Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου της προσφυγής από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολόγηση αντλούμενη από την εσωτερική έννομη τάξη - Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-319/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen και την J. Adda, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου, αρχικώς, από τον F. van de Craen και, στη συνέχεια, από την A. Snoecx,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας και, επικουρικώς, μη γνωστοποιώντας στην Επιτροπή όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 73, σ. 5), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, Β. Σκουρή, F. Macken και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Αυγούστου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας και, επικουρικώς, μη γνωστοποιώντας σ' αυτήν όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 73, σ. 5), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Νομικό πλαίσιο και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
2 Η οδηγία 97/11 τροποποιεί και συμπληρώνει την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), και τούτο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η τελευταία αυτή οδηγία θα εφαρμόζεται κατά τρόπον ολονέν και περισσότερο εναρμονισμένο και αποτελεσματικό. Με την εν λόγω οδηγία προστέθηκαν, μεταξύ άλλων, διατάξεις σκοπούσες να διασφαλιστεί ότι τα έργα για τα οποία απαιτείται αξιολόγηση έχουν αποτελέσει το αντικείμενο αιτήσεως περί εγκρίσεως. Η ίδια οδηγία συμπληρώνει επίσης τον κατάλογο των έργων που μνημονεύονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 85/337 και για τα οποία ισχύει η επιταγή της αξιολογήσεως και διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν αν για τα μνημονευόμενα στο παράρτημα ΙΙ της ίδιας οδηγίας έργα πρέπει να ισχύει μια τέτοια επιταγή.
3 Η οδηγία 97/11 προβλέπει, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς αυτήν το αργότερο στις 14 Μαρτίου 1999 και ότι πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
4 Κατ' εφαρμογήν της τελευταίας αυτής διατάξεως, οι βελγικές αρχές γνωστοποίησαν, με έγγραφο της 8ης Ιουλίου 1999, στην Επιτροπή το διάταγμα της Région wallonne (στο εξής: Περιφέρεια της Βαλονίας), της 11ης Μαρτίου 1999, περί αδείας παρεμβάσεων στο περιβάλλον (Moniteur belge της 8ης Ιουνίου 1999, σ. 21114, στο εξής: διάταγμα της 11ης Μαρτίου 1999), με το οποίο τροποποιήθηκε το διάταγμα της 11ης Σεπτεμβρίου 1985, περί του τρόπου εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον στην Περιφέρεια της Βαλονίας (Moniteur belge της 24ης Ιανουαρίου 1986).
5 Μη έχοντας λάβει κοινοποίηση του διατάγματος αυτού, η Επιτροπή απηύθυνε, με έγγραφο της 5ης Αυγούστου 1999, σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, προς το Βασίλειο του Βελγίου έγγραφο οχλήσεως, τάσσοντάς του προθεσμία δύο μηνών προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
6 Με έγγραφο της 27ης Οκτωβρίου 1999, η Βελγική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή τη διάταξη της Région de Bruxelles-Capitale (στο εξής: Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας) της 22ας Απριλίου 1999, σχετικά με τον καθορισμό καταλόγου των εγκαταστάσεων της κατηγορίας IA που μνημονεύεται στο άρθρο 4 της διατάξεως της 5ης Ιουνίου 1997, περί αδείας παρεμβάσεων στο περιβάλλον (Moniteur belge της 5ης Αυγούστου 1999, σ. 29209, στο εξής: διάταξη της 22ας Απριλίου 1999), καθώς και την απόφαση της Κυβερνήσεως της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας της 4ης Μαρτίου 1999, για τον καθορισμό του καταλόγου των εγκαταστάσεων κατηγορίας IB, ΙΙ και ΙΙΙ, και τούτο σε εκτέλεση του άρθρου 4 της διατάξεως της 5ης Ιουνίου 1997, περί αδείας παρεμβάσεων στο περιβάλλον (Moniteur belge της 7ης Αυγούστου 1999, σ. 29713, στο εξής: απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999).
7 Οι βελγικές αρχές διαβίβασαν επίσης στην Επιτροπή, με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 1999, σχέδιο βασιλικού διατάγματος περί γενικού κανονισμού σχετικά με την προστασία του πληθυσμού, των εργαζομένων και του περιβάλλοντος από τον κίνδυνο ιονιζουσών ακτινοβολιών. Επίσης, με έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας οι εν λόγω αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή τον νόμο της 20ής Ιανουαρίου 1999, για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος στις θαλάσσιες εκτάσεις υπό τη δικαιοδοσία του Βελγίου (Moniteur belge της 12ης Μαρτίου 1999, σ. 8033, στο εξής: νόμος της 20ής Ιανουαρίου 1999), αρκετές διατάξεις του οποίου ρυθμίζουν το ζήτημα της αξιολογήσεως των επιπτώσεων ορισμένων έργων, ειδικότερα στην υφαλοκρηπίδα.
8 Μη έχοντας λάβει από τις βελγικές αρχές καμιά άλλη γνωστοποίηση σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 στο εσωτερικό δίκαιο, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου, με έγγραφο της 19ης Μα_ου 2000, αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το να λάβει τα μέτρα που ήσαν αναγκαία, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω γνώμης.
9 Απαντώντας στη γνώμη αυτή, η Βελγική Κυβέρνηση κοινοποίησε, με έγγραφο της 10ης Ιουλίου 2000, εκ νέου τη διάταξη της 22ας Απριλίου 1999 καθώς και την απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, συνοδευόμενες από πίνακα εμφαίνοντα την πρόοδο μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο δίκαιο της περιφέρειας αυτής.
10 Στις 9 Αυγούστου 2000, η ίδια κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή σχέδιο ρυθμίσεως για τη διασφάλιση της μεταφοράς της οδηγίας 97/11 στο δίκαιο της Περιφέρειας της Βαλονίας, σχέδιο ρυθμίσεως της οποίας η έκδοση προβλεπόταν για το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2001.
11 Στις 8 Δεκεμβρίου 2000, η Βελγική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή σχέδιο βασιλικού διατάγματος σχετικά με τη διαδικασία χορηγήσεως των αδειών παρεμβάσεων καθώς και των σχετικών εγκρίσεων που απαιτούνταν για ορισμένες δραστηριότητες στο θαλάσσιο περιβάλλον υπό τη δικαιοδοσία του Βελγίου. Το εν λόγω διάταγμα, που εκδόθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2000 (Moniteur belge της 25ης Ιανουαρίου 2001, σ. 2104), καθώς και το βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 2000, για τον καθορισμό των κανόνων των σχετικών με την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον κατ' εφαρμογήν του νόμου της 20ής Ιανουαρίου 1999 (Moniteur belge της 25ης Ιανουαρίου 2001, σ. 2113, στο εξής, και τα δύο μαζί: βασιλικά διατάγματα της 20ής Δεκεμβρίου 2000), κοινοποιήθηκαν από τις βελγικές αρχές στην Επιτροπή με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 2001.
12 Με έγγραφο της 23ης Μα_ου 2001, η Βελγική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή τα σχέδια υπουργικών αποφάσεων που είχαν ληφθεί, σε δεύτερη ανάγνωση, από την Κυβέρνηση της Βαλονίας με σκοπό την εκτέλεση του διατάγματος της 11ης Μαρτίου 1999.
13 Εκτιμώντας ότι οι κατ' αυτόν τον τρόπο κοινοποιηθείσες σ' αυτήν διατάξεις δεν διασφάλιζαν την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 97/11 για το σύνολο του βελγικού εδάφους, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Σχετικά με την παράβαση
14 Κατά πάγια νομολογία, αφενός, η ύπαρξη μιας παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση όπως αυτή υφίστατο κατά το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 15ης Μαρτίου 2001, C-147/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-2387, σκέψη 26), και, αφετέρου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής εννόμου τάξεώς του, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπει μια οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-374/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-10799, σκέψη 13).
Όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 στο εσωτερικό δίκαιο από την Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας
15 Για τη διασφάλιση της μεταφοράς της οδηγίας 97/11 στο δίκαιό της, η Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας εξέδωσε, όπως έχει αναφερθεί στη σκέψη 6 της παρούσας αποφάσεως, τη διάταξη της 22ας Απριλίου 1999 και την απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999.
16 Τα κείμενα αυτά διαβιβάστηκαν επισήμως στην Επιτροπή στις 27 Οκτωβρίου 1999, πριν καν την αποστολή της αιτιολογημένης γνώμης. Εξάλλου, η Επιτροπή έλαβε, με έγγραφο της 10ης Ιουλίου 2000, θεματικό πίνακα μνημονεύοντα, όσον αφορά κάθε άρθρο της οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11, όλα τα μέτρα τα οποία είχαν λάβει, για τη συμμόρφωσή τους, οι περιφερειακές αρχές και τα οποία ίσχυαν κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
17 Όμως, ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία η Επιτροπή εντόπισε τις ανεπάρκειες που, παρά τα εν λόγω μέτρα, εξακολουθούσαν να υφίστανται, κατά το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 στο εσωτερικό δίκαιο. Έτσι, η Επιτροπή περιορίστηκε να τονίσει, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι τα εν λόγω μέτρα τής είχαν κοινοποιηθεί πριν από τη λήψη της αποφάσεώς της να προσφύγει στο Δικαστήριο, χωρίς να μνημονεύει αν είχε συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα και χωρίς να διευκρινίζει, καθ' οιοιονδήποτε τρόπο, ποιές από τις διατάξεις της οδηγίας 97/11 δεν είχαν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο από την Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας.
18 Όμως, τα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητα της σχετικής Περιφέρειας μέτρα δεν θα μπορούσαν, από μόνα τους, να διασφαλίσουν την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας όσον αφορά αυτό το τμήμα του εδάφους του Βελγίου. Πράγματι, προκειμένου να εκτιμηθεί το ζήτημα αν έχει περατωθεί η μεταφορά της οδηγίας στην εν λόγω Περιφέρεια, πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητα των ομοσπονδιακών αρχών μέτρα.
Όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 στο εσωτερικό δίκαιο από τις βελγικές ομοσπονδιακές αρχές
19 Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, μετά το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, εστάλη στην Επιτροπή, προκειμένου περί της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 97/11 από τις βελγικές ομοσπονδιακές αρχές, μόνον ο νόμος της 20ής Ιανουαρίου 1999 καθώς και σχέδιο βασιλικού διατάγματος σχετικά με γενική ρύθμιση για την προστασία του πληθυσμού, των εργαζομένων και του περιβάλλοντος από τον κίνδυνο ιονιζουσών ακτινοβολιών.
20 Ο νόμος της 20ής Ιανουαρίου 1999 τέθηκε σε εφαρμογή, όπως ανέφερε η Βελγική Κυβέρνηση στο υπόμνημά της αντικρούσεως, μόλις μετά τη δημοσίευση, στις 25 Ιανουαρίου 2001, των βασιλικών διαταγμάτων της 20ής Δεκεμβρίου 2000.
21 Ομοίως, το βασιλικό διάταγμα περί γενικής ρυθμίσεως για την προστασία του πληθυσμού, των εργαζομένων και του περιβάλλοντος από τον κίνδυνο ιονιζουσών ακτινοβολιών εκδόθηκε μόλις στις 20 Ιουλίου 2001 και δημοσιεύθηκε στο Moniteur belge στις 30 Αυγούστου 2001 (σ. 28909), δηλαδή μετά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
22 Επομένως, η πλήρης μεταφορά της οδηγίας δεν πραγματοποιήθηκε, όσον αφορά τα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητα της ομοσπονδιακής εξουσίας θέματα, παρά μόνο με τη θέση σε ισχύ του τελευταίου αυτού διατάγματος, μετά το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
23 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή στο μέτρο που αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 στο εσωτερικό δίκαιο από τις βελγικές ομοσπονδιακές αρχές.
Όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 στο εσωτερικό δίκαιο από τις Περιφέρειες της Φλάνδρας και της Βαλονίας
24 Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, στο υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι η Περιφέρεια της Φλάνδρας ετοιμάζει ένα σημαντικό διάταγμα με σκοπό τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 97/11 καθώς και των οδηγιών 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ L 10, σ. 13,) και 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197, σ. 30). Αυτό το κανονιστικού χαρακτήρα έργο, το οποίο απετέλεσε το αντικείμενο των από 21 Μαρτίου και 4 Σεπτεμβρίου 2001 εγγράφων της Επιτροπής, φαίνεται ότι καθυστέρησε, μεταξύ άλλων, λόγω της εκπρόθεσμης δημοσιεύσεως του ολλανδικού κειμένου της οδηγίας 2001/42. Σύμφωνα με την κυβέρνηση αυτή, το σχέδιο του διατάγματος επρόκειτο να δημοσιευθεί στο Moniteur belge τον Μάρτιο του 2002, ενώ οι εκτελεστικές αποφάσεις επρόκειτο να δημοσιευθούν τον Ιούνιο του 2002.
25 Όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλονίας, η Βελγική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η εκπόνηση των τριών εκτελεστικών του διατάγματος της Βαλονίας της 11ης Μαρτίου 1999 αποφάσεων, που θα ήσαν αναγκαίες για τη θέση σε ισχύ του κειμένου αυτού, αποδείχθηκε δυσχερής λόγω της περιπλοκότητας του θέματος. Σύμφωνα με την κυβέρνηση αυτή, οι εν λόγω αποφάσεις επρόκειτο να εκδοθούν περί τα τέλη του 2001.
26 Επομένως, με τα επιχειρήματα αυτά, η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το βάσιμο της αιτιάσεως της Επιτροπής ότι δεν υπήρξε πλήρης μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 97/11, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όσον αφορά τις Περιφέρειες της Φλάνδρας και της Βαλονίας.
27 Εξάλλου, οι διευκρινίσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως σχετικά με την περιπλοκότητα του θέματος και τις πρακτικές δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά τη φάση της καταρτίσεως των αναγκαίων για τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 ρυθμίσεων δεν είναι δυνατόν, όπως προκύπτει από την παρατεθείσα στη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, να γίνουν δεκτές.
28 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη, στο μέτρο που αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 στο εσωτερικό δίκαιο από τις περιφέρειες της Φλάνδρας και της Βαλονίας.
29 Ενόψει των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θέτοντας σε ισχύ, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 97/11, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη του Βασιλείου του Βελγίου και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, μη θέτοντας σε ισχύ, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy