Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι - Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού - Τοπικοί υπάλληλοι - Δυνατότητα εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας του τόπου εργασίας περί εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως των συμφερόντων των εργαζομένων - Εξαιρείται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 9, παράρτημα ΙΙ· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 7 και 79)
Περίληψη
$$Οι λεπτομερείς κανόνες εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως των συμφερόντων των τοπικών υπαλλήλων ενός κοινοτικού οργάνου δεν περιλαμβάνονται στις «συνθήκες εργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ρυθμίζονται εξαντλητικώς από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 9 και του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, καθώς και του άρθρου 7 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού. Επομένως, η παραπομπή του άρθρου 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού στη ρύθμιση και στις συνήθειες που υφίστανται στον τόπο όπου οι τοπικοί υπάλληλοι καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους δεν μπορεί να περιλαμβάνει την εφαρμοζόμενη στον τόπο αυτό εθνική νομοθεσία σχετικά με τη συμμετοχή των εργαζομένων στην πορεία της επιχειρήσεως που τους απασχολεί.
Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του άρθρου 9 και του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, καθώς και του άρθρου 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού απαγορεύουν την εφαρμογή στους τοπικούς υπαλλήλους που απασχολούνται στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στην Αυστρία των διατάξεων της αυστριακής νομοθεσίας για τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων, οι οποίες προβλέπουν τη συγκρότηση επιτροπής εργαζομένων για τη διασφάλιση της εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως των συμφερόντων του προσωπικού.
( βλ. σκέψεις 46-47, 52 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-165/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Betriebsrat der Vertretung der Europäischen Kommission in Österreich
και
Europäische Gemeinschaften, Kommission der Europäischen Gemeinschaften,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9 και του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και του άρθρου 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, Μ. Wathelet, R. Schintgen (εισηγητή) και C. W. A. Timmermans,, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, P. Jann, B. Σκουρή, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: Μ.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Betriebsrat der Vertretung der Europäischen Kommission in Österreich, εκπροσωπούμενο από τον G. Lansky, Rechtsanwalt,
- οι Europäische Gemeinschaften, Kommission der Europäischen Gemeinschaften, εκπροσωπούμενες από την Μ. Langer, επικουρούμενη από τον B. Hainz, Rechtsanwalt,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing και Μ. Lumma,
- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Kruse,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Betrievsrat der Vertretung der Europäischen Kommission in Österreich, εκπροσωπούμενου από τον D. Pätzold, Rechtsanwalt, των Europäische Gemeinschaften, Kommission der Europäischen Gemeinschaften, εκπροσωπουμένων από τον J. Currall, επικουρούμενου από τον B. Hainz, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την C. Wissels, και της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον A. Kruse, κατά τη συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου 2003,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Απριλίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 14ης Μαρτίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Απριλίου 2001, το Oberster Gerichtshof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9 και του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και του άρθρου 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Betriebsrat der Vertretung der Europäischen Kommission in Österreich (επιτροπή εργαζομένων της αντιπροσωπείας της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην Αυστρία, στο εξής: επιτροπή εργαζομένων) και των Europäische Gemeinschaften, Kommission der Europäischen Gemeinschaften (Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), σχετικά με την εγκατάσταση, στην έδρα της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Βιένη (Αυστρία), ενός μηχανήματος ελέγχου που επιτρέπει την εξακρίβωση των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων της.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Tα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/01, σ. 10), καθορίζουν αντίστοιχα τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) και το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ).
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ:
«Υπάλληλος των Κοινοτήτων κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού είναι κάθε πρόσωπο που έχει διορισθεί, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, σε μόνιμη θέση ενός από τα όργανα των Κοινοτήτων με γραπτή πράξη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του οργάνου αυτού.»
5 Το άρθρο 9 του ΚΥΚ, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο Ι «Γενικές διατάξεις» του ΚΥΚ, προβλέπει:
«1. Συνιστάται:
α) σε κάθε όργανο:
- επιτροπή προσωπικού, η οποία διαιρείται ενδεχομένως σε τμήματα που αντιστοιχούν σε κάθε τόπο στον οποίο υπηρετεί το προσωπικό,
- μία ή περισσότερες επιτροπές ίσης εκπροσωπήσεως, εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων στον τόπο τοποθετήσεως το καθιστά αναγκαίο,
- ένα ή περισσότερα πειθαρχικά συμβούλια, εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων στους τόπους τοποθετήσεως το καθιστά αναγκαίο,
- ενδεχομένως επιτροπή εκθέσεων·
β) για τις Κοινότητες:
- επιτροπή αναπηρίας.
Οι επιτροπές αυτές ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
1α. Για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, είναι δυνατόν να συσταθεί, σε δύο ή περισσότερα όργανα, κοινή επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως.
2. Η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας των οργάνων αυτών καθορίζονται από κάθε όργανο των Κοινοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ.
Ο κατάλογος των μελών που απαρτίζουν τα όργανα αυτά δημοσιεύεται στο μηνιαίο Δελτίο του Προσωπικού των Κοινοτήτων.
3. Η επιτροπή προσωπικού αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του προσωπικού στο όργανο και διασφαλίζει τη διαρκή επαφή μεταξύ του τελευταίου και του προσωπικού. Συνεργάζεται για την καλή λειτουργία των υπηρεσιών και επιτρέπει την εκδήλωση και έκφραση της γνώμης του προσωπικού.
Η επιτροπή γνωστοποιεί στα αρμόδια όργανα κάθε πρόβλημα γενικότερης σημασίας σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Δύναται να της ζητηθεί η γνώμη για κάθε δυσχέρεια τέτοιας φύσεως.
Η επιτροπή αυτή υποβάλλει στα αρμόδια όργανα κάθε πρόταση που αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία των υπηρεσιών και κάθε πρόταση που αποβλέπει στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας του προσωπικού ή των συνθηκών διαβιώσεώς του γενικότερα.
Η επιτροπή συμμετέχει στη διαχείριση και τον έλεγχο των οργάνων κοινωνικού χαρακτήρα, τα οποία δημιουργούνται από το όργανο προς όφελος του προσωπικού. Δύναται με τη συναίνεση του οργάνου να δημιουργήσει οποιαδήποτε υπηρεσία τέτοιας φύσεως.
4. Ανεξάρτητα από τα καθήκοντα τα οποία τους ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό, δύναται να ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής ή των επιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή από την επιτροπή προσωπικού για κάθε ζήτημα γενικού χαρακτήρα το οποίο οι τελευταίες κρίνουν κρίσιμο να τους υποβάλουν.
5. Η επιτροπή εκθέσεων καλείται να γνωμοδοτήσει:
α) για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην περίοδο δοκιμασίας·
β) για τα μέτρα απολύσεως λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας
και
γ) για την κατάρτιση της καταστάσεως των υπαλλήλων, οι οποίοι θίγονται από το μέτρο ελαττώσεως του αριθμού θέσεων.
Μεριμνά για την εναρμόνιση των κριτηρίων της βαθμολογήσεως του προσωπικού εντός του οργάνου.»
6 Οι τίτλοι ΙΙ έως VII του ΚΥΚ καθορίζουν τους κανόνες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του υπαλλήλου, τη σταδιοδρομία (μεταξύ άλλων, πρόσληψη, προαγωγή και παύση των καθηκόντων), τους όρους εργασίας (διάρκεια εργασίας, άδειες, αργίες), το καθεστώς χρηματικών απολαβών και τα κοινωνικά πλεονεκτήματα (μεταξύ άλλων, αποδοχές και κοινωνική ασφάλιση), το πειθαρχικό καθεστώς και τις δυνατότητες προσφυγής.
7 Το παράρτημα ΙΙ του ΚΥΚ περιλαμβάνει τους κανόνες σχετικά με τη σύνθεση και τους τρόπους λειτουργίας των οργάνων που προβλέπονται στο άρθρο 9 αυτού.
8 Το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙ, το οποίο αποτελεί το τμήμα 1 αυτού και φέρει τον τίτλο «Επιτροπή προσωπικού», προβλέπει:
«Η επιτροπή προσωπικού συγκροτείται από τακτικά μέλη και ενδεχομένως από αναπληρωματικά μέλη, των οποίων η θητεία καθορίζεται σε τρία έτη. Εντούτοις, το όργανο δύναται να αποφασίσει τον καθορισμό βραχύτερης θητείας, η οποία όμως δεν δύναται να είναι κατώτερη από ένα έτος. Όλοι οι υπάλληλοι του οργάνου έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι.
Οι προϋποθέσεις εκλογής στην επιτροπή προσωπικού, όταν αυτή δεν υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, ή στην τοπική επιτροπή, όταν η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, καθορίζονται από τη γενική συνέλευση των υπαλλήλων του οργάνου οι οποίοι υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο τοποθετήσεως. Οι εκλογές διεξάγονται με μυστική ψηφοφορία.
Όταν η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες υποδεικνύονται τα μέλη της κεντρικής επιτροπής για κάθε τόπο τοποθετήσεως καθορίζονται από τη γενική συνέλευση των υπαλλήλων του οργάνου οι οποίοι υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο τοποθετήσεως. Ως μέλη της κεντρικής επιτροπής υποδεικνύονται μόνο τα μέλη της αντίστοιχης τοπικής επιτροπής.
Η σύνθεση της επιτροπής προσωπικού, όταν αυτή δεν διαιρείται σε τοπικές επιτροπές, ή η σύνθεση της τοπικής επιτροπής, όταν η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, πρέπει να εξασφαλίζει την αντιπροσώπευση όλων των κατηγοριών και των κλάδων των υπαλλήλων που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού, καθώς και των υπαλλήλων που προβλέπονται στο άρθρο 7, πρώτη παράγραφος, του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων. Η κεντρική επιτροπή μιας επιτροπής προσωπικού η οποία υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές συγκροτείται εγκύρως από τη στιγμή που έχει ορισθεί η πλειοψηφία των μελών της.
Για την εγκυρότητα της εκλογής στην επιτροπή προσωπικού που δεν υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές ή στην τοπική επιτροπή, εφόσον η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, απαιτείται η συμμετοχή των δύο τρίτων των εκλογέων. Εντούτοις, όταν δεν υπάρχει απαρτία, η εγκυρότητα της εκλογής στον δεύτερο γύρο εξασφαλίζεται αν συμμετέχει η πλειοψηφία των εκλογέων.
Τα καθήκοντα των μελών της επιτροπής προσωπικού και των υπαλλήλων που κατέχουν θέση με εξουσιοδότηση της επιτροπής προσωπικού σε όργανο που προβλέπεται από τον κανονισμό, ή το οποίο δημιουργείται από όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, θεωρούνται ως μέρη της υπηρεσίας την οποία οφείλουν να παρέχουν στο όργανο στο οποίο ανήκουν. Η άσκηση των ανωτέρω καθηκόντων δεν επιτρέπεται να προξενεί ζημία στον εν λόγω υπάλληλο.»
9 Τα τμήματα 2, 3, 4 και 5 του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ ρυθμίζουν αντίστοιχα τη σύνθεση και τη λειτουργία των επιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως, του πειθαρχικού συμβουλίου, της επιτροπής αναπηρίας και της επιτροπής εκθέσεων. Τα μέλη των επιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως και του συμβουλίου αναπηρίας υποδεικνύονται από την επιτροπή προσωπικού.
10 Δυνάμει της ρυθμίσεως περί συγκροτήσεως και λειτουργίας της επιτροπής προσωπικού, η οποία θεσπίστηκε από την Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 2, και του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, η επιτροπή προσωπικού της Επιτροπής αποτελείται από μία κεντρική επιτροπή και περισσότερες τοπικές επιτροπές, οι οποίες αντιστοιχούν στους διάφορους τόπους τοποθετήσεως του προσωπικού αυτού του οργάνου. Τα μέλη της κεντρικής επιτροπής υποδεικνύονται από τις διάφορες τοπικές επιτροπές μεταξύ των μελών τους. Τα μέλη κάθε τοπικής επιτροπής εκλέγονται από τους υπαλλήλους και από το λοιπό προσωπικό που προβλέπεται στο άρθρο 7 ΚΛΠ. Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό που δεν συνδέονται με συγκεκριμένη τοπική επιτροπή εκπροσωπούνται από την τοπική επιτροπή των Βρυξελλών (Βέλγιο). Δεδομένου ότι δεν υφίσταται επιτροπή για το προσωπικό που υπηρετεί στη Βιένη, αυτό εκπροσωπείται από την τοπική επιτροπή των Βρυξελλών και, κατά συνέπεια, λαμβάνει μέρος στις εκλογές της επιτροπής αυτής. Οι λεπτομέρειες των εκλογών για τις τοπικές επιτροπές και για την κεντρική επιτροπή καθορίζονται από τη γενική συνέλευση των υπαλλήλων της Επιτροπής κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται για την κεντρική επιτροπή και, στο μέτρο του δυνατού, για κάθε τοπική επιτροπή η εκπροσώπηση όλων των κατηγοριών και όλων των κλάδων των υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων τους οποίους αφορά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 1, το ΚΛΠ εφαρμόζεται σε όλους τους υπαλλήλους που έχουν προσληφθεί με σύμβαση από τις Κοινότητες. Η διάταξη αυτή διακρίνει μεταξύ εκτάκτων υπαλλήλων, επικουρικών υπαλλήλων, τοπικών υπαλλήλων και ειδικών συμβούλων.
12 Το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ ορίζει:
«Θεωρείται "τοπικός υπάλληλος", κατά την έννοια του παρόντος καθεστώτος, ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες για την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας ή την παροχή υπηρεσιών, σε θέση που δεν προβλέπεται στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται σε κάθε όργανο της Κοινότητας, και αμείβεται από τις συνολικές πιστώσεις που ανοίγονται για το σκοπό αυτό στο εν λόγω τμήμα του προϋπολογισμού. Κατ' εξαίρεση, ως τοπικός υπάλληλος μπορεί επίσης να θεωρηθεί ο υπάλληλος που έχει προσληφθεί προκειμένου να εκτελεί καθήκοντα διεκπεραίωσης στα γραφεία της Υπηρεσίας Τύπου και Πληροφοριών της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
13 Το άρθρο 7 του ΚΛΠ, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο Ι «Γενικές διατάξεις» του ΚΛΠ, προβλέπει:
«Ο υπάλληλος ο οποίος έχει συνάψει σύμβαση διάρκειας μεγαλύτερης από ένα έτος ή αόριστης διάρκειας έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στην επιτροπή προσωπικού που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων.
Εξάλλου, το δικαίωμα του εκλέγειν έχει επίσης ο υπάλληλος ο οποίος έχει συνάψει σύμβαση διάρκειας μικρότερης από ένα έτος, εφόσον ασκεί τα καθήκοντά του τουλάχιστον επί έξι μήνες.
Η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων δύναται να διαβουλεύεται με το όργανο ή με την επιτροπή προσωπικού για κάθε ζήτημα γενικής φύσεως που ενδιαφέρει τους υπαλλήλους που αναφέρονται στο άρθρο 1.»
14 Οι τίτλοι ΙΙ (άρθρα 8 έως 50α) και ΙΙΙ (άρθρα 51 έως 78) του ΚΛΠ καθορίζουν τους κανόνες που εφαρμόζονται αντίστοιχα στους εκτάκτους και στους επικουρικούς υπαλλήλους όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τους όρους προσλήψεως, τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αδειών, τις αποδοχές, το καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως, τις δυνατότητες ασκήσεως προσφυγής και τη λύση της υπαλληλικής σχέσεως.
15 O τίτλος IV, «Τοπικοί υπάλληλοι» του ΚΛΠ, περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 79
Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος τίτλου, οι συνθήκες εργασίας των τοπικών υπαλλήλων, ιδίως σχετικά με:
α) τον τρόπο προσλήψεως και απολύσεως·
β) τις άδειες·
γ) τις αποδοχές τους,
καθορίζονται από κάθε όργανο, βάσει της ρυθμίσεως και των συνηθειών που υφίστανται στον τόπο όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του.
Άρθρο 80
Το όργανο αναλαμβάνει, στα θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τους εργοδότες, δυνάμει της ρυθμίσεως που υφίσταται στον τόπο όπου ο υπάλληλος εκλήθη να ασκήσει τα καθήκοντά του.
Άρθρο 81
1. Οι διαφορές μεταξύ του οργάνου και του τοπικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε κράτος μέλος υπάγονται στην αρμόδια δικαστική αρχή δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει στον τόπο όπου ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του.
2. Οι διαφορές μεταξύ του οργάνου και του τοπικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε τρίτη χώρα υπάγονται σε διαιτητική αρχή με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στη ρήτρα διαιτησίας που περιλαμβάνεται στη σύμβαση του υπαλλήλου.»
16 Βάσει, ιδίως, των άρθρων 4, 79, 80 και 81 του ΚΛΠ, η Επιτροπή θέσπισε, στις 21 Νοεμβρίου 1989, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού, μια ρύθμιση πλαίσιο για τον καθορισμό των όρων εργασίας για τους τοπικούς υπαλλήλους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπηρετούν σε τρίτη χώρα. Η ρύθμιση πλαίσιο ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1990, αλλά εφαρμόζεται μόνον από την έναρξη ισχύος των ειδικών όρων εφαρμογής για κάθε τόπο εργασίας.
17 Το άρθρο 1 της ρυθμίσεως για τον καθορισμό των ειδικών όρων εργασίας των τοπικών υπαλλήλων που απασχολούνται στην Αυστρία (στο εξής: ειδική ρύθμιση για την Αυστρία), η οποία θεσπίστηκε το 1994 κατόπιν γνωμοδοτήσεως της κεντρικής επιτροπής της επιτροπής προσωπικού, προβλέπει:
«Η παρούσα ρύθμιση καθορίζει τους ειδικούς όρους εργασίας των τοπικών υπαλλήλων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που απασχολούνται στην Αυστρία και έχουν συνάψει συμβάσεις ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή εξομοιούμενες μ' αυτές κατά το αυστριακό δίκαιο.
Οι νομικές διατάξεις της παρούσας ρυθμίσεως εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των ευνοϊκότερων διατάξεων του αυστριακού αναγκαστικού δικαίου.»
18 Όπως και οι εφαρμοζόμενοι στους εκτάκτους και στους επικουρικούς υπαλλήλους τίτλοι ΙΙ και ΙΙΙ του ΚΛΠ, η ειδική ρύθμιση για την Αυστρία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διατάξεις για τις λεπτομέρειες προσλήψεως των τοπικών υπαλλήλων, τη σταδιοδρομία, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αδειών, τις αποδοχές, το καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως, τη λήξη της συμβάσεως και τις δυνατότητες ασκήσεως προσφυγής.
19 Από την απάντηση της Επιτροπής σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ειδική ρύθμιση για την Αυστρία εξακολούθησε να εφαρμόζεται στους τοπικούς υπαλλήλους της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Βιένη και μετά την ένταξη της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εθνική νομοθεσία
20 Στη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό νομικό πλαίσιο περιγράφεται ως εξής:
«Στην Αυστρία, ως "δίκαιο των συλλογικών σχέσεων εργασίας" ("Αrbeitsverfassungsrecht") νοείται εκείνο το τμήμα του εργατικού δικαίου το οποίο έχει ως αντικείμενο την οργάνωση, τα καθήκοντα, τις αρμοδιότητες και τις σχέσεις (διαφορές και συλλογικές συμβάσεις) μεταξύ της εκπροσωπήσεως των συμφερόντων των εργαζομένων σε διεπιχειρησιακό επίπεδο ή στο επίπεδο της επιχειρήσεως, αφενός, και της εκπροσωπήσεως των συμφερόντων των εργοδοτών ή του μεμονωμένου εργοδότη, αφετέρου, καθώς και τη διάπλαση συλλογικών κανόνων από άλλες αρμόδιες αρχές του εργατικού δικαίου [...].
Βασική πηγή του δικαίου των συλλογικών σχέσεων εργασίας είναι ο ArbVG [Bundesgesetz betreffend die Arbeitsverfassung (Arbeitsverfassungsgesetz) (ομοσπονδιακός νόμος για τις εργασιακές σχέσεις και τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων), της 13ης Δεκεμβρίου 1973]. Οι διατάξεις του ρυθμίζουν τρεις θεμελιώδεις τομείς του δικαίου των συλλογικών σχέσεων εργασίας, ήτοι τη διάπλαση συλλογικών κανόνων (πηγές του συλλογικού εργατικού δικαίου) σε διεπιχειρησιακό επίπεδο ή στο επίπεδο της επιχειρήσεως (τμήμα Ι του ArbVG), τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων ("Betriebsverfassung") (τμήμα ΙΙ του ArbVG, καθώς και τμήμα V σχετικά με τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο) και την οργάνωση, τις αρμοδιότητες, καθώς και τις εσωτερικές διαδικασίες των δημοσίων αρχών και υπηρεσιών οι οποίες ασχολούνται με διαφορές που ανακύπτουν από νομικά ζητήματα που αφορούν τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων και οι οποίες μεριμνούν για τις λοιπές διοικητικές υποθέσεις (τμήμα ΙΙΙ του ArbVG [...]).
Το τμήμα του ArbVG για τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων περιλαμβάνει όλες τις διατάξεις που ρυθμίζουν τη νομική οργάνωση μιας επιχειρήσεως (εταιρίας, ομίλου εταιριών) προς όφελος του προσωπικού αυτής, καθορίζοντας τα καθήκοντα και τις εξουσίες του, κυρίως έναντι του διαχειριστή της επιχειρήσεως. Οι διατάξεις αυτές διέπονται από το πνεύμα της συμμετοχής των εργαζομένων στις υποθέσεις της επιχειρήσεως. Στο πλαίσιο αυτό, οι κανόνες του ArbVG για τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων εκκινούν από την αρχή της υπάρξεως δύο αντιμέτωπων μεταξύ τους ομάδων προσώπων (διαχειριστή και προσωπικού) και αναγνωρίζουν στο προσωπικό διάφορες εξουσίες [...].
[...]
Το τμήμα ΙΙ του ArbVG (κανονισμός της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων) ισχύει κατά το άρθρο του 33, παράγραφος 1, "για πάσης φύσεως επιχειρήσεις", ενώ ως επιχείρηση κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, του ArbVG νοείται κάθε εκμετάλλευση "που αποτελεί οργανωτική ενότητα, εντός της οποίας ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή μια ομάδα προσώπων επιδιώκει σε σταθερή βάση με τη βοήθεια τεχνικών ή άυλων μέσων ορισμένους εργασιακούς σκοπούς ανεξαρτήτως του αν σκοπείται ή όχι η επίτευξη κέρδους".
Για τον καθορισμό του πεδίου ισχύος των κανόνων του ArbVG σχετικά με τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων είναι κρίσιμη η αρχή της εδαφικότητας. Kάθε εκμετάλλευση που βρίσκεται στην ημεδαπή εμπίπτει, κατά συνέπεια, στον ArbVG και πρέπει ως εκ τούτου - εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις - να έχει συμβούλιο εργαζομένων [...].
Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 2, περίπτωση 2, του ArbVG, δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του τμήματος ΙΙ του νόμου αυτού "οι δημόσιες αρχές, οι υπηρεσίες και οι λοιπές διοικητικές οντότητες της ομοσπονδίας, των ομόσπονδων κρατών, των ενώσεων δήμων και κοινοτήτων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης". Για τα όργανα που εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του ArbVG ισχύουν οι νόμοι της ομοσπονδίας ή των ομόσπονδων κρατών που ρυθμίζουν τα της εκπροσωπήσεως του προσωπικού [...].
Το άρθρο 40, παράγραφος 1, του ArbVG προβλέπει ότι σε κάθε επιχείρηση στην οποία απασχολούνται σε μόνιμη βάση τουλάχιστον πέντε (κατά την έννοια του άρθρου 49, παράγραφος 1, του ArbVG) εργαζόμενοι που έχουν δικαίωμα ψήφου, πρέπει να συγκροτούνται τα όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που ρυθμίζονται στις περαιτέρω διατάξεις του τμήματος ΙΙ του ArbVG. Το σημαντικότερο όργανο είναι η επιτροπή εργαζομένων ("Betriebsrat") (άρθρα 50 επ. του ArbVG).
Οι εξουσίες των εργαζομένων που μπορεί να ασκήσει η επιτροπή εργαζομένων ρυθμίζονται στο τρίτο κεφάλαιο του τμήματος ΙΙ του ArbVG (άρθρα 89 επ. του ArbVG). Στα δικαιώματα που ρυθμίζονται στα υποκεφάλαια 1 και 2 του τρίτου κεφαλαίου συγκαταλέγονται το δικαίωμα εποπτείας της τηρήσεως των κανόνων που εφαρμόζονται στους εργαζομένους της εκμεταλλεύσεως (άρθρο 89 του ArbVG), το δικαίωμα αιτήσεως λήψεως των κατάλληλων μέτρων και η αναπλήρωση των ελλείψεων σε όλες τις υποθέσεις όπου θίγονται τα συμφέροντα των εργαζομένων (άρθρο 90 του ArbVG), το δικαίωμα για γενική ενημέρωση από τον διαχειριστή (άρθρο 91 του ArbVG) [...]. Το άρθρο 96 ("υποχρεωτική συμμετοχή των εργαζομένων στη διαχείριση") και το άρθρο 96a του ArbVG ("επιβεβλημένη συμμετοχή των εργαζομένων στη διαχείριση") ρυθμίζουν μια σειρά μέτρων για το κύρος των οποίων απαιτείται η συναίνεση της επιτροπής εργαζομένων, ενώ η συναίνεση της επιτροπής εργαζομένων για μέτρα που προβλέπει το άρθρο 96a του ArbVG είναι δυνατόν να αντικατασταθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ανωτέρω διατάξεως, από αποφάσεις ενός οργάνου συμβιβασμού. Το άρθρο 97, παράγραφος 1, περιπτώσεις 1 έως 6a, σε συνδυασμό με το άρθρο 97, παράγραφος 2, του ArbVG ρυθμίζει περιπτώσεις "απαιτητέας συμμετοχής των εργαζομένων στη διαχείριση", στο πλαίσιο της οποίας, ελλείψει κοινής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και επιτροπής εργαζομένων, η επιδιωκόμενη ρύθμιση είναι δυνατόν να αναπληρωθεί ενδεχομένως από απόφαση του οργάνου συμβιβασμού κατόπιν προσφυγής σε αυτό, ενώ στις περιπτώσεις "προαιρετικής συμμετοχής των εργαζομένων στη διαχείριση" που απαριθμούνται στο άρθρο 97, παράγραφος 1, περιπτώσεις 7 έως 23a και 25 του ArbVG, ελλείψει κοινής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και επιτροπής εργαζομένων, δεν μπορεί να θεσπιστεί η σκοπούμενη ρύθμιση [...].
Το υποκεφάλαιο 3 του τρίτου κεφαλαίου του τμήματος ΙΙ του ArbVG ρυθμίζει τη συμμετοχή της επιτροπής εργαζομένων σε υποθέσεις του προσωπικού, ήτοι τα δικαιώματα πληροφορήσεως (άρθρο 98 του ArbVG) και συμμετοχής στην πρόσληψη των εργαζομένων (άρθρο 99 του ArbVG), στον καθορισμό των αποδοχών σε ατομικές περιπτώσεις (άρθρο 100 του ArbVG), στις μεταθέσεις (άρθρο 101 του ArbVG), στην επιβολή πειθαρχικών μέτρων (άρθρο 102 του ArbVG), στη χορήγηση κατοικιών στους εργαζομένους (άρθρο 103 του ArbVG), στις προαγωγές (άρθρο 104 του ArbVG) και στις περιπτώσεις λύσεως κοινή συναινέσει της σχέσεως εργασίας (άρθρο 104a του ArbVG). Από τις διατάξεις του υποκεφαλαίου αυτού πρέπει να τονιστούν ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ArbVG οι οποίες, στο πλαίσιο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και της απολύσεως των εργαζομένων, παρέχουν στην επιτροπή των εργαζομένων [...] τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν δικαστικά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις καταγγελίες συμβάσεων εργασίας (απολύσεις) που στηρίζονται σε επιλήψιμη αιτιολογία (άρθρο 105, παράγραφος 3, περίπτωση 1, του ArbVG) ή δεν δικαιολογούνται από κοινωνικής απόψεως (άρθρο 105, παράγραφος 3, περίπτωση 2, του ArbVG). [...]
[...]
Το άρθρο 53 του ASGG [Bundesgesetz über die Arbeits- und Sozialgerichtsbarkeit (Arbeits- und Sozialgerichtsgesetz) (νόμου για τα διοικητικά δικαστήρια που εκδικάζουν εργατικές και κοινωνικοασφαλιστικές υποθέσεις), της 7ης Μαρτίου 1985] αναγνωρίζει στην επιτροπή εργαζομένων την ικανότητα να παρίσταται ως διάδικος. Η νομοθετική αυτή επιταγή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καθορίζει τη γενική ικανότητα της επιτροπής εργαζομένων να είναι διάδικος σε υποθέσεις εργατικού δικαίου [...]. Το άρθρο 54, παράγραφος 1, του ASGG παρέχει στην επιτροπή εργαζομένων το δικαίωμα να εναγάγει ή να εναχθεί, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, προς διαπίστωση της υπάρξεως ή ανυπαρξίας δικαιωμάτων ή έννομων σχέσεων, που αφορούν τουλάχιστον τρεις εργαζομένους της εκμεταλλεύσεως ή της επιχειρήσεως.»
21 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει, επίσης, ότι μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η εκπλήρωση της προβλεπόμενης στο άρθρο 91 του ArbVG υποχρεώσεως του διαχειριστή να παρέχει στην επιτροπή των εργαζομένων ολοκληρωμένη πληροφόρηση στις υποθέσεις όπου θίγονται οικονομικά, κοινωνικά, υγειονομικά και πολιτιστικά συμφέροντα των εργαζομένων της εκμεταλλεύσεως. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 96a του ArbVG, «η εγκατάσταση συστημάτων για την ηλεκτρονική εξακρίβωση, επεξεργασία και διαβίβαση προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων, που βαίνουν πέραν της εξακρίβωσεως γενικών στοιχείων περί του προσώπου και των επαγγελματικών του προσόντων», εξαρτώνται από τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής εργαζομένων. Εντούτοις, «δεν απαιτείται συναίνεση εφόσον η πραγματική ή προβλεπόμενη χρήση των δεδομένων αυτών δεν βαίνει πέραν της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τον νόμο, από κανόνες των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή από τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας». Η απαιτούμενη συναίνεση της επιτροπής εργαζομένων πρέπει να φέρει τον τύπο (γραπτής) κοινής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και της επιτροπής εργαζομένων. Στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της επιτροπής εργαζομένων και του διαχειριστή, ο διαχειριστής έχει τη δυνατότητα να επιβάλει μια ρύθμιση μέσω του οργάνου συμβιβασμού. Αν ο εργοδότης λάβει το μέτρο χωρίς τη συναίνεση της επιτροπής εργαζομένων ή χωρίς να έχει καταφύγει στο όργανο συμβιβασμού, η επιτροπή εργαζομένων έχει το δικαίωμα μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς την ακύρωση του εν λόγω μέτρου.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22 Στις 12 Μαρτίου 1998 οι τοπικοί υπάλληλοι της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Βιένη εξέλεξαν επιτροπή εργαζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του ArbVG. Η Επιτροπή, η οποία ενημερώθηκε πάραυτα για την εκλογή και για την αμέσως επακολουθήσασα συγκρότηση της επιτροπής εργαζομένων, δεν προσέβαλε την εκλογή αυτή. Με τη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αντιπροσωπεία της Επιτροπής θεωρεί τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της επιτροπής εργαζομένων ως τοπικούς εκπροσώπους των τοπικών υπαλλήλων.
23 Τον Φεβρουάριο του 1999 διενεργήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη της κατά το άρθρο 9 του ΚΥΚ επιτροπής προσωπικού, στις οποίες συμμετείχαν και οι εργαζόμενοι στην αντιπροσωπεία της Βιένης ως τοπικοί υπάλληλοι. Ουδείς των τοπικών υπαλλήλων εξελέγη στην επιτροπή προσωπικού.
24 Κατά τα τέλη Οκτωβρίου 1998, η επιτροπή εργαζομένων πληροφορήθηκε την ύπαρξη ενός μηχανήματος ελέγχου μέσω του οποίου, κατά την είσοδο στο γραφείο που γίνεται με τη χρησιμοποίηση προσωπικής κάρτας με ολοκληρωμένο κύκλωμα και με την πληκτρολόγηση ενός κωδικού αριθμού, τα προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων αρχειοθετούνται.
25 Η εν λόγω επιτροπή εργαζομένων, θεωρώντας ότι η εγκατάσταση και χρήση του μηχανήματος αυτού συνιστά προσβολή από την πλευρά της Επιτροπής των δικαιωμάτων της από τα άρθρα 91 και 96a του ArbVG, προσέφυγε στα αυστριακά δικαστήρια, προκειμένου να υποχρεωθεί η Επιτροπή, αφενός, να της ανακοινώσει ποια προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων καταγράφονται με αυτοματοποιημένους μηχανισμούς και τι προβλέπεται για την επεξεργασία και τη διαβίβασή τους και, αφετέρου, να αποσυναρμολογήσει όλους τους μηχανισμούς καταγραφής των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων που τοποθετήθηκαν παρανόμως χωρίς τη συναίνεση της επιτροπής εργαζομένων.
26 To Arbeits- und Sozialgericht Wien (Αυστρία), αποφαινόμενο σε πρώτο βαθμό, απέρριψε την εν λόγω προσφυγή με την αιτιολογία, ιδίως, ότι, ενόψει της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 9 του ΚΥΚ, οι διατάξεις του ArbVG δεν εφαρμόζονται και, κατά συνέπεια, η εκλογή της επιτροπής εργαζομένων είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες, δεδομένου ότι αυτή δεν έχει ούτε ικανότητα διαδίκου ούτε ικανότητα παραστάσεως στο δικαστήριο.
27 Το Oberlandesgericht Wien (Αυστρία), δικάζον κατ' έφεση, επικύρωσε την απόφαση αυτή, στηριζόμενο και αυτό, κατ' ουσίαν, στο γεγονός ότι η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου απαγορεύει τη συνύπαρξη στους κόλπους των κοινοτικών οργάνων μιας επιτροπής προσωπικού κατά το άρθρο 9 του ΚΥΚ, η οποία, ως εσωτερικό όργανο, στερείται της αναγκαίας νομικής προσωπικότητας και ικανότητας διαδίκου προκειμένου να παρίσταται στο δικαστήριο, και ενός οργάνου του προσωπικού, όπως η επιτροπή εργαζομένων κατά την έννοια του ArbVG, το οποίο έχει την ικανότητα να είναι διάδικος δυνάμει του άρθρου 53 του ArbVG.
28 Η επιτροπή εργαζομένων άσκησε ενώπιον του Oberster Gerichtshof αναίρεση κατά της αποφάσεως του Oberlandesgericht Wien. Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Βιένη δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 33, παράγραφος 2, περίπτωση 2, του ArbVG, ότι συνιστά εκμετάλλευση κατά την έννοια του άρθρου 34, παράγραφος 1, του νόμου αυτού και ότι απασχολεί σε μόνιμη βάση τουλάχιστον πέντε, κατά την έννοια του άρθρου 49, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου, εργαζομένους οι οποίοι έχουν δικαίωμα ψήφου, το Oberster Gerichtshof φρονεί ότι, αν το τμήμα ΙΙ του ArbVG εφαρμόζεται στην εν λόγω αντιπροσωπεία, αυτή υποχρεούται να έχει επιτροπή εργαζομένων κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 1, του ArbVG.
29 Διαπιστώνοντας, στο πλαίσιο αυτό, ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί του ζητήματος αν το άρθρο 79 του ΚΛΠ παραπέμπει και σε νομοθετική ρύθμιση όπως αυτή του τμήματος ΙΙ του ArbVG ούτε επί του ζητήματος αν οι διατάξεις του ΚΥΚ περί της επιτροπής προσωπικού δύνανται να περιορίσουν την εφαρμογή του εθνικού αυτού νόμου, το Oberster Gerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 79 του ΚΛΠ [άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968], κατά το οποίο οι συνθήκες εργασίας των τοπικών υπαλλήλων, ιδίως σχετικά με: α) τον τρόπο προσλήψεως και απολύσεως, β) τις άδειες και γ) τις αποδοχές τους, καθορίζονται από κάθε όργανο βάσει των διατάξεων και των συνηθειών που υφίστανται στον τόπο όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του, υπό την έννοια ότι παραπέμπει στην εκάστοτε εθνική εργατική νομοθεσία, η οποία στην περίπτωση της Αυστρίας προβλέπει και την εφαρμογή των διατάξεων του τμήματος ΙΙ του ArbVG σχετικά με τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων;
2) Πρέπει να ερμηνευθούν το άρθρο 9 του ΚΥΚ [άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968] και οι περιεχόμενες στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού αυτού ρυθμίσεις σχετικά με την επιτροπή προσωπικού που είναι αρμόδια και για τους τοπικούς υπαλλήλους των Κοινοτήτων, υπό την έννοια ότι ρυθμίζουν τις συλλογικές σχέσεις εργασίας και τα δικαιώματα συναποφάσεως κατά τρόπο εξαντλητικό και, ως εκ τούτου, αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του τμήματος ΙΙ του ArbVG σχετικά με τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων στους τοπικούς υπαλλήλους που εργάζονται στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στη Βιένη;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
30 Δεδομένου ότι τα δύο υποβληθέντα ερωτήματα συνδέονται στενά μεταξύ τους, επιβάλλεται να συνεξεταστούν.
31 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, επιβάλλεται να υπομνησθεί, πρώτον, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προβλέπει τη σύσταση επιτροπής σε κάθε κοινοτικό όργανο. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, της ίδιας διατάξεως, η επιτροπή προσωπικού αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του προσωπικού στο οικείο όργανο, διασφαλίζοντας τη διαρκή επαφή μεταξύ αυτού και του προσωπικού, και συνεργάζεται για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του οργάνου και επιτρέπει την εκδήλωση και έκφραση της γνώμης του προσωπικού.
32 Για την άσκηση του καθήκοντος εκπροσωπήσεως των συμφερόντων του προσωπικού η επιτροπή προσωπικού έχει, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ, το δικαίωμα παρεμβάσεως στα αρμόδια όργανα του οικείου οργάνου και ακροάσεως για κάθε πρόβλημα γενικότερης σημασίας σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του ΚΥΚ, δικαίωμα υποβολής προτάσεων για την οργάνωση και τη λειτουργία των υπηρεσιών του οργάνου αυτού ή για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας του προσωπικού και των συνθηκών διαβιώσεώς του γενικότερα, καθώς και δικαίωμα συμμετοχής στη διαχείριση και στον έλεγχο των οργάνων κοινωνικού χαρακτήρα, τα οποία δημιουργούνται από το εν λόγω όργανο προς όφελος του προσωπικού. Εξάλλου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο παράρτημα ΙΙ, τμήμα 2, του ΚΥΚ, η επιτροπή προσωπικού υποδεικνύει μέλη της επιτροπής ή των επιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως που υφίστανται σε κάθε όργανο, των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, δύναται να ζητηθεί η γνώμη για κάθε ζήτημα γενικού χαρακτήρα το οποίο η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή η επιτροπή προσωπικού θεωρούν χρήσιμο να τους υποβάλουν.
33 Επιπλέον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, δυνάμει του άρθρου 7 του ΚΛΠ, οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται με σύμβαση από τις Κοινότητες, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών υπαλλήλων, έχουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που συνδέονται με τη διάρκεια της συμβάσεώς τους ή με την πραγματική διάρκεια της απασχολήσεώς τους, δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογή επιτροπής προσωπικού του οργάνου που τους προσέλαβε και μπορούν να εκλεγούν στην εν λόγω επιτροπή υπό τους ίδιους όρους με όλους τους υπαλλήλους του οργάνου αυτού.
34 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι το άρθρο 1, τέταρτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ προβλέπει ότι η σύνθεση της επιτροπής προσωπικού κάθε οργάνου ή των τοπικών επιτροπών, όταν η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, πρέπει να εξασφαλίζει την αντιπροσώπευση όλων των υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών υπαλλήλων που έχουν συνάψει σύμβαση διάρκειας μεγαλύτερης από ένα έτος ή σύμβαση αορίστου χρόνου. Από τη σκέψη 10 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή μετέφερε ρητώς την υποχρέωση αυτή στη ρύθμιση περί συγκροτήσεως και λειτουργίας της επιτροπής προσωπικού, την οποία θέσπισε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 2, και του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
35 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, με την έκδοση του κανονισμού 259/68, ο κοινοτικός νομοθέτης μερίμνησε ώστε να δοθεί στους τοπικούς υπαλλήλους η δυνατότητα να συμμετάσχουν στην υπεράσπιση των συμφερόντων του προσωπικού του οργάνου που τους προσέλαβε υπό τους ίδιους όρους εκπροσωπήσεως του προσωπικού που προέβλεψε προς όφελος των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των άλλων υπαγόμενων στον ΚΛΠ υπαλλήλων.
36 Yπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται, δεύτερον, να εξεταστεί αν το άρθρο 79 του ΚΛΠ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει, ενδεχομένως μάλιστα επιβάλλει, να απολαύουν οι τοπικοί υπάλληλοι ενός οργάνου και του δικαιώματος συμμετοχής στην υπεράσπιση των συμφερόντων τους κατά την ισχύουσα εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους.
37 Προκειμένου να προσδιορισθεί προς τούτο αν, λαμβανομένης υπόψη της εκφράσεως «ιδίως» του άρθρου 79 του ΚΛΠ, ο τρόπος εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως των συμφερόντων των τοπικών υπαλλήλων περιλαμβάνεται μεταξύ των «συνθηκών εργασίας» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, επιβάλλεται να τοποθετηθεί η έννοια «συνθήκες εργασίας» στο οικείο πλαίσιο και να ερμηνευθεί σύμφωνα με το πνεύμα της εν λόγω διατάξεως και την οικονομία του ΚΛΠ στον οποίο εντάσσεται.
38 Συναφώς, επιβάλλεται, κατ' αρχάς, η διαπίστωση ότι το άρθρο 79 του ΚΛΠ προβλέπει ότι, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του τίτλου IV του ΚΛΠ σχετικά με το καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως των τοπικών υπαλλήλων και τη ρύθμιση των διαφορών μεταξύ αυτών και του οργάνου που τους προσέλαβε, οι συνθήκες εργασίας των τοπικών υπαλλήλων καθορίζονται από κάθε όργανο βάσει της ρυθμίσεως και των συνηθειών που υφίστανται στον τόπο όπου οι υπάλληλοι καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους.
39 Επομένως, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 23 της αποφάσεως της 9ης Νοεμβρίου 2000, Vitari (C-126/99, σ. Ι-9425), το εθνικό δίκαιο του κράτους στο έδαφος του οποίου ο τοπικός υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του δεν μπορεί να εφαρμόζεται αυτούσιο όσον αφορά τη σχέση εργασίας που συνδέει το κοινοτικό όργανο με τον τοπικό υπάλληλο.
40 Ακολούθως, επιβάλλεται να τονιστεί ότι το ΚΛΠ χωρίζεται σε διάφορους τίτλους, εκ των οποίων ο πρώτος, όπως δεικνύει και η ονομασία του, περιλαμβάνει τις γενικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλες τις κατηγορίες των υπαλλήλων που προβλέπονται στο άρθρο 1 του ΚΛΠ, ενώ οι επόμενοι προσδιορίζουν τους ειδικότερους κανόνες που εφαρμόζονται σε καθεμία των κατηγοριών υπαλλήλων.
41 Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι συνάψαντες σύμβαση υπάλληλοι έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στην επιτροπή προσωπικού προβλέπονται στο άρθρο 7 του ΚΛΠ, το οποίο, δεδομένου ότι εντάσσεται στον τίτλο Ι αυτού, εφαρμόζεται στο σύνολο των υπαλλήλων που υπάγονται στο ΚΛΠ.
42 Αφετέρου, ενώ οι τίτλοι ΙΙ και ΙΙΙ του ΚΛΠ σχετικά με τους εκτάκτους και τους επικουρικούς υπαλλήλους προσδιορίζουν λεπτομερώς τους κανόνες που εφαρμόζονται σ' αυτούς, ιδίως όσον αφορά τους όρους προσλήψεως και λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως, τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αδειών, και τις αποδοχές, το άρθρο 79 του ΚΛΠ, το οποίο εντάσσεται στον τίτλο IV αυτού σχετικά με τους τοπικούς υπαλλήλους, παραπέμπει, όσον αφορά τις ίδιες πτυχές των συνθηκών εργασίας των υπαλλήλων αυτών, στη ρύθμιση και στις συνήθειες που υφίστανται στον τόπο όπου ο τοπικός υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν στον σχετικό με τους τοπικούς υπαλλήλους τίτλο IV του ΚΛΠ ο κοινοτικός νομοθέτης παραπέμπει, όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας αυτών, στη ρύθμιση και στις συνήθειες που υφίστανται στον τόπο όπου καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, αναφέρεται μόνο σ' εκείνες τις πτυχές της σχέσεως εργασίας που συνδέει τους υπαλλήλους αυτούς με το όργανο που τους προσέλαβε, οι οποίες ρυθμίζονται στους τίτλους ΙΙ και ΙΙΙ για τις λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων.
44 Τέλος, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, με κίνδυνο να τεθεί ζήτημα εύρυθμης λειτουργίας των υπηρεσιών του κοινοτικού οργάνου, το άρθρο 79 του ΚΛΠ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι για συγκεκριμένο ζήτημα που αφορά την ίδια κατηγορία του προσωπικού του οργάνου αυτού δεν μπορούν να θεσπισθούν μέτρα αποκλίνοντα, ενδεχομένως μάλιστα αντιφατικά, εντός διαφορετικών πλαισίων και σύμφωνα με διαφορετικούς κανόνες.
45 Όμως, αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί στην περίπτωση ταυτόχρονης ασκήσεως από το σύνολο του προσωπικού ενός κοινοτικού οργάνου μέσω της επιτροπής προσωπικού αυτού, αφενός, και από μια ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων μέσω ενός οργάνου που συστήνεται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους στο οποίο αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους, αφετέρου, δικαιωμάτων που τους παρέχονται αντίστοιχα από τον ΚΥΚ και από την εν λόγω εθνική νομοθεσία όσον αφορά την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση των συμφερόντων του προσωπικού.
46 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι λεπτομερείς κανόνες εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως των συμφερόντων των τοπικών υπαλλήλων ενός κοινοτικού οργάνου δεν περιλαμβάνονται στις «συνθήκες εργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 79 του ΚΛΠ και ότι οι κανόνες αυτοί ρυθμίζονται εξαντλητικώς από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 9 και του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, καθώς και του άρθρου 7 του ΚΛΠ.
47 Επομένως, η παραπομπή του άρθρου 79 του ΚΛΠ στη ρύθμιση και στις συνήθειες που υφίστανται στον τόπο όπου οι τοπικοί υπάλληλοι καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους δεν μπορεί να περιλαμβάνει την εφαρμοζόμενη στον τόπο αυτό εθνική νομοθεσία σχετικά με τη συμμετοχή των εργαζομένων στην πορεία της επιχειρήσεως που τους απασχολεί, όπως η συμμετοχή αυτή καθορίζεται στο τμήμα ΙΙ του ArbVG.
48 Αντιθέτως προς όσα υποστήριξαν το συμβούλιο εργαζομένων, καθώς και η Αυστριακή και η Σουηδική Κυβέρνηση, κανένα αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από τον φερόμενο ως αποσπασματικό ή υποτυπώδη χαρακτήρα των διατάξεων του ΚΥΚ και του ΚΛΠ περί της συμμετοχής του προσωπικού των κοινοτικών οργάνων στην εκπροσώπηση και την υπεράσπιση των συμφερόντων του.
49 Πράγματι, αφενός, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας με τις σκέψεις 96 και 97 των προτάσεών του, το καθεστώς εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως των συμφερόντων του προσωπικού κατά τις διατάξεις του ΚΥΚ και του ΚΛΠ έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των διάφορων κοινοτικών οργάνων, καθώς και του προσωπικού τους, και να επιτρέπει σε καθένα από αυτά να συμβάλλει, μέσω της εκπληρώσεως της αποστολής του, στην επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
50 Πάντως, δεν υποστηρίχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι λεπτομερείς κανόνες του εν λόγω καθεστώτος, όπως προκύπτουν από τον κανονισμό 259/68, είναι αντίθετοι προς κάποια υπέρτερη διάταξη του κοινοτικού δικαίου και ότι δεν επαρκούν προκειμένου να διασφαλισθεί η υπεράσπιση των συμφερόντων του προσωπικού των κοινοτικών οργάνων σύμφωνα με τις ανάγκες και την εκπλήρωση της αποστολής αυτών.
51 Αφετέρου, οι λεπτομερείς κανόνες συμμετοχής των εργαζομένων μιας επιχειρήσεως στην πορεία της, όπως αυτοί καθορίζονται στο επίπεδο των κρατών στα οποία οι τοπικοί υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορούν να κληθούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, δεν είναι αναγκαστικά όμοιοι με τους προβλεπόμενους στο τμήμα ΙΙ του ArbVG και μπορούν, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, ακόμη και να διαφέρουν στο εσωτερικό του ίδιου κράτους, κατά τρόπο ώστε, εν πάση περιπτώσει, η εφαρμογή τους στους εν λόγω τοπικούς υπαλλήλους να μην εγγυάται σε όλες τις περιπτώσεις μια πιο ολοκληρωμένη συμμετοχή στην υπεράσπιση των συμφερόντων τους από αυτήν που προκύπτει από τις διατάξεις του ΚΥΚ και του ΚΛΠ.
52 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 9 και του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, καθώς και του άρθρου 79 του ΚΛΠ, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την εφαρμογή στους τοπικούς υπαλλήλους που απασχολούνται στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Βιένη της αυστριακής νομοθεσίας σχετικά με τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων, όπως προβλέπεται στο τμήμα ΙΙ του ArbVG.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή, η Γερμανική, η Ολλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 14ης Μαρτίου 2001 το Oberster Gerichtshof, αποφαίνεται:
Οι διατάξεις του άρθρου 9 και του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και του άρθρου 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την εφαρμογή στους τοπικούς υπαλλήλους που απασχολούνται στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στη Βιένη (Αυστρία) της αυστριακής νομοθεσίας σχετικά με τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων, όπως προβλέπεται στο τμήμα ΙΙ του Bundesgesetz betreffend die Arbeitsverfassung (Arbeitsverfassungsgesetz) (ομοσπονδιακού νόμου για τις εργασιακές σχέσεις και τον κανονισμό της επιχειρήσεως περί εργασιακών σχέσεων), της 13ης Δεκεμβρίου 1973.
Full & Egal Universal Law Academy