Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-162/01 P και C-163/01 P
Edouard Bouma και Bernard M. J. B. Beusmans
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αγωγή αποζημιώσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Γάλα –Συμπληρωματική εισφορά – Ποσότητα αναφοράς – Παραγωγοί που έχουν αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας – Παραγωγοί SLOM 1983 – Μη επανέναρξη της παραγωγής κατά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος – Χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλαγμένων εισφοράς – Παραγωγοί που ανέστειλαν τις παραδόσεις τους στο πλαίσιο του συστήματος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας ή μετατροπής – Χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς – Περιορισμός της κατηγορίας των δικαιούχων μέσω εκ των υστέρων καθορισμού καταληκτικής ημερομηνίας της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής – Επιτρέπεται – Επιλογή ημερομηνίας που αποκλείει ορισμένους παραγωγούς των οποίων η δέσμευση έπαυσε να ισχύει κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς αλλά πριν από την εν λόγω ημερομηνία – Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Παραβίαση
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1078/77 και 857/84, άρθρα 2 και 3α § 1)
2. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος – Χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλαγμένων εισφοράς – Παραγωγοί που ανέστειλαν τις παραδόσεις τους στο πλαίσιο του συστήματος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας ή μετατροπής – Αποζημίωση – Προϋποθέσεις
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1078/77, 857/84 και 2187/93)
3. Εξωσυμβατική ευθύνη – Προϋποθέσεις – Παράνομη συμπεριφορά των θεσμικών οργάνων – Παραγωγοί γάλακτος που δεν έλαβαν ποσότητες αναφοράς στο πλαίσιο του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς κατόπιν της αναστολής των παραδόσεών τους δυνάμει του συστήματος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας – Ανάγκη αποδείξεως της προθέσεως εκ νέου παραγωγής γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεως περί μη εμπορίας
(Άρθρο 288, εδ. 2, ΕΚ· Κανονισμοί του Συμβουλίου 1078/77 και 857/84)
1. Στο πλαίσιο χορηγήσεως ποσοτήτων αναφοράς απαλλαγμένων της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, ο κοινοτικός νομοθέτης νομίμως καθόρισε καταληκτική ημερομηνία αναφορικά με τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, με σκοπό να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, υπέρ εκείνων των παραγωγών που δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια ολόκληρου ή μέρους του οικείου έτους αναφοράς για λόγους άσχετους προς την ανάληψη δεσμεύσεως μη εμπορίας.
Μόνο για τους παραγωγούς που θα μπορούσαν να επικαλεστούν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους για επανέναρξη της παραγωγής τους δεν έπρεπε να καθοριστεί τέτοια καταληκτική ημερομηνία υπό συνθήκες που να έχουν ως αποτέλεσμα να εξαιρούνται από τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84 οι παραγωγοί που δεν είχαν πραγματοποιήσει παραδόσεις γάλακτος κατά τη διάρκεια ολόκληρου ή μέρους του έτους αναφοράς λόγω εκπληρώσεως υποχρεώσεως που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77.
(βλ. σκέψεις 50-51)
2. Αφού ο κανονισμός 1639/91, που τροποποίησε τον κανονισμό 857/84, δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει οπωσδήποτε να συντρέχουν για να δικαιούται αποζημίωση ένας παραγωγός που είχε αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας ή μετατροπής και αφού η αποζημίωση βάσει του κανονισμού 2187/93 παραμένει αυτοτελής, καθόσον το καθεστώς το οποίο καθιερώνει ο κανονισμός αυτός συνιστά εναλλακτικό τρόπο επιλύσεως της διαφοράς, χωρίς προσφυγή στη δικαιοσύνη, και πρόσθετο τρόπο αποκαταστάσεως της ζημίας, οι μόνες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορούν να αξιώσουν οι παραγωγοί αποζημίωση ως παραγωγοί που είχαν αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας ή μετατροπής είναι οι προϋποθέσεις που συνάγονται από την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων από το Δικαστήριο.
(βλ. σκέψη 72)
3. Για να γεννάται ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που έχει προξενήσει σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος η εφαρμογή του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, πρέπει οι παραγωγοί να έχουν δηλώσει σαφώς την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας.
Κατά συνέπεια, οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί πρέπει να έχουν εκδηλώσει, κατά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως που ανέλαβαν βάσει του κανονισμού 1078/77, την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος είτε αρχίζοντας και πάλι να παράγουν γάλα ή, τουλάχιστον, λαμβάνοντας σχετικά μέτρα, όπως είναι η πραγματοποίηση επενδύσεων ή επισκευών ή η συντήρηση των αναγκαίων για την εν λόγω παραγωγή εξοπλισμών.
(βλ. σκέψεις 89-90)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 29ης Απριλίου 2004(1)
Αγωγή αποζημιώσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Γάλα – Συμπληρωματική εισφορά – Ποσότητα αναφοράς – Παραγωγοί που έχουν αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας – Παραγωγοί SLOM 1983 – Μη επανέναρξη της παραγωγής κατά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-162/01 P και C-163/01 P,
Edouard Bouma, κάτοικος Rutten (Κάτω Χώρες),BernardM. J. B. Beusmans, κάτοικος Noorbeek (Κάτω Χώρες),εκπροσωπούμενοι από τον E. H. Pijnacker Hordijk, advocaat,
αναιρεσείοντες,
που έχουν ως αντικείμενο δύο αιτήσεις αναιρέσεως που έχουν ασκηθεί κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 31ης Ιανουαρίου 2001, T-533/93, Bouma κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-203), και T-73/94, Beusmans κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-223), και με τις οποίες ζητείται η ακύρωση των αποφάσεων αυτών,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την A.-M. Colaert, καιη Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον T. Van Rijn, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
εναγόμενοι πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έᄎτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, J.-P. Puissochet και R. Schintgen και την N. Colneric (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δύο χωριστά δικόγραφα, τα οποία κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Απριλίου 2001, ο E. Bouma και ο B. Beusmans υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αιτήσεις αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου της 31ης Ιανουαρίου 2001, T-533/93, Bouma κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑203, στο εξής: απόφαση Bouma), και T-73/94, Beusmans κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-223, στο εξής: απόφαση Beusmans) (οι αποφάσεις αυτές θα αναφέρονται μαζί στο εξής ως «αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις»), με τις οποίες το Πρωτοδικείο απέρριψε τις αγωγές που είχαν ασκήσει οι νυν αναιρεσείοντες, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
Νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός (EOK) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί συστάσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για την μη διάθεση σε εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και την αναδιάρθρωση των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής [ΕΕ (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1977, L 131, σ. 1), προέβλεπε την καταβολή πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή πριμοδοτήσεως μετατροπής στους παραγωγούς που δεσμεύονταν αντίστοιχα να μην εμπορευθούν επί μία πενταετία γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα ή να μην εμπορευθούν γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα και να μετατρέψουν τις αγέλες τους από αγέλες παραγωγής γάλακτος σε αγέλες παραγωγής κρέατος εντός τετραετούς προθεσμίας μετατροπής.
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), καθιέρωσαν από την 1η Απριλίου 1984 μια συμπληρωματική εισφορά, η οποία θα επιβαλλόταν επί των ποσοτήτων γάλακτος που θα παραδίδονταν καθ’ υπέρβαση ορισμένης ποσότητας αναφοράς, η οποία θα καθοριζόταν για κάθε αγοραστή εντός των ορίων μιας συνολικής εγγυημένης ποσότητας σε κάθε κράτος μέλος. Η ποσότητα αναφοράς για την οποία δεν θα καταβαλλόταν συμπληρωματική εισφορά ήταν ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που, ανάλογα με την εναλλακτική λύση που είχε επιλέξει το κράτος, είτε είχε παραδώσει ο παραγωγός είτε είχε αγοράσει το γαλακτοκομείο κατά το έτος αναφοράς, το οποίο στις Κάτω Χώρες ήταν το έτος 1983.
4 Οι μέθοδοι επιβολής της συμπληρωματικής αυτής εισφοράς καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11).
5 Οι παραγωγοί που, λόγω της δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει δυνάμει του κανονισμού 1078/77, δεν πραγματοποίησαν παραδόσεις γάλακτος κατά το έτος αναφοράς που είχε επιλέξει το οικείο κράτος μέλος αποκλείονταν από τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς.
6 Με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321, στο εξής: απόφαση Mulder Ι), και 170/86, von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355, στο εξής: απόφαση von Deetzen), το Δικαστήριο έκρινε ανίσχυρο τον κανονισμό 857/84, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84, καθόσον δεν προέβλεπε την παραχώρηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς που, για να συμμορφωθούν με τη δέσμευση που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν είχαν πραγματοποιήσει παραδόσεις γάλακτος κατά το έτος αναφοράς που είχε ορίσει το οικείο κράτος μέλος.
7 Κατόπιν των αποφάσεων Mulder I και von Deetzen, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 20 Μαρτίου 1989 τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 (ΕΕ L 84, σ. 2), ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 29 Μαρτίου 1989 και με τον οποίο επιτράπηκε να χορηγηθεί στην κατηγορία παραγωγών που αφορούσαν οι εν λόγω αποφάσεις ειδική ποσότητα αναφοράς, ίση με το 60 % της παραγωγής τους κατά τους δώδεκα μήνες που είχαν προηγηθεί της αναλήψεως της δεσμεύσεως μη εμπορίας ή μετατροπής βάσει του κανονισμού 1078/77. Οι παραγωγοί τους οποίους αφορά η εν λόγω ρύθμιση αποκαλούνται κοινώς «παραγωγοί SLOM».
8 Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, εξαρτούσε τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς από τον όρο ότι ο παραγωγός «έχει αποδείξει, προς υποστήριξη της αιτήσεώς του […], ότι δύναται να παράγει στην εκμετάλλευσή του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς».
9 Η παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του ίδιου άρθρου πρόβλεπε ότι η ρύθμιση αφορούσε τον παραγωγό «του οποίου η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής, κατ’ εκτέλεση της δέσμευσης που αναλαμβάνει δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, λήγει μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1983, ή μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 1983 στα κράτη μέλη στα οποία η συλλογή γάλακτος των μηνών από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο είναι τουλάχιστον διπλάσια από τη συλλογή των μηνών από τον Οκτώβριο έως τον Μάρτιο του επόμενου έτους».
10 Το άρθρο 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, ορίζει τα εξής:
«Εάν, εντός προθεσμίας δύο ετών από τις 29 Μαρτίου 1989, ο παραγωγός μπορέσει να παράσχει στην αρμόδια αρχή επαρκείς αποδείξεις για το ότι έχει πραγματικά ξαναρχίσει τις άμεσες πωλήσεις ή/και τις παραδόσεις και ότι αυτές οι άμεσες πωλήσεις ή/και παραδόσεις έφθασαν κατά τη διάρκεια των δώδεκα τελευταίων μηνών σε επίπεδο ίσο ή μεγαλύτερο από 80 % της προσωρινής ποσότητας αναφοράς, η ειδική ποσότητα αναφοράς του χορηγείται οριστικά. Στην αντίθετη περίπτωση, η προσωρινή ποσότητα αναφοράς επιστρέφεται ολόκληρη στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα. […]»
11 Με την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C-189/89, Spagl (Συλλογή 1990, σ. Ι-4539, στο εξής: απόφαση Spagl), το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, καθόσον απέκλειε τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς βάσει της διατάξεως αυτής στους παραγωγούς για τους οποίους η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής, κατ’ εκτέλεση υποχρεώσεως που είχε αναληφθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 1078/77, είχε λήξει πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1983 ή ενδεχομένως πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 1983. Οι παραγωγοί αυτοί, των οποίων η περίοδος μη εμπορίας είχε λήξει πριν από τις ανωτέρω ημερομηνίες, αποκαλούνται κοινώς «παραγωγοί SLOM 1983», αν η δέσμευση που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77 έληξε το 1983.
12 Κατόπιν της αποφάσεως Spagl, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 13 Ιουνίου 1991 τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 (ΕΕ L 150, σ. 35). Ο κανονισμός αυτός πρόσθεσε συγκεκριμένα στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, ένα νέο εδάφιο, με το οποίο επιτράπηκε η χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς των οποίων η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής είχε λήξει το 1983.
13 Με μη οριστική απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3061, στο εξής: απόφαση Mulder ΙΙ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κοινότητα ευθυνόταν για τη ζημία που είχαν υποστεί ορισμένοι παραγωγοί γάλακτος που είχαν αναλάβει δεσμεύσεις βάσει του κανονισμού 1078/77 και στη συνέχεια είχαν εμποδιστεί να εμπορευθούν γάλα λόγω της εφαρμογής του κανονισμού 857/84. Όσον αφορά τα καταβλητέα ποσά, το Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να έλθουν σε συμφωνία για τον προσδιορᄍσμό τους.
14 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δημοσίευσαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 5 Αυγούστου 1992 την ανακοίνωση 92/C 198/04 (ΕΕ C 198, σ. 4). Αφού υπενθύμισαν τις συνέπειες της αποφάσεως Mulder ΙΙ, εξέφρασαν την πρόθεσή τους να λάβουν τα πρακτικά μέτρα για την αποζημίωση των οικείων παραγωγών, με σκοπό τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεως αυτής.
15 Στη συνέχεια, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2187/93, της 22ας Ιουλίου 1993, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (ΕΕ L 196, σ. 6).
16 Στις υποθέσεις που αφορούσε η απόφαση Mulder II το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως προς το ποσό των αποζημιώσεων που είχαν ζητήσει οι ενάγοντες εκδίδοντας την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-203, στο εξής: απόφαση Mulder ΙΙΙ).
Ιστορικό της διαφοράς
A – Υπόθεση C-162/01 P
17 Τα περιστατικά της υποθέσεως την οποία αφορά η αίτηση αναιρέσεως του Ε. Bouma εκτίθενται ως εξής στις σκέψεις 14 έως 17 της αποφάσεως Bouma:
«14 Ο ενάγων είναι παραγωγός γάλακτος στις Κάτω Χώρες. Ο πατέρας του ενάγοντος ανέλαβε, στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77, δέσμευση περί μη εμπορίας η οποία έληξε στις 20 Απριλίου 1983. Πριν από την ημερομηνία αυτή, εκχώρησε την εκμετάλλευσή του στον ενάγοντα, ο οποίος ανέλαβε για λογαριασμό του τη δέσμευση περί μη εμπορίας.
15 Ο ενάγων δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς του.
16 Μετά την έκδοση του κανονισμού 1639/91 ο ενάγων ζήτησε τη χορήγηση προσωρινής ποσότητας αναφοράς, η οποία του χορηγήθηκε με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1991.
17 Στις 22 Μαρτίου 1993 η Algemene Inspectiedienst (Υπηρεσία γενικής επιθεωρήσεως) πραγματοποίησε έλεγχο για να εξακριβώσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της επαναλήψεως της γαλακτοκομικής παραγωγής εκ μέρους του ενάγοντος. Μετά την έκθεση της υπηρεσίας αυτής, η αρμόδια ολλανδική αρχή ανακάλεσε, με απόφαση της 4ης Μαΐου 1993, την προσωρινή ποσότητα αναφοράς που είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα.»
B – Υπόθεση C-163/01 P
18 Τα περιστατικά της υποθέσεως την οποία αφορά η αίτηση αναιρέσεως του B. Beusmans εκτίθενται ως εξής στις σκέψεις 14 έως 16 της αποφάσεως Beusmans:
«14 Ο ενάγων, παραγωγός γάλακτος στις Κάτω Χώρες, ανέλαβε, στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77, δέσμευση περί μη εμπορίας η οποία έληξε στις 23 Δεκεμβρίου 1983. Μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς του, ο ενάγων εξακολούθησε την εκτροφή βοοειδών για πάχυνση την οποία είχε αρχίσει κατά τη διάρκεια ισχύος της δεσμεύσεως αυτής.
15 Μετά την έκδοση του κανονισμού 1639/91, ο ενάγων ζήτησε τη χορήγηση προσωρινής ποσότητας αναφοράς, η οποία του χορηγήθηκε με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1991.
16 Η Algemene Inspectiedienst (Υπηρεσία γενικής επιθεωρήσεως) πραγματοποίησε έλεγχο για να εξακριβώσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της επαναλήψεως της γαλακτοκομικής παραγωγής εκ μέρους του ενάγοντος. Μετά την έκθεση της υπηρεσίας αυτής, η αρμόδια ολλανδική αρχή ανακάλεσε, με απόφαση της 19ης Απριλίου 1993, την προσωρινή ποσότητα αναφοράς που είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα.»
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις
19 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans άσκησαν, με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Σεπτεμβρίου 1993 και στις 14 Φεβρουαρίου 1994 αντίστοιχα, αγωγή αποζημιώσεως κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, κατ’ εφαρμογή των άρθων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
20 Με διατάξεις της 31ης Αυγούστου 1994, το Πρωτοδικείο ανέστειλε τις διαδικασίες μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑104/89 και C‑37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, η οποία παρατέθηκε ανωτέρω. Η επανάληψη των διαδικασιών διατάχθηκε από τον πρόεδρο του τέταρτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου με διατάξεις της 11ης Μαρτίου 1999.
21 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans ζήτησαν, με το κύριο αίτημά τους, να υποχρεωθεί η Κοινότητα να καταβάλει στον μεν E. Bouma το ποσό των 376 511 ολλανδικών φιορινίων (NLG), στον δε B. Beusmans το ποσό των 379 729 NLG, σε αποκατάσταση της ζημίας που είχαν υποστεί από την 1η Απριλίου 1984 μέχρι την ημέρα που άρχισαν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος, με τόκους υπερημερίας προς 8 % ετησίως από τις 19 Μαΐου 1992.
22 Οι ανωτέρω ζήτησαν επικουρικώς να υποχρεωθεί η Κοινότητα να τους καταβάλει το ποσό που το Πρωτοδικείο θα έκρινε πρόσφορο, το οποίο πάντως δεν θα έπρεπε να υπολείπεται των 149 032 NLG στην περίπτωση του E. Bouma και των 110 502 NLG στην περίπτωση του B. Beusmans, καθόσον τα ποσά αυτά αντιστοιχούσαν στα οφειλόμενα κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 2187/93 ποσά, με τόκους υπερημερίας προς 8 % ετησίως από τις 19 Μαΐου 1992.
23 Με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις το Πρωτοδικείο απέρριψε τις αγωγές και καταδίκασε τον E. Bouma και τον B. Beusmans στα δικαστικά έξοδα.
24 Το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 39 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 38 της αποφάσεως Beusmans), υπενθύμισε τις γενικές προϋποθέσεις που ισχύουν για τη γένεση ευθύνης της Κοινότητας. Στη συνέχεια εξήγησε, με τις σκέψεις 40 έως 42 της αποφάσεως Bouma (σκέψεις 39 έως 41 της αποφάσεως Beusmans), ότι η ευθύνη αυτή γεννάται έναντι των παραγωγών SLOM λόγω της προσβολής της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
25 Το Πρωτοδικείο, παραπέμποντας στη σκέψη 13 της προπαρατεθείσα αποφάσεως Spagl, τόνισε, με τη σκέψη 43 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 42 της αποφάσεως B. Beusmans) τα εξής:
«Επιπλέον, από την προαναφερθείσα απόφαση Spagl προκύπτει ότι η Κοινότητα δεν μπορεί, χωρίς να παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να αποκλείει αυτόματα από τη χορήγηση των ποσοστώσεων όλους τους παραγωγούς των οποίων οι δεσμεύσεις περί μη εμπορίας ή μετατροπής έληξαν στο τέλος του 1983, ιδιαιτέρως αυτούς οι οποίοι, όπως ο Spagl, δεν μπόρεσαν να αρχίσουν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος για λόγους που συνδέονταν με τη δέσμευσή τους. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 13 της αποφάσεως αυτής:
“[σ]υναφώς, ο κοινοτικός νομοθέτης μπορούσε νομίμως να καθορίσει προθεσμία αναφορικά με τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής των ενδιαφερομένων, με σκοπό να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων [για τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς] υπέρ εκείνων των παραγωγών που δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια ολοκλήρου ή μέρους του οικείου έτους αναφοράς για λόγους ασχέτους προς την ανάληψη υποχρεώσεως μη εμπορίας ή μετατροπής. Αντίθετα, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως ερμηνεύθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου, εμποδίζει τον καθορισμό μιας τέτοιας προθεσμίας υπό συνθήκες οι οποίες επιφέρουν τον αποκλεισμό από τη δυνατότητα εφαρμογής των [εν λόγω] ευεργετικών διατάξεων των παραγωγών που δεν παρήγαγαν γάλα κατά τη διάρκεια ολοκλήρου ή μέρους του έτους αναφοράς σε εκτέλεση υποχρεώσεως αναληφθείσας δυνάμει του κανονισμού 1078/77.”»
26 Με τις σκέψεις 44 και 45 της αποφάσεως Bouma (σκέψεις 43 και 44 της αποφάσεως Beusmans) το Πρωτοδικείο συνήγαγε από την απόφαση Spagl τα εξής:
«44 Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται ο ενάγων, η απόφαση αυτή πρέπει να νοηθεί υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της ενώπιον του εθνικού δικαστή διαφοράς. Ο Spagl ήταν γεωργός ο οποίος, όταν, στις 31 Μαρτίου 1983, έληξε η υποχρέωσή του, δεν ήταν σε θέση να επαναλάβει αμέσως την παραγωγή λόγω ελλείψεως κεφαλαίων προς αγορά γαλακτοπαραγωγών ζώων. Αντ’ αυτού, αγόρασε μοσχάρια και τα εξέθρεψε ο ίδιος, επανέλαβε δε την παραγωγή με δώδεκα αγελάδες τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 1984 (βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην προαναφερθείσα υπόθεση Spagl, Συλλογή 1990, σ. Ι-4554, παράγραφος 2). Εξάλλου, από την έκθεση ακροατηρίου προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της διακοπής παραγωγής γάλακτος, ο ενάγων προέβη σε συντήρηση των κτιρίων και των μηχανών που χρησιμοποιούνταν για την εν λόγω παραγωγή (Συλλογή 1990, σ. Ι-4541, σημείο Ι 2).
45 Επομένως, ευλόγως συνάγεται από την απόφαση αυτή ότι οι παραγωγοί, η δέσμευση των οποίων έληξε το 1983, μπορούν βάσιμα να στηρίξουν την αγωγή τους αποζημιώσεως στην προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μόνον αν αποδείξουν ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς συνδέονται με το γεγονός ότι διέκοψαν την παραγωγή αυτή για ορισμένο χρονικό διάστημα και ότι τους ήταν αδύνατο, για λόγους οργανώσεως της εν λόγω παραγωγής, να την επαναλάβουν αμέσως.»
27 Με τη σκέψη 46 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 45 της αποφάσεως Beusmans) το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στην απόφαση Mulder II και διαπίστωσε τα εξής:
«Περαιτέρω, από την απόφαση Mulder ΙΙ, συγκεκριμένα από τη σκέψη 23, προκύπτει ότι η ευθύνη της Κοινότητας εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι οι παραγωγοί έχουν σαφώς δηλώσει την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας. Πράγματι, για να μπορέσουν οι παραγωγοί SLOM να στηρίξουν δικαίωμα αποζημιώσεως επί του παράνομου χαρακτήρα για τον οποίο κρίθηκαν ανίσχυροι οι κανονισμοί που διαμόρφωσαν την κατάσταση των παραγωγών SLOM, πρέπει να έχουν εμποδιστεί να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος. Τούτο συνεπάγεται ότι οι παραγωγοί των οποίων η δέσμευση έληξε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 857/84 επανέλαβαν την παραγωγή αυτή ή, τουλάχιστον, έλαβαν σχετικά μέτρα, όπως η πραγματοποίηση επενδύσεων ή επισκευών, ή η συντήρηση των αναγκαίων για την εν λόγω παραγωγή εξοπλισμών (βλ. επ’ αυτού τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην προαναφερθείσα υπόθεση Mulder ΙΙ, Συλλογή 1992, σ. Ι-3094, παράγραφος 30).»
28 Σε σχέση με την κατάσταση στην οποία τελούσε καθένας από τους δύο ενάγοντες το Πρωτοδικείο προέβη καταρχάς, με τη σκέψη 48 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 47 της αποφάσεως Beusmans), στην εξής διαπίστωση:
«Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος μεταξύ της ημερομηνίας λήξεως της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας [20 Απριλίου 1983 για τον E. Bouma και 23 Δεκεμβρίου 1983 για τον B. Beusmans] και της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του καθεστώτος ποσοστώσεων, την 1η Απριλίου 1984, για να είναι βάσιμο το αίτημά του αποζημιώσεως πρέπει να αποδείξει ότι είχε την πρόθεση να επαναλάβει την παραγωγή αυτή κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας και ότι περιήλθε σε αδυναμία να το πράξει λόγω της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 857/84.»
29 Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο εξέτασε, με αμφότερες τις αποφάσεις, τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει ο E. Bouma και ο B. Beusmans και τα έκρινε ανεπαρκή.
Αιτήματα των διαδίκων
30 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans ζητούν από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει τις αποφάσεις που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 31 Ιανουαρίου 2001 αφενός στην υπόθεση T‑533/93 και αφετέρου στην υπόθεση T‑73/94,
– να αναπέμψει τις υποθέσεις στο Πρωτοδικείο,
– να καταδικάσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
31 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο σε αμφότερες τις υποθέσεις:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτη και οπωσδήποτε ως πλήρως αβάσιμη,
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
32 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο σε αμφότερες τις υποθέσεις:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη,
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Οι λόγοι αναιρέσεως
33 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans προβάλλουν πέντε λόγους αναιρέσεως.
34 Με τους τρεις πρώτους λόγους ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της ισότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου και της αιτιολογήσεως, καθόσον το Πρωτοδικείο:
– εκτίμησε εσφαλμένα τα δικαιώματα αποζημιώσεως των παραγωγών SLOM 1983 βάσει της αποφάσεως Spagl,
– εκτίμησε τα δικαιώματα αποζημιώσεως των εναγόντων και νυν αναιρεσειόντων με γνώμονα το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δεν άρχισαν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος μεταξύ 31ης Δεκεμβρίου 1983 και 1ης Απριλίου 1984,
– εκτίμησε εσφαλμένα τα δικαιώματα αποζημιώσεως των παραγωγών SLOM 1983 από την άποψη της αποφάσεως Mulder II.
35 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο E. Bouma και ο B. Beusmans υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο κατένειμε εσφαλμένα το βάρος αποδείξεως ή τουλάχιστον τους επέβαλε ένα νομικώς απαράδεκτο βάρος αποδείξεως.
36 Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο E. Bouma και ο B. Beusmans ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο περιέγραψε και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά τόσο εσφαλμένα και μεροληπτικά, ώστε οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις πρέπει να θεωρηθούν αντίθετες προς τις αρχές της αιτιολογήσεως και της αντικειμενικότητας.
Επί των αιτήσεων αναιρέσεως
37 Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος, αφού άκουσε τους διαδίκους και τον γενικό εισαγγελέα, εξέδωσε στις 20 Ιουνίου 2003, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού Διαδικασίας, διάταξη με την οποία διέταξε τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων, λόγω συνάφειας, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans αμφισβητούν την ορθότητα της ερμηνείας της αποφάσεως Spagl στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 43 έως 45 της αποφάσεως Bouma και 42 έως 44 της αποφάσεως Beusmans, καθώς και των συνεπειών που συνήγαγε το Πρωτοδικείο από την ερμηνεία αυτή σε σχέση με τα δικαιώματά τους.
39 Οι ανωτέρω υποστηρίζουν ότι οι σκέψεις 39 έως 42 της αποφάσεως Bouma και 38 έως 41 της αποφάσεως Beusmans δεν έχουν αυτοτελές περιεχόμενο, διότι, πρώτον, οι παρατιθέμενες αποφάσεις δεν αφορούν την ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία τελούσαν οι παραγωγοί SLOM 1983 και, δεύτερον, η απόφαση Spagl πραγματεύεται ειδικά την ιδιαίτερη κατάσταση των παραγωγών αυτών από την άποψη των ίδιων γενικών αρχών.
40 Η ερμηνεία της αποφάσεως Spagl στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο σημαίνει ότι αποζημίωση δεν μπορούν να αξιώσουν όλοι οι παραγωγοί SLOM 1983, αλλά μόνο όσοι αποδεικνύουν ότι συνέτρεχαν ιδιαίτεροι λόγοι για τους οποίους δεν μπόρεσαν να αρχίσουν πάλι την παραγωγή γάλακτος. Ο E. Bouma και ο B. Beusmans θεωρούν ότι αυτή η ερμηνεία των προγενέστερων αποφάσεων του Δικαστηρίου είναι ακατανόητη και εσφαλμένη. Η ερμηνεία αυτή καταλήγει σε σοβαρή προσβολή των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως των παραγωγών SLOM που τελούν στην ίδια με αυτούς κατάσταση και δεν είχαν αρχίσει πάλι την παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1983 ή πριν από την 1η Απριλίου 1984.
41 Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο E. Bouma και ο B. Beusmans διατυπώνουν επτά αιτιάσεις, οι οποίες εξετάζονται στις σκέψεις 48 έως 79 και 97 έως 102 της παρούσας αποφάσεως.
42 Τέλος, οι αναιρεσείοντες παρατηρούν ότι το γεγονός ότι δεν επανέλαβαν πλήρως την παραγωγή γάλακτος πριν από την 1η Απριλίου 1984 δεν θίγει τα δικαιώματά τους για αποζημίωση και, επομένως, οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις πρέπει οπωσδήποτε να ακυρωθούν.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
– Προκαταρκτική παρατήρηση
43 Ευθύς εξαρχής επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 39 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 38 της αποφάσεως Beusmans), υπενθύμισε ότι εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας γεννάται καταρχήν εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα παράνομος χαρακτήρας της προσαπτόμενης στην Κοινότητα ενέργειας, υποστατό της ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης ενέργειας και της ζημίας. Ο κανόνας αυτός ισχύει και για την κατηγορία των παραγωγών που είχαν αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 1078/77 και δεν μπόρεσαν, για τον λόγο αυτό, να αξιώσουν να τους χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς.
44 Κατά συνέπεια, ορθά το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε, κατά την εξέταση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας έναντι των παραγωγών SLOM 1983, στις προϋποθέσεις που παρατίθενται στη σκέψη 39 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 38 της αποφάσεως Beusmans).
45 Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση περί παράνομου χαρακτήρα της προσαπτόμενης στην Κοινότητα συμπεριφοράς, από την απόφαση Mulder II (σκέψεις 15 και 16) προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, εμποδίζοντας ορισμένες κατηγορίες παραγωγών γάλακτος, οι οποίοι είχαν αναλάβει δέσμευση βάσει του κανονισμού 1078/77, να πραγματοποιήσουν παραδόσεις γάλακτος σύμφωνα με τον κανονισμό 857/84, υπερέβη προδήλως και σοβαρώς τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως. Δεδομένου ότι οι παραγωγοί αυτοί προσδοκούσαν θεμιτώς ότι θα άρχιζαν πάλι την εμπορία γάλακτος μετά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεώς τους για μη εμπορία, ο νομοθέτης παραβίασε κατάφωρα την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των ιδιωτών.
46 Για τον λόγο ακριβώς αυτό, δηλαδή για το ότι είχε προσβληθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των παραγωγών SLOM οι οποίοι προσδοκούσαν ότι θα άρχιζαν και πάλι να παράγουν γάλα μετά τη λήξη της δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77 και των οποίων η δέσμευση μη εμπορίας έληξε μετά την 1η Απριλίου 1984, το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο έναντι των παραγωγών αυτών τον κανονισμό 857/84, όπως ίσχυε αρχικά.
47 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορθά το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε, με τις σκέψεις 40 έως 42 της αποφάσεως Bouma (σκέψεις 39 έως 41 της αποφάσεως Beusmans), στη νομολογία αυτή, προκειμένου να εξετάσει την ευθύνη της Κοινότητας έναντι των παραγωγών SLOM 1983.
– Επί της πρώτης αιτιάσεως
48 Με την πρώτη αιτίαση, ο E. Bouma και ο B. Beusmans προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι με τις σκέψεις 43 της αποφάσεως Bouma και 42 της αποφάσεως Beusmans ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφαση Spagl. Φρονούν ότι το Δικαστήριο, με τη σκέψη 13 της αποφάσεως Spagl, έκρινε ότι ο καθορισμός μιας καταληκτικής ημερομηνίας είναι παράνομος, εφόσον η ημερομηνία αυτή επιλέγεται κατά τρόπο ώστε οι παραγωγοί να μην έχουν παραδώσει γάλα «κατά τη διάρκεια ολοκλήρου ή μέρους του έτους αναφοράς» λόγω αναλήψεως δεσμεύσεως μη εμπορίας. Το σχετικό χωρίο αφορά όλους τους παραγωγούς SLOM 1983, αφού κανείς από τους παραγωγούς αυτούς δεν μπόρεσε να παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια ολόκληρου ή μέρους του έτους αναφοράς.
49 Κατά τους αναιρεσείοντες, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο θέλησε να περιορίσει την ακυρότητα του κανονισμού 857/84, όπως δέχεται το Πρωτοδικείο, στις περιπτώσεις μόνο στις οποίες οι εν λόγω παραγωγοί SLOM δεν μπόρεσαν να αρχίσουν πάλι την παραγωγή γάλακτος κατά το έτος αναφοράς 1983 μετά τη λήξη εν τω μεταξύ της ισχύος της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας.
50 Συναφώς υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 13, πρώτη περίοδος, της προπαρατεθείσας αποφάσεως Spagl, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορούσε νομίμως να καθορίσει προθεσμία αναφορικά με τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, με σκοπό να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, υπέρ εκείνων των παραγωγών που δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια ολόκληρου ή μέρους του οικείου έτους αναφοράς, δηλαδή του 1983, για λόγους άσχετους προς την ανάληψη δεσμεύσεως μη εμπορίας.
51 Μόνο για τους παραγωγούς που θα μπορούσαν να επικαλεστούν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους για επανέναρξη της παραγωγής τους το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν έπρεπε να καθοριστεί τέτοια καταληκτική ημερομηνία υπό συνθήκες που να έχουν ως αποτέλεσμα να εξαιρούνται από τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, οι παραγωγοί που δεν είχαν πραγματοποιήσει παραδόσεις γάλακτος κατά τη διάρκεια ολόκληρου ή μέρους του έτους αναφοράς λόγω εκπληρώσεως υποχρεώσεως που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77.
52 Επομένως, καθόσον οι παραγωγοί που είχαν αναλάβει δέσμευση βάσει του κανονισμού 1078/77 και εξαιρούνταν συνεπώς αυτόματα από τη χορήγηση των ποσοστώσεων μπορούσαν να επικαλεστούν εγκύρως τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους σχετικά με την επανέναρξη της παραγωγής κατά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεώς τους για μη εμπορία, η απόφαση Mulder I ακύρωσε τον κανονισμό 857/84, όπως ίσχυε αρχικά, υπέρ των παραγωγών SLOM, ενώ η απόφαση Spagl ακύρωσε τον ίδιο κανονισμό, όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, υπέρ των παραγωγών SLOM 1983, των οποίων οι δεσμεύσεις μη εμπορίας ή μετατροπής είχαν λήξει κατά τη διάρκεια του έτους 1983.
53 Επομένως, η σκέψη 43 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 42 της αποφάσεως Beusmans) δεν περιέχει συναφώς κανένα σφάλμα.
54 Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
– Επί της δεύτερης και της έβδομης αιτιάσεως
55 Η δεύτερη αιτίαση, που έχει δύο σκέλη, και η έβδομη αιτίαση, που έχει στενή σχέση με το πρώτο σκέλος της δεύτερης, πρέπει να συνεξεταστούν.
56 Με το πρώτο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως ο E. Bouma και ο B. Beusmans υποστηρίζουν ότι η ερμηνεία του Πρωτοδικείου συμπίπτει με τον αμυντικό ισχυρισμό τον οποίο προέβαλαν τα κοινοτικά όργανα στην υπόθεση Spagl και απέρριψε το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτό, αν υπάρχει η νομική δυνατότητα παραγωγής γάλακτος, δεν μπορεί να υπάρχει προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Με την έβδομη αιτίαση, ο E. Bouma και ο B. Beusmans υποστηρίζουν ότι η ίδια αυτή ερμηνεία αντιβαίνει στην απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1997, T‑195/94 και T‑202/94, Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II‑2247, στο εξής: απόφαση Quiller). Με τη σκέψη 97 της εν λόγω αποφάσεως το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι ο Quiller θα μπορούσε να έχει λάβει αρχική ποσότητα αναφοράς, αν είχε επαναλάβει τις παραδόσεις του το 1983, μετά τη λήξη της ισχύος της δεμεύσεως για μη εμπορία, για τους ίδιους λόγους που είχε ήδη εκθέσει π.χ. ο γενικός εισαγγελέας Jacobs με τις προτάσεις του στην υπόθεση Spagl.
57 Επιβάλλεται πάντως η διαπίστωση ότι, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται ο E. Bouma και ο B. Beusmans, το Πρωτοδικείο δεν ερμήνευσε την απόφαση Spagl υπό την έννοια ότι το γεγονός και μόνο ότι ο παραγωγός έχει τη νομική δυνατότητα να παράγει γάλα τού στερεί τη δυνατότητα να επικαλεστεί την προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του.
58 Όσον αφορά την αιτίαση ότι η ερμηνεία της αποφάσεως Spagl που έγινε δεκτή με τις αποφάσεις Bouma και Beusmans αντιβαίνει στην απόφαση Quiller, ο E. Bouma και ο B. Beusmans δεν καθιστούν σαφές πώς αποδεικνύει το επιχείρημα αυτό ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την εν λόγω απόφαση Spagl. Συγκεκριμένα, η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε απόφαση που δεν έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία της αποφάσεως Spagl και που δεν έχει ισχύ δεδικασμένου για τις παρούσες υποθέσεις (βλ. συναφώς απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2002, C‑248/99 P, Γαλλία κατά Monsanto και Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι‑1, σκέψη 37).
59 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και η έβδομη αιτίαση ως αλυσιτελής.
60 Με το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως ο E. Bouma και ο B. Beusmans βάλλουν κατά της ερμηνείας του Πρωτοδικείου που προσδίδει τελικά, κατ’ αυτούς, αναδρομική ισχύ στην καταληκτική ημερομηνία που προβλέπει το άρθρο 3α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89. Οι γενικοί εισαγγελείς στις υποθέσεις Mulder I και Spagl τάχθηκαν με τις προτάσεις τους κατά της αναδρομικότητας αυτής. Από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο θέλησε, στην απόφαση Spagl, να μη δεχτεί την εκτίμησή τους αυτή. Επομένως, η αντίθετη ερμηνεία που προσδίδει το Πρωτοδικείο στην εν λόγω απόφαση πρέπει να απορριφθεί.
61 Πρέπει ευθύς εξαρχής να τονιστεί ότι ο γενικός εισαγγελέας Jacobs εξέφρασε, με τις προτάσεις του στην υπόθεση Spagl, την άποψη ότι η καταληκτική ημερομηνία του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, επιβλήθηκε αναδρομικά, με αποτέλεσμα να μην πληροφορηθούν οι παραγωγοί των οποίων η δέσμευση είχε λήξει πριν από την ημερομηνία αυτή ότι έπρεπε να αρχίσουν πάλι την παραγωγή όσο το δυνατό ταχύτερα και πληρέστερα και να μην μπορούν να προβλέψουν ότι, αν δεν το έπρατταν, θα αποκόπτονταν οριστικά από την αγορά.
62 Με τη σκέψη 45 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 44 της αποφάσεως Beusmans) το Πρωτοδικείο συνήγαγε από την απόφαση Spagl απλώς ότι οι παραγωγοί, η δέσμευση των οποίων έληξε το 1983, πρέπει να αποδείξουν ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς συνδέονται με το γεγονός ότι διέκοψαν την παραγωγή αυτή για ορισμένο χρονικό διάστημα και ότι τους ήταν αδύνατο, για λόγους οργανώσεως της εν λόγω παραγωγής, να την επαναλάβουν αμέσως.
63 Αυτή η ερμηνεία της αποφάσεως Spagl δεν ενέχει κανένα σφάλμα.
64 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
65 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκυπτει ότι η δεύτερη και η έβδομη αιτίαση πρέπει να απορριφθούν.
– Επί της τρίτης αιτιάσεως
66 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans επικρίνουν το Πρωτοδικείο για το ότι βάσισε την ερμηνεία του στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως στην οποία εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Spagl. Κατά την άποψή τους, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Πρωτοδικείο θεώρησε ουσιώδη, επηρέασαν ιδιαίτερα την εκτίμηση του Δικαστηρίου. Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες φρονούν ότι τα «περιστατικά» αυτά είναι πολύ λιγότερο σαφή από ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο. Ειδικότερα, δεν είχε αποδειχθεί ότι ο Spagl τελούσε σε «αντικειμενική» αδυναμία να παραγάγει γάλα κατά το διάστημα μεταξύ της 31ης Μαρτίου 1983 και της 1ης Απριλίου 1984.
67 Συναφώς πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όταν έχει υποβληθεί αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, πρέπει το εθνικό δικαστήριο, λόγω της ανάγκης να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία να είναι επωφελής γι’ αυτό, να προσδιορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει τις πραγματικές συγκυρίες τις οποίες αφορούν τα ερωτήματα αυτά (αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1993, C‑320/90 έως C‑322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6, και της 23ης Ιανουαρίου 2003, C‑421/00, C‑426/00 και C‑16/01, Sterbenz και Haug, Συλλογή 2003, σ. I‑1065, σκέψη 20). Τα στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής δίδουν έτσι τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις (βλ., μεταξύ άλλων, τη διάταξη της 28ης Ιουνίου 2000, C-116/00, Laguillaumie, Συλλογή 2000, σ. I‑4979, σκέψη 14).
68 Κατά συνέπεια, σε μια προδικαστική υπόθεση σαν αυτή που αφορούσε η προπαρατεθείσα απόφαση Spagl, το Δικαστήριο διατυπώνει τις απαντήσεις του λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά που του έχει γνωστοποιήσει το αιτούν δικαστήριο. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε, με την απόφαση Spagl, επί του κύρους του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84, το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό 764/89, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά που προσιδίαζαν στην κατάσταση στην οποία τελούσε ο Spagl κατά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεώς του για μη εμπορία.
69 Ορθώς το Πρωτοδικείο περιέγραψε, με τη σκέψη 44 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 43 της αποφάσεως Beusmans), τα πραγματικά περιστατικά βάσει των ενδείξεων που περιέχονται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα και στην έκθεση ακροατηρίου στην υπόθεση Spagl. Συναφώς δεν μπορεί να καταλογιστεί στο Πρωτοδικείο κανένα σφάλμα.
70 Κατά συνέπεια, η τρίτη αιτίαση δεν είναι βάσιμη.
– Επί της τέταρτης αιτιάσεως
71 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans ισχυρίζονται κατ’ ουσία ότι η προσέγγιση του Πρωτοδικείου προσκρούει άμεσα στην ερμηνεία στην οποία έχουν προβεί τόσο οι συμφωνούντες με την απόφαση Spagl όσο και οι διαφωνούντες με την απόφαση αυτή. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αναγνώρισαν ότι οι παραγωγοί SLOM 1983 είχαν δικαίωμα να τους χορηγηθεί γαλακτοκομική ποσόστωση και να τους καταβληθεί αποζημίωση, όπως ακριβώς και οι παραγωγοί SLOM 1984, όπως ήσαν οι ενάγοντες στις υποθέσεις στις οποίες εκδόθηκε η απόφαση Mulder II. Οι πρόσθετες προϋποθέσεις που έλαβε υπόψη το Πρωτοδικείο στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις δεν προβλέπονται ούτε στον κανονισμό 1639/91 ούτε στον κανονισμό 2187/93.
72 Συναφώς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι μόνες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορούν ο E. Bouma και ο B. Beusmans να αξιώσουν αποζημίωση ως παραγωγοί SLOM 1983 είναι οι προϋποθέσεις που συνάγονται από την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ο κανονισμός 1639/91 τροποποιεί το άρθρο 3α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, σχετικά με τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς, αλλά δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει οπωσδήποτε να συντρέχουν για να δικαιούται αποζημίωση ένας παραγωγός SLOM 1983. Η αποζημίωση βάσει του κανονισμού 2187/93 παραμένει αυτοτελής, καθόσον το καθεστώς το οποίο καθιερώνει ο κανονισμός αυτός συνιστά εναλλακτικό τρόπο επιλύσεως της διαφοράς χωρίς προσφυγή στη δικαιοσύνη και παρέχει μια πρόσθετη δυνατότητα αποκαταστάσεως της ζημίας (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, C‑80/99 έως C‑82/99, Flemmer κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I‑7211, σκέψη 47).
73 Κατά συνέπεια, η τέταρτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον οι επίδικοι κανονισμοί δεν καθορίζουν τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως.
– Επί της πέμπτης αιτιάσεως
74 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans φρονούν ότι το Πρωτοδικείο, με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η υπόθεση Spagl αποτελούσε αντιπροσωπευτική υπόθεση, στην οποία εξετάστηκαν γενικά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των παραγωγών SLOM 1983. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο, αποπειρώμενο, δέκα και πλέον έτη αργότερα, να περιορίσει την έκταση ισχύος της αποφάσεως Spagl, καθόσον προσδίδει τελείως υποθετικό χαρακτήρα στη σημασία των πραγματικών περιστατικών, δεν λαμβάνει υπόψη το δικαιοδοτικό έργο του Δικαστηρίου και διακυβεύει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
75 Συναφώς υπενθυμίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν διέπραξε κανένα σφάλμα ερμηνεύοντας την απόφαση Spagl με βάση τα περιστατικά που εκτίθενται στην έκθεση ακροατηρίου και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα. Το γεγονός ότι μια υπόθεση είναι, κατά τους αναιρεσείοντες, αντιπροσωπευτική ορισμένης κατηγορίας υποθέσεων δεν σημαίνει ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να εκδικάσει την υπόθεση αυτή και να ερμηνεύσει προγενέστερη δικαστική απόφαση σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες ερμηνείας.
76 Επομένως, δεν έχει καμία σημασία το ζήτημα αν μια υπόθεση είναι αντιπροσωπευτική ορισμένης κατηγορίας υποθέσεων.
77 Κατά συνέπεια, η πέμπτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
– Επί της έκτης αιτιάσεως
78 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο, επιβάλλοντας στους παραγωγούς SLOM 1983 την υποχρέωση να αποδείξουν ότι έλαβαν συγκεκριμένα μέτρα για να αρχίσουν πάλι να παράγουν γάλα κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους για μη εμπορία, θέτει μια πρόσθετη προϋπόθεση. Η προϋπόθεση αυτή δεν εντάσσεται στο πλαίσιο που χάραξε το Δικαστήριο με την απόφαση Mulder II. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόニαση, η οποία αφορά τους παραγωγούς SLOM 1984, το Δικαστήριο δεν έθεσε καμία τέτοια προϋπόθεση. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να καθιερώσει τις προϋποθέσεις αυτές αποκλειστικά και μόνο για τους παραγωγούς SLOM 1983.
79 Συναφώς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτίαση αυτή συμπίπτει εν μέρει με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως. Επομένως, θα συνεξεταστεί με αυτόν.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
80 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί δεύτερος κατά σειρά, ο E. Bouma και ο B. Beusmans υποστηρίζουν ότι η σκέψη 46 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 45 της αποφάσεως Beusmans) εκφράζει εσφαλμένη νομική αντίληψη.
81 Κατά τους αναιρεσείοντες, το Πρωτοδικείο αποπειράθηκε με τη σκέψη αυτή, η οποία δεν είναι προσηκόντως αιτιολογημένη, να συναγάγει από την απόφαση Mulder II, καθώς και από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην εν λόγω υπόθεση, ένα πρόσθετο έρεισμα για την άποψή του ότι ήταν υποχρεωτική η εκ νέου έναρξη της παραγωγής ή τουλάχιστον η εφαρμογή μέτρων που να αποσκοπούν σ’ αυτό.
82 Κατά τους αναιρεσείοντες, από τη σκέψη 23 της αποφάσεως Mulder II συνάγεται απλώς ότι οι τέσσερις ενδιαφερόμενοι παραγωγοί SLOM είχαν εκδηλώσει σαφώς την πρόθεσή τους να αρχίσουν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος. Από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο θέλησε να απαριθμήσει περιοριστικά τους τρόπους εκδηλώσεως της προθέσεως αυτής.
83 Όσον αφορά τα χωρία των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven τα οποία χρησιμοποιεί το Πρωτοδικείο, ο E. Bouma και ο B. Beusmans επισημαίνουν ότι αυτό που έχει σημασία, κατά τον γενικό εισαγγελέα, προκειμένου να θεωρηθεί κατά τεκμήριο ότι ένας παραγωγός SLOM έχει υποστεί ζημία λόγω του ότι δεν του χορηγήθηκε ειδική ποσότητα αναφοράς είναι αν ο παραγωγός αυτός είχε ήδη παύσει οριστικά να παράγει γάλα κατά τον χρόνο λήξεως της ισχύος της δεσμεύσεώς του για μη εμπορία.
84 Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι οι εν λόγω προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν αποδεικνύουν την ορθότητα της απόψεως ότι η μη επανέναρξη της παραγωγής γάλακτος πριν από την 1η Απριλίου 1984 δημιουργεί κατά νόμο το τεκμήριο ότι, πλην αποδείξεως του εναντίου, ο εν λόγω παραγωγός είχε ήδη παύσει οριστικά να παράγει γάλα. Εξάλλου, η αντίληψη αυτή είναι τελείως ασυμβίβαστη με τις αποφάσεις Mulder I και Spagl. Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι, κατά κανόνα, οι παραγωγοί SLOM, προσυπογράφοντας τη δέσμευση για μη εμπορία, εκδήλωσαν τη βούλησή τους να παύσουν οριστικά τη γαλακτοπαραγωγή, οπότε δεν μπορούσαν να επικαλεστούν στη συνέχεια την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
85 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans υπενθυμίζουν ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Spagl, απέρριψε τον αμυντικό ισχυρισμό ότι το γεγονός ότι οι παραγωγοί SLOM 1983 δεν είχαν αρχίσει εκ νέου να παράγουν γάλα πριν από την 1η Απριλίου 1984 δεν τους επέτρεπε να επικαλεστούν την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
86 Οι αναιρεσείοντες φρονούν ότι από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα μπορεί μόνο να συναχθεί ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν οπωσδήποτε το δικαίωμα να αποδεικνύουν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο παραγωγός SLOM είχε ήδη παύσει οριστικά να παράγει γάλα κατά τον χρόνο λήξεως της ισχύος της δεσμεύσεώς του για μη εμπορία και ότι επομένως δεν υπέστη καμία ζημία. Ο E. Bouma και ο B. Beusmans επισημαίνουν πάντως ότι το σχετικό βάρος αποδείξεως φέρουν τα κοινοτικά όργανα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
87 Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης αρνήσεως χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς και της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν οι αναιρεσείοντες υπό μορφή διαφυγόντος κέρδους για τις μη πραγματοποιηθείσες παραδόσεις γάλακτος. Από τη σκέψη 23 της αποφάσεως Mulder II προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ζημία απορρέει από την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως του 1984. Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση που το διαφυγόν κέρδος οφείλεται στο ότι ο παραγωγός αποφάσισε αυτοβούλως, κατά τον χρόνο λήξεως της ισχύος της δεσμεύσεώς του για μη εμπορία, να παύσει οριστικά να παράγει γάλα. Η ζημία πρέπει να αποτελεί απόρροια του κανονισμού 857/84, ο οποίος δεν επιτρέπει τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς SLOM.
88 Από τα μέτρα που είχαν λάβει οι παραγωγοί τους οποίους αφορούσε η απόφαση Mulder II και τα οποία εκτίθενται στην πρώτη περίοδο της σκέψης 23 της αποφάσεως Mulder II το Δικαστήριο συνήγαγε ότι οι παραγωγοί αυτοί είχαν εκφράσει δεόντως την πρόθεσή τους να αρχίσουν εκ νέου τη δραστηριότητα του γαλακτοπαραγωγού. Το Δικαστήριο κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι η απώλεια του εισοδήματος που προερχόταν από παραδόσεις γάλακτος δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως συνέπεια αυτόβουλης αποφάσεως των εναγόντων να παύσουν οριστικά τη γαλακτοπαραγωγή.
89 Παρά τους ισχυρισμούς του E. Bouma και του B. Beusmans, το Πρωτοδικείο ορθώς συνήγαγε, με τη σκέψη 46 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 45 της αποφάσεως Beusmans), το γενικό συμπέρασμα ότι, για να γεννάται ευθύνη της Κοινότητας, πρέπει οι παραγωγοί να έχουν δηλώσει σαφώς την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας.
90 Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο έθεσε, με τη σκέψη 46 της αποφάσεως Bouma (σκέψη 45 της αποφάσεως Beusmans), την προϋπόθεση ότι οι παραγωγοί SLOM 1983 έπρεπε να έχουν εκδηλώσει, κατά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77, την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος είτε αρχίζοντας και πάλι να παράγουν γάλα ή, τουλάχιστον, όπως είχε γίνει δεκτό για τους παραγωγούς SLOM I, λαμβάνοντας σχετικά μέτρα, όπως είναι η πραγματοποίηση επενδύσεων ή επισκευών ή η συντήρηση των αναγκαίων για την εν λόγω παραγωγή εξοπλισμών.
91 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δεύτερου και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
92 Με τους δύο αυτούς λόγους, ο E. Bouma και ο B. Beusmans βάλλουν κατά της αιτιολογίας που παρέθεσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 48 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 47 της αποφάσεως Beusmans.
93 Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως που προβάλλουν ο E. Bouma και ο B. Beusmans, το κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω είναι η μη ύπαρξη γαλακτοπαραγωγής κατά τη λήξη του έτους αναφοράς. Οι παραγωγοί που άρχισαν πάλι την παραγωγή γάλακτος μεταξύ 31ης Δεκεμβρίου 1983 και 1ης Απριλίου 1984 δεν είχαν πλέον δυνατότητα να αποκτήσουν κανονική ποσότητα αναφοράς. Με τις σκέψεις 15 έως 19 της αποφάσεως Mulder I, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά ότι η θεωρητική και μόνο δυνατότητα των παραγωγών αυτών να αποκτήσουν ποσότητα αναφοράς εντός μόνο των ορίων των προαιρετικών προϋποθέσεων του κανονισμού 857/84 δεν αναιρούσε τον παράνομο χαρακτήρα της κοινοτικής ρυθμίσεως.
94 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans τονίζουν ότι το Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό επιχείρημα, το οποίο προέβαλαν επανειλημμένα τα κονοτικά όργανα, με τις αποφάσεις που εξέδωσε στις υποθέσεις Spagl, Mulder II και Quiller.
95 Συναφώς διαπιστώνεται ότι από τη διατύπωση της σκέψης 48 της αποφάσεως Bouma (σκέψης 47 της αποφάσεως Beusmans) προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη το διάστημα μεταξύ αφενός της ημερομηνίας λήξεως της ισχύος της δεσμεύσεώς τους για μη εμπορία, δηλαδή της 20ής Απριλίου 1983 και της 23ης Δεκεμβρίου 1983 αντίστοιχα, και αφετέρου της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του καθεστώτος των ποσοστώσεων, δηλαδή της 1ης Απριλίου 1984. Το Πρωτοδικείο επομένως δεν περιορίστηκε μόνο στην περίοδο από 31 Δεκεμβρίου 1983 μέχρι 1η Απριλίου 1984. Είναι προφανές ότι το Πρωτοδικείο, προκειμένου να εξακριβώσει αν ο E. Bouma και ο B. Beusmans είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να αρχίσουν και πάλι να παράγουν γάλα, στηρίχθηκε στο επιχείρημα σχετικά με την επανάληψη της παραγωγής κατά τη διάρκεια της περιόδου που αρχίζει από την ημερομηνία λήξεως της ισχύος της δεσμεύσεως για μη εμπορία και φθάνει μέχι τις 31 Μαρτίου 1984 και όχι μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που περιλαμβάνεται μεταξύ 31ης Δεκεμβρίου 1983 και 1ης Απριλίου 1984. Το Πρωτοδικείο δεν θεώρησε σε καμία περίπτωση ότι έπρεπε να εξετάσει αν E. Bouma και ο B. Beusmans, αρχίζοντας πάλι την παραγωγή γάλακτος μεταξύ 31ης Δεκεμβρίου 1983 και 1ης Απριλίου 1984, εξακολουθούσαν να έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ποσότητα αναφοράς.
96 Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
97 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος συμπίπτει με την έκτη αιτίαση που διατυπώθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο E. Bouma και ο B. Beusmans κατηγορούν το Πρωτοδικείο ότι τους επέβαλε, με τη σκέψη 48 της αποφάσεως Bouma και τη σκέψη 47 της αποφάσεως Beusmans, το βάρος αποδείξεως αφενός της προθέσεώς τους να αρχίσουν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεώς τους για μη εμπορία και αφετέρου της αδυναμίας τους να το πράξουν λόγω της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 857/84.
98 Το γεγονός και μόνο ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν ακόμη αρχίσει να παράγουν εκ νέου γάλα την 1η Απριλίου 1984 δεν μπορεί να αποτελέσει, κατά τους αναιρεσείοντες δικαιολογητικό λόγο για την αντιστροφή αυτή του βάρους αποδείξεως. Με την απόφαση Quiller, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η αντιστροφή αυτή του βάρους αποδείξεως σημαίνει ότι ο E. Bouma και ο B. Beusmans θα αντιμετωπίσουν αναδρομικά τα αποτελέσματα της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 857/84. Συγκεκριμένα, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού, οι παραγωγοί SLOM που τελούσαν στην ίδια κατάσταση με αυτούς δεν μπορούσαν να θεωρούν κατά τεκμήριο ότι, αν δεν άρχιζαν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος πριν από την ημερομηνία αυτή, η πιθανή συνέπεια θα ήταν η οριστική και πλήρης απώλεια του δικαιώματός τους να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς ή αποζημίωση.
99 Επιπλέον, ο E. Bouma και ο B. Beusmans φρονούν ότι ο τρόπος με τον οποίο σκιαγραφείται στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις το βάρος αποδείξεως που υπέχουν οι ίδιοι ενέχει αντιφάσεις και είναι επομένως απαράδεκτος. Ο E. Bouma και ο B. Beusmans ισχυρίζονται, αφού συγκρίνουν τις σκέψεις 46 έως 48 της αποφάσεως Bouma με τις σκέψεις 45 έως 47 αντίστοιχα της αποφάσεως Beusmans, ότι η μόνη υποχρέωση αποδείξεως που μπορεί να τους επιβληθεί είναι να αποδείξουν ότι δεν είχαν παύσει ακόμη οριστικά την παραγωγή τους κατά τον χρόνο λήξεως της ισχύος της δεσμεύσεώς τους για μη εμπορία και ότι ήταν σε θέση να αρχίσουν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος.
100 Συναφώς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως τόνισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 125 των προτάσεών της, η κατανομή του βάρους αποδείξεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις είναι σύμφωνη με την πάγια νομολογία, κατά την οποία η υποχρέωση αποδείξεως της συνδρομής των διαφόρων προϋποθέσειων για τη γένεση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας βαρύνει τον ενάγοντα. Αφού επομένως η ευθύνη αυτή δεν γεννάται παρά μόνον αν ο παραγωγός αποδείξει την πρόθεσή του να αρχίσει και πάλι να εμπορεύεται γάλα, είτε αρχίζοντας να παράγει πάλι γάλα μετά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεώς τους για μη εμπορία είτε εκδηλώνοντας με άλλο τρόπο τη βούλησή του αυτή, αυτός που ζητεί αποζημίωση οφείλει να αποδείξει ότι είχε πραγματικά αυτή την πρόθεση.
101 Όσον αφορά την αιτίαση του E. Bouma και του B. Beusmans ότι δεν μπορούσαν να υπολογίσουν τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η μη επανέναρξη της παραγωγής πριν από την 1η Απριλίου 1984, επισημαίνεται ότι έπρεπε να αναμένουν, όπως και όλοι οι παραγωγοί που ήθελαν να αρχίσουν και πάλι να παράγουν γάλα, ότι θα υπέκειντο στους κανόνες που θα είχαν θεσπιστεί εν τω μεταξύ για την πολιτική των αγορών. Επομένως, δεν μπορούσαν να προσδοκούν νομίμως ότι θα άρχιζαν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ίσχυαν προηγουμένως (βλ. συναφώς απόφαση Mulder I, σκέψη 23).
102 Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και η έκτη αιτίαση που διατυπώθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των αναιρεσειόντων
103 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans διευκρινίζουν ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει ορισμένες αιτιάσεις σχετικά με την αιτιολόγηση της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, καθόσον θεωρούν ότι η εκτίμηση αυτή είναι τόσο ακατανόητη και πλημμελής, ώστε αντιβαίνει στην αρχή περί αιτιολογήσεως.
104 Κατά τον E. Bouma και τον B. Beusmans, το Πρωτοδικείο αγνόησε πλήρως, χωρίς να υπάρχει κανείς απολύτως λόγος, μια ένορκη δήλωσή τους ενώπιον συμβολαιογράφου. Η εκτίμησή του σχετικά με την απόδειξη που προσκόμισαν ο E. Bouma και ο B. Beusmans ως προς την πρόθεσή τους να αρχίσουν και πάλι να παράγουν γάλα είναι πλημμελής σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
105 Ο E. Bouma και ο B. Beusmans ισχυρίζονται ότι απέδειξαν σε ικανοποιητικό βαθμό ότι δεν είχαν διακόψει οριστικά τη λειτουργία των εκμεταλλεύσεών τους το 1983 και ότι ήσαν πράγματι σε θέση να αρχίσουν και πάλι να παράγουν γάλα. Προς στήριξη του ισχυρισμού τους καθένας τους προβάλλει δύο αιτιάσεις.
106 Με την πρώτη αιτίαση, o E. Bouma βάλλει κατά της σκέψης 14 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία συνοψίζονται μεν θεωρητικά τα «κρίσιμα πραγματικά περιστατικά», αλλά εκτίθενται ανακριβώς και μεροληπτικώς τα περιστατικά που είναι πράγματι κρίσιμα. Ο E. Bouma θεωρεί ότι έχει αποδειχθεί ότι το φθινόπωρο του 1983 έσπειρε πάλι χλόη στις καλλιεργήσιμες γαίες του, με σκοπό να αρχίσει και πάλι να παράγει γάλα. Συναφώς παραπέμπει στη σχετική ένορκη δήλωσή του, η οποία προσκομίστηκε στο Πρωτοδικείο.
107 Ο E. Bouma φρονεί ότι, αν ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής και οι περαιτέρω διευκρινίσεις που παρέσχε ο δικηγόρος του, συνάγεται αναγκαστικά από τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Πρωτοδικείο αγνόησε πλήρως το αποδεικτικό στοιχείο που προσκόμισε ο ίδιος.
108 Ο B. Beusmans διατυπώνει την ίδια αιτίαση σε σχέση με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως όπως και ο E. Bouma.
109 Ο B. Beusmans φρονεί ότι έχει αποδειχθεί ότι κατά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεώς του μη εμπορίας είχε στραφεί προς την εκτροφή αγελάδων για παραγωγή γάλακτος και κρέατος, δηλαδή αγελάδων που προορίζονται για την παραγωγή παραλλήλως γάλακτος και κρέατος. Διευκρινίζει ότι ο αριθμός των αγελάδων του του έδιδε τη δυνατότητα να επαναλάβει πλήρως τη γαλακτοκομική παραγωγή. Είναι επίσης αποδειγμένο ότι το καλοκαίρι του 1983 άφησε τις αγελάδες του να γεννήσουν και να θηλάσουν τα μοσχάρια τους. Ενήργησε δηλαδή ορθολογικά από οικονομική άποψη: αν δεν είχε στραφεί τότε προς την παραγωγή κρέατος, το αποτέλεσμα θα ήταν απλώς και μόνο η καταστροφή του κεφαλαίου του. Ο B. Beusmans υπενθυμίζει συναφώς τη σχετική ένορκη δήλωσή του, η οποία προσκομίστηκε στο Πρωτοδικείο. Με τη δήλωση αυτή εξήγησε, μεταξύ άλλων, ότι οι αγελάδες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή γάλακτος μόνον αν έχουν γεννήσει πάλι και αν στη συνέχεια το μοσχάρι έχει απομακρυνθεί αμέσως από την αγελάδα.
110 Με τη δεύτερη αιτίαση, ο E. Bouma και ο B. Beusmans θεωρούν ακατανόητη και ανακριβή την αιτίαση του Πρωτοδικείου ότι δεν είχαν ζητήσει επίσημα ποσότητα αναφοράς το 1984, η οποία διατυπώνεται στις σκέψεις 49 της αποφάσεως Bouma και 48 της αποφάσεως Beusmans αντίστοιχα. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί, κατά τους αναιρεσείοντες, εσφαλμένη αντίληψη για τα πραγματικά περιστατικά και οδηγεί σε εσφαλμένη εκτίμησή τους.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
111 Με τις αιτιάσεις τους, ο E. Bouma και ο B. Beusmans αμφισβητούν στην πραγματικότητα την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αφορά μόνο την παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών στις σκέψεις 14 επ. των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων και την εκτίμηση των περιστατικών και των ένορκων δηλώσεων στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 48 της αποφάσεως Bouma και 47 της αποφάσεως Beusmans.
112 Από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει όμως ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά, πλην της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που του έχουν υποβληθεί, νομικό ζήτημα που υπόκειται στον έλεγχο που ασκεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο αναιρέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 2002, C‑486/01 P‑R και C‑488/01 P‑R, Front national και Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑1843, σκέψεις 83 έως 85).
113 Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον, δηλαδή, η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι‑4435, σκέψη 40).
114 Η εκτίμηση αυτή επομένως δεν αποτελεί, πλην της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα το οποίο υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2003, C‑121/01 P, O’Hannrachain κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I‑5539, σκέψη 35).
115 Δεδομένου ότι ο E. Bouma και ο B. Beusmans δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε τα πραγματικά στοιχεία, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
116 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
117 Το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
118 Δεδομένου ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν υποβάλει το αίτημα να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα και οι αναιρεσείοντες ηττήθηκαν, πρέπει ο E. Bouma και ο B. Beusmans να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.
2) Ο E. Bouma και ο B. Beusmans καταδικάζονται στα αντίστοιχα δικαστικά έξοδα.
Σκουρής
Cunha Rodrigues
Puissochet
Schintgen
Colneric
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Απριλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy