Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Aλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Εθνικά μέτρα διατηρήσεως - Εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει προσωρινώς την εκφόρτωση προϊόντων αλιείας συγκεκριμένου είδους που έχουν αλιευθεί στην αιγιαλίτιδα ζώνη άλλου κράτους μέλους - Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 3760/92, άρθρο 10 § 1, και 850/98, άρθρο 46 § 1)
Περίληψη
$$Το κοινοτικό αλιευτικό δίκαιο αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος την εκφόρτωση, σε μέρος της παράκτιας ζώνης του σχετικού κράτους μέλους, οστράκων Saint-Jacques που έχουν αλιευθεί στην αιγιαλίτιδα ζώνη άλλου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, τα μέτρα που τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν για τη διατήρηση και διαχείριση των αλιευτικών πόρων, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3760/92 για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια και με το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 850/98 για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων προστασίας των νεαρών θαλάσσιων οργανισμών, πρέπει να αφορούν αποκλειστικώς τοπικά αποθέματα ή μόνον τους αλιείς του σχετικού κράτους μέλους ή μόνον αλιευτικά σκάφη υπό τη σημαία του κράτους αυτού και μπορούν να εφαρμόζονται μόνον εντός των υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους.
( βλ. σκέψεις 34-38 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-265/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de grande instance de Dinan (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Annie Pansard κ.λπ.,
παρισταμένης της:
Comité Région pêches maritimes, πολιτικώς ενάγουσας στην κύρια δίκη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), και του άρθρου 28 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, F. Macken (εισηγήτρια), N. Colneric και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: Μ.-F. Contet, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Bernheim και τον G. de Bergues,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους A. Bordes και T. van Rijn,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την L. Bernheim, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τη J. van Bakel, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους A. Bordes και T. van Rijn, κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 28ης Ιουνίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιουλίου 2001, το tribunal de grande instance de Dinan, δικάζον ως πλημμελειοδικείο, έθεσε, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: κώδικας), και του άρθρου 28 ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης που κινήθηκε κατά της A. Pansard κ.λπ. στους οποίους προσάπτεται το αδίκημα της εκφορτώσεως οστράκων Saint-Jacques κατά τη διάρκεια σχετικής απαγορεύσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
Η ρύθμιση περί καταγωγής των προϊόντων
3 Ο κώδικας, ο οποίος καθορίζει την καταγωγή των προϊόντων που διέπονται από την κοινοτική τελωνειακή ρύθμιση, ορίζει στο άρθρο του 23:
«1. Κατάγονται από συγκεκριμένη χώρα τα εμπορεύματα που παράγονται εξ ολοκλήρου στην εν λόγω χώρα.
2. Ως εμπορεύματα παραγόμενα εξ ολοκλήρου σε μια χώρα νοούνται:
[...]
ε) τα προϊόντα θήρας και αλιείας που διεξάγονται στη χώρα αυτή·
στ) τα προϊόντα της θαλάσσιας αλιείας και τα άλλα προϊόντα που εξάγονται από τη θάλασσα εκτός των χωρικών υδάτων μιας χώρας από πλοία νηολογημένα ή εγγεγραμμένα στη χώρα αυτή, και τα οποία φέρουν τη σημαία της χώρας αυτής·
[...]
3. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2, η έννοια της χώρας καλύπτει επίσης και τα [χωρικά] ύδατα της εν λόγω χώρας.»
4 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο στ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20), ο οποίος καταργήθηκε από τον κώδικα, κατέτασσε ως εμπορεύματα «λαμβανόμενα ή παραγόμενα εξ ολοκλήρου» σε μια χώρα «τα προϊόντα της θαλασσίας αλιείας και άλλα θαλάσσια προϊόντα, τα εξαγόμενα εκ της θαλάσσης από πλοία, που είναι νηολογημένα ή εγγεγραμμένα στη χώρα αυτή και φέρουν τη σημαία της ιδίας αυτής χώρας».
Η ρύθμιση περί αλιείας
5 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61), ορίζει:
«1. Το καθεστώς το εφαρμοζόμενο από κάθε κράτος μέλος στην άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητος στα θαλάσσια ύδατα, τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, δεν δύναται να προκαλέσει διάφορη μεταχείριση έναντι των άλλων κρατών μελών.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως την ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που ευρίσκονται στα ύδατα τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο, σε όλα τα αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός των κρατών μελών που είναι νηολογημένα στην επικράτεια της Κοινότητος.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που υφίστανται στο πεδίο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, καθώς και εκείνες, οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων των αναφερομένων στην εν λόγω παράγραφο, δεύτερο εδάφιο.»
6 Το άρθρο 3 του κανονισμού 101/76 διευκρινίζει:
«Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις τροποποιήσεις, τις οποίες πρόκειται να επιφέρουν στο καθεστώς αλιείας που ορίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2.»
7 Βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (EE L 24, σ. 1), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ L 389, σ. 1), ο οποίος κατήργησε τον κανονισμό 170/83, το Συμβούλιο, για να διατηρήσει τους αλιευτικούς πόρους της Κοινότητας, καθόρισε σύνολα επιτρεπομένων αλιευμάτων και κατένειμε ποσοστώσεις στα κράτη μέλη. Ωστόσο, για τα όστρακα Saint-Jacques δεν καθορίστηκε σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων.
8 Παρά ταύτα, το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3760/92 διευκρινίζει:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα για τη διατήρηση και διαχείριση των πόρων στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους, εφόσον αυτά τα μέτρα:
- αφορούν αποκλειστικά τοπικά αποθέματα, τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον μόνον για τους αλιείς του συγκεκριμένου κράτους μέλους·
- εφαρμόζονται μόνον στους αλιείς του συγκεκριμένου κράτους μέλους».
9 Το νομικό πλαίσιο που είχε καθιερώσει ο κανονισμός 170/83 είχε διευκρινιστεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 171/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 14), ο οποίος ορίζει στο άρθρο του 19, παράγραφοι 1 και 2:
«1. Στην περίπτωση αλιευτικών αποθεμάτων αποκλειστικά τοπικών που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τους αλιείς ενός μόνο κράτους μέλους, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να θεσπίζει μέτρα για να εξασφαλίζει τη διατήρηση και τη διαχείριση αυτών των αποθεμάτων, με την επιφύλαξη ότι τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική.
2. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν τους όρους ή τις λεπτομέρειες καθαρά τοπικού χαρακτήρα που εφαρμόζονται αποκλειστικά στους αλιείς υπηκόους τους και που αποσκοπούν στον περιορισμό των αλιευμάτων με τεχνικά μέτρα που συμπληρώνουν τα μέτρα που καθορίζονται στους κοινοτικούς κανονισμούς, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική.»
10 Οι κανόνες που θέσπισε ο κανονισμός 171/83 τροποποιήθηκαν κατ' επανάληψη. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3094/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 288, σ. 1). Ο κανονισμός (ΕΚ) 894/97 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1997, για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 132, σ. 1), κωδικοποίησε, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού όπως εκτίθεται στην πρώτη αιτιολογική του σκέψη, τον κανονισμό 3094/86, ο οποίος επομένως καταργήθηκε βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 894/97.
11 Οι διατάξεις και τα παραρτήματα του τελευταίου κανονισμού, εξαιρουμένων των άρθρων 11 και 18 έως 20, καταργήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ) 850/98 του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 1998, για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων προστασίας των νεαρών θαλάσσιων οργανισμών (ΕΕ L 125, σ. 1).
12 Το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 850/98 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν μέτρα για τη διατήρηση και τη διαχείριση των αποθεμάτων:
α) στην περίπτωση αποκλειστικά τοπικών αλιευτικών αποθεμάτων που ενδιαφέρουν μόνον τους αλιείς του συγκεκριμένου κράτους μέλους
ή
β) με τη μορφή όρων ή λεπτομερών ρυθμίσεων που αποσκοπούν στον περιορισμό των αλιευμάτων μέσω της λήψης τεχνικών μέτρων:
i) που συμπληρώνουν εκείνα που ορίζονται στην κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την αλιεία
ή
ii) που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις που ορίζονται στην εν λόγω νομοθεσία,
υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται αποκλειστικά για τους αλιείς του συγκεκριμένου κράτους μέλους, ότι συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και ότι είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική.»
13 Για να διευκρινιστεί η δυνατότητα εφαρμογής του, το άρθρο αυτό αναμορφώθηκε ως ακολούθως από τον κανονισμό (ΕΚ) 1298/2000 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, που τροποποιεί για πέμπτη φορά τον κανονισμό 850/98 (ΕΕ L 148, σ. 1):
«1. Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν μέτρα για τη διατήρηση και τη διαχείριση των αποθεμάτων:
α) στην περίπτωση αποκλειστικά τοπικών αλιευτικών αποθεμάτων που ενδιαφέρουν μόνον το συγκεκριμένο κράτος μέλος ή
β) με τη μορφή όρων ή λεπτομερών ρυθμίσεων που αποσκοπούν στον περιορισμό των αλιευμάτων μέσω της λήψης τεχνικών μέτρων:
i) που συμπληρώνουν εκείνα που ορίζονται στην κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την αλιεία
ή
ii) που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις που ορίζονται στην εν λόγω νομοθεσία,
υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται αποκλειστικά, για τα αλιευτικά σκάφη υπό τη σημαία του συγκεκριμένου κράτους μέλους τα οποία είναι νηολογημένα στην Κοινότητα ή, για άτομα εγκατεστημένα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, για αλιευτικές δραστηριότητες μη εκτελούμενες από αλιευτικό.»
Η εθνική ρύθμιση
14 Ο Γάλλος Υπουργός Μεταφορών εξέδωσε στις 19 Μαρτίου 1980 την απόφαση 794 P-3 περί ρυθμίσεως της αλιείας και της εκφορτώσεως οστράκων Saint-Jacques (στο εξής: υπουργική απόφαση), η οποία ορίζει, στο άρθρο της 1, ότι, «[σ]την παράκτια ζώνη μεταξύ των βελγικών και των ισπανικών συνόρων, απαγορεύεται η αλιεία οστράκων Saint-Jacques από τις 15 Μα_ου έως τις 30 Σεπτεμβρίου» και, στο άρθρο της 3, ότι «[α]παγορεύεται η εκφόρτωση οστράκων Saint-Jacques κατά τις περιόδους απαγορεύσεως της αλιείας αυτής».
Η υπόθεση της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Η A. Pansard κ.λπ. οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα του αλιέως, αλίευσαν όστρακα Saint-Jacques στην αιγιαλίτιδα ζώνη της αγγλονορμανδικής νήσου Υερσέης, από πλοία νηολογημένα στη Γαλλία, βάσει αδειών υποβρύχιας αλιείας που είχαν εκδοθεί από τις αρχές της Υερσέης. Εκφόρτωσαν τα αλιεύματα αυτά στη γαλλική παράκτια ζώνη, στο Saint-Cast Le Guildo από τις 24 Μα_ου έως τις 2 Ιουνίου 2000 και στο Saint-Suliac στις 30 Ιουλίου 2000. Δεδομένου ότι οι εκφορτώσεις αυτές συνιστούν παράβαση της υπουργικής αποφάσεως, η A. Pansard κ.λπ. διώχθηκαν ποινικώς και παραπέμφθηκαν στο αιτούν δικαστήριο.
16 Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή, αφού την ενημέρωσαν για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, μελετά τη δυνατότητα να κινήσει κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους. Επίσης, ζήτησαν από το αιτούν δικαστήριο να απευθύνει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το αν η υπουργική απόφαση είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, ζήτησαν να ανασταλεί η διαδικασία εν αναμονή αποφάσεως είτε της Επιτροπής είτε του Δικαστηρίου.
17 Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, το tribunal de grande instance de Dinan αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορούν τα όστρακα Saint-Jacques που αλιεύονται υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες να θεωρηθούν εισαγόμενα προϊόντα, παρά τη γαλλική νομοθεσία που εφαρμόζει στα προϊόντα αλιείας το νομικό καθεστώς της σημαίας του αλιευτικού σκάφους;
2) Θίγουν οι διατάξεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ που απαγορεύουν τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών το κύρος της υπουργικής αποφάσεως της 19ης Μαρτίου 1980, η οποία απαγορεύει την εκφόρτωση οστράκων Saint-Jacques κατά την περίοδο απαγορεύσεως της αλιείας;»
Επί των ερωτημάτων
18 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνηστεί, αφενός, ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του συμβατού ενός εθνικού μέτρου με το κοινοτικό δίκαιο. Ωστόσο, είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα απτόμενα του κοινοτικού δικαίου ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να του δώσουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει το συμβατό αυτό προκειμένου να αποφανθεί στην υπόθεση την οποία εκδικάζει (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191, και συγκεκριμένα σ. 1196, και της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-17/00, De Coster, Συλλογή 2001, σ. Ι-9445, σκέψη 23).
19 Αφετέρου, για να δώσει χρήσιμη απάντηση στο δικαστήριο που του απηύθυνε προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο μπορεί να χρειαστεί να λάβει υπόψη κανόνες κοινοτικού δικαίου τους οποίους το εθνικό δικαστήριο δεν ανέφερε με το ερώτημά του (βλ. τις αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Τissier, Συλλογή 1986, σ. 1207, σκέψη 9, και της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-107/98, Teckal, Συλλογή 1999, σ. Ι-8121, σκέψη 39).
20 Για να δοθεί χρήσιμη ερμηνεία στο αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η κοινοτική νομοθεσία περί αλιείας ασκεί επιρροή για την απόφανση στην υπόθεση της κύριας δίκης.
21 Κατά συνέπεια, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι με αυτό ερωτάται στην ουσία αν το κοινοτικό αλιευτικό δίκαιο αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος την εκφόρτωση, σε μέρος της παράκτιας ζώνης του σχετικού κράτους μέλους, οστράκων Saint-Jacques που έχουν αλιευθεί στην αιγιαλίτιδα ζώνη άλλου κράτους μέλους.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
22 Η Επιτροπή, η οποία είναι ο μόνος που πρότεινε απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη γαλλική ρύθμιση, εφόσον επιβάλλει γενική απαγόρευση εκφορτώσεως οστράκων Saint-Jacques, πρέπει να θεωρηθεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ.
23 Στη συνέχεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι εν προκειμένω τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν τις εξαιρέσεις του άρθρου 30 ΕΚ, εφόσον, κατά την κοινοτική ρύθμιση, η υπολειμματική τους αρμοδιότητα στον τομέα των τεχνικών μέτρων για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων συνίσταται μόνο στη διατήρηση των αποκλειστικώς τοπικών αποθεμάτων που ενδιαφέρουν μόνον το σχετικό κράτος μέλος και στα τεχνικά μέτρα που βαίνουν πέραν των ελαχίστων απαιτήσεων της κοινοτικής ρυθμίσεως και αφορούν μόνον τους αλιείς αυτού του κράτους μέλους.
24 Επιπλέον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από τότε που εκδόθηκε ο κανονισμός 3760/92 τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν μέτρα μόνο για τα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία τους.
25 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η υπουργική απόφαση, εφόσον δεν της κοινοποιήθηκε, πάσχει, μετά την έκδοση του κανονισμού 171/83, ουσιώδες διαδικαστικό ελάττωμα, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία εφαρμογής της έναντι τρίτων.
26 Τέλος, η Επιτροπή εκθέτει ότι η γενική και απόλυτη απαγόρευση της εκφορτώσεως σε γαλλικά λιμάνια κατά τη διάρκεια της εποχιακής απαγορεύσεως της αλιείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως αναγκαίο μέτρο για την τήρηση της απαγορεύσεως αυτής ούτε ως απαραίτητο μέτρο για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων, εφόσον οι στόχοι αυτοί μπορούσαν να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με μέτρα που θα είχαν μικρότερο περιοριστικό αποτέλεσμα για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34 ΕΚ) ορίζει ότι, για να επιτευχθούν οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 33 ΕΚ), τα κράτη μέλη αναπτύσσουν κοινή πολιτική γεωργικών αγορών βαθμιαίως κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου και οριστικοποιούν την πολιτική αυτή το αργότερο κατά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου.
28 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, βάσει του άρθρου 102 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και περί προσαρμογών των Συνθηκών (JO 1972, L 73, σ. 14), η εξουσία θεσπίσεως μέτρων για την προστασία των θαλασσίων βιολογικών πόρων εμπίπτει, από την 1η Ιανουαρίου 1979, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής (απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, 24/83, Gewiese και Mehlich, Συλλογή 1984, σ. 817, σκέψη 5).
29 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, από την στιγμή που η Κοινότητα έχει θεσπίσει, βάσει του άρθρου 40 της Συνθήκης, ρύθμιση για την οργάνωση των αγορών σε συγκεκριμένο τομέα, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να παρεκκλίνει από τη ρύθμιση αυτή ή να την θίξει (αποφάσεις της 18ης Μα_ου 1977, 111/76, Van den Hazel, Συλλογή τόμος 1977, σ. 271, σκέψη 13, και της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-44/94, Fishermen's Organisations κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-3115, σκέψη 52).
30 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 100/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 43), ο οποίος καταργήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981 (EE L 379, σ. 1), η Κοινότητα χάραξε κοινή γεωργική πολιτική αλιείας. Επιπλέον, το Συμβούλιο με τον κανονισμό 101/76 χάραξε κοινή διαρθρωτική πολιτική στον τομέα αυτόν.
31 Ασφαλώς, η ύπαρξη κοινής οργανώσεως αγοράς δεν αποκλείει τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών κράτους μέλους να θεσπίζουν εθνικά μέτρα υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από κοινοτική ρύθμιση η οποία αποτελεί μέρος της οργανώσεως αυτής (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Fishermen's Organisations κ.λπ., σκέψη 53).
32 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνηστεί, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως, ότι η Κοινότητα έχει θεσπίσει πολλά μέτρα διαχειρίσεως των αποθεμάτων των προϊόντων αλιείας, ιδίως δε με το να καθορίσει ποσοστώσεις αλιευμάτων, και έχει ρυθμίσει σε μεγάλο βαθμό την αγορά αλιείας.
33 Αντιθέτως, δεν έχει θεσπιστεί κανένα συγκεκριμένο μέτρο διαχειρίσεως αποθεμάτων όσον αφορά τα όστρακα Saint-Jacques.
34 Ωστόσο, όπως προκύπτει από το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3760/92, τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν μέτρα για τη διατήρηση και διαχείριση των πόρων στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία τους, αρκεί τα μέτρα αυτά να αφορούν αυστηρώς τοπικά αποθέματα που ενδιαφέρουν μόνον τους αλιείς του σχετικού κράτους μέλους και να εφαρμόζονται μόνον επί των αλιέων του κράτους αυτού.
35 Και από το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 850/98, καθώς και από το ίδιο άρθρο όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1298/2000 προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δύναται να λαμβάνει μέτρα για τη διατήρηση και διαχείριση των αλιευτικών πόρων μόνον αν τα μέτρα αυτά έχουν σχέση με αποκλειστικώς τοπικά αποθέματα που ενδιαφέρουν μόνον αυτό το κράτος μέλος ή μόνον αν αφορούν τους όρους ή τις λεπτομερείς ρυθμίσεις που αποσκοπούν στον περιορισμό των αλιευμάτων μέσω της λήψεως τεχνικών μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά, κατά τη διάταξη που απορρέει από τον κανονισμό 850/98, εφαρμόζονται αποκλειστικώς επί των αλιέων του σχετικού κράτους μέλους, συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική και, κατά τη διάταξη που απορρέει από τον κανονισμό 1298/2000, εφαρμόζονται αποκλειστικώς επί των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία του σχετικού κράτους μέλους και είναι νηολογημένα στην Κοινότητα ή, στην περίπτωση που οι αλιευτικές δραστηριότητες δεν ασκούνται από αλιευτικό, επί ατόμων που είναι εγκατεστημένα στο σχετικό κράτος μέλος.
36 Έτσι, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η εξουσία των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα για τη διατήρηση και διαχείριση των αλιευτικών πόρων εντάσσεται σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Τα μέτρα που τα κράτη μέλη δύνανται εν προκειμένω να λαμβάνουν πρέπει να αφορούν αποκλειστικώς τοπικά αποθέματα ή μόνον τους αλιείς του σχετικού κράτους μέλους ή μόνον αλιευτικά σκάφη υπό τη σημαία του κράτους αυτού και μπορούν να εφαρμόζονται μόνον εντός των υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους.
37 Ωστόσο, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη βαίνει πέραν της εξουσίας του σχετικού κράτους μέλους, καθόσον, αφενός, δεν αφορά ούτε αποκλειστικώς τοπικά αποθέματα ούτε όρους ή λεπτομερείς ρυθμίσεις που αποσκοπούν στον περιορισμό των αλιευμάτων μέσω της λήψεως τεχνικών μέτρων και, αφετέρου, απαγορεύει την εκφόρτωση ιχθύων αλιευμένων σε ύδατα που δεν υπάγονται στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία του πιο πάνω κράτους μέλους.
38 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα, όπως αναδιατυπώθηκε, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό αλιευτικό δίκαιο αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος την εκφόρτωση, σε μέρος της παράκτιας ζώνης του σχετικού κράτους μέλους, οστράκων Saint-Jacques που έχουν αλιευθεί στην αιγιαλίτιδα ζώνη άλλου κράτους μέλους.
39 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς την κύρια δίκη τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 28ης Ιουνίου 2001 το tribunal de grande instance de Dinan, αποφαίνεται:
Το κοινοτικό αλιευτικό δίκαιο αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος την εκφόρτωση, σε μέρος της παράκτιας ζώνης του σχετικού κράτους μέλους, οστράκων Saint-Jacques που έχουν αλιευθεί στην αιγιαλίτιδα ζώνη άλλου κράτους μέλους.
Full & Egal Universal Law Academy