Υπόθεση C-164/01 P
G. van den Berg
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αγωγή αποζημιώσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Γάλα – Συμπληρωματική εισφορά – Ποσότητα αναφοράς – Παραγωγοί που ανέλαβαν δέσμευση περί μη εμπορίας – Παραγωγοί SLOM – Αλλαγή εκμεταλλεύσεως – Άρνηση χορηγήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Αναίρεση – Λόγοι - Λόγοι που διατυπώνονται κατά αιτιολογίας της αποφάσεως μη αναγκαίας για τη στήριξη του διατακτικού της – Λόγος αλυσιτελής
2. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος – Χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλασσομένων της εισφοράς – Παραγωγός ο οποίος ανέστειλε τις παραδόσεις του δυνάμει του καθεστώτος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας ή μετατροπής και ο οποίος, εν συνεχεία, μεταβίβασε την εκμετάλλευσή του – Εθνική διοικητική πρακτική που του παρέχει τη δυνατότητα διατηρήσεως της ειδικής ποσότητας αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως – Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Παραβίαση – Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89)
3. Αναίρεση – Λόγοι – Πλημμελές σκεπτικό αποφάσεως λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου – Διατακτικό βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους – Απόρριψη
1. Στο πλαίσιο αναιρέσεως, οι αιτιάσεις οι οποίες στρέφονται κατά των αιτιολογιών που παρατίθενται πλεοναστικώς σε απόφαση του Πρωτοδικείου πρέπει να απορρίπτονται πάραυτα, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν μπορούν να προκαλέσουν την αναίρεση της αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 60)
2. Στο πλαίσιο της χορηγήσεως ποσοτήτων αναφοράς απαλλασσομένων της συμπληρωματικής εισφοράς για το γάλα, δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, ένας παραγωγός γάλακτος δεν μπορεί να προσδοκά την εφαρμογή εθνικής διοικητικής πρακτικής που του επιτρέπει να διατηρήσει την ειδική ποσότητα αναφοράς μετά τη μεταβίβαση της αρχικής εκμεταλλεύσεώς του, ειμή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το εφαρμοστέο κοινοτικό καθεστώς προέβλεψε τέτοια δυνατότητα γα τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή εάν η ίδια η Κοινότητα έχει προηγουμένως προκαλέσει κατάσταση δυνάμενη να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη προς αυτήν την κατεύθυνση. Η ύπαρξη εθνικής διοικητικής πρακτικής δεν μπορεί, αυτή και μόνον, να δικαιολογήσει τη θεμιτή προσδοκία ενός παραγωγού να τύχει μεταχειρίσεως σύμφωνης με αυτή την πρακτική εκ μέρους της Κοινότητας.
(βλ. σκέψη 69)
3. Εάν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενέχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί.
(βλ. σκέψη 95)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 28ης Οκτωβρίου 2004 (*)
«Αγωγή αποζημιώσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Γάλα – Συμπληρωματική εισφορά – Ποσότητα αναφοράς – Παραγωγοί που ανέλαβαν δέσμευση περί μη εμπορίας – Παραγωγοί SLOM – Αλλαγή εκμεταλλεύσεως – Άρνηση χορηγήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς»
Στην υπόθεση C-164/01 P,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου,
η οποία ασκήθηκε στις 13 Απριλίου 2001,
G. Van den Berg, κάτοικος Dalfsen (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενος από τον E. H. Pijnacker Hordijk, advocaat,
αναιρεσείων,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από την A.-Μ. Colaert,
και
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον T. van Rijn, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
εναγόμενοι πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και N. Colneric (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 20ής Νοεμβρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή του ο G. Van den Berg ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 31ης Ιανουαρίου 2001, Τ‑143/97, Van den Berg κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ‑277, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία τούτο απέρριψε την αγωγή που είχε ασκήσει ο νυν αναιρεσείων, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
Νομικό πλαίσιο
Το καθεστώς των ποσοτήτων αναφοράς
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί συστάσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη διάθεση σε εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και την αναδιάρθρωση των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής [ΕΕ (μόνον σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1977, L 131, σ. 1], προέβλεπε την καταβολή πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή πριμοδοτήσεως μετατροπής στους παραγωγούς, οι οποίοι δεσμεύονταν, αντιστοίχως, να μην εμπορευθούν επί πενταετία γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα ή να μην εμπορευθούν γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα και να μετατρέψουν τις αγέλες τους από αγέλες γαλακτοπαραγωγής σε αγέλες παραγωγής κρέατος εντός τετραετούς προθεσμίας μετατροπής.
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), καθιέρωσαν, από της 1ης Απριλίου 1984, συμπληρωματική εισφορά, η οποία θα επιβαλλόταν επί των ποσοτήτων γάλακτος που θα παραδίδονταν καθ’ υπέρβαση ορισμένης ποσότητας αναφοράς, η οποία θα καθοριζόταν για κάθε αγοραστή εντός των ορίων μιας συνολικής εγγυημένης ποσότητας σε κάθε κράτος μέλος. Η ποσότητα αναφοράς, για την οποία δεν θα καταβαλλόταν συμπληρωματική εισφορά, ήταν ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που, ανάλογα με την εναλλακτική λύση που είχε επιλέξει το κράτος, είτε είχε παραδώσει ο παραγωγός είτε είχε αγοράσει το γαλακτοκομείο κατά το έτος αναφοράς, το οποίο, για τις Κάτω Χώρες, ήταν το έτος 1983.
4 Οι παραγωγοί, οι οποίοι, λόγω της δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει δυνάμει του κανονισμού 1078/77, δεν πραγματοποίησαν παραδόσεις γάλακτος κατά το έτος αναφοράς που είχε επιλέξει το οικείο κράτος μέλος, αποκλείονταν από τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς. Οι εν λόγω παραγωγοί αποκαλούνται κοινώς «παραγωγοί SLOM».
5 Με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321, στο εξής: απόφαση Mulder I), και 170/86, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355), το Δικαστήριο έκρινε ανίσχυρο τον κανονισμό 857/84, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84, της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11), καθόσον δεν προέβλεπε την παραχώρηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, για να συμμορφωθούν με τη δέσμευση που είχαν αναλάβει δυνάμει του κανονισμού 1078/77, δεν πραγματοποίησαν παραδόσεις γάλακτος κατά το έτος αναφοράς που είχε ορίσει το οικείο κράτος μέλος.
6 Κατόπιν των προαναφερθεισών αποφάσεων, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 20 Μαρτίου 1989, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 (ΕΕ L 84, σ. 2), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29 Μαρτίου 1989, προκειμένου να επιτραπεί η χορήγηση στους παραγωγούς SLOM ειδικής ποσότητας αναφοράς ίσης προς το 60 % της παραγωγής τους κατά τους 12 μήνες που είχαν προηγηθεί της αναλήψεως δεσμεύσεως περί μη εμπορίας ή μετατροπής δυνάμει του κανονισμού 1078/77.
7 Κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 764/89, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου (ΕΕ L 110, σ. 27), παρενέβαλε, στον τελευταίο αυτόν κανονισμό, ένα άρθρο 3α, του οποίου η παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, έχει ως ακολούθως:
«Η αίτηση [ειδικής ποσότητας αναφοράς] που αναφέρεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο παραγωγό στην αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος, σύμφωνα με λεπτομέρειες που καθορίζονται από αυτό και με τον όρο ότι ο παραγωγός μπορεί να αποδείξει ότι διαχειρίζεται ακόμη, στο σύνολό της ή εν μέρει, την ίδια εκμετάλλευση με εκείνη που διαχειριζόταν τη στιγμή της εγκρίσεως που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78 της Επιτροπής, της αίτησης για τη χορήγηση πριμοδότησης.»
Οι ποσότητες αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως
8 Για την τύχη που επιφυλάσσεται σε ποσότητα αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως, το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 590/85 Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ L 68, σ. 1), ορίζει:
«1. Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, το μισθωτή ή τον κληρονόμο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν.
Σε περίπτωση μεταβίβασης γαιών στο δημόσιο ή/και για κοινή ωφέλεια, και με επιφύλαξη της παραγράφου 3 δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το σύνολο ή μέρος της ποσότητας αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση ή στο τμήμα της εκμετάλλευσης που αποτελεί αντικείμενο της μεταβίβασης τίθεται στη διάθεση του εξερχομένου παραγωγού, εφόσον προτίθεται να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος.
[…]
4. Στην περίπτωση αγροτικών συμβολαίων [αγρομισθώσεων] που λήγουν, αν ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα παράτασης του συμβολαίου υπό ανάλογους όρους, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η ποσότητα αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση η οποία είναι αντικείμενο του συμβολαίου, τίθεται εν όλω ή εν μέρει στη διάθεση του εξερχόμενου μισθωτή, εφόσον προτίθεται να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος.»
9 Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ). 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12) ορίζει:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, ποσότητες αναφοράς των παραγωγών και των αγοραστών, στο πλαίσιο των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, και των παραγωγών που πωλούν απευθείας στην κατανάλωση μεταβιβάζονται υπό τους εξής όρους:
1) Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται στον παραγωγό που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση·
[…]
3) οι διατάξεις των σημείων 1 και 2 και του τετάρτου εδαφίου εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, κατ’ αναλογία προς άλλες περιπτώσεις μεταβίβασης που περιλαμβάνουν συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα για τους παραγωγούς·
4) όταν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, που αφορούν αντίστοιχα τη μεταβίβαση γαιών στο δημόσιο ή/και για κοινή ωφέλεια και την περίπτωση αγροτικών συμβολαίων [αγρομισθώσεων] που λήγουν χωρίς ο μισθωτής να έχει δικαίωμα παράτασης του συμβολαίου υπό ανάλογους όρους, το σύνολο ή μέρος της ποσότητας αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση ή στο τμήμα της εκμετάλλευσης που αποτελεί το αντικείμενο, κατά περίπτωση, μεταβίβασης ή μη παράτασης συμβολαίου, τίθεται στη διάθεση του εν λόγω παραγωγού αν προτίθεται να συνεχίσει τη γαλακτοκομική παραγωγή, υπό τον όρο ότι το άθροισμα της ποσότητας αναφοράς που τέθηκε με τον τρόπο αυτό στη διάθεσή του και της ποσότητας που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση την οποία αναλαμβάνει ή στην οποία συνεχίζει την παραγωγή του, δεν είναι ανώτερη από την ποσότητα αναφοράς την οποία διέθετε πριν από τη μεταβίβαση ή τη λήξη του συμβολαίου.»
Το καθεστώς αποζημιώσεως και το καθεστώς της παραγραφής
10 Με μη οριστική απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, C-104/89 και C-37/990, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3061, στο εξής: απόφαση Mulder II), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ευθυνόταν για τη ζημία που είχαν υποστεί ορισμένοι γαλακτοπαραγωγοί οι οποίοι είχαν αναλάβει δεσμεύσεις δυνάμει του κανονισμού 1078/77, ακολούθως δε εμποδίσθηκαν να εμπορευθούν γάλα κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84.
11 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δημοσίευσαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Αυγούστου 1992 την ανακοίνωση 92/C 198/04 (EE C 198, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992). Η εν λόγω ανακοίνωση εκθέτει:
«Εν συνεχεία της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που εκδόθηκε στις 19 Μαΐου 1992 επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-104/89 (Mulder) και C-37/90 (Heinemann), τα κοινοτικά όργανα θεωρούν αναγκαίο να ανακοινώσουν στους ενδιαφερόμενους τα εξής:
1) Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας κατά το άρθρο 215 της Συνθήκης ΕΟΚ υφίσταται έναντι κάθε παραγωγού, όπως ορίζεται στο άρθρο 12, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, ο οποίος έχει υποστεί ζημία επανορθωτέα κατά την έννοια της ανωτέρω απόφασης, λόγω του γεγονότος ότι δεν μπόρεσε να λάβει σε εύθετο χρόνο ποσόστωση γάλακτος συνεπεία της συμμετοχής του στο καθεστώς που θεσπίστηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77, και ο οποίος πληροί πραγματικά τα κριτήρια και τους όρους που προκύπτουν από την απόφαση αυτή.
2) Τα όργανα δεσμεύονται έναντι κάθε παραγωγού που αναφέρεται στο σημείο 1 να παραιτηθούν, έως τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο σημείο 3, από την έγερση ένστασης παραγραφής βάσει των διατάξεων του άρθρου 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, εφόσον το δικαίωμα αποζημίωσης δεν είχε ακόμη παραγραφεί κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο παραγωγός είχε ήδη απευθυνθεί σε ένα από τα όργανα.
3) Για να εφαρμοσθεί πλήρως η απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, τα όργανα θα εγκρίνουν τις πρακτικές λεπτομέρειες για την αποζημίωση των ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένου του ζητήματος των τόκων.
Τα όργανα θα διασαφηνίσουν σε ποιες αρχές και εντός ποιας προθεσμίας οι αιτήσεις θα πρέπει να κατατεθούν. Οι παραγωγοί διαβεβαιώνονται ότι δεν θα παραβλεφθεί η δυνατότητα να επιτύχουν αναγνώριση των δικαιωμάτων τους, αν δεν προβούν σε ενέργειες πριν την έναρξη της προθεσμίας αυτής ενώπιον των κοινοτικών οργάνων ή των εθνικών αρχών.»
12 Κατόπιν της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2187/93, της 22ας Ιουλίου 1993, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίσθηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (EE L 196, σ. 6).
13 Το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«1. Η αποζημίωση καταβάλλεται μόνο κατά την περίοδο για την οποία το δικαίωμα για αποζημίωση δεν παραγράφηκε.
2. Για τον καθορισμό της περιόδου για την οποία καταβάλλεται η αποζημίωση:
α) γίνεται δεκτή ως ημερομηνία διακοπής της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, όπως ορίζεται στο άρθρο 43 του οργανισμού του Δικαστηρίου, η ημερομηνία υποβολής σ’ ένα από τα κοινοτικά όργανα της αίτησης ή, εάν πρόκειται για προσφυγή στο Δικαστήριο, η ημερομηνία της εγγραφής της προσφυγής στο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου, ή, το αργότερο, η ημερομηνία της ανακοίνωσης των κοινοτικών οργάνων, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αριθ. C 198, δηλαδή η 5η Αυγούστου 1992·
[…]».
14 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2187/93 προβλέπει:
«Ο παραγωγός, υποβάλλει την αίτησή του στην αρμόδια αρχή το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1993, άλλως η αίτηση απορρίπτεται.
Η προθεσμία παραγραφής, που προβλέπεται στο άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αρχίζει εκ νέου για όλους τους παραγωγούς από την ημερομηνία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν η αίτηση που προβλέπεται στο εδάφιο αυτό δεν υποβλήθηκε πριν από αυτήν, εκτός εάν η παραγραφή διακόπηκε με προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 43.»
15 Το άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου ορίζει:
«Αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Η παραγραφή διακόπτεται είτε διά της προσφυγής που υποβάλλεται στο Δικαστήριο είτε διά της προηγουμένης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο όργανο της Κοινότητας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προσφυγή πρέπει να κατατεθεί εντός της προθεσμίας δύο μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 173· οι διατάξεις του άρθρου 175, δεύτερη παράγραφος, εφαρμόζονται κατά περίπτωση.»
16 Δυνάμει του άρθρου 175, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 232, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΕΚ):
«Αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή, κατά παράβαση της παρούσας συνθήκης, παραλείπουν να αποφασίσουν, τα κράτη μέλη και τα άλλα όργανα της Κοινότητας δύνανται να ασκούν προσφυγή στο Δικαστήριο και να ζητούν τη διαπίστωση της παράβασης αυτής.
Η προσφυγή αυτή είναι παραδεκτή μόνον αν το εν λόγω όργανο κληθεί προηγουμένως να ενεργήσει. Αν αυτό το όργανο δεν λάβει θέση εντός δύο μηνών από την πρόσκληση, η προσφυγή δύναται να ασκηθεί εντός νέας προθεσμίας δύο μηνών.»
17 Στις υποθέσεις, επί των οποίων εξεδόθη η απόφαση Mulder II, το Δικαστήριο αποφάνθηκε για το ύψος των αποζημιώσεων που ζήτησαν οι ενάγοντες με απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-203).
Το ολλανδικό νομικό καθεστώς
18 Κατ’ εφαρμογήν των κανονισμών 764/89 και 1033/89, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εξέδωσε, στις 16 Μαΐου 1989, την απόφαση «Beschikking Superheffing SLOM-deelnemers» (απόφαση περί της εφαρμοστέας συμπληρωματικής εισφοράς στους μετέχοντες σε σύστημα σφαγής ή μετατροπής αγελών γαλακτοπαραγωγικής φυλής, στο εξής: απόφαση BSD). Το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής προβλέπει ότι προσωρινή ποσότητα αναφοράς μπορεί να χορηγηθεί, δυνάμει της BSD, μόνον καθόσον, «κατά το χρονικό σημείο υποβολής της αιτήσεως, ο παραγωγός κατέχει ακόμη, ως κύριος, εμφυτευτής ή μισθωτής, εν όλω ή εν μέρει, και εκμεταλλεύεται ακόμη υπ’ αυτήν την ιδιότητα, για λογαριασμό του και με ίδιον κίνδυνο, την επιχείρηση την οποία αφορά η σύμβαση περί μη εμπορίας […]».
Ιστορικό της διαφοράς
19 Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, την οποία αφορά η αίτηση αναιρέσεως του G. Van den Berg, εκτίθενται ως ακολούθως στις σκέψεις 14 έως 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
«14 Ο ενάγων είναι παραγωγός γάλακτος στις Κάτω Χώρες. Επειδή ανέλαβε, στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77, δέσμευση περί μη εμπορίας η οποία έληξε στις 23 Φεβρουαρίου 1985, δεν παρήγαγε γάλα κατά το έτος αναφοράς που είχε επιλεγεί κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δεν έλαβε ποσότητα αναφοράς μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού.
15 Την 1η Μαΐου 1985, ο ενάγων απέκτησε εκμετάλλευση στο Dalfsen (Κάτω Χώρες) την οποία διαχειρίστηκε από κοινού με την αρχική του εκμετάλλευση, που ευρισκόταν στο Wijhe (Κάτω Χώρες), για ένα χρόνο. Πώλησε την εκμετάλλευση του Wijhe στις 13 Μαΐου 1986.
16 Με έγγραφο, το οποίο απηύθυνε ο δικηγόρος τους στο Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ενώσεως] και την Επιτροπή [των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων] στις 31 Μαρτίου 1989, ο ενάγων καθώς και 351 άλλοι παραγωγοί οι οποίοι, σε εκτέλεση δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν είχαν παραγάγει γάλα κατά το έτος αναφοράς, κοινώς αποκαλούμενοι παραγωγοί SLOM, οι οποίοι απαριθμούνται σε κατάλογο συνημμένο στο εν λόγω έγγραφο, εξέθεσαν ότι θεωρούσαν την Κοινότητα υπεύθυνη για τη ζημία που συνεπάγεται το ανίσχυρο του κανονισμού 857/84, όπως αυτό διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Mulder I. Τα θεσμικά όργανα δεν απάντησαν στο έγγραφο αυτό.
17 Κατόπιν της αποφάσεως Mulder I και της εκδόσεως του κανονισμού 764/89, ο ενάγων ζήτησε εκ νέου τη χορήγηση ποσοστώσεως τον Ιούνιο του 1989. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε στις 30 Αυγούστου 1989, για τον λόγο ότι ο ενάγων δεν διαχειριζόταν πλέον την ίδια εκμετάλλευση με αυτήν που διαχειριζόταν κατά τη χρονική στιγμή της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας.
18 Ο ενάγων προσέβαλε ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών ατελέσφορα την απόφαση αυτή περί απορρίψεως της αιτήσεώς του. Συνεπώς, η εν λόγω απόφαση απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.
19 Με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 1992, ο δικηγόρος του ενάγοντος ζήτησε να διακοπεί η παραγραφή από την ημερομηνία του εγγράφου αυτού, ως προς τον ενάγοντα και τους παραγωγούς που αναφέρονταν στο παράρτημα του εγγράφου της 31ης Μαρτίου 1989. Με έγγραφο της 22ας Ιουλίου 1992, ο γενικός διευθυντής της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου απάντησε ότι η προθεσμία παραγραφής είχε αρχίσει εκ νέου όσον αφορά τους 348 παραγωγούς, μεταξύ των οποίων ο ενάγων, οι οποίοι δεν είχαν ασκήσει αγωγή. Παρ’ όλ’ αυτά, ο γενικός διευθυντής δέχθηκε ότι η επιστολή της 14ης Ιουλίου 1992 μπορεί να συνιστά ως προς αυτούς νέα προηγούμενη αίτηση υπό την έννοια του άρθρου 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Επισήμανε εξάλλου ότι το Συμβούλιο δεν θα επικαλούνταν την παραγραφή από την ημερομηνία αυτή και μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 1992 καθόσον οι αιτήσεις αποζημιώσεως των εν λόγω προσώπων δεν είχαν ήδη παραγραφεί στις 14 Ιουλίου 1992. Τέλος, ο γενικός διευθυντής διευκρίνισε:
“Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, τα θεσμικά όργανα θα προσπαθήσουν να αποφασίσουν από κοινού τις πρακτικές λεπτομέρειες της αποζημιώσεως, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να ασκηθεί εν τω μεταξύ αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξακολουθήσει η διακοπή της παραγραφής.
Αν οι λεπτομέρειες αυτές δεν έχουν καθοριστεί στις 17 Σεπτεμβρίου 1992, το Συμβούλιο θα σας γνωστοποιήσει τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβείτε στη συνέχεια.”
20 Με έγγραφο της 10ης Σεπτεμβρίου 1993, σχετικά με την αποζημίωση ορισμένων παραγωγών στο πλαίσιο του κανονισμού 2187/93, η Επιτροπή επισήμανε στις ολλανδικές αρχές:
“Επισυνάπτεται ο κατάλογος των εναγόντων SLOM οι οποίοι, βάσει της γενικής ανακοινώσεως των κοινοτικών οργάνων της 5ης Αυγούστου 1992, διέκοψαν την προθεσμία παραγραφής που τυγχάνει εφαρμογής στις αιτήσεις τους περί αποζημιώσεως των οποίων έχουν επιληφθεί η Επιτροπή, το Συμβούλιο ή το Δικαστήριο.”
21 Το όνομα του ενάγοντος περιλαμβανόταν στον κατάλογο αυτό και η ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 1989 αναφερόταν ως προς αυτόν ως ημερομηνία διακοπής της παραγραφής δυνάμει της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992.»
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
20 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 29 Απριλίου 1997, ο G. Van den Berg άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
21 Με διάταξη της 24ης Ιουνίου 1997, το Πρωτοδικείο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου η οποία περάτωσε τις δίκες επί των υποθέσεων C-104/89, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, και C-37/90, Heinemann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής. Αφού ακούστηκαν οι διάδικοι στις 30 Σεπτεμβρίου 1998 στο πλαίσιο άτυπης συνεδριάσεως, η διαδικασία επαναλήφθηκε δυνάμει διατάξεως της 11ης Μαρτίου 1999 του προέδρου του τετάρτου τμήματος του Πρωτοδικείου.
22 Με την αγωγή του, ο G. Van den Berg ζήτηση να υποχρεωθεί η Κοινότητα να του καταβάλει το ποσό των 606 315 ολλανδικών φιορινίων (NLG), ως αποζημίωση, προσαυξημένο με τόκους υπερημερίας προς 8 % ετησίως από την ημέρα καταθέσεως του δικογράφου του.·
23 Με την αναινερεσιβαλλομένη απόφαση το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και καταδίκασε τον G. Van den Berg στα δικαστικά έξοδα.
Επί της ευθύνης της Κοινότητας
24 Το Πρωτοδικείο υπέμνησε, με τη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της Κοινότητας. Έκρινε, με τις σκέψεις 39 και 40 της αποφάσεώς του, ότι η ευθύνη αυτή στοιχειοθετείται έναντι των παραγωγών SLOM λόγω παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
25 Όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως για τη χρονική περίοδο μεταξύ της 23ης Φεβρουαρίου 1985 και της 13ης Μαΐου 1986, ημερομηνίας κατά την οποία ο G. Van den Berg πώλησε την εκμετάλλευσή του SLOM, ήτοι την εκμετάλλευση την οποία αφορούσε η ανάληψη υποχρεώσεως περί μη εμπορίας δυνάμει του κανονισμού 1078/77, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν αμφισβητείται ότι ο τότε ενάγων, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84, εμποδίσθηκε να πραγματοποιήσει παραδόσεις γάλακτος, η δε αντιστοιχούσα ζημία καταλογίζεται στην Κοινότητα.
26 Με τις επόμενες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατά πόσον η προβαλλομένη ζημία για τον μετά την 13η Μαΐου 1986 χρόνο απέρρευσε από την πρώτη άρνηση χορηγήσεως ποσοστώσεως προς τον ενάγοντα το 1985.
27 Συναφώς, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε με τις σκέψεις 44 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
«44 Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι ο ενάγων παραχώρησε την εκμετάλλευσή του SLOM το 1986 και μεταβίβασε τη δραστηριότητά του παραγωγής σε άλλη εκμετάλλευση για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας. Προκύπτει προφανέστατα ότι η απόφαση αυτή του ενάγοντος, την οποία έλαβε εκουσίως, δεν έχει καμία σχέση με την άρνηση χορηγήσεως της ποσοστώσεως την οποία αντιμετώπισε μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας το 1985.
45 Eξάλλου, από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 590/85 […], σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88, προκύπτει ότι, ακόμη και στην περίπτωση παραγωγού γάλακτος ο οποίος δεν έχει αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας ή μετατροπής, οι δυνατότητες μεταβιβάσεως ποσοστώσεως από μια εκμετάλλευση σε άλλη περιορίζονται στις περιπτώσεις είτε μεταβιβάσεως της γης στις δημόσιες αρχές και/ή για λόγους δημόσιας ωφέλειας (άρθρο 7, παράγραφος 1), είτε στις αγροτικές μισθώσεις που λήγουν και δεν μπορούν να ανανεωθούν (άρθρο 7, παράγραφος 4).
46 Συνεπώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι ακριβές ότι οι παραγωγοί που διαθέτουν ποσότητα αναφοράς μπορούσαν, το 1985/1986, να τη μεταβιβάσουν σύμφωνα με την ολλανδική διοικητική πρακτική, πρόκειται για κατάσταση που δεν είναι οικεία στον κοινοτικό νομοθέτη και, ενδεχομένως, στις ολλανδικές αρχές εναπέκειτο να αντιμετωπίσουν τον ενάγοντα με τρόπο μη δημιουργούντα δυσμενείς διακρίσεις.»
28 Με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 764/89, το αίτημα του G. Van den Berg για τη χορήγηση ποσοστώσεως κατ’ εφαρμογήν αυτού του κανονισμού απορρίφθηκε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, σύμφωνα με το οποίο η χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς εξαρτάται από το εάν αποδεικνύεται ότι ο παραγωγός διαχειρίζεται, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, εν όλω ή εν μέρει, την εκμετάλλευση SLOM.
29 Με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε το εν λόγω μέτρο ως ακολούθως:
«Αντιθέτως όμως προς ό,τι ισχυρίζεται ο ενάγων, και όπως το Δικαστήριο έχει ήδη επανειλημμένως διαπιστώσει (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1994, C-98/91, Herbrink, Συλλογή 1994, σ. I-223), με την προϋπόθεση αυτή απλώς τυγχάνει εφαρμογής σε θέματα ειδικών ποσοτήτων αναφοράς η αρχή που θεσπίζει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, σύμφωνα με την οποία η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται μαζί με τις εκτάσεις στις οποίες αντιστοιχεί (σκέψη 13). Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ενάγων δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της προϋποθέσεως αυτής στην περίπτωσή του συνιστά προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επειδή δεν μπορούσε να προβλέψει, κατά τη χρονική στιγμή της παραχωρήσεως της εκμεταλλεύσεώς του SLOM, ότι θα επιβαλλόταν τέτοια προϋπόθεση.»
30 Με τις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
«49 Εφόσον η πώληση εκ μέρους του ενάγοντος της εκμεταλλεύσεώς του SLOM δεν ήταν συνέπεια της αρνήσεως χορηγήσεως ποσοστώσεως, η οποία του αντιτάχθηκε παρανόμως το 1985, και δεν πραγματοποιήθηκε υπό το κάλυμμα των δυνατοτήτων μεταβιβάσεως που προσέφερε ο κανονισμός 857/84, οι λόγοι για τους οποίους δεν χορηγήθηκε ποσόστωση στον ενάγοντα στο πλαίσιο του κανονισμού 764/89 και η εξ αυτού απορρέουσα ζημία δεν μπορούν να καταλογιστούν στην Κοινότητα.
50 Επομένως, οι ζημίες που υπέστη ο ενάγων λόγω του ότι στερήθηκε ποσότητας αναφοράς μπορούν να είναι μόνον αυτές που επήλθαν μέχρι τις 13 Μαΐου 1986.»
Επί της παραγραφής
31 Με τις σκέψεις 58 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να προβληθεί η παραγραφή. Διευκρίνισε ότι οι προϋποθέσεις αγωγής αποζημιώσεως κατά της Κοινότητας συνέτρεχαν από της 23ης Φεβρουαρίου 1985, ημερομηνίας εφαρμογής του κανονισμού 857/84 έναντι του G. Van de Berg, οπότε και άρχισε να τρέχει η προθεσμία της παραγραφής. Διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, το δικαίωμα αποζημιώσεως αφορά διαδοχικές περιόδους, οι οποίες άρχιζαν κάθε ημέρα κατά την οποία η εμπορία δεν ήταν δυνατή.
32 Δυνάμει του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, το Πρωτοδικείο επεσήμανε, με τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προθεσμία παραγραφής έληξε πέντε έτη μετά τη 13η Μαΐου 1986, ημερομηνία πωλήσεως της εκμεταλλεύσεως SLOM, ήτοι στις 13 Μαΐου 1991, εκτός εάν αυτή είχε διακοπεί πριν από την ημερομηνία αυτή.
33 Επί της ενδεχομένης διακοπής της προθεσμίας παραγραφής, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο ενάγων δεν δύναται να επικαλεστεί, για τη διακοπή της παραγραφής δυνάμει του προμνημονευθέντος άρθρου 43, την επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 προς τα κοινοτικά όργανα, διότι κατόπιν αυτής δεν άσκησε αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
34 Το επιχείρημα του G. Van de Berg ότι, όπως προκύπτει από την έναντι αυτού εφαρμογή της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ανέλαβαν τη δέσμευση να μην επικαλεσθούν την παραγραφή από της 31ης Μαρτίου 1989, ημερομηνίας κατά την οποία αυτός απευθύνθηκε στα εν λόγω κοινοτικά όργανα, αντικρούσθηκε ως ακολούθως με τις σκέψεις 65 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
«65 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η παραίτηση από την προβολή της παραγραφής, που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992, ήταν μια μονομερής πράξη που σκοπούσε, με στόχο τον περιορισμό του αριθμού των ασκουμένων αγωγών, στο να ενθαρρυνθούν οι παραγωγοί να αναμείνουν την εφαρμογή του συστήματος της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως που θα προβλεπόταν από τον κανονισμό 2187/93 (απόφαση [της 25ης Νοεμβρίου 1998, Τ-222/97] Steffens κατά Συμβουλίου και Επιτροπής [Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4175], σκέψη 38).
66 Η ανακοίνωση αυτή σκοπούσε συγκεκριμένα τους παραγωγούς, των οποίων τα δικαιώματα αποζημιώσεως δεν είχαν ακόμη παραγραφεί κατά την ημερομηνία της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία οι παραγωγοί αυτοί είχαν ήδη απευθυνθεί σε ένα από τα κοινοτικά όργανα […]. Με την τελευταία αυτή μνεία, οι εναγόμενοι σκοπούσαν τους παραγωγούς που είχαν απευθυνθεί σε θεσμικά όργανα πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω ανακοινώσεως για να αξιώσουν δικαίωμα αποζημιώσεως βάσει της αποφάσεως Mulder II και από τους οποίους είχαν ζητήσει να μην ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως περιμένοντας τη διευθέτηση της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως. Πράγματι, ο σκοπός της μνείας αυτής ήταν η διασφάλιση των δικαιωμάτων αποζημιώσεως των παραγωγών αυτών.
67 Διαπιστώνεται όμως ότι οι εναγόμενοι δεν απάντησαν ποτέ στο έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989 και, συνεπώς, δεν ανέλαβαν καμία δέσμευση ως προς τον ενάγοντα κατά την ημερομηνία αυτή. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλεστεί την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992.»
35 Με τις σκέψεις 68 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα το οποίο ο G. Van den Berg αρύεται εκ του γεγονότος ότι το όνομά του περιλαμβανόταν στον κατάλογο που απέστειλε η Επιτροπή στις ολλανδικές αρχές με επιστολή της 10ης Σεπτεμβρίου 1993, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2187/93, επιστολή η οποία απαριθμούσε τους παραγωγούς που επωφελούνταν εκ της δεσμεύσεως να μην προβληθεί η παραγραφή δυνάμει της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 (στο εξής: κατάλογος της 10ης Σεπτεμβρίου 1993).
36 Συναφώς, με τη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επεσήμανε:
«[…]ο κατάλογος αυτός απευθύνθηκε στις εθνικές αρχές για να τους επισημάνει, στην περίπτωση που θα τους υποβάλλονταν αιτήσεις αποζημιώσεως στο πλαίσιο του προβλεπομένου από τον κανονισμό 2187/93 συμβιβασμού, την ημερομηνία από της οποίας έχει διακοπεί η παραγραφή των αιτήσεων. Ο κατάλογος αυτός δεν διέκρινε τους παραγωγούς SLOM, στους οποίους είχε χορηγηθεί οριστική ποσότητα αναφοράς και στους οποίους μπορούσε συνεπώς να γίνει πρόταση συμβιβασμού στο πλαίσιο του κανονισμού 2187/93, από αυτούς οι οποίοι, όπως ο ενάγων, δεν είχαν λάβει ποσόστωση και, κατά συνέπεια, δεν ενέπιπταν σε ένα τέτοιο πλαίσιο συμβιβασμού. Επομένως, το όνομα του ενάγοντος περιλαμβανόταν στον κατάλογο αυτόν εκ παραδρομής.»
37 Με τη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι ένα τέτοιο σφάλμα δεν μπορούσε να δημιουργήσει στον ενάγοντα την πεποίθηση ότι επωφελείται της δεσμεύσεως, η οποία είχε αναληφθεί με την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992, και ότι η παραγραφή της αιτήσεώς του είχε διακοπεί από της 31ης Μαρτίου 1989. Πράγματι, σύμφωνα με τους πρωτοδίκως επιληφθέντες δικαστές, κατά τον χρόνο αποστολής του καταλόγου της 10ης Σεπτεμβρίου 1993, ο ενάγων μπορούσε ήδη να γνωρίζει ότι δεν θα του γινόταν πρόταση συμβιβασμού δυνάμει του κανονισμού 2187/93 και ότι, κατά συνέπεια, δεν τον αφορούσε η προμνημονευθείσα δέσμευση.
38 Με τη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα περί δυσμενούς διακρίσεως, διαπιστώνοντας ότι η θέση του Συμβουλίου και της Επιτροπής ως προς την παραγραφή της αξιώσεως δεν μπορεί να συνιστά δυσμενή μεταχείριση του ενάγοντος εν συγκρίσει προς τη συμπεριφορά της Επιτροπής έναντι των παραγωγών SLOM, στους οποίους προσφέρθηκαν αποζημιώσεις, διότι η κατάσταση του ενάγοντος διαφέρει από εκείνη των επωφελουμένων εκ του κανονισμού 2187/93.
39 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι ισχυρισμοί του G. Van den Berg, σύμφωνα με τους οποίους μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής βεβαίωσε τηλεφωνικώς τον σύμβουλό του ότι η επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 συνιστά πράξη διακόπτουσα την παραγραφή, δεν τεκμηριώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Αιτήματα των διαδίκων και λόγοι αναιρέσεως
40 Ο G. Van den Berg ζητεί από το Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση·
– να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου για να αποφανθεί επί της αγωγής, και
– να καταδικάσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των δικών.
41 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως παντελώς αβάσιμη, και
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
42 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να κρίνει αβάσιμη την αίτηση αναιρέσεως·
– επικουρικώς, να κρίνει απαράδεκτη την αγωγή αποζημιώσεως, και
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
43 Ο G. Van den Berg προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της αιτήσεώς του περί αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
44 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει παράβαση του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αιτιολογήσεως, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία της αιτιώδους συνάφειας, υπό την έννοια ότι, κατ’ αυτόν, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως εκτίμησε την ευθύνη της Επιτροπής, αποφαινόμενο ότι η ζημία, την οποία ο ίδιος ισχυρίζεται ότι υπέστη κατά τον μετά την 13η Μαΐου 1986 χρόνο, δεν πρέπει να καταλογισθεί σε αυτήν.
45 Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο G. Van den Berg διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές της ισότητας, της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αιτιολογήσεως, καθόσον τούτο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη πράγματα κατά την εκτίμηση του ζητήματος της παραγραφής ή τα εξέθεσε κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε της ευχερείας να επικαλεστεί την παραγραφή έναντι ορισμένων παραγωγών SLOM, μεταξύ των οποίων ο ίδιος, εσφαλμένως δε έκρινε ότι η αξίωσή του είχε πλήρως παραγραφεί.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
46 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο G. Van den Berg αμφισβητεί τη νομική εκτίμηση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 43 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες πραγματεύονται το ζήτημα εάν η έναντι του αναιρεσείοντος ευθύνη της Κοινότητας παύει να στοιχειοθετείται από της ημερομηνίας κατά την οποία αυτός μετέφερε την αρχική του εκμετάλλευση, και μάλιστα εκ του λόγου αυτού.
47 Στο πλαίσιο του πρώτου αυτού λόγου αναιρέσεως, ο G. Van den Berg προβάλλει τρεις αιτιάσεις. Αυτές αντλούνται, πρώτον, εκ του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την κατανομή των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των φορέων εκτελέσεως των κρατών μελών· δεύτερον, από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και εκ του γεγονότος ότι δεν ελήφθη υπόψη η προαναφερθείσα απόφαση Herbrink, ως προς την εφαρμογή της τιθεμένης με τον κανονισμό 1033/89 προϋποθέσεως, σύμφωνα με την οποία ένας παραγωγός SLOM πρέπει να διαθέτει ακόμη εν όλω ή εν μέρει την αρχική εκμετάλλευση, και, τρίτον, από εσφαλμένη εφαρμογή της προϋποθέσεως περί αιτιώδους συναφείας.
48 Η πρώτη και η τρίτη αιτίαση, οι οποίες προσήκει να συνεξετασθούν, αξιολογούνται με τις σκέψεις 49 έως 62 της παρούσας αποφάσεως, η δε δεύτερη αιτίαση με τις σκέψεις 63 έως 73.
Επί της πρώτης και της τρίτης αιτιάσεως
– Επιχειρήματα του G. Van den Berg
49 Με την πρώτη αιτίαση, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθη υπόψη η κατανομή των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των φορέων εκτελέσεως των κρατών μελών, ο G. Van den Berg αμφισβητεί, ιδίως, την εκτίμηση του Πρωτοδικείου με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά το «καθεστώς» που εφαρμοζόταν στους «συνήθεις παραγωγούς», ήτοι εκείνους που είχαν λάβει ποσότητα αναφοράς. Στερείται επιρροής, προς εκτίμηση των δικαιωμάτων του, το ζήτημα εάν οι εν λόγω κανόνες απορρέουν απευθείας από τους κοινοτικούς κανονισμούς ή εάν περιλαμβάνονταν στα εθνικά μέτρα εκτελέσεως, δεδομένου ότι τα τελευταία ήταν συμβατά προς το κοινοτικό πλαίσιο.
50 Το ζήτημα που τίθεται είναι εάν τα κοινοτικά όργανα υπείχαν νομική υποχρέωση, όταν εξέδωσαν τις διατάξεις περί των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς υπέρ των παραγωγών SLOM, όπως αυτές που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς 764/89 και 1033/89, να επιφυλάξουν στους παραγωγούς SLOM ίση, κατά το δυνατόν, μεταχείριση με αυτήν των λοιπών εθνικών παραγωγών.
51 Ο G. Van den Berg ισχυρίζεται ότι δεν κατανοεί την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «ενδεχομένως, στις ολλανδικές αρχές εναπέκειτο να αντιμετωπίσουν τον ενάγοντα με τρόπο μη δημιουργούντα δυσμενείς διακρίσεις». Είναι μεν καθ’ εαυτό ακριβές ότι οι ολλανδικές αρχές όφειλαν να επιφυλάξουν στον νυν αναιρεσείοντα μεταχείριση που να μη συνιστά δυσμενή διάκριση, πλην όμως το ζήτημα είναι εάν οι κοινοτικές διατάξεις παρείχαν αυτή τη δυνατότητα στις εν λόγω αρχές. Ο αναιρεσείων επισημαίνει ότι τούτο δεν συμβαίνει. Η βασική παραδοχή –η οποία νομικώς δεν ευσταθεί– που στηρίζει την εν λόγω εκτίμηση είναι ότι, θέτοντας σε εφαρμογή τους κανονισμούς 764/89 και 1033/89, οι αρχές αυτές είχαν τη δυνατότητα να του χορηγήσουν ποσότητα αναφοράς επικαλούμενες την αρχή της ισότητας.
52 Η τρίτη αιτίαση συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως εφήρμοσε την προϋπόθεση περί αιτιώδους συναφείας μεταξύ, αφενός, της παράνομης μη χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς και, αφετέρου, της προβαλλομένης ζημίας. Ο G. Van den Berg διατείνεται ότι, αντιθέτως προς όσα δέχθηκε το Πρωτοδικείο, η άρνηση να του χορηγηθεί το 1989 ειδική ποσότητα αναφοράς δεν μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι μετέφερε την εκμετάλλευσή του, η άρνηση δε αυτή πρέπει να αποδοθεί στις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα ότι τυγχάνει συναφώς διαφορετικής μεταχειρίσεως από έναν «συνήθη παραγωγό». Κατ’ αρχήν ισχύει ότι η μεταφορά της εκμεταλλεύσεως, όπως αυτή στην οποία προέβη ο ίδιος, δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για ένα τέτοιο παραγωγό.
53 Ο G. Van den Berg αναφέρεται, ιδίως, στην, κατά τους ισχυρισμούς του, ακολουθουμένη ολλανδική διοικητική πρακτική, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται στους παραγωγούς γάλακτος οι οποίοι έλαβαν ποσότητα αναφοράς, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84, να μεταφέρουν την εκμετάλλευση από ένα τόπο σε άλλον χωρίς να απολέσουν την εν λόγω ποσότητα αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι δύο τόποι αποτελούν μέρος μιας και της αυτής γαλακτοκομικής εκμεταλλεύσεως επί ένα έτος τουλάχιστον. Ισχυρίζεται ότι η πρακτική αυτή συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατ’ αυτόν, λόγω της συμφωνίας αυτής, η ζημία, την οποία ο ίδιος ισχυρίζεται ότι υπέστη μετά την πώληση της αρχικής του εκμεταλλεύσεως και μέχρι την έναρξη ισχύος του κανονισμού 764/89, βαρύνει τα κοινοτικά όργανα.
54 Η άρνηση να του χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς το 1989, κατ’ εφαρμογήν του ως άνω κανονισμού, δεν μπορεί να απορρέει από το γεγονός ότι μετέφερε την εκμετάλλευσή του. Η άρνηση αυτή πρέπει να αποδοθεί στις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα ότι τυγχάνει διαφορετικής μεταχειρίσεως, ως παραγωγός SLOM, από έναν «συνήθη παραγωγό».
55 Ο G. Van den Berg ισχυρίζεται ότι δεν κατανοεί την ιδέα της αιτιότητας που δέχθηκε το Πρωτοδικείο. Το Πρωτοδικείο εφαρμόζει το κριτήριο της αιτιότητας στη σχέση μεταξύ των αρχικών διατάξεων για τη συμπληρωματική εισφορά και της μεταφοράς της εκμεταλλεύσεως το 1986. Βεβαίως, τέτοια σύνδεση δεν υπάρχει. Κατ’ αυτόν, η απαιτουμένη αιτιώδης συνάφεια αφορά τη σχέση μεταξύ της παράνομης πράξεως του κοινοτικού νομοθέτη και της απώλειας κερδών που υπέστη ο ίδιος.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56 Το Πρωτοδικείο ορθώς δέχθηκε, με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η προβαλλομένη ζημία για τον μετά την 13η Μαΐου 1986 χρόνο απέρρευσε από την πρώτη άρνηση χορηγήσεως ποσοστώσεως στον νυν αναιρεσείοντα το 1985. Εφόσον το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η πώληση της εκμεταλλεύσεως SLOM δεν υπήρξε συνέπεια της αρνήσεως αυτής, η εν λόγω διαπίστωση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προμνημονευθείσα πώληση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κρίκος στην αλυσίδα των γεγονότων που προκάλεσε αυτή η άρνηση.
57 Όπως τόνισε η γενική εισαγγελέας με τις σκέψεις 55 και 56 των προτάσεών της, μια πράξη των κοινοτικών οργάνων είναι αιτία ζημίας μόνον εάν είναι δυνατόν να αποδειχθεί άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως αυτής και της ζημίας που προκλήθηκε. Η απαιτουμένη αιτιώδης συνάφεια ελλείπει εάν η ζημία θα επερχόταν επίσης ακόμη και εάν δεν είχε εκδοθεί η εν λόγω πράξη των κοινοτικών οργάνων.
58 O G. Van den Berg, ακόμη και εάν είχε λάβει ποσότητα αναφοράς κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84, δεν θα μπορούσε, σε περίπτωση πωλήσεως της εκμεταλλεύσεως, να μεταφέρει την ποσότητα αναφοράς σε νέα εκμετάλλευση, για τους λόγους που εκτίθενται με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, η ζημία, η οποία ενδεχομένως προέκυψε μετά την πώληση της αρχικής εκμεταλλεύσεως, δεν απορρέει από την παράνομη άρνηση χορηγήσεως της ποσότητας αναφοράς συνεπεία της δεσμεύσεως περί μη εμπορίας.
59 Το επιχείρημα που αντλείται από την ολλανδική διοικητική πρακτική, η οποία φέρεται να ακολουθείται, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, η πρακτική αυτή δεν ευρίσκει έρεισμα επί των κοινοτικών διατάξεων περί της συμπληρωματικής εισφοράς, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες κατά την ημερομηνία πωλήσεως της εκμεταλλεύσεως του G. Van den Berg.
60 Η εκτίμηση του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία εναπέκειτο ενδεχομένως στις ολλανδικές αρχές να επιφυλάξουν στον νυν αναιρεσείοντα μεταχείριση μη συνιστώσα δυσμενή διάκριση έχει πλεοναστικό χαρακτήρα, όπως προκύπτει σαφώς από τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ωστόσο, οι αιτιάσεις οι οποίες στρέφονται κατά των αιτιολογιών που παρατίθενται πλεοναστικώς σε απόφαση του Πρωτοδικείου πρέπει να απορρίπτονται πάραυτα, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν μπορούν να προκαλέσουν την αναίρεση της αποφάσεως (βλ. απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2002, C-82/01 P, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑9297, σκέψη 41).
61 Εφόσον ο G. Van den Berg διατείνεται ότι η άρνηση να του χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς το 1989, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 764/89, δεν μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι αυτός μετέφερε την εκμετάλλευσή του, η επιχειρηματολογία του έχει επίσης ως βάση την παραδοχή ότι οι παραγωγοί που έλαβαν ποσότητα αναφοράς μπορούσαν να τη διατηρήσουν, σύμφωνα με την ολλανδική διοικητική πρακτική που, κατά τους ισχυρισμούς του, ακολουθείται, ακόμη και σε περίπτωση πωλήσεως της αρχικής τους εκμεταλλεύσεως. Όμως, όπως προκύπτει ήδη από τη σκέψη 59 της παρούσας αποφάσεως, τέτοια πρακτική στερείται ερείσματος στις κοινοτικές διατάξεις.
62 Κατόπιν των προεκτεθέντων, η πρώτη και η τρίτη αιτίαση, τις οποίες προβάλλει ο G. Van den Berg προς στήριξη του πρώτου του λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν.
Επί της δευτέρας αιτιάσεως
– Επιχειρήματα του G. Van den Berg
63 Με τη δεύτερη αιτίαση που προβάλλει, ο G. Van den Berg προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά τη γνώμη του, το Πρωτοδικείο φαίνεται να θεώρησε ότι ο νυν αναιρεσείων δεν μπορεί να επικαλεστεί την εν λόγω αρχή, διότι η εμπιστοσύνη, της οποίας γίνεται επίκληση, δεν άξιζε να τύχει προστασίας.
64 Ο G. Van den Berg τονίζει ότι επικαλείται την εμπιστοσύνη για να μη τύχει διαφορετικής μεταχειρίσεως από εκείνη ενός παραγωγού ο οποίος έλαβε ποσότητα αναφοράς, ήτοι για να μην του επιβληθούν ιδιαίτεροι περιορισμοί αποκλειστικώς και μόνον επειδή είναι παραγωγός SLOM. Αυτή ακριβώς η εμπιστοσύνη κρίθηκε δικαιολογημένη με την προπαρατεθείσα απόφαση Herbrink του Δικαστηρίου. Συναφώς, ο G. Van den Berg στηρίζεται ειδικότερα στη σκέψη 15 της τελευταίας αυτής αποφάσεως.
65 Ο νυν αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, κατά την ημερομηνία που μετέφερε την εκμετάλλευσή του, μπορούσε επιπλέον θεμιτώς να προσδοκά ότι δεν θα ετύγχανε ακολούθως, το 1989, και αναδρομικώς, διαφορετικής μεταχειρίσεως από έναν «συνήθη παραγωγό».
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
66 Από τη σκέψη 24 της αποφάσεως Mulder I προκύπτει ότι ο G. Van den Berg μπορούσε θεμιτώς να προσδοκά ότι δεν θα υποστεί περιορισμούς που να τον θίγουν ιδιαιτέρως λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που του παρέχει η κοινοτική ρύθμιση, ήτοι το καθεστώς πριμοδοτήσεως της μη εμπορίας γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που θέσπισε ο κανονισμός 1078/77.
67 Δεδομένου, όμως, ότι οι παραγωγοί οι οποίοι πράγματι έλαβαν ποσότητα αναφοράς κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84 υπέκειντο, κατόπιν πωλήσεως της αρχικής τους εκμεταλλεύσεως, στις ίδιες συνέπειες με αυτές που επικρίνει ο G. Van den Berg, ο τελευταίος, στο πλαίσιο της επίδικης υποθέσεως, δεν υφίσταται περιορισμούς που να τον θίγουν ειδικώς υπό την ιδιότητά του ως παραγωγού SLOM.
68 Η προπαρατεθείσα απόφαση Herbrink ουδόλως μεταβάλλει την εκτίμηση αυτή. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, με τη σκέψη 15 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αναγνώρισε το δικαίωμα του απερχομένου μισθωτή να συνεχίσει να λαμβάνει ειδική ποσότητα αναφοράς, καθόσον το κράτος μέλος είχε κάνει χρήση της εξουσιοδοτήσεως, η οποία προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία, για μισθωτή ευρισκόμενο στην ίδια κατάσταση ο οποίος είχε λάβει ποσότητα αναφοράς χορηγηθείσα δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84.
69 Η προβαλλόμενη ολλανδική διοικητική πρακτική δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη θεμιτή προσδοκία ενός παραγωγού να τύχει μεταχειρίσεως σύμφωνης με αυτή την πρακτική εκ μέρους της Κοινότητας. Ο G. Van den Berg δεν μπορούσε να προσδοκά τη διεκδικούμενη μεταχείριση, η οποία να του επιτρέπει να διατηρήσει την ειδική ποσότητα αναφοράς μετά τη μεταβίβαση της αρχικής εκμεταλλεύσεως, ειμή μόνον στην περίπτωση κατά την οποία, όπως συνέβη με την επίδικη ρύθμιση στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εξεδόθη η προπαρατεθείσα απόφαση Herbrink, το εφαρμοστέο κοινοτικό καθεστώς προβλέπει τέτοια δυνατότητα γα τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή εάν η ίδια η Κοινότητα έχει προηγουμένως προκαλέσει κατάσταση δυνάμενη να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη προς αυτήν την κατεύθυνση (βλ. τις αποφάσεις της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, Irish Farmers Association κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I-1809, σκέψη 19, και της 18ης Μαΐου 2000, C-107/97, Rombi και Arkopharma, Συλλογή 2000, σ. I-3367, σκέψη 67). Ωστόσο, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
70 Ο G. Van den δεν υπέστη προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ούτε το 1989.
71 Συγκεκριμένα, η προϋπόθεση του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, σύμφωνα με την οποία ο ενδιαφερόμενος παραγωγός πρέπει να διαχειρίζεται ακόμη, στο σύνολό της ή εν μέρει, την ίδια εκμετάλλευση με εκείνη που διαχειριζόταν τη στιγμή της εγκρίσεως της αιτήσεώς του περί πριμοδοτήσεως, συνάδει προς το πνεύμα των κανόνων, οι οποίοι ορθώς διατυπώθηκαν από το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 45 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ισχύουν για κάθε παραγωγό γάλακτος. Δυνάμει των κανόνων αυτών, η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται, κατ’ αρχήν, μαζί με τις γαίες στις οποίες αντιστοιχεί (βλ., ιδίως, την προπαρατεθείσα απόφαση Herbrink, σκέψη 13), δυνατότητα δε μεταβιβάσεως ποσοστώσεως από μια εκμετάλλευση σε άλλη υφίσταται μόνον κατ’ εξαίρεση.
72 Κατά συνέπεια, η εν λόγω προϋπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισήχθη αναδρομικώς, ο δε παραγωγός SLOM, προκειμένου να τύχει της αυτής μεταχειρίσεως με εκείνη που επιφυλάσσεται στους παραγωγούς οι οποίοι έλαβαν ποσότητα αναφοράς, όφειλε να προσδοκά προϋπόθεση όπως η προμνημονευθείσα.
73 Ως εκ τούτου, η δεύτερη αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
74 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, τον οποίον επικαλείται ο G. Van den Berg προς στήριξη της αιτήσεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα του G. Van den Berg
75 Ο G. Van den Berg διευκρινίζει ότι ο δεύτερός του λόγος αναιρέσεως άπτεται αποκλειστικώς της παραγραφής της αξιώσεως όσον αφορά τον μέχρι της 5ης Αυγούστου 1992 χρόνο. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε του δικαιώματος να επικαλεστεί την παραγραφή έναντι ομάδας παραγωγών SLOM, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, ή ότι, τουλάχιστον, η Επιτροπή εξέπεσε, κατόπιν ενεργειών της, του δικαιώματος να επικαλεστεί την παραγραφή απέναντί του. Στηρίζει, εξάλλου, την επιχειρηματολογία του σε πράξη διακόπτουσα την παραγραφή, ήτοι στην επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 με την οποία ο ίδιος και 351 άλλοι Ολλανδοί και Ιρλανδοί παραγωγοί εξέθεταν ότι θεωρούν την Κοινότητα υπεύθυνη της ζημίας, την οποία υπέστησαν εκ της ακυρότητας του κανονισμού 857/84, διαπιστωθείσας με την απόφαση Mulder I του Δικαστηρίου.
76 Έχοντας υπόψη, ιδίως, αυτήν την επιστολή, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δημοσίευσαν, κατόπιν της αποφάσεως Mulder II, την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992. Στο πλαίσιο της διαβουλεύσεως, η οποία διεξήχθη τότε μεταξύ, αφενός, του νυν αναιρεσείοντος και των εν λόγω 351 λοιπών παραγωγών SLOM και, αφετέρου, του Συμβουλίου καθώς και της Επιτροπής με αντικείμενο τις συνέπειες της τελευταίας αυτής δικαστικής αποφάσεως, διευκρινίστηκε σαφώς, εξ ονόματος αυτών των παραγωγών SLOM, ότι τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να επικαλεστούν την παραγραφή, διότι η υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση Mulder II, θεωρήθηκε ως πρότυπο για το σύνολο της κατηγορίας των εν λόγω παραγωγών. Η προμνημονευθείσα ανακοίνωση διατυπώθηκε σκοπίμως ευρύτερα απ’ ό,τι το άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και καλύπτει, με την περίοδο «εφόσον το δικαίωμα αποζημίωσης δεν είχε ακόμη παραγραφεί [...] κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο παραγωγός είχε ήδη απευθυνθεί σε ένα από τα όργανα», την επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989.
77 Ο G. Van den Berg φρονεί ότι το γεγονός ότι η ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 δεν διακρίνει αναλόγως της ημερομηνίας, κατά την οποία οι εν λόγω παραγωγοί απευθύνθηκαν για πρώτη φορά σε ένα από τα οικεία κοινοτικά όργανα, έχει αποφασιστική σημασία. Η εν λόγω ανακοίνωση δεν διακρίνει αναλόγως του εάν η αναφορά αυτή προς τα κοινοτικά όργανα έγινε για πρώτη φορά το 1989, το 1990, το 1991 ή το 1992. Ο νυν αναιρεσείων συνάγει ότι είναι απολύτως σαφές, από το γράμμα της εν λόγω ανακοινώσεως, ότι η Κοινότητα απεστέρησε εαυτήν του δικαιώματος να επικαλεστεί την παραγραφή για τον χρόνο προ της ημερομηνίας της 5ης Αυγούστου 1992 έναντι όλων των παραγωγών γάλακτος οι οποίοι απευθύνθηκαν σε ένα από τα προαναφερθέντα κοινοτικά όργανα πριν από την ημερομηνία αυτή, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου κατά το οποίο υποβλήθηκε το αίτημα αποζημιώσεως.
78 Κατά τον G. Van den Berg, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992, ένσταση παραγραφής δεν έχει εγερθεί έναντι κανενός από τους παραγωγούς SLOM που περιλαμβάνονται στον κατάλογο της 10ης Σεπτεμβρίου 1993, προς τους οποίους έγινε πρόταση συμβιβασμού στο πλαίσιο του κανονισμού 2187/93.
79 Ο G. Van den Berg διατείνεται ότι δεν αμφισβητείται, κατά τα λοιπά, ότι ούτε στο πλαίσιο των περί συμβιβασμού διαπραγματεύσεων, οι οποίες διεξήχθησαν μετά το 1993 με τους παραγωγούς SLOM που δεν ενέπιπταν μεν στον κανονισμό 2187/93, αλλά έναντι των οποίων είχε γίνει εντούτοις δεκτή η ευθύνη της Κοινότητας, η Επιτροπή προέβαλε την παραγραφή οσάκις ο οικείος παραγωγός SLOM περιλαμβανόταν στον κατάλογο των παραγωγών που επεχείρησαν να θεμελιώσουν ευθύνη της Κοινότητας με την επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989. Το Πρωτοδικείο κακώς δεν ποιείται μνεία του γεγονότος αυτού στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Επίσης το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εκθέσει ότι η Επιτροπή, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως επί της υποθέσεως επί της οποίας εξεδόθη η διάταξη της 29ης Νοεμβρίου 1996, T-179/96 R, Antonissen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-1641), απέσυρε τον αντλούμενο από την παραγραφή λόγο, αφού ο συνήγορος του παραγωγού, που ήταν διάδικος στην υπόθεση εκείνη, υπέμνησε τη διατύπωση της επιστολής της 31ης Μαρτίου 1989.
80 Τέλος, ο G. Van den Berg αποκρούει την εκτίμηση, η οποία περιλαμβάνεται στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αφορά τις συνομιλίες μεταξύ του συνηγόρου των Ολλανδών παραγωγών SLOM και μέλους της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής. Κατά την άποψή του, ουχί ορθώς το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι αυτός φέρει το βάρος αποδείξεως όσον αφορά τις δηλώσεις υπαλλήλου της τελευταίας. Οι επίμαχες δηλώσεις, οι οποίες αποδόθηκαν συνοπτικώς από την Επιτροπή στην απάντησή της σε γραπτό ερώτημα του Πρωτοδικείου, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούν τουλάχιστον έμμεση ομολογία.
81 Ο G. Van den Berg τονίζει ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά επίσης την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία αυτός δεν μπορεί να επικαλεστεί την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 ως προς τη διακοπή της παραγραφής για τον μετά την ημερομηνία αυτή χρόνο.
82 Ο νυν αναιρεσείων προβάλλει, ως προς τις σκέψεις 62 και 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, προς διακοπή της παραγραφής, επικαλέστηκε όχι το άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αλλά την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992. Υποστήριξε ότι, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της ανακοινώσεως αυτής, η Επιτροπή παραιτήθηκε του δικαιώματος να επικαλεστεί την παραγραφή απέναντί του, δεδομένου ότι, καθόσον τον αφορά, «το δικαίωμα αποζημιώσεως δεν είχε ακόμη παραγραφεί […] κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο παραγωγός απευθύνθηκε ήδη σε ένα από τα όργανα», διότι αυτός είχε ήδη απευθυνθεί στα όργανα στις 31 Μαρτίου 1989.
83 Ο G. Van den Berg προσάπτει επίσης στο Πρωτοδικείο ότι, με τις σκέψεις 66 και 67, αντιστοίχως, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν έλαβε υπόψη, αφενός, τη διαφορά στη διατύπωση μεταξύ της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 και του προαναφερθέντος άρθρου 43 και, αφετέρου, την ερμηνεία καθώς και την εφαρμογή της εν λόγω ανακοινώσεως, τις οποίες υιοθέτησε στην πράξη η Επιτροπή στις σχέσεις της με τους παραγωγούς SLOM οι οποίοι απαριθμούνταν με την επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989. Το Πρωτοδικείο διακρίνει μεταξύ, αφενός, των «παραγωγών που είχαν απευθυνθεί στα θεσμικά όργανα πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω ανακοινώσεως για να αξιώσουν δικαίωμα αποζημιώσεως βάσει της αποφάσεως Mulder ΙΙ και από τους οποίους [οι εναγόμενοι] είχαν ζητήσει να μην ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως περιμένοντας τη διευθέτηση της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως» και, αφετέρου, των παραγωγών προς τους οποίους τα θεσμικά όργανα δεν είχαν απευθύνει τέτοιο αίτημα. Ωστόσο, το γράμμα της ανακοινώσεως αυτής ουδόλως παρέχει τη δυνατότητα τέτοιας διακρίσεως.
84 Το Πρωτοδικείο υποκατέστησε με τις δικές του αντιλήψεις τόσο το γράμμα της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 όσο και την εφαρμογή της στην πράξη στο πλαίσιο της επιστολής της 31ης Μαρτίου 1989. Κρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπέπεσε, έναντι του G. Van den Berg, σε βαρεία παραβίαση των αρχών της ισότητας, της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αιτιολογήσεως. Το Πρωτοδικείο δεν παρέχει ούτε την ελάχιστη αποδεκτή ένδειξη προς διευκρίνιση του λόγου για τον οποίο ο νυν αναιρεσείων μπορεί ή πρέπει να υποστεί δυσμενή διάκριση εν σχέσει προς όλους τους λοιπούς παραγωγούς SLOM, για τους οποίους η Επιτροπή δέχθηκε σαφώς να επικαλεστούν την επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 σε συνδυασμό με την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 προς διακοπή της παραγραφής.
85 Με τις σκέψεις 68 και 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τη σπουδαιότητα του καταλόγου της 10ης Σεπτεμβρίου 1993 τον οποίο η Επιτροπή απηύθυνε προς τις ολλανδικές αρχές. Ο κατάλογος αυτός συνιστά πρόσθετη επιβεβαίωση του γεγονότος ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε, με την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992, του δικαιώματος προβολής της ενστάσεως παραγραφής έναντι εκείνων, εξ ονόματος των οποίων απεστάλη η επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 στα θεσμικά όργανα. Ο G. Van den Berg παραδέχεται ότι ο ίδιος δεν έλαβε γνώση του καταλόγου αυτού, αλλά ισχυρίζεται ότι οι παραγωγοί SLOM εγνώριζαν το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε ρητώς δεχθεί, στην αλληλογραφία της με τις ολλανδικές αρχές, τη διακοπή της παραγραφής δυνάμει της επιστολής της 31ης Μαρτίου 1989.
86 Υπό το πρίσμα αυτής της διαπιστώσεως, ο G. Van den Berg αμφισβητεί επίσης τη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη αυτή εκφράζει, ιδίως, την ιδέα ότι οι παραγωγοί SLOM, οι οποίοι δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2187/93 –ακόμη και ανεξαρτήτως του πλαισίου της επιστολής της 31ης Μαρτίου 1989–, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αντλήσουν δικαιώματα, αναδρομικώς, από την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992, διότι η τελευταία θεωρείται ότι απευθύνεται μόνον στους παραγωγούς των οποίων τα δικαιώματα προς αποζημίωση αναγνωρίστηκαν ρητώς το 1993 από τον ίδιον αυτόν κανονισμό. Φρονεί ότι η τελευταία αυτή ερμηνεία της προμνημονευθείσας ανακοινώσεως είναι παράλογη. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτόν, δεν γίνεται αντιληπτό πώς μονομερώς αναληφθείσα δέσμευση (το 1992) μπορεί να ακυρωθεί ή να αναιρεθεί εν μέρει με μεταγενέστερη δήλωση (το 1993).
87 Ο G. Van den Berg φρονεί ότι, κατά την άποψη του ίδιου του Πρωτοδικείου, το οποίο δέχθηκε την ευθύνη της Κοινότητας απέναντί του, αυτός καλύπτεται από το γράμμα της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992.
88 Αφού εσφαλμένως δέχθηκε ότι η αξίωση του νυν αναιρεσείοντος είχε ήδη πλήρως παραγραφεί στις 30 Σεπτεμβρίου 1993, το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος εάν και, ενδεχομένως, κατά πόσον είχε επέλθει μερική παραγραφή για το διάστημα μεταξύ της 30ής Σεπτεμβρίου 1993 και της ημερομηνίας καταθέσεως της αγωγής του προς αποζημίωση, ήτοι της 29ης Απριλίου 1997. Σε τελευταία ανάλυση, το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί από το Πρωτοδικείο, μετά την εκ μέρους του Δικαστηρίου αναπομπή της παρούσας υποθέσεως ενώπιόν του.
89 Ο G. Van den Berg υποστηρίζει ότι η αξίωσή του, ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι έχει υποκύψει εν μέρει σε παραγραφή, δεν έχει παραγραφεί πλήρως. Ακόμη και υπό τη δυσμενέστερη εκδοχή, η αξίωσή του θα είχε παραγραφεί για χρονικό διάστημα 3 ετών, 6 μηνών και 29 ημερών. Δεδομένου ότι η ζημία του άρχισε στις 23 Φεβρουαρίου 1985, ο νυν αναιρεσείων θα είχε δικαίωμα αποζημιώσεως τουλάχιστον για τη ζημία που υπέστη μετά την 24η Αυγούστου 1988. Δεδομένου ότι η ζημία αυτή συνεχίζεται επί του παρόντος, εξακολουθεί να στοιχειοθετείται ευθύνη της Κοινότητας απέναντί του.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
90 Η βασική αιτίαση, η οποία προβάλλεται στο πλαίσιο του δευτέρου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως, αντλείται από τη φερόμενη ως εσφαλμένη εκτίμηση της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 εκ μέρους του Πρωτοδικείου. Κατ’ ουσίαν, ο G. Van den Berg προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν άντλησε ορθά νομικά συμπεράσματα από την ανακοίνωση αυτή.
91 Ένα τέτοιο ζήτημα αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο, ως τέτοιο, υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρέσεως (απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-470/00 P, Κοινοβούλιο κατά Ripa di Meana κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I‑4167, σκέψη 41).
92 Προκειμένου περί των παραγωγών, των οποίων τα δικαιώματα αποζημιώσεως δεν είχαν ακόμα παραγραφεί κατά την ημερομηνία κατά την οποία αυτοί απευθύνθηκαν σε ένα από τα θεσμικά όργανα, το Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ερμήνευσε την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 υπό την έννοια ότι αφορά μόνον τα πρόσωπα από τα οποία τα εν λόγω όργανα είχαν ζητήσει να μην ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως, αναμένοντας τη διευθέτηση της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως.
93 Ωστόσο, το κριτήριο αυτό δεν προκύπτει από την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι είχαν την πρόθεση να περιορίσουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον αριθμό των παραγωγών που εμπίπτουν στις διατάξεις της εν λόγω ανακοινώσεως, δεν εξέφρασαν τέτοια πρόθεση με την εν λόγω ανακοίνωση. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο G. Van den Berg μπορούσε ευλόγως να προσδοκά ότι περιλαμβάνεται στους παραγωγούς, έναντι των οποίων τα θεσμικά αυτά όργανα παραιτήθηκαν του δικαιώματος επικλήσεως της παραγραφής, σύμφωνα με την επίμαχη ανακοίνωση.
94 Κατά συνέπεια, ουχί ορθώς το Πρωτοδικείο συνεπέρανε ότι ο G. Van den Berg δεν μπορεί να επικαλεστεί την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992. Λαμβανομένου υπόψη αυτού του σφάλματος ερμηνείας, παρέλκει η εξέταση των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα οποία ο κατάλογος της 10ης Σεπτεμβρίου 1993 και οι δηλώσεις μέλους της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής επιβεβαιώνουν την ερμηνεία του ως προς την εν λόγω ανακοίνωση.
95 Ωστόσο, εάν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενέχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί (βλ., τις αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι‑3755, σκέψη 28· της 13ης Ιουλίου 2000, C-210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-5843, σκέψη 58, και της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-312/00 P, Επιτροπή κατά Camar και Tico, Συλλογή 2002, σ, Ι-11355, σκέψη 57).
96 Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, βάσει του σημείου 2 της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992, τα θεσμικά όργανα δεσμεύτηκαν να παραιτηθούν από την έγερση ενστάσεως παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως «έως τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο σημείο 3 της αυτής ανακοινώσεως».
97 Με το εν λόγω σημείο 3 τα όργανα αναφέρονται στην έγκριση των πρακτικών λεπτομερειών για την αποζημίωση των ενδιαφερομένων παραγωγών. Η δεύτερη περίοδος του σημείου αυτού ορίζει ότι: «τα όργανα θα διασαφηνίσουν σε ποιες αρχές και εντός ποιας προθεσμίας οι αιτήσεις θα πρέπει να κατατεθούν».
98 Οι ως άνω πρακτικές λεπτομέρειες διευκρινίστηκαν με τον κανονισμό 2187/93, ο οποίος, στο άρθρο 10, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, ορίζει ότι «ο παραγωγός υποβάλλει την αίτησή του στην αρμόδια αρχή το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1993, άλλως η αίτηση απορρίπτεται».
99 Η κατά την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 παραίτηση από το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως παραγραφής έληξε, επομένως, στις 30 Σεπτεμβρίου 1993. Μετά από αυτήν την ημερομηνία, η εν λόγω ανακοίνωση δεν απέκλειε πλέον την εκ μέρους των θεσμικών οργάνων προβολή ενστάσεως παραγραφής της αξιώσεως προς αποζημίωση του G. Van den Berg. Μολονότι ο τελευταίος δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των παραγωγών που πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να τύχουν προσφοράς αποζημιώσεως δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, δεν είχε λόγους να πιστεύει ότι τα όργανα παραιτήθηκαν, χωρίς χρονικό περιορισμό, από της επικλήσεως της παραγραφής όσον αφορά το δικαίωμά του προς αποζημίωση. Συγκεκριμένα, από το σημείο 2 της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 προκύπτει σαφώς η βούληση των θεσμικών οργάνων να παραιτηθούν μόνον προσκαίρως από την επίκληση της παραγραφής.
100 Η προμνημονευθείσα ανακοίνωση δεν έχει ως συνέπεια να αρχίσει να τρέχει νέα πενταετής προθεσμία παραγραφής, αρχομένη από της 30ής Σεπτεμβρίου 1993. Έχει μάλλον την έννοια ότι στην περίπτωση, κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, αίτηση κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2187/93 δεν περιήλθε στην αρμόδια αρχή το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου 1993, το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν αποφασίσει να μη λάβουν υπόψη, για τον υπολογισμό της προθεσμίας παραγραφής, το χρονικό διάστημα μεταξύ, αφενός, της ημερομηνίας κατά την οποία ο παραγωγός απευθύνθηκε σε ένα από τα όργανα για να διεκδικήσει το μη παραγραφέν ακόμη δικαίωμα αποζημιώσεως και, αφετέρου, της 30ής Σεπτεμβρίου 1993.
101 Όσον αφορά την προθεσμία παραγραφής για τη ζημία που υπέστη ο G. Van den Berg επειδή δεν έλαβε ποσότητα αναφοράς από της 23ης Φεβρουαρίου 1985 έως την 13η Μαΐου 1986, ημερομηνία πωλήσεως της εκμεταλλεύσεώς του SLOM, πρέπει να υπομνησθεί ότι πρόκειται, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, για συνεχείς ζημίες, επαναλαμβανόμενες καθημερινώς, το δε δικαίωμα αποζημιώσεως αφορά, επομένως, διαδοχικές περιόδους, οι οποίες άρχιζαν κάθε ημέρα κατά την οποία δεν ήταν δυνατή η εμπορία. Ως εκ τούτου, η πενταετής προθεσμία του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου άρχισε να τρέχει, για τη ζημία που επήλθε την πρώτη ημέρα, ήτοι στις 23 Φεβρουαρίου 1985, την επακολουθήσασα 24η Φεβρουαρίου, όσον αφορά δε την τελευταία ημέρα κατά την οποία επήλθε η ζημία, δηλαδή την 13η Μαΐου 1986, την επομένη ημέρα, ήτοι την 14η Μαΐου 1986. Δεν αμφισβητείται όμως ότι το δικόγραφο του G. Van den Berg κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο μόλις στις 29 Απριλίου 1997. Επομένως, ακόμη και εάν δεν ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία παρελήφθη η επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 και της 30ής Σεπτεμβρίου 1993, η πενταετής προθεσμία παραγραφής είχε ήδη εκπνεύσει κατά την ημερομηνία καταθέσεως του εν λόγω δικογράφου.
102 Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται ο G. Van den Berg, η επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 δεν διέκοψε εσαεί την παραγραφή. Συγκεκριμένα, η εν λόγω επιστολή, δεδομένου ότι δεν ακολουθήθηκε από την άσκηση αγωγής ενώπιον του Πρωτοδικείου εντός της προθεσμίας του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν μπορεί πλέον να τύχει επικλήσεως για να δικαιολογηθεί διακοπή της παραγραφής.
103 Ως εκ τούτου, το δικαίωμα αποζημιώσεως του G. Van den Berg είχε παραγραφεί κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής του ενώπιον του Πρωτοδικείου.
104 Εφόσον ο G. Van den Berg επικαλείται παραβίαση της αρχής της ισότητας, η αιτίαση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των επιχειρημάτων του με σκοπό να καταδειχθεί ότι μπορεί να επικαλεστεί την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992. Ο νυν αναιρεσείων δεν υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εγείρει ένσταση παραγραφής στην περίπτωση παραγωγών, των οποίων τα δικαιώματα είχαν παραγραφεί, παρά τις συνέπειες της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 υπέρ αυτών, ούτε ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε συναφώς σε νομικό σφάλμα.
105 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
106 Το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του αυτού κανονισμού, ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής επί της αναιρετικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 118 αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζήτησαν να καταδικαστεί ο G. Van den Berg και αυτός ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας δίκης.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον G. Van den Berg στα δικαστικά έξοδα.
Υπογραφές.
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy