Υπόθεση C-194/01
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 75/442/ΕΟΚ – Έννοια του αποβλήτου – Ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων – Οδηγία 91/689/ΕΟΚ – Κατάλογος επικίνδυνων αποβλήτων»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόδειξη της παραβάσεως – Το βάρος αποδείξεως φέρει η Eπιτροπή – Τεκμήρια – Δεν επιτρέπονται
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Πράξεις των οργάνων – Οδηγίες – Εκτέλεση εκ μέρους των κρατών μελών – Ανάγκη πλήρους μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη – Ύπαρξη εθνικών κανόνων που καθιστούν περιττή τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη με ειδικά νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα – Επιτρέπεται – Προϋποθέσεις
3. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από απόφαση ή οδηγία – Μέσα άμυνας – Αμφισβήτηση της νομιμότητας της αποφάσεως ή της οδηγίας – Απαράδεκτο
(Άρθρο 230 ΕΚ)
1. Στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει παράβαση. Η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο.
Η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή εφόσον, προκειμένου περί εθνικού συστήματος κατατάξεως συμβατού με αυτό που προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία, περιορίστηκε στην επίκληση των διαφορών μεταξύ των δύο συστημάτων για να προσάψει στο κράτος μέλος μη ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο.
(βλ. σκέψεις 34, 47-48)
2. Καθένα από τα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνεται μια οδηγία οφείλει να λάβει, στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεώς του, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο στόχο της.
Η υποχρέωση εξασφαλίσεως της πλήρους εφαρμογής της οδηγίας, σύμφωνα με τον στόχο της, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση να θεσπίσουν τα μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο εφόσον εκτιμούν ότι οι εθνικές τους διατάξεις είναι καλύτερες από τις αντίστοιχες κοινοτικές και ότι οι εθνικοί κανόνες, για τον λόγο αυτό, διασφαλίζουν ακόμη περισσότερο την επίτευξη του στόχου της οδηγίας. Η ύπαρξη εθνικών κανόνων δεν μπορεί να καταστήσει περιττή τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο με ειδικά νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα παρά μόνον εάν οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας από την εθνική δημόσια υπηρεσία και ότι, στην περίπτωση που η σχετική διάταξη της οδηγίας επιδιώκει την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται από τους εν λόγω εθνικούς κανόνες είναι επαρκώς ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι είναι σε θέση να γνωρίζουν την έκταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
(βλ. σκέψεις 38-39)
3. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως της οποίας είναι αποδέκτης ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής ή στην ελλιπή γνώση της.
(βλ. σκέψη 41)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 29ης Απριλίου 2004(1)
Παράβαση κράτους – Οδηγία 75/442/ΕΟΚ – Έννοια αποβλήτου – Ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων – Οδηγία 91/689/ΕΟΚ – Κατάλογος επικίνδυνων αποβλήτων
Στην υπόθεση C-194/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας, εκπροσωπουμένης από τον H. Dossi, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί αποβλήτων (ΕΕ L 194, σ. 39), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32), και από την οδηγία 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 94/31/CE του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 168, σ. 28),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους P. Jann, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, A. Rosas (εισηγητή) και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαΐου 2003, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον G. zur Hausen και η Δημοκρατία της Αυστρίας από τους E. Riedl και F. Mochty, καθώς και την E. Wolfslehner,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του καトά τη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Μαΐου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, παραλείποντας να μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο την έννοια του «αποβλήτου» του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, για τα απόβλητα, (ΕΕ L 194, σ. 39), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32, στο εξής: οδηγία 75/442), καθώς και την έννοια του «επικίνδυνου αποβλήτου» του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα, (ΕΕ L 377, σ. 20), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 168, σ. 28, στο εξής οδηγία 91/689), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 ως «απόβλητο» νοείται:
«κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.
Η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18, καταρτίζει, όχι αργότερα από την 1η Απριλίου 1993, κατάλογο των αποβλήτων των κατηγοριών που περιλαμβάνει το παράρτημα Ι. Ο κατάλογος αυτός θα επανεξετάζεται τακτικά και, εν ανάγκη, θα αναθεωρείται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία.»
3 Το άρθρο 2 της αυτής οδηγίας απαριθμεί τις εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 168 της πράξης σχετικά με τους όρους προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1), τα εθνικά μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 75/442 έπρεπε να τεθούν σε ισχύ από την προσχώρησή τους, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 1995.
5 Με την απόφαση 94/3/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο α΄, της οδηγίας 75/442 (EE 1994, C 5, σ. 15), καταρτίστηκε κατάλογος αποβλήτων με την ονομασία «ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων» (ΕΚΑ). Η απόφαση αυτή απεστάλη στα κράτη μέλη. Το εισαγωγικό σημείωμα του ΕΚΑ έχει ως ακολούθως:
«1. Στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, όπως έχει τροποποιηθεί, ως απόβλητο ορίζεται “κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει”.
2. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1, σημείο α΄, υποχρεώνει την Επιτροπή να καταρτίσει, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18, κατάλογο των αποβλήτων των κατηγοριών που περιλαμβάνει το παράρτημα Ι. Ο κατάλογος αυτός αναφέρεται κοινώς ως ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων (ΕΚΑ) και ισχύει για όλα τα απόβλητα ανεξάρτητα από το κατά πόσον προορίζονται για απόρριψη ή για διαδικασίες ανάκτησης.
3. Ο ΕΚΑ είναι ένας εναρμονισμένος και μη εξαντλητικός κατάλογος αποβλήτων, δηλαδή, κατάλογος ο οποίος πρόκειται να αναθεωρείται περιοδικώς και, εφόσον είναι απαραίτητο, να ανασκευάζεται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής.
Η ένταξη ενός υλικού στον ΕΚΑ δεν σημαίνει ότι το υλικό είναι οπωσδήποτε απόβλητο. Η καταχώριση πραγματοποιείται μόνον όταν το υλικό ανταποκρίνεται στον ορισμό του αποβλήτου.
4. Τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στον ΕΚΑ υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας, εκτός εάν έχει εφαρμογή το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας αυτής.
5. Ο ΕΚΑ πρόκειται να αποτελέσει ονοματολογία αναφοράς, παρέχοντας κοινή για όλη την Κοινότητα ορολογία, με σκοπό την αποτελεσματικότερη διαχείριση των αποβλήτων. Συγκεκριμένα, ο ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων πρόκειται να αποτελέσει βασική πηγή αναφοράς για το κοινοτικό πρόγραμμα στατιστικής αποβλήτων, το οποίο δρομολογήθηκε βάσει του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 7ης Μαΐου 1990 σχετικά με την πολιτική διαχείρισης των αποβλήτων [...].
6. Ο ΕΚΑ θα προσαρμόζεται στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας
7. Κατά την ανάγνωση των επιμέρους κωδικών των αποβλήτων που περιέχονται στον ΕΚΑ, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμφραζόμενα.
8. Ο ΕΚΑ δεν θίγει τον κατάλογο των επικίνδυνων αποβλήτων που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα [...]».
6 Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει την «έννοια των επικίνδυνων αποβλήτων ως εξής:
– τα απόβλητα που περιλαμβάνονται σε κατάλογο ο οποίος θα καταρτιστεί με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/422/ΕΟΚ και θα βασίζεται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της παρούσας οδηγίας, το αργότερο έξι μήνες πριν από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Τα απόβλητα αυτά πρέπει να έχουν μία ή περισσότερες από τις ιδιότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ. Ο κατάλογος θα λαμβάνει υπόψη την προέλευση και σύνθεση των αποβλήτων καθώς και, ενδεχομένως, τις οριακές τιμές συγκέντρωσης. Ο κατάλογος αυτός θα επανεξετάζεται κατά περιόδους και, εφόσον χρειάζεται, θα αναθεωρείται με την ίδια διαδικασία,
– όλα τα άλλα απόβλητα, τα οποία κατά τη γνώμη ενός κράτους μέλους παρουσιάζουν κάποια από τις ιδιότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ. Οι περιπτώσεις αυτές θα κοινοποιούνται στην Επιτροπή και θα επανεξετάζονται με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ με στόχο την αναπροσαρμογή του καταλόγου.»
7 Η απόφαση 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 (ΕΕ L 356, σ. 14), απευθύνθηκε στα κράτη μέλη. Η εισαγωγή στον κατάλογο των επικίνδυνων αποβλήτων έχει ως εξής:
«1. Οι διάφοροι τύποι αποβλήτων του καταλόγου ορίζονται πλήρως από τον εξαψήφιο κωδικό για το απόβλητο και την αντίστοιχη διψήφια και τετραψήφια επικεφαλίδα.
2. Το γεγονός ότι ένα υλικό ή αντικείμενο περιλαμβάνεται στον κατάλογο δεν σημαίνει ότι αποτελεί απόβλητο σε όλες τις περιπτώσεις. Η εγγραφή στον κατάλογο αποκτά σημασία μόνον όταν πληρούται ο ορισμός του αποβλήτου σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, εκτός αν εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας.
3. Τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ για τα επικίνδυνα απόβλητα, εκτός αν εφαρμόζεται το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας
4. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ, εκτός από τα απόβλητα που απαριθμούνται παρακάτω, όλα τα άλλα απόβλητα τα οποία, κατά τη γνώμη ενός κράτους μέλους, παρουσιάζουν κάποια από τις ιδιότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ για επικίνδυνα απόβλητα, είναι επικίνδυνα. Οι περιπτώσεις αυτές κοινοποιούνται στην Επιτροπή και εξετάζονται με στόχο την αναπροσαρμογή του καταλόγου σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ.»
8 Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/689, τα κράτη μέλη έπρεπε να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία αυτή πριν από τις 27 Ιουνίου 1995.
Η εθνική ρύθμιση
9 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Bundesgesetz über die Vermeidung und Behandlung von Abfällen, επίσης ονομαζόμενου Abfallwirtschaftsgesetz, (ομοσπονδιακός νόμος για την πρόληψη και τη διαχείριση των αποβλήτων), της 6ης Ιουνίου 1990 (BGBl. 325/1990, ως είχε κατά τη δημοσίευσή του στο BGBl. Ι 151/1998, στο εξής AWG), ορίζει το απόβλητο ως εξής:
«[…] κάθε κινητό αντικείμενο
1. του οποίου ο κύριος ή ο κάτοχος απορρίπτει ή προτίθεται να απορρίψει, ή
2. του οποίου η συλλογή και επεξεργασία επιβάλλονται από το γενικό συμφέρον (άρθρο 1, παράγραφος 3).
Η συλλογή και επεξεργασία των αποβλήτων επιβάλλεται επίσης από λόγους γενικού συμφέροντος όταν μπορεί να επιτευχθεί αμοιβή σε αντάλλαγμα των κινητών αυτών.»
10 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του AWG απαριθμεί τις περιπτώσεις στις οποίες το γενικό συμφέρον επιβάλλει τη συλλογή, αποθήκευση, μεταφορά και επεξεργασία των πραγμάτων αυτών στον βαθμό που είναι απόβλητα.
11 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 5, του AWG, ο Bundeminister für Umwelt, Jugend und Familie (Υπουργός Περιβάλλοντος, Νεότητας και Οικογενείας) υποχρεούται να ορίζει με διάταγμα τα απόβλητα, τα οποία για λόγους διαφύλαξης του γενικού συμφέροντος, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, του AWG, πρέπει να θεωρούνται επικίνδυνα, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους τα απόβλητα αυτά μπορούν, ενδεχομένως, να χαρακτηριστούν ως μη επικίνδυνα. Η ίδια διάταξη του AWG περιλαμβάνει έναν κατάλογο με 15 σημεία, σύμφωνο με το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 91/869, ο οποίος απαριθμεί όλα τα σχετικά χαρακτηριστικά για να σταθμιστούν οι κίνδυνοι επί του θέματος. Το άρθρο 2, παράγραφος 5, τελευταίο εδάφιο, του AWG ορίζει ότι πρέπει να προστεθούν στον κατάλογο αυτό των επικίνδυνων αποβλήτων όλες οι κατηγορίες αποβλήτων που ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στον κατάλογο των επικίνδυνων αποβλήτων που καταρτίσθηκε βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/869. Αυστριακά οικολογικά πρότυπα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ορισθούν επακριβώς τα εν λόγω χαρακτηριστικά και να καθοριστεί ο κατάλογος των επικίνδυνων αποβλήτων. Επικίνδυνα θεωρούνται μόνον τα απόβλητα που ορίζονται στο διάταγμα».
12 Το αυστριακό πρότυπο S 2100, της 1ης Σεπτεμβρίου 1997, περιέχει τον εθνικό κατάλογο αποβλήτων. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει τόσο τα επικίνδυνα όσο και τα μη επικίνδυνα απόβλητα, όλα δε τα απόβλητα απαριθμούνται και ταξινομούνται σύμφωνα με τη μέθοδο του εν λόγω προτύπου.
13 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5, του AWG, ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Νεότητας και Οικογενείας εξέδωσε το 1997 το διάταγμα περί του καθορισμού των επικίνδυνων αποβλήτων και επικίνδυνων ουσιών (BGBl. ΙΙ 227/1997). Μέχρι τις 30 Ιουνίου 2000, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του διατάγματος αυτού όριζε τα εξής:
«Από 1ης Ιουλίου 2000, θεωρούνται επικίνδυνα τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στη σχετικά με τον κατάλογο των επικίνδυνων αποβλήτων απόφαση που ελήφθη βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Νεότητας και Οικογενείας θα δημοσιεύσει τον κατάλογο αυτό στην Bundesgesetzblatt πριν από την 1η Ιουλίου 2000».
14 Στις 30 Ιουνίου 2000 δημοσιεύθηκε ένα διάταγμα περί τροποποιήσεως του προπαρατεθέντος διατάγματος (BGBl. ΙΙ 178/2000). Κατάργησε το άρθρο 3, παράγραφος 2, του διατάγματος 1997 και πρόσθεσε μια διάταξη κατά την οποία το διάταγμα, όπως είχε τροποποιηθεί, υπηρετεί τη μεταφορά της οδηγίας 91/689 και της αποφάσεως 94/904 στην εσωτερική έννομη τάξη.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
15 Με επιστολή της 14ης Ιουλίου 1999, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι εκτιμούσε, βάσει της έρευνας που διεξήγαγε, κατόπιν μιας καταγγελίας, για τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν ανταποκρίνονταν σε πολλά σημεία στις απαιτήσεις των οδηγιών 75/442 και 91/689. Η Επιτροπή αποσαφήνισε τις αιτιάσεις κατά της αυστριακής νομοθεσίας και όχλησε τη Δημοκρατία της Αυστρίας να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
16 Με τηλεαντίγραφο της 8ης Οκτωβρίου 1999, η Δημοκρατία της Αυστρίας απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως, αμφισβητώντας τη βασιμότητα των συμπερασμάτων στα οποία είχε καταλήξει η Επιτροπή.
17 Η Επιτροπή δεν πείσθηκε από τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν με την απάντηση και στις 27 Ιουλίου 2000 απηύθυνε στη Δημοκρατία της Αυστρίας αιτιολογημένη γνώμη. Την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή σε προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση.
18 Η Δημοκρατία της Αυστρίας απάντησε με τηλεαντίγραφο της 2ας Νοεμβρίου 2000. Επέμεινε στην άποψή της, ότι οι επίδικες οδηγίες μεταφέρθηκαν ορθά στο εσωτερικό δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει ανακοίνωσε την επικείμενη τροποποίηση του AWG.
19 Η Επιτροπή, διαπιστώνοντας ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν συμμορφώθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη εντός της ταχθείσας προθεσμίας και εκτιμώντας ότι δεν μπορούσε να δεχθεί τη νομική επιχειρηματολογία που αυτή ανέπτυξε, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
20 Κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 14ης Μαΐου 2003, η Επιτροπή ρητά παραιτήθηκε από μέρος των αιτιάσεων που είχε προβάλει προς στήριξη της προσφυγής της, δεχόμενη έτσι να λάβει υπόψη της τις νομοθετικές τροποποιήσεις που της κοινοποιήθηκαν επίσημα από τη Δημοκρατία της Αυστρίας μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας επί της παρούσας υποθέσεως. Η Επιτροπή, όμως, δήλωσε ότι ενέμενε σε τρεις αιτιάσεις, τις οποίες είχε προβάλει κατά των μέτρων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 75/442 και 91/689 που έλαβε η Δημοκρατία της Αυστρίας. Κατά συνέπεια, το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής περιορίστηκε στις αιτιάσεις αναφορικά με, πρώτον, τη μη ορθή μεταφορά του ΕΚΑ που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/03, δεύτερον, τη μη ορθή μεταφορά του καταλόγου των επικίνδυνων αποβλήτων που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904 και, τέλος, τη μη ορθή μεταφορά των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689.
Επί της αιτιάσεως περί μη ορθής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του ΕΚΑ.
21 Η Επιτροπή ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, παραλείποντας να μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο τον ΕΚΑ που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/3, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής η Επιτροπή προσάπτει ειδικότερα στο κράτος αυτό ότι παρέλειψε να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τον εν λόγω κατάλογο αποβλήτων. Η καθής υποστηρίζει ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει και ζητεί την απόρριψη της αιτιάσεως της Επιτροπής.
Επιχειρήματα των διαδίκων
22 Κατά την Επιτροπή, η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέλειψε να μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο τον ΕΚΑ που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/3 Κατ’ αρχάς, αναφέρει ότι, δυνάμει του άρθρου 47, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, η απόφαση αυτή είναι υποχρεωτική για τους αποδέκτες που ορίζει στο άρθρο 2, δηλαδή τα κράτη μέλη. Υπογραμμίζει στη συνέχεια ότι ο ΕΚΑ συνδέεται στενά με το παράρτημα Ι, το οποίο διαλαμβάνεται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442, εφόσον αποτελεί «κατάλογο των αποβλήτων των κατηγοριών που περιλαμβάνει το άρθρο 1». Τέλος, η Επιτροπή αναφέρεται στο σημείο 5 του εισαγωγικού σημειώματος του ΕΚΑ, από το οποίο προκύπτει ότι αυτός «έχει ως προορισμό του την παροχή κοινής ονοματολογίας και ορολογίας για τα στερεά απόβλητα, οι οποίες θα ισχύουν σε όλη την Κοινότητα, με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας στις δραστηριότητες διαχειρίσεως των αποβλήτων». Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του ΕΚΑ σε εθνικό επίπεδο είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα των αποβλήτων, στη βάση μιας εναρμονισμένης σε κοινοτική κλίμακα ορολογίας.
23 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, όπως διευκρινίζεται στο σημείο 3 του εισαγωγικού σημειώματος του ΕΚΑ, αυτός δεν αποτελεί εξαντλητικό κατάλογο. Αυτό όμως δεν αποκλείει τον δεσμευτικό χαρακτήρα του, στο μέτρο που, όπως προκύπτει από τα σημεία 1, 3 και 4 του ίδιου εισαγωγικού σημειώματος, οι ουσίες ή τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στον ΕΚΑ υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας 75/442, εφόσον ανταποκρίνονται στον ορισμό του «αποβλήτου», εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της ίδιας οδηγίας.
24 Το σημείο 5 του ίδιου εισαγωγικού σημειώματος δεν επιτρέπει την ενίσχυση της απόψεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, κατά την οποία μοναδικός ρόλος του ΕΚΑ είναι να αποτελεί κοινή αναφορά για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ L 30, σ. 1), ή ενός κανονισμού σχετικά με τις στατιστικές για τα απόβλητα. Σε ότι αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει η Δημοκρατία της Αυστρίας από τον κανονισμό 259/93, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η προσφυγή της δεν αφορά αυτές τις υποχρεώσεις, αλλά αυτές που υπέχει από την οδηγία 75/442 σε συνδυασμό με την απόφαση 94/3.
25 Η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν μπορεί να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών ισχυριζόμενη ότι ο εθνικός κατάλογος βελτιώνει ακόμη περισσότερο την αποτελεσματικότητα της διαχειρίσεως των αποβλήτων και της προστασίας του περιβάλλοντος. Πράγματι, τα μέτρα που έλαβε η Κοινότητα επιδιώκουν τον στόχο αυτό ακριβώς μέσω ονοματολογίας κοινής αναφοράς. Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά συνέπεια, ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν το δικαίωμα να αποστούν από τον ΕΚΑ για τον λόγο ότι οι εθνικές τους διατάξεις είναι καλύτερες από τις κοινοτικές. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι ο ΕΚΑ έτυχε ευνοϊκής γνωμοδοτήσεως από την επιτροπή που συστήθηκε με το άρθρο 18 της οδηγίας 75/442. Το επιχείρημα ότι η παράλειψη μεταφοράς του ΕΚΑ στο δίκαιο της Αυστρίας δεν έβλαψε την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι η διαπίστωση της παραβάσεως ενός κράτους μέλους δεν συναρτάται προς τη διαπίστωση ζημίας που προκάλεσε το κράτος αυτό (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-263/96, Συλλογή 1997, σ. Ι‑7453, σημείο 30).
26 Κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση, η Επιτροπή πρόσθεσε ότι η υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του ΕΚΑ επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑196/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2002, σ. Ι-569). Αναφέρθηκε επίσης στο άρθρο 4 της αποφάσεως 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, που αντικατέστησε την απόφαση 94/3 και την απόφαση 94/904 (ΕΕ L 226, σ. 3), η οποία ορίζει ότι τα κράτη μέλη θα λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την εν λόγω απόφαση το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2002. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο αυτό επιβάλλει ρητά την υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο με ευθύνη των κρατών μελών. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνεται ήδη στις αποφάσεις 94/3 και 94/904.
27 Η Επιτροπή θεωρεί, εξάλλου, ότι οι διαφορές μεταξύ του συστήματος ταξινομήσεως που χρησιμοποιεί ο αυστριακός κατάλογος αποβλήτων και αυτού που χρησιμοποιεί ο ΕΚΑ προξενούν ζημία στις αυστριακές επιχειρήσεις στις εμπορικές τους σχέσεις με τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών. Κατ’ αυτήν, οι αυστριακές επιχειρήσεις γνωρίζουν και εφαρμόζουν αποκλειστικά τον εθνικό κατάλογο διότι καμία υποχρεωτική διάταξη στην Αυστρία δεν τους επιβάλλει την εφαρμογή των κοινοτικών καταλόγων αποβλήτων. Όμως, η χρησιμοποίηση των κοινοτικών καταλόγων επιβάλλεται με την απόφαση 94/774/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1994, σχετικά με το τυποποιημένο έγγραφο παρακολούθησης του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 (ΕΕ L 310, σ. 70), η οποία προβλέπει ότι στο έγγραφο παρακολούθησης πρέπει να γίνεται μνεία του εθνικού κωδικού και του κοινοτικού κωδικού των εν λόγω αποβλήτων.
28 Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παραθέσουν κατά λέξη τον ΕΚΑ σε νομοθετικό κείμενο του εσωτερικού δικαίου.
29 Πρώτον, η Κυβέρνηση αυτή εκφράζει αμφιβολίες για την ύπαρξη τυπικής υποχρεώσεως μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του καταλόγου αυτού στο πλαίσιο της υποχρεώσεως μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της έννοιας του «αποβλήτου», όπως ορίσθηκε από την οδηγία 75/442. Από τα σημεία 3 και 5 του εισαγωγικού σημειώματος του ΕΚΑ προκύπτει ότι αυτός δεν αποτελεί μέρος της έννοιας του «αποβλήτου», αλλά ένα μη εξαντλητικό κατάλογο υλικών που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως ονοματολογία αναφοράς, ιδίως για τους σκοπούς του κανονισμού 259/93 ή ενός κανονισμού σχετικού με τις στατιστικές για τα απόβλητα.
30 Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, η Επιτροπή είχε αρχικά την ίδια γνώμη ως προς την έννοια της νομικής φύσεως και του αντικειμένου του ΕΚΑ. Εξάλλου, αναφέρει ότι, για λόγους πρακτικών δυσχερειών, η χρήση του ΕΚΑ δεν είναι υποχρεωτική ούτε στον τομέα της στατιστικής για τον οποίο δημιουργήθηκε. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποχρεωτική χρήση του ΕΚΑ σε άλλους τομείς συνεπάγεται μια πρόσθετη υποχρέωση προβλεπόμενη από το κοινοτικό δίκαιο. Τέτοια περίπτωση αποτελεί η υποχρέωση που πηγάζει από την απόφαση 96/302/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Απριλίου 1996, για τη μορφή υπό την οποία πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689 (ΕΕ L 116, σ. 26), όπως και αυτή που προβλέπεται στο σημείο 15 του τυποποιημένου εγγράφου παρακολούθησης που είναι συνημμένο στην απόφαση 94/774.
31 Στους προαναφερθέντες τομείς, η Δημοκρατία της Αυστρίας χρησιμοποιεί βεβαίως την ονοματολογία αναφοράς του ΕΚΑ. Σε ό,τι αφορά τη μεταφορά αποβλήτων που διέπεται από τον κανονισμό 259/93, επιπλέον του εθνικού καταλόγου, χρησιμοποιείται επίσης ο ΕΚΑ ή ο κατάλογος επικίνδυνων αποβλήτων. Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί παράβαση του κοινοτικού δικαίου ούτε, a fortiori, παρακώλυση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Υπογραμμίζει όμως ότι, προκειμένου για μεταφορά των αποβλήτων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 259/93, αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού, να ορισθεί η συνήθης εμπορική ονομασία των αποβλήτων. Εξάλλου, στο πλαίσιο εφαρμογής του ίδιου κανονισμού, το καθοριστικό σύστημα ταξινομήσεως των αποβλήτων είναι το σύστημα του εν λόγω κανονισμού και όχι το σύστημα του ΕΚΑ.
32 Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει, δεύτερον, ότι τα απόβλητα που αναφέρονται στον ΕΚΑ παρατίθενται επίσης στον εθνικό κατάλογο που περιλαμβάνεται στο αυστριακό πρότυπο S 2100, το οποίο αποτελεί έναν λεπτομερέστερο κατάλογο αποβλήτων και περιέχει συμπληρωματικές πληροφορίες σε σχέση με τον ΕΚΑ.
33 Κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση, η Αυστριακή Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι, αντίθετα με την υπόθεση που εξέτασε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Αυστρίας πάντοτε υποστήριζε ότι ο εθνικός κατάλογος μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο κατά τον προσήκοντα τρόπο, σε επίπεδο υλικού, τις προδιαγραφές των ευρωπαϊκών καταλόγων αποβλήτων. Ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των διατάξεων αυτών αναγνωρίστηκε έτσι και τέθηκε σε ισχύ από τον εθνικό κατάλογο, ο οποίος έχει επίσης υποχρεωτικό χαρακτήρα. Η Αυστριακή Κυβέρνηση επέμεινε επίσης στο γεγονός ότι, από την οπτική της ορθολογικής και οικολογικής διαχειρίσεως των αποβλήτων που αποτελεί τον στόχο της κοινοτικής ρυθμίσεως, ο αυστριακός κατάλογος παρουσιάζει πλεονεκτήματα σε σχέση με τον ΚΕΑ, τα οποία διευκολύνουν την εφαρμογή του από τις επιχειρήσεις και τις αρμόδιες αρχές. Εξάλλου, όταν η κοινοτική ρύθμιση προβλέπει τη χρησιμοποίηση του ΕΚΑ, οι κωδικοί της ονοματολογίας αναφοράς εφαρμόζονται άμεσα από τις αυστριακές αρχές. Η Δημοκρατία της Αυστρίας εκπληρώνει επομένως τις υποχρεώσεις της από τα σχετική κοινοτική νομοθεσία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
34 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει παράβαση. Η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (βλ. απόφαση της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6, της 26ης Ιουνίου 2003, C‑404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2003, σ. I‑6695, σκέψη 26, και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑434/01, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2003, σ. Ι‑13239, σκέψη 21).
35 Στο πλαίσιο της παρούσας αιτιάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι οι εθνικές διατάξεις που επικαλείται η Δημοκρατία της Αυστρίας αμφισβητώντας την παράβαση των υποχρεώσεών της, δηλαδή, ο κατάλογος αποβλήτων που περιλαμβάνεται στο αυστριακό πρότυπο S 2100, δεν διασφαλίζουν την προσήκουσα εφαρμογή του ΕΚΑ.
36 Από την επιχειρηματολογία των διαδίκων προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι όλες οι ουσίες και τα απαριθμούμενα ως απόβλητα στον ΕΚΑ περιλαμβάνονται επίσης στον αυστριακό κατάλογο αποβλήτων. Η Επιτροπή υποστηρίζει πάντως ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέλειψε να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τον ΕΚΑ και στηρίζει την άποψή της αυτή στο γεγονός ότι ο αυστριακός κατάλογος δεν παραθέτει πιστά την ονοματολογία των αποβλήτων και το σύστημα ταξινομήσεως που χρησιμοποιούνται στον κοινοτικό κατάλογο. Πρέπει, επομένως, η θέση της Επιτροπής να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι, κατ’ αυτήν, από την οδηγία 75/442 από την απόφαση 94/3 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παραθέσουν κατά λέξη τον ΕΚΑ σε εσωτερικό νομοθέτημα και ότι μόνον η έκδοση αυτής της πράξεως συνιστά ορθή και πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της έννοιας του «αποβλήτου» που αναφέρεται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της εν λόγω οδηγίας.
37 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή, που ορίζει την έννοια του «αποβλήτου» για τους σκοπούς της οδηγίας 75/442, αναφέρεται στον κατάλογο αποβλήτων που καταρτίστηκε μεταγενέστερα με την απόφαση 94/3. Όμως, καμία διάταξη της οδηγίας 75/442 δεν επιβάλλει ρητά στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παραθέσουν κατά λέξη τον κατάλογο των αποβλήτων σε εσωτερικό νομοθέτημα. Εξάλλου, η υποχρέωση παράθεσης κατά λέξη του ΕΚΑ δεν αποτελεί αναγκαίο επακόλουθο της υποχρεώσεως που έχουν τα κράτη μέλη να θέσουν σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τη οδηγία 75/442, που προβλέπεται ήδη στο άρθρο 19. Επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
38 Επιβάλλεται επίσης η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, καθένα από τα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνεται μια οδηγία οφείλει να λάβει, στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεώς του, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο στόχο της (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Μαΐου 2002, C‑478/99, Επιτροπή κατά Σουηδίας, Συλλογή 2002, σ. I‑4147, σκέψη 15, και της 24ης Ιουνίου 2003, C‑72/02, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2003, σ. I‑6597, σκέψη 18).
39 Η υποχρέωση εξασφαλίσεως της πλήρους εφαρμογής της οδηγίας, σύμφωνα με τον στόχο της, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση να θεσπίσουν τα μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο εφόσον εκτιμούν ότι οι εθνικές τους διατάξεις είναι καλύτερες από τις αντίστοιχες κοινοτικές και ότι οι εθνικοί κανόνες, για τον λόγο αυτό, διασφαλίζουν ακόμη περισσότερο την επίτευξη του στόχου της οδηγίας. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη εθνικών κανόνων δεν μπορεί να καταστήσει περιττή τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο με ειδικά νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα παρά μόνον εάν οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας από την εθνική δημόσια υπηρεσία και ότι, στην περίπτωση που η σχετική διάταξη της οδηγίας επιδιώκει την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται από τους εν λόγω εθνικούς κανόνες είναι επαρκώς ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι είναι σε θέση να γνωρίζουν την έκταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, C‑296/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2003, σ. Ι‑13909, σκέψη 55, και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί).
40 Εν προκειμένω, η Αυστριακή Κυβέρνηση υπογράμμισε πολλές φορές τα πλεονεκτήματα που παρουσίαζε ο εθνικός κατάλογος αποβλήτων σε σχέση με τον ΕΚΑ, από την άποψη της διαχειρίσεως των αποβλήτων. Άσκησε επίσης κριτική σε ορισμένους τομείς του ΕΚΑ, στους οποίους αυτός παρουσιάζεται ανεπαρκής. Στο μέτρο που η επιχειρηματολογία αυτή επιδιώκει να θέσει υπό αμφισβήτηση την απόφαση της Επιτροπής περί θεσπίσεως του ΕΚΑ και, εκ του γεγονότος αυτού, να δικαιολογήσει τη μη μεταφορά του στο εσωτερικό αυστριακό δίκαιο, δεν μπορεί παρά να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
41 Πράγματι, η Δημοκρατία της Αυστρίας, μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 230 ΕΚ, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της πράξεως που θεσπίστηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη και κατέστη απρόσβλητη αυτής. Κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως της οποίας είναι αποδέκτης ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής ή στην ελλιπή γνώση της (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1992, C‑74/91, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1992, σ. I‑5437, σκέψη 10, και της 25ης Απριλίου 2002, C‑154/00, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2002, σ. I‑3879, σκέψη 28).
42 Όσον αφορά την απόφαση 94/3, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση αυτή είναι δεσμευτική, δυνάμει του άρθρου 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ως προς όλα τα μέρη της, για τους αποδέκτες που ορίζει ούτε ότι απευθύνεται προς όλα τα κράτη μέλη. Το ερώτημα που τίθεται όμως έγκειται στο αν η εν λόγω απόφαση τους επιβάλλει την υποχρέωση να παραθέσουν κατά λέξη τον ΕΚΑ σε εσωτερικό τους νομοθέτημα.
43 Συναφώς, πρέπει να αναφερθεί ότι, κατά το σημείο 5 του εισαγωγικού σημειώματος του ΕΚΑ, αυτός προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως ονοματολογία αναφοράς παρέχοντας κοινή ορολογία, ισχύουσα σε όλη την Κοινότητα, με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαχειρίσεως των αποβλήτων. Πάντως, στο ίδιο σημείο διευκρινίζεται ότι ο ΕΚΑ «πρόκειται να αποτελέσει βασική πηγή αναφοράς για το κοινοτικό πρόγραμμα στατιστικής αποβλήτων […]». Εξάλλου, κατά το σημείο 3 του εισαγωγικού σημειώματος του ΕΚΑ, αυτός είναι ένας μη εξαντλητικός κατάλογος. Παρ’ όλ’ αυτά, σύμφωνα πάντα με το ίδιο σημείο, η ένταξη ενός υλικού στον ΕΚΑ δεν σημαίνει ότι το υλικό είναι οπωσδήποτε απόβλητο.
44 Με δεδομένο ότι ούτε η οδηγία 75/442 ούτε η απόφαση 94/3 ή το εισαγωγικό σημείωμα του ΕΚΑ παρέχουν άλλα στοιχεία για το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα κράτη μέλη από την εν λόγω απόφαση, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί συμπέρασμα, επί της βάσεως αυτής, ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας είναι υποχρεωμένη να παραθέσει κατά λέξη τον ΕΚΑ σε εσωτερικό νομοθέτημα. Πράγματι, το μοναδικό συμπέρασμα που επιτρέπεται να συναχθεί από τον δεσμευτικό για τα κράτη μέλη χαρακτήρα της αποφάσεως 94/3 είναι ότι αυτά υποχρεούνται να εξασφαλίσουν τη χρησιμοποίηση και την εφαρμογή του ΕΚΑ ως ονοματολογίας αναφοράς, καθόσον παρέχει κοινή ορολογία ισχύουσα στην Κοινότητα. Πάντως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διαβεβαίωσε, χωρίς να το αμφισβητήσει η Επιτροπή, ότι οι αρμόδιες αρχές της εξασφαλίζουν τη χρησιμοποίηση αυτής της ονοματολογίας αναφοράς όταν αυτό απαιτείται από την κοινοτική νομοθεσία, π.χ. όταν ο κωδικός, με τον οποίο ορίζεται στον ΕΚΑ ορισμένος τύπος αποβλήτων, πρέπει να δηλώνεται στο τυποποιημένο έγγραφο παρακολούθησης που προβλέπεται στον κανονισμό 59/93.
45 Η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου δεν επιτρέπει πολλώ μάλλον να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί να αντικατασταθεί η εθνική ονοματολογία αποβλήτων που χρησιμοποιείται από ένα κράτος μέλος σε εσωτερικό νομοθέτημα, το οποίο παραθέτει κατά λέξη τον ΕΚΑ. Από τις σκέψεις 6 και 7 της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου παραδεχόταν ότι η εισαγωγή μιας ονοματολογίας καθαρά λουξεμβουργιανής, που διαφέρει από τον ΕΚΑ και έχει ως αποτέλεσμα ότι αποκλείει τη χρήση του καταλόγου αυτού για μεγάλο αριθμό πράξεων, δεν εξασφάλιζε την πιστή και πλήρη ενσωμάτωση του ΕΚΑ. Εν προκειμένω, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρᆵζει ότι η ύπαρξη εθνικού καταλόγου αποβλήτων δεν εμποδίζει τη χρησιμοποίηση του ΕΚΑ, όταν αυτή επιβάλλεται από το κοινοτικό δίκαιο.
46 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ύπαρξη εθνικής ονοματολογίας αποβλήτων δεν είναι από μόνη της ασυμβίβαστη με την εφαρμογή της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας. Τόσο η Αυστριακή Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή υπενθύμισαν ότι το τυποποιημένο έγγραφο παρακολούθησης που υιοθετήθηκε με την απόφαση 94/774 προβλέπει όχι μόνο να δηλώνεται ο κωδικός που αντιστοιχεί εντός του ΕΚΑ στα απόβλητα προς μεταφορά, αλλά επίσης να δηλώνεται και ο αντίστοιχος κωδικός του εθνικού καταλόγου. Ως εκ τούτου, η απλή συνύπαρξη του ΕΚΑ και του αυστριακού καταλόγου αποβλήτων δεν επιτρέπει να στοιχειοθετηθεί παράβαση της Δημοκρατίας της Αυστρίας των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία 75/442 και την απόφαση 94/3.
47 Βεβαίως, ουδόλως αποκλείεται οι διαφορές μεταξύ του εθνικού καταλόγου αποβλήτων και του ΕΚΑ να δημιουργήσουν αβεβαιότητα στις σχετικές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους σε έναν τομέα που διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο. Εντούτοις, ακόμη και μετά την πρόσκληση του Δικαστηρίου προς την Επιτροπή να υποδείξει τις δυσκολίες αυτές, αυτή δεν προσδιόρισε επαρκώς τις συγκεκριμένες δυσκολίες που ανακύπτουν για τις επιχειρήσεις και τις αρμόδιες αρχές από το γεγονός ότι ο αυστριακός κατάλογος ακολουθεί διαφορετικό από τον ΕΚΑ σύστημα ταξινομήσεως των αποβλήτων. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστήριξε ότι τα δύο συστήματα, παρά τις διαφορές τους, δεν είναι ασυμβίβαστα, ενώ η Επιτροπή περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι, στο μέτρο που ο αυστριακός κατάλογος αποβλήτων δεν ακολουθεί πιστά το σύστημα του ΕΚΑ, δεν αποτελεί μέτρο προσήκουσας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
48 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι διαφορές μεταξύ του αυστριακού καταλόγου αποβλήτων και του ΕΚΑ είναι ικανές να θίξουν τα συμφέροντα των οικείων επιχειρήσεων και την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η αιτίαση που αντλείται από τη μη ορθή μεταφορά του ΕΚΑ δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
49 Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν μπορεί να διαπιστωθεί, εν προκειμένω, παράβαση εκ μέρους της Δημοκρατίας της Αυστρίας των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία 75/442.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από τη μη ορθή μεταφορά του καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904
Επιχειρήματα των διαδίκων
50 Η Επιτροπή προσάπτει στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 91/689 καθόσον δεν μετέφερε ορθά στο εσωτερικό δίκαιο τον κατάλογο των επικίνδυνων αποβλήτων (στο εξής: ΚΕΑ), που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904, κατ’ εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.
51 Φρονεί ότι ο ορισμός των «επικίνδυνων αποβλήτων» που δίδεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 έχει κεφαλαιώδη σημασία για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής. Ο ως άνω ορισμός αναφέρεται στα παραρτήματα Ι έως ΙΙΙ της οδηγίας 91/689, καθώς και στον ΚΕΑ που καταρτίστηκε με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442.Εξάλλου, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/689, είναι αναγκαίο να χρησιμοποιείται ένας ακριβής και ενιαίος ορισμός των επικίνδυνων αποβλήτων, προκειμένου να καθίσταται αποτελεσματικότερη η διαχείρισή τους στο κοινοτικό πλαίσιο. Επομένως, τα παραρτήματα Ι έως ΙΙΙ της οδηγίας 91/689 καθώς και ο ΚΕΑ που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904, η οποία συμπληρώνει την οδηγία αυτή (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2000, C‑318/98, Fornasar κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I‑4785, σκέψη 44), συνιστούν τη βάση επί της οποίας πρέπει αναγκαστικά να θεμελιώνονται τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για να θέσουν σε εφαρμογή την εν λόγω οδηγία.
52 Η Επιτροπή αναφέρει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τον ΚΕΑ που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904. Εκθέτει ότι η σχετική με τον καθορισμό των επικίνδυνων αποβλήτων και των προβληματικών ουσιών υπουργική κανονιστική απόφαση, που ελήφθη το 1997, προέβλεπε την αναγνώριση της λυσιτέλειας του καταλόγου που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904 αποκλειστικά από την 1η Ιουλίου 2000 και ότι στο ενδιάμεσο η διάταξη αυτή απλώς καταργείται χωρίς να αντικαθίσταται. Η τροποποιητική κανονιστική απόφαση που εκδόθηκε το 2000 για πρώτη φορά στη νέα παράγραφο 3 που προστέθηκε στο άρθρο 1 του διατάγματος του 1997 αναφέρθηκε στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 91/1689 και της αποφάσεως 94/904.
53 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι τόσο η οδηγία 91/689 όσο και ο κατάλογος που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904 δεν έχουν εξαντλητικό χαρακτήρα. Τα κράτη μέλη έχουν επομένως τη δυνατότητα να χαρακτηρίζουν ως επικίνδυνα και άλλα απόβλητα εκτός από αυτά που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας αυτής ή στον κατάλογο επικίνδυνων αποβλήτων να θεσπίσουν κατ’ αυτό τον τρόπο ενισχυμένα μέτρα προστασίας για να απαγορεύσουν την εγκατάλειψη, την απόρριψη και την ανεξέλεγκτη διάθεση τέτοιων αποβλήτων, (απόφαση Fornasar κ.λπ. προπαρατεθείσα, σκέψεις 46 έως 51). Αναφέρει, ωστόσο, ότι εάν συμβεί αυτό, οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689 (απόφαση Fornasar κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 51).
54 Η Επιτροπή εμμένει στο γεγονός ότι η δυνατότητα που δίδεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ενισχυμένα μέτρα προστασίας στους τομείς του περιβάλλοντος, που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο εναρμόνισης σε κοινοτικό επίπεδο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελευθερία να μη μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο τα μέτρα εναρμονίσεως. Εκτιμά ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο το σύνολο της οδηγίας 91/869, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων της Ι και ΙΙ και της οδηγίας 91/689 που λειτουργεί ως συμπλήρωμα και ότι δεν μπορούν να βαίνουν πέραν αυτής παρά μόνον υπό προϋποθέσεις και τηρουμένης της διαδικασίας.
55 Κατά την Επιτροπή, το περιθώριο χειρισμών που διαθέτουν τα κράτη μέλη για τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο δεν επιτρέπει, όταν πρόκειται για τη μεταφορά καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων που συμπληρώνει ένα θεμελιώδη ορισμό οδηγίας και που ακολουθεί ένα καθορισμένο και ακριβές σύστημα για να προσδώσει ειδικούς κωδικούς σε ουσίες και αντικείμενα και για να τα ταξινομήσει, να περιορίζονται τα εθνικά μέτρα που θεσπίστηκαν στο να συμπεριλάβουν τις ίδιες αυτές ουσίες και αντικείμενα και να τα κατατάξουν στα επικίνδυνα. Η Επιτροπή υποστηρίζει επομένως ότι τα εθνικά μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να ακολουθούν με ακρίβεια το σύστημα που καθιερώθηκε στην κοινοτική κλίμακα.
56 Παρατηρεί, συναφώς, ότι η απόφαση 94/904 είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη και ότι τελεί σε τόσο στενή σχέση με τη οδηγία 91/689, ώστε η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής μετατέθηκε με την οδηγία 94/31, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση στην κατάρτιση του ΚΕΑ. Επισημαίνει, εξάλλου, ότι το σημείο 1 της εισαγωγής του καταλόγου αυτού ορίζει ότι τα διάφορα είδη αποβλήτων καθορίζονται πλήρως με τους αντίστοιχους κωδικούς και ότι δεν αμφισβητείται ότι, αναφερόμενη σε αυστριακά πρότυπα, η ισχύουσα εθνική νομοθεσία χρησιμοποιεί διαφορετικό σύστημα και άλλους κωδικούς.
57 Η επίκριση της Αυστριακής Κυβέρνησης κατά του περιεχομένου και της ανεπαρκούς ποιότητας του καταλόγου που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904 δεν μπορούν, κατά την Επιτροπή, να δικαιολογήσουν την παράβαση της υποχρεώσεως μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο. Αν και δεν αμφισβητείται ότι ο ΚΕΑ μπορεί να βελτιωθεί, η Επιτροπή αναφέρει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε ο ίδιος προς τούτο διαδικασία προσαρμογής στο άρθρο 9 της οδηγίας 91/689. Εξάλλου, εκτιμά ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 176 ΕΚ ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, που ασκήθηκε εναντίον του για μη ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας, αν δεν τήρησε το ίδιο τη διαδικασία που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή της συνθήκης. Όμως, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν επικαλέστηκε το άρθρο 176 ΕΚ όταν κοινοποίησε την απόφαση που εκδόθηκε το 1997 για τον καθορισμό των επικίνδυνων αποβλήτων και των προβληματικών ουσιών.
58 Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει ότι μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 91/689 και τον ΚΕΑ με την απόφαση του 1997 για τον καθορισμό των επικίνδυνων αποβλήτων και των προβληματικών ουσιών, της οποίας η τελευταία τροποποίηση δημοσιεύθηκε το 2000, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αυστριακού προτύπου S 2100.
59 Υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, τα κράτη μέλη μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να χαρακτηρίσουν άλλα απόβλητα ως επικίνδυνα. Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο ΚΕΑ καταρτίστηκε κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι ο στόχος της οδηγίας επιτεύχθηκε με το μέτρο μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο. Υπενθυμίζει ότι το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ αφήνει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών την επιλογή του τύπου και των μέσων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από την οδηγία αποτελέσματος. Κατά την Κυβέρνηση αυτή, οι συνδυασμένες διατάξεις της αποφάσεως του 1997 και του αυστριακού προτύπου S 2100 έχουν ως αποτέλεσμα ότι όλα τα απόβλητα που χαρακτηρίζονται επικίνδυνα από την οδηγία 91/869 και τον ΚΕΑ θεωρούνται επίσης επικίνδυνα και από το εθνικό δίκαιο.
60 Στο πλαίσιο της αποφάσεως του 1997, η Δημοκρατία της Αυστρίας κάνει χρήση της ευχέρειας που της παρέχει το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/869 και το σημείο 4 της εισαγωγής του καταλόγου που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904, να χαρακτηρίσει ως επικίνδυνα και άλλα απόβλητα εκτός από αυτά που περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό, εκτιμώντας ότι φέρουν χαρακτηριστικά επικινδυνότητας. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε επίσημα στην Επιτροπή ως μέτρο μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
61 Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι απέδειξε, στην επιστολή που συνόδευε την επίσημη κοινοποίηση της ως άνω αποφάσεως, ότι με αυτή μετέφερε πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο το περιεχόμενο του καταλόγου που καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904. Η Δημοκρατία της Αυστρίας διασφάλισε ότι όλα τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό ταξινομήθηκαν με κωδικό επικίνδυνων αποβλήτων σύμφωνα με το αυστριακό πρότυπο S 2100 και ότι υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ των δύο καταλόγων.
62 Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, μια απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της για τους αποδέκτες που ορίζει δεν συνεπάγεται την υποχρέωση να παρατεθεί κατά λέξη ο κατάλογος των επικίνδυνων αποβλήτων που είναι συνημμένος στην απόφαση 94/904.
63 Παρατηρεί ότι, εάν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τον δεσμευτικό χαρακτήρα του καταλόγου αυτού, η υποχρέωση μεταφοράς του καταλόγου αυτού στο εθνικό δίκαιο απορρέει από τη γενική υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 91/689, καθώς και της έννοιας του «επικίνδυνου αποβλήτου», την οποία ορίζει. Όμως, σε αυτό το πλαίσιο της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, ο κατάλογος των επικίνδυνων αποβλήτων δεν είναι δεσμευτικός παρά μόνον όσον αφορά τον καθορισμό των αποβλήτων που υποτίθεται ότι θεωρούνται επικίνδυνα και απόκειται στα κράτη μέλη να επιλέξουν τον τύπο και τα μέσα για την επίτευξη του αποτελέσματος.
64 Σε ό,τι αφορά τη σχέση μεταξύ ΚΕΑ και εθνικού καταλόγου αποβλήτων, η Αυστριακή Κυβέρνηση εκθέτει ότι το αυστριακό πρότυπο S 2100 περιέχει ακριβέστερη απαρίθμηση και προβλέπει αυστηρότερα κριτήρια από τον κοινοτικό κατάλογο. Αναφέρει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας συνεργάζεται ενεργά στην τροποποίηση του ΚΕΑ. Πάντως, επειδή η τροποποίηση αυτή δεν θεωρείται ακόμη περατωθείσα, παρίσταται η ανάγκη να διατηρηθεί σε ισχύ ο εθνικός κατάλογος αποβλήτων προκειμένου να εξασφαλισθεί το υψηλό επίπεδο προστασίας που προσφέρει το αυστριακό δίκαιο.
65 Η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιδιώκει πλήρη εναρμόνιση στον τομέα του περιβάλλοντος και ότι τόσο το άρθρο 176 ΕΚ όσο και η οδηγία 91/689 προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να λάβουν ενισχυμένα μέτρα προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ των αυστριακών διατάξεων που είναι αυστηρότερες.
66 Ο κοινοτικός κατάλογος δεν επαρκεί καθόσον, αφενός, είναι επηρεασμένος από την προέλευση του αποβλήτου και, αφετέρου, δεν είναι εξαντλητικός. Κατά συνέπεια, πολλά απόβλητα δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο εάν προέρχονται από συγκεκριμένο τομέα, ενώ θα κατατάσσονταν ως επικίνδυνα σε άλλο τομέα εφαρμογής. Το γεγονός ότι πολλά απόβλητα μπορούν, κατ’ αρχήν, να ταξινομηθούν με περισσότερους του ενός διαφορετικούς κωδικούς θέτει επίσης πρόβλημα. Η Αυστριακή Κυβέρνηση αποσαφηνίζει την προπαρατεθείσα προβληματική με τη βοήθεια ενός παραδείγματος, συγκρίνοντας κατά τον κοινοτικό κατάλογο και κατά τον αυστριακό την κατάταξη των υπολειμμάτων καλωδίων που περιέχουν PCB και αποδεικνύοντας ότι η εφαρμογή των αυστηρότερων εθνικών κριτηρίων επιτρέπει την κατάταξη των εν λόγω αποβλήτων πάντοτε ως επικινδύνων.
67 Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκθέτει, στη συνέχεια, ότι ο αυστριακός κατάλογος βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το καθοριστικό κριτήριο για να χαρακτηριστεί ένα απόβλητο ως επικίνδυνο είναι τα χαρακτηριστικά του αποβλήτου και όχι η προέλευσή του (απόφαση Fornasar κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 56). Αναφέρεται επίσης στις εκτιμήσεις που έγιναν στο πλαίσιο της εν εξελίξει τροποποιήσεως του κοινοτικού καταλόγου και σε άλλες πρωτοβουλίες σχετικά με τα κριτήρια καθορισμού των επικίνδυνων αποβλήτων και τις πιθανές μολύνσεις. Καταλήγει ότι οι κωδικοί και οι περιγραφές που προβλέπονται στους κοινοτικούς καταλόγους, είτε στον ΕΚΑ είτε στον ΚΕΑ, δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την προστασία του περιβάλλοντος, ιδίως σε περιπτώσεις αξιοποιήσεως των αποβλήτων αυτών, και ότι μια άμεση επανάληψη των καταλόγων αυτών στο εθνικό δίκαιο θα είχε ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση των οικολογικών προτύπων της Αυστρίας, χωρίς να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
68 Αν ληφθούν υπόψη τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει το εθνικό σύστημα κατατάξεως αποβλήτων, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η χρήση του εθνικού καταλόγου, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον συντονισμό με τον ΚΕΑ, είναι σύμφωνος με τους στόχους και τις αρχές της κοινοτικής ρυθμίσεως στον τομέα της διαχειρίσεως των αποβλήτων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
69 Η επιχειρηματολογία των διαδίκων στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτιάσεως προσομοιάζει σε μεγάλο βαθμό με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως. Όσον αφορά τα επιχειρήματα αυτά, αρκεί επομένως να υπενθυμιστούν τα βασικά μέρη της αξιολογήσεως του Δικαστηρίου για τα θέματα που έχουν ήδη θίξει οι διάδικοι.
70 Έτσι, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 39 έως 41 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί άνευ ετέρου το σύνολο της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε η Δημοκρατία της Αυστρίας επιδιώκοντας να αποδείξει ότι οι εθνικές της διατάξεις είναι ποιοτικά καλύτερες από τον ΚΕΑ και ότι εξασφαλίζουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος από εκείνο που εξασφαλίζει η κοινοτική νομοθεσία.
71 Όσον αφορά το περιθώριο χειρισμών που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τη λήψη των μέτρων μεταφοράς του ΚΕΑ στο εθνικό δίκαιο, επιβάλλεται να εξεταστεί εάν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η οδηγία 91/689 και η απόφαση 94/904 περιορίζουν την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής στην έκδοση μιας εσωτερικής πράξεως μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που θα παραθέτει κατά λέξη τους κωδικούς και το σύστημα ταξινομήσεως του κοινοτικού καταλόγου.
72 Δεν αμφισβητείται ότι ο ΚΕΑ καταρτίστηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 το οποίο ορίζει την έννοια των «επικίνδυνων αποβλήτων» για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας και ότι η απόφαση 94/904 είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, όπως προκύπτει από τη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 καθώς και από το σημείο 4 της εισαγωγής του ΚΕΑ, ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι η Επιτροπή και η Δημοκρατία της Αυστρίας έχουν αντίθετες απόψεις όσον αφορά τη δυνατότητα ενός κράτους μέλους να θεωρήσει ως επικίνδυνα απόβλητα άλλα πέραν εκείνων που απαριθμούνται στον ΚΕΑ και ιδίως όσον αφορά τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί προς άσκηση της ευχέρειας αυτής.
73 Όπως ορθώς υπενθυμίζει η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689, το οικείο κράτος μέλος πρέπει να κοινοποιεί στην Επιτροπή τις περιπτώσεις στις οποίες χαρακτηρίζει ως επικίνδυνα απόβλητα άλλα πέραν εκείνων που παρατίθενται στον ΚΕΑ (απόφαση Fornasar κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 51). Δεν απάντησε όμως στο επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας, η οποία θεωρεί ότι συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αυτή με την επίσημη κοινοποίηση προς την Επιτροπή του διατάγματος του 1997 που μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο τον ΚΕΑ.
74 Πρέπει να αναφερθεί ότι ούτε η Επιτροπή αμφισβήτησε ότι ο αυστριακός κατάλογος αποβλήτων χαρακτηρίζει ως επικίνδυνα όλα τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στον ΚΕΑ. Δεν απέδειξε, επομένως, ότι, με την κατάρτιση καταλόγου που χαρακτηρίζει επικίνδυνα και άλλα απόβλητα, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 91/689 και από την απόφαση 94/904.
75 Η Επιτροπή δεν μπορεί, εξάλλου, να στηριχθεί στο σημείο 1 της εισαγωγής του ΚΕΑ, το οποίο περιορίζεται στην εξήγηση του συστήματος κωδικών που χρησιμοποιείται στον κατάλογο αυτό, προκειμένου να ζητήσει από τα κράτη μέλη να ακολουθήσουν με ακρίβεια το σύστημα αυτό, διότι αυτό θα καταργούσε κάθε περιθώριο χειρισμών. Ο στενός σύνδεσμος μεταξύ της οδηγίας 91/689 και του ΚΕΑ, καθώς και το ότι ο ΚΕΑ επιδιώκει να συμπληρώσει μια θεμελιώδη έννοια της εν λόγω οδηγίας, δεν επιτρέπει να το συμπέρασμα ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας έπρεπε να περιοριστεί στο να παραθέσει κατά λέξη τον εν λόγω κατάλογο στην εθνική νομοθεσία, λαμβανομένων υπόψη των όσων ορίζει το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
76 Υπό τις περιστάσεις αυτές και δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς τις συγκεκριμένες δυσκολίες που ανακύπτουν για τις επιχειρήσεις από το γεγονός ότι ο αυστριακός κατάλογος ακολουθεί διαφορετικό από τον ΕΚΑ σύστημα ταξινομήσεως των αποβλήτων (βλ. σκέψεις 47 και 48 της παρούσας αποφάσεως), πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο τα στοιχεία που θα του επέτρεπαν να διαπιστώσει την ύπαρξη της προσαπτόμενης παραβάσεως (βλ. σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως).
77 Πρέπει επομένως να απορριφθεί η αιτίαση που αντλείται από τη μη ορθή μεταφορά του ΚΕΑ στο εσωτερικό δίκαιο.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από τη μη ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689
78 Η Επιτροπή προσάπτει επίσης στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι δεν μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο τα παραρτήματα I και II της οδηγίας 91/689 τα οποία, κατ’ αυτήν, αποτελούν συστατικό στοιχείο των διατάξεων της οδηγίας αυτής και καλύπτονται από την υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω οδηγίας. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο τα εν λόγω παραρτήματα, δεδομένου ότι αυτά θεωρούνται ότι ορίζουν ένα δεσμευτικό πλαίσιο για τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων που περιγράφεται στο άρθρο 18 της οδηγίας 75/442 και ότι αυτή η διαδικασία λήψεως αποφάσεων απαλλάσσεται από την υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών.
79 Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689 μνημονεύονται μόνο στο άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, της ίδιας οδηγίας. Κατά τη διάταξη αυτή, πρέπει να καταρτιστεί κατάλογος επικίνδυνων αποβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 75/442, με βάση τα εν λόγω παραρτήματα, σε προθεσμία έξι μηνών πριν από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της οδηγίας 91/689. Ορθώς επομένως η Δημοκρατία της Αυστρίας θεωρεί ότι, λόγω της διατυπώσεως της διατάξεως αυτής, τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689 αποτελούν μέσα που πρέπει να χρησιμοποιούνται στη διαδικασία καταρτίσεως του ΚΕΑ.
80 Επιβάλλεται εξάλλου η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν ανέπτυξε κανένα επιχείρημα για να αποδείξει τη χρησιμότητα της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των παραρτημάτων αυτών ή ότι η παράλειψη μεταφοράς τους θα έθετε σε κίνδυνο την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως σε θέματα διαχειρίσεως των επικίνδυνων αποβλήτων. Περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι τα παραρτήματα Ι και ΙΙ, ως συστατικά στοιχεία της οδηγίας 91/689, έπρεπε να αποτελέσουν το αντικείμενο μέτρων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο όπως ακριβώς και οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας.
81 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας είχε την υποχρέωση να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτή η αιτίαση που αντλείται από τη μη ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των παραρτημάτων αυτών.
82 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, διότι το Δικαστήριο δεν θεωρεί βάσιμη καμία από τις αιτιάσεις που πρόβαλε η Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας (βλ. σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως).
Επί των δικαστικών εξόδων
83 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Επιτροπή, η οποία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Jann
Rosas
von Bahr
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Απριλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy