Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-229/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Unabhδngiger Verwaltungssenat im Land Niederφsterreich (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά
Susanne Mόller,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των οδηγιών 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), και 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ L 109, σ. 29),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, P. Jann, S. von Bahr (εισηγητή) και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η S. Mόller, εκπροσωπούμενη από τους P. Zφchbauer και C. Butter, Rechtsanwδlte,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. Dossi,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. Shotter και H. Kreppel,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 1ης Ιουνίου 2001, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουνίου 2001, το Unabhδngiger Verwaltungssenat im Land Niederφsterreich υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία των οδηγιών 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), και 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ L 109, σ. 29).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας ποινικού χαρακτήρα κατά της S. Mόller, η οποία κρίθηκε ένοχη πρωτοδίκως για τον λόγο ότι διέθεσε στην αγορά προϋόν διατροφής μετά το πέρας της προθεσμίας ελάχιστης διατηρησιμότητας του τροφίμου, χωρίς εμφανή και εύληπτη ένδειξη ότι παρήλθε η σχετική προθεσμία, σε αντίθεση προς την ισχύουσα σχετική εθνική νομοθεσία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
Η οδηγία 79/112
3 Κατόπιν πολλαπλών τροποποιήσεων, η οδηγία 79/112 κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2000/13 και καταργήθηκε με το άρθρο 26, παράγραφος 1, της τελευταίας. Η οδηγία 2000/13 τέθηκε σε ισχύ στις 26 Μαου 2000. Στις διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 15 της οδηγίας 79/112, στις οποίες παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, αντιστοιχούν οι διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 18 της οδηγίας 2000/13.
Η οδηγία 2000/13
4 Η δεύτερη και η τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/13 έχουν ως εξής:
«(2) Οι διαφορές μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων είναι δυνατόν να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων αυτών και ενδέχεται να δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού.
(3) Η προσέγγιση των ανωτέρω νομοθεσιών είναι συνεπώς αναγκαία προκειμένου να ενισχυθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.»
5 Η δέκατη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«[...] ο οριζόντιος χαρακτήρας της παρούσας οδηγίας δεν επέτρεψε σε πρώτο στάδιο να περιληφθούν στις υποχρεωτικές ενδείξεις όλες όσες οφείλουν να περιλαμβάνονται στον κατάλογο που θα εφαρμόζεται κατ' αρχή στο σύνολο των τροφίμων, αλλά πρέπει σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, να εκδοθούν κοινοτικές διατάξεις που να αποσκοπούν στη συμπλήρωση των κανόνων που θα ισχύουν επί του παρόντος.»
6 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της οδηγίας 2000/13 νοούνται ως:
«"επισήμανση": οι μνείες, ενδείξεις, εμπορικά ή βιομηχανικά σήματα, εικόνες ή σύμβολα που αναφέρονται σ' ένα τρόφιμο και φέρονται σε κάθε συσκευασία, έγγραφο, πινακίδα, ετικέτα, δακτύλιο ή περιλαίμια που συνοδεύουν ή αναφέρονται στο τρόφιμο αυτό».
7 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13 προβλέπει τα εξής:
«Η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 17, τις ακόλουθες υποχρεωτικές ενδείξεις:
1) την ονομασία πωλήσεως·
2) τον κατάλογο των συστατικών·
3) την ποσότητα ορισμένων συστατικών ή κατηγοριών συστατικών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7·
4) την καθαρή ποσότητα, για τα προσυσκευασμένα τρόφιμα·
5) την ημερομηνία ελάχιστης διατηρισιμότητας ή στην περίπτωση των τροφίμων που είναι μικροβιολογικώς εξαιρετικά αλλοιώσιμα, την τελική ημερομηνία ανάλωσης·
6) τις ιδιαίτερες συνθήκες διατηρήσεως και χρήσεως·
7) το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας·
[...]
8) τον τόπο καταγωγής ή προελεύσεως στις περιπτώσεις που η παράλειψη της ενδείξεως αυτής θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσει στον καταναλωτή εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με τον πραγματικό τόπο καταγωγής ή προελεύσεως του τροφίμου·
9) οδηγίες χρήσεως στην περίπτωση στην οποία η παράλειψή τους δεν θα επέτρεπε τη σωστή χρήση του προϋόντος·
10) για τα ποσά με περιεκτικότητα σε οινόπνευμα μεγαλύτερη από 1,2 % κατ' όγκο, η αναγραφή του κτηθέντος κατ' όγκο αλκοολικού τίτλου.»
8 Το άρθρο 18 της οδηγίας 2000/13 έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν το εμπόριο τροφίμων τα οποία ανταποκρίνονται προς τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν την επισήμανση και παρουσίαση ορισμένων τροφίμων ή των τροφίμων γενικά.
2. Η παράγραφος 1 δεν θα εφαρμόζεται στις εθνικές διατάξεις που δεν εναρμονίστηκαν [για] λόγους:
- προστασίας της δημοσίας υγείας,
- καταστολής της απάτης, εφ' όσον οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των ορισμών και κανόνων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία,
- προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, των ενδείξεων προελεύσεως, των ονομασιών προελεύσεως και καταστολής του αθέμιτου ανταγωνισμού.»
Η αυστριακή νομοθεσία
9 Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του Lebensmittelkennzeichnungsverordnung του 1993 (κανονισμού του 1993 για την επισήμανση των τροφίμων, BGBl. 1993/72), που τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με κανονισμό που δημοσιεύθηκε το 1999 (BGBl. ΙΙ, 1999/462, στο εξής: LMKV), στην περίπτωση προσυσκευασμένων τροφίμων πρέπει να τηρείται η ακόλουθη υποχρέωση:
«Αν η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας έχει παρέλθει, το γεγονός αυτό πρέπει να επισημαίνεται κατά τρόπο εμφανή και εύληπτο σε όλους.»
10 Από το άρθρο 74, παράγραφος 4, σημείο 2, του Lebensmittelgesetz του 1975 (νόμου του 1975 περί των τροφίμων, BGBl. 1975/86, τροποποιηθέντος το 1999, BGBl. 1999/157, στο εξής: LMG) προκύπτει ότι η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής συνιστά παράβαση τιμωρούμενη με διοικητικό πρόστιμο.
11 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το Verwaltungsgerichtshof (διοικητικό δικαστήριο), η αναγραφή και μόνον της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 10, παράγραφος 2, του LMKV και ότι πρέπει να επισημαίνεται, με περαιτέρω ένδειξη, ότι η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας του εν λόγω τροφίμου έχει ήδη παρέλθει, εφόσον αυτό συμβαίνει.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12 Η S. Mόller, ως εκπρόσωπος της εταιρίας Spar Φsterreichische Warenhandels AG, κρίθηκε ένοχη για τον λόγο ότι, στις 22 Αυγούστου 2000, διέθεσε προς πώληση και, ως εκ τούτου, διέθεσε στο εμπόριο την μπύρα Zwettler Kuenringer Festbock, προσυσκευασμένο προϋόν διατροφής, χωρίς να επισημάνει ότι η προθεσμία ελάχιστης διατηρησιμότητας της μπύρας αυτής έληξε στις 14 Αυγούστου 2000.
13 Στη S. Mόller επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 2 000 αυστριακών σελινίων (ATS) με διοικητική απόφαση ποινικού χαρακτήρα που εξέδωσε στις 26 Φεβρουαρίου 2001 η Bezirkshauptmannschaft Zwettl (πρωτόδικη διοικητική αρχή του Zwettl) κατ' εφαρμογήν του LMG.
14 Η S. Mόller άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι οι οδηγίες 79/112 και 2000/13 απαγορεύουν μια υποχρέωση όπως η επιβαλλόμενη με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του LMKV. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Unabhδngiger Verwaltungssenat im Land Niederφsterreich έκρινε αναγκαίο να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύει η οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, ως είχε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων [...], ιδίως δε το άρθρο της 15, και η οδηγία 2000/13/ΕΚ [...], ιδίως δε το άρθρο της 18, τη ρύθμιση κράτους μέλους σύμφωνα με την οποία κατά τη διάθεση στην αγορά τροφίμων των οποίων η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας έχει ήδη παρέλθει, το γεγονός αυτό πρέπει να επισημαίνεται ειδικώς, πέραν της αναγραφής της ημερομηνίας λήξεως, με έναν άλλο εμφανή και εύληπτο σε όλους τρόπο;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
15 Με το ερώτημά του, το οποίο πρέπει να εξεταστεί μόνον όσον αφορά την οδηγία 2000/13, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η οδηγία αυτή, ιδίως δε το άρθρο της 18, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι, όταν η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας ενός προϋόντος έχει παρέλθει, το γεγονός αυτό πρέπει να επισημαίνεται ειδικώς, κατά τρόπο εμφανή και εύληπτο σε όλους.
16 Η S. Mόller υποστηρίζει ότι η υποχρέωση ειδικής μνείας της λήξεως της προθεσμίας ελάχιστης διατηρησιμότητας, όπως απορρέει από την εθνική κανονιστική ρύθμιση, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, καθότι απαιτεί πρόσθετες ενέργειες που αυξάνουν τις δαπάνες διανομής. Ο περιορισμός αυτός δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες με την οδηγία 2000/13 εξαιρέσεις. Ειδικότερα, στο μέτρο που η ελάχιστη διατηρησιμότητα του προϋόντος διατροφής πρέπει, ούτως ή άλλως, να επισημαίνεται κατά τρόπο εμφανή και εύληπτο σε όλους, η πρόσθετη απαίτηση μνείας της λήξεως της προθεσμίας ελάχιστης διατηρησιμότητας δεν είναι αναγκαία για την προστασία των καταναλωτών κατά της απάτης.
17 Η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν, αντιθέτως, ότι το πρόσθετο στοιχείο που απαιτεί η εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν είναι αντίθετο προς την οδηγία 2000/13.
18 Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, ένας κανόνας όπως ο επίδικος στην κύρια δίκη συνιστά μη εναρμονισμένη εθνική διάταξη υπό την έννοια της οδηγίας 2000/13, που δικαιολογείται από λόγους προλήψεως της απάτης και προστασίας της δημόσιας υγείας, όπως προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας.
19 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το έργο της εναρμονίσεως των σχετικών με την επισήμανση κανόνων που επιδιώκεται με την οδηγία 2000/13 δεν έχει ολοκληρωθεί και θεωρεί ότι ένας κανόνας όπως ο επίδικος στην κύρια δίκη δεν καλύπτεται, επί του παρόντος, από την οδηγία αυτή. Θεωρεί, επομένως, ότι ένας τέτοιος κανόνας πρέπει να εξετάζεται βάσει των διατάξεων του άρθρου 28 ΕΚ. Φρονεί ότι ο εν λόγω κανόνας είναι συμβατός με τις διατάξεις αυτές, για τον λόγο ότι εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων και, ακόμη και αν υποτεθεί ότι συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος σχετικούς με την καταστολή της απάτης ή του αθέμιτου ανταγωνισμού.
20 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι ίδιοι λόγοι γενικού συμφέροντος μπορούν επίσης να προβληθούν, κατά το άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13, στην περίπτωση που, σε αντίθεση προς την προτεινόμενη ερμηνεία, γίνει δεκτό ότι ένας κανόνας όπως ο επίδικος στην κύρια δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
21 Πρέπει, κατ' αρχάς, να εξεταστεί αν ένας εθνικός κανόνας, όπως αυτός του άρθρου 10, παράγραφος 2, του LMKV, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/13. Προς τούτο, πρέπει να επαληθευθεί αν συνιστά κανόνα σχετικό με την επισήμανση υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της οδηγίας αυτής και αν η περίπτωση εφαρμογής του κανόνα αυτού διέπεται από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
22 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της οδηγίας 2000/13, η έννοια «επισήμανση» εμπεριέχει τις μνείες και τις ενδείξεις που αναφέρονται σ' ένα τρόφιμο και εμφαίνονται σε κάθε συσκευασία, έγγραφο, πινακίδα, ετικέττα, δακτύλιο ή περιλαίμιο που συνοδεύουν το εν λόγω τρόφιμο ή αναφέρονται σ' αυτό.
23 Η επίδικη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη προβλέπει την υποχρέωση, εφόσον έχει παρέλθει η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας ενός τροφίμου, να γίνεται μνεία του γεγονότος αυτού κατά τρόπο εμφανή και εύληπτο σε όλους. Κατά τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου, ναι μεν απαιτείται ειδική μνεία προς τούτου, δεν επιβάλλεται ωστόσο ειδικός τρόπος ενδείξεως.
24 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το απαιτούμενο από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του LMKV πληροφοριακό στοιχείο αναφέρεται σε προϋόν διατροφής και πρέπει να αναγράφεται σε υπόθεμα ακαθόριστης φύσεως, που μπορεί ωστόσο να συνίσταται, μεταξύ άλλων, σε πινακίδα ή σε ετικέττα που συνοδεύει το τρόφιμο ή αναφέρεται σ' αυτό. Συνεπώς, μια διάταξη όπως αυτή του άρθρου 10, παράγραφος 2, αποτελεί κανόνα σχετικό με την επισήμανση υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της οδηγίας 2000/13.
25 Πρέπει, επίσης, να εξεταστεί αν οι διατάξεις της οδηγίας 2000/13 διέπουν την περίπτωση εφαρμογής ενός κανόνα σχετικού με την επισήμανση.
26 Έτσι, όπως προκύπτει από τη δεύτερη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία 2000/13 αποβλέπει στην εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σε θέματα επισημάνσεως των τροφίμων, προκειμένου η διαφοροποίησή τους να μη συνιστά πλέον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϋόντων αυτών.
27 Ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνωρίζει, με τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/13, ότι δεν έχει ακόμη επιτύχει την εναρμόνιση όλων των κανόνων επισημάνσεως, καθορίζοντας εξαντλητικό κατάλογο με τις επιτρεπόμενες υποχρεωτικές ενδείξεις, και ότι, στο μέλλον, σκοπεύει να συμπληρώσει τους ισχυόντες κανόνες.
28 Εντούτοις, από την οδηγία 2000/13, λαμβανομένων υπόψη των προπαρατεθεισών αιτιολογικών σκέψεων, προκύπτει ότι αυτή διέπει όλους τους κανόνες που αφορούν την επισήμανση, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αα, προβλέποντας, αφενός, την εναρμόνιση ορισμένων εθνικών διατάξεων και, αφετέρου, τον τρόπο αντιμετωπίσεως των μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων. Όσον αφορά τις τελευταίες, το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν το εμπόριο τροφίμων που είναι σύμφωνα προς τους κανόνες της οδηγίας αυτής, με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων, εκτός αν αυτές δικαιολογούνται για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 18.
29 Ο κανόνας επισημάνσεως που αφορά την ειδική μνεία της λήξεως της προθεσμίας ελάχιστης διατηρησιμότητας των τροφίμων δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των υποχρεωτικών ενδείξεων που προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/13. Το άρθρο αυτό απαιτεί απλώς και μόνον τη μνεία της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας, κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 9 της οδηγίας αυτής τρόπο. Περαιτέρω, καμία άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής δεν αφορά ειδικώς την περίπτωση του άρθρου 10 του LMKV.
30 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι ένας κανόνας επισημάνσεως όπως ο επίδικος στην κύρια δίκη συνιστά μη εναρμονισμένη εθνική διάταξη που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/13.
31 Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί αν ένας τέτοιος κανόνας δικαιολογείται για έναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13 λόγους.
32 Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, μια εθνική διάταξη όπως η επίδικη στην κύρια δίκη δικαιολογείται από λόγους καταστολής της απάτης εις βάρος των καταναλωτών και προστασίας της δημόσιας υγείας.
33 Όσον αφορά την καταστολή της απάτης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι σκοπός μιας τέτοιας διατάξεως είναι η ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με τα χαρακτηριστικά ενός τροφίμου και, ειδικότερα, σχετικά με το γεγονός ότι, όταν παρέλθει η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας, το τρόφιμο δεν διαθέτει πλέον την αρχική του φρεσκάδα. Ένα τέτοιο πληροφοριακό στοιχείο είναι ικανό να αποτρέψει την απάτη εις βάρος του καταναλωτή που είναι έτσι βέβαιος, όπως ισχυρίζονται η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι το διατιθέμενο προς πώληση τρόφιμο διαθέτει όλα τα αρχικά του χαρακτηριστικά, δεδομένου ότι δεν έχει παρέλθει η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας.
34 Πρέπει, ωστόσο, να εξεταστεί αν μια διάταξη όπως η επίδικη στην κύρια δίκη συνάδει επίσης προς την αρχή της αναλογικότητας που απορρέει από το άρθρο 18, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2000/13, το οποίο προβλέπει ότι οι εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από λόγους καταπολεμήσεως της απάτης δεν πρέπει «να εμποδίζουν την εφαρμογή των ορισμών και κανόνων» που προβλέπει η εν λόγω οδηγία.
35 Όπως ορθά επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 48 των προτάσεών του, η υποχρέωση να επισημαίνεται κατά τρόπο εμφανή και εύληπτο σε όλους η λήξη της προθεσμίας ελάχιστης διατηρησιμότητας περιορίζει το εμπόριο κατά τρόπο σαφώς λιγότερο αισθητό από την απαγόρευση, αυτή καθεαυτή, διαθέσεως στο εμπόριο. Επιπλέον, η εθνική διάταξη δεν απαιτεί κατ' ανάγκη την τοποθέτηση πρόσθετης ετικέτας σε κάθε συσκευασία που διατίθεται στο εμπόριο μετά το πέρας της προθεσμίας ελάχιστης διατηρησιμότητας, αλλά η υποχρέωση που προβλέπει μπορεί να εκπληρωθεί και με άλλα μέσα. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την καταστολή της απάτης μέτρου.
36 Συνεπώς, μια υποχρέωση όπως η προβλεπόμενη από την επίδικη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη, ήτοι να επισημαίνεται κατά τρόπο εμφανή και εύληπτο σε όλους η λήξη της προθεσμίας ελάχιστης διατηρησιμότητας, δικαιολογείται από τον σκοπό καταστολής της απάτης, που συνιστά έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13.
37 Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί η δεύτερη δικαιολογία που η Αυστριακή Κυβέρνηση αντλεί από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας.
38 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2000/13 δεν απαγορεύει εθνική νομοθεσία που προβλέπει ότι, όταν η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας ενός προϋόντος έχει παρέλθει, το γεγονός αυτό πρέπει να επισημαίνεται κατά τρόπο προφανή και εύληπτο σε όλους με ειδική ένδειξη. Ένας τέτοιος κανόνας συνιστά δικαιολογημένη μη εναρμονισμένη εθνική διάταξη, καθόσον συμβάλλει στην καταστολή της απάτης, για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 18, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστραική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 1ης Ιουνίου 2001 το Unabhδngiger Verwaltungssenat im Land Niederφsterreich, αποφαίνεται:
Η οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, δεν απαγορεύει εθνική νομοθεσία που προβλέπει ότι, όταν η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας ενός προϋόντος έχει παρέλθει, το γεγονός αυτό πρέπει να επισημαίνεται κατά τρόπο προφανή και εύληπτο σε όλους με ειδική ένδειξη. Ένας τέτοιος κανόνας συνιστά δικαιολογημένη μη εναρμονισμένη εθνική διάταξη, καθόσον συμβάλλει στην καταστολή της απάτης, για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 18, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
Full & Egal Universal Law Academy