Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο τονωτικών ποτών με περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνουσα ορισμένο όριο - Δικαιολόγηση - Προστασία της δημόσιας υγείας - Δικαιολόγηση μη αποδειχθείσα
(Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ)
Περίληψη
$$Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 EK και 30 ΕΚ το κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει στα ποτά που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, εντός άλλων κρατών μελών, ένα σύστημα απαγορεύσεως της διαθέσεως στο εμπόριο, εντός της επικράτειάς του, των τονωτικών ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει ορισμένο όριο, χωρίς να αποδεικνύει ότι το όριο αυτό είναι απαραίτητο και ανάλογο για την προστασία της δημόσιας υγείας.
( βλ. σκέψη 36 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-420/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους H. van Lier και R. Amorosi, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον Μ. Fiorilli, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα ποτά που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, εντός άλλων κρατών μελών, ένα σύστημα απαγορεύσεως της διαθέσεως στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, των τονωτικών ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει ορισμένο όριο, χωρίς να αποδεικνύει ότι το όριο αυτό είναι απαραίτητο και ανάλογο για την προστασία της δημόσιας υγείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 EK και 30 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τον J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, την F. Macken (εισηγήτρια) και τον J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα ποτά που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, εντός άλλων κρατών μελών, ένα σύστημα απαγορεύσεως της διαθέσεως στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, των τονωτικών ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει ορισμένο όριο, χωρίς να αποδεικνύει ότι το όριο αυτό είναι απαραίτητο και ανάλογο για την προστασία της δημόσιας υγείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 EK και 30 ΕΚ.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν υπάρχουν διατάξεις καθορίζουσες τους όρους προσθήκης θρεπτικών ουσιών όπως η καφε_νη στα τρόφιμα τρέχουσας καταναλώσεως.
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
3 Το άρθρο 15, παράγραφος 3, του προεδρικού διατάγματος 719, της 19ης Μα_ου 1958, με τον τίτλο «Κανονισμός καθορισμού γενικών διατάξεων περί υγιεινής της παραγωγής και του εμπορίου ανθρακούχου νερού και μη αλκοολούχων ανθρακούχων και μη ανθρακούχων ποτών, παρασκευασμένων σε κλειστά δοχεία» (GURI 178, της 24ης Ιουλίου 1958, σ. 3081, στο εξής: DPR 719/58), ορίζει:
«Η προσθήκη ουσιών διαφορετικών από αυτές που διαλαμβάνει ο παρών κανονισμός και που δεν έχουν προηγουμένως αναγνωριστεί από την ανώτατη επιτροπή δημόσιας υγιεινής και υγείας πρέπει να εγκρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την εν λόγω ανώτατη επιτροπή κατόπιν προτάσεως της υγειονομικής αρχής της περιφερείας στην οποία εδρεύει το εργοστάσιο και γνώμης του περιφερειακού συμβουλίου υγείας».
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
4 Την προσοχή της Επιτροπής προκάλεσαν καταγγελίες επιχειρηματιών αφορώσες τα εμπόδια επί της εισαγωγής και διαθέσεως στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, ορισμένων τονωτικών ποτών νομίμως παρασκευαζομένων και κυκλοφορούντων στα άλλα κράτη μέλη. Τα ποτά αυτά, μεταξύ των οποίων διακρίνονται οι μάρκες Red Bull, CULT και GUVI, χαρακτηρίζονται από την παρουσία καφε_νης, η ποσότητα της οποίας κυμαίνεται μεταξύ 250 και 320 mg/l, και από τη συχνή παρουσία άλλων παρόμοιων ουσιών όπως η ταυρίνη.
5 Αρχικώς, οι ιταλικές αρχές απαγόρευσαν τη διάθεση στο εμπόριο των ποτών αυτών, ειδικότερα όσων περιείχαν ταυρίνη, δυνάμει του νομοθετικού διατάγματος 111, της 27ης Ιανουαρίου 1992 (GURI 39, της 17ης Φεβρουαρίου 1992, τακτικό συμπλήρωμα), και σύμφωνα με γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 13 Δεκεμβρίου 1995 το Consiglio superiore della Sanità (ανώτατο υγειονομικό συμβούλιο, στο εξής: CSS).
6 Oι ιταλικές αρχές μετέβαλαν, εν συνεχεία, τη στάση τους και επέτρεψαν τη διάθεση στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, των εν λόγω ποτών υπό τον όρο, όμως, ότι η περιεκτικότητα τους σε καφε_νη δεν υπερβαίνει τα 125 mg/l.
7 Θεωρώντας ότι, ελλείψει επιστημονικών αποδείξεων από τις οποίες να προκύπτει ότι η υπέρβαση του ορίου αυτού θα μπορούσε να βλάψει τη δημόσια υγεία, η απαγόρευση αυτή συνιστούσε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών που αντιβαίνει στο άρθρο 28 ΕΚ και δεν δικαιολογείται από το άρθρο 30 ΕΚ, η Επιτροπή απέστειλε στην Ιταλική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως στις 4 Οκτωβρίου 1996.
8 Η Επιτροπή, κρίνοντας μη ικανοποιητική την απάντηση που της απέστειλαν οι ιταλικές αρχές στις 8 Ιανουαρίου 1997, εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 23 Σεπτεμβρίου 1997, με την οποία κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από το άρθρο 28 ΕΚ υποχρεώσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης.
9 Οι ιταλικές αρχές, αφού πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι το CSS, του οποίου τη γνώμη ζήτησαν εκ νέου, είχε διαπιστώσει ότι τα εν λόγω ποτά δεν προκαλούσαν, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως των επιστημονικών γνώσεων, καμία βάσιμη ανησυχία για τη δημόσια υγεία, της κοινοποίησαν στις 18 Ιουνίου 1998 την εγκύκλιο 5 του Υπουργείου Υγείας, της 3ης Απριλίου 1998, με τον τίτλο «Ποτά κοινοτικής προελεύσεως που χαρακτηρίζονται από υψηλή περιεκτικότητα σε καφε_νη και ταυρίνη» (GURI 101, της 4ης Μα_ου 1998, σ. 72, στο εξής: εγκύκλιος του 1998), βάσει της οποίας επετράπη η εντός της Ιταλίας εμπορία τέτοιων ποτών παρασκευαζομένων και διατιθεμένων στο εμπόριο νομίμως εντός άλλων κρατών μελών.
10 Οι επιχειρηματίες που είχαν υποβάλει καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής επιβεβαίωσαν ότι, στην πράξη, η ελεύθερη κυκλοφορία, εντός της Ιταλίας, των ποτών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, εντός των οποίων παρασκευάζονταν και/ή διετίθεντο στο εμπόριο νομίμως, διασφαλίστηκε χάρη στην εγκύκλιο του 1998.
11 Κατόπιν επανειλημμένων υπομνήσεων της Επιτροπής προς τις ιταλικές αρχές περί του ότι εξακολουθούσαν παρά ταύτα να υποχρεούνται να τροποποιήσουν τις επίδικες διατάξεις της νομοθεσίας τους οριστικώς και κατά τις συνήθεις διαδικασίες, οι τελευταίες τής κοινοποίησαν εν τέλει στις 13 Νοεμβρίου 2000 σχέδιο κανονισμού σκοπούντος στον εκσυγχρονισμό της ιταλικής νομοθεσίας περί παραγωγής και πωλήσεως μη αλκοολούχων ποτών γενικώς, συμπεριλαμβανομένων όσων περιέχουν καφε_νη, το οποίο περιλαμβάνει ρήτρα περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως αποκλείουσα από το πεδίο εφαρμογής της τα μη αλκοολούχα ποτά που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός των λοιπών κρατών μελών της Ενώσεως και στις χώρες που έχουν υπογράψει τη συμφωνία περί του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
12 Η Επιτροπή απάντησε στις ιταλικές αρχές ότι η εν λόγω ρήτρα περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως έπρεπε να υποστεί κάποιες τροποποιήσεις προκειμένου να αρθεί οποιαδήποτε ασάφεια. Ελλείψει αντιδράσεως εκ μέρους των ιταλικών αρχών, η Επιτροπή, με έγγραφο της 9ης Απριλίου 2001, ρώτησε τις αρχές αυτές αν είχαν λάβει τις παρατηρήσεις της σχετικά με το κοινοποιηθέν σχέδιο και εντός ποιας προθεσμίας η Ιταλική Κυβέρνηση σκόπευε να εκδώσει τον τροποποιητικό κανονισμό.
13 Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση, η Επιτροπή θεώρησε ότι το αρχικό κείμενο του DPR 719/58 εξακολουθούσε να ισχύει και ότι δεν είχε ακόμη επέλθει ουδεμία νομοθετική τροποποίηση για την προσαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση όσον αφορά την αναγνώριση των μη αλκοολούχων ποτών που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός των άλλων κρατών μελών. Έτσι, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Η προσφυγή
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Η Επιτροπή προβάλλει ότι, μολονότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς η νομική βάση της απαγορεύσεως της εισαγωγής και διαθέσεως στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, των μη αλκοολούχων ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει τα 125 mg/l, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτή η απαγόρευση υφίσταται. Κατά την Επιτροπή, τούτο επιβεβαιώνεται από τις καταγγελίες που της απηύθυναν ορισμένοι κοινοτικοί παραγωγοί τονωτικών μη αλκοολούχων ποτών, από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 15, παράγραφος 3, του DPR 719/58 και από το γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές αναγνώρισαν, από μόνες τους, την ανάγκη, αν όχι την υποχρέωση, τροποποιήσεως ή καταργήσεως διαφόρων διατάξεων της ισχύουσας ιταλικής νομοθεσίας στον τομέα των μη αλκοολούχων ποτών, όπως προκύπτει από την έκδοση της υπουργικής εγκυκλίου του 1998 και από το κοινοποιηθέν στην Επιτροπή σχέδιο κανονισμού.
15 Λαμβανομένης υπόψη της σχετικής με τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ νομολογίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή φρονεί ότι προφανώς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη παραβάσεως.
16 Κατ' αρχάς, οι ιταλικές αρχές δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι τα ποτά υψηλής περιεκτικότητας σε καφε_νη μπορούν να προκαλέσουν κίνδυνο στην υγεία και συγχρόνως να επιτρέπουν τη διανομή των εν λόγω ποτών, όπως έπραξαν δυνάμει της εγκυκλίου του 1998.
17 Περαιτέρω, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν αντιλαμβάνεται επί ποιας επιστημονικής αποδείξεως βασίζουν οι ιταλικές αρχές τους λόγους προστασίας της υγείας που επικαλούνται για να δικαιολογήσουν την επίδικη απαγόρευση, λαμβανομένου υπόψη του ότι το CSS, με τη νέα γνωμοδότησή του, κρίνει ότι τα ποτά με υψηλή περιεκτικότητα σε καφε_νη δεν είναι επιβλαβή για την υγεία.
18 Τέλος, η απλή υποχρέωση του παραγωγού των επιμάχων ποτών να παρέχει στους καταναλωτές ακριβή πληροφόρηση επί της περιεκτικότητας σε καφε_νη θα αποτελούσε αποτελεσματικό μέσο προστασίας των προσώπων των οποίων η υγεία διατρέχει κίνδυνο.
19 Η Επιτροπή φρονεί ότι το επίδικο ζήτημα αφορά περισσότερο τα μέτρα που η Ιταλική Δημοκρατία θέσπισε προκειμένου να προσαρμόσει την νομοθεσία της προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, άπαξ διαπιστώθηκε ότι δεν συνάδει προς αυτές.
20 Κατά την Επιτροπή, αντιθέτως προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, το ισχύον σήμερα στην Ιταλία νομοθετικό πλαίσιο δεν παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν την πλήρη έκταση των δικαιωμάτων τους και να τα προβάλλουν ενδεχομένως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η εγκύκλιος του 1998 δεν μπορεί να τροποποιήσει τις επίδικες διατάξεις.
21 Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι το ανώτατο όριο περιεκτικότητας σε καφε_νη δικαιολογείται, κυρίως, από τις εκτιμήσεις των ιταλικών υγειονομικών αρχών. Το όλο ζήτημα πρέπει να επιλυθεί με γνώμονα τη νομιμότητα της επιστημονικής απόψεως των εν λόγω αρχών. Μια άλλη λύση θα κατέληγε, κατά την άποψή της, να καταστήσει κενό περιεχομένου το άρθρο 30 ΕΚ, αντικαθιστώντας τη μη αυθαίρετη εξουσία εκτιμήσεως του κράτους μέλους από μια υποκειμενική γνώμη των υγειονομικών αρχών άλλου κράτους μέλους, θεμιτή αλλά βεβαίως αμφισβητήσιμη από την ίδια τη φύση της.
22 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να προσκομίσει τις επιστημονικές αποδείξεις περί του ότι, υπό τις ισχύουσες στην Ιταλία συνθήκες όσον αφορά το περιβάλλον, ο καθορισμός ανωτάτου ορίου επιτρεπτής ποσότητας καφε_νης δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια μιας υπεύθυνης σταθμίσεως των εν λόγω συμφερόντων.
23 Επισημαίνει πάντως ότι έχει καταρτιστεί νομοσχέδιο για την τροποποίηση των επιδίκων διατάξεων. Επιπλέον, η εγκύκλιος του 1998 επέτρεψε τη διάθεση στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, των προϊόντων των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη είναι υψηλότερη της αποδεκτής από τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
24 Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης την οποία εκφράζει η περιεχόμενη στο άρθρο 28 ΕΚ απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών και όλων των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
25 Η απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος του άρθρου 28 ΕΚ περιλαμβάνει κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5, και της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, γνωστή ως «Νόμος περί γνησιότητας της μπύρας», Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 27).
26 Κατά παγία νομολογία, στο πλαίσιο προσφυγής ασκούμενης βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η ύπαρξη παραβάσεως κράτους μέλους πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε κατά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ. απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, C-476/98, Επιτροπή κατά Γερμανίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 42). Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας των δύο μηνών, υφίστατο απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, των τονωτικών ποτών που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει ορισμένο όριο.
27 Μολονότι, παρά την απάντηση της Επιτροπής και της Ιταλικής Κυβερνήσεως σε σχετική γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, εξακολουθούν να υφίστανται ασάφειες ως προς τη νομική βάση της απαγορεύσεως αυτής στο ιταλικό δίκαιο, η Ιταλική Κυβέρνηση ουδέποτε αρνήθηκε την ύπαρξη της απαγορεύσεως αυτής κατά την ως άνω ημερομηνία και μάλιστα την αναγνώρισε ρητώς, μεταξύ άλλων, με την από 8 Ιανουαρίου 1997 απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως.
28 Δεν αμφισβητείται ότι η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο των τονωτικών ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει ορισμένο όριο και τα οποία παρασκευάζονται και διατίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, είτε απορρέει από κανονιστικές διατάξεις είτε από διοικητική πρακτική, παρακωλύει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και επομένως αποτελεί καταρχήν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 28 EK (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-42/90, Bellon, Συλλογή 1990, σ. Ι-4863, σκέψη 10).
29 Μια τέτοια απαγόρευση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον αν είναι αναγκαία για λόγους γενικού συμφέροντος απαριθμούμενους στο άρθρο 30 ΕΚ, όπως είναι η προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, ή για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών που αφορούν, μεταξύ άλλων, την προστασία των καταναλωτών.
30 Kατά παγία νομολογία, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποδείξουν, σε κάθε περίπτωση, ότι η κανονιστική τους ρύθμιση ή η διοικητική τους πρακτική είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων που προβλέπονται στο άρθρο 30 ΕΚ ή για την κάλυψη επιτακτικών αναγκών και, ενδεχομένως, ότι η διάθεση στο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Μα_ου 1986, 304/84, Muller κ.λπ., Συλλογή 1986, σ. 1511, σκέψη 25, απόφαση «Νόμος περί γνησιότητας της μπύρας», προπαρατεθείσα, σκέψη 46, και απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, C-13/91, C-113/91, Debus, Συλλογή 1992, σ. Ι-3617, σκέψη 18).
31 Εν προκειμένω, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει ότι η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο των τονωτικών ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει ορισμένο όριο είναι αναγκαία και ανάλογη για την προστασία της δημόσιας υγείας.
32 Συγκεκριμένα, η γνωμοδότηση του CSS της 13ης Δεκεμβρίου 1995, επί της οποίας βασίστηκαν αρχικώς οι ιταλικές αρχές για να δικαιολογήσουν την απαγόρευση διαθέσεως των ποτών αυτών στο εμπόριο, έχει καταστεί ανενεργός, δεδομένου ότι το CSS διαπίστωσε κατόπιν ότι τα εν λόγω ποτά δεν προκαλούσαν, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως των επιστημονικών γνώσεων, καμία βάσιμη ανησυχία για τη δημόσια υγεία.
33 Εν πάση περιπτώσει, οι ιταλικές αρχές δεν μπορούσαν να συναγάγουν από τη γνωμοδότηση του CSS ότι η επίδικη απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ήταν ανάλογη προς τον σκοπό της αποτελεσματικής προστασίας του ιταλικού πληθυσμού, δεδομένου ότι η γνωμοδότηση αυτή αφορούσε τα ποτά των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη ανέρχεται στα 320 mg/l, ήτοι άνω του διπλασίου του ορίου των 125 mg/l που επιβάλλει η επίμαχη απαγόρευση.
34 Όσον αφορά την εγκύκλιο του 1998 η οποία, κατά τις ιταλικές αρχές, επέτρεψε τη διάθεση προς κατανάλωση των επιμάχων τονοτικών ποτών και, έτσι, έθεσε τέρμα στην παράβαση κράτους μέλους λόγω της οποίας ασκήθηκε η υπό κρίση προσφυγή, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη της παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, και ότι οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Γερμανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 42, και της 16ης Ιανουαρίου 2003, C-122/02, Επιτροπή κατά Βελγίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 11).
35 Δεδομένου ότι η εγκύκλιος του 1998 εκδόθηκε μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής, χωρίς να είναι ανάγκη να εξεταστεί το ζήτημα αν η έκδοση της εγκυκλίου αυτής αποτελεί προσήκουσα εκπλήρωση εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας των εκ του κοινοτικού δικαίου υποχρεώσεών της.
36 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα ποτά που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, εντός άλλων κρατών μελών, ένα σύστημα απαγορεύσεως της διαθέσεως στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, των τονωτικών ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει ορισμένο όριο, χωρίς να αποδεικνύει ότι το όριο αυτό είναι απαραίτητο και ανάλογο για την προστασία της δημόσιας υγείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 EK και 30 ΕΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ιταλικής Δημοκρατίας και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα ποτά που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, εντός άλλων κρατών μελών, ένα σύστημα απαγορεύσεως της διαθέσεως στο εμπόριο, εντός της Ιταλίας, των τονωτικών ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφε_νη υπερβαίνει ορισμένο όριο, χωρίς να αποδεικνύει ότι το όριο αυτό είναι απαραίτητο και ανάλογο για την προστασία της δημόσιας υγείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 EK και 30 ΕΚ.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy