδιότητα επί αναιρέσεων, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από αυτήν την οποίαν εκδίκασε το Πρωτοδικείο (απόφαση της 1ης Ιουλίου 1999, C-155/98 P, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-4069, σκέψη 41). Συνεπώς, η εν λόγω αιτίαση πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
40 Επομένως, ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
41 Με τον πέμπτο λόγο, ο E. O'Hannrachain προσάπτει κατ' ουσίαν στο Πρωτοδικείο ότι, με τις σκέψεις 84 έως 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρέβη τα άρθρα 7 και 27 του ΚΥΚ, καθώς και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον δεν ανέτρεψε τον διορισμό υποψηφίου μη πληρούντος τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως, ενώ ο αναιρεσείων τις πληρούσε καθ' ολοκληρίαν.
42 Ο E. O'Hannrachain διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε στην εκτίμησή του δεχόμενο, με τη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ΑΔΑ δεν διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως όσον αφορά το συμβατό της υποψηφιότητας του Lopez Veiga προς τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως, καθώς αυτός δεν διαθέτει «εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις» στον τομέα του προϋπολογισμού και των δημόσιων οικονομικών όπως απαιτούσε η ανακοίνωση. Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, με τη σκέψη 87 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια του «συμφέροντος της υπηρεσίας», διότι ευθύνες γενικού και πολιτικού χαρακτήρα δεν μπορούν να αναπληρώσουν εγκύρως τις τεχνικές γνώσεις οι οποίες συνδέονται στενά με την άσκηση των καθηκόντων της επίδικης θέσεως.
43 Με τις αιτιάσεις αυτές, ο E. O'Hannrachain αμφισβητεί εκ νέου την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο. Ως εκ τούτου, πρέπει ομοίως να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
44 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο πέμπτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ότι δεν ελήφθη υπόψη η έννοια της καταχρήσεως εξουσίας
45 Με τον τέταρτο λόγο, ο E. O'Hannrachain ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι, με τις σκέψεις 109, 111, 112 και 116 έως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την έννοια της καταχρήσεως εξουσίας, αρνούμενο να αναγνωρίσει ότι οι πολυάριθμες, αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις, τις οποίες επικαλέσθηκε ο νυν αναιρεσείων, μπορούν να καταδείξουν ότι υπάρχει κατάχρηση εξουσίας.
46 Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η έννοια της καταχρήσεως εξουσίας έχει συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής, το οποίο αναφέρεται στην εκ μέρους της διοικητικής αρχής χρήση των εξουσιών της προς επίτευξη σκοπού διαφορετικού από εκείνον για τον οποίον τής έχουν απονεμηθεί. Μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον εάν φαίνεται, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συνεκτικών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό, ή τουλάχιστον πρωταρχικό, σκοπό διαφορετικό από αυτούς που επικαλείται το εκδόν όργανο ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η νομοθεσία για την αντιμετώπιση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως (βλ. την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-110/97, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-8763, σκέψη 137).
47 Το Πρωτοδικείο δεν απέστη αυτής της νομολογίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
48 Ειδικότερα, ο E. O'Hannrachain προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εξέτασε χωριστά, και όχι ως σύνολο, τις ενδείξεις που επικαλέσθηκαν οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες-ενάγοντες προς στήριξη των ισχυρισμών τους ότι ο Lopez Veiga ήταν ο υποψήφιος που είχε προεπιλεγεί από την ΑΔΑ και ο διορισμός του ήταν αποτέλεσμα μη νόμιμης διαδικασίας.
49 Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι, με τις σκέψεις 106 έως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε λεπτομερώς τα πραγματικά γεγονότα βάσει των οποίων έγινε ο διορισμός του Lopez Veiga και τα οποία, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες-ενάγοντες, αποτελούσαν κατάχρηση εξουσίας. Δεν προκύπτει από τις προαναφερόμενες σκέψεις ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε τις ενδείξεις, τις οποίες επικαλέσθηκαν οι ενδιαφερόμενοι προς στήριξη του ισχυρισμού τους περί καταχρήσεως εξουσίας, χωριστά και όχι ως σύνολο. Βεβαίως, με τη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, αναφερόμενο στο βραχύτατο χρονικό διάστημα το οποίο παρήλθε από την απόφαση του Προεδρείου να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ έως την απόφαση περί διορισμού του Lopez Veiga στην επίδικη θέση, ότι «το στοιχείο αυτό δεν μπορεί [...], από μόνο του, να αποδείξει την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας εκ μέρους του Προεδρείου του Κοινοβουλίου». Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από το σύνολο των σκέψεων 106 έως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο πράγματι προέβη σε συνολική εκτίμηση των ενδείξεων οι οποίες του υποβλήθηκαν προς στήριξη του λόγου αυτού.
50 Ο E. O'Hannrachain προσάπτει επίσης στο Πρωτοδικείο ότι προέβη σε επιλογή μεταξύ των εγγράφων που του υπέβαλαν οι προσφεύγοντες-ενάγοντες και απέρριψε εσκεμμένως, με καθαρώς αυθαίρετη αιτιολογία, τα έγγραφα που ήταν δυσμενή για τον διορισμό του Lopez Veiga, ιδίως δε το δημοσίευμα στον τύπο «Liberals and Greens oppose political patronage» και το απόσπασμα του βιβλίου με τίτλο «Babilonia y babel: el Parlamento Europeo desde dentro». Συναφώς, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι παρόμοια έγγραφα, προερχόμενα από τρίτους και μεταγενέστερα της αποφάσεως του Προεδρείου περί διορισμού του Lopez Veiga, δεν μπορούν να αποτελέσουν λυσιτελείς και αντικειμενικές ενδείξεις καταχρήσεως εξουσίας.
51 Τέλος, ο E. O'Hannrachain διατείνεται ότι η αναγνώριση του γεγονότος, με τη σκέψη 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο Lopez Veiga έλαβε μέρος στην προπαρασκευή της διαδικασίας διορισμού για τη θέση, στην οποία διορίσθηκε ο ίδιος, αποδεικνύει, από μόνη της, την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας.
52 Είναι αληθές ότι ο Lopez Veiga, λόγω των καθηκόντων του ως προϊσταμένου του ιδιαίτερου γραφείου του Προέδρου του Κοινοβουλίου, κλήθηκε να πληροφορήσει τον Γενικό Γραμματέα του οργάνου αυτού για τον τρόπο καταρτίσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Πάντως, το γεγονός αυτό και μόνον, εάν συνεκτιμηθεί ιδίως ότι ο Lopez Veiga δεν μπορούσε εγκύρως να υποβάλει υποψηφιότητα βάσει της ανακοινώσεως αυτής, δεν αποδεικνύει ότι η επιλογή, στην οποία τελικώς προέβη η ΑΔΑ, υπό τις συνθήκες που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 8 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είχε κίνητρα άλλα από το συμφέρον της εύρυθμης λειτουργίας του οργάνου. Επομένως, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται να υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κακώς απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι επίδικες αποφάσεις εκδόθηκαν κατά κατάχρηση εξουσίας. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από τη μη συμμόρφωση προς την αρχή της υγιούς διαχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως καθώς και από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
53 Ο E. O'Hannrachain υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι το Πρωτοδικείο, επικυρώνοντας τον διορισμό του Lopez Veiga, παρέβη την αρχή της υγιούς διαχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως. Εξάλλου, κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο παρέβη την αρχή της αιτιολογήσεως, δεχόμενο ότι ο εν λόγω διορισμός στηρίζεται σε βάσιμους λόγους.
54 Το Πρωτοδικείο, αναφέροντας απλώς, στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Κοινοβούλιο, με την απόφαση περί διορισμού του Lopez Veiga, «παρέμεινε εντός ευλόγων ορίων και δεν διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως», εκτίμησε κακώς τα πραγματικά περιστατικά και ερμήνευσε εσφαλμένως το δίκαιο. Αντιθέτως, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδείχθηκε ότι το Κοινοβούλιο προέβη σε διορισμό με πολιτικά κίνητρα υπέρ προσώπου που δεν πληρούσε τις ειδικές απαιτήσεις της επίδικης θέσεως, κατόπιν μη νόμιμης και εσκεμμένως στρεβλής διαδικασίας.
55 Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς υπέμνησε, με τη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, όπως προκύπτει από την εκ μέρους του εξέταση των διατυπωθεισών αιτιάσεων, το Προεδρείο, με την απόφαση περί διορισμού του Lopez Veiga, παρέμεινε εντός ευλόγων ορίων και δεν διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι το Κοινοβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς την επιλογή των πλέον ενδεδειγμένων μέσων για την κάλυψη των αναγκών του σε προσωπικό (βλ. σχετικώς την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1989, 341/85, 251/86, 258/86, 259/86 262/86 και 266/86, 222/87 και 232/87, Van der Stijl και Cullington κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 511, σκέψη 11). Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η ΑΔΑ παραβίασε την αρχή της υγιούς διαχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως.
56 Τέλος, το επιχείρημα που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της αιτιολογήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε, με τη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη παραβιάσεως της εν λόγω αρχής αφορούν το πρόσφορο της αιτιολογίας περί αντιστοιχίας των προσόντων του Lopez Veiga προς εκείνα που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως, και όχι την επάρκεια αυτής.
57 Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
58 Δεδομένου ότι απορρίφθηκε το αίτημα περί ακυρώσεως των επίδικων αποφάσεων, το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 136 έως 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ορθώς απέρριψε το αίτημα των προσφευγόντων-εναγόντων περί ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης την οποίαν ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, εφόσον ουδόλως απέδειξαν παρανομία διαπραχθείσα από το Κοινοβούλιο. Εφόσον ο E. O'Hannrachain δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα δυνάμενο να ανατρέψει το σκεπτικό αυτό, το αίτημά του περί αποζημιώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι βάσιμο.
59 Κατόπιν των προεκτεθέντων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην κατ' αναίρεση διαδικασία βάσει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον νικήσαντα διάδικο. Βάσει του άρθρου 70 του εν λόγω κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Ωστόσο, βάσει του άρθρου 122, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί αναιρέσεως που ασκήθηκε από μόνιμο ή μη μόνιμο υπάλληλο κατά του οικείου οργάνου. Επειδή το Κοινοβούλιο ζήτησε να καταδικασθεί ο E. O'Hannrachain στα δικαστικά έξοδα και ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον E. O'Hannrachain στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy