Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής - _Οχληση - Οριοθέτηση του αντικειμένου της διαφοράς - Αιτιολογημένη γνώμη παραπέμπουσα σε κανόνες διαφορετικούς από τους αναφερθέντες στο έγγραφο οχλήσεως - Απαράδεκτο της προσφυγής
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, αν ένα κράτος μέλος έθεσε τέρμα σε παράβαση πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή δεν μπορεί πλέον να προσφύγει στο Δικαστήριο.
( βλ. σκέψη 15 )
2. Στο πλαίσιο του συστήματος που καθιερώνει το άρθρο 226 ΕΚ, ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο ή να προβάλει λυσιτελώς τα μέσα άμυνάς του κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής. Έτσι, το νομότυπο της εν λόγω διαδικασίας αποτελεί μια ουσιώδη εγγύηση, ηθελημένη από τη Συνθήκη, για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους. Μόνον εφόσον τηρηθεί η εγγύηση αυτή, η ενώπιον του Δικαστηρίου κατ' αντιδικία διαδικασία παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει αν το κράτος μέλος παρέβη, πράγματι, τις υποχρεώσεις, την παράβαση των οποίων επικαλείται η Επιτροπή. Ειδικότερα, σκοπός του εγγράφου οχλήσεως, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, είναι να προσδιορίσει το αντικείμενο της διαφοράς και να παράσχει στο κράτος μέλος που καλείται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, τα αναγκαία στοιχεία για την προετοιμασία της άμυνάς του. Κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 226, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, είναι αντικανονικές, από πλευράς των δικαιωμάτων άμυνας, εφόσον αναφέρονται σε κοινοτικούς κανόνες διαφορετικούς από αυτούς που μνημονεύονται στο έγγραφο οχλήσεως και εφόσον η αλλαγή της νομικής καταστάσεως δύναται να έχει μεταβάλει το συμβατό της επίδικης εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο.
( βλ. σκέψεις 17-18 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-145/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Aresu, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990, που περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα της Ιταλίας ως μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (κοινοτικός νόμος για το 1990) (τακτικό παράρτημα στο GURI αριθ. 10, της 12ης Ιανουαρίου 1991, σ. 5), διατάξεις
- οι οποίες επιτρέπουν τη μη αυτόματη μεταβίβαση όλων των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας από τον μεταβιβάζοντα στον προς ον η μεταβίβαση, όσον αφορά τις επιχειρήσεις οι οποίες τελούν υπό τη διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού συνισταμένου στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων καθώς και τις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία προσωρινής διοικήσεως, όταν οι επιχειρήσεις αυτές εξακολουθούν τη δραστηριότητά τους και μετά τη μεταβίβαση, και
- οι οποίες, στην περίπτωση επιχειρήσεων που έχουν κηρυχθεί «σε κατάσταση οικονομικής κρίσεως», δεν προβλέπουν τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και την ανάληψη από τον προς ον η μεταβίβαση των χρεών του μεταβιβάζοντος που απορρέουν από σύμβαση ή από σχέση εργασίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), και ειδικότερα από τα άρθρα 3 και 4 αυτής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, C. Gulmann, F. Macken και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Απριλίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή ζητώντας να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990, που περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα της Ιταλίας ως μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (κοινοτικός νόμος για το 1990) (τακτικό παράρτημα στο GURI αριθ. 10, της 12ης Ιανουαρίου 1991, σ. 5, στο εξής: νόμος 428/1990), διατάξεις
- οι οποίες επιτρέπουν τη μη αυτόματη μεταβίβαση όλων των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας από τον μεταβιβάζοντα στον προς ον η μεταβίβαση, όσον αφορά τις επιχειρήσεις οι οποίες τελούν υπό τη διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού συνισταμένου στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων καθώς και τις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία προσωρινής διοικήσεως, όταν οι επιχειρήσεις αυτές εξακολουθούν τη δραστηριότητά τους και μετά τη μεταβίβαση, και
- οι οποίες, στην περίπτωση επιχειρήσεων που έχουν κηρυχθεί «σε κατάσταση οικονομικής κρίσεως», δεν προβλέπουν τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και την ανάληψη από τον προς ον η μεταβίβαση των χρεών του μεταβιβάζοντος που απορρέουν από σύμβαση ή από σχέση εργασίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), και ειδικότερα από τα άρθρα 3 και 4 αυτής.
Το νομικό πλαίσιο
2 Η οδηγία 77/187, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που η Επιτροπή όχλησε την Ιταλική Δημοκρατία καλώντας την να υποβάλει τις παρατηρήσεις της όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση, ήτοι στις 16 Ιουλίου 1997, όριζε, στο τμήμα ΙΙ, με τον τίτλο «Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων», τα εξής:
«Άρθρο 3
1. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τον [μεταβιβάζοντα] από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως μεταβιβάζονται, εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον [προς ον η μεταβίβαση].
Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι ο [μεταβιβάζων] παραμένει και μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως [...] και παράλληλα προς τον [προς ον η μεταβίβαση] υπεύθυνος ως προς τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση.
2. Μετά τη μεταβίβαση [...] ο [προς ον η μεταβίβαση] διατηρεί τους όρους εργασίας που έχουν συμφωνηθεί από συλλογική σύμβαση κατά το ίδιο μέτρο που αυτοί έχουν προβλεφθεί για τον [μεταβιβάζοντα] μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.
Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την διάρκεια διατηρήσεως των όρων εργασίας με την επιφύλαξη ότι δεν θα είναι κατώτερη του έτους.
[...]
Άρθρο 4
1. H μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απολύσεως για τον [μεταβιβάζοντα] ή τον [προς ον η μεταβίβαση]. Πάντως, αυτή η διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατόν να γίνουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που συνεπάγονται μεταβολές στο επίπεδο της απασχολήσεως.
[...]»
3 H οδηγία 77/187 τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 201, σ. 88). Σύμφωνα με το άρθρο της 3, η τελευταία αυτή οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιουλίου 1998 και ετύγχανε, έτσι, εφαρμογής κατά τον χρόνο που η Επιτροπή απέστειλε την αιτιολογημένη γνώμη της όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση, ήτοι στις 4 Αυγούστου 1999.
4 Η οδηγία 98/50 τροποποίησε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 77/187, διάταξη που στο εξής έχει ως ακολούθως:
«Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, [ο μεταβιβάζων] και [ο προς ον η μεταβίβαση] εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.»
5 Με την οδηγία 98/50 προστέθηκε, επίσης, στην οδηγία 77/187 το άρθρο 4α, το οποίο έχει ως εξής:
«1. Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος επιχειρήσεως ή εγκατάστασεως, όταν ο [μεταβιβάζων] υπόκειται σε διαδικασία πτωχεύσεως ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό έτην εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή).
2. Όταν τα άρθρα 3 και 4 εφαρμόζονται σε μεταβίβαση, κατά τη διάρκεια διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του [μεταβιβάζοντος] (ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία αυτή έχει κινηθεί για την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του [μεταβιβάζοντος]), και εφόσον η διαδικασία αυτή τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, ορισθείς από την εθνική νομοθεσία), ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι:
α) υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 1, οι οφειλές του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από εργασιακές σχέσεις και ήταν πληρωτέες πριν από τη μεταβίβαση ή πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν μεταβιβάζονται στον [προς ον η μεταβίβαση], υπό την προϋπόθεση ότι με αυτήν τη διαδικασία παρέχεται, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, προστασία τουλάχιστον ισοδύναμη προς την προβλεπόμενη για τις περιπτώσεις που διέπονται από την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη
ή/και
β) ο [προς ον η μεταβίβαση], ο [μεταβιβάζων] ή το ή τα πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα [μεταβιβάζοντος], αφενός, και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, αφετέρου, είναι δυνατό να συμφωνήσουν μεταβολές, στο βαθμό που το επιτρέπει η ισχύουσα νομοθεσία ή πρακτική, των όρων και προϋποθέσεων απασχολήσεως των εργαζομένων, προκειμένου να διατηρηθούν οι ευκαιρίες απασχολήσεως, μέσω της επιβιώσεως της επιχειρήσεως, της εγκαταστάσεως ή του τμήματος αυτών.
3. Ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει την παράγραφο 2, στοιχείο β_, στις μεταβιβάσεις όπου ο [μεταβιβάζων] ευρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής οικονομικής κρίσεως, όπως ορίζεται από το εθνικό δίκαιο, εφόσον η κατάσταση κηρύσσεται από αρμόδια δημόσια αρχή και είναι ανοιχτή στη δικαστική εποπτεία που ισχύει στην εθνική νομοθεσία στις 17 Ιουλίου 1998.
[...]
4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.»
6 Το άρθρο 2112 του ιταλικού Aστικού Kώδικα, όπως είχε κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, όριζε ότι:
«Μεταβίβαση επιχειρήσεως
1) Σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, η εργασιακή σχέση συνεχίζεται με τον προς ον η μεταβίβαση και ο εργαζόμενος διατηρεί όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σχέση αυτή.
2) O μεταβιβάζων και ο προς ον η μεταβίβαση ευθύνονται αλληλεγγύως για όλες τις απαιτήσεις του εργαζομένου κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως. Σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 410 και 411 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο εργαζόμενος δύναται να δεχτεί να απαλλάξει τον μεταβιβάζοντα από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εργασιακή σχέση.
3) Ο προς ον η μεταβίβαση υποχρεούται να εφαρμόζει τα οικονομικά και κανονιστικά μέτρα που προβλέπονται στις συλλογικές συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών της επιχειρήσεως που ισχύουν κατά τον χρόνο μεταβιβάσεως και τούτο μέχρι της λήξεώς τους, εφόσον δεν έχουν αντικατασταθεί με άλλες συλλογικές συμβάσεις που εφαρμόζονται στην επιχείρηση του προς ον η μεταβίβαση.
4) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται, επίσης, σε περίπτωση επικαρπίας ή μισθώσεως όσον αφορά την επιχείρηση.»
7 Το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/1990, που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, ορίζει τα εξής:
«Όταν η μεταβίβαση αφορά επιχειρήσεις ή μονάδες παραγωγής για τις οποίες το CIPI [Επιτροπή υπουργών για τον συντονισμό της βιομηχανικής πολιτικής] έχει διαπιστώσει ότι βρίσκονται σε "κατάσταση κρίσεως", σύμφωνα με το άρθρο 2, πέμπτο εδάφιο, στοιχείο c, του νόμου 675, της 12ης Αυγούστου 1977, ή αφορά επιχειρήσεις οι οποίες έχουν κηρυχθεί είτε σε πτώχευση είτε τελούν υπό διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού, συνισταμένη στη μεταβίβαση των περιουσιακών τους στοιχείων, ή αφορά επιχειρήσεις υπό αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση ή οι οποίες τελούν υπό διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως, όπου δεν έχει προβλεφθεί η συνέχιση της δραστηριότητας ή η δραστηριότητα αυτή έχει διακοπεί και όπου η κατά τα προηγούμενα εδάφια διαβούλευση έχει καταλήξει σε συμφωνία περί μερικής έστω διατηρήσεως των θέσεων εργασίας, οι εργαζόμενοι των οποίων η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να ισχύει έναντι του προς ον η μεταβίβαση δεν εμπίπτουν στο άρθρο 2112 του Αστικού Κώδικα, εκτός εάν η συμφωνία αυτή προβλέπει ευνοϊκότερους όρους. Η συμφωνία αυτή μπορεί επιπλέον να προβλέπει ότι η μεταβίβαση δεν αφορά το πλεονάζον προσωπικό και ότι το προσωπικό αυτό παραμένει, εν όλω ή εν μέρει, υπό τον μεταβιβάζοντα.
Οι εργαζόμενοι που δεν θα προσληφθούν από τον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον νέο φορέα της εκμεταλλεύσεως έχουν δικαίωμα προτεραιότητας όσον αφορά τις προσλήψεις στις οποίες οι τελευταίοι θα προβούν επί ένα έτος από της μεταβιβάσεως ή για μεγαλύτερο διάστημα οριζόμενο από τις συλλογικές συμβάσεις. Το άρθρο 2112 του ιταλικού Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται επί των προμνημονευθέντων εργαζομένων που θα προσληφθούν από τον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον νέο φορέα εκμεταλλεύσεως ύστερα από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως».
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
8 Με το έγγραφο οχλήσεως που απέστειλε η Επιτροπή στην Ιταλική Δημοκρατία, στις 16 Ιουλίου 1997, επισημαίνεται η εσφαλμένη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, λόγω του περιεχομένου του άρθρου 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/1990. Προς στήριξη της αναλύσεώς της, η Επιτροπή αναφέρθηκε, ειδικότερα, στην ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας από το Δικαστήριο, κυρίως, με την απόφασή του της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-472/93, Spano κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-4321). Η Επιτροπή πρόσθεσε στην επιχειρηματολογία της:
«Εξάλλου, στις 24 Φεβρουαρίου 1997, υποβλήθηκε από την Επιτροπή τροποποιημένη πρόταση οδηγίας για τροποποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ [έγγραφο COM (97) 60 τελικό]. Σκοπός της προτάσεως αυτής ήταν η παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας όταν πρόκειται για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας, πράγμα που, κατά κάποιο τρόπο, παρουσιάζει κάποια ομοιότητα με την ιταλική νομοθεσία. Όμως, εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι απαιτείται η προσαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας, έστω κι αν η οδηγία τροποποιηθεί κατά τον τρόπο που έχει προτείνει η Επιτροπή. Πράγματι, η πρόταση οδηγίας δεν αφορά την περίπτωση απλής εκ μέρους μιας διοικητικής αρχής διαπιστώσεως κρίσεως· οι αναθεωρηθείσες διατάξεις απαιτούν την ύπαρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας.»
9 Αφού εξέτασε την απάντηση των ιταλικών αρχών, που διαβιβάστηκε με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 4 Αυγούστου 1999. Η εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη καταλήγει ως εξής:
«[...] η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990, οι οποίες:
α) επιτρέπουν τη μη αυτόματη μεταβίβαση όλων των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας από τον μεταβιβάζοντα στον προς ον η μεταβίβαση, όσον αφορά τις επιχειρήσεις οι οποίες τελούν υπό τη διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού, συνισταμένου στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία προσωρινής διοικήσεως, όταν οι επιχειρήσεις αυτές εξακολουθούν τη δραστηριότητά τους και μετά τη μεταβίβαση,
β) στην περίπτωση επιχειρήσεων που έχουν κηρυχθεί "σε κατάσταση οικονομικής κρίσεως", δεν προβλέπουν τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και την ανάληψη από τον προς ον η μεταβίβαση των χρεών του μεταβιβάζοντος που απορρέουν από σύμβαση ή από σχέση εργασίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/187 [...] και ειδικότερα από τα άρθρα 3 και 4 αυτής.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 226, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, η Επιτροπή καλεί την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωσή της προς την παρούσα αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.»
10 Στο σημείο 4 των αιτιολογικών σκέψεων της αιτιολογημένης γνώμης, η Επιτροπή υπενθυμίζει την επισημανθείσα στο έγγραφο οχλήσεως νομολογία του Δικαστηρίου και, στο σημείο 5 των εν λόγω αιτιολογικών σκέψεων, συνεχίζει ως εξής:
«H Eπιτροπή θεωρεί ότι πρέπει, εν συνεχεία, να διευκρινίσει ότι η νέα οδηγία 98/50/ΕΚ, παρόλο που επιτρέπει κάποια ευελιξία όσον αφορά τις μεταβιβάσεις προβληματικών επιχειρήσεων, δεν κατέστησε δυνατή την προσέγγιση της ιταλικής νομοθεσίας ούτως ώστε να καταστεί αυτή πλήρως σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο [...].»
11 Η αιτιολογημένη γνώμη περιλαμβάνει, στη συνέχεια του σημείου 5 καθώς και στο σημείο 6, ανάλυση προς δικαιολόγηση του εν λόγω συμπεράσματος όσον αφορά τα αποτελέσματα της προσθήκης, με την οδηγία 98/50, του άρθρου 4α στην οδηγία 77/187.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
12 H Ιταλική Κυβέρνηση χωρίς ρητώς να εγείρει παρεμπίπτον ζήτημα, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας, υποστηρίζει, κυρίως, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Ισχυρίζεται ότι, ύστερα από το έγγραφο οχλήσεως αλλά πριν από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης, η οδηγία 77/187 τροποποιήθηκε ουσιωδώς από την οδηγία 98/50, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 στο πλαίσιο των μεταβιβάσεων που πραγματοποιούνται επ' ευκαιρία διαδικασιών εκκαθαρίσεως, αφερεγγυότητας ή διασώσεως προβληματικών επιχειρήσεων. Πάντως, στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις τροποποιήσεις αυτές και δεν περιόρισε διαχρονικώς τις, προς την Ιταλική Δημοκρατία, αιτιάσεις της. Έτσι, το περιεχόμενο των αιτιάσεων αυτών, αν δεν διευρύνθηκε, κατέστη, τουλάχιστον, διαφορετικό σε σχέση μ' αυτό του εγγράφου οχλήσεως.
13 Η Επιτροπή απαντά ότι, τόσο στην αιτιολογημένη γνώμη όσο και στο έγγραφο οχλήσεως, οι παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου που επισημαίνει ταυτίζονται. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι πρόκειται για την παράβαση των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 77/187. Η αναφορά στις διατάξεις της οδηγίας 98/50 στην οποία προέβη με την αιτιολογημένη γνώμη και με το δικόγραφο της προσφυγής αποσκοπούσε απλώς στην ενίσχυση της θέσεως της Επιτροπής ως προς το ότι οι παραβάσεις της οδηγίας 77/187 ουδόλως ήρθησαν με τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 98/50 και ότι, αντιθέτως, εξακολουθούν κατά τον ίδιο τρόπο να υφίστανται. Κατά τα λοιπά, θα ήταν παράδοξο η θέση σε ισχύ μιας οδηγίας, η οποία τροποποιεί προγενέστερη οδηγία, να επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να συνεχίζει να παραβαίνει τις διατάξεις αυτής, ενώ το περιεχόμενο της δεν άλλαξε με την τροποποιητική οδηγία.
14 Η επιχειρηματολογία αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί, εν προκειμένω, να γίνει δεκτή.
15 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. Ι-4299, σκέψη 13, και της 20ής Ιουνίου 2002, C-299/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2002, σ. Ι-5899, σκέψη 11). Σύμφωνα με το άρθρο 226, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, αν ένα κράτος μέλος έθεσε τέρμα σε παράβαση πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή δεν μπορεί πλέον να προσφύγει στο Δικαστήριο.
16 Εν προκειμένω, αυτό που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι η κατάσταση όπως αυτή υφίστατο τον Οκτώβριο του 1999, ήτοι δύο μήνες πριν από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης στην Ιταλική Δημοκρατία. Ωστόσο, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία είχε ήδη τεθεί σε ισχύ από ενός έτους και πλέον. Όπως υπομνήστηκε στην σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία αυτή πρόσθεσε το άρθρο 4α στην οδηγία 77/187, επιτρέποντας, σε κάποιο βαθμό και υπό ορισμένες περιστάσεις, σε ένα κράτος μέλος να μην εφαρμόζει τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 της τελευταίας. Δεν αποκλείεται οι διατάξεις του άρθρου 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/1990, που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής της Επιτροπής, να είναι ενδεχομένως δυνατό, τουλάχιστον εν μέρει, να καλύπτονται από το εν λόγω άρθρο 4α. Η αιτιολογημένη γνώμη περιλαμβάνει, εξάλλου, δύο πλήρη σημεία, με σκοπό να καταδειχθεί ότι, παρά την προσθήκη του εν λόγω άρθρου, ο προαναφερθείς νόμος εξακολουθεί να είναι αντίθετος προς τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 77/187 (βλ. σκέψεις 10 και 11 της παρούσας αποφάσεως). Αντιθέτως, το έγγραφο οχλήσεως που απέστειλε η Επιτροπή τον Ιούλιο του 1997 δεν περιλαμβάνει ούτε θα μπορούσε, άλλωστε, να περιλαμβάνει στοιχεία αναλύσεως του νόμου αυτού, από πλευράς του άρθρου 4α της οδηγίας 77/187, διάταξη η οποία δεν υφίστατο πλέον. Όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 8 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή, με το εν λόγω έγγραφο, περιορίστηκε στο να μνημονεύσει την τροποποιημένη πρότασή της περί οδηγίας τροποποιούσας την οδηγία 77/187, το κείμενο της οποίας δεν έγινε δεκτό, ως είχε, από το Συμβούλιο όταν εξέδωσε την οδηγία 98/50. Οι ιταλικές αρχές, που έδωσαν συνετή απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής τον Σεπτέμβριο του 1997, δεν μπόρεσαν, όπως ήταν επόμενο, κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, να διασφαλίσουν την άμυνα της Ιταλικής Δημοκρατίας, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 4α της οδηγίας 77/187, ενώ η εν λόγω διάταξη, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον μετριασμό των βαρυνουσών τα κράτη μέλη υποχρεώσεων, ήταν σε ισχύ τον Οκτώβριο του 1999 κατά τη λήξη της ταχθείσας από την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και μπορούσε να έχει μεταβάλει την εκτίμηση ως προς το συμβατό της ιταλικής νομοθεσίας με την εν λόγω οδηγία.
17 Eπιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο ή να προβάλει λυσιτελώς τα μέσα άμυνάς του κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 293/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 305, σκέψη 13, και διάταξη της 11ης Ιουλίου 1995, C-266/94, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-1975, σκέψη 16). Έτσι, το νομότυπο της εν λόγω διαδικασίας αποτελεί μια ουσιώδη εγγύηση, ηθελημένη από τη Συνθήκη ΕΚ, για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους. Μόνον εφόσον τηρηθεί η εγγύηση αυτή, η ενώπιον του Δικαστηρίου κατ' αντιδικία διαδικασία παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει αν το κράτος μέλος παρέβη, πράγματι, τις υποχρεώσεις, την παράβαση των οποίων επικαλείται η Επιτροπή (προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψεις 17 και 18). Ειδικότερα, σκοπός του εγγράφου οχλήσεως, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, είναι να προσδιορίσει το αντικείμενο της διαφοράς και να παράσχει στο κράτος μέλος που καλείται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, τα αναγκαία στοιχεία για την προετοιμασία της άμυνάς του.
18 Κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 226, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, είναι αντικανονικές, από πλευράς των δικαιωμάτων άμυνας, εφόσον αναφέρονται σε κοινοτικούς κανόνες διαφορετικούς από αυτούς που μνημονεύονται στο έγγραφο οχλήσεως και εφόσον η αλλαγή της νομικής καταστάσεως δύναται να έχει μεταβάλει το συμβατό της επίδικης εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο.
19 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία έχει ζητήσει την καταδίκη της Επιτροπής και η τελευταία ηττήθηκε ως προς τους ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy