Υπόθεση C-349/01
Betriebsrat der Firma ADS Anker GmbH
κατά
ADS Anker GmbH
(αίτηση του Arbeitsgericht Bielefeld για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινωνική πολιτική – Άρθρα 4 και 11 της οδηγίας 94/45/ΕΚ – Ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως – Ενημέρωση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας και διαβούλευση με αυτούς – Υποχρέωση της κεντρικής διευθύνσεως να παρέχει ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία στους εκπροσώπους των εργαζομένων»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινωνική πολιτική – Ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση με αυτούς στις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας – Οδηγία 94/45 – Στοιχεία απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως – Υποβολή της αιτήσεως παροχής πληροφοριακών στοιχείων σε επιχείρηση του ομίλου που δεν διαθέτει τα στοιχεία αυτά – Υποχρέωση της κεντρικής διευθύνσεως του ομίλου ή της τεκμαιρόμενης κεντρικής διευθύνσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, να παράσχει αυτά τα στοιχεία
(Οδηγία 94/45 του Συμβουλίου, άρθρα 4 §§ 1 και 2, εδ. 2, και 11)
Τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 11 της οδηγίας 94/45, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επιβάλλουν στην εγκατεστημένη στο έδαφός τους επιχείρηση που αποτελεί την κεντρική διεύθυνση ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατά την έννοια των άρθρων 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, ή την τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, την υποχρέωση να παρέχει σε άλλη επιχείρηση του ίδιου ομίλου που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος τα πληροφοριακά στοιχεία που έχουν ζητήσει από την άλλη αυτή επιχείρηση οι εκπρόσωποι των εργαζομένων της, εφόσον η άλλη αυτή επιχείρηση δεν έχει στην κατοχή της τα στοιχεία αυτά και εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
(βλ. σκέψη 67 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 15ης Ιουλίου 2004(1)
Κοινωνική πολιτική – Άρθρα 4 και 11 της οδηγίας 94/45/ΕΚ – Ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως – Ενημέρωση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας και διαβούλευση με αυτούς – Υποχρέωση της κεντρικής διευθύνσεως να παρέχει ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία στους εκπροσώπους των εργαζομένων
Στην υπόθεση C-349/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arbeitsgericht Bielefeld (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Betriebsrat der Firma ADS Anker GmbH
και
ADS Anker GmbH,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4 και 11 της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254, σ. 64),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, F. Macken (εισηγήτρια) και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano,
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Betriebsrat der Firma ADS Anker GmbH, εκπροσωπούμενη από την I. Seefried, Rechtsanwältin,
– η ADS Anker GmbH, εκπροσωπούμενη από τον U. Simdorn, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον W.-D. Plessing,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Sack και H. Kreppel,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Betriebsrat der Firma ADS Anker GmbH, της ADS Anker GmbH και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με διάταξη της 24ης Ιουλίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Σεπτεμβρίου 2001, το Arbeitsgericht Bielefeld υπέβαλε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4 και 11 της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254, σ. 64, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της Betriebsrat der Firma ADS Anker GmbH (επιτροπής επιχειρήσεως της εταιρίας ADS Anker GmbH, στο εξής: επιτροπή επιχειρήσεως) και της εταιρίας ADS Anker GmbH (στο εξής: ADS Anker), αντικείμενο της οποίας είναι η απόρριψη από την ADS Anker της αιτήσεως της επιτροπής επιχειρήσεως να της παρασχεθούν ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία προς τον σκοπό της συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας έχει ως εξής:
«πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, τα οποία θα εξασφαλίζουν την ορθή ενημέρωση των εργαζομένων στις κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων και την ορθή διαβούλευση μαζί τους στις περιπτώσεις που αποφάσεις, οι οποίες ενδέχεται να τους επηρεάζουν, λαμβάνονται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο εργάζονται».
4 Από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προκύπτει ότι, «για να εξασφαλισθεί η ορθή ενημέρωση των εργαζομένων επιχειρήσεων ή ομίλων επιχειρήσεων που λειτουργούν σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη και η ορθή διαβούλευση μαζί τους, πρέπει να συσταθεί μία ευρωπαϊκή επιτροπή επιχείρησης, ή να καθιερωθούν άλλες κατάλληλες διαδικασίες για τη διεθνική ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς».
5 Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας έχει ως εξής:
«[…] είναι αναγκαίο να δοθεί ο ορισμός της έννοιας της ελέγχουσας επιχείρησης, ορισμός ο οποίος αφορά αποκλειστικά την παρούσα οδηγία και δεν προδικάζει τους ορισμούς του ομίλου ή του ελέγχου, οι οποίοι ενδέχεται να υιοθετηθούν στα κείμενα που θα καταρτισθούν στο μέλλον.»
6 Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας έχει ως εξής:
«οι μηχανισμοί για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς στις εν λόγω επιχειρήσεις ή στους ομίλους επιχειρήσεων πρέπει να καλύπτουν όλες τις εγκαταστάσεις ή, ανάλογα με την περίπτωση, όλες τις επιχειρήσεις μέλη του ομίλου, οι οποίες βρίσκονται εγκατεστημένες στα κράτη μέλη, άσχετα με το κατά πόσον η κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης ή, στην περίπτωση ομίλου, της ελέγχουσας επιχείρησης, βρίσκεται στην επικράτεια των κρατών μελών».
7 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να βελτιωθεί το δικαίωμα των εργαζομένων για ενημέρωση και για διαβούλευση σε κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων.
2. Προς το σκοπό αυτό συνιστάται ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεων ή καθιερώνεται διαδικασία για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μ’ αυτούς σε όλες τις επιχειρήσεις και σε όλους τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, εφόσον υποβληθεί σχετικά αίτημα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, με σκοπό την ενημέρωση των εν λόγω εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς υπό τις προϋποθέσεις, κατά τον τρόπο και με τα αποτελέσματα που προβλέπει η παρούσα οδηγία.»
8 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως ε΄, της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
α) “επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας”, κάθε επιχείρηση που απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζομένους στα κράτη μέλη και τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε καθένα από δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη·
β) “όμιλος επιχειρήσεων”, κάθε όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες επιχειρήσεις·
γ) “κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων”, κάθε όμιλος επιχειρήσεων που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
– απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζόμενους στα κράτη μέλη,
– έχει τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις μέλη του ομίλου σε διαφορετικά κράτη μέλη
και
– τουλάχιστον μία επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε ένα κράτος μέλος και τουλάχιστον μία άλλη επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε κάποιο άλλο κράτος μέλος·
δ) “εκπρόσωποι των εργαζομένων”, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·
ε) “κεντρική διεύθυνση”, η κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, της ελέγχουσας επιχείρησης».
9 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “ελέγχουσα επιχείρηση” νοείται η επιχείρηση η οποία μπορεί να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε μια άλλη επιχείρηση, “ελεγχόμενη επιχείρηση”, για παράδειγμα λόγω δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοδοτικής συμμετοχής ή κανόνων που τη διέπουν.
2. Η δυνατότητα άσκησης δεσπόζουσας επιρροής τεκμαίρεται, υπό την επιφύλαξη αποδείξεως του εναντίου, όταν μια επιχείρηση έναντι μιας άλλης επιχειρήσεως αμέσως ή εμμέσως:
α) κατέχει την πλειοψηφία του καλυφθέντος κεφαλαίου της επιχείρησης
ή
β) διαθέτει την πλειοψηφία των ψήφων που συνδέονται με τα μερίδια τα οποία εκδίδει η επιχείρηση
ή
γ) μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή του διευθυντικού ή του εποπτικού οργάνου της επιχείρησης.»
10 Το άρθρο 3, παράγραφος 6, της οδηγίας ορίζει ότι, «[π]ροκειμένου να κριθεί εάν μια επιχείρηση είναι “ελέγχουσα επιχείρηση”, εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται η εν λόγω επιχείρηση».
11 Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Η κεντρική διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση της ευρωπαϊκής [επιτροπής] επιχείρησης ή μιας διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στην επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας και τον κοινοτικής κλίμακας όμιλο επιχειρήσεων.
2. Όταν η κεντρική διεύθυνση δεν βρίσκεται σε κράτος μέλος, την ευθύνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει ο εκπρόσωπος της κεντρικής διεύθυνσης σε κράτος μέλος, ο οποίος θα πρέπει, ενδεχομένως, να διορίζεται.
Εάν δεν υπάρχει τέτοιος εκπρόσωπος, την ευθύνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει η διεύθυνση της εγκατάστασης ή της επιχείρησης του ομίλου η οποία απασχολεί το μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος.
3. Για τους σκοπούツ της παρούσας οδηγίας, ως κεντρική διεύθυνση θεωρείται ο εκπρόσωπος ή οι εκπρόσωποι [ή], αν δεν υπάρχουν, η διεύθυνση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, δεύτερο εδάφιο.»
12 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Για την υλοποίηση του στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, η κεντρική διεύθυνση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή την καθιέρωση διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από γραπτή αίτηση τουλάχιστον 100 εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους, οι οποίοι υπάγονται τουλάχιστον σε δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη.
2. Προς τούτο, συγκροτείται ειδική διαπραγματευτική ομάδα […]».
13 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, «η κεντρική διεύθυνση και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα πρέπει να διαπραγματεύονται με πνεύμα συνεργασίας με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις λεπτομέρειες της υλοποίησης της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1».
14 Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε η διεύθυνση των εγκαταστάσεων μιας επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας και η διεύθυνση των επιχειρήσεων μελών του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, οι οποίες βρίσκονται στο έδαφός του, καθώς και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων τους ή, κατά περίπτωση, οι εργαζόμενοί τους, να τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία, αδιακρίτως του αν η κεντρική διεύθυνση βρίσκεται στο έδαφός του ή όχι.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες οι ζητούμενες από τα μέρη τα οποία αφορά η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄, παρέχονται από τις επιχειρήσεις.
3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση που δεν τηρείται η παρούσα οδηγία· ιδίως μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες οι οποίες να επιτρέπουν να επιτυγχάνεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.»
15 Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου 1996 ή εξασφαλίζουν, το αργότερο μέχρι την ημερομηνία αυτή, ότι οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, κατόπιν συμφωνίας, ενώ τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυηθούν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Η εθνική νομοθεσία
16 Σκοπός του Gesetz über Europäische Betriebsräte (νόμου περί των ευρωπαϊκών επιτροπών επιχειρήσεως), της 28ης Οκτωβρίου 1996 (BGBl. 1996 I, σ. 1548, στο εξής: EBRG), είναι η μεταφορά της οδηγίας στο γερμανικό δίκαιο.
17 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του EBRG ορίζει ότι ο νόμος αυτός εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας που έχουν την έδρα τους στο γερμανικό έδαφος, καθώς και στους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, εφόσον η επιχείρηση που ασκεί τον έλεγχο του ομίλου έχει την έδρα της στο γερμανικό έδαφος.
18 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του EBRG ορίζει τα εξής:
«Αν η κεντρική διεύθυνση δεν βρίσκεται σε κράτος μέλος, αλλά υπάρχει τοπική διεύθυνση που είναι αρμόδια για τις επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις που βρίσκονται εντός των κρατών μελών, ο παρών νόμος έχει εφαρμογή εφόσον η τοπική διεύθυνση βρίσκεται εντός της γερμανικής επικράτειας. Αν δεν υπάρχει τέτοια τοπική διεύθυνση, ο νόμος έχει εφαρμογή εφόσον η κεντρική διεύθυνση έχει ορίσει ορισμένη επιχείρηση ή εγκατάσταση ως εκπρόσωπό της εντός της γερμανικής επικράτειας. Αν δεν έχει οριστεί κανείς εκπρόσωπος, ο παρών νόμος έχει εφαρμογή εφόσον βρίσκεται εντός της γερμανικής επικράτειας η επιχείρηση ή εγκατάσταση η οποία απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε σύγκριση με τις άλλες εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως ή τις άλλες επιχειρήσεις του ομίλου επιχειρήσεων. Η ανωτέρω διεύθυνση ή επιχείρηση ή εγκατάσταση λογίζεται, κατά περίπτωση, ως κεντρική διεύθυνση.»
19 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του EBRG δίδει στην έννοια του «κοινοτικής κλίμακας ομίλου επιχειρήσεων» ορισμό ανάλογο με αυτόν που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
20 Το άρθρο 5 του EBRG, το οποίο θεσπίστηκε με σκοπό τη μεταφορά του άρθρου 11 της οδηγίας, προβλέπει τα εξής:
«1. Η κεντρική διεύθυνση πρέπει να διαβιβάζει στους εκπροσώπους των εργαζομένων, κατόπιν αιτήσεώς τους, τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον μέσο αριθμό εργαζομένων και την κατανομή τους εντός των κρατών μελών, τις επιχειρήσεις και τις εγκαταστάσεις, καθώς και τη διάρθρωση της εταιρίας ή του ομίλου εταιριών.
2. Μια επιτροπή επιχειρήσεως ή μια κεντρική επιτροπή επιχειρήσεως μπορεί να προβάλει το δικαίωμα που παρέχει η παράγραφος 1 ανωτέρω έναντι της τοπικής διευθύνσεως της εγκαταστάσεως ή της επιχειρήσεως· η διεύθυνση αυτή οφείλει να λάβει από την κεντρική διεύθυνση τα στοιχεία και τα έγγραφα που είναι αναγκαία για να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες.».
21 Το άρθρο 6 του EBRG δίδει στην έννοια της «ελέγχουσας επιχείρησης» ορισμό ανάλογο με αυτόν που περιέχεται στο άρθρο 3 της οδηγίας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η ADS Anker, επιχείρηση με έδρα τη Γερμανία, ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας (στο εξής: όμιλος Anker).
23 Η εταιρία Anker BV, η οποία είναι εγκατεστημένη στις Κάτω Χώρες, κατέχει το σύνολο των μετοχών της ADS Anker και άλλων επιχειρήσεων που ανήκουν στον όμιλο Anker και είναι εγκατεστημένες στη Σουηδία, στη Νορβηγία, στη Δανία, στη Φινλανδία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις Κάτω Χώρες, στην Αυστρία, στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Ουγγαρία. Η μητρική εταιρία της Anker BV, η Anker Systems GmbH, είναι εγκατεστημένη εκτός του εδάφους των κρατών μελών, και συγκεκριμένα στην Ελβετία.
24 Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, από τις επιχειρήσεις του ομίλου Anker η επιχείρηση RIVA, η οποία είναι εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι αυτή που απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας. Η εταιρία αυτή απασχολεί 1 000 περίπου υπαλλήλους και εξαγοράστηκε από την Anker BV στα τέλη του 1999.
25 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η κεντρική διεύθυνση του ομίλου επιχειρήσεων είναι είτε η επιχείρηση RIVA, η οποία μπορεί να θεωρηθεί, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και παράγραφος 3, της οδηγίας, ως η τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση, είτε η επιχείρηση Anker BV, η οποία αποτελεί την κεντρική διεύθυνση της ελέγχουσας επιχειρήσεως, κατά την έννοια των άρθρων 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.
26 Στον όμιλο Anker δεν έχει συσταθεί ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως και δεν έχει προβλεφθεί καμία διαδικασία ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς.
27 Η επιτροπή επιχειρήσεως της ADS Anker ζήτησε από την εν λόγω επιχείρηση, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του EBRG, να της παράσχει τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου και να της γνωστοποιήσει τις ονομασίες των οργάνων εκπροσωπήσεως των εργαζομένων και τα ονόματα των εκπροσώπων τους, οι οποίοι θα μπορούσαν να μετάσχουν, εξ ονόματος των εργαζομένων των επιχειρήσεων ή των εργαζομένων των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από αυτές, στη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
28 Η ADS Anker απάντησε ότι ότι δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό, διότι τόσο η άμεση μητρική εταιρία, η Anker BV, όσο και η μητρική εταιρία του ομίλου, η Anker Systems GmbH, αρνούνταν να της παράσχουν τα σχετικά στοιχεία. Επιπλέον, η ADS Anker φρονεί ότι δεν μπορεί, βάσει του EBRG, να αξιώσει από τις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεις του ομίλου να της παράσχουν πληροφοριακά στοιχεία.
29 Η επιτροπή επιχειρήσεως, κατόπιν της απορρίψεως του αιτήματός της, προσέφυγε στο Arbeitsgericht Bielefeld.
30 Το δικαστήριο αυτό διαπιστώνει ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να αρκεστεί να προτρέψει την επιτροπή επιχειρήσεως να βρει τα αιτούμενα πληροφοριακά στοιχεία ερευνώντας η ίδια στα εμπορικά μητρώα ή από άλλες πηγές. Αντίθετα, η κεντρική διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή την καθιέρωση μιας διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση με τους εργαζομένους.
31 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται επίσης στο επιχείρημα της ADS Anker ότι δεν είναι σε θέση να παράσχει τα ζητούμενα πληροφοριακά στοιχεία για τον λόγο ότι τόσο η εταιρία Anker BV όσο και η μητρική εταιρία, η Anker Systems GmbH, αρνούνται να παράσχουν τα αναγκαία για την ενημέρωση των εργαζομένων στοιχεία.
32 Το Arbeitsgericht Bielefeld διαπιστώνει ότι το πεδίο εφαρμογής του EBRG, ο οποίος αποτελεί εθνικό νόμο, δεν μπορεί να εκτείνεται πέρα από τη γερμανική επικράτεια και ότι ο νόμος αυτός δεν υποχρεώνει τις επιχειρήσεις που είναι μέλη του ομίλου αλλά δεν είναι εγκατεστημένες στη Γερμανία να παρέχουν ορισμένα στοιχεία στις εγκατεστημένες στη γερμανική επικράτεια επιχειρήσεις.
33 Εντούτοις, κατά το αιτούν δικαστήριο, το επιχείρημα του εργοδότη ότι δεν είναι σε θέση να προβεί στην ενημέρωση που ζητούν οι εργαζόμενοι δεν μπορεί να γίνει δεκτό, αν ο εν λόγω εργοδότης μπορεί, βάσει των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί σε άλλα κράτη μέλη για τη μεταφορά της οδηγίας στα εθνικά δίκαια, να υποχρεώσει την κεντρική διεύθυνση που είναι εγκατεστημένη σε ένα άλλο κράτος μέλος να διαβιβάσει τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία στις επιχειρήσεις του ομίλου που είναι εγκατεστημένες στη γερμανική επικράτεια.
34 Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί πάντως ότι η οδηγία δεν περιέχει ρητή διάταξη για τέτοια αξίωση οριζόντιας πληροφορήσεως, την οποία να μπορεί να προβάλει μια επιχείρηση του ομίλου επιχειρήσεων έναντι της εδρεύουσας σε άλλο κράτος μέλος κεντρικής διευθύνσεως.
35 Το Arbeitsgericht Bielefeld, κρίνοντας ότι η επίλυση της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία της οδηγίας, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υποχρεούται, κατά την οδηγία 94/45 […], και ιδίως κατά τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας, μια επιχείρηση με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο […], η οποία κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και παράγραφος 3, της οδηγίας θεωρείται ως η κεντρική διεύθυνση, ή μια επιχείρηση με έδρα το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η οποία κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας θεωρείται ως η κεντρική διεύθυνση της ελέγχουσας επιχειρήσεως, να πληροφορήσει άλλη επιχείρηση, με έδρα τη […] Γερμανία, η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, περί των επιχειρήσεων και εγκαταστάσεων που ανήκουν στον εν λόγω όμιλο, περί της νομικής μορφής τους και των συνθηκών της εκπροσωπήσεως του προσωπικού και περί του μέσου συνολικού αριθμού των εργαζομένων καθώς και της κατανομής τους ανά κράτος μέλος και επιχείρηση;
2) Στην περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο πρώτο ερώτημα: Περιλαμβάνει η υποχρέωση παροχής πληροφοριακών στοιχείων τις ονομασίες των οργάνων εκπροσωπήσεως των εργαζομένων και τα ονόματα των εκπροσώπων τους οι οποίοι συμμετέχουν, εξ ονόματος των εργαζομένων των επιχειρήσεων ή των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από αυτές, στη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
36 Όσον αφορά, πρώτον, το ερώτημα αν η κεντρική διεύθυνση ή η τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση υπέχει την υποχρέωση να παρέχει σε άλλη επιχείρηση του ομίλου ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία με σκοπό τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, η επιτροπή επιχειρήσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπενθυμίζουν ότι, κατά το άρθρο 4 της οδηγίας, η κεντρική διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως στις επιχειρήσεις και στους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας. Κατά τους ανωτέρω, για να έχει η οδηγία πρακτική αποτελεσματικότητα, πρέπει η κεντρική διεύθυνση της επιχειρήσεως ή του ομίλου επιχειρήσεων να είναι υποχρεωμένη να παρέχει στους εκπροσώπους των εργαζομένων τα στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορέσουν να εξακριβώσουν αν πρέπει να συσταθεί ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως στην εν λόγω επιχείρηση ή στον εν λόγω όμιλο επιχειρήσεων και, ενδεχομένως, αν μπορεί να συσταθεί η ειδική διαπραγματευτική ομάδα.
37 Κατά την επιτροπή επιχειρήσεως, η υποχρέωση της κεντρικής διευθύνσεως να παρέχει, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του EBRG, τα εν λόγω πληροφοριακά στοιχεία ακόμη και όταν δεν βρίσκεται εντός του τοπικού πεδίου εφαρμογής του EBRG, αλλά σε άλλο κράτος μέλος, προκύπτει όχι μόνο από την οδηγία, αλλά και από τον σκοπό που πρέπει να επιτευχθεί με τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, δηλαδή την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διασυνοριακή διαβούλευση με αυτούς. Αν η εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, του EBRG περιοριζόταν μόνο εντός της γερμανικής επικράτειας, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων θα συναντούσαν μεγαλύτερες δυσκολίες να αποκτήσουν στοιχεία με σκοπό τη σύσταση ευρωπαϊκών επιτροπών επιχειρήσεως, πράγμα που σημαίνει ότι η επίτευξη του σκοπού της οδηγίας δεν θα ήταν δυνατή παρά μόνο με δυσκολίες και με ιδιαίτερα χρονοβόρες, επαχθείς και δαπανηρές διαδικασίες.
38 Η Επιτροπή φρονεί, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 4 της οδηγίας στην κεντρική διεύθυνση, ότι δεν έχει καμία διαφορά αν η αξίωση των εργαζομένων του ομίλου από οποιοδήποτε κράτος μέλος ασκείται έναντι της κεντρικής διευθύνσεως απευθείας ή, όπως συμβαίνει στη Γερμανία, μέσω μιας από τις επιχειρήσεις που ανήκουν στον όμιλο.
39 Η ADS Anker υποστηρίζει ότι, έστω και αν ο σκοπός της οδηγίας είναι να καταστεί δυνατή η σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, η οδηγία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αναγκάζεται μια εταιρία να στρέφεται δικαστικά κατά της εταιρίας που την ελέγχει.
40 Κατά την ADS Anker, αν η επιτροπή επιχειρήσεως της ελεγχόμενης εταιρίας δεν μπορέσει να αποκτήσει από την εταιρία αυτή τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για την υποβολή αιτήσεως κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας επειδή η εν λόγω εταιρία δεν διαθέτει τα στοιχεία αυτά, θα πρέπει να προβάλει την αξίωσή της έναντι της εταιρίας που ασκεί τον έλεγχο εντός του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν θεσπιστεί για τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
41 Όσον αφορά, δεύτερον, τη φύση των πληροφοριακών στοιχείων που οφείλουν να παρέχουν η κεντρική διεύθυνση ή η τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση προς εκπλήρωση της υποχρεώσεως πληροφορήσεως που προβλέπει η οδηγία, η επιτροπή επιχειρήσεως και η Γερμανική Κυβέρνηση φρονούν ότι στα στοιχεία αυτά πρέπει, ενόψει του γράμματος και του σκοπού της οδηγίας, να δοθεί ευρεία έννοια.
42 Κατά την επιτροπή επιχειρήσεως, το δικαίωμα ενημερώσεως αφορά τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για να εξακριβωθεί αν πρέπει, εντός της επιχειρήσεως ή του ομίλου επιχειρήσεων, να συσταθεί ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να συλλέγουν τα στοιχεία που χρειάζονται για να υποβάλουν, κατά το άρθρο 5 της οδηγίας, αίτηση συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως και για να συγκροτήσουν την αναγκαία προς τούτο ειδική διαπραγματευτική ομάδα. Το γεγονός ότι η αίτηση συστάσεως ευρωπαϊκής εタιτροπής επιχειρήσεως πρέπει να υποβληθεί από τους εργαζόμενους, ή τους εκπροσώπους τους, δύο τουλάχιστον κρατών μελών, προκειμένου να συγκροτηθεί η ειδική διαπραγματευτική ομάδα, σημαίνει ότι πρέπει να είναι γνωστά τα άλλα όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων και τα μέλη τους.
43 Η ADS Anker υποστηρίζει αντίθετα ότι η γνωστοποίηση των ονομασιών των οργάνων εκπροσωπήσεως των εργαζομένων και των ονομάτων των εκπροσώπων τους δεν είναι απαραίτητη για την κίνηση της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
44 Η Επιτροπή, βασιζόμενη στην απόφαση της 29ης Μαρτίου 2001, C‑62/99, Bofrost* (Συλλογή 2001, σ. I‑2579), υποστηρίζει ότι, όταν το δικαστήριο που έχει επιληφθεί αιτήσεως παροχής στοιχείων κρίνει ότι οι ονομασίες των οργάνων εκπροσωπήσεως των εργαζομένων και τα ονόματα των εκπροσώπων τους οι οποίοι πρόκειται να συμμετάσχουν, εξ ονόματος των εργαζομένων των επιχειρήσεων ή των εργαζομένων των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από αυτές, στη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση της εν λόγω επιτροπής ή για την καθιέρωση διαδικασίας ενημερώσεως και διασυνοριακής διαβουλεύσεως των εργαζομένων, οι επιχειρήσεις του ομίλου έχουν την υποχρέωση να παρέχουν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα έχουν ή μπορούν να τα αποκτήσουν, στα όργανα εσωτερικής εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που υποβάλλουν σχετικό αίτημα.
Απάντηση του Δικαστηρίου
45 Σκοπός της οδηγίας είναι, σύμφωνα με την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 1, παράγραφος 2, να διασφαλιστούν η ορθή ενημέρωση των εργαζομένων στις κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις ή στους κοινοτικής κλίμακας ομίλους επιχειρήσεων και η ορθή διαβούλευση μαζί τους στις περιπτώσεις που αποφάσεις, οι οποίες ενδέχεται να τους επηρεάζουν, λαμβάνονται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο εργάζονται.
46 Η οδηγία, όπ,., ως προκύπτει από την εν γένει οικονομία της, προβλέπει ότι η ενημέρωση και η διασυνοριακή διαβούλευση των εργαζομένων διασφαλίζονται κυρίως με ένα σύστημα διαπραγματεύσεων μεταξύ της κεντρικής διευθύνσεως και των εκπροσώπων των εργαζομένων (προπαρατεθείσα απόφαση Bofrost*, σκέψη 29, και απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2004, C-440/00, Kühne & Nagel, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40).
47 Προς τούτο, σε κάθε κοινοτικής κλίμακας επιχείρηση και σε κάθε κοινοτικής κλίμακας όμιλο επιχειρήσεων συγκροτείται μια ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως ή μια διαδικασία για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς, εφόσον υποβάλλεται αίτηση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
48 Δυνάμει της τελευταίας αυτής διατάξεως της οδηγίας, στους κοινοτικής κλίμακας ομίλους επιχειρήσεων η κεντρική διεύθυνση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από γραπτή αίτηση τουλάχιστον 100 εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους, οι οποίοι υπάγονται τουλάχιστον σε δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη.
49 Η ειδική διαπραγματευτική ομάδα, η οποία αποτελεί όργανο εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, και η κεντρική διεύθυνση πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, να διαπραγματευθούν με πνεύμα συνεργασίας με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
50 Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι, για να μπορεί η οδηγία να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, είναι απαραίτητο, να διασφαλίζεται η πρόσβαση των ενδιαφερομένων εργαζομένων σε ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούν να εξακριβώσουν αν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ της κεντρικής διευθύνσεως και των εκπροσώπων των εργαζομένων, δεδομένου ότι αυτό το δικαίωμα πληροφορήσεως συνιστά αναγκαίο προαπαιτούμενο για την εξακρίβωση της υπάρξεως επιχειρήσεως ή ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, η δε ύπαρξη αυτή συνιστά προϋπόθεση για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή τη θέσπιση διαδικασίας διεθνικής ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς (προπαρατεθείσες αποφάσεις Bofrost*, σκέψεις 32 και 33, και Kühne & Nagel, σκέψη 46).
51 Όσov αφoρά τη σύσταση της εν λόγω επιτροπής, η κεvτρική διεύθυνση οφείλει, σύμφωvα με τo άρθρo 4, παράγραφoς 1, της oδηγίας, να δημιoυργήσει τις πρoϋπoθέσεις και τα μέσα πoυ είvαι αvαγκαία για τη σύστασή της. Η ευθύvη αυτή συνεπάγεται τηv υπoχρέωση παρoχής στoυς εκπρoσώπoυς τωv εργαζoμέvωv τωv πληρoφoριώv πoυ είvαι απαραίτητες για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτρoπής επιχειρήσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Nagel, σκέψεις 49 και 51).
52 Την κεvτρική διεύθυvση αποτελεί η κεντρική διεύθυνση της ελέγχoυσας επιχειρήσεως, δηλαδή της επιχειρήσεως η oπoία ασκεί δεσπόζoυσα επιρρoή επί όλωv τωv ελεγχόμενων επιχειρήσεωv τoυ oμίλoυ κατά τηv έvvoια τoυ άρθρoυ 3, παράγραφoι 1 και 2, της oδηγίας. Αυτή ακριβώς η επιχείρηση μπορεί, λόγω της δεσπόζουσας επιρροής της, να ζητήσει από τις άλλες επιχειρήσεις του ομίλου, και μάλιστα να τις υποχρεώσει, να της παράσχουν τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την έναρξη των εν λόγω διαπραγματεύσεων, ώστε να τα γνωστοποιήσει στους εκπροσώπους των εργαζομένων (συναφώς βλ. επίσης την προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Nagel, σκέψεις 52 και 54).
53 Εξάλλου, για να διασφαλιστεί η επίτευξη του σκοπού της οδηγίας σχετικά με το δικαίωμα των εργαζομένων να έχουν πρόσβαση στα στοιχεία αυτά, η οδηγία προβλέπει μάλιστα ότι, όταν η κεντρική διεύθυνση βρίσκεται εκτός του εδάφους των κρατών μελών, την ευθύνη που της αναθέτει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας υπέχει, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, είτε ο εκπρόσωπος της κεντρικής διευθύνσεως σε κράτος μέλος είτε, αν δεν υπάρχει τέτοιος εκπρόσωπος, η κεντρική διεύθυνση της εγκαταστάσεως ή της επιχειρήσεως του ομίλου η οποία απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος, δηλαδή η τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση.
54 Οι άλλες επιχειρήσεις τoυ oμίλoυ, oι oπoίες είvαι εγκατεστημέvες στα κράτη μέλη, είvαι υπoχρεωμέvες, προκειμένου να διασφαλίζεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας, vα βοηθούν τηv τεκμαιρόμενη κεvτρική διεύθυvση vα αvταπoκριθεί στηv κύρια υπoχρέωση που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Τo δικαίωμα της τεκμαιρόμενης κεντρικής διευθύνσεως αυτής να λαμβάνει τα απαραίτητα πληρoφoριακά στοιχεία έχει ως αvαγκαίo συμπλήρωμα τηv υπoχρέωση τωv διευθύvσεωv τωv άλλωv επιχειρήσεων τoυ oμίλoυ vα της παρέχoυv τα εv λόγω στοιχεία, εφόσov τα κατέχoυv ή είναι σε θέση να τα απoκτήσoυν (προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Nagel, σκέψη 59).
55 Εν προκειμένω το βασικό ζήτημα είναι αν η κεντρική διεύθυνση ή η τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση είναι επίσης υποχρεωμένη, βάσει της οδηγίας, να παράσχει σε μια από τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις του ομίλου τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για την έναρξη των διαπραγματεύσεων που αποσκοπούν στη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, εφόσον η σχετική αίτηση παροχής στοιχείων έχει υποβληθεί στην ελεγχόμενη αυτή εταιρία από τους εκπροσώπους των εργαζομένων, και αν η επιχείρηση αυτή μπορεί κατά την οδηγία να αξιώσει να της διαβιβαστούν τα στοιχεία αυτά..
56 Από τον σκοπό και την εν γένει οικονομία της οδηγίας προκύπτει ότι οι υποχρεώσεις που έχει η κεντρική διεύθυνση ή η τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι περιλαμβάνουν τόσο την υποχρέωσή της να παρέχει άμεσα στους εκπροσώπους των εργαζομένων τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για την έναρξη των διαπραγματεύσεων που αποσκοπούν στη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, όσο και την υποχρέωσή της να παρέχει τα στοιχεία αυτά στους εκπροσώπους των εργαζομένων μέσω της επιχειρήσεως του ομίλου στην οποία απασχολούνται οι εν λόγω εργαζόμενοι και από την οποία ζήτησαν αρχικά τα στοιχεία αυτά οι εκπρόσωποι των εργαζομένων.
57 Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία των υποχρεώσεων που υπέχει η κεντρική διεύθυνση ή η τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας, την οποία υπενθύμισε το Δικαστήριο με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Bofrost* και Kühne & Nagel.
58 Συγκεκριμένα, ο σκοπός των υποχρεώσεων που επιβάλλει η οδηγία σε όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου είναι η διευκόλυνση της συστάσεως ευρωπαϊκών επιτροπών επιχειρήσεως (συναφώς βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Bofrost*, σκέψεις 31 και 35). Όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο, ο σκοπός της οδηγίας συνεπάγεται ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες προβλέπει η οδηγία αυτή πρέπει να τηρούνται κατά τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους εργαζομένους ή στους εκπροσώπους τους να έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορούν να εκτιμούν αν έχουν ή όχι το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων (προπαρατεθείσα απόφαση Bofrost*, σκέψη 38).
59 Αν η υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ερμηνευόταν στενά, υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες οι εκπρόσωποι των εργαζομένων υποβάλλουν την αίτηση παροχής πληροφοριακών στοιχείων άμεσα στην κεντρική διεύθυνση ή στην τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση, θα περιοριζόταν αδικαιολόγητα η έννοια και η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αν όχι της οδηγίας, και το αποτέλεσμα θα ήταν ενδεχομένως να ωθούνται οι εργαζόμενοι να μην ασκούν τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει η οδηγία.
60 Κατά συνέπεια, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας επιβάλλει τόσο την υποχρέωση να παρέχονται άμεσα στους εκπροσώπους των εργαζομένων ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία προς τον σκοπό της συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως όσο και την υποχρέωση να τους παρέχονται τα εν λόγω στοιχεία μέσω της επιχειρήσεως του ομίλου στην οποία υποβλήθηκε σχετική αίτηση από τους εκπροσώπους των εργαζομένων της.
61 Επιπλέον, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυηθούν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία. Τα κράτη μέλη προβλέπουν, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας, κατάλληλα μέτρα για την περίπτωση μη τηρήσεως της οδηγίας και μεριμνούν ιδίως ώστε να υπάρχουν οι κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να διασφαλίζουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία. Ο σκoπός της oδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα αvαγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν πλήρως την εκπλήρωση τωv υπoχρεώσεωv πoυ απoρρέoυv από τα άρθρα 4, παράγραφoς 1, και 11 της εν λόγω oδηγίας (συναφώς βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Nagel, σκέψη 61).
62 Όσον αφορά τη φύση των πληροφοριακών στοιχείων που οφείλει να παρέχει, βάσει αυτής της υποχρεώσεως πληροφορήσεως, η κεντρική διεύθυνση ή η τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας αναφέρει ρητά την υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις θα παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούν τα ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία αφορά η εφαρμογή της οδηγίας, σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄, της οδηγίας.
63 Επιπλέον, οι διευθύνσεις των άλλων επιχειρήσεων του ομίλου που βρίσκονται στα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να παρέχουν στην τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση τα πληρoφoριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για τηv έvαρξη τωv διαπραγματεύσεωv πρoς σύσταση ευρωπαϊκής επιτρoπής επιχειρήσεως, εφόσov τα κατέχoυv ή είναι σε θέση να τα απoκτήσoυν (προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Nagel, σκέψεις 64 και 69).
64 Τέλος, όπως προκύπτει από τη σκέψη 58 της παρούσας αποφάσεως, ο σκοπός της οδηγίας συνεπάγεται ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες προβλέπει η οδηγία αυτή πρέπει να τηρούνται κατά τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους εργαζομένους ή στους εκπροσώπους τους αφενός να έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορούν να εκτιμήσουν αν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων και αφετέρου να διατυπώσουν ορθά τη σχετική αίτηση (προπαρατεθείσα απόφαση Bofrost*, σκέψη 38).
65 Κατά συνέπεια, είναι δυνατόν να απαιτηθεί η κοινοποίηση πληροφοριακών στοιχείων για τις επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις του ομίλου, για τη νομική μορφή τους και τις συνθήκες εκπροσωπήσεως του προσωπικού, για τον μέσο συνολικό αριθμό των εργαζομένων καθώς και για την κατανομή τους ανά κράτος μέλος, εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας προς τον σκοπό της συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως (συναφώς βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Nagel, σκέψη 70). Το ίδιο ισχύει και για τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις ονομασίες των οργάνων εκπροσωπήσεως των εργαζομένων και τα ονόματα των εκπροσώπων τους οι οποίοι πρόκειται να συμμετάσχουν, εξ ονόματος των εργαζομένων των επιχειρήσεων ή των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από αυτές, στη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
66 Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εξακριβώνουν, βάσει όλων των στοιχείων που διαθέτουν, κατά πόσον τα ζητούμενα πληροφοριακά στοιχεία είναι αναγκαία για την έναρξη των διαπραγματεύσεων κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
67 Κατόπιν των ανωτέρω, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 11 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επιβάλλουν στην εγκατεστημένη στο έδαφός τους επιχείρηση που αποτελεί την κεντρική διεύθυνση ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατά την έννοια των άρθρων 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, ή την τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, την υποχρέωση να παρέχει σε άλλη επιχείρηση του ίδιου ομίλου που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος τα πληροφοριακά στοιχεία που έχουν ζητήσει από την άλλη αυτή επιχείρηση οι εκπρόσωποι των εργαζομένων της, εφόσον η άλλη αυτή επιχείρηση δεν έχει στην κατοχή της τα στοιχεία αυτά και εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
68 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Arbeitsgericht Bielefeld με διάταξη της 24ης Ιουλίου 2001, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 11 της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επιβάλλουν στην εγκατεστημένη στο έδαφός τους επιχείρηση που αποτελεί την κεντρική διεύθυνση ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατά την έννοια των άρθρων 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, ή την τεκμαιρόμενη κεντρική διεύθυνση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, την υποχρέωση να παρέχει σε άλλη επιχείρηση του ίδιου ομίλου που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος τα πληροφοριακά στοιχεία που έχουν ζητήσει από την άλλη αυτή επιχείρηση οι εκπρόσωποι των εργαζομένων της, εφόσον η άλλη αυτή επιχείρηση δεν έχει στην κατοχή της τα στοιχεία αυτά και εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
Σκουρής
Gulmann
Puissochet
Macken
Colneric
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy