Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-331/01,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο αρχικώς από την M. Lσpez-Monνs Gallego και στη συνεχεία από την L. Fraguas Gadea, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την S. Pardo Quintillαn, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση, κατά το μέρος που αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας, της αποφάσεως 2001/557/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϋκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 200, σ. 28),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann και A. Rosas (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 2002,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 20ής Μαρτίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Σεπτεμβρίου 2001, το Βασίλειο της Ισπανίας άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση, κατά το μέρος που αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας, της αποφάσεως 2001/557/EK της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϋκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 200, σ. 28).
2 Το Βασίλειο της Ισπανίας βάλλει κατά του αποκλεισμού από την κοινοτική χρηματοδότηση, κατά το οικονομικό έτος 1997, του ποσού των 185 046 088 ισπανικών πεσετών (ΕSP) για πριμοδοτήσεις για ζώα. Με την απόφαση 2001/557 επισημαίνεται ότι πρόκειται για τη θέση προϋπολογισμού 2133 και ότι ο λόγος αποκλεισμού είναι η «ύπαρξη ενός συστήματος που αντιβαίνει στους κανόνες».
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
Η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών
3 Κατά τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 729/70), το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες, καθώς και τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών, όταν αυτές παραχωρούνται ή επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
4 Το άρθρο 5 του κανονισμού 729/70 διέπει την εκκαθάριση των ετήσιων λογαριασμών που παρουσιάζουν οι εθνικές υπηρεσίες που έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν δαπάνες προς τον σκοπό αυτό. Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε σημαντικά με τον κανονισμό 1287/95.
5 Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 729/70 ορίζει:
«1. Tα κράτη μέλη διαβιβάζουν περιοδικώς στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες, όσον αφορά τους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών και τους οργανισμούς συντονισμού που αναφέρονται στο άρθρο 4 και σχετικά με τις πράξεις που χρηματοδοτούνται από το τμήμα εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ:
α) δηλώσεις δαπανών και κατάσταση προβλέψεων των χρηματοδοτικών αναγκών·
β) ετήσιους λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκκαθάρισή τους, καθώς και βεβαίωση για την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των λογαριασμών που διαβιβάζονται.
2. Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
β) εκκαθαρίζει πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το εξεταζόμενο οικονομικό έτος, και βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο ββ, τους λογαριασμούς των εγκεκριμένων οργανισμών πληρωμών.
Η απόφαση εκκαθάρισης των λογαριασμών καλύπτει την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των λογαριασμών που διαβιβάζονται.
Η απόφαση δεν προδικάζει τη λήψη τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων, σύμφωνα με το στοιχείο γγ·
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
Πριν από οποιαδήποτε απόφαση απόρριψης χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντίστοιχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών και τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδότησης.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων. [...]»
6 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 αφορά τις ανωμαλίες ή αμέλειες που δύνανται να καταλογιστούν στα διοικητικά όργανα ή τους οργανισμούς των κρατών μελών.
7 Η τέταρτη, η πέμπτη και η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1287/95 είναι καθοριστικές για την ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 729/70. Οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις αναφέρουν αντιστοίχως:
«[εκτιμώντας] ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να συντομευθεί η προθεσμία λήψης αποφάσεων για την εκκαθάριση των λογαριασμών· ότι πρέπει, κατά συνέπεια, να χρησιμοποιηθεί στο μέγιστο βαθμό η μηχανογράφηση για την επεξεργασία των πληροφοριών που διαβιβάζονται στην Επιτροπή· ότι η Επιτροπή, κατά τις επαληθεύσεις της, πρέπει να έχει τη δυνατότητα πλήρους και άμεσης πρόσβασης στα στοιχεία τα σχετικά με τις δαπάνες, τα οποία περιέχονται τόσο στα έγγραφα όσο και στα δελτία μηχανογράφησης·
ότι μια ετήσια ενιαία απόφαση για την εκκαθάριση των λογαριασμών προκαλεί πολλές δυσχέρειες επειδή περιλαμβάνει συγχρόνως, για ένα δεδομένο οικονομικό έτος, για όλα τα μέτρα που αφορούν το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ και σε όλα τα κράτη μέλη, ένα λογιστικό στόχο και ένα στόχο διαπίστωσης της συμφωνίας των δαπανών με τις κοινοτικές διατάξεις· ότι η ενιαία αυτή απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί παρά με καθυστέρηση και περιλαμβάνει, εντούτοις, επιφυλάξεις και διαχωρισμούς· ότι κρίνεται σκόπιμη, επομένως, η διάσπασή της σε δύο τύπους αποφάσεων, μιας που θα αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών του τμήματος Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ, και μιας άλλης για τον καθορισμό των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών διορθώσεων, που έχουν τα αποτελέσματα των ελέγχων συμφωνίας·
ότι οι έλεγχοι συμφωνίας και οι προκύπτουσες αποφάσεις για την εκκαθάριση λογαριασμών δεν θα συνδέονται, ως εκ τούτου, με την εκτέλεση του προϋπολογισμού ενός συγκεκριμένου οικονομικού έτους, και ότι είναι αναγκαίο να καθοριστεί η μέγιστη περίοδος, την οποία θα αφορούν οι συνέπειες που έχουν τα αποτελέσματα των ελέγχων συμφωνίας».
8 Στις 7 Ιουλίου 1995 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1663/95, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6).
9 Το άρθρο 4 του κανονισμού 1663/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2245/1999 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1999 (ΕΕ L 273, σ. 5, στο εξής: κανονισμός 1663/95), προβλέπει ότι, έως τις 10 Φεβρουαρίου του έτους που ακολουθεί το τέλος του χρηματοδοτικού έτους στο οποίο αναφέρεται, το κράτος μέλος αποστέλλει στην Επιτροπή τους ετήσιους λογαριασμούς των δαπανών που επιβαρύνουν το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ και κάθε υπηρεσίας ή οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, καθώς και τις βεβαιώσεις και αναφορές που έχουν συντάξει ο ή οι οργανισμοί πιστοποιήσεως.
10 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95 ορίζει:
«Σε περίπτωση που, ως συνέπεια οιασδήποτε έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις διαπιστώσεις της και καθορίζει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων.»
Η ρύθμιση περί των επιπρόσθετων πληρωμών
11 Στο πλαίσιο της κρίσεως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ), το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1357/96, της 8ης Ιουλίου 1996, για την πρόβλεψη επιπροσθέτων πληρωμών οι οποίες πρέπει να γίνουν το 1996, μαζί με τις πριμοδοτήσεις που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και για την τροποποίηση αυτού του κανονισμού (ΕΕ L 175, σ. 9).
12 Ο κανονισμός 1357/96 προβλέπει την καταβολή επιπρόσθετων πριμοδοτήσεων στους εκτροφείς βοοειδών (στο εξής: επιπρόσθετες πληρωμές). Προκειμένου να επιταχυνθεί στο μέγιστο η πραγματική καταβολή των προβλεπόμενων ποσών, τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμού αυτού προβλέπουν ότι οι επιπρόσθετες πληρωμές θα πραγματοποιηθούν βάσει των σχετικών με τις καταβληθείσες για το ημερολογιακό έτος 1996 πριμοδοτήσεις στοιχείων και ότι θα ακολουθήσει εξομάλυνση, προκειμένου να υπολογιστεί ο αριθμός των ζώων για τα οποία ο εκτροφέας αποδεικνύει ότι δικαιούται πριμοδότηση για το ημερολογιακό έτος 1996. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού ορίζει, συναφώς, τα εξής:
«Το δικαίωμα ενός εκτροφέα για κάθε μία από τις επιπρόσθετες πληρωμές, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 και λαμβάνονται για το ημερολογιακό έτος 1995, εξαρτάται από τον αριθμό ζώων για τον οποίο ο ενδιαφερόμενος εκτροφέας αποδεικνύει ότι δικαιούται πριμοδότηση για το ημερολογιακό έτος 1996».
13 Το άρθρο 4 του κανονισμού 1357/96 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε επιπρόσθετες πληρωμές σε ειδικές περιπτώσεις. Το άρθρο 4, στοιχείο αα, αφορά τις κοινοτικές ενισχύσεις και το άρθρο 4, στοιχείο ββ, τις εθνικές ενισχύσεις.
14 Το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96 ορίζει:
«Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 1, 2, 3 και 4, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν στους εκτροφείς βοοειδών το συνολικό ποσό των ενισχύσεων το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 4, στοιχείο αα, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, με την προϋπόθεση ότι θα αποφεύγονται αντισταθμίσεις ανώτερες από την απώλεια εισοδήματος την οποία υπέστησαν οι εκτροφείς αυτοί και δεν θα υπάρχουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.»
15 Κατά την πέμπτη, κρίσιμη για την ερμηνεία του άρθρου 5, αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού:
«[εκτιμώντας] ότι τα κράτη μέλη, στα οποία η δομή της παραγωγής καθιστά σκοπιμότερο ένα σύστημα πληρωμής άλλο από εκείνο στο οποίο χρησιμοποιείται η εν λόγω αύξηση πριμοδοτήσεων ή/και σε περίπτωση που αυτό απαιτείται από την ανάγκη να ολοκληρωθούν όλες οι πληρωμές πριν από τις 15 Οκτωβρίου, θα πρέπει να μπορούν να διανέμουν, κατά παρέκκλιση από τα ανωτέρω, το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που θα έπρεπε άλλως να πληρωθεί μέσω αυξήσεων των πριμοδοτήσεων και το ποσό που προβλέπεται στο παράρτημα στους εκτροφείς αρσενικών βοοειδών σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια».
16 Κατά το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1357/96:
«Η Κοινότητα χρηματοδοτεί τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα κράτη μέλη όσον αφορά τις πληρωμές που αναφέρονται στο άρθρο 1, στο άρθρο 4, στοιχείο αα, και στο άρθρο 5, μόνο σε περίπτωση που οι πληρωμές αυτές έχουν εκτελεσθεί από τα κράτη μέλη έως τις 15 Οκτωβρίου 1996 το αργότερο.»
17 Στις 29 Ιουλίου 1996 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1504/96, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1357/96 (ΕΕ L 189, σ. 77).
18 Κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1504/96, «για λόγους διαφάνειας μεταξύ των κρατών μελών, παρακολούθησης και ορθής διαχείρισης των επιπρόσθετων πληρωμών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1357/96, πρέπει τα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή για το υπόδειγμα χορήγησης που χρησιμοποιείται, για τις εθνικές λεπτομέρειες εφαρμογής των μέτρων που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό καθώς επίσης και για τον τελικό απολογισμό».
19 Το άρθρο 1 του κανονισμού 1504/96 ορίζει:
«Σε ό,τι αφορά τις επιπρόσθετες ενισχύσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1357/96 τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή:
α) σε περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 1 έως 4 του εν λόγω κανονισμού:
- στις 15 Νοεμβρίου 1996 και στις 31 Ιουλίου 1997 το αργότερο, τον αριθμό των επιπρόσθετων ποσών που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 1, κατανέμοντάς τα ανάλογα με τα καθεστώτα [...],
- το συντομότερο δυνατό, τους κανόνες χορήγησης των ποσών και ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 4, στοιχείο αα, και ενδεχομένως στο άρθρο 4, στοιχείο ββ, και κυρίως το είδος και την κατηγορία των ζώων τα οποία αφορούν, τα προβλεπόμενα μοναδιαία ποσά, τους κανόνες υπολογισμού τους και τις τελικές ημερομηνίες πληρωμής,
- στις 15 Νοεμβρίου 1996 και στις 31 Ιουλίου 1997 το αργότερο, αντιστοίχως, τα συνολικά ποσά των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 4, στοιχείο αα, και ενδεχομένως του άρθρου 4, στοιχείο ββ, καθώς επίσης και τον αριθμό των δικαιούχων και των ζώων που αφορούν,
β) σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 5 και ενδεχομένως του άρθρου 4, στοιχείο ββ του εν λόγω κανονισμού:
- το συντομότερο δυνατό τους κανόνες χορήγησης των ενισχύσεων που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα και ιδίως το είδος ή την κατηγορία των ζώων τα οποία αφορούν, τα μοναδιαία προβλεπόμενα ποσά, τους κανόνες υπολογισμού και τις τελικές ημερομηνίες πληρωμής,
- στις 15 Νοεμβρίου 1996 και στις 31 Ιουλίου 1997 το αργότερο, αντιστοίχως, τα συνολικά ποσά των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 5 και του άρθρου 4, στοιχείο ββ, καθώς επίσης και τον αριθμό των δικαιούχων και των ζώων που αφορούν.»
Η εθνική ρύθμιση
20 Η απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων της Ισπανίας της 19ης Σεπτεμβρίου 1996 [ΒΟΕ (Επίσημη Εφημερίδα του ισπανικού κράτους) υπ' αριθ. 228, της 20ής Σεπτεμβρίου 1996, στο εξής: υπουργική απόφαση] ρυθμίζει τη διαδικασία σχετικά με τις επιπρόσθετες πληρωμές για τις πριμοδοτήσεις των εκτροφέων αρσενικών βοοειδών και θηλαζουσών αγελάδων.
21 Η υπουργική απόφαση βασίζεται στο άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96, αλλά χρησιμοποιεί τον αριθμό ζώων βάσει του οποίου ο εκτροφέας είχε δικαίωμα για πριμοδότηση, κατά την περίοδο 1995, ως κριτήριο χορηγήσεως των επιπρόσθετων ποσών.
22 H αιτιολογική έκθεση της υπουργικής αποφάσεως αναφέρει:
«Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1357/96 επιτρέπει στα κράτη μέλη, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 1 έως 4, να χορηγούν στους εκτροφείς βοοειδών το συνολικό ποσό των ενισχύσεων το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 4, στοιχείο αα, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποφεύγονται αντισταθμίσεις ανώτερες από την απώλεια εισοδήματος την οποία υπέστησαν οι εκτροφείς αυτοί και δεν θα υπάρχουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
Για τον λόγο αυτό, κρίθηκε αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί ως αντικειμενικότερο κριτήριο για τη χορήγηση των ενισχύσεων ο αριθμός ζώων βάσει του οποίου ο εκτροφέας είχε δικαίωμα πριμοδοτήσεως κατά την περίοδο 1995. Με τον τρόπο αυτόν, μπορεί να ενισχυθεί η ευελιξία του συστήματος χορηγήσεως ενισχύσεων στους εκτροφείς και να απλοποιηθούν οι διατυπώσεις και οι διοικητικές διαδικασίες για την καταβολή τους, καθόσον το δικαίωμα για τις ενισχύσεις αυτές, κατά την περίοδο 1995, έχει ήδη αποδειχθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.»
23 Όπως ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου η Ισπανική Κυβέρνηση, η εν λόγω υπουργική απόφαση προβάλλει λόγους επείγοντος προκειμένου να δικαιολογήσει την έκδοση υπουργικής αποφάσεως και όχι βασιλικού διατάγματος.
Η επίμαχη διαδικασία διορθώσεως
24 Στις 8 Ιουνίου 1998 το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων της Ισπανίας απέστειλε, με τηλεομοιοτυπία, ανακοίνωση στην Επιτροπή, προκειμένου να την ενημερώσει, «σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 1504/96», για τις επιπρόσθετες πληρωμές που είχε πραγματοποιήσει κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1357/96 (στο εξής: ανακοίνωση της 8ης Ιουνίου 1998). Το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει έναν πίνακα τεσσάρων στηλών, της πρώτης αφορώσας το είδος του ζώου, της δεύτερης τον αριθμό των ζώων για τα οποία ο εκτροφέας έλαβε πριμοδότηση, της τρίτης το μοναδιαίο ποσό πριμοδοτήσεων και της τέταρτης αφορώσας τις κανονιστικές διατάξεις κατ' εφαρμογή των οποίων χορηγήθηκαν οι πριμοδοτήσεις αυτές. Οι διατάξεις αυτές είναι, αναλόγως της περιπτώσεως, το άρθρο 1 και/ή το άρθρο 4, στοιχείο αα, και/ή το άρθρο 4, στοιχείο ββ, του κανονισμού 1357/96.
25 H υπουργική απόφαση δόθηκε στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια επιθεωρήσεώς της, η οποία διεξήχθη στην Ισπανία από 21 έως 25 Σεπτεμβρίου 1998 (στο εξής: επιθεώρηση), με αντικείμενο την εκκαθάριση των λογαριασμών για τα οικονομικά έτη 1997 και 1998.
26 Στις 12 Απριλίου 1999 η Επιτροπή απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, ανακοίνωση προς το Βασίλειο της Ισπανίας, με την οποία διαπιστώνει ότι από το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν διευθέτησε τις επιπρόσθετες πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1357/96 προκειμένου να λάβει υπόψη τις υποβληθείσες το 1996 αιτήσεις για πριμοδότηση και ούτε προέβη, κατά συνέπεια, στην αναζήτηση των αχρωστήτως καταβληθέντων ποσών εικάζεται παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού. Η Επιτροπή κάλεσε την Ισπανική Κυβέρνηση να παράσχει στοιχεία επί των επίμαχων ποσών.
27 Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του Βασιλείου της Ισπανίας και της Επιτροπής, η οποία κατέληξε στην έναρξη της διαδικασίας συμβιβασμού.
28 Σύμφωνα με την από 19 Ιουνίου 2001 συνοπτική έκθεσή της, η Επιτροπή θεωρεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας εφάρμοσε το άρθρο 1 του κανονισμού 1357/96 και όχι το άρθρο 5 αυτού. Συνεπώς, το εν λόγω κράτος μέλος έπρεπε να προβεί στην απαιτούμενη από τον κανονισμό εξομάλυνση, προκειμένου να λάβει υπόψη τον αριθμό των ζώων για τον οποίο ο εκτροφέας είχε δικαίωμα για πριμοδότηση το 1996. Η εφαρμοσθείσα χρηματοδοτική διόρθωση είναι της τάξεως του 2 % των δαπανών, τις οποίες το Βασίλειο της Ισπανίας πραγματοποίησε ως επιπρόσθετες πληρωμές το 1996.
Επί της προσφυγής
29 Προς στήριξη της προσφυγής του, το Βασίλειο της Ισπανίας επικαλείται δύο λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος αντλείται από το σφάλμα εκτιμήσεως, το οποίο το Βασίλειο της Ισπανίας καταλογίζει στην Επιτροπή, όσον αφορά την τήρηση της κοινοτικής ρυθμίσεως που είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από τη μη τήρηση, εκ μέρους της Επιτροπής, των προβλεπόμενων από την εν λόγω ρύθμιση προθεσμιών κοινοποιήσεως.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
30 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έσφαλε, θεωρώντας ότι το κράτος αυτό δεν είχε τηρήσει τις διατάξεις του κανονισμού 1357/96.
31 Προς στήριξη αυτού του λόγου ακυρώσεως, το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται ότι, όταν πραγματοποίησε τις επιπρόσθετες πληρωμές, επικαλέστηκε την παρέκκλιση του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96. Φρονεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως. Καταρχάς, το κριτήριο χορηγήσεως ήταν αντικειμενικό, καθόσον επρόκειτο για επιπρόσθετες πριμοδοτήσεις. Συναφώς, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, καμία διάταξη δεν απαγόρευε να χρησιμοποιηθεί το ίδιο κριτήριο πληρωμής με αυτό που προβλέπει ο κανονισμός 1357/96. Εν συνεχεία, λαμβανομένου υπόψη του χαμηλού ποσού της πριμοδοτήσεως, το οποίο αντιπροσωπεύει το 2,9 % της τιμής των οικείων ζώων, της πτώσεως των τιμών κατά ποσοστό άνω του 30 % μεταξύ Φεβρουαρίου 1995 και Ιουνίου 1996, η αντιστάθμιση δεν ήταν ανώτερη από το απολεσθέν εισόδημα των εκτροφέων. Τέλος, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι δεν επερχόταν στρέβλωση του ανταγωνισμού, καθόσον όλοι οι δικαιούχοι ελάμβαναν ίδια επιπρόσθετα ποσά.
32 Η Ισπανική Κυβέρνηση τονίζει, επιπλέον, ότι το ποσό που καταβλήθηκε στους εκτροφείς βάσει των στοιχείων του οικονομικού έτους 1996 υπερέβη το ποσό που πραγματικά καταβλήθηκε βάσει των στοιχείων του οικονομικού έτους 1995.
33 Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96 εδικαιολογείτο από λόγους επείγοντος και από την υποχρέωση, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού αυτού, να ολοκληρωθούν οι πληρωμές πριν από τις 15 Οκτωβρίου 1996. Τονίζει ότι οι δύο προϋποθέσεις που θέτει η πέμπτη αιτιολογική σκέψη χωρίζονται με τις λέξεις «ή/και» και ότι, ως εκ τούτου, η σχετική με την ημερομηνία των πληρωμών δεύτερη προϋπόθεση αρκούσε για να δικαιολογηθεί η εφαρμογή του άρθρου 5. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, το είδος του κανόνα που χρησιμοποιήθηκε, ήτοι μια υπουργική απόφαση, και η σχετική αιτιολογική έκθεση συνηγορούν υπέρ του επείγοντος αυτού χαρακτήρα.
34 Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι η ανακοίνωση της 8ης Ιουνίου 1998 αποτελεί αναγνώριση, εκ μέρους της, της εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 του κανονισμού 1357/96. Η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων στο κείμενο της ανακοινώσεως έγινε σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, να χορηγούν στους εκτροφείς βοοειδών το συνολικό ποσό των ενισχύσεων το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 1 και του άρθρου 4, στοιχείο αα. Με τη συγκεκριμένη ανακοίνωση η Ισπανική Κυβέρνηση ήθελε να επισημάνει ότι στα ποσά που καταβλήθηκαν στους εκτροφείς κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 είχαν συνυπολογιστεί τα ποσά των άρθρων 1 και 4, στοιχείο αα.
35 Το γεγονός ότι η δήλωση της δαπάνης έγινε στις θέσεις προϋπολογισμού 2133.001 και 2133.002, οι οποίες φέρουν, αντιστοίχως, τους τίτλους «Επιπρόσθετη πριμοδότηση για θηλάζουσα αγελάδα» και «Επιπρόσθετη ειδική πριμοδότηση» και προβλέπονται για την εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού 1357/96, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή αυτής της διατάξεως. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, συναφώς, ότι θα έπρεπε να δηλώσει τη σχετική δαπάνη στη θέση προϋπολογισμού 2133.004, που προβλέπεται για την εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96, μόνον αν είχε επικαλεστεί την πρώτη εκ των δύο προϋποθέσεων που διαλαμβάνονται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, ήτοι αν είχε επικαλεστεί ένα σύστημα πληρωμής διαφορετικό από την αύξηση των πριμοδοτήσεων.
36 Η Ισπανική Κυβέρνηση καταλήγει ότι, έχοντας εφαρμόσει το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96, δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί στις εξομαλύνσεις που προβλέπει ο κανονισμός αυτός προκειμένου να λάβει υπόψη το δικαίωμα για πριμοδότηση κατά το έτος 1996.
37 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας χρησιμοποίησε τα κριτήρια χορηγήσεως των επιπρόσθετων ποσών του κανονισμού 1357/96. Επιπλέον, τονίζει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος έκανε, επανειλημμένως, λόγο για εφαρμογή των άρθρων 1 και 4, στοιχεία αα και ββ, του εν λόγω κανονισμού και όχι του άρθρου 5. Έτσι, η ανακοίνωση της 8ης Ιουνίου 1998 διαλαμβάνει μόνον τα άρθρα 1 και 4, στοιχεία αα και ββ, του κανονισμού. Το έγγραφο αυτό απεστάλη εκ νέου στην Επιτροπή στις 2 Οκτωβρίου 1998, κατόπιν δικής της αιτήσεως, κατά την επιθεώρηση, για παροχή, εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας, συμπληρωματικών στοιχείων. Επιπλέον, οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες δηλώθηκαν στις θέσεις προϋπολογισμού 2133.001 και 2133.002, που προβλέπονται για την εφαρμογή του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού, σε αντίθεση με τη θέση 2133.004, που αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5.
38 Η Επιτροπή εκτιμά, ως εκ τούτου, ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν εφάρμοσε, όπως το ίδιο ισχυρίζεται, το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96, αλλά τα άρθρα 1 και 4, στοιχεία αα και ββ. Προκύπτει, έτσι, ότι η κυβέρνηση αυτή όφειλε να τηρήσει τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού και να προβεί στις αναγκαίες προσαρμογές σε σχέση με τις πριμοδοτήσεις του οικονομικού έτους 1996.
39 Eπικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας προέβη σε εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96, δεν τήρησε τους όρους της διατάξεως αυτής.
40 Πρώτον, από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1357/96, προκύπτει ότι η επίμαχη ενίσχυση έπρεπε να χορηγηθεί με άλλο τρόπο και όχι με την αύξηση των πριμοδοτήσεων. Δεύτερον, προκειμένου να τηρήσει τις διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96, το Βασίλειο της Ισπανίας έπρεπε να καθορίσει κριτήρια συναρτώμενα με την απώλεια εισοδήματος που υπέστησαν οι εκτροφείς το 1996, έτος εμφανίσεως της κρίσεως της ΣΕΒ, την οποία αφορά ο κανονισμός, και όχι να χορηγήσει ενίσχυση στους εκτροφείς που είχαν παύσει ή περιορίσει σημαντικά τις δραστηριότητές τους κατά τα έτη 1995 και 1996. Τρίτον, κατά την Επιτροπή, το εν λόγω κράτος μέλος δεν απέδειξε τον λόγο για τον οποίο η εφαρμογή του άρθρου 5 δικαιολογήθηκε από το επείγον. Η προβλεπόμενη από τον κοινοτικό κανονισμό προθεσμία για την πραγματοποίηση των επιπρόσθετων πληρωμών ίσχυε έναντι όλων των κρατών μελών. Επιπλέον, τα σχετικά με τις πριμοδοτήσεις του 1995 στοιχεία ήταν διαθέσιμα και επέτρεπαν τη σύμφωνη προς τον κανονισμό πραγματοποίηση των επιπρόσθετων πληρωμών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
41 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 1357/96 εκδόθηκε προκειμένου να ενισχυθούν, μέσω της ταχείας πραγματοποιήσεως των επιπρόσθετων πληρωμών, οι παραγωγοί βοείου κρέατος, κατόπιν της κρίσεως της ΣΕΒ που εμφανίστηκε τον Μάρτιο του 1996.
42 Επιβάλλεται, επίσης, να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο της μέριμνας για διαφάνεια μεταξύ των κρατών μελών, ελέγχου και ορθής διαχειρίσεως των επιπρόσθετων πληρωμών, ο κανονισμός 1504/96 προέβλεπε την ανακοίνωση στην Επιτροπή συγκεκριμένων στοιχείων εντός καθορισμένων προθεσμιών, ήτοι, αντιστοίχως, τη 15η Νοεμβρίου 1996 και την 31η Ιουλίου 1997 το αργότερο.
43 Εν προκειμένω, η Ισπανική Κυβέρνηση παρέσχε στην Επιτροπή κάποια από τα αναφερόμενα στα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 1357/96 στοιχεία με την ανακοίνωση της 8ης Ιουνίου 1998, ήτοι με καθυστέρηση 17 μηνών. Βάσει αυτής της ανακοινώσεως, η Επιτροπή μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι η Ισπανική Κυβέρνηση είχε εφαρμόσει το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, καθόσον μάλιστα δεν αμφισβητείται ότι οι σχετικές δαπάνες του προϋπολογισμού είχαν δηλωθεί στις θέσεις 2133.001 και 2133.002, που προβλέπονται για την εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού, και όχι στη θέση 2133.004, που αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού.
44 H Iσπανική Κυβέρνηση επικαλείται το γεγονός ότι με την υπουργική απόφασή της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή μόλις στο τέλος Σεπτεμβρίου 1998, δηλώνεται η εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96. Συναφώς, πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι, ενώ η υπουργική αυτή απόφαση παραθέτει, πράγματι, τη διάταξη αυτή, χρησιμοποιεί, για την πραγματοποίηση των επιπρόσθετων πληρωμών, κριτήρια ταυτιζόμενα με τα του άρθρου 1 του κανονισμού για τις προσωρινές πληρωμές, ήτοι τα δικαιώματα για ειδική πριμοδότηση για ζώα που έχουν εκτραφεί κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1995.
45 Εν συνεχεία, πρέπει να επισημανθεί ότι η υπουργική απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία σύμφωνη προς τις επιταγές του κανονισμού 1357/96 αιτιολογία, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού. Η αναφορά στον επείγοντα χαρακτήρα που απορρέει από τις ταχθείσες για τις πληρωμές προθεσμίες γίνεται μόνο για λόγους εσωτερικού δικαίου, προκειμένου να δικαιολογηθεί η αρμοδιότητα του Υπουργού Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων της Ισπανίας για την έκδοση της υπουργικής αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, όπως επισημαίνει η γενική εισαγγελέας με τις σκέψεις 46 έως 48 των προτάσεών της, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι συνέτρεχε ιδιαίτερος και εξαιρετικός λόγος επείγοντος που να δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 5, καθόσον οι προθεσμίες για τις πληρωμές ήταν ίδιες για όλα τα κράτη μέλη και, όπως επισημαίνεται με την υπουργική απόφαση, τα σχετικά με τις πριμοδοτήσεις του έτους 1995 στοιχεία ήταν διαθέσιμα.
46 Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η μόνη αιτιολογία για προσφυγή στο άρθρο 5 από την υπουργική απόφαση σχετίζεται με την ανάγκη να «ενισχυθεί η ευελιξία του συστήματος χορηγήσεως ενισχύσεων στους εκτροφείς και να απλοποιηθούν οι διατυπώσεις και οι διοικητικές διαδικασίες για την καταβολή τους, καθόσον το δικαίωμα για τις ενισχύσεις αυτές, κατά την περίοδο 1995, έχει ήδη αποδειχθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση». Η αιτιολόγηση αυτή επιτρέπει τη σκέψη ότι η εφαρμογή του άρθρου 5 μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο για λόγους αποφυγής των διοικητικών διαδικασιών σχετικά με τις εξομαλύνσεις που αποσκοπούν στον συνυπολογισμό των δικαιωμάτων για τις πριμοδοτήσεις του έτους 1996.
47 Ο επικουρικός αμυντικός ισχυρισμός της Επιτροπής, ο οποίος αντλείται από τη μη ορθή εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96, θα μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμος. Πράγματι, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθοριστεί αν οι προϋποθέσεις της πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 1357/96 τίθενται σωρευτικά ή διαζευκτικά, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, δεν αποδεικνύεται το επείγον που αποτελεί τον μοναδικό λόγο που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση.
48 Πάντως, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της προκειμένης περιπτώσεως, επιβάλλεται να θεωρηθεί βάσιμος ο κύριος αμυντικός ισχυρισμός της Επιτροπής, ο οποίος αντλείται από την παράβαση των άρθρων 1 έως 3 του κανονισμού 1357/96. Πράγματι, ορθώς η Επιτροπή θεωρεί ότι, στην πραγματικότητα, η Ισπανική Κυβέρνηση εφάρμοσε το άρθρο 1 του κανονισμού 1357/96. Η Επιτροπή έλαβε, συναφώς, υπόψη τους κανόνες εκτελέσεως των πρόσθετων πληρωμών, οι οποίοι αντιστοιχούν σε αυτούς που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, το γεγονός ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5 του εν λογω κανονισμού, την έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5, καθώς και τα στοιχεία που της παρέσχε το Βασίλειο της Ισπανίας, κυρίως με την ανακοίνωση της 8ης Ιουνίου 1998 και με τις αναλύσεις του προϋπολογισμού σχετικά με τις δαπάνες του συγκεκριμένου έτους.
49 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που επικαλείται το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
50 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε το χρονικό πλαίσιο των 24 μηνών του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70. Πράγματι, οι δαπάνες για τις επιπρόσθετες πληρωμές πραγματοποιήθηκαν το 1996, ενώ η πρώτη σχετική με αυτές κοινοποίηση έγινε με έγγραφο της Επιτροπής της 12 Απριλίου 1999.
51 Για να αντικρούσει το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου έπρεπε να γίνουν οι εξομαλύνσεις, ήτοι το έτος 1997, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται την έκθεση του οργάνου συμβιβασμού, το οποίο είχε, κυρίως, επισημάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
«- Η ρητή υποχρέωση αποδόσεως των καθ' υπέρβαση καταβληθέντων ποσών υφίσταται σε περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 1 και 2, αλλά όχι στο πλαίσιο του άρθρου 5·
- Βάσει της ερμηνείας που έδωσαν στο άρθρο 5, οι ισπανικές αρχές δεν είχαν κανένα λόγο να θεωρήσουν ότι τα ποσά που είχαν καταβάλει έπρεπε εν μέρει να αποδοθούν και ειδοποιήθηκαν επισήμως γι' αυτό μετά την πάροδο των 24 μηνών· μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο, οι επίμαχες δαπάνες είχαν, νομικώς και λογιστικώς, χαρακτήρα οριστικής δαπάνης·
- Ακόμη και αν η τακτική των υπηρεσιών της Επιτροπής είναι να χαρακτηρίζουν εκ νέου τις πληρωμές ως πραγματοποιηθείσες κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτός ο αναχαρακτηρισμός έγινε μία μόνο φορά κατά τους 24 μήνες που παρήλθαν [...].»
52 Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, αν η Επιτροπή ήθελε πραγματικά να προβεί σε χρηματοδοτική διόρθωση για το οικονομικό έτος 1997, θα έπρεπε να λάβει υπόψη τις δαπάνες αυτού του οικονομικού έτους, για τις οποίες είχαν καταβληθεί ποσά που υπερέβαιναν τα σχετικά δικαιώματα, και να εφαρμόσει επ' αυτών τη διόρθωση του 2 %. Τονίζει, επίσης, ότι, όσον αφορά το συγκεκριμένο οικονομικό έτος, στην ονοματολογία των δαπανών δεν υπήρχε θέση προϋπολογισμού 2133. Kατά την Ισπανική Κυβέρνηση, θα ήταν παράλογο να εφαρμοστεί η χρηματοδοτική διόρθωση σε οικονομικό έτος για το οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη θέση προϋπολογισμού.
53 Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει τον επιδιωκόμενο από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70 σκοπό της ασφάλειας δικαίου.
54 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της Ισπανικής Κυβερνήσεως σχετικά με τις διάφορες θέσεις προϋπολογισμού δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την προβλεπόμενη στα άρθρα 1, παράγραφος 3, και 2 του κανονισμού 1357/96 υποχρέωση να προσδιοριστεί εκ νέου το δικαίωμα για τις επιπρόσθετες πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 1995 σε συνάρτηση με τον αριθμό των ζώων για τα οποία ο εκτροφέας έλαβε πριμοδότηση το 1996. Τέτοιες ενέργειες μπορούσαν λογικά να γίνουν μόνον το 1997.
55 Σχετικά με το κρίσιμο για τον υπολογισμό της χρηματοδοτικής διορθώσεως έτος, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι δαπάνες που έπρεπε να αποδοθούν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1997 αντιστοιχούσαν σε επιπρόσθετα ποσά που είχαν χορηγηθεί, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1996, σε παραγωγούς που δεν τα δικαιούνταν και είχαν δηλωθεί από τις ισπανικές αρχές στη θέση προϋπολογισμού 2133. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εκτιμά ότι το γεγονός της τροποποιήσεως αυτής της θέσεως προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1997 δεν ασκεί καμία επιρροή. Η μεταβολή της ονοματολογίας ενός οικονομικού έτους σε σχέση με εκείνης του προηγούμενου έτους δεν εμποδίζει να εφαρμοστεί η χρηματοδοτική διόρθωση, όπως εν προκειμένω, για το οικονομικό έτος 1997.
56 Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι ο ισχυρισμός της Ισπανικής Κυβερνήσεως περί ασφάλειας δικαίου στερείται βάσεως στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, καθόσον οι ίδιες οι ισπανικές αρχές επισήμαναν στην Επιτροπή ότι τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 1357/96 αποτελούσαν τις διατάξεις κατ' εφαρμογή των οποίων είχαν πραγματοποιηθεί οι πληρωμές.
Eκτίμηση του Δικαστηρίου
57 Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή δικαίως θεώρησε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας εφάρμοσε, στην πραγματικότητα, το άρθρο 1 του κανονισμού 1357/96.
58 Εντεύθεν προκύπτει ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 3 του εν λόγω κανονισμού, το Βασίλειο της Ισπανίας όφειλε να προβεί σε εξομαλύνσεις προκειμένου να λάβει υπόψη τα δικαιώματα για τις πριμοδοτήσεις του έτους 1996.
59 Δεδoμένου ότι οι εξομαλύνσεις αυτές μπορούσαν να γίνουν μόνον κατά το οικονομικό έτος 1997, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν παραβιάστηκε το χρονικό πλαίσιο των 24 μηνών που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70.
60 Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου να διαπιστώσει αν τηρήθηκε το χρονικό όριο των 24 μηνών, το Βασίλειο της Ισπανίας θα έπρεπε να λάβει υπόψη όχι μόνον την ημερομηνία πραγματοποιήσεως των δαπανών, αλλά και την ημερομηνία κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των κρίσιμων και επαρκών στοιχείων για τις δαπάνες αυτές, τα οποία επέτρεψαν στην Επιτροπή να προβεί σε εκκαθάριση των λογαριασμών.
61 Όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1287/95, η συντόμευση της προθεσμίας λήψεως της αποφάσεως για την εκκαθάριση των λογαριασμών συνδεόταν με τη μηχανογράφηση των πληροφοριών που διαβιβάζονται στην Επιτροπή, καθώς και με την πλήρη και άμεση πρόσβαση της Επιτροπής, κατά τις επαληθεύσεις της, στα σχετικά με τις δαπάνες στοιχεία, τόσο των εγγράφων όσο και των δελτίων μηχανογραφήσεως.
62 Πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1663/95, όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την εκκαθάριση των λογαριασμών ενός χρηματοδοτικού έτους πρέπει να αποστέλλονται στην Επιτροπή έως τις 10 Φεβρουαρίου του έτους που ακολουθεί το τέλος του χρηματοδοτικού αυτού έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, εμμέσως, ότι τα κράτη μέλη να οφείλουν να κοινοποιούν, με την απαιτούμενη επιμέλεια, τα απαραίτητα έγγραφα, προκειμένου η Επιτροπή να έχει στη διάθεσή της χρόνο για την εμπρόθεσμη επαλήθευσή τους.
63 Εν προκειμένω, το Βασίλειο της Ισπανίας κοινοποίησε την υπουργική απόφαση που υποδείκνυε ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος είχε προβεί σε εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 1357/96 μόλις στο τέλος Σεπτεμβρίου 1998, κατά την επιθέωρηση και κατόπιν προσκλήσεως εκ μέρους της Επιτροπής, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού 1504/96, αφενός, τα συνολικά ποσά των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν και ο αριθμός των δικαιούχων και των ζώων που αφορούν έπρεπε να ανακοινωθούν έως τις 15 Νοεμβρίου 1996 και έως τις 31 Ιουλίου 1997, αντιστοίχως, και, αφετέρου, οι κανόνες χορηγήσεως των ενισχύσεων του άρθρου 5 έπρεπε να ανκοινωθούν «το συντομότερο δυνατό», ήτοι, προκειμένου η διάταξη αυτή να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, πριν από τις 15 Νοεμβρίου 1996.
64 Αν ακολουθηθεί η λογική της Ισπανικής Κυβερνήσεως και υποτεθεί ότι οι επιπρόσθετες πληρωμές είχαν πραγματοποιηθεί έως τη λήξη της καθορισθείσας προθεσμίας, εν προκειμένω έως τις 15 Οκτωβρίου 1996, η Επιτροπή θα είχε στη διάθεσή της μόνον τρεις εβδομάδες, ήτοι από τις 25 Σεπτεμβρίου 1998, ημερομηνία περατώσεως της επιθεωρήσεως, έως τις 15 Οκτωβρίου 1998, για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε το Βασίλειο της Ισπανίας. Ομοίως, δεν αποκλείεται ότι, σε άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος μέλος δεν θα είχε παράσχει κανένα από τα αναγκαία για τον έλεγχο και την εκκαθάριση των λογαριασμών στοιχεία, η Επιτροπή θα ήταν εκπρόθεσμη, όσον αφορά το δικαίωμά της να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε το συγκεκριμένο κράτος μέλος, πριν ακόμη λάβει γνώση αυτών.
65 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ο περιορισμός της προθεσμίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών έχει σκοπό να προστατεύσει τα κράτη μέλη από την έλλειψη ασφάλειας δικαίου που θα προέκυπτε, αν η Επιτροπή ήταν σε θέση να επαναφέρει το ζήτημα δαπανών που πραγματοποιήθηκαν πολλά χρόνια πριν από την έκδοση ορισμένης αποφάσεως περί συμφωνίας (απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C-130/99, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-3005, σκέψη 133). Ένα κράτος μέλος δύναται, ωστόσο, να απαιτήσει τον σεβασμό αυτής της χρονικής δικλίδας ασφαλείας, μόνον εφόσον τηρεί το ίδιο τις υποχρεώσεις που υπέχει από την κοινοτική οδηγία, κυρίως όσον αφορά την εκούσια κοινοποίηση των αναγκαίων για τον έλεγχο στοιχείων.
66 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που επικαλείται το Βασίλειο της Ισπανίας είναι αβάσιμος και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα προσφυγή του.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
67 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας και αυτό ηττήθηκε ως προς τους ισχυρισμούς του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy