Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Υποχρέωση καταρτίσεως ειδικών προγραμμάτων για τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες - Περιεχόμενο - Ανάγκη καταρτίσεως προγραμμάτων και ποιοτικών στόχων - Πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρο 7 και παράρτημα, κατάλογος ΙΙ)
Περίληψη
$$Από τις απαιτήσεις της εξειδικεύσεως και της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως, τα οποία πρέπει να καταρτιστούν από τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, όπως αυτές συνάγονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι προβλεπόμενοι στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου ποιοτικοί στόχοι αποτελούν ουσιώδες στοιχείο των εν λόγω προγραμμάτων και πρέπει, ως εκ τούτου, να καθορίζονται βάσει εξετάσεως των υδάτων υποδοχής σε σχέση με καθεμία από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ που περιέχονται σε παράρτημα της οδηγίας και που είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται στις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους, διότι άλλως θα θιγόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω οδηγίας. Πράγματι, η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη ικανή να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος καθορισμού ποιοτικών στόχων για την εκτέλεση των εν λόγω προγραμμάτων, εφόσον η εν λόγω ερμηνεία είναι η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει ότι οι ως άνω στόχοι θα παρέχουν ακριβή στοιχεία σχετικά με την ποιότητα των υδάτων υποδοχής προκειμένου να καθοριστούν τα πρότυπα αποβολής που προβλέπονται στις χορηγούμενες σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464 προηγούμενες άδειες απορρίψεως.
Επομένως, συλλογικοί ποιοτικοί στόχοι για τα ύδατα οι οποίοι προβλέπονται από εθνική ρύθμιση και καθορίζονται σε σχέση με μια ταξινόμηση βασιζόμενη σε πέντε ποιοτικά επίπεδα τα οποία λαμβάνουν υπόψη πολλές γενικές παραμέτρους, μια από τις οποίες αφορά την περιεκτικότητα των υδάτων σε επικίνδυνες ουσίες που προέρχονται από βιομηχανικές απορρίψεις, δεν εξασφαλίζουν ορθή μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464 στο εσωτερικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, η εν λόγω γενική παράμετρος, μη επιτρέποντας πάντοτε τον καθορισμό αρκούντως αυστηρών τιμών για κάθε συνθετικό στοιχείο του καταλόγου ΙΙ, εξεταζόμενο ατομικώς, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για τον ορισμό των προτύπων αποβολής που καθορίζονται στις χορηγούμενες σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας άδειες απορρίψεως.
( βλ. σκέψεις 65-68, 71-72 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-130/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Valero Jordana και την J. Adda, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τους D. Colas και G. de Bergues,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη καταρτίζοντας προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους για τις 99 επικίνδυνες ουσίες που απαριθμούνται σε παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής και μη ανακοινώνοντας περιληπτικώς στην Επιτροπή τα εν λόγω προγράμματα καθώς και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους, κατά παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, Β. Σκουρή (εισηγητή), F. Macken και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη καταρτίζοντας προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους για τις 99 επικίνδυνες ουσίες που απαριθμούνται σε παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής (στο εξής: επίδικες ουσίες) και μη ανακοινώνοντας περιληπτικώς στην Επιτροπή τα εν λόγω προγράμματα καθώς και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους, κατά παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
Νομικό πλαίσιο
2 Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία 76/464 έχει αντικείμενο την προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος της Κοινότητας από τη ρύπανση, ιδίως αυτή που προκαλείται από ορισμένες ανθεκτικές τοξικές και βιοσυσσωρεύσιμες ουσίες.
3 Προς τούτο, η οδηγία 76/464 διακρίνει μεταξύ δύο κατηγοριών επικινδύνων ουσιών, τις οποίες το παράρτημα της οδηγίας αυτής ταξινομεί, αντιστοίχως, σε κατάλογο Ι και σε κατάλογο ΙΙ οικογενειών και ουσιών.
4 Ο κατάλογος Ι, που περιλαμβάνεται σε παράρτημα της οδηγίας 76/464 (στο εξής: κατάλογος Ι), αφορά ορισμένες ιδιαίτερα επικίνδυνες μεμονωμένες ουσίες.
5 Από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι το σύστημα των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι σκοπεί στην εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες αυτές, των οποίων κάθε απόρριψη πρέπει να υπόκειται σε προηγούμενη άδεια καθορίζουσα, ενδεχομένως, τα πρότυπα αποβολής των ουσιών αυτών και χορηγούμενη από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους.
6 Για τις ίδιες αυτές ουσίες, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 76/464 προβλέπει ότι το Συμβούλιο, αποφαινόμενο μετά από πρόταση της Επιτροπής, θεσπίζει οριακές τιμές τις οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα πρότυπα αποβολής, καθώς και ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται ιδίως βάσει της τοξικότητας, της ανθεκτικότητας στο περιβάλλον και της συσσωρεύσεως των εν λόγω ουσιών στους ζώντες οργανισμούς και στα ιζήματα.
7 Ο κατάλογος ΙΙ, που περιλαμβάνεται σε παράρτημα της οδηγίας 76/464 (στο εξής: κατάλογος ΙΙ), αφορά ουσίες που έχουν βλαβερές συνέπειες για το υδάτινο περιβάλλον, συνέπειες οι οποίες μπορούν πάντως να περιοριστούν σε ορισμένη ζώνη και που εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά των υδάτων υποδοχής καθώς και από την τοποθεσία στην οποία ευρίσκονται τα εν λόγω ύδατα.
8 Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του καταλόγου ΙΙ, ο εν λόγω κατάλογος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ουσίες που αποτελούν μέρος των οικογενειών και των ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι και για τις οποίες οι οριακές τιμές αποβολής του άρθρου 6 της οδηγίας 76/464 δεν έχουν καθοριστεί από το Συμβούλιο. Επί του παρόντος, 99 ουσίες, οι οποίες αποτελούν επίσης τις επίδικες ουσίες, καλύπτονται από το ως άνω σημείο του καταλόγου ΙΙ και εμπίπτουν ως εκ τούτου στο καθεστώς που ισχύει για τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ.
9 Το καθεστώς που ισχύει για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 76/464, στη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες αυτές μέσω καταλλήλων μέτρων που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη.
10 Τα μέτρα αυτά διευκρινίζονται στο άρθρο 7 της οδηγίας, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα του προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, απαιτείται προηγουμένη άδεια της αρμοδίας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Τα προγράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
4. Τα προγράμματα δύνανται επίσης να περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις για τη σύνθεση και τη χρήση ουσιών ή ομάδων ουσιών καθώς και προϊόντων, λαμβάνουν δε υπόψη τις τελευταίες οικονομικώς εφικτές τεχνικές εξελίξεις.
5. Τα προγράμματα θέτουν τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεώς τους.
6. Τα προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινώνονται περιληπτικώς στην Επιτροπή.
7. Η Επιτροπή, μαζί με τα κράτη μέλη, οργανώνει συστηματικούς συγκριτικούς ελέγχους των προγραμμάτων για την εξασφάλιση επαρκούς συντονισμού κατά την πραγματοποίησή τους. Αν η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, υποβάλλει για τον σκοπό αυτό στο Συμβούλιο προτάσεις επί του θέματος.»
11 Η οδηγία 76/464 δεν τάσσει καμία προθεσμία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο. Ωστόσο, το άρθρο 12, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η Επιτροπή διαβιβάζει στο Συμβούλιο, αν είναι δυνατό εντός προθεσμίας 27 μηνών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω οδηγίας, τις πρώτες προτάσεις που υποβλήθηκαν βάσει συγκριτικού ελέγχου των καταρτισθέντων από τα κράτη μέλη προγραμμάτων. Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι τα τελευταία δεν ήσαν σε θέση να της παράσχουν προσήκοντα στοιχεία εντός της προθεσμίας αυτής, τους πρότεινε, με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1976, να θεωρήσουν τη 15η Σεπτεμβρίου 1981 ως καταληκτική ημερομηνία καταρτίσεως των προγραμμάτων και τη 15η Σεπτεμβρίου 1986 ως καταληκτική ημερομηνία για την εφαρμογή τους.
12 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 76/464, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377, σ. 48), προβλέπει τα εξής:
«Κάθε τρία χρόνια, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή πληροφορίες για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας μέσω μιας τομεακής έκθεσης η οποία καλύπτει και τις άλλες σχετικές κοινοτικές οδηγίες. Η έκθεση αυτή καταρτίζεται βάσει ερωτηματολογίου ή σχεδιαγράμματος το οποίο καταρτίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 91/692/ΕΟΚ [...]. Το ερωτηματολόγιο ή το σχεδιάγραμμα αυτό αποστέλλεται στα κράτη μέλη έξι μήνες πριν από την έναρξη της περιόδου που καλύπτει η έκθεση. Η έκθεση υποβάλλεται στην Επιτροπή εντός εννέα μηνών από τη λήξη της τριετίας την οποία καλύπτει.
Η πρώτη έκθεση καλύπτει την περίοδο από 1993 μέχρι και 1995.»
Η διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής
13 Με έγγραφο της 21ης Αυγούστου 1985, η Επιτροπή υπενθύμισε στη Γαλλική Κυβέρνηση τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τη Γαλλική Δημοκρατία από το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464. Σε απάντηση στο εν λόγω έγγραφο, η ως άνω κυβέρνηση ανακοίνωσε στην Επιτροπή, στις 31 Ιανουαρίου 1986, πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τα μέτρα που αφορούν τη ρύπανση από τον μόλυβδο, τον χαλκό, τον ψευδάργυρο και το νικέλιο.
14 Κατόπιν συσκέψεων εθνικών εμπειρογνωμόνων, που έλαβαν χώρα την 31η Ιανουαρίου και την 1η Φεβρουαρίου 1989, στις οποίες συμφωνήθηκε ο πίνακας των 99 ουσιών κατά προτεραιότητα του καταλόγου ΙΙ, η Επιτροπή κάλεσε τη Γαλλική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1989, να της ανακοινώσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως που προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 76/464. Το έγγραφο αυτό έμεινε αναπάντητο.
15 Με έγγραφο της 4ης Απριλίου 1990, η Επιτροπή κάλεσε εκ νέου τη Γαλλική Κυβέρνηση να της ανακοινώσει έναν ενημερωμένο κατάλογο εμφαίνοντα εκείνες από τις επίδικες ουσίες που απορρίπτονταν στο υδάτινο περιβάλλον της Γαλλίας, τους ποιοτικούς στόχους που ίσχυαν κατά τον χρόνο χορηγήσεως των αδειών απορρίψεως και, ενδεχομένως, τους λόγους για τους οποίους δεν είχαν καθοριστεί τέτοιοι στόχοι, καθώς και ένα χρονοδιάγραμμα εμφαίνον τον χρόνο καθορισμού των εν λόγω στόχων εκ μέρους της Γαλλικής Δημοκρατίας.
16 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο ως άνω έγγραφο.
17 Με έγγραφο οχλήσεως της 26ης Φεβρουαρίου 1991, η Επιτροπή κάλεσε τη Γαλλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της όσον αφορά μια αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, η οποία προκύπτει από τη μη κατάρτιση προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως που προκαλείται από τις επίδικες ουσίες.
18 Με έγγραφα της 25ης Οκτωβρίου 1991 και της 22ας Απριλίου 1993, η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρθηκε στα μέτρα που είχαν ληφθεί για τη μεταφορά του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αμφισβητώντας παράλληλα την ανάγκη αριθμητικού καθορισμού των ποιοτικών στόχων για κάθε επίδικη ουσία.
19 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι όφειλε να διαπιστώσει εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, απηύθυνε, στις 18 Μα_ου 1993, αιτιολογημένη γνώμη στη Γαλλική Δημοκρατία.
20 Με έγγραφα της 30ής Ιουλίου 1993 και της 20ής Ιουνίου 1996, η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε στην ως άνω αιτιολογημένη γνώμη. Στις 26 Νοεμβρίου 1996, διαβίβασε στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων που απορρέουν από την οδηγία 91/692, πολλές εκθέσεις που αφορούσαν την εφαρμογή των οδηγιών σχετικά με τα ύδατα, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 76/464.
21 Με έγγραφο της 28ης Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή ζήτησε από τις γαλλικές αρχές, με την επιφύλαξη της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που είχε κινηθεί κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, να της παράσχουν πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464. Το έγγραφο αυτό έμεινε αναπάντητο.
22 Δεδομένου ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη, στην αιτιολογημένη γνώμη της 18ης Μα_ου 1993, το έγγραφο της Γαλλικής Κυβερνήσεως της 22ας Απριλίου 1993, διευκρίνισε το περιεχόμενο της προσαπτόμενης στη Γαλλική Δημοκρατία παραβάσεως με συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη της 24ης Φεβρουαρίου 2000 και κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
23 Μη έχοντας λάβει καμία απάντηση και θεωρώντας ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε θεσπίσει εμπροθέσμως τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη που της είχε απευθύνει, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, καίτοι διαφαίνεται ότι η Γαλλική Δημοκρατία εφάρμοσε ορισμένα μέτρα που αποσκοπούσαν στην καταπολέμηση της ρυπάνσεως του υδάτινου περιβάλλοντος από τις επικίνδυνες ουσίες, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως που προκαλείται από τις επίδικες ουσίες περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα υποδοχής, υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464.
