ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 ( *1 )
Στην υπόθεση C-239/01,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον W.-D. Plessing, επικουρούμενο από τον J. Sedemund, Rechtsanwalt,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τους J. Molde και J. Bering Liisberg, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους D. Booß και Μ. Niejahr, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 690/2001 της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 2001, για τη θέσπιση ειδικών μέτρων στήριξης της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 95, σ. 8), κατά το μέρος που η εν λόγω διάταξη επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ολομέλεια),
συγκείμενο από τους G. C Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, M. Wathelet, R. Schintgen και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola (εισηγητή), P. Jann, Β. Σκουρή, F. Macken, Ν. Colneric και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 8ης Απριλίου 2003, κατά την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκπροσωπήθηκε από τον W.-D. Plessing και τον Τ. Lübbig, Rechtsanwalt, και η Επιτροπή από τους D. Βοοβ και Μ. Niejahr,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουνίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιουνίου 2001, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση του άρθρου 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 690/2001 της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 2001, για τη θέσπιση ειδικών μέτρων στήριξης της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 95, σ. 8, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), κατά το μέρος που η εν λόγω διάταξη επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.
Το νομικό πλαίσιο
Η Συνθήκη ΕΚ
2
Το άρθρο 202, τρίτη περίπτωση, ΕΚ προβλέπει τα εξής:
«Για την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσας Συνθήκης και κατά τους όρους αυτής, το Συμβούλιο:
[...]
—
αναθέτει στην Επιτροπή, με τις πράξεις που εκδίδει, αρμοδιότητες εκτέλεσης των κανόνων που θεσπίζει. [...]»
3
Το άρθρο 211, τέταρτη περίπτωση, ΕΚ προβλέπει τα εξής:
«Για τη διασφάλιση της λειτουργίας και αναπτύξεως της κοινής αγοράς, η Επιτροπή:
[...]
—
ασκεί τις αρμοδιότητες που της αναθέτει το Συμβούλιο για την εκτέλεση των κανόνων που θεσπίζει.»
Οι κανονισμοί που διέπουν τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 25
4
Με τον κανονισμό αριθ. 25, του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 728/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970 (JO L 94, σ. 9, στο εξής: κανονισμός 25), ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), το οποίο αποτελεί μέρος του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και καθορίστηκαν οι αρχές που έχουν εφαρμογή επί της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής.
5
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 25 προβλέπει τα εξής:
«Επειδή στο στάδιο της ενιαίας αγοράς τα συστήματα τιμών καθίστανται ενιαία και η γεωργική πολιτική είναι κοινοτική, οι οικονομικές συνέπειες που προκύπτουν, εξ αυτού του λόγου, καταλογίζονται στην Κοινότητα. Έτσι, χρηματοδοτούνται από το Ταμείο:
α)
οι επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες·
β)
οι παρεμβάσεις που αποσκοπούν στη ρύθμιση των αγορών·
γ)
οι κοινές ενέργειες που αποφασίζονται προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι στόχοι, οι οποίοι καθορίζονται στο άρθρο 39 παράγραφος 1, εδάφιο α', της Συνθήκης [...]».
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1883/78
6
Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1883/78 του Συμβουλίου, της 2ας Αυγούστου 1978, περί των γενικών κανόνων χρηματοδοτήσεως των παρεμβάσεων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022, σ. 91), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) 1259/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996 (ΕΕ L163, σ. 10, στο εξής: κανονισμός 1883/78), προβλέπει τα εξής:
«Όταν στα πλαίσια κοινής οργανώσεως αγοράς, καθορίζεται ένα ποσό ανά μονάδα για ένα μέτρο παρεμβάσεως, οι δαπάνες που προκύπτουν χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από την Κοινότητα».
7
Το άρθρο 3 του κανονισμού 1883/78 προβλέπει τα εξής:
«Όταν στα πλαίσια κοινής οργανώσεως αγοράς, δεν καθορίζεται ένα ποσό ανά μονάδα για ένα μέτρο παρεμβάσεως, το μέτρο αυτό χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 8.»
8
Τα άρθρα 4 έως 8 του κανονισμού 1883/78 καθορίζουν τους εφαρμοστέους κανόνες για τον υπολογισμό των δαπανών παρεμβάσεως που βαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό, καθώς και τους τρόπους καταβολής των εν λόγω δαπανών.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999
9
Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L160, σ. 103), εκτίθενται τα εξής:
«[εκτιμώντας] ότι, στο στάδιο της ενιαίας αγοράς, δεδομένου ότι τα συστήματα τιμών είναι ενοποιημένα και η γεωργική πολιτική είναι κοινοτική πολιτική, οι οικονομικές συνέπειες που προκύπτουν βαρύνουν την Κοινότητα· ότι, σύμφωνα με την αρχή αυτή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 25, οι επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες, οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών, [...] χρηματοδοτούνται από το τμήμα Εγγυήσεων του Ταμείου προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Συνθήκης».
10
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1258/1999 προβλέπει τα εξής:
«1.
Το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, καλούμενο στο εξής το ‘Ταμείο’, αποτελεί μέρος του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Περιλαμβάνει δύο τμήματα:
—
το τμήμα Εγγυήσεων,
—
το τμήμα Προσανατολισμού.
2.
Το τμήμα Εγγυήσεων χρηματοδοτεί:
α)
τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες·
β)
τις παρεμβάσεις για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών·
γ)
τις δράσεις για την αγροτική ανάπτυξη που δεν περιλαμβάνονται στα προγράμματα του στόχου 1, πλην της κοινοτικής πρωτοβουλίας για την αγροτική ανάπτυξη·
δ)
τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας σε ειδικά κτηνιατρικά μέτρα, σε μέτρα ελέγχου στον κτηνιατρικό τομέα και σε προγράμματα εξάλειψης και επίβλεψης των ζωονόσων (κτηνιατρικά μέτρα), καθώς και σε φυτοϋγειονομικά μέτρα·
[...]
4.
Δεν βαρύνουν το Ταμείο οι δαπάνες διοικητικών εξόδων και προσωπικού, τις οποίες αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη και οι δικαιούχοι της συνδρομής του Ταμείου.»
11
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999 προβλέπει τα εξής:
«Οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών και οι οποίες αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών, χρηματοδοτούνται δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β'.»
Οι κανονισμοί που διέπουν την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1254/1999
12
Στην τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 160, σ. 21), εκτίθενται τα εξής:
«[εκτιμώντας] ότι ενδείκνυται να προβλεφθούν μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν όταν η ουσιαστική αύξηση ή πτώση των τιμών διαταράσσει ή απειλεί να διαταράξει την κοινοτική αγορά· ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν και έκτακτη αγορά στην παρέμβαση».
13
Στην τριακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1254/1999 εκτίθενται τα εξής:
«[εκτιμώντας] ότι οι δαπάνες των κρατών μελών λόγω των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής».
14
Το άρθρο 38 του κανονισμού 1254/1999 προβλέπει τα εξής:
«1.
Όταν διαπιστώνεται αισθητή άνοδος ή πτώση των τιμών στην αγορά της Κοινότητας, ενδέχεται δε να διατηρηθεί η κατάσταση αυτή και, επομένως, να διαταράσσεται ή απειλείται να διαταραχθεί η εν λόγω αγορά, δύνανται να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα.
2.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζονται από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.»
15
Το άρθρο 45 του κανονισμού 1254/1999 προβλέπει τα εξής:
«Ο κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999 και οι διατάξεις που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή του κανονισμού αυτού εφαρμόζονται για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1.»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 2777/2000
16
Βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 2, του κανονισμού 1254/1999, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2777/2000, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, περί θεσπίσεως εξαιρετικών μέτρων στήριξης για την αγορά βοείου κρέατος (ΕΕ L 321, σ. 47), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 111/2001 της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 2001 (ΕΕ L 19, σ. 11), ο οποίος προέβλεπε, από την 1η Ιανουαρίου 2001 έως τις 30 Ιουνίου 2001 το αργότερο, ένα καθεστώς αγοράς που αποσκοπούσε στην καταστροφή των ζώων ηλικίας άνω των 30 μηνών και ιδίως των ζώων που δεν είχαν υποβληθεί σε εξέταση για σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΣΕΒ) κατά τη σφαγή.
17
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000 προέβλεπε, για κάθε πλήρως καταστρεφόμενο ζώο, συγχρηματοδότηση, εκ μέρους της Κοινότητας, ύψους 70 % των δαπανών για την αγορά του ζώου βάσει ενός κατ' αποκοπήν ποσού, ενώ το υπόλοιπο 30 % των δαπανών βαρύνει τις εθνικές αρχές.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός
18
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 2, του κανονισμού 1254/1999.
19
Ο εν λόγω κανονισμός θεσπίζει ένα νέο ειδικό καθεστώς αγορών για το κρέας που προέρχεται από ορισμένες κατηγορίες βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών τα οποία έχουν υποβληθεί σε δοκιμές για ΣΕΒ, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποθηκεύουν κρέας ως μια άλλη δυνατότητα επιλογής εκτός από την καταστροφή. Το καθεστώς αυτό ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου, από την 1η Ιουλίου 2001 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001.
20
Ο κανονισμός (ΕΚ) 2595/2001 της Επιτροπής, της 28ης Δεκεμβρίου 2001, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) 690/2001 για τη θέσπιση ειδικών μέτρων στήριξης της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 345, σ. 33), παρέτεινε την ισχύ του καθεστώτος που θέσπισε ο προσβαλλόμενος κανονισμός έως τις 31 Μαρτίου 2002.
21
Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού εκτίθενται τα εξής:
«Λαμβανομένης υπόψη της έκτασης της κρίσης της ΣΕΒ και, ιδίως, της πιθανής της διάρκειας, καθώς και, συνακόλουθα, του μεγέθους των προσπαθειών που χρειάζεται να καταβληθούν για τη στήριξη της αγοράς, είναι σκόπιμο οι προσπάθειες αυτές να μοιραστούν μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, ιδίως, ενόψει του μεγάλου αριθμού των ζώων που αναμένεται να αγοραστούν στο πλαίσιο του καθεστώτος καθώς και της περιορισμένης φύσης των δημοσιονομικών πόρων που είναι διαθέσιμοι για την κοινοτική χρηματοδότηση.»
22
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη αγοράζουν κατεψυγμένα σφάγια ή ημιμόρια σφαγίων βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών των ακόλουθων κατηγοριών [...]».
23
Το άρθρο 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«1.
Η τιμή αγοράς για τα κατεψυγμένα σφάγια που αγοράζονται σε ένα κράτος μέλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού καθορίζεται κατόπιν διαγωνισμού.
2.
Ο διαγωνισμός ανοίγεται σε ένα κράτος μέλος όταν, κατά τη διάρκεια δύο διαδοχικών εβδομάδων, η μέση τιμή της αγοράς της κλάσης αναφοράς της κατηγορίας Δ ήταν σε επίπεδο ίσο ή χαμηλότερο από την τιμή ενεργοποίησης που απαριθμείται στο παράρτημα Ι για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος [...]»
24
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Με βάση τις προσφορές που ελήφθησαν στο πλαίσιο κάθε μεμονωμένης διακήρυξης υποβολής προσφορών και σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται στο άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999, καθορίζεται μια ανώτατη τιμή αγοράς σε σχέση με την κλάση αναφοράς. Μπορεί να καθοριστεί διαφορετική τιμή ανά κράτος μέλος.
Η μέγιστη τιμή δεν υπερβαίνει την τιμή ενεργοποίησης περισσότερο από 14 ευρώ ανά 100 kg βάρους σφαγίου».
25
Το άρθρο 5 του προσβαλλόμενου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«1.
Η αρμόδια αρχή καταβάλλει στους υπερθεματιστές την τιμή που αναφέρεται στις προσφορές τους το αργότερο 65ημέρες μετά από το πέρας της παραλαβής των σχετικών προϊόντων.
2.
Η πληρωμή καταβάλλεται μόνο για την ποσότητα που πράγματι παραδόθηκε εντός του ορίου της κατακυρωθείσας ποσότητας.
[...]
5.
Η Κοινότητα συγχρηματοδοτεί 70 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος χρηματοδοτεί το υπόλοιπο 30 % καθώς και όλα τα έξοδα που αφορούν τις εργασίες που προβλέπονται στα άρθρα 6,7,8 και 9.»
26
Από τα άρθρα 6,7,8 και 9 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι το κρέας που αγοράζεται στο πλαίσιο του καθεστώτος στηρίξεως της αγοράς που θεσπίζει ο εν λόγω κανονισμός μπορεί να καταστραφεί ή να διατεθεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών με ή χωρίς προηγούμενη αποθήκευση.
27
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του προσβαλλόμενου κανονισμού, τα έσοδα από τις πωλήσεις των προϊόντων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό ανήκουν στο σχετικό κράτος μέλος.
Τα αιτήμαια των διαδίκων
28
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει το άρθρο 5, παράγραφος 5, του προσβαλλόμενου κανονισμού, κατά το μέρος που η εν λόγω διάταξη επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: βαλλόμενη διάταξη)·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
29
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκθέτει ότι, προκειμένου να μη θιγεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των δικαιούχων των μέτρων στηρίξεως της αγοράς, επιβάλλεται, στην περίπτωση που η προσφυγή γίνει δεκτή, και στο πλαίσιο της μέριμνας για την τήρηση των απαιτήσεων της αρχής της ασφαλείας δικαίου, να διατηρηθούν τα αποτελέσματα του προσβαλλόμενου κανονισμού.
30
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως:
—
πρώτον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός στερείται κάθε έγκυρης νομικής βάσεως, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να προβλέπει, σε έναν εκτελεστικό κανονισμό, όπως είναι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, υποχρεωτική συγχρηματοδότηση που βαρύνει τα κράτη μέλη·
—
δεύτερον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός παραβαίνει ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις της Συνθήκης, ήτοι τα άρθρα 268 ΕΚ έως 270 ΕΚ·
—
τρίτον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός παραβαίνει την προβλεπόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση αιτιολογήσεως των κοινοτικών πράξεων.
31
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
32
Η Επιτροπή εκθέτει ότι, στην περίπτωση που η προσφυγή γίνει δεκτή, η ίδια υποστηρίζει την πρόταση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να διατηρηθούν τα αποτελέσματα του προσβαλλόμενου κανονισμού κατ' εφαρμογήν του άρθρου 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
Επί του παραδεκτού
33
Το Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να εκφράσουν τη γνώμη τους, αφενός, επί των αποτελεσμάτων της ενδεχόμενης ακυρώσεως της βαλλόμενης διατάξεως και, αφετέρου, επί του ζητήματος του παραδεκτού της προσφυγής με γνώμονα τη νομολογία σύμφωνα με την οποία η μερική ακύρωση κοινοτικής πράξεως είναι δυνατή μόνον εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να αποσπασθούν από την υπόλοιπη πράξη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. Ι-11221, σκέψεις 45 και 46).
34
Υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η βαλλόμενη διάταξη δύναται να αποσπασθεί από τις υπόλοιπες διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθόσον η ακύρωση της εν λόγω διατάξεως δεν μεταβάλλει την ουσία του κανονισμού αυτού.
35
Πράγματι, όπως εκθέτει ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 45 και 46 των προτάσεων του, η ουσία του προσβαλλόμενου κανονισμού έγκειται στη θέσπιση ενός ειδικού καθεστώτος αγορών του βοείου κρέατος, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση την οποία προκάλεσε η ΣΕΒ. Πάντως, όπως επιβεβαιώνουν η Γερμανική και η Δανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, η μερική ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθόσον, στο άρθρο 5, παράγραφος 5, ο κανονισμός αυτός επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται, ουδόλως θίγει την ουσία του εν λόγω κανονισμού, δεδομένου ότι η ως άνω ακύρωση θα επέφερε μόνον την αποζημίωση των οικείων κρατών μελών από την Κοινότητα.
36
Βεβαίως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, χωρίς τη βαλλόμενη διάταξη, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχε θεσπίσει τις λοιπές διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σήμερα, ιδίως δε τη διάταξη του άρθρου 10 του εν λόγω κανονισμού, η οποία, κατά την Επιτροπή, αποτελεί, από οικονομική άποψη, ενιαίο σύνολο με τη βαλλόμενη διάταξη.
37
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 48 των προτάσεων του, το ζήτημα αν η μερική ακύρωση μεταβάλλει την ουσία της προσβαλλόμενης πράξεως συνιστά αντικειμενικό κριτήριο και όχι υποκειμενικό κριτήριο που συνδέεται με την πολιτική βούληση της αρχής που εξέδωσε την επίδικη πράξη.
38
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή ασκείται παραδεκτώς.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
39
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 1254/1999, που αποτελεί τη νομική βάση του προσβαλλόμενου κανονισμού, δεν περιέχει καμία διάταξη που επιτρέπει στην Επιτροπή να προβλέπει, σε ένα εκτελεστικό μέτρο του εν λόγω κανονισμού, υποχρεωτική συγχρηματοδότηση από τα κράτη μέλη, όπως είναι αυτή που προβλέπεται από τη βαλλόμενη διάταξη.
40
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 2, του κανονισμού 1254/1999, η Επιτροπή έχει μόνον εξουσία να καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, που προβλέπει τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων όταν η αγορά της Κοινότητας διαταράσσεται ή απειλείται να διαταραχθεί λόγω αισθητής ανόδου ή πτώσεως των τιμών.
41
Πάντως, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο, εξουσιοδοτώντας την Επιτροπή να θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα, δεν της παρέσχε αρμοδιότητα να θεσπίσει διατάξεις που αποκλίνουν από τον βασικό κανονισμό επί ενός ουσιώδους σημείου με το να καθιερώσει την υποχρεωτική συγχρηματοδότηση, η οποία αντιβαίνει στην αρχή της αποκλειστικής χρηματοδοτήσεως από την Κοινότητα όλων των αναγκαίων μέτρων για τη στήριξη της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, αρχής η οποία μπορεί να συναχθεί από τις συνδυασμένες διατάξεις των κανονισμών 1254/1999 και 1258/1999.
42
Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η ανάλυση της σχετικά με τους προαναφερθέντες κανονισμούς επιβεβαιώνεται από τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 1883/78, τα οποία, καίτοι διακρίνουν μεταξύ των μέτρων παρεμβάσεως για τα οποία καθορίζεται ένα ποσό ανά μονάδα και εκείνων για τα οποία δεν καθορίζεται ένα τέτοιο ποσό, προβλέπουν σε αμφότερες τις περιπτώσεις ότι οι δαπάνες για τα μέτρα παρεμβάσεως χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από την Κοινότητα.
43
Κατά την ως άνω κυβέρνηση, η θέσπιση, εκ μέρους του προσβαλλόμενου κανονισμού, υποχρεωτικής συγχρηματοδοτήσεως θίγει επίσης την προβλεπόμενη από τα άρθρα 202 ΕΚ και 211 ΕΚ θεσμική ισορροπία μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η βαλλόμενη διάταξη προβλέπει υποχρεωτική συγχρηματοδότηση από τα κράτη μέλη δεν συνιστά εκτέλεση ενός κανόνα που θεσπίστηκε από τον κανονισμό 1254/1999, αλλά τροποποίηση ενός ουσιώδους κανόνα του εν λόγω κανονισμού.
44
Η Επιτροπή προβάλλει, πρώτον, ότι το άρθρο 38 του κανονισμού 1254/1999 την εξουσιοδοτεί να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της αγοράς από τις διαταραχές από τις οποίες αυτή επηρεάζεται ή απειλείται, σε περίπτωση αισθητής και επίμονης ανόδου ή πτώσεως των τιμών. Υπογραμμίζει ότι η εν λόγω διάταξη θέτει ως μόνη προϋπόθεση την αναγκαιότητα των επίμαχων μέτρων. Εν προκειμένω, οι προβλεπόμενες από τον προσβαλλόμενο κανονισμό αγορές κρέατος είναι αναμφισβήτητα ικανές να συμβάλουν στη σταθεροποίηση της κοινοτικής αγοράς βοείου κρέατος, η οποία εθίγη από την κρίση της ΣΕΒ.
45
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η νομιμότητα ενός μέτρου που θεσπίστηκε στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής μπορεί να θιγεί μόνον εφόσον το μέτρο αυτό είναι προδήλως ακατάλληλο ή εφόσον το θεσμικό όργανο που έλαβε το εν λόγω μέτρο υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει.
46
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 38 του κανονισμού 1254/1999, το οποίο της ανέθετε μια εξαιρετική αρμοδιότητα προκειμένου να επιλύει καταστάσεις κρίσεως, την εξουσιοδοτούσε κατ' ανάγκην να παρεκκλίνει από τις λοιπές διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, ιδίως δε από εκείνες που αφορούν τη χρηματοδότηση, εάν τούτο αποδεικνυόταν απολύτως αναγκαίο.
47
Δεύτερον, η Επιτροπή προβάλλει ότι, θεσπίζοντας τη βαλλόμενη διάταξη, δεν παρέβη τους κανόνες περί χρηματοδοτήσεως που έχουν καθοριστεί από το Συμβούλιο.
48
Συγκεκριμένα, καίτοι είναι ακριβές ότι οι παρεμβάσεις για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών χρηματοδοτούνται, εν γένει, εξ ολοκλήρου από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ, πρόκειται ωστόσο περί μιας πρακτικής και όχι περί νομικής υποχρεώσεως. Ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 1258/1999 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι θεσπίζει μια τέτοια υποχρέωση, εφόσον δεν προβλέπει ρητώς τον αποκλειστικό χαρακτήρα της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως.
49
Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αποτελεί το μόνο παράδειγμα υποχρεωτικής συγχρηματοδοτήσεως των γεωργικών μέτρων από τα κράτη μέλη. Παραθέτει, εν είδει παραδείγματος, πολλούς κανονισμούς του Συμβουλίου που προβλέπουν μια τέτοια υποχρεωτική συγχρηματοδότηση. Αναφέρεται επίσης στον κανονισμό 2777/2000, τον οποίο εξέδωσε η ίδια και ο οποίος αποτελεί, κατά ορισμένο τρόπο, προάγγελο του προσβαλλόμενου κανονισμού, υπογραμμίζοντας ότιη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβήτησε τον εν λόγω κανονισμό.
50
Κατά την Επιτροπή, πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη το άρθρο 2 του κανονισμού 1883/78. Μια ερμηνεία a contrario της εν λόγω διατάξεως καταδεικνύει σαφώς ότι δεν υφίσταται νομική υποχρέωση αποκλειστικής κοινοτικής χρηματοδοτήσεως στην περίπτωση των μέτρων παρεμβάσεως τα οποία δεν προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη. Τούτο ισχύει όσον αφορά το μέτρο που προβλέπεται από τον προσβαλλόμενο κανονισμό, σύμφωνα με το οποίο η τιμή αγοράς του κρέατος καθορίζεται στο πλαίσιο διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών και όχι με γνώμονα ένα ποσό ανά μονάδα το οποίο καθορίζεται εκ των προτέρων.
51
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ οφείλει να χρηματοδοτεί εξ ολοκλήρου τα μέτρα παρεμβάσεως στον γεωργικό τομέα, η Επιτροπή προβάλλει, επικουρικώς, ότι η εκ μέρους της βαλλόμενης διατάξεως παρέκκλιση από την υποχρέωση αυτή ήταν αναγκαία εν προκειμένω και ότι, επομένως, η εν λόγω παρέκκλιση καλύπτεται από το άρθρο 38 του κανονισμού 1254/1999. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, οι προκληθείσες από τη νέα κρίση της ΣΕΒ πρόσθετες δαπάνες για την Κοινότητα δεν ήταν δυνατόν, για ημερολογιακούς λόγους, να ληφθούν υπόψη κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2001 και, ως εκ τούτου, υπήρχε ο κίνδυνος να μην επαρκέσουν οι αρχικώς προβλεφθείσες πιστώσεις για τη χρηματοδότηση των γεωργικών δαπανών.
52
Τρίτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η βαλλόμενη διάταξη δεν τροποποιεί έναν ουσιώδη κανόνα, υλοποιώντας μια θεμελιώδη κατεύθυνση της κοινής γεωργικής πολιτικής στον τομέα του βοείου κρέατος, αλλά συνιστά απλώς ένα ειδικό μέτρο το οποίο ισχύει για ένα εξάμηνο.
53
Η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, στο άρθρο 5, παράγραφος 5, του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή θέσπισε μια διάταξη που παρεκκλίνει από την αρχή της πλήρους χρηματοδοτήσεως από την Κοινότητα των κοινών οργανώσεων αγορών. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η αρχή αυτή προκύπτει ρητώς από τον πρώτο κανονισμό του Συμβουλίου περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, ήτοι από τον κανονισμό 25, και εξακολουθεί σήμερα να ισχύει.
Εκτίμηση τον Δικαστηρίου
54
Πρέπει εκ προοιμίου να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, από την οικονομία της Συνθήκης, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να θεωρηθεί το άρθρο 211 ΕΚ, καθώς και από τις απαιτήσεις της πρακτικής, προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί σταθερά και προσεκτικά την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να της αναθέσει ευρείες αρμοδιότητες στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, τα όρια των αρμοδιοτήτων αυτών πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οργανώσεως της αγοράς (βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-378/93, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψη 30, και την παρατιθέμενη νομολογία).
55
'Ετσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στον γεωργικό τομέα, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί τα εν λόγω μέτρα να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1984, 121/83, Zuckerfabrik Franken, Συλλογή 1984, σ. 2039, σκέψη 13· Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 31, και της 6ης Ιουλίου 2000, C-356/97, Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen, Συλλογή 2000, σ. Ι-5461, σκέψη 24).
56
Εν προκειμένω, η Επιτροπή εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 2, του κανονισμού 1254/1999, το οποίο της παρέχει την εξουσία να καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω άρθρου σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 43 του κανονισμού αυτού διαδικασία επιτροπής. Το άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 1254/1999 ορίζει ότι, όταν διαπιστώνεται αισθητή άνοδος ή πτώση των τιμών στην αγορά της Κοινότητας, ενδέχεται δε να διατηρηθεί η κατάσταση αυτή και, επομένως, να διαταράσσεται ή απειλείται να διαταραχθεί η εν λόγω αγορά, δύνανται να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα.
57
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί ότι τα ειδικά μέτρα στηρίξεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, τα οποία θεσπίστηκαν με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ήσαν αναγκαία προκειμένου να αντιμετωπισθεί η αισθητή πτώση των τιμών που διαπιστώθηκε στον τομέα αυτό λόγω της ελλείψεως εμπιστοσύνης των καταναλωτών στο βόειο κρέας, η οποία προκλήθηκε από την εμφάνιση νέων κρουσμάτων ΣΕΒ.
58
Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως, και σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή συναφώς, το γεγονός ότι τα επίμαχα μέτρα μπορούν να θεωρηθούν ως αναγκαία μέτρα υπό την έννοια του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 1254/1999 δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση εξετάσεως του αν τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα δεν αντίκεινται προς τη βασική ρύθμιση την οποία θέτουν σε εφαρμογή.
59
Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής της, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 5, του προσβαλλόμενου κανονισμού αντίκειται προς τη βασική ρύθμιση στην εφαρμογή της οποίας αποσκοπεί ο ως άνω κανονισμός, κατά το μέρος που η εν λόγω διάταξη επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι η καθιέρωση, σε έναν εκτελεστικό κανονισμό που εκδίδεται από την Επιτροπή, ενός τέτοιου τρόπου χρηματοδοτήσεως αντιβαίνει στις διατάξεις του κανονισμού 1254/1999 και των κανονισμών περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής στους οποίους παραπέμπει ο τελευταίος και οι οποίοι θεσπίζουν έναν κανόνα σύμφωνα με τον οποίο όλα τα μέτρα στηρίξεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος πρέπει να χρηματοδοτούνται αποκλειστικώς από την Κοινότητα.
60
Προκειμένου να εκτιμηθεί το συμβατό της βαλλόμενης διατάξεως με τον κανονισμό 1254/1999, πρέπει να καθοριστεί το περιεχόμενο των κοινοτικών διατάξεων που έχουν εφαρμογή επί της χρηματοδοτήσεως των μέτρων στηρίξεως της αγοράς τα οποία θεσπίστηκαν στον τομέα του βοείου κρέατος.
61
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 45 του κανονισμού 1254/1999 καθιστά εφαρμοστέο επί των προϊόντων που διέπονται από την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος τον κανονισμό 1258/1999 και τις διατάξεις που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού.
62
Πάντως, ο κανονισμός 1258/1999 ορίζει, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', ότι το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί, μέσω του τμήματος Εγγυήσεων, τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι οι επίμαχες παρεμβάσεις είναι εκείνες οι οποίες αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
63
Είναι αληθές, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι, καίτοι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 1258/1999 καθιερώνει την κοινοτική χρηματοδότηση των παρεμβάσεων που προορίζονταιγια τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών, η ως άνω διάταξη δεν προβλέπει ρητώς ότι η εν λόγω χρηματοδότηση έχει αποκλειστικό χαρακτήρα.
64
Ωστόσο, όπως εκθέτει ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 83 έως 89 των προτάσεων του, άλλες διατάξεις της βασικής ρυθμίσεως παρέχουν τη δυνατότητα να ερμηνευθεί η ως άνω διάταξη υπό την έννοια ότι τα μέτρα στηρίξεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος πρέπει να χρηματοδοτούνται αποκλειστικώς από το ΕΓΤΠΕ.
65
Κατ' αρχάς, στην τριακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1254/1999 διευκρινίζεται ότι οι δαπάνες των κρατών μελών λόγω των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού «πρέπει» να χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα σύμφωνα με τον κανονισμό 1258/1999.
66
Εν συνεχεία, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1258/1999 αναφέρεται στην «αρχή» κατά την οποία οι οικονομικές συνέπειες που προκύπτουν από την κοινή γεωργική πολιτική βαρύνουν την Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 25. Συγκεκριμένα, η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει, αφενός, ότι η Κοινότητα υφίσταται τις ως άνω οικονομικές συνέπειες λόγω του ότι, μεταξύ άλλων, στο στάδιο της ενιαίας αγοράς τα συστήματα τιμών καθίστανται ενιαία και μνημονεύει, αφετέρου, στο στοιχείο β', μεταξύ των μέτρων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των αγορών.
67
Τέλος, η διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 1258/1999, που προβλέπει ότι το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί «τις παρεμβάσεις» που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών, διακρίνεται από τη διατύπωση του στοιχείου δ' της ίδιας διατάξεως που, όσον αφορά τη χρηματοδότηση των κτηνιατρικών μέτρων, προβλέπει μόνον τη χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ της «χρηματοδοτικής συμμετοχής» της Κοινότητας στα εν λόγω μέτρα.
68
Πρέπει να προστεθεί ότι, μολονότι, σε αντίθεση προς το άρθρο 2 του κανονισμού 1883/78, το οποίο έχει εφαρμογή επί της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, των μέτρων παρεμβάσεως για τα οποία έχει καθοριστεί ένα ποσό ανά μονάδα, το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού δεν προβλέπει ρητώς, όσον αφορά τα λοιπά μέτρα παρεμβάσεως, ότι τα μέτρα αυτά χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από την Κοινότητα, δεν μπορεί να συναχθεί, εξ αυτού του λόγου, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να χρηματοδοτούνται αποκλειστικώς από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 του κανονισμού 1883/78 παραπέμπει, όσον αφορά τη χρηματοδότηση των εν λόγω μέτρων, στα άρθρα 4 έως 8 του εν λόγω κανονισμού, τα οποία δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη που να θέτει εκποδών την αρχή της πλήρους χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, των μέτρων παρεμβάσεως που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών.
69
Κατά συνέπεια, πρέπει να συναχθεί ότι η Επιτροπή όφειλε να τηρήσει, στον προσβαλλόμενο κανονισμό, τον κανόνα που απορρέει από τη βασική ρύθμιση που θέσπισε το Συμβούλιο, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα κοινοτικά μέτρα στηρίξεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος πρέπει να χρηματοδοτούνται αποκλειστικώς από την Κοινότητα.
70
Το ως άνω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Επιτροπής ότι πολλοί κανονισμοί που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στον γεωργικό τομέα, καθώς και ο κανονισμός 2777/2000 της Επιτροπής, θεσπίζουν υποχρεωτική συγχρηματοδότηση από τα κράτη μέλη των μέτρων που προβλέπουν οι εν λόγω κανονισμοί.
71
Αφενός, το Συμβούλιο μπορεί όντως να αποφασίσει να παρεκκλίνει, στο πλαίσιο μιας ειδικής ρυθμίσεως, από έναν γενικό κανόνα που έχει θεσπίσει το ίδιο, ενώ η Επιτροπή, εκτός αν έχει εξουσιοδοτηθεί ρητώς να παρεκκλίνει από έναν κανόνα, υποχρεούται να τηρεί τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στη βασική ρύθμιση του Συμβουλίου την οποία εφαρμόζει.
72
Αφετέρου, όσον αφορά τη θέσπιση, στον κανονισμό 2777/2000 της Επιτροπής, υποχρεωτικής συγχρηματοδοτήσεως από τα κράτη μέλη των μέτρων στηρίξεως της αγοράς που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός, αρκεί να επισημανθεί ότι το προηγούμενο αυτό δεν μπορεί να επιτρέψει στην Επιτροπή να παρεκκλίνει από δεσμευτικό γι' αυτήν κανόνα δικαίου (βλ., κατ' αναλογίαν, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-426/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. Ι-3723, σκέψη 21).
73
Πάντως, δεν αμφισβητείται, αφενός, ότι η βαλλόμενη διάταξη επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί ένα μέρος των μέτρων στηρίξεως της αγοράς που θεσπίζονται από τον προσβαλλόμενο κανονισμό και, αφετέρου, ότι ο κανονισμός 1254/1999 δεν περιέχει καμία διάταξη που επιτρέπει ρητώς στην Επιτροπή να παρεκκλίνει από την αρχή η οποία απορρέει από τη βασική ρύθμιση και σύμφωνα με την οποία όλα τα κοινοτικά μέτρα στηρίξεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος πρέπει να χρηματοδοτούνται αποκλειστικώς από την Κοινότητα.
74
Επομένως, η βαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στον κανονισμό 1254/1999.
75
Το γεγονός, το οποίο επικαλέστηκε η Επιτροπή, ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός προβλέπειτην εφαρμογή του μόνο για περιορισμένη διάρκεια ενός εξαμήνου δεν έχει επίπτωση, εν προκειμένω, επί της εκτιμήσεως του συμβατού του ως άνω κανονισμού με τον κανονισμό 1254/1999.
76
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι άλλοι λόγοι ακυρώσεως τους οποίους προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση, το άρθρο 5, παράγραφος 5, του προσβαλλόμενου κανονισμού πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που η εν λόγω διάταξη επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.
Επί του διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως
77
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καθώς και η Επιτροπή, ζητούν από το Δικαστήριο να διατηρήσει τα αποτελέσματα του προσβαλλόμενου κανονισμού, στην περίπτωση που η προσφυγή γίνει δεκτή.
78
Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι στο Δικαστήριο εναπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ να καθορίζει τις συνέπειες της ακυρώσεως, χωρίς να δεσμεύεται από τις σχετικές προτάσεις των διαδίκων (βλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, C-284/90, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. Ι-2277, σκέψη 36). Εν προκειμένω, σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, η ακύρωση της βαλλόμενης διατάξεως δεν έχει επίπτωση επί των δικαιωμάτων των επιχειρηματιών από τους οποίους αγοράστηκε βόειο κρέας κατ' εφαρμογήν του προσβαλλόμενου κανονισμού.
79
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο εκτιμά ότι κανένας λόγος, αναγόμενος στην ασφάλεια δικαίου, δεν επιβάλλει να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της βαλλόμενης διατάξεως παρά την ακύρωση της.
Επί των δικαστικών εξόδων
80
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα και ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ολομέλεια)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 690/2001 της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 2001, για τη θέσπιση ειδικών μέτρων στήριξης της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, κατά το μέρος που η εν λόγω διάταξη επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Rodríguez Iglesias
Puissochet
Wathelet
Schingten
Timmermans
Gulmann
Edward
La Pergola
Jann
Σκουρής
Macken
Colneric
von Bahr
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
R. Grass
Ο Πρόεδρος
G. C Rodríguez Iglesias
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy