Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-292/01 και C-293/01,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του Consiglio di Stato (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Albacom SpA (C-292/01),
Infostrada SpA (C-293/01)
και
Ministero del Tesoro, del Bilancio e della Programmazione Economica,
Ministero delle Comunicazioni,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 117, σ. 15),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, C. W. A. Timmermans, A. La Pergola, P. Jann και S. von Bahr (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruνz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Albacom SpA, εκπροσωπούμενη από τους R. Caiazzo και G. Pesce, avvocati,
- η Infostrada SpA, εκπροσωπούμενη από τους F. G. Scoca, M. Clarich, G. Pizzonia και F. Macaluso, avvocati,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Braguglia, επικουρούμενο από τον M. Fiorilli, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους H. van Lier και E. Traversa,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Albacom SpA, εκπροσωπούμενης από τους R. Caiazzo και A. Santa Maria, avvocato, της Infostrada SpA, εκπροσωπούμενης από τους F. G. Scoca και G. Pizzonia, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον M. Fiorilli, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον E. Traversa, κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο διατάξεις της 12ης Ιουνίου 2001, οι οποίες περιήλθαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Ιουλίου 2001, το Consiglio di Stato υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, ταυτόσημο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 117, σ. 15).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο δύο προσφυγών που ασκήθηκαν από την Albacom SpA (στο εξής: Albacom) και την Infostrada SpA (στο εξής: Infostrada), κατόχους αδειών εκμεταλλεύσεως δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων, κατά κοινής υπουργικής αποφάσεως με την οποία υποχρεώθηκαν οι κατέχουσες τέτοιες άδειες εταιρίες να καταβάλουν εισφορά ίση προς ορισμένο ποσοστό του κύκλου εργασιών τους.
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/13 τονίζεται ότι:
«[...] οποιαδήποτε τέλη ή επιβαρύνσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις στα πλαίσια διαδικασιών χορήγησης αδειών θα πρέπει να βασίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά, αμερόληπτα και διαφανή».
4 Το άρθρο 6 της οδηγίας 97/13, το οποίο ρυθμίζει τα «Τέλη και επιβαρύνσεις διαδικασιών γενικών αδειών», ορίζει ότι:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί χρηματοδοτικών συνεισφορών στην παροχή καθολικής υπηρεσίας σύμφωνα με το παράρτημα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα τέλη που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις στα πλαίσια των διαδικασιών χορήγησης αδειών αποσκοπούν αποκλειστικά στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών, χορήγησης, διαχείρισης, ελέγχου και εκτέλεσης του εφαρμοστέου συστήματος γενικών αδειών. Τα τέλη αυτά δημοσιεύονται κατά ενδεδειγμένο και επαρκώς λεπτομερή τρόπο, ώστε να είναι ευχερώς προσιτά.»
5 Το άρθρο 11 της οδηγίας, με τον τίτλο «Τέλη και επιβαρύνσεις ειδικών αδειών», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα τέλη που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ως μέρος των διαδικασιών χορήγησης αδειών αποσκοπούν αποκλειστικά στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται η έκδοση, διαχείριση, έλεγχος και εκτέλεση της εκάστοτε ειδικής αδείας. Τα τέλη των ειδικών αδειών είναι ανάλογα προς τις σχετικές εργασίες και δημοσιεύονται κατά ενδεδειγμένο και επαρκώς λεπτομερή τρόπο ώστε οι εν λόγω πληροφορίες να είναι ευχερώς προσιτές.
2. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, όταν χρησιμοποιούνται πόροι εν ανεπαρκεία, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις εθνικές κανονιστικές αρχές τους να επιβάλλουν πρόσθετα τέλη που αντανακλούν την ανάγκη βελτίστης χρήσης των πόρων αυτών. Τα τέλη δεν εισάγουν διακρίσεις ενώ δι' αυτών λαμβάνεται ιδίως υπόψιν η ανάγκη παροχής κινήτρων ανάπτυξης καινοτόμων υπηρεσιών και του ανταγωνισμού.»
Η εθνική νομοθεσία
6 Το διάταγμα 318 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 19ης Σεπτεμβρίου 1997 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 221, της 22ας Σεπτεμβρίου 1997, σ. 5, στο εξής: διάταγμα 318), και η υπουργική απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1998 (GURI αριθ. 63, της 17ης Μαρτίου 1998, σ. 27), η οποία εκδόθηκε προς εφαρμογήν του άρθρου 6 του διατάγματος 318, αφορούν τις εισφορές που οφείλουν να καταβάλλουν οι τηλεπικοινωνικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο των διαδικασιών χορηγήσεως αδείας.
7 Το άρθρο 6, παράγραφος 5, του διατάγματος 318 ορίζει ότι «η εισφορά που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως γενικής αδείας καλύπτει αποκλειστικώς τις διοικητικές δαπάνες που συνδέονται με τη μελέτη, τον έλεγχο και τη διαχείριση της υπηρεσίας και την εφαρμογή των όρων που απορρέουν από την ίδια την έγκριση».
8 Το άρθρο 6, παράγραφος 20, του ιδίου διατάγματος περιλαμβάνει ανάλογη διάταξη αναφερόμενη στην εισφορά για τη χορήγηση ειδικής αδείας. Επιπροσθέτως, στην 21η παράγραφο του ιδίου άρθρου προβλέπεται η καταβολή εισφοράς για τη χρήση πόρων εν ανεπαρκεία.
9 Η προαναφερθείσα υπουργική απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1998 διευκρινίζει ότι ο κάτοχος ειδικής αδείας υποχρεούται να καταβάλει εισφορά: α) για τα διοικητικά έξοδα και τη χορήγηση της αδείας, καταβλητέα κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, β) τους ελέγχους και τις εξακριβώσεις, καταβλητέα ετησίως, γ) τη χρησιμοποίηση πόρων εν ανεπαρκεία, καταβλητέα ετησίως, δ) την αριθμοδότηση, καταβλητέα ετησίως.
10 Τα μέτρα που αποτέλεσαν την αφορμή των προσφυγών στις υποθέσεις της κύριας δίκης είναι ο νόμος 448, της 23ης Δεκεμβρίου 1998, περί δημοσιονομικών μέτρων σταθεροποιήσεως και αναπτύξεως (δημοσιονομικός νόμος του 1999) (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 1998, σ. 5, στο εξής: νόμος 448), και η κοινή υπουργική απόφαση της 21ης Μαρτίου 2000, την οποία εξέδωσαν ο Υπουργός Οικονομικών, Προϋπολογισμού και Οικονομικού Προγραμματισμού, από κοινού με τον Υπουργό Τηλεπικοινωνιών (GURI αριθ. 92, της 19ης Απριλίου 2000, σ. 12, στο εξής: υπουργική απόφαση της 21ης Μαρτίου 2000).
11 Το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου 448 προβλέπει ότι:
«Επιβάλλεται εισφορά επί της εγκαταστάσεως και προμήθειας δημοσίου τηλεπικοινωνιακού δικτύου, της παροχής στο κοινό υπηρεσιών τηλεφωνίας και υπηρεσιών κινητής και προσωπικής τηλεφωνίας· την εισφορά αυτήν οφείλουν να καταβάλλουν οι κάτοχοι αδειών παροχής δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ή αδειών για την εγκατάσταση και την προμήθεια δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων, για την παροχή στο κοινό φωνητικής τηλεφωνίας ή κινητής και προσωπικής τηλεφωνίας.
Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό του κύκλου εργασιών, ο οποίος περιλαμβάνει το σύνολο των υπηρεσιών και παροχών τηλεπικοινωνίας του προηγουμένου έτους, και συγκεκριμένα, 3 % για το 1999, 2,7 % για το 2000, 2,5 % για το 2001, 2 % για το 2002 και 1,5 % για το 2003.
Για τις εταιρίες που έχουν κύκλο εργασιών μικρότερο των 200 δισεκατομμυρίων λιρετών κατά το έτος αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της εισφοράς, το αντίστοιχο ποσοστό ορίζεται σε 2 % μέχρι το έτος 2002 και σε 1,5 % για το 2003. Οι εν λόγω εταιρίες δεν καταβάλλουν εισφορά εάν παρουσιάζουν ζημίες εκμεταλλεύσεως.
Η εισφορά καταβάλλεται εντός τριάντα ημερών από της ημερομηνίας εγκρίσεως του ισολογισμού για τη χρήση την οποία αφορά ο κύκλος εργασιών. Στις 15 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, καταβάλλεται προκαταβολή επί της οφειλομένης εισφοράς για το επόμενο έτος, η οποία για το έτος 1999 ορίζεται σε 70 %, για το έτος 2000 σε 85 % και για το έτος 2001 και τα επόμενα έτη, σε 95 % της οφειλόμενης για το προηγούμενο έτος εισφοράς. Για το έτος 1999, η προκαταβολή καθορίζεται βάσει του προβλεπόμενου κύκλου εργασιών για το έτος αυτό, χωρίς πάντως να υπολείπεται του κύκλου εργασιών του έτους 1998.
[...]»
12 Οι λεπτομέρειες για την καταβολή της εισφοράς που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου 448 καθορίστηκαν με την υπουργική απόφαση της 21ης Μαρτίου 2000.
Οι διαφορές των κύριων δικών και το προδικαστικό ερώτημα
13 Η Albacom και η Infostrada υποχρεώθηκαν να καταβάλουν προκαταβολή έναντι της εισφοράς που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου 448 και η υπουργική απόφαση της 21ης Μαρτίου 2000 (στο εξής: επίμαχη εισφορά). Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το ποσό ανερχόταν σε 5 300 000 000 ITL στην περίπτωση της Albacom. Οι δύο αυτές εταιρίες υποστηρίζουν ότι, επιβάλλοντας την επίμαχη εισφορά, ο νόμος 448 επανέφερε, στην πράξη, την εισφορά παραχωρήσεως που ίσχυε προηγουμένως στην Ιταλία, όταν υπήρχε ακόμα μονοπωλιακό καθεστώς στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, και ότι αντιβαίνει προς την κοινοτική νομοθεσία.
14 Κατόπιν αυτού, κάθε μία εκ των ως άνω εταιριών άσκησε έκτακτο ένδικο μέσο ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας με αίτημα την ακύρωση της υπουργικής αποφάσεως της 21ηςΜαρτίου 2000. Κατόπιν αυτού, το Υπουργείο Οικονομικών, Προϋπολογισμού και Οικονομικού Προγραμματισμού (στο εξής: υπουργείο) ζήτησε από το Consiglio di Stato να γνωμοδοτήσει σχετικά με το κύρος αυτής της αποφάσεως.
15 Κατά το υπουργείο, η επίμαχη εισφορά δεν συνιστά ούτε επαναφορά της εισφοράς παραχωρήσεως ούτε νέο φόρο, αλλά μορφή συμμετοχής των οικείων επιχειρήσεων στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε το Δημόσιο, άμεσα ή έμμεσα, για τη δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων φιλελευθεροποιήσεως του τομέα των τηλεπικοινωνιών.
16 Το Consiglio di Stato διευκρινίζει ότι οι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες υπόκειντο προηγουμένως σε κρατικό μονοπώλιο και ότι ο νόμος προέβλεπε την υποχρέωση όλων των παραχωρησιούχων να καταβάλλουν στο Δημόσιο ετήσια εισφορά, το ύψος της οποίας καθοριζόταν εκ των προτέρων.
17 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το σύστημα αυτό τροποποιήθηκε εκ βάθρων με την κοινοτική νομοθεσία, ιδίως με την οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ, με σκοπό το πλήρες άνοιγμα στον ανταγωνισμό των τηλεπικοινωνιακών αγορών (ΕΕ L 74, σ. 13), καθώς και με την οδηγία 97/13.
18 Το πρώτο μέτρο μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη, το οποίο ελήφθη το 1996, εξήρτησε από τη χορήγηση διοικητικής εγκρίσεως το δικαίωμα των επιχειρήσεων να εκμεταλλεύονται υπηρεσίες και να εγκαθιστούν δίκτυα τηλεπικοινωνιών, υπό την επιφύλαξη των εκ του νόμου προβλεπομένων παραχωρήσεων.
19 Στη συνέχεια, η Ιταλική Δημοκρατία έλαβε περαιτέρω μέτρα, μεταξύ των οποίων το διάταγμα 318 και την υπουργική απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1998, τα οποία προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση δικτύων τηλεπικοινωνιών από επιχειρήσεις έχουσες γενικές ή ειδικές άδειες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
20 Το Consiglio di Stato αναφέρεται, τελικώς, στον νόμο 448. Υπογραμμίζει ότι, καίτοι με τον νόμο αυτό επιβεβαιώθηκε η μη εφαρμογή επί των εκμεταλλευομένων δημόσιες υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών της ετήσιας εισφοράς που επιβαλλόταν προηγουμένως στους παραχωρησιούχους, εντούτοις με το άρθρο 20, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου επιβλήθηκε μια νέα μορφή εισφοράς.
21 Έχοντας αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινοτική νομοθεσία το εν λόγω άρθρο 20, παράγραφος 2, και η υπουργική απόφαση της 21ης Μαρτίου 2000, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία στις δύο υποθέσεις και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Επιτρέπει η οδηγία 97/13/ΕΚ στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στις εταιρίες οι οποίες έχουν άδεια ή έγκριση εκμεταλλεύσεως τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, χρηματικές επιβαρύνσεις, υπό οποιαδήποτε ονομασία, διαφορετικές και πρόσθετες από εκείνες που επιτρέπει η εν λόγω οδηγία;»
22 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2001, οι υποθέσεις C-292/01 και C-293/01 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της γραπτής και προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
23 Επιβάλλεται προκαταρκτικώς να διαπιστωθεί ότι η διαφορά των κυρίων δικών αφορά δύο επιχειρήσεις κατόχους ειδικών αδειών, κατά την έννοια της οδηγίας 97/13 και ότι οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο επικεντρώθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 11 της οδηγίας αυτής, τις σχετικές με τα τέλη και τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται επί των επιχειρήσεων που κατέχουν ειδικές άδειες. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι το Consiglio di Stato ερωτά, ουσιαστικώς, αν οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και, ειδικότερα, το άρθρο 11 αυτής απαγορεύουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν επί εταιριών που κατέχουν ειδικές άδειες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, απλώς και μόνον επειδή κατέχουν τέτοιες άδειες, οικονομικές επιβαρύνσεις όπως η επίμαχη εισφορά.
24 Επιβάλλεται σχετικώς να εξεταστεί, πρώτον, αν το άρθρο 11 της οδηγίας 97/13, ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής, επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να επιβάλλουν επί των ανωτέρω επιχειρήσεων μια οικονομική επιβάρυνση όπως η επίμαχη εισφορά.
25 Το άρθρο 11 της οδηγίας 97/13 προβλέπει, στην πρώτη παράγραφο, ότι τα τέλη που τα κράτη μέλη επιβάλλουν στις έχουσες ειδικές άδειες επιχειρήσεις αποσκοπούν αποκλειστικώς στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται η έκδοση αυτών των αδειών. Η δεύτερη παράγραφος του ιδίου άρθρου επιτρέπει, πάντως, στις εθνικές κανονιστικές αρχές να επιβάλλουν εισφορές σε περίπτωση χρήσεως πόρων εν ανεπαρκεία.
26 Εκτός από τα τέλη και τις εισφορές που προβλέπει στο άρθρο 11 και τα τέλη που αποσκοπούν στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών για την έκδοση γενικών αδειών, που προβλέπει το άρθρο 6, η οδηγία 97/13 δεν προβλέπει ρητώς παρά μόνον ένα ακόμα είδος οικονομικών επιβαρύνσεων, συγκεκριμένα, τις χρηματοοικονομικές εισφορές για την παροχή καθολικής υπηρεσίας, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6 και το σημείο 3.2 του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας.
27 Δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη εισφορά δεν αποβλέπει ούτε στην κάλυψη διοικητικών δαπανών μιας διαδικασίας χορηγήσεως αδείας ούτε στη διασφάλιση της χρήσεως ενός εν ανεπαρκεία πόρου. Πράγματι, άλλες εισφορές έχουν επιβληθεί για τον σκοπό αυτό με τις διατάξεις του διατάγματος 318 και της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Φεβρουαρίου 1998. Εξάλλου, δεν υποστηρίχθηκε ότι η επίμαχη εισφορά αποσκοπεί στη χρηματοδότηση μιας καθολικής υπηρεσίας.
28 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι επιβάρυνση όπως η επίμαχη εισφορά δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις που ρητώς προβλέπουν τα άρθρα 6 και 11 της οδηγίας 97/13.
29 Επιβάλλεται να εξεταστεί, δεύτερον, αν, παρά ταύτα, απαγορεύεται μια τέτοια επιβάρυνση.
30 Προς τούτο, επιβάλλεται να εξεταστεί ο σκοπός της οδηγίας 97/13 και το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.
31 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επιβάρυνση όπως η επίμαχη εισφορά δεν είναι αντίθετη προς τον σκοπό της οδηγίας 97/13 και ότι πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενη, εν όψει του γράμματος του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας. Κατά την άποψη της εν λόγω κυβερνήσεως, εφόσον η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν συμπληρωματικές επιβαρύνσεις όταν πρόκειται για εν ανεπαρκεία πόρους, όπως στην περίπτωση των περιορισμένων αριθμών κλήσεως ή ραδιοσυχνοτήτων, ώστε να διασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή χρήση αυτών των πόρων, πρέπει επίσης να τους επιτρέπεται να επιβάλλουν συμπληρωματικές επιβαρύνσεις ως συμβολή στις επενδύσεις που απαιτήθηκαν για την επίτευξη της γενικής φιλελευθεροποιήσεως του τηλεπικοινωνιακού τομέα.
32 Εν προκειμένω, η επίμαχη εισφορά συνιστά συμβολή στις επενδύσεις στις οποίες προέβη το Δημόσιο εν όψει της φιλελευθεροποιήσεως των τηλεπικοινωνιών και της παροχής καινοτόμων υπηρεσιών. Εξάλλου, επιβλήθηκε για ορισμένη μόνο περίοδο και ανταποκρίνεται στα κριτήρια της αντικειμενικότητας, της μη εισαγωγής δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας, όπως εκτίθεται στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας.
33 Επιβάλλεται, εντούτοις, να τονιστεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/13 ρητώς προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα τέλη που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ως μέρος των διαδικασιών χορηγήσεως αδειών αποσκοπούν αποκλειστικώς στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται το σύστημα χορηγήσεως αδειών. Σε σχέση με τη γενική διάταξη της πρώτης παραγράφου, με τη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου εισάγεται μια επιφύλαξη η οποία αφορά μόνον την περίπτωση των εν ανεπαρκεία πόρων.
34 Συνεπώς, το γράμμα της δεύτερης παραγράφου επιβάλλει περιοριστική ερμηνεία, εν πάση δε περιπτώσει, δεν επιτρέπει, αυτό καθεαυτό, να επεκταθεί κατά την έννοια που προτείνει η Ιταλική Κυβέρνηση.
35 Όπως προκύπτει από την πρώτη, τρίτη και πέμπτη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία 97/13 εντάσσεται στα μέτρα που ελήφθησαν για την πλήρη φιλελευθεροποίηση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και υποδομών από 1ης Ιανουαρίου 1998, μέτρα στα οποία επίσης εντάσσεται η οδηγία 96/19 περί αποκαταστάσεως πλήρους ανταγωνισμού στην τηλεπικοινωνιακή αγορά. Προς τούτο, η οδηγία 97/13 προβλέπει κοινό πλαίσιο για τα συστήματα χορηγήσεως αδείας που αποσκοπεί στην ενεργό διευκόλυνση της εισόδου νέων επιχειρηματιών στην αγορά.
36 Το πλαίσιο αυτό δεν προβλέπει απλώς κανόνες σχετικούς με τις διαδικασίες χορηγήσεως αδειών και με το περιεχόμενο των εν λόγω αδειών, αλλά και κανόνες σχετικούς με τη φύση και ακόμα την έκταση των χρηματικών επιβαρύνσεων που συνδέονται με τις διαδικασίες αυτές και τις οποίες μπορούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη επί των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
37 Όπως διευκρινίζεται στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/13, οι επιβαρύνσεις αυτές πρέπει να στηρίζονται σε αντικειμενικά, μη εισάγοντα διακρίσεις και διαφανή κριτήρια. Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με τον σκοπό της πλήρους φιλελευθεροποιήσεως της αγοράς που συνεπάγεται την πλήρη επικράτηση του ανταγωνισμού στην αγορά αυτή.
38 Από αυτής της απόψεως, όπως τονίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 52 των προτάσεών του, το κοινό πλαίσιο που διέπει τη χορήγηση γενικών και ειδικών αδειών για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, που αποσκοπεί να θέση η οδηγία, δεν θα είχε καμιά πρακτική αποτελεσματικότητα αν τα κράτη μέλη είχαν τη δυνατότητα να καθορίζουν τις οικονομικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις αυτού του τομέα.
39 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι κατά το πρώτο στάδιο μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη των κοινοτικών οδηγιών με σκοπό τη φιλελευθεροποίηση της εθνικής αγοράς τηλεπικοινωνιών, η Ιταλική Δημοκρατία κατήργησε την υπολογιζόμενη επί του κύκλου εργασιών εισφορά που επιβαλλόταν προηγουμένως στους παραχωρησιούχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Καίτοι η παλαιά εισφορά και η επίμαχη εισφορά δεν είναι ταυτόσημες, εντούτοις πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η επίμαχη εισφορά επιβάλλει, όπως και η παλαιά εισφορά, επιβάρυνση υπολογιζόμενη επί του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων που κατέχουν ειδικές άδειες και ότι, με τον τρόπο αυτό, εισάγει εκ νέου ένα χρηματικής φύσεως εμπόδιο στη διαδικασία φιλελευθεροποιήσεως.
40 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μια τέτοια επιβάρυνση αυξάνει σημαντικά τα τέλη και τις επιβαρύνσεις που ρητώς επιτρέπει η οδηγία 97/13 στα κράτη μέλη να επιβάλλουν και δημιουργεί σημαντικό κώλυμα στην ελεύθερη παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
41 Συνεπώς, μια τέτοια επιβάρυνση αντιβαίνει προς τους επιδιωκόμενους από τον κοινοτικό νομοθέτη σκοπούς και εξέρχεται του κοινού πλαισίου που θεσπίστηκε με την οδηγία 97/13.
42 Εν όψει των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται στο υποβληθέν ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 97/13 και, ειδικότερα, το άρθρο 11 αυτής, απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που κατέχουν ειδικές άδειες στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, απλώς και μόνον επειδή κατέχουν τέτοιες άδειες, χρηματικές επιβαρύνσεις, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στις υποθέσεις των κυρίων δικών, διαφορετικές και πρόσθετες εκείνων που προβλέπει η ανωτέρω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διατάξεις της 12ης Ιουνίου 2001 το Consiglio di Stato, αποφαίνεται:
Οι διατάξεις της οδηγίας 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, και, ειδικότερα, το άρθρο 11 αυτής, απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που κατέχουν ειδικές άδειες στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, απλώς και μόνον επειδή κατέχουν τέτοιες άδειες, χρηματικές επιβαρύνσεις, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στις υποθέσεις των κυρίων δικών, διαφορετικές και πρόσθετες εκείνων που προβλέπει η ανωτέρω οδηγία.
Full & Egal Universal Law Academy