25 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι οι ποιοτικοί στόχοι που καθορίζονται από τη γαλλική ρύθμιση περί των υδάτων εντός των οποίων απορρίπτονται οι επίδικες ουσίες δεν αντιστοιχούν στην κατά την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου έννοια των ποιοτικών στόχων.
26 Αφετέρου, η Επιτροπή προβάλλει ότι από την εξέταση του συνόλου των μέτρων που ανακοινώθηκαν από τη Γαλλική Κυβέρνηση ως μέτρα μεταφοράς του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464 στο εσωτερικό δίκαιο δεν προκύπτει η ύπαρξη προγραμματικών ενεργειών συμφώνων προς την εν λόγω οδηγία. Η Επιτροπή φρονεί κατ' ουσίαν ότι πρόκειται για σειρά μέτρων που δεν είναι συντονισμένα μεταξύ τους, δεν περιέχουν χρονοδιάγραμμα, δεν θέτουν σε εφαρμογή έναν συγκεκριμένο και διαρθρωμένο σχεδιασμό που να καθορίζει συγκεκριμένους στόχους για τη μείωση των αποβολών οι οποίοι πρέπει να επιτευχθούν εντός ορισμένης προθεσμίας, δεν έχουν διαφανή, πλήρη και παρουσιάζουσα συνοχή διάρθρωση ούτε καλύπτουν το σύνολο των υδάτων υποδοχής που βρίσκονται εντός της γαλλικής επικράτειας.
27 Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι, ακόμη και αν όντως καταρτίσθηκαν προγράμματα υπό την έννοια της οδηγίας 76/464, οι γαλλικές αρχές δεν της ανακοίνωσαν ούτε τα προγράμματα αυτά ούτε τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους, κατά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας.
28 Η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι κατάρτισε και εφάρμοσε ένα εθνικό πρόγραμμα μειώσεως της ρυπάνσεως που προκαλείται από τις ουσίες που μνημονεύονται στον κατάλογο ΙΙ και ότι τα θεμελιώδη στοιχεία του προγράμματος αυτού γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή, έστω και με την απάντηση της εν λόγω κυβερνήσεως στο έγγραφο οχλήσεως. Πάντως, η ως άνω κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η προσκόμιση των διαβιβασθέντων στην Επιτροπή εγγράφων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προ της ασκήσεως της προσφυγής κατέστησε δυσχερή την κατανόηση της λογικής στην οποία στηρίχθηκε η στρατηγική της όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 76/464 στο εσωτερικό δίκαιο.
29 Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, κατ' ουσίαν, το ως άνω πρόγραμμα για τη μεταφορά της οδηγίας περιλαμβάνει, αφενός, την υποχρέωση των βιομηχάνων, οι οποίοι είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για τις απορρίψεις επικινδύνων ουσιών, να πραγματοποιούν εργασίες απορρυπάνσεως στις λίαν ρυπογόνες εγκαταστάσεις και, αφετέρου, ενέργειες που εφαρμόζονται στο σύνολο της επικράτειας και καλύπτουν ορισμένους βιομηχανικούς τομείς, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές πηγές ρυπάνσεως, όταν αυτές δεν μπορούν να εντοπιστούν.
30 Συγκεκριμένα, το κύριο μέσο εφαρμογής του ως άνω προγράμματος είναι η εκτέλεση εργασιών απορρυπάνσεως στις ταξινομημένες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, οι οποίες προβλέπονται με την απειλή της μη λήψεως, εκ μέρους των βιομηχάνων, αδειών λειτουργίας οσάκις οι απορρίψεις των εγκαταστάσεων αυτών δεν είναι σύμφωνες προς τους τοπικώς καθοριζόμενους ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα. Επομένως, το πρόγραμμα αυτό στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον νόμο 76-663, της 19ης Ιουλίου 1976, περί των εγκαταστάσεων που έχουν ταξινομηθεί για την προστασία του περιβάλλοντος (JORF της 20ής Ιουλίου 1976, σ. 4320, στο εξής: νόμος 76-663), ο οποίος διέπει την έκδοση νομαρχιακών αποφάσεων περί εγκρίσεως της λειτουργίας 65 000 περίπου εγκαταστάσεων. Έτσι, στο επίπεδο της αποφάσεως περί εγκρίσεως της λειτουργίας της μεμονωμένης εγκαταστάσεως καθορίζονται, σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά της εγκαταστάσεως αυτής, οι επικίνδυνες ουσίες που ενδέχεται να απορριφθούν στα ύδατα, η επίδραση των απορρίψεων των ουσιών αυτών, η αναγκαιότητα, ενδεχομένως, των εργασιών που πρέπει να πραγματοποιήσουν οι βιομήχανοι και το χρονοδιάγραμμα εκτελέσεως των εργασιών αυτών.
31 Όσον αφορά ειδικότερα την αιτίαση που αντλείται από την έλλειψη ποιοτικών στόχων συμφώνων προς τις διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι έχει καθορίσει, ανά υδάτινο ρεύμα, ποιοτικούς στόχους, μία από τις παραμέτρους των οποίων είναι το εύρος των βιομηχανικών απορρίψεων, και ότι έχει διαβιβάσει την Επιτροπή τους χάρτες που ανακεφαλαιώνουν τους στόχους αυτούς. Ειδικότερα, με την απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι είχαν εκπονηθεί χάρτες, σε επίπεδο διοικητικών διαμερισμάτων, που αφορούσαν τους εν λόγω στόχους και ότι οι χάρτες αυτοί καταδεικνύουν τους καθορισθέντες στόχους, ανά υδάτινο ρεύμα, κατόπιν αξιολογήσεως των αναγκαίων επενδύσεων σε διάφορες περιπτώσεις και διαβουλεύσεως με τους ενδιαφερομένους. Οι χάρτες αυτοί καθόριζαν το πλαίσιο της γενικής δράσεως, από πρακτικής απόψεως, των υπηρεσιών που ήσαν επιφορτισμένες με τον έλεγχο της ποιότητας των υδάτων και ως εκ τούτου αποτελούν ουσιώδες μέσο εφαρμογής του νόμου 76-663. Τα εν λόγω στοιχεία υπομνήσθηκαν τόσο με το δεύτερο έγγραφο απαντήσεως στο έγγραφο οχλήσεως όσο και με την απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη της 18ης Μα_ου 1993.
32 Η Γαλλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι ο νόμος 64-1245, της 16ης Δεκεμβρίου 1964, περί του καθεστώτος που διέπει τα ύδατα, περί της κατανομής των υδάτων και περί της καταπολεμήσεως της ρυπάνσεώς τους (JORF της 18ης Δεκεμβρίου 1964, σ. 11258), διέπει τον καθορισμό των ποιοτικών στόχων και ότι η εγκύκλιος της 17ης Μαρτίου 1978 σχετικά με την πολιτική των ποιοτικών στόχων των υδάτινων ρευμάτων, των τμημάτων των υδάτινων ρευμάτων, των καναλιών, των λιμνών ή των δεξαμενών, όρισε δύο κλιμάκια κατάλληλα για τον καθορισμό των εν λόγω στόχων.
33 Η ως άνω κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι οι ποιοτικοί στόχοι καθορίζονται με γνώμονα μια δέσμη κριτηρίων εκτιμήσεως της γενικής ποιότητας του ύδατος, η οποία ανακοινώθηκε στην Επιτροπή σε παράρτημα του υπομνήματος αντικρούσεως. Τα κριτήρια αυτά, τα οποία καταρτίστηκαν από τον Ινστιτούτο Υδρολογικών Ερευνών το 1971, επιτρέπουν να γίνει διάκριση της ποιότητας των υδάτων σε πέντε επίπεδα (1A: νερό άριστης ποιότητας, 1B: νερό καλής ποιότητας, 2: νερό μέσης ή ανεκτής ποιότητας, 3: μολυσμένο νερό και 4C: μη χρησιμοποιήσιμο νερό).
34 Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι καθένα από τα επίπεδα αυτά προϋποθέτει την τήρηση πολλών παραμέτρων και ότι ναι μεν οι παράμετροι αυτές δεν εντάσσονται όλες στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως των επικινδύνων ουσιών, πλην όμως μία από τις εν λόγω παραμέτρους αφορά ειδικώς την περιεκτικότητα των υδάτων σε επικίνδυνες ουσίες που προέρχονται από βιομηχανικές απορρίψεις. Ωστόσο, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν προέβη στη μέτρηση της συγκεντρώσεως καθεμιάς από τις επίδικες ουσίες σε όλα τα σχετικά ύδατα.
35 Με την εγκύκλιο 90-55, της 18ης Μα_ου 1990, που αφορά τις τοξικές απορρίψεις στα ύδατα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος διεξήγαγε, σε περιφερειακό επίπεδο, απογραφή των βιομηχανικών απορρίψεων, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, τις επίδικες ουσίες και πραγματοποιήθηκε μέσω ερευνών σχετικά με τη βιομηχανική επεξεργασία που πραγματοποιείται στις εγκαταστάσεις καθώς και μέσω αναλύσεων των απορρίψεων που πραγματοποιήθηκαν. Η απογραφή αυτή επέτρεψε να αναθεωρηθούν οι αποφάσεις περί εγκρίσεως της λειτουργίας των ταξινομημένων εγκαταστάσεων στις περιπτώσεις που αυτό ήταν επιβεβλημένο.
36 Η Γαλλική Κυβέρνηση εκθέτει ότι, για την εδραίωση της νομικής βάσεως της εφαρμοστέας εν προκειμένω ρυθμίσεως, θέσπισε τον νόμο 92-3, της 3ης Ιανουαρίου 1992, περί των υδάτων (JORF της 4ης Ιανουαρίου 1992, σ. 2946, στο εξής: νόμος 92-3) και την απόφαση της 1ης Μαρτίου 1993, σχετικά με τη δειγματοληψία και την κατανάλωση ύδατος και σχετικά με τις πάσης φύσεως απορρίψεις των ταξινομημένων εγκαταστάσεων για την προστασία του περιβάλλοντος που υπόκεινται σε έγκριση (JORF της 28ης Μαρτίου 1993, σ. 5283, στο εξής: απόφαση της 1ης Μαρτίου 1993). Η ως άνω κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η ρύθμιση αυτή προβλέπει, εκτός από τον καθορισμό ποιοτικών στόχων ανά υδάτινο ρεύμα και τη συνεκτίμηση των στόχων αυτών μέσω της εφαρμογής της ρυθμίσεως σχετικά με τις ταξινομημένες εγκαταστάσεις, και τον καθορισμό οριακών τιμών για τις ουσίες που απαριθμούνται στους καταλόγους Ι και ΙΙ ως προς τις οποίες ένας τέτοιος καθορισμός είναι απαραίτητος. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι οι εν λόγω εθνικές οριακές τιμές μπορούν να καταστούν αυστηρότερες, σε νομαρχιακό επίπεδο, αν ο νομάρχης το κρίνει αναγκαίο, λαμβανομένων υπόψη των ποιοτικών στόχων για τα ύδατα.
37 Η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται επίσης στην απόφαση, της 2ας Φεβρουαρίου 1998, σχετικά με τη δειγματοληψία και την κατανάλωση ύδατος και σχετικά με τις πάσης φύσεως αποβολές των ταξινομημένων εγκαταστάσεων για την προστασία του περιβάλλοντος που υπόκεινται σε έγκριση (JORF της 3ης Μαρτίου 1998, σ. 3247), το άρθρο 22 της οποίας ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[ο]ι οριακές τιμές απορρίψεως στα ύδατα πρέπει να είναι συμβατές με τους ποιοτικούς στόχους του περιβάλλοντος υποδοχής, με τους προσανατολισμούς του σχεδίου διευθετήσεως και διαχειρίσεως των υδάτων και με τον ιχθυοκαλλιεργητικό προσανατολισμό του περιβάλλοντος» και ότι, «[π]ρος τούτο, η απόφαση περί εγκρίσεως ορίζει πολλά επίπεδα οριακών τιμών ανάλογα με την παροχή του υδάτινου ρεύματος, το ποσοστό του διαλυμένου οξυγόνου ή κάθε άλλη σημαντική παράμετρο ή την εποχή του χρόνου κατά την οποία πραγματοποιείται η απόρριψη».
38 Η Επιτροπή προβάλλει, εκ προοιμίου, ότι από το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 76/464 προκύπτει ότι οι ποιοτικοί στόχοι αποτελούν συγχρόνως ένα ουσιώδες στοιχείο των προγραμμάτων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, του οποίου στοιχείου η ενδεχόμενη απουσία καθιστά τα εν λόγω προγράμματα ατελή, και τον δείκτη ποιότητας με γνώμονα τον οποίο είναι δυνατή η έκδοση των αδειών απορρίψεως. Ελλείψει προγραμμάτων και ποιοτικών στόχων, δεν θα ήταν δυνατό να χορηγούνται άδειες σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 2.
39 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι οι ποιοτικοί στόχοι πρέπει να καθορίζονται βάσει προσεγγίσεως σχετικής με το υδάτινο περιβάλλον υποδοχής και ανά λεκάνη, λαμβανομένων υπόψη όλων των απορρίψεων σε μια ορισμένη επιφάνεια ύδατος, ανεξαρτήτως της φύσεως και της προελεύσεώς τους. Συνεπώς, καμία νέα απόρριψη συγκεκριμένης ουσίας δεν μπορεί να επιτραπεί, ανεξαρτήτως των εφαρμοστέων προτύπων αποβολής, οσάκις το υδάτινο περιβάλλον, εντός του οποίου σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί η εν λόγω απόρριψη, περιέχει την ουσία αυτή σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που προκύπτει από τους σχετικούς ποιοτικούς στόχους.
40 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, ομοίως, τα προβλεπόμενα στις άδειες πρότυπα αποβολής δεν μπορούν να καθορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, αλλά πρέπει να καθορίζονται κατά περίπτωση, με γνώμονα την κατάσταση του οικείου υδάτινου περιβάλλοντος, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η τήρηση των ποιοτικών στόχων.
41 Εξάλλου, η Επιτροπή προβάλλει ότι, στην πράξη, η εξατομίκευση των επιδίκων ουσιών παρέσχε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους σε ουσίες που περιγράφονται ονομαστικώς και διευκόλυνε τον καθορισμό ποιοτικών στόχων.
42 Αφού εξέτασε τους ποιοτικούς στόχους που οι γαλλικές αρχές ισχυρίζονται ότι εφάρμοσαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 76/464, η Επιτροπή επισημαίνει, ευθύς εξ αρχής, ότι, σε αντίθεση με ό,τι υποστήριξαν οι εν λόγω αρχές με τα έγγραφά τους της 22ας Απριλίου και της 30ής Ιουλίου 1993, η έναρξη ισχύος του νόμου 92-3 ουδόλως μετέβαλε, στο μέτρο που η πληροφόρηση της Επιτροπής είναι πλήρης, τη νομική ισχύ και την πρακτική σημασία ή το περιεχόμενο των ποιοτικών στόχων για τα υδάτινα ρεύματα που μνημονεύθηκαν στην προγενέστερη αλληλογραφία των εν λόγω αρχών. Όσον αφορά την απόφαση της 1ης Μαρτίου 1993, η Επιτροπή σημειώνει ότι το Conseil d'État (Γαλλία) ακύρωσε την εν λόγω απόφαση στις 21 Οκτωβρίου 1996, ακυρώνοντας έτσι αναδρομικώς τη μεταφορά της οδηγίας 76/464 στο εσωτερικό δίκαιο, χωρίς η ως άνω ακύρωση να έχει γνωστοποιηθεί επισήμως στην Επιτροπή.
43 Εν συνεχεία, η Επιτροπή προβάλλει ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας προ της ασκήσεως της προσφυγής, την ανάγκη καθορισμού ποιοτικών στόχων για καθεμία από τις επίδικες ουσίες. Έτσι, με έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 1991, η κυβέρνηση αυτή υποστήριξε ότι το γεγονός ότι οι εν λόγω στόχοι πρέπει να αφορούν ειδικώς τις επίδικες ουσίες «δεν θα οδηγούσε σε σημαντική μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων» και «θα συνιστούσε μια απάντηση που δεν προσαρμόζεται στον μικρό αριθμό των εγκαταστάσεων». Επιπλέον, με το έγγραφο της 22ας Απριλίου 1993, η εν λόγω κυβέρνηση υποστήριξε τα εξής: «Δεδομένου ότι οι ουσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙ είναι στην πράξη απεριόριστες, δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί ένας ποιοτικός στόχος ανά ουσία. Για τον λόγο αυτό, οι ποιοτικοί στόχοι περιλαμβάνουν τις συνολικές παραμέτρους που είναι οι πλέον κατάλληλες να αντιπροσωπεύσουν την ποιότητα του φυσικού ύδατος. Νέες παράμετροι θα εισαχθούν αφότου αποδειχθεί η κατάλληλότητά τους». Εξάλλου, με το έγγραφο της 30ής Ιουλίου 1993, η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε ότι μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν «ανεφάρμοστη χωρίς τη συνδρομή διοικητικών, τεχνικών και επιστημονικών οργανισμών τέτοιου μεγέθους που δύσκολα μπορεί να το διανοηθεί κανείς».
44 Πάντως, αναφερόμενη στις σκέψεις 33 έως 36 της αποφάσεως της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-184/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1999, σ. Ι-7837), στις οποίες το Δικαστήριο υπενθύμισε τον επιτακτικό χαρακτήρα της καταρτίσεως στόχων σχετικών με κάθε υδάτινο ρεύμα κατόπιν εξετάσεως των υδάτων υποδοχής, η Επιτροπή προβάλλει ότι τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβερνήσεως τα οποία αντλούνται από τις πρακτικές δυσχέρειες που προκύπτουν από την ερμηνεία που δίδει η εν λόγω κυβέρνηση στην έννοια των ποιοτικών στόχων πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή.
45 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ποιοτικοί στόχοι, που καθορίζονται με νομαρχιακή απόφαση και με γνώμονα μια ταξινόμηση που βασίζεται σε πέντε επίπεδα συνολικής ποιότητας, δεν παρέχουν τη δυνατότητα να καταρτιστούν ακριβή ποιοτικά κριτήρια των υδάτων υποδοχής σχετικά με τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ και ιδίως τις επίδικες ουσίες, τα οποία πρέπει να πρυτανεύουν κατά τη χορήγηση αδειών περί απορρίψεων. Η Επιτροπή εκθέτει ότι οι ποιοτικοί στόχοι που μνημονεύονται στην οδηγία 76/464 αναφέρονται προφανώς στα αντικειμενικά χημικά και βιολογικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος στο οποίο απορρίπτονται οι επικίνδυνες ουσίες. Η Επιτροπή συνάγει ότι τέτοιοι ποιοτικοί στόχοι πρέπει να καταρτίζονται κατά τρόπο ακριβή και, επομένως, να είναι αριθμημένοι ανά ουσία και ισχυρίζεται ότι κανένας υπολογισμός προτύπων αποβολής δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί χωρίς τέτοιους αριθμητικούς στόχους.
46 Όσον αφορά τη χρήση συνολικών παραμέτρων, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι γαλλικές αρχές ουδέποτε διευκρίνισαν αν και, ενδεχομένως, με ποιον τρόπο εφάρμοσαν τις παραμέτρους αυτές για να προσδιορίσουν την ποιότητα των υδάτων υποδοχής και τη ρύπανσή τους από τις επικίνδυνες ουσίες. Ωστόσο, στην περίπτωση που οι γαλλικές αρχές όντως εφάρμοσαν τέτοιες συνολικές παραμέτρους, η Επιτροπή εμμένει στο ότι οι ποιοτικοί στόχοι που πρέπει να καθοριστούν δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464 πρέπει να αναφέρονται ειδικώς στις ουσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙ. Με άλλες λέξεις, γενικοί στόχοι, όπως η καλή οικολογική ποιότητα του ύδατος, η οποία ορίζεται χωρίς αναφορά στην εν λόγω οδηγία, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
47 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ναι μεν μπορούν να καθοριστούν ποιοτικοί στόχοι για ένα σύνολο ατομικών παραμέτρων, πλην όμως η εμπειρία δείχνει ότι οι παράμετροι που χρησιμοποιούνται δεν προβλέπουν αρκούντως αυστηρές τιμές για κάθε συνθετικό στοιχείο, εξεταζόμενο ατομικά. Έτσι, η παράμετρος AOX, η οποία αφορά το συνολικό ποσό των οργανικών χλωριούχων ενώσεων, δεν μπορεί, για τεχνικούς λόγους, να προσδιοριστεί και να ελεγχθεί στα χαμηλά επίπεδα συγκεντρώσεως που είναι κατάλληλα για ορισμένες από τις ενώσεις που ανήκουν σ' αυτή την οικογένεια ουσιών ούτε μπορεί, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτή ως κατάλληλος ποιοτικός στόχος υπό το πρίσμα της οδηγίας 76/464.
48 Επομένως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα σχετικά με τους ποιοτικούς στόχους που ανακοίνωσε η Γαλλική Κυβέρνηση είναι λίαν ανακριβή και επομένως δεν είναι σύμφωνα προς τις απαιτήσεις του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464. Κατά την Επιτροπή, η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια, συγχρόνως, ότι καθιστά αναπόφευκτα ατελή τα προγράμματα που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 και 3 του εν λόγω άρθρου και ότι εμποδίζει τη χορήγηση των αδειών απορρίψεως σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου.
49 Η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι συμφωνεί με την Επιτροπή, στο μέτρο που και η ίδια φρονεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464 πρέπει να στηρίζεται σε έναν σύνδεσμο μεταξύ των ποιοτικών στόχων που καθορίζονται για κάθε υδάτινη μάζα και των απορρίψεων που επιτρέπονται στην εν λόγω υδάτινη μάζα. Πάντως, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το πρόγραμμα που η ίδια εφάρμοσε τηρεί την ως άνω αρχή.
50 Συγκεκριμένα, η εν λόγω κυβέρνηση θεωρεί ότι η οδηγία 76/464 δεν καθιστά υποχρεωτική την κατάρτιση ενός αριθμητικού στόχου μειώσεως ανά ουσία και ανά υδάτινο ρεύμα, οπότε οι συλλογικοί στόχοι των οποίων επιδιώχθηκε η επίτευξη συνιστούν ορθή εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι, με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη της 18ης Μα_ου 1993, αναφέρθηκε στα όρια της προσεγγίσεως ανά ουσία. Έτσι, στην εν λόγω απάντηση διευκρινίζονταν τα εξής: «[Ο] καθορισμός ποιοτικών στόχων ανά ουσία, τουλάχιστον για 99 ουσίες, δεν λαμβάνει υπόψη τα συνδυασμένα αποτελέσματα (θετικά ή αρνητικά) των ρύπων. Επιπλέον, οι συνδυασμοί των τοξικών ουσιών που θα έπρεπε να μελετηθούν είναι σχεδόν ατελείωτοι. Η περιπλοκότητα της ρυθμίσεως που θα προέκυπτε θα καθιστούσε την εν λόγω ρύθμιση ανεφάρμοστη». Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει επίσης ότι η Επιτροπή αρκέστηκε να χαρακτηρίσει αλυσιτελές το επιχείρημά της ότι η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία της έννοιας του ποιοτικού στόχου είναι ανεφάρμοστη, λίαν περίπλοκη και συνεπάγεται παράλογες δαπάνες.
51 Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, το Δικαστήριο ουδέποτε ερμήνευσε το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464, το οποίο είναι ασαφές επί του ζητήματος αυτού, υπό την έννοια ότι επιβάλλει υποχρέωση καθορισμού των ποιοτικών στόχων για κάθε υδάτινη μάζα. Συγκεκριμένα, κατά την ως άνω κυβέρνηση, καίτοι το Δικαστήριο υπενθύμισε, με την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, τη σημασία του καθορισμού των ποιοτικών στόχων στο πλαίσιο μιας προγραμματικής προσεγγίσεως, αναφέρθηκε μόνον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 34 της εν λόγω αποφάσεως, σε στόχους «για το σύνολο των ουσιών» που μνημονεύονται στην εν λόγω οδηγία και ουδέποτε διευκρίνισε ότι οι στόχοι αυτοί πρέπει να αφορούν ατομικά κάθε ουσία.
52 Περαιτέρω, ούτε οι άλλες αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας παρέχουν τη δυνατότητα να συναχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αναφερόμενη, π.χ., στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, C-232/95 και C-233/95, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1998, σ. Ι-3343, σκέψεις 35 και 36), η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο διευκρινίζει απαρέγκλιτα ότι τα προγράμματα που καταρτίζονται στο πλαίσιο αυτό πρέπει να είναι ειδικά, πράγμα το οποίο κατ' ουδέν αποκλείει την προσφυγή σε συλλογικούς στόχους.
53 Πάντως, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο ενός συνολικού ποιοτικού στόχου για τα ύδατα, λαμβάνονται υπόψη πολλές παράμετροι. Στην πραγματικότητα, τίθεται το ζήτημα αν καθεμία από τις επίδικες ουσίες πρέπει να συνιστά μια παράμετρο που αποτελεί το αντικείμενο ενός μέτρου και ενός ποιοτικού στόχου ή αν είναι δυνατό να ομαδοποιηθούν όλες οι εν λόγω ουσίες ή ορισμένες από αυτές σε μία και μόνη παράμετρο σχετική με τις «επικίνδυνες ουσίες», η οποία θα αποτελούσε αντικείμενο εποπτείας και ενός ποιοτικού στόχου.
54 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η τελευταία αυτή διαδικασία αποτελεί εφαρμογή η οποία σέβεται το γράμμα και το πνεύμα της οδηγίας 76/464. Εξάλλου, κατά την εξέταση των συλλογικών στόχων όπως είναι η παράμετρος AOX, η Επιτροπή δεν απέκλεισε εντελώς την τεχνική αυτή, καθόσον θεώρησε ότι ήσαν απαράδεκτοι οι συλλογικοί στόχοι που καθορίστηκαν με άλλο τρόπο εκτός από την «αναφορά στην οδηγία 76/464». Από αυτό συνάγεται ότι, λογικά, η Επιτροπή θα δεχόταν να χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη μια παράμετρο που θα αποτελούσε το ειδικό μέτρο πολλών ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο ΙΙ.
55 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι μόνον οι αριθμητικοί στόχοι ανά ουσία παρέχουν τη δυνατότητα να «υπολογίζονται» βάσει των στόχων αυτών τα πρότυπα αποβολής που επιβάλλονται από τα προγράμματα, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι ο όρος «υπολογίζονται» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 δεν έχει κατ' ανάγκην μια τόσο στενή έννοια όπως εκείνη που του προσδίδει η Επιτροπή. Ένας συλλογικός δείκτης αποτελεί επίσης ένα αριθμητικό στοιχείο που παρέχει τη δυνατότητα να γίνουν υπολογισμοί βάσει των οποίων εκτιμώνται οι απορρίψεις που μπορούν να επιτραπούν. Συγκεκριμένα, η ως άνω κυβέρνηση εκθέτει ότι ο δείκτης μεταβάλλεται σε συνάρτηση με ορισμένη, μαθηματικώς υπολογίσιμη, εξέλιξη των απορρίψεων στα ύδατα, πράγμα που επιτρέπει να προσδιορισθούν με ακρίβεια οι άδειες που πρόκειται να χορηγηθούν, χωρίς καθορισμό, ανά ουσία, των στόχων των απορρίψεων.
56 Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει επίσης ότι η δέσμη των κριτηρίων επί των οποίων στηρίζεται η εκτίμηση των ποιοτικών στόχων παρέχει έναν ακριβή ορισμό των συλλογικών ποιοτικών στόχων για τα ύδατα και καταδεικνύει σαφώς ότι ένα από τα κριτήρια αυτά, ήτοι ο βιοτικός δείκτης, αφορά ειδικώς τις επικίνδυνες ουσίες και μόνον αυτές. Κατά την ως άνω κυβέρνηση, το σύστημα που χρησιμοποιεί συνολικούς στόχους, που είναι ειδικοί για τις επικίνδυνες ουσίες, αποτελεί μια ορθή από νομικής απόψεως και αποτελεσματική από πρακτικής απόψεως εφαρμογή της οδηγίας 76/464, στο μέτρο που παρέχει τη δυνατότητα να μετρηθούν ειδικώς οι απορρίψεις των επιδίκων ουσιών και να γίνουν δεκτοί ποιοτικοί στόχοι για τα ύδατα, για κάθε υδάτινο ρεύμα, βάσει πολλών παραμέτρων, μία από τις οποίες αφορά αποκλειστικώς τις ουσίες αυτές.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
57 Πρέπει να υπομνηστεί, κατ' αρχάς, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464, ότι η διάταξη αυτή απαιτεί από τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να καταρτίζουν προγράμματα που περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, αφενός, και που υποβάλλουν κάθε απόρριψη ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ σε προηγούμενη άδεια καθορίζουσα τα πρότυπα αποβολής που υπολογίζονται σε σχέση με τους εν λόγω ποιοτικούς στόχους, αφετέρου (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 28).
58 Το Δικαστήριο έχει επίσης επισημάνει ότι τα προς κατάρτιση προγράμματα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7 της οδηγίας, πρέπει να είναι ειδικά και ότι ο επιδιωκόμενος με γενικά προγράμματα εξυγιάνσεως στόχος της μειώσεως της ρυπάνσεως δεν ανταποκρίνεται κατ' ανάγκην στον ειδικότερο στόχο της εν λόγω οδηγίας (αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-207/97, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1999, σ. Ι-275, σκέψη 39, και της 25ης Μα_ου 2000, C-384/97, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 2000, σ. Ι-3823, σκέψη 39).
59 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι ο ειδικός χαρακτήρας των εν λόγω προγραμμάτων έγκειται στο ότι τα προγράμματα αυτά πρέπει να έχουν πληρότητα και συνοχή και να αποτελούν συγκεκριμένο και διαρθρωμένο σχεδιασμό, καλύπτοντα το σύνολο της εθνικής επικρατείας και αφορώντα τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλούν όλες οι ουσίες του καταλόγου ΙΙ, οι οποίες συντελούν στη ρύπανση ενόψει της καταστάσεως που επικρατεί εντός εκάστου κράτους μέλους, σε σχέση με τους καθοριζομένους στα ίδια αυτά προγράμματα ποιοτικούς στόχους των υδάτων όπου αποβάλλονται οι εν λόγω ουσίες (βλ., μεταξύ άλλων, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 40, και της 25ης Μα_ου 2000, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 40).
60 Έτσι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ούτε η γενική κανονιστική ρύθμιση ούτε τα συγκεκριμένα μέτρα που λαμβάνει κράτος μέλος, τα οποία, μολονότι συνεπάγονται ευρεία κατηγορία προτύπων με σκοπό την προστασία των υδάτων, δεν καθορίζουν εντούτοις ποιοτικούς στόχους σχετικά με τον τάδε ή δείνα ποταμό ή υδάτινη ζώνη, μπορούν να θεωρηθούν ως πρόγραμμα υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464 (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 58).
61 Ειδικότερα, όσον αφορά το περιεχόμενο των ποιοτικών στόχων, το Δικαστήριο τόνισε, αφενός, ότι οι στόχοι αυτοί σκοπούν στη μείωση της ρυπάνσεως και ότι, δεδομένου ότι η ποιότητα του υδάτινου περιβάλλοντος συνδέεται στενά με την περιεκτικότητα σε ρυπογόνες ουσίες, οι εν λόγω στόχοι πρέπει να έχουν σχέση με την παρουσία ρυπογόνων ουσιών εντός των υδάτων όπου αποβάλλονται οι ως άνω ουσίες (απόφαση της 10ης Μα_ου 2001, C-152/98, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2001, σ. Ι-3463, σκέψη 43).
62 Αφετέρου, το Δικαστήριο υπογράμμισε την ιδιαίτερη σημασία που προσδίδει ο κοινοτικός νομοθέτης στον καθορισμό των ποιοτικών στόχων για το σύνολο των ουσιών που αφορά η οδηγία 76/464 (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 34).
63 Το Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 42 και 43 της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Βελγίου, ότι εθνικά μέτρα που δεν καλύπτουν όλες τις ουσίες που μνημονεύονται στο πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του καταλόγου ΙΙ δεν μπορούν να θεωρηθούν σύμφωνα προς τις επιταγές του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464.
64 Εξάλλου, προς εξασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του ως άνω άρθρου, το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι η οδηγία 76/464 δεν εξαρτά την υποχρέωση καταρτίσεως προγραμμάτων και ποιοτικών στόχων σχετικών με τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ από τη διαπίστωση πραγματικής ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες αυτές, αλλά από την ύπαρξη απορρίψεων των εν λόγω ουσιών στο υδάτινο περιβάλλον και, αφετέρου, ότι το γεγονός ότι το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα έχει ενδεχομένως επιτευχθεί από ένα κράτος μέλος με τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων χάρη σε μία άλλη μέθοδο δεν απαλλάσσει το κράτος μέλος αυτό από την υποχρέωσή του να λάβει τα προβλεπόμενα στο εν λόγω άρθρο μέτρα (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψεις 41, 42 και 61).
65 Λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων της εξειδικεύσεως και της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως που προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 76/464, όπως αυτές συνάγονται από την υπομνησθείσα στις σκέψεις 57 έως 64 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, καθίσταται φανερό ότι οι προβλεπόμενοι στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου ποιοτικοί στόχοι αποτελούν ουσιώδες στοιχείο των εν λόγω προγραμμάτων και πρέπει ως εκ τούτου να καθορίζονται βάσει εξετάσεως των υδάτων υποδοχής σε σχέση με καθεμία από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ που είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται στις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους, διότι άλλως θα θιγόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 76/464.
66 Πράγματι, η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη ικανή να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος καθορισμού ποιοτικών στόχων για την εκτέλεση των προβλεπομένων στο άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως, εφόσον η εν λόγω ερμηνεία είναι η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει ότι οι ως άνω στόχοι θα παρέχουν ακριβή στοιχεία σχετικά με την ποιότητα των υδάτων υποδοχής προκειμένου να καθοριστούν τα προβλεπόμενα στις άδειες απορρίψεως πρότυπα αποβολής.
67 Ακριβώς υπό το πρίσμα των ως άνω σκέψεων πρέπει να εξεταστεί αν εξασφαλίζουν ορθή μεταφορά της οδηγίας 76/464 στο εσωτερικό δίκαιο συλλογικοί ποιοτικοί στόχοι για τα ύδατα, όπως οι προβλεπόμενοι από τη γαλλική ρύθμιση συλλογικοί στόχοι, οι οποίοι καθορίζονται σε σχέση με μια ταξινόμηση βασιζόμενη σε πέντε ποιοτικά επίπεδα τα οποία λαμβάνουν υπόψη πολλές συνολικές παραμέτρους, μια από τις οποίες αφορά την περιεκτικότητα των υδάτων σε επικίνδυνες ουσίες που προέρχονται από βιομηχανικές απορρίψεις.
68 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, ναι μεν τα μέτρα αυτά μπορούν ενδεχομένως να συμβάλουν γενικώς στην προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος από τη ρύπανση, πλην όμως δεν είναι ικανά να εξασφαλίσουν την επίτευξη του ειδικότερου στόχου που επιδιώκει το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464, ήτοι του στόχου της μειώσεως της ρυπάνσεως του υδάτινου περιβάλλοντος που προκαλείται από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ.
69 Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι, όπως προκύπτει από τη δέσμη των κριτηρίων εκτιμήσεως της ποιότητας του ύδατος, η μοναδική παράμετρος που προβλέπεται όσον αφορά το εύρος των βιομηχανικών απορρίψεων λαμβάνεται υπόψη μόνον στο πλαίσιο της ως άνω δέσμης κριτηρίων, των οποίων η θέσπιση υπαγορεύεται κυρίως από σκέψεις ξένες προς την καταπολέμηση της ρυπάνσεως που προκαλείται από τις επικίνδυνες ουσίες και αποσκοπεί στην επίτευξη διαφορετικών σκοπών.
70 Επιπλέον, στο μέτρο που η εν λόγω παράμετρος αφορά πληθώρα επικινδύνων ουσιών που προέρχονται από βιομηχανικές απορρίψεις, θεωρουμένων στο σύνολό τους, η παράμετρος αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ακρίβειας που απορρέουν από την οδηγία 76/464 όσον αφορά τη μέτρηση της παρουσίας ρυπογόνων ουσιών εντός των υδάτων υποδοχής.
71 Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε η Επιτροπή, χωρίς να αντικρουστεί από τη Γαλλική Κυβέρνηση, μια τέτοια συνολική παράμετρος δεν επιτρέπει πάντοτε τον καθορισμό αρκούντως αυστηρών τιμών για κάθε συνθετικό στοιχείο, εξεταζόμενο ατομικώς. Συνεπώς, εφόσον η ως άνω συνολική παράμετρος δεν αφορά ειδικώς τη συγκέντρωση καθεμίας από τις επίδικες ουσίες στα ύδατα υποδοχής, η παράμετρος αυτή δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για τον ορισμό των προτύπων αποβολής που καθορίζονται στις χορηγούμενες σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464 άδειες απορρίψεως.
72 Επομένως, καθίσταται φανερό ότι τα προβλεπόμενα από τη γαλλική ρύθμιση μέτρα σχετικά με τον καθορισμό ποιοτικών στόχων δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της εξειδικεύσεως και της αποτελεσματικότητας που απορρέουν από την οδηγία 76/464 όσον αφορά τα προγράμματα που πρέπει να καταρτισθούν κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας.
73 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως το οποίο αντλείται από τις πρακτικές δυσχέρειες που θα συνεπαγόταν ο καθορισμός ποιοτικών στόχων που αφορούν ειδικώς καθεμία από τις επίδικες ουσίες.
74 Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, δεν ασκεί επιρροή το αν η παράβαση κράτους μέλους οφείλεται σε τεχνικές δυσχέρειες τις οποίες αντιμετώπισε το κράτος αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Μα_ου 2001, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Ι-3463, σκέψη 41, προαναφερθείσα, και της 7ης Μα_ου 2002, C-364/00, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2002, σ. Ι-4177, σκέψη 10).
75 Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 42 της προαναφερθείσας αποφάσεως της 10ης Μα_ου 2001, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, ότι οι επιστημονικές δυσχέρειες σχετικά με τον καθορισμό ορισμένων ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας 76/464 στο εσωτερικό δίκαιο. Συναφώς, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι το κράτος μέλος που αντιμετώπιζε τέτοιες δυσχέρειες μπορούσε να επικοινωνήσει με την Επιτροπή ή να πραγματοποιήσει εγκαίρως επιστημονικές έρευνες.
76 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η αιτίαση της Επιτροπής περί ελλείψεως ποιοτικών στόχων συμφώνων προς τις διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464 είναι βάσιμη.
77 Εφόσον ο καθορισμός τέτοιων στόχων αποτελεί, όπως προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 76/464, ουσιώδες στοιχείο των προγραμμάτων που προβλέπονται στο ως άνω άρθρο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν κατάρτισε προγράμματα μειώσεως της προκαλούμενης από τις επίδικες ουσίες ρυπάνσεως που να είναι σύμφωνα προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το εν λόγω άρθρο.
78 Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση της αιτιάσεως της Επιτροπής που αντλείται από το ότι τα διάφορα μέτρα που της κοινοποιήθηκαν σχετικά με τη μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464 στο εσωτερικό δίκαιο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προγράμματα υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
79 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη καταρτίζοντας προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως, περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους για τις επίδικες ουσίες, που να είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
80 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη καταρτίζοντας προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως, περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους για τις 99 επικίνδυνες ουσίες οι οποίες απαριθμούνται σε παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής, που να είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy