Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-135/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Braun, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τον W.-D. Plessing και την B. Muttelsee-Schφn,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να μεταφέρει στην εσωτερική της έννομη τάξη την οδηγία 98/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών (ΕΕ L 226, σ. 16), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την άνω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann και Β. Σκουρή (εισηγητή), F. Macken και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Νοεμβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να μεταφέρει στην εσωτερική της έννομη τάξη την οδηγία 98/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών (ΕΕ L 226, σ. 16, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την άνω οδηγία.
Το νομικό πλαίσιο
2 Η οδηγία αποσκοπεί ιδίως στην εναρμόνιση των όρων των σχετικών με την ποιότητα και την φυτοϋγειονομική κατάσταση των υλικών πολλαπλασιασμού των καλλωπιστικών φυτών.
3 Η διατύπωση του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1) "Πολλαπλασιαστικό υλικό": το φυτικό υλικό που προορίζεται για:
- τον πολλαπλασιασμό καλλωπιστικών φυτών, ή
- την παραγωγή καλλωπιστικών φυτών· ωστόσο, στην περίπτωση παραγωγής από πλήρη φυτά, αυτός ο ορισμός εφαρμόζεται μόνο στο μέτρο που το προκύπτον καλλωπιστικό φυτό προορίζεται για περαιτέρω εμπορία.
"Πολλαπλασιασμός": η αναπαραγωγή με φυτικά ή άλλα μέσα».
4 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την οδηγία την 1η Ιουλίου 1999 και ότι ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
5 Μη έχοντας λάβει καμία κοινοποίηση σχετική με τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στη γερμανική έννομη τάξη, η Επιτροπή, με το από 16 Νοεμβρίου 1999 έγγραφό της, κίνησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 226 EK διαδικασία, καλώντας το κράτος αυτό να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών.
6 Με το από 18 Ιανουαρίου 2000 έγγραφό της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε, κατ' ουσίαν, ότι τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στη γερμανική έννομη τάξη βρίσκονταν στο στάδιο της επεξεργασίας και επικαλέστηκε, για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση που σημειώθηκε στη διαδικασία της μεταφοράς, τις δυσχέρειες που είχε προκαλέσει ο ορισμός της έννοιας του «υλικού πολλαπλασιασμού».
7 Στις 19 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία υποστήριζε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε λάβει τα αναγκαία για την μεταφορά της οδηγίας μέτρα το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 1999, ως όφειλε. Κάλεσε δε το κράτος μέλος αυτό να συμμορφωθεί προς την άνω γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως αυτής.
8 Με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, την οποία διαβίβασε στην Επιτροπή με το από 10 Οκτωβρίου 2000 έγγραφό της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επέμεινε στις δυσκολίες μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική της έννομη τάξη, οι οποίες συνδέονται, κατ' αυτήν, με τον ορισμό της έννοιας του «υλικού πολλαπλασιασμού», επισημαίνοντας, πάντως, ότι η διαδικασία τροποποίησης της εθνικής νομοθεσίας της εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εξέλιξη.
9 Σε ανακοίνωσή της που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή με το από 15 Δεκεμβρίου 2000 έγγραφό της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ανακοίνωσε ότι η μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική της έννομη τάξη επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο προσεχές μέλλον.
10 Έκτοτε, η Επιτροπή δεν είχε καμιά πληροφόρηση από τη Γερμανική Κυβέρνηση από την οποία να συνάγεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε συμμορφωθεί πλήρως προς την υποχρέωσή της μεταφοράς της οδηγίας.
11 Έχοντας υπόψη αυτή την κατάσταση, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
12 Με το υπόμνημα αντικρούσεώς της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, λόγω πλημμελειών της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
13 Ειδικότερα, οι γερμανικές αρχές επισήμαναν, στην απάντησή τους προς το έγγραφο οχλήσεως, ότι η έννοια του «υλικού πολλαπλασιασμού», καθοριστική για το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, προκαλούσε δυσχέρειες στη μεταφορά της οδηγίας, δεδομένου ότι δεν την είχαν ορίσει όλα τα κράτη μέλη κατά τον ίδιο τρόπο. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκθέτει, αφενός, ότι είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό εάν ο ορισμός του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας αναφέρεται στην παραγωγή πλήρων φυτών ή στην παραγωγή από πλήρη φυτά. Πράγματι, το γερμανικό κείμενο της διάταξης αυτής θα συνηγορούσε υπέρ της πρώτης εκδοχής, λόγω χρησιμοποιήσεως της λέξης «von», το δε αγγλικό κείμενο υπέρ της δεύτερης εκδοχής λόγω χρησιμοποιήσεως της λέξης «from». Αφετέρου, η οδηγία δεν προσδιορίζει ούτε την έννοια του όρου «πλήρη φυτά» ούτε τον βαθμό στον οποίο, λαμβανομένου υπόψη του όρου «υλικό πολλαπλασιασμού» που δίνεται από την οδηγία, καλύπτονται από το νέο καθεστώς όλα τα στάδια εμπορίας των διαφόρων κατηγοριών προϋόντων (π.χ. βολβοί ανθέων, ποώδη φυτά, καλλωπιστικά δένδρα και θάμνοι). Η έλλειψη ομοιόμορφης κοινοτικής ερμηνείας της έννοιας του «υλικού πολλαπλασιασμού» εξακολούθησε να υφίσταται ακόμη και μετά τη συνεδρίαση της, συσταθείσας βάσει του άρθρου 17 της οδηγίας, διαρκούς επιτροπής υλικών πολλαπλασιασμού καλλωπιστικών φυτών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1999 (στο εξής: συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1999).
14 Ωστόσο, η Επιτροπή σε κανένα στάδιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας δεν επισήμανε αυτές τις δυσκολίες, καίτοι ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει στις αντιρρήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η παράλειψη αυτή, καθώς και το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν όρισε την κοινοτική έννοια του «υλικού πολλαπλασιασμού», συνιστούν ελλιπή αιτιολογία που καθιστά πλημμελή την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, διότι η Επιτροπή, παραλείποντας διασαφηνίσει επαρκώς το περιεχόμενο των υποχρεώσεων μεταφοράς, δεν παρέσχε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις της. Επομένως, η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
15 Με το υπόμνημά της απαντήσεως η Επιτροπή αντιτείνει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η έννοια του «υλικού πολλαπλασιασμού» δεν ήγειρε στα άλλα κράτη μέλη καμία αμφιβολία ικανή να εμποδίσει τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό τους δίκαιο, τουλάχιστον από της συνεδριάσεως της 25ης Νοεμβρίου 1999 και εντεύθεν, κατά τη διάρκεια της οποίας επιτεύχθηκε ομοφωνία ως προς την έννοια του «πλήρους φυτού» και του ορισμού του «υλικού πολλαπλασιασμού».
16 Οι φράσεις στο αγγλικό («production from complete plants») και γαλλικό («productions effectuιes ΰ partir de plantes complθtes») κείμενο του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ως προς την έννοια που πρέπει να δοθεί στην, πάντως αμφίσημη, γερμανική διατύπωση [«bei Erzeugung von vollstδndigen (fertigen) Pflanzen»].
17 Οι δυσκολίες οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του καθού, εξακολουθούν να εμποδίζουν τη μεταφορά της οδηγίας στην γερμανική έννομη τάξη, δεν έχουν, προφανώς, σχέση τόσο με την έννοια που πρέπει να δοθεί σε έναν ορισμό που έχει πλέον καταστεί σαφής, όσο με την κρατούσα αντίληψη ως προς το πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας, η οποία, επί της ουσίας, δεν συμφωνεί με αυτό τον ορισμό και με τον συμβιβασμό στον οποίο κατέληξαν τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή, μην παρεμβαίνοντας σε αυτή την εσωτερική προβληματική, δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα δυνάμενο να επηρεάσει την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
18 Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επαναλαμβάνει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε με το υπόμνημά της αντικρούσεως και αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της Επιτροπής ως προς το αποτέλεσμα της συνεδριάσεως της 25ης Νοεμβρίου 1999.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
19 Πρέπει να υπομνησθεί ότι σκοπός της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας του άρθρου 226 ΕΚ είναι να παρασχεθεί στο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο ή να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 293/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 305, σκέψη 13· διάταξη της 11ης Ιουλίου 1995, C-266/94, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1995, σ. I-1975, σκέψη 16, και απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-1/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-9989, σκέψη 53).
20 Το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά ουσιώδη εγγύηση που θέλησε η Συνθήκη όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του οικείου κράτους μέλους, αλλά και για να εξασφαλιστεί ότι η δίκη που ενδεχομένως θα κινηθεί θα έχει ως αντικείμενο μια διαφορά που έχει καθοριστεί με σαφήνεια (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 53).
21 Έτσι, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία επιδιώκει τους ακόλουθους τρεις σκοπούς: να επιτραπεί στο κράτος μέλος να θέσει τέρμα στην τυχόν παράβαση, να καταστεί εφικτό να ασκήσει τα αμυντικά δικαιώματά του και να οριοθετηθεί σαφώς το αντικείμενο της διαφοράς ενόψει τυχόν προσφυγής στο Δικαστήριο (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-362/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 18).
22 Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εναπέκειτο, κατ' αρχήν, στην Επιτροπή να αναφερθεί, με την αιτιολογημένη γνώμη της, στις εκτιμήσεις της επί των παρατηρήσεων του κράτους μέλους, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην απάντησή του στο έγγραφο όχλησης (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 19).
23 Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, μη λαμβάνοντας θέση επί των προβληθεισών από το καθού ερμηνευτικών δυσχερειών της έννοιας του «υλικού πολλαπλασιασμού» και, σε κάθε περίπτωση, μην ορίζοντας την έννοια αυτή στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν προκάλεσε στο κράτος μέλος αυτό αβεβαιότητα ως προς την έκταση των υποχρεώσεών του και, επομένως, δεν το εμπόδισε να θέσει τέλος στην παράβαση που του προσάπτεται.
24 Πράγματι, αφενός η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία, με τις γνώμες που διατυπώνει δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ ή με άλλες τοποθετήσεις στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, να προσδιορίζει κατά τρόπο οριστικό τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός κράτους μέλους ή να του παρέχει εγγυήσεις σχετικά με το συμβιβαστό μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς με το κοινοτικό δίκαιο (βλ., υπ' αυτή την έννοια, την απόφαση της 27ης Μαου 1981, 142/80 και 143/80, Essevi και Salengo, Συλλογή 1981, σ. 1413, σκέψη 16).
25 Εξάλλου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται δυσχέρειες που συνδέονται με την ερμηνεία μιας οδηγίας προκειμένου να αναβάλλουν τη μεταφορά της πέραν των τασσομένων προθεσμιών (απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, C-316/99, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-2037, σκέψη 9).
26 Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή με τη στάση της κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας έβλαψε τα αμυντικά δικαιώματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή συνέβαλε στο να μην έχει σαφώς καθορισμένο αντικείμενο η αχθείσα, κατά το πέρας αυτής της διαδικασίας, ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά.
27 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί της παραβάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί εμπροθέσμως στις διατάξεις της οδηγίας. Επισημαίνει ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα λήψης εθνικών μέτρων για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας αυτής.
29 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνωρίζει ότι δεν μετέφερε εμπροθέσμως την οδηγία στην εσωτερική της έννομη τάξη. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι οι επιπλοκές και οι καθυστερήσεις που σημειώθηκαν ως προς τη μεταφορά πρέπει να αποδοθούν εν μέρει στην Επιτροπή, λόγω του ότι δεν είχε δώσει ορισμό της έννοιας του «υλικού πολλαπλασιασμού» που να επιτρέπει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Αυτό συνιστά παραβίαση της αρχής της αγαστής συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ. Λόγω αυτής της παραβιάσεως, η προσφυγή είναι αβάσιμη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
30 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 23 έως 26 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο παραλείποντας να ορίσει κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία την έννοια του «υλικού πολλαπλασιασμού», που χρησιμοποείται στο άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας. Επομένως, η συμπεριφορά της δεν πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη προς την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας.
31 Υπ' αυτές τις συνθήκες και δεδομένου ότι η μεταφορά της οδηγίας δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, πρέπει να κριθεί βάσιμη η προσφυγή της Επιτροπής.
32 Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να μεταφέρει στην εσωτερική της έννομη τάξη την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή είχε ζητήσει την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να μεταφέρει στην εσωτερική της έννομη τάξη την οδηγία 98/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy