Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-213/01 P,
T. Port GmbH & Co. KG, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον G. Meier, Rechtsanwalt,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 20 Μαρτίου 2001 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα) στην υπόθεση T-52/99, T. Port κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-981), και με την οποία ζητείται η μερική ακύρωση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους K.-D. Borchardt και M. Niejahr, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, M. Wathelet, R. Schintgen (εισηγητή) και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, P. Jann, Β. Σκουρή, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr, J. N. Cunha Rodrigues και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Νοεμβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Μαου 2001, η εταιρία T. Port GmbH & Co. KG (στο εξής: T. Port) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 20 Μαρτίου 2001 το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-52/99, T. Port κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-981, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως αυτής.
Νομικό πλαίσιο
2 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο περιέγραψε το νομικό πλαίσιο ως εξής:
«1 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1), θέσπισε από την 1η Ιουλίου 1993 κοινό σύστημα εισαγωγής μπανανών, το οποίο αντικατέστησε τα διάφορα εθνικά συστήματα. Συναφώς έγινε διάκριση μεταξύ των "κοινοτικών μπανανών", δηλαδή των μπανανών κοινοτικής συγκομιδής, και των "μπανανών τρίτων χωρών", προελεύσεως άλλων τρίτων χωρών πλην των κρατών της Αφρικής, της Καραϋβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ), των "παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ" και των "μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ". Οι παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ και οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ αντιστοιχούσαν στις ποσότητες τις εξαγόμενες από τις χώρες ΑΚΕ αφενός μέχρι το όριο και αφετέρου καθ' υπέρβαση των ποσοτήτων που εξήγε παραδοσιακώς καθένα από τα κράτη αυτά, όπως καθορίζονταν στο παράρτημα του κανονισμού 404/93.
2 Προκειμένου να διασφαλιστεί η ικανοποιητική εμπορία των κοινοτικών μπανανών, καθώς και των μπανανών καταγωγής των κρατών ΑΚΕ και των λοιπών τρίτων χωρών, ο κανονισμός 404/93 προέβλεπε το άνοιγμα ετήσιας δασμολογικής ποσόστωσης 2,2 εκατομμυρίων τόνων (καθαρού βάρους) για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ.
3 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93, όπως ίσχυε, προέβαινε σε κατανομή της δασμολογικής αυτής ποσοστώσεως, ανοίγοντάς την μέχρι ύψους 66,5 % για την κατηγορία των επιχειρηματιών που ασχολούνταν με την εμπορία μπανάνας τρίτων χωρών και/ή μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ (κατηγορία Α), 30 % για την κατηγορία των επιχειρηματιών που ασχολούνταν με την εμπορία κοινοτικής μπανάνας και/ή παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ (κατηγορία Β) και 3,5 % για την κατηγορία των εγκατεστημένων στην Κοινότητα επιχειρηματιών οι οποίοι άρχισαν να ασχολούνται με την εμπορία μπανάνας πλην της κοινοτικής και/ή της παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ από το 1992 (κατηγορία Γ).
4 Το άρθρο 19, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 404/93, όπως ίσχυε, προέβλεπε τα εξής:
"Βάσει υπολογισμών διενεργούμενων χωριστών για καθεμία των κατηγοριών επιχειρηματιών της παραγράφου 1 [...], κάθε επιχειρηματίας λαμβάνει πιστοποιητικά εισαγωγής σε συνάρτηση με τη μέση ποσότητα μπανάνας που επώλησε τα τρία τελευταία χρόνια για τα οποία υπάρχουν στατιστικά στοιχεία."
5 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1442/93 της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 142, σ. 6), καθόριζε, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του είδους των εμπορικών φορέων των κατηγοριών Α και Β που μπορούσαν να υποβάλουν αιτήσεις για πιστοποιητικά εισαγωγής σύμφωνα με τη δραστηριότητα που είχαν ασκήσει κατά την περίοδο αναφοράς.
6 Αυτό το καθεστώς εισαγωγής αποτέλεσε, κατόπιν καταγγελιών ορισμένων τρίτων χωρών, το αντικείμενο διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ).
7 Κατά την εν λόγω διαδικασία καταρτίστηκαν εκθέσεις από την ειδική ομάδα του ΠΟΕ στις 22 Μαου 1997 και μια έκθεση του μόνιμου δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου του ΠΟΕ στις 9 Σεπτεμβρίου 1997, η οποία εγκρίθηκε από το όργανο διευθετήσεως διαφορών με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1997. Με την απόφαση αυτή το όργανο διευθετήσεως διαφορών κήρυξε ασύμβατες με τους κανόνες του ΠΟΕ ορισμένες πτυχές του κοινοτικού καθεστώτος εισαγωγής μπανάνας.
8 Για να συμμορφωθεί με την ανωτέρω απόφαση, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98, της 20ής Ιουλίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού 404/93 (EE L 210, σ. 28). Στη συνέχεια η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2362/98, της 28ης Οκτωβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 404/93 σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (EE L 293, σ. 32).
9 Στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος εισαγωγής μπανάνας, καταργήθηκε η κατανομή της ποσοστώσεως μεταξύ τριών διαφορετικών κατηγοριών επιχειρηματιών, δεδομένου ότι ο κανονισμός 2362/98 προέβλεψε απλώς την κατανομή μεταξύ "παραδοσιακών εμπορικών φορέων" και "νεοεμφανιζομένων εμπορικών φορέων", όπως αυτοί προσδιορίζονται από τον εν λόγω κανονισμό. Καταργήθηκε επίσης η υποδιαίρεση των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Β ανάλογα με τους τύπους δραστηριοτήτων που ασκούσαν στην αγορά.
10 Έτσι, το άρθρο 4 του κανονισμού 2362/98 έχει ως εξής:
"1. Κάθε παραδοσιακός εμπορικός φορέας, που είναι καταχωρημένος σε ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 5, λαμβάνει, για κάθε έτος, για το σύνολο των προελεύσεων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, εφάπαξ, μια ποσότητα αναφοράς που καθορίζεται σε συνάρτηση με τις ποσότητες μπανανών που εισήγαγε πράγματι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
2. Για εισαγωγές που πραγματοποιούνται το 1999, στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, η περίοδος αναφοράς αποτελείται από τα έτη 1994, 1995 και 1996."
11 Το άρθρο 5, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 2362/98 προβλέπει τα εξής:
"2. Για τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς, κάθε εμπορικός φορέας ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή κάθε χρόνο πριν από την 1η Ιουλίου:
α) το σύνολο των ποσοτήτων μπανανών καταγωγής από χώρες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τις οποίες εισήγαγε πράγματι κατά τη διάρκεια καθενός από τα έτη της περιόδου αναφοράς,
β) τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
3. Η πραγματική εισαγωγή πιστοποιείται σωρευτικά:
α) με την προσκόμιση αντιγράφου των χρησιμοποιηθέντων πιστοποιητικών εισαγωγής για την ελεύθερη κυκλοφορία των ποσοτήτων που αναφέρονται, από τον δικαιούχο του πιστοποιητικού [...] και
β) με την απόδειξη πληρωμής των δασμών που εφαρμόζονται την ημέρα ολοκλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής, πληρωμής που πραγματοποιείται είτε απευθείας στις τελωνειακές αρχές είτε μέσω ενός εκτελωνιστή ή εξουσιοδοτημένου προσώπου.
Ο εμπορικός φορέας που προσκομίζει την απόδειξη ότι πλήρωσε τους τελωνειακούς δασμούς που εφαρμόζονταν κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μιας συγκεκριμένης ποσότητας μπανανών απευθείας στις τελωνειακές αρχές ή μέσω ενός εκτελωνιστή ή εξουσιοδοτημένου προσώπου, χωρίς να είναι ο δικαιούχος ή ο εκχωρητής του αντίστοιχου πιστοποιητικού εισαγωγής που χρησιμοποιήθηκε γι' αυτή την πράξη [...], θεωρείται ότι πραγματοποίησε πράγματι την εισαγωγή αυτής της ποσότητας, εάν έχει καταχωρηθεί σε ένα κράτος μέλος κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1442/93 ή/και αν έχει εκπληρώσει τους όρους που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό για την καταχώρηση ως παραδοσιακού εμπορικού φορέα. Οι εκτελωνιστές ή τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα δεν δύνανται να διεκδικήσουν την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου.
4. Για τους εμπορικούς φορείς που είναι εγκατεστημένοι στην Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία, η απόδειξη των ποσοτήτων που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στα εν λόγω κράτη μέλη το 1994 και έως και το τρίτο τρίμηνο του έτους 1995 παρέχεται με την έκδοση αντιγράφων των αντίστοιχων τελωνειακών εγγράφων, καθώς και των εγκρίσεων εισαγωγής που εκδόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές και έχουν χρησιμοποιηθεί καταλλήλως."
12 Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 2362/98 προβλέπει τα εξής:
"Λαμβάνοντας υπόψη τις ανακοινώσεις που πραγματοποιούνται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 και σε συνάρτηση με τον συνολικό όγκο των δασμολογικών ποσοστώσεων και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ που αναφέρονται στο άρθρο 2, η Επιτροπή καθορίζει, εάν συντρέχει λόγος, ενιαίο συντελεστή προσαρμογής που θα εφαρμοστεί στην προσωρινή ποσότητα αναφοράς κάθε εμπορικού φορέα."»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
3 Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα εξής:
«13 Η [...] T. Port [...] είναι επιχείρηση εισαγωγής οπωροκηπευτικών. Μέχρι την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2362/98 η ενάγουσα ανήκε στην κατηγορία Α. Αποτελεί παραδοσιακό επιχειρηματία κατά την έννοια του κανονισμού αυτού.
14 Με απόφαση των αρμόδιων εθνικών αρχών της 8ης Δεκεμβρίου 1998, η προσωρινή ποσότητα αναφοράς της ενάγουσας για το έτος 1999 ορίστηκε σε 13 709 963 kg και η ποσότητα αυτή μειώθηκε κατά 824 833 kg, κατόπιν εφαρμογής του διορθωτικού συντελεστή 0,939837, τον οποίο είχε καθορίσει η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 2362/98. Επιπλέον, οι εθνικές αρχές αφαίρεσαν από τις ποσότητες που είχε ζητήσει η ενάγουσα τις ποσότητες που είχε εισαγάγει το 1994 στην Αυστρία, στη Φινλανδία και στη Σουηδία, δηλαδή 898 692 kg, καθώς και την ποσότητα μπανανών τρίτων χωρών που της είχε επιτρέψει να εισαγάγει το Finanzgericht Hamburg, δηλαδή 9 838 861 kg.»
4 Όσον αφορά την τελευταία αυτή ποσότητα (στο εξής: καθορισθείσα δικαστικώς ποσότητα), από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) εξέδωσε στις 19 Μαου και στις 8, 21 και 28 Ιουνίου 1995 διατάξεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με τις οποίες υποχρέωσε το Hauptzollamt Hamburg-Jonas να επιτρέψει στην T. Port να θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία 9 860 571 kg μπανανών, κατόπιν καταβολής δασμών με βάση τον συντελεστή των 75 ECU ανά τόνο που ίσχυε τότε για την εισαγωγή μπανάνας από τρίτες χώρες στο πλαίσιο δασμολογικής ποσοστώσεως, μολονότι η εταιρία αυτή δεν κατείχε τα απαιτούμενα πιστοποιητικά εισαγωγής. Με τη διάταξη της 19ης Μαου 1995, το Finanzgericht Hamburg αποφάσισε επίσης να υποβάλει στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα. Τα τρία πρώτα αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 307 ΕΚ), το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 478/95 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1995, περί συμπληρωματικών λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, όσον αφορά το καθεστώς της δασμολογικής ποσοστώσεως κατά την εισαγωγή μπανανών εντός της Κοινότητας, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1442/93 (ΕΕ L 49, σ. 13), και το άμεσο αποτέλεσμα των άρθρων I, II, III και XIII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (στο εξής: ΓΣΔΕ του 1994), που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1Α της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ), που εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ' όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1). Το τέταρτο ερώτημα αφορούσε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα όταν έχει αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του παράγωγου κοινοτικού δικαίου επί του οποίου στηρίζεται η νομική εκτίμηση. Αυτή η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Finanzgericht Hamburg έλαβε αριθμό υποθέσεως C-182/95, η εκδίκαση της υποθέσεως αρχικά αναστάληκε, στη συνέχεια δε, κατόπιν διατάξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 2001, η υπόθεση διαγράφηκε από το Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου.
5 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι, αφού με απόφαση της 22ας Αυγούστου 1995 το Bundesfinanzhof (Γερμανία) ακύρωσε τις εν λόγω διατάξεις του Finanzgericht Hamburg, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas καθόρισε, με αποφάσεις της 29ης Αυγούστου και της 1ης Σεπτεμβρίου 1995, τον συντελεστή των δασμών που όφειλε η T. Port σε 850 ECU ανά τόνο, δηλαδή έλαβε ως βάση τον συντελεστή που ίσχυε τότε για τις εισαγωγές εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως. Κατόπιν αιτήσεως της T. Port, το Finanzgericht Hamburg ανέστειλε, με διατάξεις της 22ας και της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών του Hauptzollamt Hamburg-Jonas, χωρίς να διατάξει συναφώς τη σύσταση εγγυήσεως. Με τις ίδιες αυτές διατάξεις υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία ήσαν πανομοιότυπα με τα τρία πρώτα ερωτήματα που είχε υποβάλει στην υπόθεση C-182/95. Επί της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Μαρτίου 1998, C-364/95 και C-365/95, T. Port (Συλλογή 1998, σ. I-1023).
6 Υπό τις συνθήκες αυτές ακριβώς η T. Port άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 19 Φεβρουαρίου 1999, αγωγή αποζημιώσεως, βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που της προξένησε λόγω του ότι ανάγκασε τις εθνικές αρχές να μειώσουν, πρώτον, την ποσότητα αναφοράς της κατ' εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή και, δεύτερον, τις αιτηθείσες από την εταιρία αυτή ποσότητες κατά τις ποσότητες που είχε εισαγάγει το 1994 στην Αυστρία, στη Φινλανδία και στη Σουηδία και κατά την ποσότητα που είχε καθοριστεί δικαστικώς.
7 Προς στήριξη της αγωγής της η T. Port προέβαλε διαφόρους ισχυρισμούς, και συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή, με τις ενέργειές της, παραβίασε, πρώτον, τη ΓΣΔΕ του 1994, τη Συμφωνία για τις διαδικασίες έκδοσης αδειών εισαγωγής και τη Γενική Συμφωνία για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS), οι οποίες περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1Α και 1Β αντιστοίχως της Συμφωνίας ΠΟΕ, δεύτερον, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και, τρίτον, τις αρχές της προστασίας της ιδιοκτησίας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και την αρχή της αναλογικότητας.
8 Ειδικότερα, η T. Port ισχυρίστηκε ότι η μείωση των ποσοτήτων που είχε ζητήσει κατά την δικαστικώς καθορισθείσα ποσότητα αντέβαινε ιδίως προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο συνόψισε τη σχετική επιχειρηματολογία της T. Port ως εξής:
«71 Η [T. Port] εκθέτει ότι το Finanzgericht Hamburg, με τη διάταξη λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που εξέδωσε, διέταξε να γίνει δεκτή, χωρίς πιστοποιητικό, η ποσότητα που είχε καθοριστεί δικαστικώς, υπό την προϋπόθεση ότι είχε καταβληθεί ο κανονικός δασμός. Η ενάγουσα είχε καταβάλει τον εν λόγω δασμό.
72 Η ενάγουσα παρατηρεί ότι ως εισαγωγείς θεωρούνται, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2362/98, οι επιχειρηματίες που, χωρίς να είναι οι δικαιούχοι του πιστοποιητικού εισαγωγής που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκεκριμένη πράξη, αποδεικνύουν ότι έχουν καταβάλει τους σχετικούς δασμούς. Η ενάγουσα φρονεί ότι, αν και δεν διέθετε πιστοποιητικά εισαγωγής, έχει προσκομίσει την εν λόγω απόδειξη, μέσω της προπαρατεθείσας διατάξεως του Finanzgericht Hamburg περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, οι εισαγωγές που πραγματοποιούνται βάσει διατάξεως εθνικού δικαστηρίου περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να παρέχουν τα ίδια δικαιώματα όπως οι εισαγωγές που πραγματοποιούνται βάσει πιστοποιητικών.»
9 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή αντέκρουσε το επιχείρημα αυτό της T. Port στηριζόμενη στον ακόλουθο συλλογισμό:
«78 Συναφώς η Επιτροπή εκθέτει ότι οι ποσότητες που έχουν καθοριστεί δικαστικώς μπορούν να χορηγούνται ως ποσότητες αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι εισαγωγικοί δασμοί έχουν πράγματι καταβληθεί και ότι οι εισαγωγές έχουν πραγματοποιηθεί κατά την περίοδο αναφοράς, δηλαδή εν προκειμένω από το 1994 μέχρι το 1996.
79 Η τελωνειακή οφειλή της ενάγουσας για την δικαστικώς καθορισθείσα ποσότητα προσδιορίστηκε μεν με απόφαση της αρμόδιας εθνικής αρχής, αλλά το Finanzgericht Hamburg διέταξε την αναστολή της εξοφλήσεως του εν λόγω χρέους, χωρίς να προβλέψει την παροχή εγγυήσεως. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η τελωνειακή οφειλή εξοφλήθηκε.
80 Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η επίμαχη ποσότητα μπανανών εισήχθη από την ενάγουσα χωρίς πιστοποιητικό, δηλαδή εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να επιβληθεί ο πλήρης δασμός που προβλέπει το Κοινό Δασμολόγιο. Ενόσω όμως δεν έχει εξοφληθεί ο δασμός αυτός, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη αυτή η ποσότητα μπανανών για τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς.»
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' αρχάς την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής, καθώς και την αιτίαση της T. Port περί παραβιάσεως της ΓΣΔΕ του 1994 και των άλλων συμφωνιών που μνημονεύονται στη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως. Όσον αφορά την αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, το Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε ορισμένα επιχειρήματα, απέρριψε ως εξής, με τη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, την επιχειρηματολογία σχετικά με τη μείωση των αιτηθεισών ποσοτήτων κατά την καθορισθείσα δικαστικώς ποσότητα:
«Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας ότι είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την ποσότητα μπανανών που είχε καθοριστεί με τη διάταξη του Finanzgericht Hamburg περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, αρκεί η επισήμανση ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να απαιτεί να έχουν όντως πραγματοποιηθεί οι εισαγωγές που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως ποσότητες αναφοράς. Η ποσότητα όμως που επικαλείται η ενάγουσα εισήχθη εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, οπότε επιβλήθηκε ο πλήρης δασμός που προβλέπει το Κοινό Δασμολόγιο. Η διάταξη του Finanzgericht Hamburg περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ανέστειλε στη συνέχεια την καταβολή των αναλογούντων δασμών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενάγουσα δεν μπορεί βασίμως να απαιτεί να ληφθεί υπόψη η ποσότητα αυτή κατά τον προσδιορισμό της ποσότητας αναφοράς της. Συγκεκριμένα, το βάρος αποδείξεως της εξοφλήσεως των επίμαχων δασμών φέρει η ενάγουσα, η οποία όμως δεν απέδειξε την εξόφληση αυτή. Σχετικώς πρέπει να προστεθεί ότι η Επιτροπή δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουστεί επ' αυτού, ότι είχε ενημερώσει τις αρμόδιες γερμανικές αρχές ότι θα έπρεπε να λάβουν υπόψη την ποσότητα αυτή, αν είχαν καταβληθεί οι σχετικοί δασμοί.»
11 Αφού απέρριψε επίσης την αιτίαση περί παραβιάσεως των αρχών της προστασίας της ιδιοκτησίας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και της αναλογικότητας, το Πρωτοδικείο κατέληξε, με τη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι η T. Port δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς λόγω της οποίας να μπορεί να θεμελιωθεί εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, οπότε η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί. Κατόπιν αυτού, καταδίκασε την T. Port στα δικαστικά της έξοδα, καθώς και στα έξοδα της Επιτροπής, σύμφωνα με το αίτημα που είχε προβάλει συναφώς η Επιτροπή.
Η αίτηση αναιρέσεως
12 Η T. Port ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος κατά το οποίο απορρίπτει την αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν έλαβε προσηκόντως υπόψη την καθορισθείσα δικαστικώς ποσότητα κατά τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς της εταιρίας αυτής για τα έτη 1997 έως 1999 και κατά το μέρος κατά το οποίο την καταδικάζει στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
13 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμη και να καταδικάσει την T. Port στο σύνολο των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Η T. Port ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι, για να συνυπολογιστεί η καθορισθείσα δικαστικώς ποσότητα κατά τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς, έπρεπε να καταβληθεί ο δασμός με βάση τον πλήρη συντελεστή των 850 ECU ανά τόνο, ο οποίος ίσχυε για τις εισαγωγές εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, παρερμήνευσε το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2362/98. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ποσότητα αναφοράς καθορίζεται βάσει όλων των εισαγωγών για τις οποίες έχει προσκομιστεί η απόδειξη πληρωμής «των δασμών που εφαρμόζονται την ημέρα ολοκλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής». Ο δασμός όμως που εφαρμοζόταν εν προκειμένω την ημέρα της εισαγωγής ήταν ο δασμός των 75 ECU ανά τόνο, ο οποίος ίσχυε για τις περιλαμβανόμενες στην ποσόστωση ποσότητες, διότι το Finanzgericht Hamburg είχε αποφασίσει, με τις διατάξεις περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ότι η εισαγωγή της καθορισθείσας δικαστικώς ποσότητας μπορούσε να πραγματοποιηθεί ακόμη και χωρίς πιστοποιητικά εισαγωγής, εφόσον καταβαλλόταν ο εν λόγω δασμός. Το γεγονός ότι το Bundesfinazhof ακύρωσε στη συνέχεια τις διατάξεις αυτές, οπότε το Hauptzollamt Hamburg-Jonas τροποποίησε την απόφασή του και καθόρισε τον δασμό που όφειλε η T. Port με βάση τον πλήρη συντελεστή, ο οποίος ίσχυε για τις εισαγωγές εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, δεν ασκεί καμία επιρροή συναφώς.
15 Η T. Port υποστηρίζει επίσης ότι η εισαγωγή της καθορισθείσας δικαστικώς ποσότητας πρέπει να θεωρηθεί πραγματοποιηθείσα εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως, έστω και αν ο λόγος στον οποίο στήριξε το Finanzgericht Hamburg τη λήψη των αιτηθέντων ασφαλιστικών μέτρων αποδείχθηκε αβάσιμος μετά την εισαγωγή και την καταβολή των δασμών. Η T. Port ισχυρίζεται συναφώς ότι το Finanzgericht Hamburg τήρησε, με τις διατάξεις του για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων, τα όρια που έχει θέσει στα εθνικά δικαστήρια η νομολογία του Δικαστηρίου ως προς τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα που ήσαν λυσιτελή από άποψη κοινοτικού δικαίου. Η T. Port φρονεί ότι η προσωρινή έννομη προστασία που μπορούν να παρέχουν στους ιδιώτες τα εθνικά δικαστήρια θα καθίστατο κενή περιεχομένου, αν τα δικαστήρια αυτά δεν μπορούσαν να έχουν την πεποίθηση ότι το πραγματικό πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί μετά την πραγματοποίηση των εισαγωγών και την καταβολή των δασμών που έχει καθορίσει η τελωνειακή αρχή είναι οριστικό.
16 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα εθνικά δικαστήρια πρέπει, ακόμη και κατά τις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων, να λαμβάνουν υπόψη τους αναμφισβήτητης ισχύος κανόνες του κοινοτικού δικαίου και ότι δεν μπορούν να τους αντικαθιστούν με ειδικούς και προσωρινούς κανόνες. Το Finanzgericht Hamburg όμως, αποφασίζοντας ότι ορισμένες μπανάνες που είχαν εισαχθεί εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως υπέκειντο προσωρινώς στον δασμό μόνο που ίσχυε για τις εισαγωγές εντός ποσοστώσεως, παρερμήνευσε τις σαφέστατες διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2326/98, που επιβάλλουν ως προϋπόθεση για την επιβολή του τελευταίου αυτού δασμού την προσκόμιση των σχετικών πιστοποιητικών εισαγωγής.
17 Η Επιτροπή φρονεί ότι το επιχείρημα της T. Port ότι τα περιστατικά που είναι μεταγενέστερα της ημέρας της εισαγωγής δεν ασκούν καμία επιρροή επί του καθορισμού του εφαρμοστέου δασμολογικού συντελεστή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμο, θα είχε ως συνέπεια ότι οποιαδήποτε απόφαση εθνικού δικαστηρίου περί ασφαλιστικών μέτρων, ακόμη και παράνομη, θα έδιδε τη δυνατότητα καταστρατηγήσεως του κοινοτικού δικαίου. Κατά την Επιτροπή, η T. Port δεν μπορεί να επικαλείται εν προκειμένω τη νομολογία του Δικαστηρίου που επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να διατάσσουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το κύρος των κανόνων του κοινοτικού δικαίου που αποτελούν τη βάση μιας εθνικής νομικής πράξης, δεδομένου ότι οι διατάξεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που εξέδωσε το Finanzgericht Hamburg δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με τη νομολογία αυτή.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
18 Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της επιχειρηματολογίας της T. Port, αρκεί η διαπίστωση ότι από τις σκέψεις 4 και 5 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η εισαγωγή της καθορισθείσας δικαστικώς ποσότητας κατόπιν καταβολής δασμών με βάση τον συντελεστή των 75 ECU ανά τόνο, ο οποίος ίσχυε τότε για την εισαγωγή μπανάνας από τρίτες χώρες στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως, επιτράπηκε προσωρινά μόνο με τις διατάξεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων του Finanzgericht Hamburg, οι οποίες στηρίζονταν στις αμφιβολίες που είχε το δικαστήριο αυτό ως προς το κύρος της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως, κυρίως από την άποψη των διατάξεων της ΓΣΔΕ του 1994.
19 Τα διατασσόμενα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προσωρινά μέτρα διατάσσονται εν αναμονή απλώς της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως στην κύρια υπόθεση και δεν προδικάζουν την απόφαση αυτή. Επιπλέον, τα προσωρινά μέτρα μπορούν και αυτά να προσβάλλονται και να ακυρώνονται ή να τροποποιούνται εν αναμονή της αποφάσεως αυτής, όπως άλλωστε συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία οι διατάξεις του Finanzgericht Hamburg, με τις οποίες επιτράπηκε να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία η καθορισθείσα δικαστικώς ποσότητα κατόπιν καταβολής δασμών με βάση συντελεστή 75 ECU ανά τόνο, ακυρώθηκαν από το Bundesfinanzhof.
20 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η T. Port, οι δασμοί που καθορίζονται προσωρινά στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι κατ' ανάγκη οι δασμοί που ισχύουν την ημέρα ολοκληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής και των οποίων την πληρωμή πρέπει να αποδείξουν οι επιχειρηματίες, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο ββ, του κανονισμού 2362/98, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι πράγματι εισήχθησαν οι ποσότητες μπανάνας τις οποίες οι επιχειρηματίες αυτοί επιδιώκουν να συμπεριλάβουν στον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς που προβλέπει το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού.
21 Από τα ανωτέρω προκύπτει επίσης ότι η προσωρινή έννομη προστασία που τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να παρέχουν στους ιδιώτες, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός οριστικού πραγματικού πλαισίου, το οποίο να μην επιτρέπεται στη συνέχεια να θιγεί.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται κατ' ανάγκη το συμπέρασμα ότι η επιχειρηματολογία της T. Port δεν είναι βάσιμη και ότι η αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της T. Port στα δικαστικά έξοδα και η T. Port ηττήθηκε, η T. Port πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την T. Port GmbH & Co. KG στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy