Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-323/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. Wainwright και R. Amorosi, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον Μ. Fiorilli, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 98/101/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, περί προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1999, L 1, σ. 1), ή, εν πάση περιπτώσει, μη κοινοποιώντας τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Macken, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή) και J.-P. Puissochet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Αυγούστου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 98/101/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, περί προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1999, L 1, σ. 1, στο εξής: οδηγία) ή, εν πάση περιπτώσει, μη κοινοποιώντας τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2 Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή/και λοιπά μέτρα που θεσπίζουν για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. ληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.»
3 Μη έχοντας λάβει εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας καμία ανακοίνωση σχετικά με τη λήψη των αναγκαίων για τη μεταφορά της οδηγίας μέτρων και μη διαθέτοντας κανένα πληροφοριακό στοιχείο που θα της επέτρεπε να θεωρήσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε λάβει αυτά τα μέτρα, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση, στις 13 Ιουλίου 2000, έγγραφη όχληση καλώντας την να της υποβάλει εν προκειμένω τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη του εγγράφου.
4 Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απάντηση εκ μέρους της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 17 Ιανουαρίου 2001 αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας την Ιταλική Δημοκρατία να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
5 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε ούτε σε αυτή την αιτιολογημένη γνώμη.
6 Υπ' αυτές τις συνθήκες, μη διαθέτοντας κανένα πληροφοριακό στοιχείο που θα της επέτρεπε να θεωρήσει ότι είχαν ληφθεί τα αναγκαία για τη μεταφορά της οδηγίας μέτρα, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
7 Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η μεταφορά της οδηγίας δεν είχε πραγματοποιηθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι η έγκριση της διυπουργικής αποφάσεως προκειμένου να μεταφερθεί η οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο έχει προβλεφθεί για το τέλος Νοεμβρίου του 2001 και ότι η απόφαση θα κοινοποιηθεί αμέσως στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να εξετάσει το νομότυπο από τεχνικής απόψεως.
8 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2000, C-103/00, Επιτροπή κατά Ελλάδος, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 23).
9 Εν προκειμένω, η ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη της 17ης Ιανουαρίου 2001 προθεσμία παρήλθε δύο μήνες μετά την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης. Κατά τη λήξη αυτής της προθεσμίας, η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε προβεί στη μεταφορά της οδηγίας.
10 Επομένως, επιβάλλεται η προσφυγή της Επιτροπής να κριθεί βάσιμη και να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από αυτήν την οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 98/101/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, περί προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από αυτήν την οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy