Υπόθεση C-152/01
Kyocera Electronics Europe GmbH
κατά
Hauptzollamt Krefeld
(αίτηση του Bundesfinanzhofγια την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινό Δασμολόγιο – Δασμολογητέα αξία – Καθορισμός της συναλλακτικής αξίας – Tόκοι καταβλητέοι βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως – Δεν περιλαμβάνονται – Προϋποθέσεις – Τόκοι που διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή – Δήλωση στην οποία δεν αναγράφονται οι οφειλόμενοι ή καταβληθέντες τόκοι»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs της 23ης Ιανουαρίου 2003 Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 20ής Νοεμβρίου 2003
Περίληψη της αποφάσεως
1.. Κοινοτικό δίκαιο – Κείμενα διατυπωμένα σε πλείονες γλώσσες – Ομοιόμορφη ερμηνεία – Διάσταση μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων του κειμένου – Ως βάση αναφοράς λαμβάνονται η γενική οικονομία και o σκοπός της συγκεκριμένης ρυθμίσεως
2.. Κοινό Δασμολόγιο – Δασμολογητέα αξία – Συναλλακτική αξία – Καθορισμός – Τόκοι καταβλητέοι δυνάμει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως – Δεν περιλαμβάνονται – Προϋποθέσεις – Τόκοι που διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή – Δήλωση στην οποία δεν αναγράφονται οι οφειλόμενοι ή καταβληθέντες τόκοι
(Κανονισμός 1495/80 της Επιτροπής, άρθρο 3 § 2, στοιχ. α΄)
1. Σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις ενός κοινοτικού κειμένου πρέπει, κατ' αρχήν, να αναγνωρίζεται η ίδια αξία, η οποία δεν μπορεί να παραλλάσσει σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με το μέγεθος του πληθυσμού των κρατών μελών όπου ομιλείται η εν λόγω γλώσσα. Προκειμένου να διασφαλισθεί η ενιαία ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των γλωσσικών αυτών αποδόσεων η οικεία διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος. βλ. σκέψεις 32-33
2. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80, περί της θεσπίσεως εκτελεστικών διατάξεων ορισμένων ρυθμίσεων του κανονισμού 1224/80, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 220/85, το οποίο προβλέπει ότι ο μη συνυπολογισμός στη δασμολογητέα αξία των καταβλητέων δυνάμει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως τόκων εξαρτάται από την τήρηση της απαιτήσεως να διακρίνονται τα ποσά των τόκων από την πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή, έχει την έννοια ότι οι καταβληθέντες τόκοι διακρίνονται από την αξία των εμπορευμάτων ακόμη και στην περίπτωση που, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως, οι τελωνειακές αρχές έχουν στη διάθεσή τους μόνον το τιμολόγιο για την καθαρή αξία των εμπορευμάτων, από το οποίο, όπως και από τη δήλωση δασμολογητέας αξίας, δεν προκύπτει ούτε ρητώς ούτε εμμέσως ότι στο πλαίσιο της οικείας εισαγωγής ο αγοραστής κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει τόκους στον πωλητή. βλ. σκέψεις 30, 43 και διατακτ.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 20ής Νοεμβρίου 2003 (1)
Κοινό Δασμολόγιο – Δασμολογητέα αξία – Καθορισμός της συναλλακτικής αξίας – Tόκοι καταβλητέοι βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως – Δεν περιλαμβάνονται – Προϋποθέσεις – Τόκοι που διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή – Δήλωση στην οποία δεν αναγράφονται οι οφειλόμενοι ή καταβληθέντες τόκοι
Στην υπόθεση C-152/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Kyocera Electronics Europe GmbH
και
Hauptzollamt Krefeld,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού (EOK) 1495/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί της θεσπίσεως εκτελεστικών διατάξεων ορισμένων ρυθμίσεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 270), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 220/85 της Επιτροπής, της 29ης Ιανουαρίου 1985 (ΕΕ L 25, σ. 7),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους P. Jann, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, C. W. A. Timmermans (εισηγητή) και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
─ η Kyocera Electronics Europe GmbH, εκπροσωπούμενη από τον H. Nehm, Rechtsanwalt,
─ η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J.-C. Schieferer, επικουρούμενο από τον M. Núñez-Müller, Rechtsanwalt,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με διάταξη της 1ης Μαρτίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Απριλίου 2001, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού (EOK) 1495/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί της θεσπίσεως εκτελεστικών διατάξεων ορισμένων ρυθμίσεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 270), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 220/85 της Επιτροπής, της 29ης Ιανουαρίου 1985 (ΕΕ L 25, σ. 7, στο εξής: κανονισμός 1495/80).
2 Τα ερωτήματα αυτά τέθηκαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Kyocera Electronics Europe GmbH (στο εξής: Kyocera) και του Hauptzollamt Krefeld (κεντρικού τελωνείου του Krefeld, στο εξής: Hauptzollamt) σχετικά με το αν οι τόκοι που κατέβαλε η Kyocera βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως σχετικής με την πώληση των εισαγόμενων από αυτήν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορευμάτων περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία των εν λόγω εμπορευμάτων.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1224/80
3 Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010, σ. 213, στο εξής: κανονισμός 1224/80), σκοπό έχει να προωθήσει το παγκόσμιο εμπόριο καθιερώνοντας ένα σύστημα τελεωνειακής εκτιμήσεως δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών. Υπό το πρίσμα αυτό, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι, πρώτον, η δασμολογητέα αξία θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με κριτήρια συμβιβαζόμενα με την εμπορική πρακτική και, δεύτερον, ότι η βάση τελωνειακής εκτιμήσεως των εμπορευμάτων θα είναι, κατά γενικό κανόνα, η συναλλακτική αξία όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80: Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8, εφόσον:[...]δ) ο αγοραστής και ο πωλητής δεν συνδέονται μεταξύ τους [...].
5 Εξάλλου, το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1224/80 ορίζει: Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή υπέρ του πωλητή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν σαν όρο της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων από τον αγοραστή στον πωλητή ή από τον αγοραστή σε ένα τρίτο πρόσωπο για να ικανοποιήσει μια υποχρέωση του πωλητή. [...].
6 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού: Η δασμολογητέα αξία δεν περιλαμβάνει τα έξοδα ή το κόστος που αναφέρονται κατωτέρω, υπό τον όρο ότι διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή:
α) έξοδα σχετικά με εργασίες κατασκευής, εγκαταστάσεως, συναρμολογήσεως, συντηρήσεως ή τεχνικής βοηθείας, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μετά την εισαγωγή όσον αφορά τα εισαγόμενα εμπορεύματα, όπως εγκαταστάσεις, μηχανές ή βιομηχανικό υλικό·
β) δασμοί και άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις πληρωτέοι εντός της Κοινότητος λόγω της εισαγωγής ή της πωλήσεως των εμπορευμάτων.
7 Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1224/80 προβλέπει:
1. Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται:
α) τα ακόλουθα στοιχεία, στο μέτρο που βαρύνουν τον αγοραστή άλλα δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή:
i) προμήθειες και έξοδα μεσιτείας, με εξαίρεση τις προμήθειες αγοράς,
ii) κόστος των ειδών συσκευασίας, τα οποία, από τελωνειακής πλευράς, θεωρούνται ότι αποτελούν ένα σύνολο με το εμπόρευμα,
iii) κόστος της συσκευασίας, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τα εργατικά όσο και τα υλικά·
β) η αξία, επιμεριζόμενη με τον κατάλληλο τρόπο, των προϊόντων και των υπηρεσιών που αναφέρονται κατωτέρω, εφόσον παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από τον αγοραστή, αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος, και χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή και την πώληση προς εξαγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων, στο μέτρο που η αξία αυτή δεν έχει περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή:
i) ύλες, συστατικά, μέρη και παρόμοια στοιχεία που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα,
ii) εργαλεία, μήτρες, καλούπια και παρόμοια είδη που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων,
iii) ύλες που έχουν καταναλωθεί κατά την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων,
iv) εργασίες μηχανικής ή μηχανολογίας, μελέτης, τέχνης, σχεδιασμού, σχεδίων και ιχνογραφημάτων οι οποίες γίνονται εκτός της Κοινότητος και είναι αναγκαίες για την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων·
γ) τα royalties και τα δικαιώματα αδείας σχετικά με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα τα οποία, κατά τους όρους της πωλήσεως των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, υποχρεούται να καταβάλει ο αγοραστής, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στο μέτρο που τα δικαιώματα αυτά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή·
δ) η αξία κάθε μέρους του προϊόντος μεταγενέστερης πωλήσεως, μεταβιβάσεως ή χρησιμοποιήσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων που περιέρχεται άμεσα ή έμμεσα στον πωλητή·
ε)
i) τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων, και
ii) τα έξοδα φορτώσεως και εργασιών διαφυλάξεως των εμπορευμάτων που είναι συναφή με τη μεταφορά των εισαγόμενων εμπορευμάτων, μέχρι του τόπου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος.
2. Κάθε στοιχείο που προστίθεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή βασίζεται αποκλειστικά σε αντικειμενικά δεδομένα που είναι δυνατό να αποτιμηθούν.
3. Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, ουδέν στοιχείο προστίθεται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, με εξαίρεση τα στοιχεία που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
8 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 προβλέπει: Για τον καθορισμό της δασμολογικής αξίας και υπό την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων, που παρέχουν στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών πιο εκτεταμένες αρμοδιότητες, κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ενδιαφέρεται άμεσα ή έμμεσα για τις οικείες πράξεις εισαγωγής παρέχει στις αρχές αυτές όλα τα αναγκαία έγγραφα και πληροφορίες, εντός των προθεσμιών που καθορίζονται από αυτές.
9 Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 έχει ως εξής: Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, υπό τον όρον ότι τα έξοδα αυτά διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή.
Ο κανονισμός 1495/80
10 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1495/80 ορίζει:
1. Υπό τον όρο ότι διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, τα κατωτέρω στοιχεία δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80:
α) έξοδα σχετικά με το δικαίωμα αναπαραγωγής των εμπορευμάτων που εισάγονται στην Κοινότητα·
β) προμήθειες αγοράς.
2. Το ποσό των τόκων που καταβάλλεται βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως που έχει συνάψει ο αγοραστής και αφορά την αγορά εισαγομένων εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνεται στη δασμολογητέα αξία που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, υπό τον όρο ότι:
α) το ποσό των τόκων διακρίνεται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για τα εμπορεύματα·
β) η συμφωνία χρηματοδοτήσεως έχει συναφθεί εγγράφως·
γ) σε περίπτωση που ζητηθεί, ο αγοραστής μπορεί να αποδείξει ότι:
─ αυτού του είδους τα εμπορεύματα πράγματι πωλούνται στην τιμή που δηλώθηκε σαν πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα, και
─ το αιτούμενο επιτόκιο δεν υπερβαίνει το επίπεδο επιτοκίων που επικρατεί γι' αυτού του είδους τις συναλλαγές στη χώρα και στο χρόνο όπου συμφωνήθηκε η χρηματοδότηση.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1496/80
11 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1496/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί της δηλώσεως των στοιχείων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και περί παροχής των σχετικών εγγράφων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 272), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3272/88 της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 1988 (ΕΕ L 291, σ. 49, στο εξής: κανονισμός 1496/80), ορίζει: Όταν είναι απαραίτητο να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, δήλωση των στοιχείων των σχετικών με τη δασμολογητέα αξία επισυνάπτεται στη διασάφηση που συντάσσεται για τα εισαγόμενα εμπορεύματα. Η δήλωση συντάσσεται σε έντυπο D.V.1 που ανταποκρίνεται στο υπόδειγμα του παραρτήματος Ι, το οποίο συμπληρώνεται, κατά περίπτωση, από ένα ή περισσότερα έντυπα D.V.1α) που ανταποκρίνονται στο υπόδειγμα του παραρτήματος ΙΙ.
12 Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, το προβλεπόμενο στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1496/80 έντυπο D.V.1 περιελάμβανε κατά βάση τρία μέρη. Στο μέρος Α, με τίτλο Βάση υπολογισμού, ο δηλών όφειλε να αναφέρει την καθαρή τιμή των εισαγόμενων εμπορευμάτων εκφραζόμενη στο νόμισμα του τιμολογίου και στο εθνικό νόμισμα, καθώς και τις ενδεχόμενες έμμεσες πληρωμές (στήλες 11 και 12 του εντύπου D.V.1). Στο μέρος Β, σχετικό με τις Προσθήκες, ο δηλών όφειλε να αναφέρει τα ενδεχόμενα έξοδα που δεν περιλαμβάνονταν στο μέρος Α, όπως τις προμήθειες και τα έξοδα μεσιτείας, τα royalties και τα δικαιώματα αδείας ή τα έξοδα παραδόσεως που προκύπτουν μέχρι τα εμπορεύματα να αφιχθούν στον τόπο εισόδου τους στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (στήλες 13 έως 18 του εντύπου D.V.1). Τέλος, στο μέρος Γ, σχετικό με τις Αφαιρέσεις, ο δηλών όφειλε να αναφέρει ορισμένα έξοδα που περιλαμβάνονται στο μέρος Α, όπως έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, έξοδα σχετικά με εργασίες κατασκευής, εγκαταστάσεως, συναρμολογήσεως, συντηρήσεως ή τεχνικής βοήθειας που έγιναν μετά την εισαγωγή αυτή, δασμούς και φόρους καταβλητέους εντός της Κοινότητας λόγω της εισαγωγής ή της πωλήσεως των εμπορευμάτων ή λοιπά έξοδα (στήλες 19 έως 23 του εντύπου D.V.1). Η δηλούμενη δασμολογητέα αξία προέκυπτε με την αφαίρεση των διαλαμβανόμενων στο μέρος Γ ποσών από το σύνολο των διαλαμβανόμενων στα μέρη Α και Β ποσών.
13 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1496/80: Ο δηλών πρέπει να προσκομίζει στην τελωνειακή υπηρεσία αντίτυπο του τιμολογίου, βάσει του οποίου δηλούται η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων. Όταν η δασμολογητέα αξία δηλούται εγγράφως, το αντίτυπο αυτό φυλάσσεται από την τελωνειακή υπηρεσία.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14 Η Kyocera είναι εταιρία εγκατεστημένη στη Γερμανία, η οποία εισάγει σ' αυτό το κράτος μέλος διάφορα ηλεκτρονικά είδη που προμηθεύεται από την ιαπωνική μητρική της εταιρία Kyocera Corporation (στο εξής: KC). Για τα ποσά που όφειλε βάσει τιμολογίων στην KC και τα οποία, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, δεν επηρεάζονταν από τον μεταξύ των δύο εταιριών δεσμό, η Kyocera διέθετε αρχικώς προθεσμία πληρωμής 120 ημερών από την ημερομηνία φορτώσεως των εμπορευμάτων. Στη συνέχεια ─χωρίς, πάντως, να μεταβληθεί η εν λόγω προθεσμία πληρωμής─ η KC και η Kyocera συμφώνησαν πρόσθετη καταβολή τόκων για 90 ημέρες, υπολογιζομένων ανά μήνα, με ετήσιο επιτόκιο 4,5 %. Βάσει της συμφωνίας αυτής, η KC εξέδωσε, πέραν των τιμολογίων περί της πωλήσεως των εμπορευμάτων, χωριστά μηνιαία τιμολόγια, για κάθε πραγματοποιηθείσα παράδοση, περί των οφειλόμενων από την Kyocera στη μητρική της εταιρία τόκων.
15 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά οκτώ περιπτώσεις εισαγωγής κατά τη διάρκεια των ετών 1990 και 1991. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, όσον αφορά τις εισαγωγές αυτές, τα εισαγόμενα εμπορεύματα δηλώθηκαν στην αρμόδια τελωνειακή αρχή από μια μεταφορική εταιρία ενεργούσα στο όνομα της Kyocera και εναποτέθηκαν σε παραχωρηθείσα αποθήκη τελωνειακής αποταμιεύσεως ─απ' όπου αποσύρθηκαν από την ίδια μεταφορική εταιρία για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία─, ενώ οι καταβληθέντες ή οφειλόμενοι από την Kyocera στην KC τόκοι δεν αναγράφονταν ούτε στις δηλώσεις για την τελωνειακή αποταμίευση ούτε στις δηλώσεις παραλαβής από την αποθήκη ούτε προέκυπταν από άλλη δήλωση. Εκτιμώντας, υπό τις συνθήκες αυτές, ότι οι εν λόγω δηλώσεις ήταν ελλιπείς, το Hauptzollamt εξέδωσε στις 17 Φεβρουαρίου 1994 και τροποποίησε στις 2 Αυγούστου 1994 διορθωτική πράξη, με την οποία κάλεσε την Kyocera να καταβάλει πρόσθετους τελωνειακούς δασμούς, υπολογιζόμενους επί του ποσού των πράγματι καταβληθέντων από αυτήν τόκων.
16 Kατόπιν της απορρίψεως της ενστάσεως κατά της διορθωτικής αυτής πράξεως με απόφαση του Hauptzollamt της 15ης Σεπτεμβρίου 1994, η Kyocera άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Düsseldorf (Γερμανία). Με απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1999, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, διότι έκρινε ότι οι τόκοι που κατέβαλε η Kyocera στην KC για τις επίδικες εισαγωγές περιλαμβάνονταν στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων που αποσύρθηκαν από την αποθήκη και τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Σύμφωνα με το Finanzgericht, oι τόκοι αυτοί αποτελούσαν στην πραγματικότητα προϋπόθεση της πωλήσεως των εν λόγω εμπορευμάτων και, ως εκ τούτου, περιλαμβάνονταν στη συναλλακτική αξία, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1224/80. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα πράγματα θα είχαν άλλως μόνον αν θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1495/80, ιδίως η προϋπόθεση του στοιχείου α΄ της εν λόγω παραγράφου περί της διακριτής μνείας των οφειλόμενων ή καταβληθέντων τόκων. Πάντως, εν προκειμένω, μολονότι η Kyocera είχε στην κατοχή της τα μηνιαία τιμολόγια περί τόκων, εντούτοις δεν τα προσκόμισε στις τελωνειακές αρχές ούτε μνημόνευσε κατά τρόπο διακριτό τους τόκους στις τελωνειακές διασαφήσεις, με αποτέλεσμα το Hauptzollamt βασίμως να θεωρήσει ότι τα ποσά των τόκων περιλαμβάνονταν στη δασμολογητέα αξία και, κατά συνέπεια, να ζητήσει την καταβολή πρόσθετων τελωνειακών δασμών.
17 Η Kyocera, εκτιμώντας, στο πλαίσιο αυτό, ότι το Finanzgericht Düsseldorf παρέβη το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80, προσθέτοντας στην εν λόγω διάταξη μια προϋπόθεση που δεν την προβλέπει, ήτοι ότι οι τελωνειακές αρχές πρέπει να έχουν στην κατοχή τους τα τιμολόγια περί τόκων κατά το χρονικό σημείο της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως, άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundesfinanzhof. Στο πλαίσιο αυτό, η Kyocera ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, για να θεωρηθεί ότι γίνεται διάκριση κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, αρκεί το ποσό των τόκων να μπορεί να διακριθεί με οποιονδήποτε τρόπο από το τίμημα της πωλήσεως των εισαγόμενων προϊόντων. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, στην περίπτωση που, κατά το χρονικό σημείο της δασμολογήσεως, οι τελωνειακές αρχές έχουν στη διάθεσή τους μόνον το τιμολόγιο που αναφέρει το καθαρό τίμημα των εμπορευμάτων άνευ τόκων, εφόσον η διάκριση προκύπτει από άλλο έγγραφο πλην του τιμολογίου αυτού.
18 Σύμφωνα με το Hauptzollamt, αντιθέτως, η απλή αναγραφή της καθαρής τιμής των εισαγόμενων προϊόντων ουδαμώς πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80, διότι δεν δίδει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να γνωρίζουν αν καταβλήθηκαν τόκοι για τα εν λόγω εμπορεύματα και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να επαληθεύουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον μη συνυπολογισμό των τόκων στη δασμολογητέα αξία. Επομένως, οι τόκοι, όπως και όλα τα άλλα στοιχεία που μπορούν να διακρίνονται από την τιμή πωλήσεως, πρέπει να έχουν αναγραφεί χωριστά κατά το χρονικό σημείο της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως και οι τελωνειακές αρχές πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους, πέραν της εν λόγω διασαφήσεως, ένα έγγραφο περί του στοιχείου που πρέπει να αναγράφεται χωριστά. Μόνον οι αρχές αυτές μπορούν να αποφασίζουν, αφού λάβουν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, αν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία τα έξοδα που έχουν αναγραφεί χωριστά και έχουν αποτελέσει αντικείμενο σχετικής δηλώσεως.
19 Το Bundesfinanzhof, μολονότι αναγνωρίζει ότι το κοινοτικό τελωνειακό δίκαιο προβλέπει διάφορα έξοδα ή στοιχεία τα οποία, εφόσον αναγράφονται χωριστά από την τιμή των εισαγόμενων εμπορευμάτων, δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία των εν λόγω εμπορευμάτων και ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε επανειλημμένως επί της ερμηνείας των κρίσιμων διατάξεων των κανονισμών 1224/80 και 1495/80 ─μεταξύ άλλων, με τις αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1985, 290/84, Mainfrucht Obstverwertung, Συλλογή 1985, σ. 3909· της 18ης Απριλίου 1991, C-79/89, Brown Boveri, Συλλογή 1991, σ. Ι-1853· της 4ης Ιουνίου 1992, C-21/91, Wünsche, Συλλογή 1992, σ. Ι-3647· της 9ης Αυγούστου 1994, C-340/93, Thierschmidt, Συλλογή 1994, σ. Ι-3905, και της 29ης Μαΐου 1997, C-93/96, ICT, Συλλογή 1997, σ. Ι-2881─, εντούτοις, με τη διάταξη περί παραπομπής, τονίζει ότι από την ανάλυση της κοινοτικής νομοθεσίας και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου δεν προκύπτει απευθείας απάντηση στο ερώτημα αν οι καταβληθέντες τόκοι μπορούν να θεωρηθούν ότι διακρίνονται από την τιμή του εμπορεύματος στην περίπτωση που, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως, οι τελωνειακές αρχές έχουν στη διάθεσή τους μόνον ένα τιμολόγιο περί της καθαρής τιμής του εισαγόμενου προϊόντος, από το οποίο ─όπως, άλλωστε, και από τη δήλωση δασμολογητέας αξίας─ δεν προκύπτει ρητώς ή εμμέσως ότι ο αγοραστής κατέβαλε επίσης τόκους στο πλαίσιο της οικείας εισαγωγής. Ως προς το ζήτημα αυτό δεν υπάρχει ομοφωνία στην πρόσφατη γερμανική νομική θεωρία και η κοινοτική νομοθεσία παρέχει στοιχεία προς επίρρωση τόσο της απόψεως της Kyocera όσο και αυτής του Hauptzollamt.
20 Σύμφωνα με το Bundesfinanzhof, υπέρ της απόψεως της Kyocera συνηγορεί αδιαμφισβήτητα το ότι η Kyocera δήλωσε την ορθή δασμολογητέα αξία, ανταποκρινόμενη, κατ' αυτόν τον τρόπο, τόσο στους σκοπούς του κανονισμού 1224/80 περί καθιερώσεως ενός δίκαιου, ομοιόμορφου και ουδέτερου συστήματος τελωνειακής εκτιμήσεως όσο και στις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT), οι οποίες ενέπνευσαν την κατάρτιση του κανονισμού αυτού.
21 Αντιθέτως, υπέρ της απόψεως του Hauptzollamt συνηγορεί το ότι οι λέξεις getrennt ausgewiesen sind, που απαντούν στο κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80 στη γερμανική γλώσσα και σημαίνουν αναγράφονται χωριστά, προϋποθέτουν ότι το επίμαχο ποσό μπορεί να διακριθεί, ήτοι, όπως τόνισε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο πλαίσιο της υποθέσεως που κατέληξε στην προαναφερθείσα απόφαση Mainfrucht Obstverwertung, μπορεί να προσδιορισθεί ως χωριστό τμήμα των συνολικών εξόδων. Το Bundesfinanzhof παρατηρεί, συναφώς, ότι, αν επιτραπεί η απλή δήλωση της καθαρής τιμής των εισαγόμενων εμπορευμάτων, υφίσταται σημαντικός κίνδυνος ανεπαρκών ελέγχων, δεδομένου ότι οι τελωνειακές αρχές δεν θα είναι σε θέση να ελέγξουν αν τηρήθηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τον μη συνυπολογισμό ενός συγκεκριμένου στοιχείου στη δασμολογητέα αξία. Ενόψει της αβεβαιότητας που συνδέεται με την εκ των υστέρων είσπραξη τελωνειακών δασμών, τούτο μπορεί να συνεπάγεται σημαντικές απώλειες πόρων του κοινοτικού προϋπολογισμού, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι κακώς ο εισαγωγέας προέβη σε έκπτωση.
22 Εκτιμώντας, υπό τις συνθήκες αυτές, ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας, το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού [...] 1495/80 [...] την έννοια ότι οι καταβληθέντες τόκοι διακρίνονται από την αξία των εμπορευμάτων στην περίπτωση που, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως, οι τελωνειακές αρχές έχουν στη διάθεσή τους μόνον το τιμολόγιο για την καθαρή αξία των εμπορευμάτων, από το οποίο ─όπως, άλλωστε, και από τη δήλωση δασμολογητέας αξίας─ δεν προκύπτει ούτε ρητώς ούτε εμμέσως ότι στο πλαίσιο της οικείας εισαγωγής ο αγοραστής κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει τόκους στον πωλητή;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, περιλαμβάνονται οι καταβληθέντες τόκοι στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων;
Επί του πρώτου ερωτήματος
23 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ως προς το περιεχόμενο της προϋποθέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80. Ειδικότερα, ερωτά αν το ποσό των τόκων που καταβάλλεται βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως που έχει συνάψει ο αγοραστής και αφορά την αγορά εισαγομένων εμπορευμάτων μπορεί να θεωρηθεί ότι διακρίνεται από την πληρωθείσα για τα εμπορεύματα τιμή στην περίπτωση που τόσο στη δήλωση δασμολογητέας αξίας όσο και στο συνοδευτικό αυτής τιμολόγιο αναγράφεται μόνον η καθαρή τιμή των εν λόγω εμπορευμάτων, χωρίς να γίνεται μνεία των τόκων που καταβάλλονται στον πωλητή από τον αγοραστή ως αντάλλαγμα για την προθεσμία πληρωμής της οποίας αυτός απολαύει.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
24 Μολονότι οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο συμφωνούν ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, εντούτοις παρατηρείται μερική διάσταση στους λόγους που συνηγορούν υπέρ της λύσεως αυτής.
25 Συγκεκριμένα, η Kyocera υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται να αναγράφονται οι τόκοι στη δήλωση δασμολογητέας αξίας, διότι, αφενός, δεν περιλαμβάνονται στα ─ικανά να αυξήσουν την τιμή των εμπορευμάτων─ έξοδα που απαριθμούνται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80 και, αφετέρου, όπως τόνισε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Wünsche, αποτελούν αμοιβή καταβαλλόμενη από τον αγοραστή όχι για το εισαγόμενο εμπόρευμα, αλλά για έτερη παροχή του πωλητή, ήτοι, εν προκειμένω, τη χορήγηση προθεσμίας πληρωμής. Επομένως, το ζήτημα του ελέγχου του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μη συνυπολογισμού των τόκων στη δασμολογητέα αξία αποτελεί ζήτημα μάλλον σχετικό με την απόδειξη της πραγματικής τιμής των εισαγόμενων εμπορευμάτων παρά σχετικό με τον διακριτό χαρακτήρα των τόκων και είναι κατ' εξοχήν δυνατό να πληρούται η προϋπόθεση αυτή όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, στη δήλωση δασμολογητέας αξίας αναγράφεται μόνον η καθαρή τιμή των εισαγόμενων προϊόντων. Η ξεχωριστή αναγραφή στην εν λόγω δήλωση θα ήταν δικαιολογημένη μόνον αν το δηλωθέν συνολικό ποσό περιελάμβανε ταυτοχρόνως στοιχεία συνυπολογιζόμενα στη δασμολογητέα αξία, όπως τα έξοδα μεταφοράς εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, και στοιχεία μη συνυπολογιζόμενα στην αξία αυτή, όπως τα έξοδα μεταφοράς εντός του εδάφους αυτού.
26 Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80 συνδέονται μάλλον με ουσιαστικούς κανόνες σχετικούς με τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας παρά με τυπικούς και διαδικαστικούς κανόνες που εφαρμόζονται συναφώς, με αποτέλεσμα η μη τήρηση σχετικών με την τελωνειακή διασάφηση διοικητικών διατυπώσεων ή η μη αναγραφή των τόκων στο προβλεπόμενο προς το σκοπό αυτό έντυπο να μην τροποποιούν ριζικώς τη νομική κατάσταση του δηλούντος. Άλλως ειπείν, συγκεκριμένα στοιχεία μπορούν να θεωρηθούν ότι διακρίνονται από την πληρωθείσα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή, χωρίς, πάντως, να έχουν αναγραφεί χωριστά στη δήλωση δασμολογητέας αξίας.
27 Συναφώς, η Επιτροπή στηρίζεται, πρώτον, στις αποδόσεις του κανονισμού 1495/80 στην αγγλική, γαλλική, ισπανική και ιταλική γλώσσα, οι οποίες, αντιθέτως προς την απόδοση του εν λόγω κανονισμού στη γερμανική γλώσσα που απαιτεί να αναγράφονται ( ausgewiesen) χωριστά οι τόκοι, απαιτούν μόνο να διακρίνονται οι τόκοι αυτοί από την πληρωθείσα για τα εμπορεύματα τιμή. Επομένως, υπό το πρίσμα αυτό, προκειμένου να μην αποτελούν οι τόκοι τμήμα της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, αρκεί να διαχωρίζονται με οποιονδήποτε τρόπο από την τιμή των εμπορευμάτων με την οποία συνδέονται, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσκομισθεί αυθορμήτως στις τελωνειακές αρχές κάποιο πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο σχετικό με τους τόκους αυτούς.
28 Δεύτερον, η Επιτροπή επικαλείται τον κύριο σκοπό των κοινοτικών ρυθμίσεων περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, ήτοι την καθιέρωση ενός συστήματος τελωνειακής εκτιμήσεως δίκαιου, ομοιόμορφου και ουδέτερου, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η επίτευξη του σκοπού αυτού ουδόλως προϋποθέτει τη ρητή ή χωριστή δήλωση στις τελωνειακές αρχές των τόκων που καταβάλλονται από τον αγοραστή βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως που έχει συναφθεί με τον πωλητή. Για την αποτροπή του κινδύνου απάτης αρκεί στην πραγματικότητα η χωριστή μνεία των τόκων αυτών στα λογιστικά βιβλία του δηλούντος, ο οποίος οφείλει, βεβαίως, να είναι πάντοτε σε θέση να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τον μη συνυπολογισμό των τόκων στη δασμολογητέα αξία.
Απάντηση του Δικαστηρίου
29 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται να τονιστεί ότι οι τόκοι που καταβάλλονται βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως που έχει συνάψει ο αγοραστής για την αγορά εισαγόμενων στην Κοινότητα εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν, στη δασμολογητέα αξία των εν λόγω εμπορευμάτων. Πράγματι, από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 προκύπτει ότι η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία των εν λόγω εμπορευμάτων, ήτοι η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα αυτά τιμή, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8. Πάντως, μολονότι το άρθρο 8 απαριθμεί σειρά στοιχείων που πρέπει να προστίθενται στην τιμή των εισαγόμενων προϊόντων, όπως τις προμήθειες και τα έξοδα μεσιτείας ή τα royalties και τα δικαιώματα αδείας, εντούτοις δεν κάνει μνεία σε οφειλόμενους ή καταβληθέντες τόκους βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως. Δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 8, ο κατάλογος των διαλαμβανόμενων στο άρθρο αυτό στοιχείων έχει εξαντλητικό χαρακτήρα (βλ., συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση Thierschmidt, σκέψη 18), οι τόκοι αυτοί δεν πρέπει να προστίθενται στην τιμή των εισαγόμενων προϊόντων ενόψει του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας τους.
30 Μολονότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται, κατ' αρχήν, από τον κανονισμό 1495/80, ο οποίος εκδόθηκε από την Επιτροπή προς εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1224/80, εντούτοις ο μη συνυπολογισμός των τόκων στη δασμολογητέα αξία εξαρτάται στην πράξη από την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού απαίτηση να διακρίνονται τα ποσά των τόκων από την πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή. Δεδομένου ότι η εν λόγω απαίτηση δεν προσδιορίζεται ειδικότερα στο άρθρο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη μορφή και τη φύση της διακρίσεως αυτής, καθώς και ως προς το έγγραφο βάσει του οποίου γίνεται η διάκριση. Από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι τίθεται, ειδικότερα, το ζήτημα αν η εν λόγω απαίτηση προϋποθέτει χωριστή αναγραφή των τόκων στο τιμολόγιο που αναγράφει την τιμή αγοράς των εμπορευμάτων, ενδεχομένως μάλιστα και στη δήλωση δασμολογητέας αξίας, ή αν οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να αρκεσθούν σε μια συνοπτική δήλωση, οπότε η διάκριση μπορεί να γίνεται βάσει οποιουδήποτε εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή του δηλούντος.
31 Συναφώς, η ανάγνωση των υφιστάμενων γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80 δεν δίδει μονοσήμαντη απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Bundesfinanzhof. Ενώ οι αποδόσεις της διατάξεως αυτής στη γερμανική ( getrennt ausgewiesen sind) και στη δανική ( saerskilt angivet) γλώσσα κάνουν, πράγματι, μνεία σε χωριστή αναγραφή των τόκων ─επιτρέποντας, ενδεχομένως, το συμπέρασμα ότι υφίσταται υποχρέωση αναγραφής των εν λόγω τόκων στη δήλωση δασμολογητέας αξίας ή στο συνημμένο σ' αυτήν τιμολόγιο─, οι αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως στην ισπανική ( se distingan), ελληνική ( διακρίνεται), αγγλική ( are distinguished), γαλλική ( sont distincts), ιταλική ( siano distinti), ολλανδική ( onderscheiden zijn) και πορτογαλική ( sejam distintos) γλώσσα είναι πιο ουδέτερες όσον αφορά τόσο τη μορφή της επίμαχης διακρίσεως όσο και το έγγραφο βάσει του οποίου γίνεται η διάκριση. Εν πάση περιπτώσει, ουδένα υπαινιγμό κάνουν σε ενδεχόμενη χωριστή αναγραφή των τόκων στα έγγραφα που προσκομίζει ο δηλών στις τελωνειακές αρχές.
32 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, επιβεβαιωθείσα, μεταξύ άλλων, με τις αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, C-296/95, EMU Tabac κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι-1605, σκέψη 36), και της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-257/00, Givane κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. Ι-345, σκέψη 39), σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις ενός κοινοτικού κειμένου πρέπει, κατ' αρχήν, να αναγνωρίζεται η ίδια αξία, η οποία δεν μπορεί να παραλλάσσει σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με το μέγεθος του πληθυσμού των κρατών μελών όπου ομιλείται η εν λόγω γλώσσα.
33 Προκειμένου να διασφαλισθεί η ενιαία ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των γλωσσικών αυτών αποδόσεων η οικεία διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., μεταξύ άλλων, υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-236/97, Codan, Συλλογή 1998, σ. Ι-8679, σκέψη 26· της 13ης Απριλίου 2000, C-420/98, W. N., Συλλογή 2000, σ. Ι-2847, σκέψη 21, και προαναφερθείσα απόφαση Givane κ.λπ., σκέψη 40).
34 Εξάλλου, όπως ορθώς τόνισε το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί, επ' ευκαιρία της υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων σχετικών με την ερμηνεία των επίμαχων στην υπό κρίση υπόθεση κανονισμών, τόσο επί του σκοπού των εν λόγω κανονισμών όσο και επί της επίμαχης διακρίσεως, η οποία περιλαμβάνεται και σε άλλες διατάξεις των εν λόγω κανονισμών (βλ., μεταξύ άλλων, τις διαλαμβανόμενες στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως αποφάσεις).
35 Όπως προκύπτει από τον τίτλο του, ο κανονισμός που περιλαμβάνει τη διάταξη που αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος αποσκοπεί στη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων ορισμένων ρυθμίσεων του κανονισμού 1224/80, ο οποίος, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική του σκέψη, σκοπό έχει να προωθήσει το παγκόσμιο εμπόριο καθιερώνοντας ένα σύστημα τελωνειακής εκτιμήσεως δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών. Πάντως, σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1224/80, ο σκοπός αυτός πρέπει να επιτυγχάνεται, κατά γενικό κανόνα, λαμβάνοντας ως βάση της τελωνειακής εκτιμήσεως τη συναλλακτική αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων, η οποία ορίζεται στα άρθρα 3 και 8 του κανονισμού αυτού ως η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, μη συνυπολογιζομένων στοιχείων άλλων πέραν των διαλαμβανόμενων στο εν λόγω άρθρο 8.
36 Επομένως, οι τόκοι ─οι οποίοι, όπως τονίστηκε στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80 στοιχείων─ δεν συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων και, κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να αναγράφονται στη δήλωση δασμολογητέας αξίας. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 16 της αποφάσεως Wünsche, οι τόκοι αυτοί δεν αποτελούν στοιχείο της πληρωθείσας ή πληρωτέας για τα εν λόγω εμπορεύματα τιμής, αλλά αμοιβή για υπηρεσία που παρέχεται στον αγοραστή επ' αφορμή της αγοράς αυτών, ήτοι, εν προκειμένω, για τη χορήγηση στον αγοραστή προθεσμίας πληρωμής.
37 Στο πλαίσιο αυτό, η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80 προϋπόθεση δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά παρέκκλιση από τον κανονισμό 1224/80. Όπως και η διαλαμβανόμενη στην εν λόγω παράγραφο, στοιχείο β΄, προϋπόθεση περί εγγράφως συναφθείσας συμφωνίας χρηματοδοτήσεως, η απαίτηση να διακρίνονται οι τόκοι από την πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως τυπική προϋπόθεση, η οποία παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να βεβαιωθούν για την πραγματική αξία των εν λόγω εμπορευμάτων και, ως εκ τούτου, να διασφαλίσουν την ορθή είσπραξη των οφειλόμενων τελωνειακών δασμών.
38 Συναφώς, μολονότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι η καταπολέμηση των περιπτώσεων δηλώσεως πλασματικών εξόδων ή εξόδων που αποτελούν συγκεκαλυμμένο στοιχείο της τιμής των εμπορευμάτων συνιστά, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσες αποφάσεις Mainfrucht Obstverwertung, σκέψεις 34 έως 37, και Wünsche, σκέψη 20), κύριο σκοπό της κοινοτικής νομοθεσίας περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, εντούτοις από τη νομοθεσία αυτή και από την εν λόγω νομολογία ουδόλως προκύπτει ότι η προϋπόθεση ότι τα μη συνυπολογιζόμενα στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων έξοδα πρέπει να διακρίνονται από την τιμή των εν λόγω εμπορευμάτων συνεπάγεται, εν πάση περιπτώσει, ότι η διάκριση αυτή πρέπει να γίνεται στην ίδια τη δήλωση δασμολογητέας αξίας ή σε συνημμένο σ' αυτήν έγγραφο. Η προϋπόθεση αυτή μπορεί να πληρούται επίσης όταν τα οικεία έξοδα αποτελούν αντικείμενο χωριστής αναγραφής στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του δηλούντος και αυτός δηλώνει στις τελωνειακές αρχές μόνον την καθαρή τιμή των εισαγόμενων εμπορευμάτων.
39 Πράγματι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 19 των προτάσεών του, ο δηλών θα είναι σε θέση να προσκομίσει, αν του ζητηθεί, τις αναγκαίες πληροφορίες και τα αναγκαία έγγραφα στις τελωνειακές αρχές, όπως άλλωστε προβλέπεται τόσο στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 όσο και στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1495/80. Από την πλευρά τους, οι τελωνειακές αρχές θα είναι σε θέση να ελέγξουν στη συγκεκριμένη περίπτωση τόσο το ποσό όσο και το επιτόκιο των οφειλόμενων τόκων. Εξάλλου, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει πάντοτε τη δυνατότητα να τροποποιήσει τις εφαρμοστέες συναφώς ρυθμίσεις, στην περίπτωση που οι έλεγχοι αυτοί προσκρούουν, στην πράξη, σε ιδιαίτερες δυσχέρειες.
40 Η προαναφερθείσα απόφαση Wünsche έχει, συναφώς, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μολονότι το ανακύψαν στην υπόθεση αυτή ζήτημα αφορούσε μάλλον την ίδια την ύπαρξη της συμφωνίας χρηματοδοτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1495/80, παρά τον διακριτό χαρακτήρα των τόκων που καταβάλλονται βάσει της συμφωνίας αυτής κατά την έννοια του στοιχείου α΄ της ίδιας παραγράφου, εντούτοις το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 19 της αποφάσεως αυτής, ότι δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ αγοραστή και πωλητή ως προς την προθεσμία πληρωμής, διαφορετικής από τη συμφωνία που αφορά την πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων. Με την ίδια σκέψη, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον το ποσό των τόκων που οφείλονται ως αντάλλαγμα για την εκ μέρους του πωλητή χορήγηση προθεσμίας πληρωμής αναγράφεται χωριστά στο τιμολόγιο που αποστέλλεται στον αγοραστή, πρέπει να θεωρείται ότι, ελλείψει οποιασδήποτε αμφισβητήσεως εκ μέρους του αγοραστή, ο τελευταίος πράγματι συνήνεσε στην καταβολή τόκων έναντι της χορηγηθείσας προθεσμίας πληρωμής. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό παρά το γεγονός ότι, στην εν λόγω υπόθεση, όπως και εν προκειμένω, το ποσό των τόκων δεν είχε αναγραφεί από τον αγοραστή στη δήλωση δασμολογητέας αξίας.
41 Επίσης, με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-299/90, Hepp (Συλλογή 1991, σ. Ι-4301, σκέψη 20), αφορώσα περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές είχαν συνυπολογίσει στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων τη, βάσει χωριστού τιμολογίου, καταβληθείσα από τον εισαγωγέα και μη αναγραφείσα στη δήλωση δασμολογητέας αξίας προμήθεια αγοράς, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μόνον η δηλωθείσα από τον εισαγωγέα καθαρή τιμή αποτελούσε τη δασμολογητέα αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 και ότι η προμήθεια αγοράς δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί στην αξία αυτή.
42 Δεδομένου ότι, προκειμένου να μη συνυπολογισθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων, οι προμήθειες αγοράς που καταβάλλει ο εισαγωγέας στον αντιπρόσωπό του υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1495/80, στην προϋπόθεση της διακρίσεως που ισχύει και για το ποσό των τόκων που καταβάλλονται βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως, δεν υπάρχει λόγος να δοθεί εν προκειμένω λύση διαφορετική από τη δοθείσα με την προαναφερθείσα απόφαση Hepp. Συνεπώς, στην περίπτωση που ο αγοραστής οφείλει, βάσει χωριστού τιμολογίου, τόκους ως αντάλλαγμα για τη χορήγηση προθεσμίας πληρωμής ορισμένων εισαγόμενων προϊόντων και αναγράφει στη δήλωση δασμολογητέας αξίας την καθαρή τιμή των εν λόγω εμπορευμάτων, μόνον η τιμή αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας τους.
43 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1495/80 έχει την έννοια ότι οι καταβληθέντες τόκοι διακρίνονται από την αξία των εμπορευμάτων ακόμη και στην περίπτωση που, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως, οι τελωνειακές αρχές έχουν στη διάθεσή τους μόνον το τιμολόγιο για την καθαρή αξία των εμπορευμάτων, από το οποίο, όπως και από τη δήλωση δασμολογητέας αξίας, δεν προκύπτει ούτε ρητώς ούτε εμμέσως ότι στο πλαίσιο της οικείας εισαγωγής ο αγοραστής κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει τόκους στον πωλητή.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
44 Δεδομένου ότι το δεύτερο ερώτημα τέθηκε μόνο για την περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα θα ήταν αρνητική, παρέλκει η απάντησή του.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 1ης Μαρτίου 2001 το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
Jann
Timmermans
von Bahr
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Νοεμβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy